Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πλούταρχος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πλούταρχος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 17 Ιουνίου 2024

Μολόχα η φαρμακευτική! ("μπες μολόχα, βγες τσουκνίδα!")



 "Γιατί την κληρονομιά μας πια τη μεράσαμε κι άλλα πολλά άρπαξες και πήρες καλοπιάνοντας επίμονα τους δωροφάγους βασιλιάδες, που πρόκειται να δικάσουν αυτή τη δίκη. Οι ανόητοι, δεν ξέρουν πόσο καλύτερο είναι το μισό από το όλο, ούτε πόσο μεγάλη ωφέλεια έχει κανείς με τη μολόχα* και τον ασφόδελο**. Οι θεοί, αλήθεια, κρατούν κρυμμένα τα μέσα της ζωής από του ανθρώπους' αλλιώς θα μπορούσες εύκολα να εργάζεσαι μια μέρα και νά'χεις να τρως για όλον τον χρόνο μένοντας άνεργος [...] Όμως ο Ζεύς τά'κρυψε, επειδή θύμωσε η ψυχή του που τον γέλασε ο πανούργος Προμηθεύς..." 

(Ησιόδου, "Έργα και Ημέραι" 37-48)

* Μαλάχη: Τροφή των πενήτων κατά τους αρχαίους χρόνους, πβ. Αριστοφάνη "Πλούτος" (543-4):

· σιτεῖσθαι δ᾽ ἀντὶ μὲν ἄρτων

μαλάχης πτόρθους, ἀντὶ δὲ μάζης φυλλεῖ᾽ ἰσχνῶν ῥαφανίδων,

545ἀντὶ δὲ θράνου στάμνου κεφαλὴν κατεαγότος, ἀντὶ δὲ μάκτρας

πιθάκνης πλευρὰν ἐρρωγυῖαν καὶ ταύτην

με απόδοση Κώστα Βάρναλη:

 Κι αντίς για μπουκιά, της μολόχας βλαστάρια

για καρβέλι φτωχά ραπανόφυλλα και για σκαμνί

μια σπασμένη λαγήνα· κι αντίς ζυμωτήρα, τον πάτο

πιθαριού τσακισμένου.

** Ασφόδελος: Παλαιοτάτη επίσης τροφή των πενήτων, ως εξάγεται εκ του Πλουτάρχου λέγοντος ότι οι Δήλιοι προσέφερον εις τον ναόν "της πρώτης υπομνήματα τροφής και δείγματα μετ'άλλων ευτελών κι αυτοφυών μαλάχην και ασφόδελον" ("Δείπνον Επτά Σοφών" 41). Αναφέρων ο ποιητής τα ευτελή ταύτα αγριόχορτα ως παρέχοντα μεγάλην ωφέλειαν εις τον άνθρωπον, κηρύσσει την λιτότητα ως προτιμοτέρα των πολυτελών εδεσμάτων, τα οποία επιζητεί ο πλεονέκτης άνθρωπος εις βάρος των άλλων. [απόδοση και σημειώσεις: Σπ.Φίλιππα, εκδόσεις: Πάπυρος]


Γράφει ο Κώστας Μπαζαίος ("100 βότανα, 2000 θεραπείες", εκδόσεις Υγεία):

"Ποιός ένιωσε όταν ήταν παιδί τσούξιμο και φαγούρα αγγίζοντας, χωρίς να το θέλει, μια τσουκνίδα και δεν αναζήτησε εκεί κοντά ένα φύλλο μολόχας να τρίψει το ερεθισμένο του δέρμα για να πάψει να πονάει; Θυμάμαι ότι ήταν το πιο απλό φάρμακο στην εξοχή, μαζί με το ξίδι και την αμμωνία για κάθε είδους τσιμπήματα ή δαγκώματα... Όπως έμαθα από τις μελέτες μου για την πρώτη γραφή του βιβλίου, οι θεραπευτικές μαλακτικές και καταπραϋντικές ιδιότητες της μολόχας οφείλονται στις άφθονες βλέννες που περιέχει. Και θαύμασα τη σοφία της φύσης, μια και η μολόχα φυτρώνει στα ίδια μέρη με την τσουκνίδα. 

Η μολόχα είναι γνωστή και αγαπητή από το 700π.Χ.. Ο Πυθαγόρας* και ο Πλάτων την επαίνεσαν. Οι Ρωμαίοι τη θεωρούσαν λιχουδιά στα τραπέζια τους. Ο Κικέρων και ο Οράτιος αναφέρουν τις θεραπευτικές της ιδιότητες. Ο Πλίνιος μάλιστα έλεγε ότι αν τρώμε μια χούφτα μολόχα την ημέρα δε θα μας βρει καμιά αρρώστια. 

Οι φτωχοί φελάχοι, που τις περισσότερες μέρες της εβδομάδας ζουν με χόρτα, φτιάχνουν ένα νόστιμο φαγητό με μολόχες (βράζουν τις ρίζες τους και μετά τις τηγανίζουν μαζί με κρεμμύδια).

Στα χωριά της Γαλλίας προσθέτουν συχνά στις πατάτες τους τις τρυφερές κορυφές και τα φύλλα της μολόχας, γιατί ευκολύνουν τη λειτουργία των νεφρών. Και οι πρακτικοί θεραπευτές της Αγγλίας και της Γαλλίας φτιάχνουν μια γλυκιά πάστα από ρίζες μολόχας, που είναι μαλακτική για τον πονεμένο λαιμό, το βήχα κα τη βραχνάδα."

* π.β. Αιλιανού, "Ποικίλη Ιστορία" (Δ'17): "Πυθαγόρας... ἔλεγε δὲ ἱερότατον εἶναι τὸ τῆς μαλάχης φύλλον.


Οι θεραπευτικές ιδιότητες της μολόχας δε διαφεύγουν κι από τον ιατρό της αρχαιότητας Διοσκουρίδη. Σημειώνει, μεταξύ άλλων, για αυτήν στο έργο του "Περί ύλης ιατρικής Β'118" (εκδόσεις Κάκτος):

"Μολόχη: εδωδιμοτέρα η κηπευτή... κακοστόμαχος και ευκοίλιος, και μάλλον οι καυλοί (βλαστοί), εντέροις δε και κύστει ωφέλιμος. [...] Κάνει καλό ως κατάπλασμα στα τσιμπήματα σφηκών και μελισσών [...] Τα φύλλα βραστά με λάδι  αν τεθούν ως κατάπλασμα ωφελούν τα εγκαύματα και το ερυσίπελας. [...]  Το αφέψημά της είναι μαλακτικό για ατμόλουτρα της μήτρας ενώ είναι κατάλληλο και για κλύσματα στους δηγμούς των εντέρων, της μήτρας και του πρωκτού. Ο ζωμός της βρασμένης μαζί με τις ρίζες βοηθά σε όλα τα θανατηφόρα δηλητήρια[...]"

Ενώ ο Αθήναιος (2ος αι. μ.Χ.) στους περίφημους "Δειπνοσοφιστές" του (Β' 58d) αναφέρει: 

"Ὁ Ἡσίοδος ἔγραψε "μαλάχη",ὅπως οἱ Ἀττικοί. Ἐγώ ὅμως, λέει ὁ Ἀθήναιος, εὑρῆκα είς πολλἂ άντίγραφα τοῦ "Μίνωος",ἔργο τοῦ Ἀντιφάνους, "μολόχη", διὰ τοῦ "ο" δηλαδἢ γεγραμμένην τἢν λέξην: "τρώγοντες μολόχης ρίζαν". Έπίσης καὶ ὁ Ἐπίχαρμος ἔγραψε "ἐγὼ εἶμαι μαλακώτερος κι ἀπὸ τὴν μολόχα ἀκόμη". Ὁ Φαινίας ἐξάλλου εἰς τὰ "Φυτικά" του λέγει: "Τῆς ἡμέρου μαλάχης ὁ σπερματικὸς τύπος όνομάζεται πλακοῦς, διότι μὲ αυτόν ὁμοιάζει. Διότι τὸ μὲν κτενοειδές μέρος αὐτοῦ εἶναι ἀνάλογον πρὸς τὴν ἀνωτέραν ραβδωτήν κρούσταν τοῦ πλακοῦντος, εἰς δὲ τὸ μέσον τοῦ πλακουντικοῦ .ὄγκου τὸ κέντρον εἶναι ὅμοιον μὲ ὀμφαλὸν. Καὶ ἄν συμπεριληφθῆ ἡ περιφέρεια μαζὶ μὲ τὴν βάσιν, γίνεται τὸ σπέρμα τοῦτον ὅμοιον μὲ θαλασσίους περιγεγραμμένους ἐχίνους." Ὁ δὲ Σίφνιος Δίφιλος βεβαιώνει ὅτι ἡ μολόχα εἶναι εὔχυμος, μαλακτικὴ τῆς τραχείας ἀρτηρίας καὶ ἀποχωρίζει καὶ απεκκρίνει τὰ εἰς τῆν ἐπιφάνειάν της ὀξέα. Εἶναι κατάλληλον φάρμακον, λέγει, διὰ τοὺς ἐρεθισμοὺς τῶν νεφρῶν καὶ τῆς κύστεως, εὐκόλως ὁπωσδήποτε ἐκκρίνεται, εἶναι θρεπτική, ἀλλὰ προτιμοτέρα τῆς καλλιεργημένης εἰς τοὺς κήπους εἶναι ἡ ἀγρία. Ὁ δὲ Ἕρμιππος, μαθητὴς τοῦ Καλλιμάχου, λέγει ὅτι ἡ μολόχα προστίθεται καὶ εἰς τὴν κατὰ τῆς πείνης καὶ τῆς δίψης σκευασίαν, ποὺ ὀνομάζεται ἄλιμος καὶ προσέτι καὶ ἄδιψος, ἐπειδὴ εἶναι χρησιμοτάτη διὰ αὐτά."  [απόδοση: Στ. Αλεξιάδου, εκδόσεις: Πάπυρος]


 "[...] Σκόνταψαν και πέσαν χάμου. Το κορίτσι βάνει τα κλάματα. Το πρόσωπο του γεμίζει δάκρυα, σαν τα μαργαριτάρια στις εικόνες από τις Άγιες που μαρτύρησαν. Το χτυπημένο γόνατο μοιάζει με κάστανο που προβάλλει απ' τον αχινό των τριγύρω στο τραύμα χωμάτων. Τ' αγοράκι χωρίς να κλαίει, κοιτά με το στόμα ανοιχτό. Θυμάται την ιστορία της τσουκνίδας και της μολόχας. Η πρώτη αγκυλώνει, η δεύτερη είναι καλή. Άμα τρίψεις το πόδι μ' αυτή κι έμπει μέσα, γίνεσαι καλά. «Βγες τσουκνίδα, μπες μολόχα» επαναλαμβάνει πολεμώντας το πονεμένο γόνατο μ' ένα φύλλο χορτάρι. Στο τριανταφυλλί καμπανάκι ενός λουλουδιού σκυμμένου στη γη, μια απ' τις μέλισσες που επέστρεψαν στην ποτίστρα χώθηκε βαθιά, αντλώντας νέκταρ από τη σπιρουνάτη απόφυση του άνθους. Το κοριτσάκι δεν παραπονιέται για το πόδι, μόνο κουτσαίνει λίγο καθώς επιστρέφουν, αφήνοντας το δάσος στον ύπνο, όπου μόνη μιλά η βρύση.[...]"(Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη, "Το μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης")



Χρόνια φυτρώνει στον κήπο μου μοναχή της με πείσμα και όρεξη! Από τότε που ακόμη αγνοούσα τα χαρίσματά της και πάλευα να ξεπατώσω τις καροτένιες ρίζες της που ανάμεσα στα ποτιστικά ζαρζαβατικά θέριευαν και πάλευαν ν'αναστήσουν ολόκληρο δέντρο! Τώρα κάθομαι και συλλέγω ένα-ένα τα άνθη της να τα αποξηράνω για τα θεραπευτικά τσάγια του χειμώνα... Φέτος τα πρόσθεσα όχι μόνο σε χορτόσουπες αλλά ακόμη και φρέσκα σε ομελέτες - κι όχι μόνο για τις ιδιότητες, αλλά έτσι, και για την τσαχπινιά! Δοκίμασα, μάλιστα, κι έδεσα τα ανθάκια της με κάλτσα στα παραδοσιακά πασχαλινά αυγά και το αποτέλεσμα πολύ με ικανοποίησε: 


Ο Μπαζαίος στο έργο του ("100 βότανα, 2000 θεραπείες") καταγράφει, μεταξύ άλλων, ως ιδιότητές της:
(*Χρήσιμα μέρη: άνθη, ρίζα, φύλλα)
> Μαλακτική, αποχρεμπτική, αντιβηχική: Το έγχυμα ξεραμένης ρίζα της ανακουφίζει από προβλήματα στο στήθος και στο λαιμό, βρογχικά, λαρυγγίτιδα, βήχα. 
> Καταπραϋντική: Το ίδιο έγχυμα κάνει καλό σε εντερικά και γαστρίτιδα, στην κυστίτιδα και σε κολικούς, σε εμετό και διάρροια (ειδικά στα παιδιά).
> Καθαρτική: Αφέψημα με μέλι διώχνει τις τοξίνες από τον οργανισμό.
> Αποτελεσματική για την επιληψία: Όπως γράφει ο γιατρός Ι.Χαβάκης ("Φυτά και βότανα της Κρήτης"), ένα μεγάλο φλιτζάνι πρωί και βράδυ με δυνατό αφέψημα μολόχας αραιώνει τις κρίσεις επιληψίας.
> Από τη ρίζα γίνονται αλοιφές και καταπλάσματα για πληγές, εγκαύματα, σπυριά, "καλογήρους" και εξανθήματα. Μαλακώνει και τους κάλους.
> Το αφέψημα, σταματάει τους πόνους των αυτιών. 
>Ρίζες ή φύλλα και άνθη (μαζί με ξερά σύκα) ως έγχυμα είναι αντιβηχικό.
> Το ίδιο έγχυμα χρησιμοποιείται για πλύσεις (φλεγμονών δέρματος, κολπικές, κυστίτιδα, ουρηθρίτιδα) και γαργαρές για φλεγμονές βλενογόνων.
> Για τσιμπήματα μέλισσας και σφήκας.
> Για ψαμμίαση (Βάζουμε κορφές μολόχας με φύλλα και λουλούδια σε μια γυάλινη κανάτα. Προσθέτουμε ζεστό νερό και τη σκεπάζουμε με ένα πανί. Τα αφήνουμε για τρεις ώρες και σουρώνουμε. Πίνουμε κάθε πρωί για τέσσερις μέρες από ένα φλιτζάνι. Σταματάμε για λίγες μέρες και ξαναρχίζουμε.)






"Έτσι μίλησε και έπεισε όλους γενικά ν'αρχίσουν να εξοπλίζονται.

Με φύλλα από μολόχες σκέπασαν γύρω-γύρω τις κνήμες των ποδιών τους,

είχαν θώρακες καμωμένους από όμορφα χλωρά κοκκινογούλια,

φύλλα από λάχανο μαστόρεψαν καλά κι έκαναν μ'αυτά ασπίδες,

βούρλο μακρύ και μυτερό ταίριαξε καθένας τους για κοντάρι

και τα κεφάλια τους τα σκέπαζαν καύκαλα μικρών σαλιγκαριών.

Αρματώθηκαν λοιπόν κι στάθηκαν πλάι στις ψηλές τις όχθες

κουνώντας τα κοντάρια τους κι ήταν γεμάτος οργή καθένας τους.[...]"

(Ομήρου;;; ,"Βατραχομυιομαχία" 
απόδοση: Θ.Μαυρόπουλου, εκδόσεις: Ζήτρος)

 

Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2019

Κρόκινα στρωσίδια και Ηώς κροκόπεπλος...

"...Αὐτά'πε ὁ Δίας κι ἔσυρε τσ'ἀγκάλες τὴν καλή του'
νιόβγαλτη χλόη ἡ θεία Γῆ ἀπό κάτω τους φυτρώνει,
καὶ μὲ τριφύλλι ὁλόδροσο, κρόκους καὶ κρίνα στρώνει
πυκνά πολύ καὶ μαλακά, σὰν στρῶμα ὅπως νὰ στρῶσαν,
μὴν κείτουνται ἔτσι κατὰ γῆς, καὶ πάνω ἐκεὶ ξαπλῶσαν.
Πανώριο σύννεφο χρυσό γυροῦ τους τοὺς σκεπάζει,
χρυσοσταλίδες λαμπερές ποὺ κάτω ἀργοσταλάζει..."
(Ομήρου Ιλιάς Ξ346-351
απόδοση: Γεωργίου Ψυχουντάκη, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης)


Κάποτε, ούτε θυμάμαι πόσα χρόνια πριν, κάποιος γνωστός της μάνας μου της έδωσε δυο-τρεις βολβούς από κρόκους. Η μάνα μου για να τους προστατεύσει από την τρελή βλάστηση του "εινοσίφυλλου" βουνού, για να μη μπερδευτούν με διάφορα ζιζάνια του κήπου και ξεπατωθούν αντάμα τους, τους παράχωσε σε μια κρυμμένη γωνιά, σε μιαν ακρίτσα χώματος ανάμεσα στις ξερολιθιές στο πίσω μέρος του σπιτιού. Μια γωνιά ξεχασμένη... Μια στις τόσες αναρωτιόμαστε τί τάχα απέγιναν εκείνοι οι βολβοί κι αν κάποτε ευδοκιμούσαν, αλλά όποτε ρίχναμε ματιές μόνο λιγοστά αγριόχορτα αντικρύζαμε στο σημείο. Ώσπου πέρσι αποφάσισε να σκαλίσει το χώμα να δει τί θα βρει. Και βρήκε μια φούχτα μικρούς βολβούς που ενθουσιασμένη μου τους έδωσε και τους φυτέψα σ'ένα σπασμένο πιθάρι στον κήπο, να τους έχουμε κατά νου, να δούμε αν κάνουν κέφι ν'ανθίζουνε στα μέρη μας! Σάμπως τους ταλαιπώρησε όμως η πρόσφατη μετακόμιση κι εκείνη τη χρονιά μοναχά τα λεπτά πράσινα φυλλαράκια τους ξεπρόβαλλαν. Φέτος όμως, λίγες μέρες πριν, την ακούω να με φωνάζει "Έλα να δεις! Έλα! Έλα!"


Κρόκος, ομηρικός, λοιπόν, που τον προτίμησε ο Δίας για στρωσίδι καθώς θα πλάγιαζε με τη θεά σύζυγό του, ξεπρόβαλλε σε μια γωνιά του κήπου μου... Σημειώνει ο Πανταζίδης στο περίφημο "Ομηρικό λεξικό" του: "...εννοείται βεβαίως παρ'Ομήρω ο κοινός, αγοραίος κρόκος, όστις είναι και ως ήδυσμα και ως βαφικόν μέσον χρώμα παρέχον ερυθροκίτρινον χρήσιμος, έχει δε πολύ μαλακά τα φύλλα και τον καρπόν, και ως τοιούτος αποτελεί ηδυπαθές στρώμα εις τους κοιμωμένους θείους συζύγους."
Αν ψάξει κανείς στο διαδίκτυο θ'ανακαλύψει ένα σωρό θεραπευτικές ιδιότητες που του προσδίδουν, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, και δη στον περίφημο γνωστό σε όλους μας κρόκο Κοζάνης, όπως ότι ενισχύει την εγκεφαλική λειτουργία και τη μνήμη, καταπολεμάει το άγχος, την κατάθλιψη, τις νευροεκφυλιστικές παθήσεις (π.χ. την άνοια), μειώνει τη χοληστερίνη και την αρτηριακή πίεση, καταπραϋνει τους σπασμούς, τους πόνους των νεφρών, τη γαστραλγία, διευκολύνει την πέψη, περιορίζει την ακμή, έχει από αφροδιασιακές έως αντιγηραντικές και αντικαρκινικές ιδιότητες...
Αλλά ας δούμε τί λέγαν κι οι παλαιότεροι. Αναφέρει ο Π.Γ.Γεννάδιος στο "Φυτολογικόν Λεξικόν" του που συνέταξε στις αρχές του περασμένου αιώνα: "...περί τα 70 είδη ιθαγενή της Ευρώπης και άλλων παραμ. χωρών... τινά φαρμακευτικά, βαφικά, αρτυματικά ή μυρεψικά. Είδη της ελληνικής χλωρίδος 14... Τούτων και τινών άλλων ειδών τα απεξηραμμένα στίγματα αποτελούσι τον κρόκον του εμπορίου, όστις κν ονομάζεται ζαφορά ή σαφράνι και χρησιμοποιείται ως ουσία φαρμακευτική (φρμ Stigmata Croci), βαφική, αρτυματική, ως και προς χρωμάτιση τυρών, γλυκών και ζυμαρικών (οίον το εν Γαλλία pain de Chatillion). Ο κρόκος ως βαφική και φαρμακευτική ουσία είναι γνωστός από της αρχαιότητος. "Κροκόπεπλος" επονομάζεται η Ηώς παρ'Ομήρω, περί κροκίνων δε και κροκοβαφών υφασμάτων συχνά γίνεται λόγος παρά τοις αρχαίοις συγγραφεύσι. Τας ιαματικάς δυνάμεις και τας ποιότητας του κρόκου περιγράφει ο Διοσκουρίδης. Τα άνθη του αναφέρει ο Αθηναίος ως στεφανωματικά, εξ αυτών δε ελαμβάνετο το "κρόκινον μύρον". "Η αρίστη κρόκος" εφύετο κατά τον Στράβωνα παρά το Κωρύκιον άντρον της Κιλικίας...."

"Ἡ κροκόπεπλη Ἡὼς ἀπὸ τοῦ Ὠκεανοῦ τὶς ροές
ὠρθώθηκε, ἵνα σὲ ἀθανάτους φῶς νὰ φέρη καὶ σὲ θνητούς..."
(Ομήρου Ιλιάς Τ1-2
απόδοση: Κώστα Δούκα)

Η κροκόπεπλη Ηώς, η Αυγούλα... τί όμορφη γλώσσα, πόσοι χρωματισμοί κι εικόνες...
Πόσο υπέροχη περιγραφή της Χαραυγής, της νέας μέρας που ξημερώνει, του πρωινού φωτός που απλώνει τα πέπλα του αποδιώχνοντας το σκοτάδι....



Εκτός από τον Ιπποκράτη και ο Διοσκουρίδης - ιατρός, φαρμακολόγος και βοτανολόγος της αρχαιότητας- έχει αφιερώσει αρκετούς στίχους του αναφερόμενος στον περίφημο κρόκο στο σύγγραμμά του "Περί ύλης ιατρικής" (1.26, 1.27, 1.54). Μεταξύ άλλων οι εξής: "Έχει πεπτικές, μαλακτικές, ελαφρώς στυπτικές και διουρητικές ιδιότητες, ενώ δίνει και καλό χρώμα και εμποδίζει το μεθύσι, όταν πίνεται με το γλυκό κρασί' όταν επαλειφθεί στα μάτια μαζί με γυναικείο γάλα αναστέλλει τις καταρροές των ματιών. Προστίθεται με ωφέλεια και στα ροφήματα για τα εσωτερικά όργανα, και στα βύσματα και στα καταπλάσματα που εισάγονται στη μήτρα και στον πρωκτό. Είναι και αφροδισιακός, καταπραϋνει τις φλεγμονές του ερυσιπέλατος, όταν επαλειφθεί, ενώ χρησιμεύει και στις παθήσεις των αυτιών. Λένε και ότι είναι θανατηφόρος όταν πίνεται μαζί με νερό σε ποσότητα τριών δραχμών. Για να μπορεί να τριφτεί εύκολα πρέπει να τον ξεράνουμε στον ήλιο μέσα σε θερμό καινούριο πήλινο αγγείο' και πρέπει γρήγορα να τον γυρίζουμε. Αλλά και η ρίζα του, όταν πίνεται με γλυκό κρασί, προκαλεί τα ούρα."
Ακόμη μιλάει για την παρασκευή του "κροκομάγματος" από "κρόκινο μύρο, όταν στυφτούν και ξαναζυμωθούν τα αρωματικά βότανα.[...]". Αυτό "έχει την ιδιότητα να καθαρίζει αυτά που σκοτεινιάζουν τις κόρες" αλλά και "διουρητική, μαλακτική, θερμαντική".
Όσο για την παρασκευή του "κρόκινου μύρου" επεξηγεί: "Όταν παρασκευάζεις το κρόκινο μύρο, θα προετοιμάσεις το λάδι κάνοντάς το πιο σφιχτό με στυπτικά, όπως στην περίπτωση του σούσινου μύρου, στην ίδια ποσότητα και αναλογία. Αφού πάρεις λοιπόν από το δεμένο με τις στυπτικές ουσίες για την παρασκευή σούσινου μύρου λάδι τρεισήμισι λίτρες, πρόσθεσε πενήντα δραχμές κρόκο και ανακάτευέ το πολλές φορές την ημέρα... για πέντε μέρες.Την έκτη μέρα στράγγισέ το καλά από τον κρόκο και στον ίδιο τον κρόκο ρίξε την ίδια ποσότητα λαδιού και ανακάτεψέ το για δέκα ημέρες, κι έπειτα, αφού το χύσεις αλλού, πρόσθεσε σαράντα δραχμές τριμμένη και κοσκινισμένη σμύρνα και ανακάτευέ τα ... σε γουδί, κι έπειτα φύλαξέ το. [...] Έχει ιδιότητες θερμαντικές και υπνωτικές, και γι'αυτό πολλές φορές ωφέλησε όσους έχουν φρενίτιδα είτε με εξωτερικές πλύσεις είτε εισπνεόμενο είτε με επάλειψη των ρουθουνιών. Προκαλεί την έκκριση πύου και καθαρίζει τα έλκη, και είναι κατάλληλο για τα σκληρώματα, τα κλεισίματα και τα κακοήθη έλκη της μήτρας μαζί με κερί, κρόκο, μυελό και διπλάσιο λάδι' γιατί χωνεύει, μαλακώνει, ανακουφίζει και υγραίνει. Κάνει καλό και στο γλαύκωμα αλειφόμενο στο κάτω μέρος των ματιών...." (απόδοση: Φιλολογική ομάδα Κάκτου)


Μα τί πανέμορφο λουλούδι! Και τούτα τα χρυσαφιά του στίγματα με τόσες πολύτιμες ιδότητες. Τούτο το χρώμα που ονομάτισε μέχρι και του αυγού τον κρόκο! 
"Κρόκου βαφάς"  αποκαλεί ο Αισχύλος το ιδιαίτερο βαφικό χρώμα που χάριζαν τούτα τα μικρά αποξηραμμένα στίγματα στο ρουχισμό των γυναικών:
"Κι ενώ έπεφτε στη γη ο κροκωτός χιτώνας της, 
σαϊτευε με ικετευτική ματιά καθέναν' απ'τους θυσιαστάς της 
κι' έμοιαζε σαν ζωγραφιά, που θέλει να μιλήση..." 
αποδίδει το απόσπασμα του Αισχύλου ("Αγαμέμνων" 239 κ.ε.) ο Β.Δημαράτος ("εκδόσεις Πάπυρος").
Τούτος ο μικροσκοπικός κρόκος, δεν περνά απαρατήρητος ούτε από τον μεγάλο τραγικό Σοφοκλή:
"Με την ουράνια τη δροσιά, 
την πάσα μέρα ανθίζει
ο νάρκισσος ο φουντωτός
κι ο χρυσωμένος κρόκος
που δυο μεγάλων θεαινών
αρχαίο είναι στολίδι..."
("Οιδίπους επί Κολωνώ" 681-5, απόδοση: Κ.Θρακιώτης, εκδ.Ζαχαρόπουλος)

Αλλά ούτε κι από τον κωμικό κι αθυρόστομο Αριστοφάνη!:
"Εζούσα πρώτα ξένοιαστα κι απλά χωρίς στολίδια
γεμάτος από μέλισσες και τσίπουρα και γίδια,
μα πήγα κι επαντρεύτηκα χωριατομαθημένος
ανεψιά του Μεγακλή, των Μεγακλήδων γένος,
μέσ’ από την πρωτεύουσα τρανή και κορδωμένη,
που σαν Κοισύρα φούσκωνε στολίδια φορτωμένη.
Και σαν γλυκοκοιμότανε την νύκτα στο κρεβάτι μ’ εμένα τον χωριάτη,
εγώ τρυγιές εμύριζα, σύκα, μαλλί, τραγίλα,και τόση βαρβατίλα,
κι εκείνη πάλι μύριζε κρόκους και μύρα τόσα,
παιχνίδια και φιλήματα, που κάνουν με την γλώσσα..."
("Νεφέλες" 43 κ.ε., απόδοση: Γ.Σουρή)

Κι αν τον κρόκο τον πρωτοβρίσκουμε στα Τρωικά του Ομήρου, τον συναπαντάμε όμως και στα μεταγενέστερα Αργοναυτικά του Απολλώνιου Ρόδιου, και, μάλιστα, παρομοιάζει το άνθος του με ένα από τα περίφημα βοτάνια της "μάγισσας" Μηδείας που χρησιμοποιούσε για να παρασκευάζει τα "φάρμακά" της:
"Τ'άνθος του ως ένα πήχυ πάνω από το στέλεχος
έφτανε, και με Κωρύκειο κρόκον ήταν όμοιο
σε διχαλωτό κοτσάνι κρεμασμένο' η ρίζα του
στη γη μέσα γαντζωμένη έμοιαζε με νιόκοπη
σάρκα. Το χυμό της, πού'ταν όμοιος με βουνοθρέφτης 
δρύας το μαύρο χυμό, τον μάζωξε η Μήδεια
στο καυκαλο ενός κοχλιού...."
("Αργοναυτικά" Γ'855, απόδοση: Π.Νικολαϊδης-Ασιλάνης, εκδ.Φύλλα)


Πάμπολλες οι αναφορές των αρχαίων ημών προγόνων στον πολύτιμο ανθό του κρόκου, όπως του Πλουτάρχου, για παράδειγμα, στα "Συμποσιακά" (647D: "Τα άνθη της κύπρου, ο κρόκος, η βάκκαρις ρίχνουν όσους έχουν πιει (κρασί) σε ύπνο ήρεμο, διότι έχουν απορροή απαλή κι ευχάριστη, που διαλύει σιγά σιγά τις ανωμαλίες και τις αναστατώσεις στο σώμα όσων πίνουν πολύ...."), αλλά και του Αθηναίου στους "Δειπνοσοφιστές", όπου συγκεντρώνει αρκετά χαμένα αποσπάσματα ποιητών και φιλοσόφων που τον μνημονεύουν, όπως του Αριστοτέλους, από το "χαμένο" έργο του "Περί μέθης": "Οι λεγόμενες ροδιακές χυτρίδες χρησιμοποιούνται στα μεθύσια και εξαιτίας της ευχαρίστησης που δίνουν και επειδή, όταν θερμαίνονται, κάνουν το κρασί να μας μεθά λιγότερο. [...] κατασκευάζονται από σμύρνα, σχοίνο, άνηθο, κρόκο, βάλσαμο, άμωμο και κιννάμωμο..." (ΙΑ.11) ή του Κρατίνου ("Μαλθακοί"): "Στεφανώνω το κεφάλι μου με κάθε λογής λουλούδια.... με έρπυλο, με κρόκους, με υακίνθους..." (ΙΕ.32- Απόδοση: Θ.Μαυρόπουλος, εκδ.Κάκτος) 

Αλλά ας επιστρέψουμε στις πανέμορφες ομηρικές εικόνες και πάλι, αυτή τη φορά από τον Ομηρικό Ύμνο στη Δήμητρα (στ.6), όπου η Περσεφόνη ξέγνοιαστη μαζεύει άνθη, λίγο πριν την αρπάξει με δόλωμα ο άρχοντας του Κάτω Κόσμου:
"με τις βαθύκολπες κόρες του Ωκεανού η κόρη
έπαιζε, άνθη μάζευε, ρόδα, κρόκους και ία
μες σε λιβάδι δροσερό, σπαθόχορτα, υακίνθους..."
(απόδοση: Θ.Μαυρόπουλου, εκδ.Ζήτρος)

Και από τον Ομηρικό Ύμνο στον Πάνα (στ.25), όπου ο Πάν:
"χορεύει συχνά....
και χαίρεται η ψυχή του με τα λυγερά τραγούδια
μέσα στο χλοερό λιβάδι, όπου ο κρόκος κι ο υάκινθος που θάλλει
ευωδιαστός ασταμάτητα ανακατώνεται με το χορτάρι..."
(απόδοση: Θ.Μαυρόπουλου, εκδ.Ζήτρος)



Ἠὼς μὲν κροκόπεπλος ἀπ᾽ Ὠκεανοῖο ῥοάων
ὄρνυθ᾽, ἵν᾽ ἀθανάτοισι φόως φέροι ἠδὲ βροτοῖσιν...

Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2014

Ο έρωτας της Αλκυόνης κι οι Αλκυονίδες μέρες...

Δεν χειμώνιασε ακόμη στο βουνό των Κενταύρων... σαν ν'ακολούθησε στα μουλωχτά η άνοιξη το φθινόπωρο και να παλεύει το χειμώνα να τον κάνει πέρα! Κι όσο κι αν κι εγώ δεν τον πολυσυμπαθώ, καλά θά'τανε η κυρα-Άνοιξη να περιμένει τη σειρά της, γιατί χωρίς τις αγρίλες του, τίποτα δε θα πάει καλά όταν καλοκαιριάσει! Άσε που αν μας εμφανιστεί σε λάθος σειρά, νευριασμένος για το παραγκώνισμά του, θα μας τα καταστρέψει όλα...


Όπως και νά'χει, τέτοιο καιρό, διανύουμε κι "Αλκυονίδες μέρες". Μέρες που, μέσα στην καρδιά του χειμώνα, ο ήλιος λάμπει, για να γεννήσει, κατά πως λέει η παράδοση, άφοβα τα αυγά της η βιαστική Αλκυόνη, που δεν προσμένει σαν τ'άλλα πουλιά να καλοκαιρέψει....


Γι'αυτό, γράφει κι ο Πλούταρχος πως ιδιαιτέρως την αγαπούν οι άνθρωποι μιας και χάρη σ'αυτήν επτά μέρες κι επτά νύκτες στην ακμή του χειμώνα καλοσυνεύει ο καιρός και πλέουν άφοβα...

Η Αλκυόνη (αλς=θάλασσα & κύω=κυοφορώ), λοιπόν, η κόρη του Αιόλου (αιόλος=ορμητικός) που ήταν ο θεός των ανέμων και της Αιγιάλης (αιγιαλός=παραλία) υπήρξε γυναίκα του Κήυκα, βασιλιά της Τραχινίας. Ήταν τόσο αγαπημένο ζευγάρι που, όταν κάποια στιγμή ο Κήυξ σκοτώθηκε από τη λύπη της έπεσε στη θάλασσα και η Ήρα τη μεταμόρφωσε στο ομώνυμο θαλάσσιο πτηνό.
"Ο Κήυξ και η Αλκυόνη μετεμορφώθησαν εις τας Αλκυόνας, όρνεα αχώριστα δια τον αμοιβαίο έρωτα, και σύμβολα του γαμηλίου έρωτος' επειδή είχον κι εκείνοι τοιούτον έρωτα προς αλλήλους." ( Αθανασίου Σταγειρίτη, "Ωγυγία ή Αρχαιολογία Α' " σελ. 219)
Αλκυόνη (Alcedo atthis) (φωτ.: Χρύσα Τόλη)
Έτσι τιμήθηκε από τους θεούς για τη φιλανδρία της και τη μεγάλη της αγάπη κι όταν ετοιμάζεται να γεννήσει, στα μέσα του χειμώνα, ο καιρός καλοσυνεύει:
"Είναι θαλάσσιον πτηνόν, ω Χαιρέφων, το οποίον ονομάζεται Αλκυών και το οποίον αιωνίως θρηνολογεί και κλαίει. Περί της Αλκυώνος υπάρχει παλαιός μύθος, κατά τον οποίον υπήρξέ ποτε γυνή, θυγάτηρ Αιόλου του Έλληνος, η οποία εθρήνει τον αποθανόντα πολυφίλητον και νεαρόν σύζυγον αυτής, Κήυκα τον Τραχίνιον υιόν Εωσφόρου του αστέρος, λαμπρού πατρός, λαμπρόν υιόν, έπειτα δε κατά τινα θείαν θέλησιν μεταμορφωθείσα εις πτηνόν περιϊπταται και πλανάται εις τας θαλάσσας ζητούσα εκείνον, τον οποίον δεν ηδυνήθη να εύρη πλανωμένη ανά την γην. [...] Δεν είνε μεγάλο, αλλά μεγάλως ετιμήθη δια την φιλανδρίαν της υπό των θεών' διότι όταν τα πτηνά αυτά γεννούν ο κόσμος διέρχεται τας Αλκυωνίδας λεγομένας ημέρας, αι οποίαι αν και συμπίπτουν με το μέσον του χειμώνος είνε εξαιρετικώς καλοκαιριναί.[...]" (Λουκιανού, "Αλκυών ή Περί μεταμορφώσεως"1 & 2, απόδοση: Ιωάννου Κονδυλάκη)

Όπως μας πληροφορεί κι ο Πλούταρχος και το ομώνυμο πτηνό, η μεταμορφωμένη Αλκυόνη, εξακολουθεί να ξεχωρίζει για τη φιλανδρία της, μένοντας πιστή στο σύντροφό της, τον οποίον δεν παραμελεί ούτε εγκαταλείπει όταν βαρύνει και γεράσει, αλλά τον μεταφέρει στους ώμους της και τον φροντίζει μέχρι τέλους.....


Βέβαια, ο Απολλόδωρος ("Βιβλιοθήκη Α'", 7,3) δίνει μια άλλη εκδοχή για τη μεταμόρφωση του ζευγαριού, πώς από τη μεγάλη αγάπη τους ξιπάστηκαν και καλούσε ο ένας τον άλλον με τα ονόματα Ζευς και Ήρα, κι έτσι ο Δίας τους μεταμόρφωσε σε πουλιά. Όπως και νά'χει η αγάπη τους παρέμεινε στην ιστορία και τούτες οι μέρες ηλιοφάνειας μες στο καταχείμωνο ακόμη και σήμερα λέγονται Αλκυονίδες προς τιμήν της...

"Κι οι Αλκυόνες να ηρεμούν στο νότο και στον εύρο
το κύμα που ως το βυθό τα φύκια αναταράζει,
οι αλκυόνες π'αγαπούν οι γαλανές Νηριίδες
πιότερο απ'όλα τ'άλλα τα πουλιά, όπως και οι ψαράδες."
(Θεοκρίτου "Ειδύλλια", Θαλύσια 57, απόδοση: Ν.Νικολάου)

Υπάρχει, όμως και έτερη Αλκυόνη, μία από τις Πλειάδες (οπότε και καταστερισμένη ως το άστρο "η Ταύρου", το λαμπρότερο των Πλειάδων), θυγατέρα του Άτλαντα και της Πλειόνης, την οποία αγάπησε ο Ποσειδώνας και γέννησε από αυτόν τρία παιδιά: την Αίθουσα, τον Υριέα και τον Υπερήνορα.

Ο Όμηρος χαρακτηρίζει με το "επώνυμο" Αλκυόνη την Κλεοπάτρα, θυγατέρα του Ίδου και της Μάρπησσας και γυναικός του Μελεάγρου (Ιλιάς Ι 563, απόδοση: Ι.Πολυλά):


Όπως διευκρυνίζει κι ο Πανταζίδης ("Ομηρικό λεξικό"): "Οι θρήνοι ούτοι του πτηνού αποτελούσι κάλλιστον όρον συγκρίσεως προς την θλίψιν και τους θρήνους της μητρός Μαρπήσσης δια την υπό του Απόλλωνος γενομένην αρπαγήν της θυγατρός Κλεοπάτρας, ήτις και δια τούτο επωνομάσθη υπό των γονέων αυτής Αλκυόνη."


"Η Αλκυών, το σπαθωτό και γρήγορο πουλί,
περνά κοντά στη θάλασσα, και, μόλις την εγγίζει,
πάλι σηκώνεται ψηλά και πάλι φτερουγίζει
και δεν ακούει τη θάλασσα που πάντα την καλεί,
η Αλκυών, το σπαθωτό και γρήγορο πουλί,
όπου περνά απ΄ τη θάλασσα και μόλις την εγγίζει.
Η Ευτυχία, το σπαθωτό και γρήγορο πουλί,
μέσ΄ στην καρδιά μας έρχεται, και μόλις την εγγίζει,
πάλι σηκώνεται ψηλά και πάλι φτερουγίζει
και δεν ακούει και την καρδιά που πάντα την καλεί,
Η Ευτυχία, το σπαθωτό και γρήγορο πουλί,
όπου περνάει απ΄ την καρδιά και μόλις την εγγίζει."
(Ιωάννου Πολέμη)

Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2014

Φόβος, αγάπη, κι άλλα ατάκτως ερριμένα...

"Έπειτα με τον Άρη που τις ασπίδες διατρυπά η Κυθέρεια (Αφροδίτη) γέννησε τον Φόβο και τον Δείμο, οι οποίοι κλονίζουν τις πυκνές φάλαγγες των ανδρών στον κρυερό πόλεμο μαζί με τον Άρη τον πορθητή των πόλεων, και την Αρμονία, που ο μεγαλόκαρδος Κάδμος την πήρε σύζυγό του." 
(Ησιόδου "Θεογονία 934", απόδοση: Α.Τζαφερόπουλου)

"Μας έπιασε ο φόβος για τον ερχόμενο καιρό
Για την τύχη που θ' αγνάντευαν οι χτεσινές μας πράξεις
Και αγαπήσαμε αγαπήσαμε τα δέντρα
Τα πράγματα που στέκονται απά στο έδαφος
Ενώ ο άνεμος εμάς μας διώχνει."
(Γιώργος Σαραντάρης)

"Και παραδεχόμεθα μεν ότι ορθαί κρίσεις είναι έμφυται εις τον άνθρωπον, διότι η φύσις εμπνέει εις αυτόν το αίσθημα παντός το οποίον είναι καλόν' αλλ' οι φιλόσοφοι διαφέρουν των κοινών ανθρώπων, διότι έχουν τας κρίσεις των σταθεράς και αμεταβλήτους κατά τας εναντιότητας της τύχης. [...] "Διότι ο φόβος, όπως λέγει ο Θουκυδίδης, όχι μόνον μας κάμνει να λησμονώμεν εκείνα τα οποία εμάθαμεν, αλλά μας αφαιρεί και πάσαν προαίρεσιν και φιλοτιμίαν και ενέργειαν, εάν η φιλοσοφία δεν μας έχη οχυρώσει με δεσμούς και με κανόνας της διαγωγής μας αμεταβλήτους".." 
(Πλουτάρχου, "Περί της Αλεξάνδρου τύχης ή Αρετής", απόδοση:Π.Ρώτας-Α.Κατσούρος)


"Κι όπως ο ανθρωποβόρος Άρης στον πόλεμο προχωρεί,
και μαζί του ο Φόβος προσφιλής γιος κρατερός κι ατρόμητος
έπεται, και φευγατίζει ("εφόβησε") ακόμα και καρτερόψυχο πολεμιστήν"
(Ομήρου Ιλιάς 298, απόδοση: Κ.Δούκα)



Η συνείδηση στέκει μόνη επάνω από τον φόβο. (Βίας)

"Ο Σωκράτης όταν τον ρώτησαν τί είναι δύναμη, είπε: "κίνηση της ψυχής μαζί με το σώμα". "
(Στοβαίου "Ανθολόγιον Β, ζ16, απόδοση Χρ.Θεοδωράτου)

"Αλλά είναι ωραίο να επιχειρεί κανείς τα ωραία, κι ό,τι του συμβεί να πάθει, να το πάθει."
(Πλάτωνος, Φαίδρος 274β)

Δευτέρα 1 Αυγούστου 2011

Αρμονία vs Χάος....

Στο Μαράκι που μού'δωσε την αφορμή να τα ψάξω περισσότερο και να τα συγκεντρώσω (τί τά'θελες,ε;;κουδούνι έγινα!!)..

Κι επειδή διάβασα και μια ειδησούλα (βλέπε την εδώ: http://www.paron.gr/v3/new.php?id=69146&colid=37&catid=33&dt=2011-07-31&search=%EC%F5%E8%EF%EB%EF%E3%DF%E1) ότι, σύν τοις άλλοις, καταργούν τη διδασκαλία της μυθολογίας στο δημοτικό... και όχι μόνο, φυσικά- βάλλουν για ακόμη μια φορά και την πολύπαθη ιστορία μας.. (Ισοπεδώστε τα όλα πουλημένα τομάρια, τίποτα μην αφήσετε όρθιο... να μη θυμίζει τίποτα Ελλάδα... ν'απομείνει μόνο Χάος..)
Λίγα απ'την υπέροχη μυθολογία μας (κι όχι μόνο), λοιπόν, την παλαιότατη τούτη ιστορία μας με τους άπειρους συμβολισμούς και τους ανεξίτηλους χρωματισμούς της...

"Έπειτα με τον Άρη τον ασπιδοκόφτη η Κυθέρεια (Αφροδίτη) γέννησε τον Φόβοκαι τον Δείμο, τα φοβερά παιδιά, που κλονίζουν τις πυκνές φάλαγγες μέσα στον πόλεμο τον ριγηλό μαζί με τον Άρη, που κυριεύει τις πολιτείες, και την Αρμονία, που πήρε ο μεγαλόκαρδος ο Κάδμος για γυναίκα του..."  (Ησιόδου Θεογονία, 933, απόδοση: Π.Λεκατσά)


 

(Απολλοδώρου Βιβλιοθήκη)



 

 

Δηλαδή, ο Κάδμος για κείνους που σκότωσε (Ο Κάδμος είχε σκοτώσει τον Δράκο που φρουρούσε την κρήνη κι αφάνιζε όσους πήγαιναν για νερό. Κατόπιν, με συμβουλή της Αθηνάς έσπειρε τα δόντια του στη γη κι αμέσως φύτρωσαν ένοπλοι άντρες, οι λεγόμενοι Σπαρτοί, που, σύμφωνα με το Φερεκύδη, ο Κάδμος άρχισε να τους πετροβολεί κι εκείνοι, νομίζοντας ότι λιθοβολούνται μεταξύ τους άρχισαν τη μάχη με αποτέλεσμα να σκοτωθούν όλοι εκτός από πέντε, τον Εχίονα, τον Ουδαίο, τον Χθόνιο, τον Υπερήνορα και τον Πέλωρο.) εθήτευσε μία περίοδο οκτώ ετών στον Άρη και στη συνέχεια η Αθηνά του εξασφάλισε τη βασιλεία και ο Ζεύς του έδωσε ως σύζυγο τηνΑρμονία, θυγατέρα του Άρη και της Αφροδίτης. Και τότε όλοι οι θεοί εγκατέλειψαν τουν ουρανό για να παρευρεθούν στο γάμο, να συμμετάσχουν στο συμπόσιο και να τον υμνήσουν! Ο Κάδμος χάρισε στη νύφη ένα πέπλο και το περιδέραιο που είχε φιλοτεχνήσει ο Ήφαιστος και το οποίο, όπως λένε κάποιοι, το είχε λάβει από τον ίδιο, ενώ σύμφωνα με το Φερεκύδη, το είχε λάβει από την αδερφή του, την Ευρώπη. Κι απέκτησαν θυγατέρες την Αυτονόη, την Ινώ, τη Σεμέλη και την Αγαυή κι έναν γιο, τον Πολύδωρο. Την Ινώ παντρεύτηκε ο Αθάμας (πατέρας του Φρίξου και της Έλλης), την Αυτονόη ο Αρισταίος και την Αγαυή ο Εχίων. Όσο για τη Σεμέλη, έσμιξε μαζί της ο Δίας και γεννήθηκε ο θεός Διόνυσος...
 

Ο Διόδωρος Σικελιώτης (Ε48-49, απόδοση Βασιλείου Μόσκοβη) μας δίνει μιαν άλλη εκδοχή για την καταγωγή της Αρμονίας, ενώ περιγράφει με μεγαλύτερη λεπτομέρεια τα καθέκαστα του γάμου!
"Κι όπως οι κάτοικοι της Σαμοθράκης ζούσαν μ'αυτόν τον τρόπο, λένε, ότι γεννήθηκαν στο νησί απ'το Δία και την Ηλέκτρα -μία από τις θυγατέρες του Άτλαντα- ο Δάρδανος, ο Ιασίων και η Αρμονία. [...] Κι ύστερα απ'αυτά ο Κάδμος, ο γυιός του Αγήνορα, αναζητώντας την Ευρώπη έφτασε και σ'αυτούς, κι αφού μυήθηκε στα μυστήρια, παντρεύτηκε την Αρμονία, αδερφή του Ιασίωνα κι όχι θυγατέρα του Άρη, όπως αναφέρουν οι Έλληνες μυθογράφοι.
Ο γάμος αυτός του Κάδμου και της Αρμονίας ήταν ο πρώτος, που παρακάθησαν κι οι θεοί στο γαμήλιο δείπνο, κι η Δήμητρα που αγάπησε τον Ιασίωνα του δώρισε τον καρπό του σταριού, ο Ερμής τη λύρα, η Αθηνά το περιβόητο περιδέραιο και τον πέπλο και τους αυλούς, κι η Ηλέκτρα τα μυστήρια της λεγομένης Μεγάλης Μητέρας των θεών με τα κύμβαλα και τα τύμπανα και τα άλλα σύνεργα των οργιαστικών τελετών. Κι ο Απόλλων έπαιξε την κιθάρα, οι Μούσες έπαιξαν τους αυλούς κι οι υπόλοιποι θεοί με τους ωραίους λόγους τους ελάμπρυναν τη δόξα του γάμου αυτού. Ύστερα απ'αυτά ο Κάδμος, σύμφωνα με το χρησμό που είχε λάβει, έκτισε, λένε τη Θήβα της Βοιωτίας, κι ο Ιασίων παντρεύτηκε την Κυβέλη και γέννησε τον Κορύβαντα.[...]"

(*Τούτο το περιβόητο περιδέραιο, μάλιστα, κατέληξε καταστροφικό για κάποιους από τους απογόνους των βασιλιάδων καθώς και για την ίδια τη Θήβα. Γιατί όταν ο Πολυνείκης, γιος του Οιδίποδα, μάζευε στρατό για να πάρει τη βασιλεία από τον αδερφό του Ετεοκλή που δεν του την παραχωρούσε καθώς είχαν συμφωνήσει, ο μάντης Αμφιάραος που είχε "προδεί" πως θα χαθούν όλοι όσοι εκστρατεύσουν (εκτός από τον Άδραστο) δίσταζε να συμμετάσχει και απάτρεπε και τους υπολοίπους. Ο Πολυνείκης, λοιπόν, ρωτάει τον Ίφι, τον γιο του Αλέκτορος, πως θα αναγκαστεί ο Αμφιάραος να μετάσχει στην εκστρατεία κι εκείνος του απαντάει πως αυτό θα γίνει αν λάβει η Εριφύλη το περίφημο περιδέραιο..... Κι έτσι κι έγινε... Για να καταλήξουμε στην τραγωδία των "Επτά επί Θήβας" (βλέπε και Αισχύλο)... )


Ο Αθανάσιος Σταγειρίτης (Ωγυγία Δ') θα παραδώσει και μια τρίτη εκδοχή για την καταγωγή της Αρμονίας "Κατ'άλλους δε, ήτον θυγάτηρ του Δράκοντος, του βασιλέως τότε του μέρους εκείνου της Βοιωτίας, ον εφόνευσεν ο Κάδμος"...
 

Ο Απολλόδωρος (Γ5) μας διασώζει πως ύστερα από χρησμό, ο Κάδμος κι η Αρμονία εγκατέλειψαν τη Θήβα και πήγαν στους Εγχελέας να αναλάβουν την αρχηγία τους καθώς δέχονταν επιθέσεις από τους Ιλλυρίους. Κι έτσι κατέληξε ο Κάδμος βασιλεύς των Ιλλυρίων, αποκτώντας μάλιστα έναν γιο, τον Ιλλύριο. Κι αργότερα μεταμορφώθηκε μετά της Αρμονίας σε δράκοντα και οδηγήθηκε από το Δία στο Ηλύσιον πεδίο. Λένε ότι τη μεταμόρφωση αυτή σε δράκοντα, την επέβαλε ο Άρης στον Κάδμο, διότι σκότωσε τον ιερό του δράκοντα που φύλαγε την κρήνη στη Θήβα. 

Πάντως ο Αθανάσιος Σταγειρίτης (Ωγυγία Α'), δίνει μια εντελώς διάφορη ερμηνεία: "Ενόμιζον οι παλαιοί ότι οι Ιλλυριοί είχον δύω κόρας εις τους οφθαλμούς και έβλεπον τόσο οξέως, ώστε φόνευον δια της οράσεως, όσους έβλεπον ασκαρδαμυκτί ώραν ικανήν...όθεν παρομοίαζον τους Ιλλυρίους με τους δράκοντας εκείνους." Και συνεχίζει εξηγώντας πως αλληγορικά οι ποιητές είπαν πως η Αρμονία κι ο Κάδμος μεταμορφώθηκαν σε δράκους καθώς κατά το γήρας τους έφυγαν από τη Θήβα και συγκατοίκησαν με του Ιλλυρίους...


Ας επιστρέψουμε, όμως, στην ΑΡΜΟΝΙΑ... Αρμονία, εκ του αρμόττω, αρμόζω.
Διαβάζουμε, μεταξύ άλλων, στο "Μέγα Λεξικόν όλης της Ελληνικής Γλώσσης"του Δημητράκου:
"αρμονία: συναφή πράγματος προς έτερον, σύνδεσις, άρθρον, αρμός' και το προς τοιαύτην συναφήν, σύνδεσιν, μέσον: Οδ.Ε248 "γόμφοισιν και αρμονίησιν άρασσεν" (σχεδίαν), Οδ.Ε361 "όφρ'αν κεν δούρατ' εν αρμονίησιν αρήρη".[...] 7)εις πληθ. αρμονίαι: αι μεταξύ ανθρώπων συμφωνίαι, οθ. η σύμβασις, η συνθήκη: Ιλ.Χ255 μάρτυροι... και επίσκοποι αρμονιάων [...]"
Ξεκινάμε απ'τον Όμηρο, λοιπόν...
 

και στην Οδύσσεια:



(σε απόδοση Κώστα Δούκα:

"Ωχού εγώ, ποιός πάλι μου υφαίνει δόλον
από τους αθανάτους, όταν από τη σχεδία να βγω με προτρέπη.
Αλλά δεν θα πεισθώ, γιατί μακριά με τους οφθαλμούς
την γαίαν εγώ είδα, όπου μου είπε πως μπορώ να καταφύγω.
Αλλά μάλλον τούτο θα πράξω, που μου φαίνεται άριστον'
όσο τα ξύλα στους αρμούς συναρμόζουν
τόσον αυτού θα μένω και θα υπομένω άλγη πάσχων'
κι όταν τη σχεδία μου το κύμα τινάξη, θα κολυμπήσω, μια και δεν μπορώ να προνοήσω κάτι καλύτερο."
)
 

και στην Ιλιάδα..



(σε απόδοση Κώστα Δούκα:
"Άλλ' έλα 'δω τους θεούς να επικαλεσθούμε' γιατί άριστοι
μάρτυρες θα είναι και επιτηρητές των συνθηκών (αρμονιάων)'
γιατί εγώ δε θα σε κακομεταχειρισθώ, αν σε με ο Ζεύς
δώση την νίκη, και την ψυχή σου πάρω'
αλλ'αφού συλήσω από σε τα περίκλυτα όπλα, Αχιλλέα,
τον νεκρό στους Αχαιούς θα δώσω πάλιν' έτσι κι εσύ να πράξης.")


Η Άννα Τζιροπούλου ("Ο εν τη λέξει λόγος") μας μιλάει για την αρμονία, για τη σχέση της με την ελληνική γλώσσα και τη μουσική:

" "Ήπερ μόνη ελληνική εστίν αρμονία" (Πλατ.Λάχης14).... Όμως ο Έλλην λόγος"πάσι πάντα μουσικώς συνήρμοσε και συνέδεσε.." (Ποσειδώνιος φιλόσοφος Frg309)..."Φθόγγος εστί φωνής εναρμονίου τάσις.."(Θέων Σμυρναίος, Περί Συμφων.6)
Φθόγγος δια την ελληνικήν γλώσσαν σημαίνει δύο: α) ανθρώπινη φωνή και β)μουσικός ήχος. Όπως δε επεξηγεί ο Πλούταρχος (Ηθικά 1025F) "Αρμονία -εστί- το εκ φθόγγων και διαστημάτων. Φθόγγος μεν, εν και ταυτόν. Διάστημα δε, φθόγγων ετερότης και διαφορά. Μιχθέντων δε τούτων ωδή γίνεται." Απαραίτητο όρος της ανα-μίξεως είναι η αρμονία: "...εστί μεν ουν αρμονία πολυμιγέων ένωσις... και δίχα φρονεόντων συμφρόνησις.."(Φιλόλαος Πυθαγόρειος), δηλαδή: "Αρμονία εστί ένωσις πολυμιγέων και συμφρόνησις (ομοφρονία, συμφωνία) των δίχα (=κεχωρισμένως) φρονούντων."

Η "Μουσική" με τη σημερινή έννοια απεκαλείτο Αρμονία, δηλαδή συμ-φωνία ήχων. Και σήμερα στα Ωδεία, το Μάθημα της Συνθέσεως ονομάζεται "Αρμονία". Είναι ο κλάδος της μουσικής επιστήμης "ο πραγματευόμενος περί των συγχορδιών", δηλ. της συνηχήσεως τριών ή περισσοτέρων μουσικών φθόγγων.
Ο Ηράκλειτος υπεστήριζε ότι "αρμονίη αφανής, φανερής κρέσσων".
"Η μεν αρμονία αόρατον τι και ασώματον και πάγκαλον τι θείον εστί." (Πλάτων, Φαίδων 36)
"Σεμνή η αρμονία και θείον τι και μέγα." (Πλουτάρχου, Περί μουσικής 1139)
Γι'αυτό και ο λατίνος Vitruvius παρατηρεί: "Η αρμονία (harmonia) είναι κλάδος της Μουσικής δύσκολος και σκοτεινός, ιδίως για όσους αγνοούν την ελληνική. Για να την ερμηνεύσουμε είναι ανάγκη να χρησιμοποιήσουμε λέξεις ελληνικές που δεν έχουν αντίστοιχες στην λατινική.""





Σημειώνει ο Αριστοτέλης ("Μετά τα Φυσικά" 985-6) σχετικά με τους Πυθαγορείους: "Επειδή επί πλέον έβλεπαν ότι τα πάθη και οι αναλογίες των [μουσικών] αρμονιών, βρίσκονται σε αριθμητικές σχέσεις- μια λοιπόν και τους εφαίνοντο ότι εξ ολοκλήρου η φυσική κατασκευή όλων των άλλων πραγμάτων είναι καθ'ομοίωσιν με τους αριθμούς, και μια και, από το άλλο μέρος, εφαίνοντο οι αριθμοί πρώτοι από όλη τη φύση, ότι δηλαδή είναι οι πρωταρχικές πραγματικότητες του Σύμπαντος- έφτασαν στην αντίληψη ότι οι αρχές των αριθμών είναι τα στοιχεία όλων των όντων, και ολόκληρος ο ουρανός είναι αρμονία κι αριθμός. Και όσες αντιστοιχίες είχαν βρη μέσα στους αριθμούς και στις αρμονίες της μουσικής που ταίριαζαν με τα φαινόμενα και τα μέρη του ουρανού και με όλη την κοσμική τάξη τις συνένωναν και τις έμπαζαν στο σύστημά τους...." (απόδοση: Ν.Κυργιόπουλος)

 
Ενώ ο Πλάτων (Τίμαιος 47C , απόδοση: Θ.Βλυζιώτης, Χ.Παπαναστασίου), διευκρινίζει:
"Και πάλιν, ό,τι εις την μουσικήν είναι χρήσιμον δια την φωνήν και μας την κάμνειν ακουστήν, μας εδόθη χάριν της αρμονίας. Διότι η αρμονία, επειδή έχει κινήσεις ομοίας με τα μέσα μας περιφοράς της ψυχής, έχει δοθεί από τας Μούσας εις όποιον με φρόνησιν συναναστρέφεται αυτάς, όχι χάριν τέρψεως αλόγου, καθώς τώρα νομίζεται ότι χρησιμεύει, αλλά ως σύμμαχος της ψυχής μας, όταν αυτή αναλαμβάνη να φέρη εις τάξιν και συμφωνίαν προς εαυτήν την περιφοράν της ψυχής, εάν αυτή περιήλθε μέσα μας εις αταξίαν και δυσαρμονίαν...."

 

Και, κλείνουμε....

"Οι Μούσες με εναλλαγή, με καλή φωνή όλες
υμνούν τ'αθάνατα δώρα των θεών, των ανθρώπων
τα βάσανα που έχοντας με θεών εξουσία
ζουνάσκεφτοι κι ανήμποροι και μπορετό δεν είναι
να γιατρέψουν το θάνατο, τα γερατιά να διώξουν.
Ωριοπλέξουδες χάριτες, καλοστόχαστες Ώρες,
Αρμονία, Ήβη, κόρη του Δία κι Αφροδίτη
κει αρχίζουν να χορεύουν πιασμένες χέρι-χέρι'
ουτ' άσχημη ούτε μικρή μαζί τους τραγουδάει,
αλλά και μεγαλόσωμη και θαυμαστή στην όψη,
του Απόλλωνα ομότροφη, η Άρτεμη τοξεύτρα." 

(Ομηρικοί Ύμνοι, Εις Απόλλωνα, απόδοση:Θ.Μαυρόπουλου)



Υ.Γ. Μου το απέστειλαν σε μέιλ για να το δημοσιεύσω και το συμπεριλαμβάνω εδώ μιας κι είναι σχετικό:



Πέμπτη 16 Σεπτεμβρίου 2010

Σεπτέμβρης.. Σταυρωτής, Ορτυκολόγος και Τρυγομηνάς!

Σεπτέμβριος... ή αλλιώς και ""Σποράρης" διότι εις τινά μέρη εις την Κρήτην, αρχίζει πρώιμα η σπορά' "πετμεζάς" από το μελιτώδες πετιμέζι, που σχηματίζεται από την κατ'αυτόν δια βρασμού συμπύκνωσιν του γλεύκους (κ.μούστου)' "Ορτυκολόγος" από τα ορτύκια, τα οποία αποδημούντα εις θερμά κλίματα της Αφρικής διέρχονται εκ της χώρας μας κατά τον μήνα αυτόν' "Σταυρίτης" (Πόντος) ή "Σταυριώτης" ή "Σταυρός" (Κοζάνη, Θράκη,κ.α.) εκ της κατ'αυτόν αγομένης εορτής της υψώσεως του Τιμίου Σταυρού' "Πρωτοβρόχια", "χινόπωρος" διότι αρχίζει το φθινόπωρον από αυτόν, "Τρυγητής" ή "Τρυγομηνάς" ή "Τρύγος" (Στερεά Ελλάς, Κέρκυρα) επειδή κατ' αυτόν κυρίως αρχίζει ο τρυγητός των σταφυλών και η μεταφορά του γλεύκους από "τις στέρνες" εις τα οινοπωλεία..." (Φιλίππου Βρετάκου, "Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των")


Γιατί:
"Τον Τρυγητή τ'αμπελουργού πάνε χαλάλι οι κόποι!" και
"Τον Σεπτέμβρη τα σταφύλια τον Οκτώβρη τα κουδούνια!"
ή, όπως λεν στην Κρήτη:
"Τον Σεπτέμβρη τα σταφύλια τον Οκτώβρη τα κυδώνια!" και
"Τον Σεπτέμβρη που τρυγούνε δέκα στείρα καταλιούνε!"
αλλά και: "Το Σεπτέμβρη στάρι σπείρε και σε πανηγύρι σύρε!"
Λέγεται ακόμη και "Βεντεμάς" (βένδεμα= ο τρύγος και κάθε συγκομιδή) ή "Άι-Νικήτας" (από τη γιορτή του αγίου στις 15 του μηνός).


Αποτελεί τον έβδομο μήνα στο μηνολόγιο των Ρωμαίων, όπως δηλώνει και το όνομά του που προέρχεται από το λατινικό septem που σημαίνει επτά και που φυσικά έχει τη ρίζα του στο ελληνικό επτά-σεπτά. (Όπως μας εξηγεί και η Άννα Τζιροπούλου στο βιβλίο της "Έλλην Λόγος": σεπτάς=επτάς*, σεπτός=σεβαστός, καθώς το επτά εθεωρείτο ιερός, σεβαστός αριθμός, "σεπτός".) Βέβαια, από όταν μεταρρύθμισε το μηνολόγιο ο Ιούλιος Καίσαρ (46π.Χ.) και έπαυσε να αρχίζει το έτος από το Μάρτιο, ο Σεπτέμβρης μας κατέλαβε την ένατη θέση στη σειρά.
(* το "ε" με δασεία, η οποία και "αντικατέστησε" κατά τρόπον τινά το "σ")
"Εις το Αττικόν ημερολόγιον ήτο ο τρίτος κατά σειρά μην και ελέγετο "Βοηδρομιών" (15 Σεπτ.-15 Οκτωβρ.), διότι την 6ην ή 7ην ημέραν του εωρτάζετο μετά πανηγύρεων και αγώνων η δημοφιλής εορτή των "Βοηδρομίων" εις τιμήν του Βοηδρομίου Απόλλωνος. Ο Πλούταρχος ("Θησεύς", κεφ.27) αποδίδει την ίδρυσιν της εορτής αυτής εις τον Θησέα εις ανάμνησιν της νικηφόρου μάχης του κατά των Αμαζόνων. Κατά τη μυθολογίαν, ο Θησεύς και ο Ηρακλής εξεστράτευσαν κατά του μυθολογικού έθνους των Αμαζόνων, το οποίον ευρίσκετο εις τα παράλια της Καυκασίας και απετελείτο μόνο από γυναίκες, δια να αρπάσσουν την ζώνην της βασιλίσσης των Ιππολύτης, η οποία ήτο θυγάτηρ του Άρεως. Ένεκα τούτου αι Αμαζόνες, αι οποίαι ήσαν περίφημοι δια την ανδρείαν των, και εμάχοντο συνήθως έφιπποι, επήλθον μετά της βασιλίσσης των κατά των Αθηνών και κατά την γενομένην μάχην ηττήθησαν, η δε βασίλισσά των εφονεύθη, και ετάφη, παρά τα Μέγαρα." (Φιλίππου Βρετάκου, "Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των")

Γράφει ο Βασίλης Λαμνάτος ("Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας"): "Με το πάτημα κιόλας της πρωτοσταυριάς, ετσιδά όπως λέει ο λαός μας την πρώτη μέρα του Σεπτέμβρη, αρχίζουν κι οι ευχές των ζευγάδων για την καλοχρονιά της σποράς και των γεωργικών προϊόντων. Γιατί ο Σεπτέμβρης θεωρείται ο πρώτος μήνας του γεωργικού χρόνου κι η αρχιμηνιά του.[...] Οι ζευγάδες την ημέρα αυτή κάνουν αγιασμό, ψάχνουν τα κασόνια τους και ξεχωρίζουν το σπόρο, που θα σπείρουν αργότερα, αργότερα που θα πέσουν για καλά τα πρωτοβρόχια και θα πιάσουν οι κρυαδούλες, που θα διώξουν τ'απομεινάρια της ζέστας.
Σε πολλά δε μέρη του τόπου μας, και σήμερα ακόμη, εξακολουθούν να γιορτάζουν την πρώτη μέρα του χινοπωριάτικου μήνα σαν πρωτοχρονιά. Έτσι θα συναντήσεις πολλές δοξασίες σε διάφορα μέρη και την αρχιμηνιά του θ'ακούσεις να τη λένε "μέρα χρονογράφου" ή "μέρα του Χάρου". Και τούτο, γιατί λένε πως ο Χάρος την ημέρα αυτή αποφασίζει ποιανούς πρόκειται να πάρει "να κόψει" κατά το διάστημα του χρόνου.[...]
Ο Σεπτέμβρης από γιορτάδες είναι φτωχός, δε μοιάζει με τον Αύγουστο, πού'ναι γιορταδοφέρτης και πανηγυροφέρτης. Στις 2 είναι η γιορτή του Αγίου Μάμαντος (βλέπε: προστάτης των βοσκών...), του προστάτη των βοσκών, που εικονίζεται μ'ένα στραβό ραβδί στο χέρι.[...] Περνώντας η γιορτή του βοσκού αγίου, λίγες μέρες αργότερα, στις 8 είναι το Γενέθλιον της Θεοτόκου..[...] Λίγο αργότερα, στις 14 του μήνα, η Εκκλησία γιορτάζει την Ύψωση του Σταυρού.(βλέπε: Ο βασιλικός του Σταυρού, το προζύμι κι ο Λειδινός.. και  Έθιμα του Σταυρού )


Καλό φθινόπωρο!

Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2009

Κάλαντα και Ειρεσιώνη..

Φτάσαν και πάλι τα Χριστούγεννα, χωριά και πόλεις στολίστηκαν με τα γιορτινά τους και τα παιδάκια θα ξεχυθούν και πάλι στα σπίτια που ριζώνουν στο βουνό μας, στο βουνό των Κενταύρων, ν'αναγγείλουν τραγουδώντας το χαρμόσυνο μήνυμα της γέννησης του Χριστού... άλλα μοναχά τους, άλλα παρέες μεγάλες, κάποια με τρίγωνα κουδουνιστά, ίσως και κάποιο με κανένα μπαγλαμαδάκι.. Θυμάμαι λίγα χρόνια πριν, τις κελαριστές φωνούλες τους και τα ποδοβολητά στο καλντερίμι, καθώς τρέχοντας πλησιάζανε το σπιτικό μου, κι ύστερα έξω από την αυλή, ένα μακρόσυρτο γελαστό "Να τραγουδήσουμεεεε;". Αλήθεια, μού'χει λείψει αυτό το "να τραγουδήσουμεεεε;" τώρα πια που αντικαταστάθηκε με το καθιερωμένο "να τα πούμε;" που έμαθαν από τα Αθηναιάκια και τα άλλα παιδιά πού'ρχονται εδώ για τις διακοπές τους...



Αν κι εχω ξαναγράψει τις περασμένες χρονιά για τα κάλαντα καθώς και για άλλα λαογραφικά των ημερών, τούτο το ιστολόγιο που, ομολογουμένως, διακατέχεται από μια αδυναμία για τα ήθη και τα έθιμα του λαού μας, δε μπορεί να μην τιμήσει και τα φετινά Χριστούγεννα με κάποιο μικρό αφιέρωμα στις παραδόσεις μας.

Τα τραγούδια των ημερών αυτών, που λένε (ή τουλάχιστον έλεγαν) οι μικροί καλαντιστές, είναι αμέτρητα και πανέμορφα, πλούσια και γεμάτα παραλλαγές κι αυτοσχεδιασμούς, και ποικίλουν ανάλογα με την περιοχή, τα τοπικά ιδιώματα και τα χαρακτηριστικα στοιχεία των ανθρώπων στους οποίους απευθύνονταν (βλέπε παλαιότερες εγγραφές: Τα κάλαντα και παραδοσιακά "λαϊκά" κάλαντα). Πέρα από τα καθαρώς "λόγια" κάλαντα (π.χ. "Καλήν ημέραν άρχοντες...") ή τα "λαϊκότερα" ("Χριστούγεννα, πρωτούγεννα, πρώτη χαρά στον κόσμο..") που αναφέρονται στο ίδιο το γεγονός της αναγγελίας, υπάρχουν τα "λαϊκά" κάλαντα, τα αυτοσχέδια ευχετήρια τραγούδια των παιδιών προς τους νοικοκύρηδες και το σπιτικό, για υγεία, χαρά, πλούτο, παντρειά, ανάλογα με τις ιδιότητες αλλά και τις ανάγκες τους (π.χ. "Σ'αυτό το σπίτι πού'ρθαμε, πέτρα να μη ραϊσει..."), που παλαιότερα, δεν παρέλειπαν να συμπληρώνουν τα προηγούμενα. Καθαρά ευχετήρια, έχουν παραμείνει και τα "Νυχτοκάλαντα" ή "Καλησπερίσματα" που τραγουδούν ακόμη στα χωριά του Πηλίου, παρέες νέων το βράδυ των Φώτων. (βλέπε: Τα νυχτοκάλαντα...). Οι ρίζες τούτων των τραγουδιών φτάνουν βαθιά στην αρχαιότητα..

Ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο του Αποστόλου Αρβανιτόπουλου, σχετικό με τα έθιμα του χριστουγεννιάτικου δέντρου και των καλάνδων, μας σώζει ο Φίλιππος Βρετάκος στο βιβλίο του "Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των":

"Το χριστουγεννιάτικον δένδρον συμβολίζει την αιωνιότητα της ζωής, διότι δεν γηράσκει και δεν χάνει, επομένως, την νεότητά του. Περί τούτου, ως εθίμου, ο αείμνηστος καθηγητής μου Αποστολ. Αρβανιτόπουλος ("Κληρονομία του αρχαίου κόσμου", εφημερίς "Εθνος", 31 Δεκεμ.1937) αναφέρει τα εξής: "Το δένδρον όμως των Χριστουγέννων δεν το ευρίσκω, εγώ τουλάχιστον, ως ξενικήν συνήθειαν, ως νομίζεται γενικώς, αλλ' εν μέρει ως αρχαίαν ελληνικήν. Είναι, δηλαδή, υπολείμματα της περιφήμου "ειρεσιώνης", και της "ικετηρίας" των αρχαίων Ελλήνων, και μάλιστα των αρχαίων Αθηναίων. Ήσαν δε η μεν Ικετηρία κλάδος ελαίας, από του οποίου εκρέμων ποκάρια μαλλιού, και έφερον αυτόν όσοι ήθελον να ικετεύσουν τον Θεόν ομαδικώς, δια την απαλλαγήν του τόπου από δεινού τινός κακού, π.χ. από νοσήματος, πανώλους, χολέρας ή ομοίου. Ως επί το πολύ, όμως, εβάσταζε την Ικετηρίαν άνθρωπος, ο οποίος ήθελε να τεθή υπό την προστασίαν θεού και της ανωτέρας αρχής, για να προβή εις αποκαλύψεις εναντίον ισχυρών ανθρώπων ή αρχόντων.

Η ειρεσιώνη, όμως, είχε πολύ μεγάλην αναλογίαν και προς τα κάλανδα και προς το δένδρον των Χριστουγέννων, διότι ήτο και αυτή κλάδος ελαίας ή δάφνης επί του οποίου εκρεμώντο ομοίως έρια λευκά ή πορφυρά, αλλά και καρποί και κολλύραι (κουλούρες) κ.τ.λ., εκ δώρων προερχόμενα. Τον κλάδον αυτόν περιέφερον τα παιδιά καθ'ομάδας από τας οικίας, και έψαλλον εγκωμιαστικά άσματα υπέρ της ευτυχίας του οικογενειάρχου και των μελών της οικογενείας του' εζήτουν δε και την αμοιβή των, διότι "τα είπαν", να τους δώση έκαστος "ό,τι προαιρείται", χωρίς να εκφράσουν κατ'ουδένα τρόπον την αγανάκτησίν των, αν δεν τους έδιδον τίποτε, ενώ σήμερον εκφράζουν' διαφορά πολιτισμού.

Η Ειρεσιώνη αυτή εψάλλετο κατά διαφόρους εποχάς του έτους, όπως και σήμερον τα κάλανδα (Χριστουγέννων, Πρωτοχρονιάς, Θεοφανίων, Λαζάρου, Σταυρώσεως, κλπ). Και δη κατά τα Θαργήλια (Μάιον), Πυανόψια (Οκτώβριον), προς τιμήν του Απόλλωνος, του Ηλίου, των Ωρών, κλπ εις των οποίων τους ναούς και τα ιερά κατετίθετο. Πολλά εκ των παιδίων, ή πάντα, έφερον τον κλάδον τούτον εις την οικίαν των και τον εκρέμων εις την θύραν' εκεί έμενεν όλον το έτος, κατά δε το τέλος εκαίετο μεν ο περσινός κλάδος, εκρεμάτο δε ο νέος, όπως ο "Μάϊς" σήμερον' συνέβαινε δε τούτον και κατά τον αυτόν Θαργηλιώνα (Μάϊον) μήνα. [...]

Αλλά το σπουδαιότατον είναι, ότι εν εκ των περισωθέντων αρχαίων δημωδών ασμάτων, τα οποία έψαλλον τα παιδιά κατά την αρχαιότητα, έχει όλον το χρώμα και την υφήν και τας εννοίας, τα οποία έχουν τα πολυποίκιλα κατά τόπους νεοελληνικά κάλανδα. Ιδού δε η απόδειξις: έψαλλον, δηλαδή, τα παιδιά εκείνα των αρχαίων Ελλήνων εις στίχους ωραιοτάτου δακτυλικού εξαμέτρου ως εξής***:


Ήτοι: Εφθάσαμεν εις το αρχοντικόν του μεγάλου αφεντικού, ο οποίος έχει μεν μεγάλην δύναμην και τρομεράν φωνήν, είναι δε πάντοτε ευτυχισμένος' αι σεις, οι πόρτες του σπιτιού, ανοίξατε μόναι σας! Διότι μπαίνει μέσα εις στο σπίτι ο Πλούτος με αφθονίαν και μαζί με τον Πλούτον η χαρά και η Ευθυμίαν, γεμάτες από καλούδια, και η καλή Ομόνοια και Ησυχία' άμποτε δε να είναι τα δοχεία σας και τα τσουκάλια σας γεμάτα και πάντοτε να ανακατεύεται εις την σκάφην σας, που ζυμώνετε, ζυμάρι άφθονον και ωραίον.

Και άλλα πολλά παρακολουθούν τα ανωτέρω εις το αρχαίον περισωθέν άσμα, πολύ ανάλογα οφθαλμοφανώς προς τας ευχάς και τους επαίνους, οι οποίοι περιέχονται εις τα διάφορα σημερινά κάλανδα των παιδιών του Ελληνικού Λαού. [...]""

(*** αναφέρονται στους "Ομήρου βίους")


Το "Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν λεξικόν "Ηλίου"", αναφέρει, μεταξύ άλλων, στο λήμμα "κάλανδα":

"[...]Το έθιμον ίσως να είναι συνέχεια της περιφοράς της αρχαίας ειρεσιώνης υπό παίδων ή και ένωσις συνηθειών περισσοτέρας της μίας αρχαίων εορτών, διότι οι αποτελούντες τα άδοντα συγκροτήματα περιέρχονται τας οικίας συχνά, κρατούντες ράβδους κεκοσμημένας, όπως περίπου οι αρχαίοι θύρσοι των διονυσιακών εορτών και φανούς πολυχρώμους ή εσωτερικώς φωτιζόμενα ομοιώματα πλοίων, με άνοιγμα απομιμούμενον αστέρα, από όπου μόνον χύνεται το φως κ.λ.π..[...]
Φαίνεται πάντως ότι η συνήθεια υφίστατο και προ της βυζαντινής εποχής, και ίσως είχε συνδυασθή η χαρά για την γέννησιν του Σωτήρος, η οποία προ του 4ου αιώνος επανηγυρίζετο την 1ην του έτους, με τας ελπίδας και τας ευχάς του νέου έτους, τας οποίας συνήθιζον οι Ρωμαίοι, και με τον τρόπον του εορτασμού, που ήτο αρχαίος ελληνικός.[...]"

Και μιας και αναφέραμε την αρχαία Ειρεσιώνη, ας κλείσω με το τραγούδι της που μας διασώζει ο Πλούταρχος ("Βίοι Παράλληλοι, Θησεύς 22"):


Δηλαδή (σε απόδοση Ανδρέου Πουρνάρα):


(*Οι φωτογραφίες από τα βιβλία του Γ.Μέγα "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας" και του Δ.Λουκάτου "Χριστουγεννιάτικα και των εορτών")


Καλά και φωτεινά Χριστούγεννα, με υγεία κι αγάπη για όλους!

Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2009

Λαογραφικά και μυθολογικά του Οκτώβρη!

Οκτώβριος ή "Οκτώβρης" ή "Οχτώβρης" που, όπως μας αναφέρει κι ο λαογράφος Φίλιππος Βρετάκος "έχει και τας ονομασίας "Άϊ-δημήτρης" ή "Αηδημητριάτης" ή "Αγιοδημήτρης", επειδή κατ'αυτόν είναι η εορτή του Αγίου Δημητρίου" καθώς ακόμα και ""Σπαρτός" ή "Σπαρτής", "Παχνιστής" (διότι καλύπτονται υπό πάχνης οι αγροί)". Και συνεχίζει:


""Οκτώβρη και δεν έσπειρες,

οκτώ σωρούς δεν έκανες",

πιστεύουν ότι είναι ο πλέον κατάλληλος προς σποράν μήνας των πρωίμων δημητριακών καρπών, καθ'όσον, αν αύτη δε γίνη εντός του μηνός, η συγκομιδή δεν θα είναι καλή. Κατά δε την παροιμίαν


"τον Σεπτέμβρην τα σταφύλια,

τον Οκτώβρη τα κουδούνια"

τελειώνουν τα σταφύλια τον Οκτώβριον και μένουν τα "κουδούνια", δηλ. αι μικραί σταφυλαί, που εναπομένουν επί του κλήματος μετά τον τρυγητόν." (Φιλίππου Βρετάκου, "Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των")

Επιπλέον, καταγράφει ο λαογράφος μας Δημήτριος Λουκάτος:

"Θα πρέπει να έχουν προηγηθεί τα πρωτοβρόχια, να έχει μαλακώσει η γη με νέες βροχές (και του Οκτώβρη) και να φανεί έπειτα η επιθυμητή αιθρία, για το όργωμα.

Οι Κύπριοι λένε:


- Αν βρέξει ο Οκτώβρης και χορτάσει η γη,

πούλησ' το σιτάρι σου και αγόρασε βόδια (βούδκια)

αν δεν χορτάσει ο Οκτώβρης τη γη,

πούλησ' τα βόδια σου και 'γόρασε σιτάρι.

(ευκαιρία, στην πρώτη περίπτωση να σπείρεις πολλά' ανάγκη, στη δεύτερη, να ψάξεις για προμήθειες).

Συνήθως βρέχει ο Οκτώβρης, και συνήθως κάνει προς το τέλος την καλοκαιριά του, που χρειάζεται για το όργωμα, και που συμβολική εγγύησή της είναι τα χρυσάνθεμα (ή αγιοδημητριάτικα). Μια κυπριακή επίσης παράδοση, που θυμίζει τον μύθο της Δήμητρας, λέει για τα χρυσάνθεμα:




"Ο Οκτώβρης περιπλανιόταν στη γη και μοιρολογούσε για τα χαμένα λουλούδια και για τα φύλλα των δένδρων που πέφτανε στη γη, καθώς και για τις ζεστές ημέρες που χάνονταν, και για τα σύννεφα που μαζεύονταν στον ουρανό. Τα χρυσάνθεμα τότε παρακάλεσαν το Θεό να κάμει καλοσύνες για αυτά, και να τα αφήσει ν'ανθίσουν όλον τον Οκτώβρη. Τ'άκουσε ο Θεός και τ'άφησε κοντά του, και τα λέμε (στην Κύπρο) Οκτωβρούδες"." (Δημητρίου Λουκάτου, "Τα φθινοπωρινά)


Ο Φίλιππος Βρετάκος, τέλος, μας αναφέρει σχετικά με τον Οκτώβριο και τον αντίστοιχο (πάνω-κάτω) μήνα Πυανεψίωνα του Αττικού ημερολογίου:

«[ ...] Εις το Αττικόν ημερολόγιον κατείχε την τετάρτην κατά σειράν θέσιν και ελέγετο «Πυανεψιών» ή «Πυανοψιών» (15 Οκτ.-15 Νοεμ.) (εκ του πύανα-έψειν= βράζειν όσπρια) ένεκα της κατ'αυτόν αγομένης εορτής των «Πυανεψίων» εις τιμήν του Απόλλωνος, κατά την οποίαν έβραζαν εντός χύτρας πύανα (κουκκιά) και άλλα όσπρια αναμεμειγμένα με άλευρον και σιτάρι, και τα διένεμον εις φτωχούς εις μνήμην του Θησέως εις ανάμνησιν του εξής, κατά την μυθολογία, γεγονότος: Ο Μίνως, βασιλεύς της Κνωσσού, έστειλε τον υιόν του Ανδρόγεων εις Αθήνας, δια να λάβει μέρος εις τους αρτισυστάτους Παναθηναϊκούς αγώνας. Επειδή όμως ο Ανδρόγεως ενίκησε όλους τους συναγωνιστάς του, ο βασιλεύς των Αθηνών Αιγεύς απέστειλεν αυτόν να αγωνισθή με τον Μαραθώνιον Ταύρον. Κατά τον αγώνα όμως φονεύεται από του Ταύρου, ή, κατ'άλλην εκδοχή υπό συναγωνιστών του, ότε μετέβαινεν εις τας Θήβας, δια να αγωνισθή προς τον Λάϊον.



[...] Κατά την τρίτην φοράν αποστολήν του φόρου αυτού μετέσχε και ο Θησεύς, ο υιός του βασιλέως Αιγέως, τον οποίον η θυγάτηρ του Μίνωος Αριάδνη εβοήθησε να φονεύση τον Μινώταυρον με έναν πέλεκυν και να εξέλθη ζωντανός εκ του Λαβυρίνθου με τον μίτον... [...] Ο Θησεύς, κατά την επιστροφήν του από την Κρήτη μετά το φόνο του Μινωταύρου, από την χαρά του ελησμόνησε να υψώση εις το πλοίον λευκά ιστία αντί των μαύρων και ο πατήρ του Αιγεύς, επειδή ενόμισεν ότι κατεσπαράχθη ο υιός του υπό του Μινωταύρου, ερρίφθη εις την θάλασσαν και επνίγη, η οποία εκ του ονόματός του, ως πιστεύεται, ωνομάσθη "Αιγαίον Πέλαγος". Εις ανάμνησιν, λοιπόν, του γεγονότος τούτου ο Θησεύς την 7ην του Πυανεψιώνος μηνός, καθ'ήν επέστρεψεν εκ Κρήτης, εώρτασε τα "Πυανέψια" εις τιμήν του Απόλλωνος, εορτή κατά την οποίαν έβρασεν εντός χύτρας τα πύανα (όσπρια) που είχαν εναπομείνει και τα έφαγον από κοινού πάντες οι ευρισκόμενοι εις το πλοίον, έκτοτε δε οι Αθηναίοι καθιέρωσαν να εορτάζουν και αυτοί τα "Πυανέψια" εις τιμήν του Θησέως.


[...] Οι Αθηναίοι, με την πάροδον του χρόνου, αφιέρωσαν εις μνήμην των αποθανόντων όλον τον μήνα Πυανεψίωνα και ετέλουν τα "Επιτάφια", δηλ. μνημόσυνα δια τους πεσόντας εις τους πολέμους, κατά τα οποία εξεφωνούντο και επιτάφειοι λόγοι, όπως είναι ο γνωστός "Περικλέους επιτάφιος" του Θουκυδίσου. Παρόμοια με τα "Πυανέψια" μνημόσυνα τελούμε και ημείς σήμερον εις μνήμην των νεκρών μας, με μόνην την διαφοράν ότι, αντί "κολλύβων" από πύανα και άλλα όσπρια των αρχαίων, βράζομεν "στάρι" και το μοιράζομεν εις τους παρευρισκομένους εις το μνημόσυνον, ως τούτο συνήθιζον και οι αρχαίοι." (Φιλίππου Βρετάκου, "Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των")