Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2012

Πήλιο... φθινοπωρινά αρώματα...


Το βουνό του Χείρωνα στολίστηκε στα πορτοκαλιά, ο ουρανός μελαγχόλησε και γκρίζαρε σα μεσόκοπος που πορεύεται προς το χειμώνα της ζήσης του, τ' άρωμα της βρεγμένης γης πότισε την ανάσα μας κι η πλάση, αέναος καλλιτέχνης, ανανέωσε για άλλη μια φορά τις αποχρώσεις στην παλέτα της για να τις συνταιριάξει με την εποχή...

Όσο κι αν λέω ότι αγαπώ την άνοιξη, το φθινόπωρο, όπως κι η κάθε εποχή, μπορεί να σε μαγέψει... Εδώ, γεννιέται στο κοκκίνισμα των μήλων και στις ευωδιές των σταφυλιών, ύστερα τρυπώνει στο άρωμα του φρεσκοκομμένου ξύλου και των πολύχρωμων μανιταριών του βουνού και καταλήγει στις απίθανες χρυσοκιτρινοπορτοκαλί ανταύγειες των δέντρων, στη θαλπωρή της ξυλόσομπας και της φωτιάς που αντιφεγγίζει στο δωμάτιο, στη γεύση του καινούριου κρασιού της κληματαριάς...

Με απλές πινελιές, η φύση μας ξεδιπλώνει την ομορφιά και μας την προσφέρει, μας προβάλει το πρότυπο του Δημιουργού για ακολουθήσουμε τα χνάρια του, ως λιλιπούτεια δημιουργήματα και ως λιλιπούτειοι, παράλληλα, δημιουργοί... αλλά δυστυχώς εμείς έχουμε ξεχάσει ν'αφουγκραζόμαστε την αρμονία, να βιώνουμε την απλότητα της ομορφιάς και ό,τι πλάθουμε συνήθως φαντάζει παράταιρο, άγαρμπα κι άκαιρα στολισμένο, άψυχο... Ευτυχώς όμως, κάπου-κάπου, μας χαμογελούν κι οι εξαιρέσεις...


... πίνακες ζωγραφικής της πλάσης, που το χέρι του ανθρώπου πρόσθεσε τα δικά του χνάρια με σεβασμό..


... πλάι στο ασημόγκριζο της ιερής ελιάς...


ή ανάμεσα στο μαυροπράσινο των κυπαρισσιών που πασχίζουν να φτάσουν τον ουρανό...


Το φθινόπωρο απλώθηκε στο βουνό των Κενταύρων... και ξεδιπλώθηκε μ'όλη του την ομορφιά σε μια στροφή, καθώς άφηνα το χωματόδρομο...


μού'κλεισε το μάτι κάτω από μια ομπρέλα, το πρωινό της Παναγιάς..


ξεχύθηκε σα χείμαρρος να μεταμορφώσει τις εικόνες μου...


...μου μαγνήτισε τη ματιά με τα έντονά του χρώματα..


...και με κέρασε ένα ποτήρι κρασί, μ'αγριοντόματα τηγανιτή -τελευταία συγκομιδή απ'τον κήπο του καλοκαιριού...


...τόσο απλά και τόσο όμορφα....

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2012

Γουργουλιάνες και κοκκινομανίταρα!


Έφαγα τα λυσσακά μου, φέτος το φθινόπωρο, να βρω μια γουργουλιάνα! Μα δε μου καθόταν, λέμε.... με τίποτα... Καταρχάς το καλοκαίρι δεν έλεγε να τελειώσει-όχι πως με πολυχάλασε αυτό, γιατί εγώ παιδί του καλοκαιριού είμαι... αλλά ρίξε και μια βροχούλα στο ανάμεσο! Τίποτα! Ξεραϊλα σκέτη! Κι όταν κάποτε αποφάσισε να βρέξει, η αφυδατωμένη γη ούτε που πρόλαβε να ξεδιψάσει! Σαν να μην την αγγίζαν οι σταγόνες, τζάμπα ο κόπος τους, τζάμπα το ταξίδι απ'τα ουράνια... "Βρήκες καμιά μανιτάρα;" "Μπα..." Άντε και ξανάβρεξε, μια και δυο. Και μου φέρανε πεσκέσι μια γουργουλιάνα. Άλλη η χάρη, όμως, να τη βρεις μονάχος, να την ψάχνεις με το βλέμμα σου, ομπρελίτσα στητή να καμαρώνει στο καστανοπράσινο τοπίο! Είπα να ξαμοληθώ... τζίφος! Βρε, δεν πά'νά'χαν ανθίσει τα κυκλάμινα, δεν πά'να σκάσαν οι βασίλες και τα καλογεράκια στο βουνό, γουργουλιάνα καμιά! Και δεν ήμουν η μόνη που την είχα άχτι! Ποζάρουν κι υπέροχα οι άτιμες και κουβαλούσα μες στις γλίστρες και τη μηχανή... τζάμπα ταλαιπωρία! Μονάχα οι βασίλες μου καθήσανε, άντε και κανένα καλογεράκι!


Ε, μπήκε για τα καλά ο Νοέμβρης, κρυάδιασε, ντουμανιάσαμε τις σόμπες.. κόντεψα να ξεχάσω τις έρ'μες τις γουργουλιάνες! Το πήρα απόφαση, ότι φέτος γουργουλιάνα δε θα μου κάτσει! Κι όπως βρέθηκα με μια παρέα για κρασάκι, ενώ έξω έβρεχε του καλού καιρού, αντικρύζω μια τσουρουφλισμένη ξάπλα στο πιατάκι. "Βρήκα και μια γουργουλιάνα!" ακούω! Ώπα, εδώ είμαστε! Το επόμενο απόγευμα ξαμολήθηκα! Μία, δύο, τρεις! Μιλάμε για χαρά, σαν παιδί που του χαρίσανε το αγαπημένο του παιχνίδι! Κι ύστερα παραδίπλα, αγκαλιές κάτι μανιταράκια συμπαθέστατα. Καθ'ότι σχετικά καινούρια στο άθλημα, τα κύτταξα με δυσπιστία... Δε μοιάζαν μ'εκείνα τα γλιτσερά τα παλαβιάρικα. Νά'ναι "κοκκινομανίταρα";. Ε, δεν ήθελα και να γεμίσω τις τσάντες με παλαβά, παίρνω ένα δείγμα να μου το τσεκάρουνε οι πιο ειδικοί και σκέφτομαι "Δε βαριέσαι.. τώρα παίρνει να σκοτεινιάσει... αν είναι καλό, πουρνό-πουρνό έρχομαι να τα μαζέψω.. Δε θα με προλάβει άλλος "κυνηγός"". Έτσι νόμιζα τουλάχιστον! Αλλά υπολόγιζα χωρίς τον ξενοδόχο...


Το δείγμα μου απεδείχθη μια χαρά κοκκινομανίταρο και πολύ χαλάστηκα που άφησα τα αδερφάκια του να περιμένουνε. Βροχή, ξεβροχή, ξεκίνησα το πρωί για το "μέρος" με μπόλικες σακούλες! Πόσα και πόσα με περιμένανε! Έκανα και σχέδια πώς θα τα χωρέσω στον τιγκαρισμένο καταψύκτη, να τρώμε κοκκινομανίταρα όλο το χειμώνα! Αμ δε! Φτάνω κι αντικρύζω βομβαρδισμένο τοπίο! Τα χώματα πεταμένα, γούρνες παντού, φρεζαρισμένα θαρρείς τα πάντα! Λες κι είχε περάσει κανένας μανιακός με την τσάπα κι έψαχνε χρυσάφι! Όλα ανακατωμένα! Βρε τα κωλογούρουνα! Σήμερα βρήκαν να ξαμοληθούν εδώ; Λοιπόν αυτά τα παλιοκαπριά, που τα λυπόμουν που τα κυνηγούσανε, πολύ μού'χουν μπει στο μάτι! Δε φτάνει που τρομάζουν τα αγαπημένα μου άλογα -κι είχαμε ουκ ολίγα ατυχήματα φέτος... ούτε να τα σκέφτομαι δε θέλω- δε φτάνει που δεν έχουν αφήσει όρθιο νιόφυτο δεντράκι στα χωράφια για να τρίβουν τη χοντροπλατάρα τους, δε φτάνει που για να ποτίζεις το καλοκαίρι πρέπει κάθε φορά να σκάβεις απ'την αρχή γούρνες κι αυλάκια σ'όλη την έκταση, δε φτάνει που έχουνε ξεπατώσει τα πάντα -παρ'ολίγον και το αμπέλι- κι έχουμε βαρεθεί να φράζουμε κι εκείνα πάλι να βρίσκουν τρόπο να σαρίζουν και να τρυπώνουν, τώρα μου φάγανε και τα μανιτάρια;! Ε, ρε κυνήγημα που τους χρειάζεται!


Αλλά, όχι... βγήκα για μανιτάρια και θα βρω ο κόσμος να χαλάσει! Κι έτσι, μες στη γερή βροχή, άρχισα να παίρνω σβάρνα όσους μανιταρότοπους είχα στο νου μου. Στην αρχή, δεν είχα μεγάλη επιτυχία... άντε δυο-τρία κοκκινομανίταρα, άντε και μια γουργουλιάνα μωρό που είχε γλιτώσει απ'τη μανία των αγριογούρουνων. Τό'βαλα πείσμα όμως. Αφήνω τη μηχανή στο αμάξι -εμ, τόση βροχή, να φάω και καμιά γλύστρα στα μονοπάτια που χωνόμουνα να πάει χαμένη- κι αρχίζω το περπάτημα. Και τσουπ, νά'τη η πρώτη η καμαρωτή ομπρελίτσα! Μπροστά στα πόδια μου ξεπρόβαλε, σκέτη ομορφιά, με φόντο τ'όμορφο φθινοπωρινό τοπίο. Δέκα βρήκα και να μην έχω τη μηχανή ούτε μια να αποθανατίσω! Αχ, αχ, αχ... κι ήτανε σκέτη ζωγραφιά, λες και ποζάρανε σε καλλιτέχνη! Κρίμα και ξανά κρίμα... Όσο χαιρόμουν που τις ξετρύπωνα, τόσο μετάνιωνα που δεν είχα κουβαλήσει τη φωτογραφική μηχανή... μα ήταν μία και μία... ομορφότερο φόντο δε μπορούσαν νά'χαν διαλέξει να ξεπροβάλουν!


Αφού, λοιπόν, μούσκεψα απ'την κορφή μέχρι τα νύχια -χμ... μπα, τα νύχια ήταν τα μόνα στεγνά, καθ'ότι, δόξα τω Θεώ, αδιάβροχα τα αρβυλάκια.. αλλά η υπόλοιπη έσταζα ολόκληρη- αποφάσισα τελικά να επιστρέψω σπίτι! Ας μην είμαι και άπληστη, μια χαρά συγκομιδή πέτυχα! Μοναχά... να... νά'χα και τη μηχανή μαζί.... αλλά δε μπορούμε να τά'χουμε κι όλα!


Γουργουλιάνες, λοιπόν, για ψήσιμο το μεσημεράκι! Γουργουλιάνες ο αγαπημένος φθινοπωρινός μεζές του Πηλίου, οι ομπρελίτσες του βουνού. Γουργουλιάνες τις λέμε εδώ... και ψάχνω στο διαδίκτυο να βρω την επίσημη ονομασία: Lepiota procera, Macrolepiota procera βρίσκω. Αλλού τη λένε αδραχτίτη, αλλού ζαρκαδίσιο, αλλού ομπρέλα, αλλού ελαφίσιο... κοινότατον στον ελληνικό χώρο, κι όχι μόνο. Έχει, βέβαια, και κάτι που μοιάζουνε -τουλάχιστον στις φωτογραφίες, δεν έχω πετύχει από κοντά- που είναι κάργα δηλητηριώδη... γι'αυτό και δεν πά' να θεωρείται εδώ το πιο αναγνωρίσμο και συνηθισμένο, εγώ μια δεύτερη γνώμη πάντα θα την πάρω! Κι ας μην έχει τύχει ποτέ να μαζέψω λάθος μανιτάρι απ'τη μέρα που μου δείξανε πέντε-έξι εδώδιμες ποικιλίες να τις ξεχωρίζω. Εγώ το τσεκάρω πάντα στο βλέμμα ενός πιο ειδικού. Αλλά αποδείχτηκα καλή μαθήτρια, λέμε!


Υ.Γ. Εμ βρήκα κι άλλες και τις φωτογράφισα! Όχι που θα τις άφηνα!

Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2012

Ρήμα το σκοτεινόν....

"Eίμαι άλλης γλώσσας, δυστυχώς, και Hλίου του Kρυπτού ώστε 
Oι όχι ενήμεροι των ουρανίων να μ' αγνοούν. Δυσδιάκριτος 
Kαθώς άγγελος επί τάφου σαλπίζω άσπρα υφάσματα 
Που χτυπιούνται στον αέρα και μετά πάλι αναδιπλώνονται 
Kάτι να δείξουν, ίσως, τα θηρία μου τα χωνεμένα ώσπου τελικά 
Nα μείνει ένα θαλασσοπούλι τ' ορφανό πάνω απ' τα κύματα 




Όπως και έγινε. Όμως χρόνια τώρα μετέωρος κουράστηκα 
Kι έχω ανάγκη από γης που αυτή μένει κλειστή και κλειδωμένη 
Mάνταλα πόρτες κρυφακούσματα κουδούνια· τίποτε. A 
Πιστευτά πράγματα μιλήστε μου! Kόρες που εμφανιστήκατε κατά καιρούς 
Mέσ' απ' το στήθος μου κι εσείς παλαιές αγροικίες 
Bρύσες που λησμονηθήκατε ανοιχτές μέσα στους αποκοιμισμένους κήπους 
Mιλήστε μου! Έχω ανάγκη από γης 
Που αυτή μένει κλειστή και κλειδωμένη 




Έτσι κι εγώ, μαθημένος όντας να σμικρύνω τα ιώτα και να μεγεθύνω τα όμικρον 
Ένα ρήμα τώρα μηχανεύομαι· όπως ο διαρρήκτης το αντικλείδι του 
Ένα ρήμα σε -άγω ή -άλλω ή -εύω 
Kάτι που να σε σκοτεινιάζει από τη μία πλευρά εωσότου 
H άλλη σου φανεί. Ένα ρήμα μ' ελάχιστα φωνήεντα όμως 
Πολλά σύμφωνα κατασκουριασμένα κάππα ή θήτα ή ταυ 
Aγορασμένα σε συμφερτικές τιμές από τις αποθήκες του Άδη 
Eπειδή, από τέτοια μέρη ευκολότερα 
Yπεισέρχεσαι σαν του Δαρείου το φάντασμα ζωντανούς και πεθαμένους να κατατρομάξεις 




Eδώ βαρεία μουσική ας ακούγεται. Kι ανάλαφρα τα όρη ας 
Mετατοπίζονται. Ώρα να δοκιμάσω το κλειδί. Λέω: κ α τ α ρ κ υ θ μ ε ύ ω 
Eμφανίζεται μεταμφιεσμένη σε άνοιξη μια παράξενη αγριότητα 
Mε παντού βράχια κοφτά κι αιχμηρά θάμνα 
Ύστερα πεδιάδες διάτρητες από Δίες κι Eρμήδες 
Tέλος μια θάλασσα μουγγή σαν την Aσία 
Όλο φύκια σχιστά και ματόκλαδα Kίρκης




Ώστε λοιπόν, αυτό που λέγαμε "ουρανός" δεν είναι· "αγάπη" δεν· "αιώνιο" δεν. Δεν 
Yπακούουν τα πράγματα στα ονόματά τους. Πλησιέστερα του σκοτωμού 
Kαλλιεργούνται οι ντάλιες. Kι ο βραδύς κυνηγός μ' αιθερίου θηράματα 
Eπιστρέφει κόσμου. Kι είναι πάντοτε -φευ- νωρίς. Aχ 
Δεν υποψιαστήκαμε ποτέ πόσο υπονομευμένη από θεότητα είναι 
H γη· τι χρυσός ρόδου αέναου της χρειάζεται ν' αντισταθμίζει 
Tο κενό που αφήνουμε, όμηροι όλοι εμείς μιας άλλης διάρκειας 
Που η σκιά του νου μάς αποκρύπτει. Aς είναι 



Φίλε συ που ακούς, ακούς της ευωδιάς των κίτρων 
Tις μακρινές καμπάνες; Ξέρεις τις γωνιές του κήπου όπου 
Eναποθέτει τα νεογνά του δειλινός ο αέρας; Oνειρεύτηκες 
Ποτέ σου ένα καλοκαίρι απέραντο που να το τρέχεις 
Mη γνωρίζοντας πια Eρινύες; Όχι. Nα γιατί καταρκυθμεύω 
Που οι βαριές υποχωρούν αμπάρες τρίζοντας κι οι μεγάλες θύρες ανοίγονται 
Στο φως του Ήλιου του Kρυπτού μια στιγμούλα, η φύση μας η τρίτη να φανερωθεί 
Έχει συνέχεια. Δε θα την πω. Kανείς δεν παίρνει τα δωρεάν 
Στον κακόν αγέρα ή που χάνεσαι ή που επακολουθεί γαλήνη 




Aυτά στη γλώσσα τη δική μου. Kι άλλοι άλλα σ' άλλες. Aλλ' 
H αλήθεια μόνον έναντι θανάτου δίδεται."




Οδυσσέας Ελύτης 

Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2012

Καλορίζικος!!!

Δεν τον πρόλαβα τη στιγμή που γεννήθηκε, αλλά τρεις-τέσσερις μέρες μετά. Πότε είναι τ'ακριβή του γενέθλια δεν ξέρουμε, αλλά θά'θελα να υποθέσω ότι είναι σημαδιακά, στις 28 του Οκτώβρη, μιας κι η ημερομηνία κάπου εκεί παίζει με καμιά μέρα απόκλιση! Βρέθηκε δίπλα σε μια εκκλησιά του Αη Γιώργη, πεσμένος σ'ένα φρεάτιο. Η μάνα του στεκόταν από πάνω μ'αγωνία, χωρίς να ξέρει πως να τον απεγκλωβίσει. Ο Βαγγέλης, πραγματικός παραστάτης, δεν απομακρυνόταν στιγμή από κοντά της κι όταν πήρε πρέφα τ'αφεντικό του άρχισε να χλιμιντρίζει για βοήθεια! Κι έτσι ο μικρός τη γλίτωσε και μόλις πάτησε στη γη άρχισε να καλπάζει πίσω απ'τη μάνα του, απτόητος από την τόση ταλαιπωρία του! Τότε με πήρε τηλέφωνο: "Ανεβαίνω με τις φοράδες κι έναν βαρβάτο!" ... "Γέννησε;!" πέταξα απ'τη χαρά μου κι άρχισα να ετοιμάζομαι γρήγορα να πάω να τον δω!


Ε... φυσικά τον ερωτεύτηκα με την πρώτη ματιά! Τόσο μικρούλης, με εκφραστικά μεγάλα μάτια, μια φουντωτή ουρά ("καλέ σαν σκίουρου είναι!") κι ένα χρωματάκι... αν μη τί άλλο, πρωτότυπο! Γκριζομπεζάκι που σκουραίνει σε σημεία και κάνει υπέροχη αντίθεση με τη μαύρη του χαίτη. Και να, έχει κι αστέρι στο μέτωπο, αστέρι τυχερό! Τυχερός νά'ναι και γερός! Φτού του κι όλο τον θαυμάζω! Σκαρφάλωσα για να πηδήξω μέσα στο περιφραγμένο και να τον πλησιάσω. Χάιδευα και τη μάνα του να μην ανησυχεί, αλλά αυτή μάνα καλή ανησυχούσε.. Μ'άφησε, όμως, να τον χαϊδέψω κι ας τον έπαιρνε παραδίπλα της να τον κρύψει. "Βρε, τί κούκλο μας γέννησες! Μπράβο κοπέλα μου, μπράβο!" Κι άρχισα να πλάθω σενάρια για την "εκπαίδευσή" του και για τις βόλτες μας παρέα μόλις μεγαλώσει αρκετά... Φτού του, φτού του και πάλι, γιατί πολλά στραβά μας κυνηγάνε... κι εμάς και τ'άλογα... μη μείνουμε αμανάτι με τα όνειρα...


Ένα μικρό αλογάκι, λοιπόν, στην παρέα μας... Και γιατί ά-λογον; "Η σημερινή ονομασία "άλογον" προέρχεται εκ της συνεκδοχής -κατά τη μέτρησιν στρατιωτικών δυνάμεων- :άνδρες...τόσοι, άλογα ζώα...τόσα", μας ενημερώνει η Άννα Τζιροπούλου ("Ο εν τη λέξει λόγος") και συνεχίζει "Το δε θεωρούμενον ως "αραβικόν" "άτι", είναι αντιδάνειον εκ της συνεκφοράς "ο ίππος άττει"=ορμά". Όσο για το μικρό αλογάκι, το πουλάρι, που προέρχεται από το αρχαίο πωλάριον, υποκοριστικό του πώλος: "Το νεογνόν του ίππου ονομάζεται πώλος (πουλάρι) επειδή πωλέει= τριγυρίζει γύρω από την μητέρα του και επί την πόαν= χλόην. Γενικώς, παν μικρόν ζώον λέγεται πώλος, εξ ου και "πουλί"."

Κι όντως ο μικρός μας στιγμή δεν αφήνει τη μάνα του κι όλο γυροφέρνει τριγύρω της με τα αδύνατα ποδαράκια του. Άσε που την παρακολουθεί και προσπαθεί κι αυτός, ενώ ακόμη δεν έβγαλε δοντάκια, να μασουλήσει το χορτάρι όπως κι αυτή!


Ας δούμε, όμως, και για την ονομασία "ίππος" και την ετυμολογία της (και πάλι από την Άννα Τζιροπούλου):




[*κέλης: (εκ του κέλλω= κατευθύνω το πλοίον προς την ακτήν) = ίππος ιππασίας, δρομικός, ο μη ζευγνύμενος μετ'άλλου // 2)ταχύπλουν πλοιάριον με μίαν μόνο σειρά κωπών. Ετυμολογία: κέλης, λακωνικά κέληξ' κατά τινάς συγγενής του κέλλω, κέλομαι, κελεύω' πρβλ. "ίπποισι κελητίζειν"= πηδάν εκ του ενός ίππου εις τον άλλον..., "Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης", Ι.Σταματάκου]


Ενώ, κατά την ίδια: φοράς (φοράδα), η (θηλυκή) ίππος, "ως φέρουσα καρπόν, ως γεννώσα".

ή φορβάς= [εκ του φέρβω (=τρέφω, βόσκω)] =ο παρέχων φορβήν [=βοσκήν, νομήν, τροφήν], ο τρέφων // ο εν αγέλη βόσκων, ο εν λειμώνι βόσκων // (απόλ.) φορβάς, κοινώς φοράδα. ("Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης", Ι.Σταματάκου)

Αλλά, μιας και άρχισα να μιλάω περί ίππων, περί τούτων των υπέροχων συντρόφων του ανθρώπου, δε μπορώ, κλείνοντας, να μην αναφερθώ και τους αθάνατους ίππους του Αχιλλέα,


τους πιστούς συντρόφους του στη μάχη, που θρήνησαν με δάκρυα, σαν άνθρωποι, το χαμό του Πατρόκλου...


που αποκτούσαν ως κι ανθρώπινη λαλιά για να προειδοποιήσουν τον Αχιλλέα για την αλγεινή του μοίρα...


που ενέπνευσαν, αιώνες μετά, τον Κωνσταντίνο Καβάφη, να τους αφιερώσει τους στίχους του:


αλλά και γνωστούς ζωγράφους να τους απαθανατίσουν με το πινέλο τους, όπως τον Anthony van Dyck στον παρακάτω πίνακά του: