Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αθήνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αθήνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 1 Μαρτίου 2024

Ο άγιος παπα-Νικόλας ο Πλανάς, ο Παπαδιαμάντης, ο Μωραϊτίδης κι η Αθήνα τότε...

 "Ο παπα-Νικόλας ως μπήκε στη θαλπωρή της εκκλησίας έβγαλε τον μποξά του. Ύστερα πήρε κερί απ'το παγκάρι τ'άναψε κι αφού το κράτησε με τ'αριστερό χέρι, έκανε μετάνοιες και προσκύνησε όλες τις εικόνες. Κατόπι στάθηκε καταμεσίς του ναού και γυρίζοντας προς το εκκλησίασμα το ευλόγησε στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και μπήκε στο Άγιο Βήμα. Εκεί φόρεσε πετραχήλι και φελόνι και ξαναβγήκε στην Ωραία Πύλη θυμιατίζοντας, ενώ μπροστά του έστεκε πάντοτε ο λαμπαδούχος καλόγερος. 

Η αγρυπνία είχε ξεκινήσει βέβαια από πιο νωρίς. Ο λαμπαδάριος Χριστοφίλης, ένας ψηλόλιγνος, καλοκάγαθος άνθρωπος, είχε χτυπήσει την καμπάνα. Και ύστερα άναψε τα καντήλια και έβαλε μπόλικο αρωματικό θυμίαμα στο θυμιατό καθοδηγούμενος από τον εκκλησιάρχη και τυπικάρη κυρ Αλέκο Παπαδιαμάντη.

Στο μεταξύ, ο παπα-Χρύσανθος με τη λευκή γενειάδα του, βοηθούμενος και από δυο-τρεις αγιορείτες μοναχούς άρχισε το Μικρό Εσπερινό. Κι ως τέλειωσε φάνηκε κι ο παπα-Νικόλας. [...]

Τότε στάθηκε καταμεσίς του Ιερού ο παπα-Νικόλας, και με την ήρεμη, απαλή φωνή του ξεκίνησε το Μεγάλο Εσπερινό. 

-"Ευλόγησον Δέσποτα... Δόξα τὴ ἁγία, καὶ ὁμοουσίω, καὶ ζωοποιῶ, καὶ ἀδιαιρέτω Τριάδι"... Ενώ ταυτόχρονα ο εκκλησιάρχης άρχισε να ψάλλει:

-"Δεῦτε, προσκυνήσωμεν καὶ προσπέσωμεν τῷ βασιλεῖ ἡμῶν Θεῷ..."

Από κείνη τη στιγμή και ύστερα ο Μέγας Εσπερινός με βυζαντινή μεγαλοπρέπεια και κατάνυξη προχωρούσε μαζί με την παγωμένη νύχτα έξω που σκέπαζε την κοιμισμένη Αθήνα. 

Αληθινή μυσταγωγία. Αίσθηση απόλυτης γαλήνης και έκστασης. Ένθεη προσήλωση του πλήθους στο κύλημα και τη ροή της αγρυπνίας. Έλεγες πως δεν βρισκόταν πάνω στη γη ο λειτουργός. Αλλά οι άγγελοι τον κρατούσαν ψηλά σε σύννεφα, πάνω απ'τις ανάσες και τα βλέμματα των ανθρώπων. 

Ξεχωριστά, τα μικρά παιδιά που υπηρετούσαν μέσα στο Ιερό έμεναν έκθαμπα, καθώς τούτο το θαυμαστό γεγονός το έβλεπαν με τα ίδια τα αθώα μάτια τους ως οπτασία και φαντασία! 

-Μάνα ο παπάς, ο παπα-Νικόλας πετάει, πετάει ψηλά, είπε ένα δεκάχρονο αγόρι.

Κι εκείνη για να ηρεμήσει το παιδί της, το καθησύχασε:

-Μη φοβάσαι, γιε μου, έτσι συμβαίνει σ'όλους τους παπάδες που λειτουργούν!

-Και τί κάνουν δηλαδή;

-Μιλούν με το Θεό!"

"Ως εδραιώθηκε στην Αθήνα ο κυρ Αλέκος Παπαδιαμάντης ευτύς και με τη βοήθεια του ξαδέλφου του Μωραϊτίδη βρέθηκε σε παρέες συμποτικών φίλων που σύχναζαν στα ταβερνάκια και μπακάλικα τα διάσπαρτα τότε μέσα στα στενοσόκακα της Πλάκας, του Ψυρρή, του Μεταξουργείου και στις άλλες φτωχογειτονιές της Αθήνας. [...]

Καθώς η κουβέντα κυλούσε έπιναν του καλού καιρού το κρασάκι τους. Έκαναν τα πειράγματά τους και φλυαρούσαν. Μα ο κυρ Αλέκος σ'όλο αυτό το διάστημα δεν έβγαζε άχνα από το στόμα του! Σωπούσε κι έκανε τάχα πως χάζευε. Ήταν όμως ευχαριστημένος απ'το ωραίο κρασί, την απλότητα των ανθρώπων και την εγκαρδιότητά τους. [...]

-Αγρυπνίες, αγρυπνίες γίνονται εδώ στην Αθήνα; [...]

Απ'την πρώτη κιόλας αγρυπνία στον Άγιο Ελισσαίο ο κυρ Αλέκος σκλαβώθηκε στην κυριολεξία. Παράδωσε λες την ψυχή του αμαχητί σ'αυτό το απροσποίητο όραμα. Σ'εκείνην την ιεροψαλτική μυσταγωγική ατμόσφαιρα. Κι από τότε δεν έλεγε πια να ξεκολλήσει.

Στην αρχή ο Παπαδιαμάντης παραστεκόταν στο δεξιό αναλόγιο. Σε λίγο όμως ζήτησε και τον άφησαν να ψέλνει κανονικά. ... Και σιγά σιγά μπήκε στο χορό της ψαλτικής του Αγίου Ελισσαίου κι όλοι άκουγαν με κατάνυξη θρησκευτική τη χαρακτηριστική φωνή του. [...]

Η όλη όμως ψαλτική πανδαισία στις αγρυπνίες του Αγίου Ελισσαίου συμπληρωνόταν και με τη μαεστρία του αριστερού ψάλτη. Κι αυτός ήτανε ο άλλος Αλέξανδρος, ο Μωραϊτίδης ο οποίος ήταν εξίσου εκφραστικός και παραδοσιακός."

"Ο Παπαδιαμάντης όταν άρχισε να γράφει τις διηγήσεις του θυμόταν, αναπολούσε και νοσταλγούσε τους ταπεινούς ποιμένες του νησιού του. Έγραφε τη ζωή, την πολιτεία, τα βάσανα και την αγιοσύνη τους. Μα όταν βρισκόταν και συναναστρεφόταν τον παπα-Νικόλα έβλεπε και ζούσε την πραγματική ιστορία τους και στην Αθήνα στο πρόσωπο του παπα-Πλανά. Τον παρακολουθούσε ως μία μορφή ζωγραφισμένη πάνω στο τέμπλο της Εκκλησίας ως μια πανάρχαια φιγούρα που ερχόταν βαθιά, μέσα από τους χριστιανικούς αιώνες...

Έβλεπε ολοζώντανα την ενσάρκωση των όσων πίστευε για τον ορθόδοξο παπά. Κι ευτύς πρόσφερε την καρδιά του σε μια ολοκληρωτική, πνευματική υποταγή, σ'ένα πέρα, ως πέρα, αληθινό, γνήσιο ποιμένα.

"Ποιμένας στην κυριολεξία είναι κείνος που μπορεί να αναζητήσει και να θεραπεύσει τα απολωλότα λογικά πρόβατα με την ακακία του, το ζήλο του και την προσευχή του." (Ιωάννης της Κλίμακος)"

"Αλλά σάμπως παρόμοια δεν ήταν η εμφάνιση σε απλότητα και η κοσμική αδιαφορία του παπα-Νικόλα; Και πάντα φτωχός δεν παράμενε ένεκα που όλα τα πρόσφερνε στους συνανθρώπους του; 

Είχαν την ίδια ηλικία: Γεννήθηκαν και οι δυο στα 1851. Και ήταν η προέλευσή τους κοινή, νησιώτικη: Ο ένας απ'τη Σκιάθο κι ο άλλος απ'τη Νάξο. Έφερναν δηλαδή μέσα τους κι οι δυο τις ίδιες παραδοσιακές αξίες του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας σε μια Αθήνα χαμένη μέσα στην ξιπασιά, στην κακία και στη δαιμονική απάτη και κατάξερη από πολιτιστική παράδοση.

"Ο νεοπλουτισμός κι η κοινωνική προκοπή άρχισαν τότε ακριβώς να απαρνιώνται τη λαϊκή τους καταγωγή, να περιφρονούν τις λαϊκές αξίες, να εγκαταλείπουν το ύπαιθρο και να βολοδέρνουν μέσα στα ευρωπαϊκά ρεύματα χωρίς να μπορούν να αφομοιώσουν τίποτα και να προσανατολιστούν πουθενά." (Γ.Βαλέτας)"


"Πάνω από όλα ο παπα-Νικόλας ήταν πατέρας. Και το μόνο που του έφτανε ήταν τα δάκρυα, η συντριβή κι η μετάνοια. 

Συχνά έρχονταν να τον επισκεφτούν άνθρωποι δήθεν αξιοσέβαστοι κι εξωτερικά συντετριμμένοι!... Μα όταν έφευγαν ο παπα-Νικόλας φαινόταν λυπημένος. Και τότε τον ρωτούσε η νύφη του αν θα γίνουν καλά ή αν χυθεί βάλσαμο στην ψυχή του. Κι ο παπα-Νικόλας κουνούσε το κεφάλι του αρνητικά, ψιθυρίζοντας:

-Δεν έχουν Μαριγούλα μου μερικοί άνθρωποι ψυχή! Δεν έχουν δάκρυα, τί να τους κάμω; Τί να τους κάμω;"...



*** Όλα τα αποσπάσματα κι οι εικόνες είναι από το βιβλίο του Δημήτρη Φερούση: "Ο παπακαλόγερος Νικόλας Πλανάς, ο Άγιος ποιμένας" (εκδόσεις Αποστολική Διακονία)

Σήμερα,  2 Μαρτίου γιορτάζουμε τη μνήμη του οσίου Νικολάου του Πλανά που ήρθε ορφανεμένο παιδί από την Νάξο για να καταστεί  Άγιος των Αθηνών...:

"Όσο περνούσε ο καιρός η ορφανεμένη από πατέρα φαμελιά της κυρα-Αυγουστίνας έβρισκε τον εαυτό της και το δρόμο της. Κανένας πανικός, καμία ανησυχία δεν θόλωνε τη γαλήνη του σπιτιού και την πίστη τους. [...] Ένα πλήθος νησιώτες από την Νάξο, εξάλλου, που είχαν εγκατασταθεί στου Ψυρρή, στο Γαλάτσι, στο Πολύγωνο και στην Πλάκα, έρχονταν συχνά στο σπίτι των Πλανάδων να τους κάνουν βίζιτα. Να μιλήσουν για το νησί, για τους ανθρώπους και τα πηγαινέλα τους. [...] 

Ο Νικόλας στο μεταξύ δε στεκόταν άπραγος. [...] Συνδιαλεγόταν με φωτισμένους κληρικούς, θεολόγους και μοναχούς. Και κέρδιζε καθημερινά σε γνώση και ωριμότητα. Συχνότερα όμως παρακολουθούσε εσπερινούς κι άλλες ακολουθίες, παίρνοντας μέρος πότε στο αναλόγιο και πότε μέσα στο Ιερό στις διάφορες χρείες των ιερών. [...]

Τελευταία είχε ανακαλύψει κι ένα απόμερο εκκλησάκι, πέρα από την Αθήνα, στους έρημους αγρούς του Πολυγώνου, στη Μεταμόρφωση. Εκεί γίνονταν μεγάλες και συχνές συνάξεις από καλογέρους της Σκιάθου και του Αγίου Όρους, ιερείς κι άλλους πνευματικούς ανθρώπους που τις παρακολουθούσε με ζήλο ο Νικόλας...":


(Αλεξάνδρου Μωραϊτίδη, "Το τάξιμον", εκδόσεις Νεφέλη)


Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2020

Έθιμα και παραδόσεις του Δωδεκαήμερου της παλιάς Αθήνας (Χριστούγεννα & Πρωτοχρονιά)

Κάλαντα, Αθήνα 1950-60-Βούλα Παπαϊωάννου
 

Συνήθως, όταν αναφερόμαστε σε έθιμα και παραδόσεις ο νους μας πάει στην ύπαιθρο και στην επαρχία. Έτσι σπάνια κανείς πετυχαίνει αναφορές για τα της πρωτευούσης. Προφανώς γιατί τα περισσότερα σβήσανε νωρίς... Ας πάρουμε μια "λαογραφική γεύση", λοιπόν, από τον εορτασμό του Δωδεκαημέρου στην παλιά Αθήνα από την πένα του Δημητρίου Καμπούρογλου (1852-1942) και τα σπουδαία έργα του "Αἱ παλαιαὶ  Άθῆναι" και "Ἰστορία τῶν Ἀθηναίων -Τουρκοκρατία" (τρίτομο):

Νικηφόρου Λύτρα-Τα κάλαντα (1872)

"Τὸ Δωδεκαήμερον ἤρχιζεν ἀπό τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων καὶ ἐτελείωνε τὴν παραμονὴν τῶν Φώτων. Κατ' αὐτὸ ἰδίως ἐσωρεύθησαν αἱ πλεῖσται θρησκευτικαὶ προλήψεις, δοξασίαι, δεισιδαιμονίαι καὶ ἐορτασμοί. Ἐλέγετο δὲ κοινῶς "τοῦ Κολοβελονίου" ' διότι κατ' αὐτὰς τὰς ἠμέρας ἤρχοντο οἱ καταχθόνιοι οὖτοι Δαίμονες [...] " ("Η ιστορία των Αθηναίων", τόμος Γ'")

(Δ.Γρηγορίου Καμπούρογλου, "Η ιστορία των Αθηναίων", τόμος Α'")


 "Τότε ἐπέρχεται η στρατιὰ τοῦ Βάκχου, ἠ ὁποία ἀοράτως κρυφοζῇ εἰς τοὺς δρυμοὺς καὶ εἰς τὰ κάρκαρα [...], τότε τὰ μεσάνυχτα τῆς παραμονῆς ἐπέρχοναι κατὰ τῆς πόλεως διὰ νὰ παρενοχλήσουν ἰδίως τοὺς αὐστηροὺς τηρητὰς  τοῦ νἐου θρησκεύματος: τὶς γρῃές. Ἅν δὲ εἰσέρχονται διὰ τῆς καπνοδόχης, τοῦτο συμβαίνει, διότι ἡ πορτίτσα εἶναι ἀσφαλῶς κλεισμένη καὶ Σταυρὸς διὰ κατραμίου εἰς τὸ ὑπέρυθρον σχηματισμένος. [...] Καὶ ἐν τούτοις τὸ ὄρθιον καὶ εἰδικὸν ξύλον τὸ ὀποῖον τοποθετεῖ ἡ γραῖα εἰς τὴν παραφωτιὰν, δίδουσα κ' εἰς αὐτὸ τοῦ Καλικαντζάρου το ὄνομα: Κολοβελόνη ἐν Ἀθήναις ἀποκαλουμένου -ὡς ἀπεδείξαμεν ἀλλοτε [...] πρόκειται περί τῆς αὐτῆς λέξεως, ἀφοῦ καὶ αὐτὸ τὸ αἰχμηρὰ φύλλα ἔχον δένδρον: ὁ Κέντρος λέγεται καὶ Κάντζαρος- τὸ ξύλον αὐτὸν τῆς παραφωτιὰς καιόμενον δημιουργεῖ πολύτιμον τέφραν τὴν ὁποίαν ἐπιμελῶς περισυλλέγουσα ἡ γρῃὰ ραντίζει μὲ αὐτὴν τὸ ἀμπελάκι της." ("Αι παλαιαί Αθήναι")

καλικάντζαροι

"Τότε, ὅλες ᾑ ψυχαὶς, καλαὶς καὶ κακαίς, εἶναι στὴ γῆ - λύμα τὰ δαιμόνια. ᾙ καλαὶς βλέπουν τοὺς συγγενεῖς των ποῦ τοὺς ἔχουν ἀποθυμίσῃ καὶ ᾑ κακαὶς εἶναι οἱ κολοβελόνηδες. Εἴχαν δὲ καὶ ἄσβυστο-ἀκοίμητο- καντῆλι διὰ τῂς ψυχαὶς καὶ δεν ἐνυκτέρευον ' μιὰ πεθερὰ ὄμως δὲν 'μποροῦσε νὰ βλέπῃ τὴ νύφη της νὰ κάθεται τὸ βράδυ σταυροχεριασμένη καὶ τῆς λέει "ἔλα νύφη νὰ ξεμματίσωμε κουκιὰ" καὶ καθήσανε στὴν παραφωτιὰ ' μόνε βλέπουν εὐθὺς καὶ κατεβαίνουν ἀπό τὰ κεραμίδια δύο ἄγριοι κολοβελόνηδες' ὁ ἕνας κρατοῦσε ματσοῦκι καὶ ὁ ἄλλος καλάμι. Καὶ ἐκεῖνος ποῦ κρατοῦσε τὸ καλάμι ἐδειρε τὴ νύφη χωρὶς νὰ πονέσῃ καὶ πολὺ, καὶ ὁ ἄλλος ποῦ κρατοῦσε τὴν ματσοῦκα κατασκότωσε τὴ γρηὰ στὸ ξύλο. Κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν ταύτην τῆς ποινῆς ἐτραγώδουν διὰ φωνῆς δαιμονιώδους τὸ ἆσμα:

"Παρωρίταις εἴμαστε,

παράωρα γυρίζομε

κουκκιὰ δὲν ξομματίζομε.

Βάρα τὴ γρηὰ μὲ τὴ ματσοῦκα

καὶ τὴν νειὰ μὲ τὴν καλάμα.""

("Η ιστορία των Αθηναίων", τόμος Γ' & Α"')

Κάλαντα, Αθήνα 1950-Κωνσταντίνος Μεγαλοκονόμος

 

" Τὸ κατὰ τὴν παραμονὴν τῶν Χριστουγέννων ψαλλόμενον ὑπὸ τῶν παίδων ἐν Ἀθήναις ᾇσμα δὲν εἷναι τὸ γνωστὸν: "Καλὴν ἐσπὲραν ἄρχοντες, κ.τ.λ.", ἀλλ' ἕτερόν τι ἔχον οὕτω: 

Χριστόγεννα, πρωτόγεννα, πρώτη γιορτὴ τοῦ κόσμου,

ὀποῦ 'γεννήθη ὅ Χριστὸς νὰ σὠσῃ τοὺς ἀνθρὠπους.

Στὸ μέλι ἐγεννήθηκε, στὸ γάλα ἀναθράφη.

Τὸ μέλι τρῶν' οἱ ἀρχοντες, τὸ γάλα οἱ ἀφεντάδες.

.............................................................................

Καὶ βάλε τὸ χεράκι σου στὴν ἀργυρῆ σου τσέπη' 

ἀν εἶναι χίλια, δός μάς τα, κι' ἀν εἶν' καὶ δυὸ χιλιάδες

ἀν εἶναι τρεῖς καὶ τέσσαρες, κι' αὐτὰ μὴν τὰ λυπᾶσαι.

Σ'αὐτὸ τὸ σπῆτι ποὔρθαμε πέτρα νὰ μὴ ραϊσῃ

κι' ὁ νοικοκύρης τοῦ σπιτιοῦ χρόνους πολλοὺς νὰ ζήσῃ." *

 ("Η ιστορία των Αθηναίων", τόμος Α'")

[* π.β. : ευχετήρια κάλαντα Φώτων στο Πήλιο- "καλησπερίσματα" ]

κάλαντα-μοιρασιά, Αθήνα 1950-Δημήτρης Χαρισιάδης

"Τὴν ἥμέραν τοῦ Ἀγίου Βασιλείου κατ' ἐξαίρεσιν δὲν ἐσκούπιζον, ἔκρυπτον μάλιστα τὴν σκοῦπα, τὸ θυμάρι ὅπως τὴν ἔλεγον, καὶ οὔτε ἀνέφερον τὸ ὄνομὰ του. 

Ἐπήγαινον δὲ εἰς τὴν ἐκκλησίαν, κρύπτοντες εἰς τὰ θυλάκιά των ἔν ρόδι καὶ ἐπιστρέφοντες ἐσπαζον τοῦτο εἰς τὸ μέσον τῆς αὐλῆς λέγοντες: "Χρόνια πολλὰ κι' εὐτυχισμένα".

Τὴν μεσημβρίαν ἔκοπτεν ὁ οἰκοδεσπότης τὴν βασιλόπητταν εἰς τὰ τέσσερα σταυροειδῶς. 

Μετὰ τὸ τέλος τοῦ φαγητοῦ τὸ τραπέζι ἐστρώνετο ἐκ νέου καὶ ὅστις τοὺς ἐπεσκέπτετο ἐλάμβανε κάτι ἐξ αὐτοῦ, συνήθως γλύκισμα.

Δῶρα ἄλλα πλὴν χρυσῶν νομισμάτων δὲν ἐδίδοντο. Χάριν τῆς ἐπικρατούσης κατὰ την ἡμέραν ταύτην ἐλευθεριότητος ἔλεγον τὴν παροιμιώδη ἔκφρασιν, "Ὀ Άϊ Βασίλης κάμπος μὲ τὰ λουλούδια"." ("Η ιστορία των Αθηναίων", τόμος Γ'")

 

Σπυρίδωνος Βικάτου - Χριστουγεννιάτικο δένδρο (προ 1932)

("Η ιστορία των Αθηναίων", τόμος Α'")

 

"Πολὺ χαρακτηριστικὴ εἷναι ἡ πρὸς τὸν Γεννάρην -Καλαντάρην- ἀπευθυνομένη ἰδίως προσφώνησι:

Κατὰ τὸ δεῖπνον δηλ. τῆς παραμονῆς τὰ κορίτσια τοῦ σπιτιοῦ τὴν πρώτην μπουκιὰ ποῦ ἔβαζαν εἰς τὸ στόμα των τὴν ἀπέσυρον μὲ τρόπον καὶ τὴν ἐφύλαττον μὲ προσοχή. Οἱ γεροντότεροι προσποιοῦντο ὅτι δὲν ἀντιλαμβάνοντο τοῦτο. Ὅταν δὲ ἐπήγαιναν νὰ κοιμηθοῦν αἱ κόραι, ἐτοποθέτουν τὴν μπουκιά των αὐτὴν κάτω ἀπὸ τὸ προσκέφαλόν των. Μὲ τὸ πρῶτον ὄνειρον -αὐτὸ ἧτο σημαντικὸν καὶ μυστηριῶδες- ἐξυπνοῦσαν, ἔπαιρναν τὴν μπουκιὰ ποῦ ἦτο κάτω ἀπὸ τὸ μαξιλάρι των, ἄνοιγον τὸ παράθυρον, τὴν ἐπετοῦσαν καὶ προσφωνοῦσαν ὡς ἐξῆς:                           

Ὥ Γεννάρη Καλαντάρη

καὶ καλὰ καλαντισμένε!

Ἐκεῖ στὴ Γέννα ποῦ θὰ πᾷς καὶ κεῖ ποῦ θὰ γυρίσῃς,

ἐκεῖ 'ναι ᾑ Μοίραις τῶν Μοιρῶν καὶ ἡ δική μου ἡ Μοῖρα.

Ἄν εἶναι πλούσια καὶ καλή, πές της νἀρθῇ να μ'εὕρῃ,

κι' ἄν εἶναι καὶ πεντάφτωχη, πάλι νἀρθῇ νὰ μ' εὕρῃ."

("Αι παλαιαί Αθήναι")

 

κουραμπιέδες -Βούλα Παπαϊωάννου

(Σημ. Τα κείμενα του Καμπούρογλου αφορούν, προφανώς, εποχές παλαιότερες εκείνων που απεικονίζουν οι φωτογραφίες (από το αρχείου Μουσείου Μπενάκη). Βέβαια εκείνα τα χρόνια δεν ήταν έτσι ραγδαία η εξέλιξη και οι αλλαγές στον κοινωνικό βίο, στα ήθη και στα έθιμα...)