Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2009

κουκιά σπέρνω..

Περί κυάμων ο λόγος...



Σήμερα μας καλημέρισε ένας ήλιος χαμογελαστός που, ομολογουμένως, μας είχε λείψει κάμποσες μερούλες... Σα νά'βαλε φρένο η άνοιξη στον ερχομό της φέτος... Εκεί που τα κλαράκια ετοιμάζονταν να πετάζουν καινούρια βλαστάρια κι ανθούς, τους έκοψε τη φόρα με την ξαφνική παγωνιά των ημερών, που μου θύμισε την παροιμία "Μάρτη γδάρτη και κακέ παλουκοκάφτη!".

Βγήκα μια πρωινή βόλτα στον κηπάκο μου και χαιρέτησα τις κουκιές τις ανθισμένες που προσμένουν τις ανοιξιάτικες ηλιαχτίδες για να μεστώσουν, να ανδρώσουν και να δώσουν καρπό.. Χάζευα τον όμορφο ανθό τους.. ζωγραφισμένο με μαύρες κι άσπρες πινελιές..


"Αν κάνει ο Μάρτης τρία νερά κι ο Απρίλης άλλα δύο, να δεις του Μάρτη τα κουκιά, τ'Απρίλη τα σιταράκια, να δεις το γέρο κρίθαρο πως τρέφει τη μουστάκα." λέει μια παροιμία που, τουλάχιστον για το Πήλιο και το κλίμα του, μου κάνει λιγάκι βιαστική! Μάλλον μας ταιριάζει καλύτερα το "Απρίλης, Μάης, τα κουκιά μεστώνουν!"

Πλήθος οι λαϊκές παροιμίες για τα κουκιά:

"Τ' άι Λουκά σπείρε τα κουκιά!"

"Τί κάνεις Γιάννη; Κουκιά σπέρνω!"

"Κουκιά έφαγες και κουκιά μαρτυράς!"

ή "Κουκιά έφαγε, κουκιά μολογάει!"

"Αν μαγειρεύεις τα κουκιά σε πήλινο τσουκάλι, θε να φουσκώσουν τα κουκιά και να χυθεί το λάδι!"

"Όποιος δεν κάθεται καλά και θάλασσα γυρεύει, ο διάβολος του κώλου του κουκιά του μαγειρεύει!"

"Άρρατα θέματα (παραφθορά του "άρρητ' αθέμιτα"), κουκιά μαγειρεμένα!"


Το κουκί, ετυμολογικά προέρχεται από το αρχαίον "κοκκίον", υποκοριστικό του "κόκκος". Στην αρχαιότητα τα κουκιά τα ονόμαζαν κυάμους, εκ του "κύω", "φουσκώνω", λόγω του "φουσκώματος" που προκαλούσε η κατανάλωσή τους. Εξ ου και η "κυάμωση", η επικίνδυνη ασθένεια που προκαλείται από κατανάλωση κυρίως χλωρών κουκιών, ιδιαίτερα σε άτομα που τους λείπει ένα συγκεκριμένο ένζυμο. Ίσως εκεί να οφείλεται κι έλλειψη δημοτικότητας των κουκιών που, σε πολλούς προκαλούν το φόβο της δηλητηρίασης. Παρόλ'αυτά, στα μέρη μας ο κύαμος είναι ένα αρκετά δημοφιλές φυτό που σπέρνουν στους κήπους κυριώς οι παλιοί (οι νεότεροι, γενικότερα, βαριούνται να καλλιεργούν), ίσως επειδή αποτελεί ένα από τα ανθεκτικότερα φυτά ως προς το βαρύ χειμώνα του Πηλίου.

Σύμφωνα, πάντως, με τον Κώστα Μπαζαίο ("100 βότανα, 2000 θεραπείες"), τα λουλούδια κι ο καρπός της κουκιάς θεωρούνται φάρμακο του ουροποιητικού συστήματος, το νερό από το βράσιμο των κουκιών διώχνει τις χιονίστρες και η διατροφή με φρέσκα κουκιά κατεβάζει το ζάχαρο στους διανητικούς. Επίσης, τα εγκαύματα και το ανεμοπύρωμα μπορούν να ανακουφιστούν αν τα πασπαλίζουμε με αλεύρι από κουκιά, ενώ το αφέψημα από λουλούδια κουκιάς βοηθάει σε προβλήματα χολής, σε αρθριτικά, ρευματισμούς, ισχυαλγίες, κολικούς νεφρών, ημικρανίες. Πάντα, βέβαια, με προφυλάξεις λόγω του κινδύνου της κυάμωσης...


Όσο για την έκφραση "Μετρημένα κουκιά" , προέρχεται από το γεγονός ότι στην αρχαία Ελλάδα οι κύαμοι χρησιμοποιούνταν ως κλήροι. "Ο τω κυάμω λαχών", είναι ο εκλεγείς δια κλήρου.


Όπως σημειώνει και το "Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης, Liddell-Scott": "Κύαμος..ΙΙ.ο κλήρος δι' ου εν Αθήναις δημόσιοι άρχοντες εξελέγοντο (διότι οι σύροντες λευκούς κυάμους επετύγχανον εν τη εκλογή).."

Πολυσυζητημένη ως προς την ερμηνεία της και η ρήση του μεγάλου Πυθαγόρα περί "κυάμων απέχεσθαι"...

Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2009

τιμή σ'εκείνους... (ήρωες του '21)

25η Μαρτίου..


Τιμάμε σήμερα τη μνήμη όλων εκείνων των Ελλήνων που αγωνίστηκαν για να λευτερωθεί ο τόπος μας, όλων εκείνων των αληθινών ηρώων που έδωσαν την τελευταία ρανίδα του αίματός τους και έταξαν την ίδια τους την ψυχή στα ιδανικά της πατρίδας και της λευτεριάς, για να μπορούμε εμείς σήμερα να πατούμε σε λεύτερο χώμα, χωρίς το ζυγό της σκλαβιάς... Τιμάμε όλους εκείνους τους αγωνιστές, γνωστούς και αγνώστους, που αφιέρωσαν τη ζωή τους και τη ζωή των παιδιών τους στην Ελλάδα και στην Ελευθερία, στο μέλλον το δικό μας, για να μας "ανοίξουν το δρόμο" προς ένα καλύτερο αύριο.. Όπως λέει ο Γέρος του Μωριά στο λόγο του στην Πνύκα προς τους μαθητές του Γυμνασίου "Εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπο, οπού ημείς ελευθερώσαμε..." (Άραγε στεκόμαστε άξιοι;...)

"Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάστασι, δεν εσυλλογισθήκαμε, ούτε πόσοι ήμεθα, ούτε πως δεν έχομε άρματα, ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις, ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε "πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιτοκάραβα βατσέλα", αλλά ως μια βροχή, έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και οι κληρικού, και οι προεστοί, και οι καπεταναίοι, και οι πεπαιδευμένοι, και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό, και εκάμαμε την Επανάστασι." (Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, "Ο λόγος στην Πνύκα" προς το Ελληνικόν Γυμνάσιον)

«Αυτό οπού μας φοβερίζεις, να μας κόψης και κάψης τα καρποφόρα δέντρα μας, δεν είναι της πολεμικής έργον, διατί τα άψυχα δένδρα δεν εναντιώνονται εις κανένα, μόνον οι άνθρωποι οπού εναντιώνονται έχουνε στρατεύματα και σκλαβώνεις, και έτσι είναι το δίκαιον του πολέμου ...όχι τα κλαδιά να μας κόψης, όχι τα δένδρα, όχι τα σπίτια που μας έκαψες, μόνον πέτρα απάνω στην πέτρα να μην μείνη, ημείς δεν προσκυνούμεν. Τι τα δένδρα μας αν μας τα κόψης, και κάψης την γην δεν θέλει την σηκώσης και η ίδια η γης που τα έθρεψε, αυτή η ίδια γη μένει δική μας και τα ματακάνει. Μόνον ένας Έλληνας να μείνη, πάντα θα πολεμούμε και μην ελπίζης πως την γην μας θα την κάμης δική σου, βγάλτο από το νου σου». (Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, "Απομνημονεύματα", απάντησις προς τον Ιμπραήμ)

Δεν πρέπει να ξεχνάμε... σε μια εποχή που προβάλει πρότυπα ετοιμόρροπα και σαθρά, σε μια εποχή που ισοπεδώνει κάθε αξία.. εκείνους τους ήρωες που πίστεψαν στο "ακατόρθωτο" και πολέμησαν με όλες τις δυνάμεις τους για αυτό.. Δεν πρέπει να αγνοούμε ότι τους οφείλουμε την Ελλάδα και την Ελευθερία μας... Δεν πρέπει να λησμονούμε το χρέος μας στον τόπο αυτό.. να τον αγαπάμε, να τον ομορφαίνουμε, να τον κρατάμε ζωντανό και λεύτερο για τις γενιές που έπονται..

Και δε μπορώ, παρά να παραθέσω τον παρακάτω σύνδεσμο, με την εκπληκτική εγγραφή της Φωτεινούλας μας που αξίζει να διαβαστεί:
περι δυο ζητιανων ο λογος....
















Σάββατο, 21 Μαρτίου 2009

ασφόδελοι

Προχθές ο Πορφύρης μου, που έκλεισε μόλις τα τέσσερα, είχε ραντεβού για ΚΤΕΟ και, φυσικά, έπρεπε να του αφιερώσω όλο το πρωινό! Όχι επειδή με βασάνισαν στην αναμονή οι υπάλληλοι (Άντε ν'αργησαν κανένα μισάωρο να τον υποδεχτούν, γιατί είχε προκύψει κάποιο τεχνικό πρόβλημα και βγήκαν απ'το ρυθμό τους. Κερνούσαν μάλιστα και καφεδάκι και καραμελίτσες με γεύση σαπούνι -από παιδί την είχα την απορία για αυτές τις σαπουνένιες καραμέλες- κι όλα αστραφτοκοπούσαν κι η ευγένεια να ξεχειλίζει από παντού.. τόσο που αναρωτήθηκα μήπως και πέρασα σ'άλλη διάσταση, σε άλλο πλανήτη.. αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία..), αλλά επειδή έπρεπε να διασχίσω το μισό νομό για να φτάσω! Τέλος πάντων, το πήρα κι εγώ σαν εκδρομούλα, και στην επιστροφή έκανα διάφορες στάσεις, μία από αυτές και για να φωτογραφίσω τους μελαγχολικούς -όπως λέει η μάνα μου- ασφοδέλους που πλημμυρίζαν τις πλαγιές..


Καθώς τους αντίκρυσα, μού'ρθε στο νου μου η περιγραφή του Ομήρου, ο λειμώνας με τους ασφοδέλους - που τόσο με είχε εντυπωσιάσει -  κι η κάθοδος του Οδυσσέα στον Άδη..















(Οδύσσεια λ539, ω13, απόδοση Κώστα Δούκα)


Διαβάζουμε, λοιπόν, στο "Εγκυκλοπαιδικόν λεξικόν του Ηλίου":



Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2009

φτέρες τηγανητές

Σχεδόν κάθε χωριό του Πηλίου, διαιρείται σε τρεις οικισμούς' τον ορεινό, το "ξεχειμώνιασμα" και τον παραθαλάσσιο. Μέχρι πριν κάποια χρόνια, πριν την έξαρση του τουρισμού, ο παραθαλάσσιος οικισμός ήταν κι ο λιγότερο ανεπτυγμένος. Οι Πηλιορείτες, το καλοκαίρι διέμεναν στα ορεινά και, μόλις άρχιζε να χειμωνιάζει, κατηφορίζανε προς τους ημιορεινούς οικισμούς, τα "καλύβια", που βρίσκονταν στα κτήματα με τα λιόδεντρα, ώστε να γίνεται πιο εύκολη η συγκομιδή των καρπών και να αποφεύγουν τον αδυσώπητο χιονιά του χειμώνα. Μαζί με τους αγρότες, φυσικά "μετακόμιζαν" και όλες οι υπηρεσίες του χωριού, όπως το δημαρχείο και το σχολειό, καθώς κι ο παπάς που λειτουργούσε πλέον στην "κάτω" εκκλησία. Σήμερα, οι συνθήκες διαβίωσης έχουν αλλάξει, κι έτσι, εκεί που επιβλήθηκε ο ορεινός οικισμός σαν κύριος τόπος διαμονής, αρκετά από τα "ενδιάμεσα" τούτα χωριά, έχουν ερημώσει..

Κι όμως, ελάχιστοι, παππούδες πια, συνεχίζουν να κρατούν τούτη την παράδοση. Σαν πιάνουν τα πρωτα κρύα, μαζεύουν τα συμπράγκαλά τους, και κατηφορίζουν.. για να αποφύγουν έτσι το τσουχτερό κρύο και τον εγκλωβισμό, για να μπορέσουν να μαζέψουνε τις ελιές των χωραφιών τους, για να καλλιεργήσουν το πρώιμο μποστάνι τους με τα κηπευτικά.

Έτσι, μια χρονιά που, τέτοια εποχή, παρέα με μια φίλη μου, επισκεφτήκαμε τους γονείς της στο "ξεχειμώνιασμα" του χωριού της, αφού αμοληθήκαμε πρώτα στις πλαγιές για να μαζέψουμε τσιτσίραβα (βλ.τσιτσίραβα), η μάνα της μας τράταρε το παραδοσιακό τσιπουράκι με τον μεζέ. "Μάζεψα και φτέρες και τηγάνισα!" μας έκανε, κι όπως είδα τη φίλη μου να ενθουσιάζεται, έμεινα με την απορία "Τί φτέρες;"..

Έτσι δοκίμασα για πρώτη φορά τις τηγανητές φτέρες, έναν αγαπημένο μεζέ, που κοντεύει να ξεχαστεί. Ποιός θυμάται πια, στα μέσα του Μάρτη, να πάει να μαζέψει εκείνες τις κορφούλες που ξεπροβάλλουν μόλις απ'τη γη, προτού ακόμη προλάβουν να πετάξουν τα δαντελένια φυλλαράκια τους, γιατί τότε πια θα είναι αργά, ο τρυφερός βλαστός θα έχει σκληρύνει για να μπορέσει να φαγωθεί... Κι όμως, είναι μία από τις μεγαλύτερες νοστιμιές που μας χαρίζει η άνοιξη..


Κόβουμε τις κορφούλες, αφαιρούμε το ΄"κεφαλάκι", τις πλένουμε καλά κι ύστερα τις βράζουμε για κανένα δεκάλεπτο. Έτσι είναι έτοιμες για σαλάτα, με μπόλικο λαδόξυδο κι αλατάκι. Ακόμα νοστιμότερες, όμως, είναι τηγανητές.


Αφού τις βράσουμε, τις αλευρώνουμε και τις τηγανίζουμε σε ελαιόλαδο...



..μέχρι να γίνουνε κριτσανιστές -σαν πατατάκια- οπότε τις στραγγίζουμε και τις ραντίζουμε με λίγο ξύδι (κατά προτίμηση από παλιό κρασί..).. Ονειρεμένος μεζές.. από κείνους που μας προσφέρει απλόχερα η φύση, τούτες τις μέρες της πρώτης άνοιξης...

Δευτέρα, 16 Μαρτίου 2009

ανοιξιάτικα τοσοδούλικα..

Μικροκαμωμένα και μαθημένα να ζουν στην αφάνεια, κάτω από τον ίσκιο της δημοφιλούς μαργαρίτας ή της εντυπωσιακής παπαρούνας που ντύνει τα χωράφια με τη βασιλική πορφυρένια της φορεσιά, πνιγμένα από τα πράσινα φυλλαράκια τους κι από τα τροφαντά αγριόχορτα που ξεφυτρώνουν ανάμεσά τους, ξεπροβάλλουν διακριτικά κι απλώνονται σ'όποιο κομμάτι γης βρουν και τρυπώσουν οι μικροσκοπικές ριζούλες τους, για να καλωσορίσουν κι αυτά την πολυπόθητη άνοιξη, να ζεστάνουν τα κεφαλάκια τους κάτω απ'τις γλυκιές ακτίνες του ηλίου, να συμμετάσχουν κι αυτά στο πανηγύρι της βλάστησης για την επιστροφή της Περσεφόνης από τα κρυερά παλάτια του Άδη.. Σε τούτη τη γιορτή της πλάσης.. που από όλα τα πλάσματά της μοναχά εμείς φαίνεται να ξεχάσαμε, εγκλωβισμένοι στο λαβύρινθο του ξεστρατισμένου εγκεφάλου μας πού'μαθε να συντονίζεται στις συχνότητες της τηλεόρασης και των κινητών κι έχασε την επαφή με το Δημιουργό του.. Παρεμβολές έξωθεν..









"[...] εσύ με την ωραία μορφή' σεμνή παντοδύναμος,

κόρη που είσαι γεμάτη από καρπούς και φέγγεις λαμπρά,

έχεις κέρατα κι εσύ μόνον είσαι περιπόθητη εις τους ανθρώπους,

διότι είσαι εαρινή και χαίρεσαι με τις πνοές των λιβαδιών

και φανερώνεις το ιερόν σώμα σου στους βλαστούς,που παράγουν χλωρούς καρπούς'

ενυμφέφθης το φθινόπωρον κατόπιν αρπαγής'

μόνη εσύ είσαι η ζωή κι ο θάνατος εις τους ανθρώπους τους πολυβασανισμένους,

διότι συ η Φερσεφόνη (Περσεφόνη) φέρεις πάντοτε την ζωήν (την άνοιξιν)

και πάντα φονεύεις (τον χειμώνα)..[...]

("Ορφικός Ύμνος Περσεφόνης", απόδοση Ι.Πασσά)

Πέμπτη, 12 Μαρτίου 2009

μαργαρίτες..





" ... Θάναι δύσκολο τώρα να βρούμε μια γλώσσα πιο της κερασιάς, 
λιγότερο δυνατή, λιγότερο πέτρινη - 
τα χέρια εκείνα που απομείναν στα χωράφια 
ή απάνου στα βουνά ή κάτου απ' τη θάλασσα, 
δεν ξεχνάνε, ποτέ δεν ξεχνάνε - 
θάναι δύσκολο να ξεχάσουμε τα χέρια τους 
θάναι δύσκολο τα χέρια πούβγαλαν κάλους στη σκανδάλη να ρωτήσουν μια μαργαρίτα 
να πουν ευχαριστώ πάνου στο γόνατό τους, πάνου στο βιβλίο ή μες στο μπούστο της αστροφεγγιάς ..."

Γιάννης Ρίτσος


Δευτέρα, 2 Μαρτίου 2009

Χαρταετοί και Καθαρά Δευτέρα..

"Είναι περίεργο ότι την Καθαρή Δευτέρα μας, που είναι τόσο αυστηρά (και πολύ εθελοντικά) νηστίσιμη, γίνεται, στο ελληνικό ύπαιθρο (*βγαίνουμε στο ύπαιθρο ακριβώς για να τονίσουμε την έννοια του καθαρμού...), η πιο εκδηλωτική γιορτή κοινωνικής επικοινωνίας και χαράς, με συσσωρευμένα (κούλουμα) κοινά αγαθά, ορεκτικότατους θαλασσινούς ή άλλους μεζέδες (που τους ζηλεύει η απαγορευμένη κρεωφαγία) και με κρασί σε άφθονη παροχή. Οι χοροί και τα τραγούδια επιδεικνύονται εορταστικά (βγαίνουν στο φως και οι παλιές ενδυμασίες) και μαζί τους (με τη βοήθεια του κρασιού και της ανοιξιάτικης ερεθιστικής ώρας) επιδεικνύεται και το σατιρικό παραδοσιακό πνεύμα του Έλληνα, που όταν εξασφαλίσει την ελευθερία του λόγου (η Αποκριά το επιτρέπει) γίνεται αριστοφάνεια δηκτικός. Πληθύνονται και τα ερωτοπόνηρα πειράγματα (κι ας είναι "καθαρή" Δευτέρα) και η αθυροστομία εκδηλώνεται αποκαλυπτική. Ο "χρόνος" και "τόπος" της ημέρας, μαζί με την ψυχολογία της αυριανής σαρακοστιανής απαγόρευσης, τα επιτρέπουν όλα. Οι βωμολοχίες και τα πορνόλογα ακούονται με ανεκτικότητα (και ευχαρίστηση) στην ώρα τους, πράγμα που θα ήταν αδιανόητο, για άλλες δημόσιες ώρες. Κι εδώ βρίσκεται η υπεροχή της συμπαριφοράς του λαούς, απ'τις αυθαίρετες (και αταίριαστες περιστατικά και ξεκάρφωτες) αισχρολογίες των σύγχρονων θεατρικών παραστάσεων... ή και εκδόσεων.

Η αισχρολογία και πορνολογία της Αποκριάς είχαν και την αποστολή (στην ταιριαστή ώρα τους) κάποιας μύησης των νεότερων γενεών στα μυστικά της ερωτικής επαφής (για το καλό της τεκνογονίας), παράλληλα προς τις μαγικές επιδιώξεις τους για την ελπιδοφόρα γονιμοποίηση της γης.

Μέσα στο πνεύμα αυτό κυριαρχούν, την Καθαρή Δευτέρα παντού, και οι κωμικές αναπαραστάσεις του γάμου, όπου τον γαμπρό και τη νύφη υποδύονται πενιχρά και σατιρίσιμα πρόσωπα και τα σοβαρά σύμβολα του γάμου δίνονται με αστειότερον τρόπο. Ο σκοπός της γενικής "γονιμοποίησης" (για ανθρώπους, φυτέματα και κοπάδια) υπολανθάνει σοβαρώς' αλλά ακριβώς ο φόβος των βλαπτικών πνευμάτων (απ'τη φύση και τους ανθρώπους) στις κρίσιμες αυτές ώρες, κάνει την αναπαράσταση ένα "δρώμενο" ευτελές, για να μην υπάρξει ούτε "φθόνος", ούτε "βλάβη" κατά την αληθινήν τέλεσή του.

Ακόμη και οι σοβαρές αναπαραστάσεις, όπως εκείνες του "βλάχικου γάμου" της Θήβας, δεν παραλείπουν να παρεμβάλουν το κωμικό στοιχείο, ακριβώς για να αποφύγουν το πιθανό "κακό μάτι" της πραγματικότητας. Τα διάφορα βλαπτικά πνεύματα - όπως και οι άνθρωποι- ξεγελιούνται εύκολα με τη σάτιρα, ή και με το μασκάρεμα (της Αποκριάς)."

(Δημήτριος Λουκάτος, "Συμπληρωματικά του Χειμώνα και της Άνοιξης")


"Η ελληνική Καθαρή Δευτέρα είναι το αποκορύφωμα της απασχόλησης αυτής μικρών και μεγάλων με τους χαρταετούς, μια μέρα που η κοινή έξοδος των ανθρώπων στα "Κούλουμα" έκαμε τους μικρούς να παίρνουν όλοι μαζί τους το χαρτικό αυτό σύνεργο του υπαίθριου παιχνιδιού, να το χαίρονται ανταγωνιστικά και να το έχουν κάμει έθιμο πυκνό της Καθαρής Δευτέρας, εκεί που ήταν πρωτύτερα συνήθεια ελεύθερη, στο χρόνο της Άνοιξης και του Καλοκαιριού.

Όλες οι παλιές μαρτυρίες, όσο κι οι δικές μας προσωπικές θύμησες, μας λένε πως το παιχνίδι του χαρταετού ήταν παλιότερα μια παιδική διασκέδαση του υπαίθρου και της εξοχής, άσχετη από γιορτές, που η ψυχή των παιδιών ελαχτάριζε να τη χαρεί με τις πρώτες λιακάδες της άνοιξης, ή και τις ξένοιαστες εκδρομές του καλοκαιριού, στις ώρες του κάμπου και τ'αλωνιού, όταν ο ουρανός παραστεκόταν από πάνω, χρυσός με το φως του και χαϊδευτικός με τ'αγέρι του. Έτσι θυμούνται οι Σμυρνιοί τα "τσερκένια" τους, οι Κωνσταντινουπολίτες τους "ουτσουρμάδες" τους, οι Πόντιοι τα "πουλιά", οι Θρακιώτες τα "πετάκια", οι Ελλαδικοί τον "αετό" τους, τους "μύλους", την "ψαλίδα", τα "άστρα", το "φωτοστέφανο", κι οι Επτανήσιοι τον μεγάλο "φυσούνα". Τους αμολούσαν όταν ήθελαν απ'τα χωράφια και τις πλαγιές (χαρά και των γονιών τους, που κάπου εκεί θέριζαν ή αλώνιζαν), τους αμολούσαν και μέσα στην πόλη από τις πλατείες και τα οικόπεδα. Και τύχαινε κάποτε τις Κυριακές, (περισσότερο όταν πέφτανε στο Καρναβάλι), να βρίσκονται πάνω απ'τα κεφάλια των ανθρώπων πολλοί αετοί και να γίνονται μικρομάχες ανοιξιάτικες με τους σπάγγους, τις ουρές και τα χρωματιστά πολύγωνα στον ουρανό. [...]

[...] Είναι ένας πρόγονος των σημερινών πυραύλων, μικρογραφία της μεγάλης προσοχής του ανθρώπου προς τον πέρα απ'την επιφάνεια της γης χώρο, όπου εζήτησε να στείλει κάτι δικό του, έναν χάρτινο έστω εκπρόσωπο, αφού δε μπορούσε να πάει ο ίδιος. Κλασική είναι η θεωρία, πως οι χαρταετοί είναι επινόηση των Ανατολικών λαών κι είναι αλήθεια πως εκείνοι τους εσυστηματοποίησαν σε ποικιλίες και τους έδωσαν ζώσες μορφές (ψάρια, πουλιά, δράκοντες, δαίμονες, μάσκες, τοτέμ), τους εχρησιμοποίησαν σε μαγικές ώρες, σε εξορκιστικές ενέργειες και σε θρησκευτικές εκδηλώσεις. Άλλοι έδεναν σ'αυτούς (πάνω σε μικρότερο χαρτί δεμένες) τις αρρώστιες και τις συμφορές, και τις άφηναν να φύγουν μακριά, άλλοι έστελναν προς τα επάνω τις ευχές και τις επιθυμίες τους, κι άλλοι προσάρμοζαν μικρές φλογέρες στο κεφάλι του αετού για να σφυρίζουν και να διώχνουν τα κακά πνεύματα.[...]

Αλλά το περίεργο είναι ότι κι η ελληνική αρχαιότητα, δεν έλειψε απ'την πρωτοβουλία της αεροτεχνικής αυτής του χαρταετού. Παραδίδεται ότι ο αρχιμηχανικός Αρχύτας του Τάραντος (Δ' αι.π.Χ.) εχρησιμοποίησε στην αεροδυναμική του τον αετό, έχουμε δε επίσης, σε ελληνικό αγγείο της κλασικής εποχής, παράσταση κόρης, που κρατεί στα χέρια της μικρή λευκή σαϊτα (είδος αετού) με το νήμα της, έτοιμη να την πετάξει. (Museo Nationale di Napoli).

Βέβαια, χρειαζόταν χαρτί , πολύ και λεπτό χαρτί, για να φτάσουμε στη σημερινή τελειότητα κι ευκολία του "αετού". Αλλά το χαρτί δεν το διέθεταν οι χώρες μας (όπως αργότερα η Άπω Ανατολή), αφού με δυσκολία το έβρισκαν (παπύρους κ.τ.λ.) για να γράψουν. Γι' αυτό και πιθανά πειράματα ή παιγνίδια των αρχαίων ως τον μεσαίωνα, θα πρέπει να γίνονταν με πανί, όπως το ήξερα απ'τα πλοία κι όπως το χρησιμοποιούν ακόμη για έρευνες με "αετούς", επιστημονικές.


[...] Τα πλουσιόπαιδα της Ευρώπης που διέθεταν χαρτί (είδος μεγάλης πολυτέλειας), άρχισαν πρώτα τη χρήση του παιχνιδιού "αετού" όπως το βλέπουμε κι από παλιότερες χαλκογραφίες. Γαλλική παράσταση μας δείχνει παιδί με χαρταετό ήδη το 1657 και άλλη το 1807. Από εκεί ήρθε το παιχνίδι και στην Ελλάδα, πιάνοντας πρώτες τις επαρχίες της επιμειξίας με την Ευρώπη, τα λιμάνια της Ανατολής (Σμύρνη, Χίο, Κωνσταντινούπολη), τα λιμάνια της Επτανήσου, έπειτα της Σύρας και των Πατρών και σιγά-σιγά όλες τις πολιτείες και τα αστικά κέντρα, όπου μπορούσε να αγοραστεί σπάγγος και χρωματιστό χαρτί. Το χωριό είδε το αστόπαιδο στις εκδρομές του και το μιμήθηκε, με πρόχειρα μέσα ' ένα κομμάτι χαρτί του μπακάλι (που όμως ήταν βαρύ), ένα φύλλο από τετράδιο του σχολείου, ένα κομμάτι απ'την τοπική εφημερίδα, και νήμα από κουβάρι ή την ξυλωμένη κάλτσα της γιαγιάς. Παράλληλα έφτιαχναν και πρόχειρες "σαϊτες" και "καρδιές", που μπορεί και να μην είχαν λείψει από παλαιότατη τοπική παράδοση.[...]

Όποιος δεν έπαιξε ποτέ του με χαρταετό, δεν κοίταξε όσο χρειάζεται ψηλά. Όποιος δεν ένιωσε την αντίσταση του μεγάλου σπάγγου, δεν εκατάλαβε τη δύναμη του αέρα. Κι όποιος δεν εφώναξε με την ευθύνη και την πρωτοβουλία του παιδιού που βλέπει να κινδυνεύει στο ψηλό μετεώρισμά του ο αετός, δεν ένιωσε τη χαρά του να τα βγάζεις πέρα μόνος σου με τη Φύση.[...] "

(Δημήτριος Λουκάτος, "Πασχαλινά και της Άνοιξης")