Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χιόνι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χιόνι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2022

Μικρό οδοιπορικό...

Ένα πασπάλι μοναχά... Ίσα να λευκοντυθεί το τοπίο, αχνά, μ'ένα αραχνοΰφαντο, εύθραυστο νυφικό κι οι νιφάδες σκόρπιες, ασύνταχτες, θαρρείς αποπροσανατολισμένες, να γυροφέρνουν φλερτάροντας με τις διαθέσεις του αγέρα. Έτσι ξημέρωσε χτές... Μετά από κείνα τα ποτάμια βροχής που ξεπλύναν τις σκόνες και τις αμαρτίες μας, μετά από κείνους τους τρελούς αγέρηδες που σκορπίσαν κλωνάρια και ξεχασμένα υπάρχοντα καταγής... Κι ακολούθησε μια παγωνιά που τό'φτιαξε κριτσανιστό να ραγίζει σε κάθε πάτημα στην πέτρα του καλντεριμιού. Δεν πήγα πουθενά... Μοναχά στο μπακάλικο.

Σήμερα μου κακοφάνηκε και ξεκίνησα να περπατώ προς τα ψηλά να το συναπαντήσω. 

Αναζητώντας την ανάσα της κίνησης και καμιά ζωγραφιά να μου τραβήξει τη σκέψη και τη ματιά.

Όσο ανηφόριζα, το χιόνι πιο πυκνό στο τοπίο. Ξάφνου, έστριψα στο μονοπάτι, με πόθο ν'αντικρύσω το μικρό ξωκλήσι μου χιονοσκεπασμένο. Ο ήλιος ήδη μαλάκωνε το παγωμένο λευκό πέπλο κι ο σχιστόλιθος δάκρυζε στα κρυφά για όλα τα ανομολόγητα...


Έλυσα την πορτοκαλιά κορδέλα, έσκυψα να διαβώ και χαιρέτησα την εικόνα του. Πόσο γλυκός κι όμορφος μου φάνηκε εκεί. Λες και δεν την είχα ξαναδεί! Ποιός τον ζωγράφισε; Ποιός σκάλισε τόσο "παιδικά" το όνομά του; Πόσο παράξενο... σαν να ξανασυστηνόμαστε μετά από τόσα χρόνια...


Ένα μικρό μεταλλικό τάμα, πρασινισμένο από την υγρασία, πεσμένο παραδίπλα. Το σήκωσα. Ποιός ξέρει τί προσευχές έκρυβε φυλαγμένες; 

Το βλέμμα μου καρφώθηκε στις χαρακιές της παλιάς ξύλινης πόρτας. Λες και καθρέφτιζε τις πληγές αιώνων. Σαρακοφαγωμένη εδώ κι εκεί να θυμίζει θαρρείς το σαράκι που μαραίνει τη γενιά μας...


Έριξα μια τελευταία ματιά στα βιαστικά -έτσι κι αλλιώς σήμερα βάδιζα λιγουλάκι σα μετέωρη κι υπνωτισμένη- και στράφηκα προς στην έξοδο. Ένα κατώφλι χαμηλό, ίσα με το μπόι ενός παιδιού, να σου σιγοψιθυρίζει πως στο κατώφλι του Θεού πλησιάζουν μοναχά οι ταπεινοί...


Ανηφόρισα, μέχρι να μπορέσει ν'απλωθεί όλο το βλέμμα μου στη θάλασσα... Μια θάλασσα που ο εκθαμβωτικός ήλιος της χάριζε ξανά το διάφανο φόρεμά της! Ν' αποκοπεί από τη γη και τα χρώματα κι όλους εμάς που μπουσουλάμε άχαρα στο βυθό της και να ενωθεί με τα ουράνια...


Ακολούθησα τα χνάρια της γάτας με τη ματιά και μου φάνηκαν πάνω στη στέγη σαν όμορφη ζωγραφιά. Ίσως γιατί αποτύπωναν μια, έστω, φευγαλέα εικόνα ελευθερίας που, δυστυχώς, δεν αντικρύζω σχεδόν πουθενά πια...

Καλό ξημέρωμα άνθρωποι!

Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2019

Μονοπάτια στο χιόνι (Νυχτερινό 5ο...)


Το βραδάκι, καθώς συνόδευα την Γρου στην αποθηκούλα της, ψιλοεκστασιάστηκα με τη γύρω ατμόσφαιρα! Είναι αυτό το μαγικό του χιονιού που φωτίζει την νύχτα, κι όταν μάλιστα δεν το 'χει τσιγκουνευτεί ο ουρανός! Κι είναι και τούτοι οι σκαφτοί διάδρομοι, να φανερώνουν γη σ'ένα λευκό τοπίο...  "Ώρα για Νυχτερινό" σκέφτηκα σαν να 'λεγα: "Καιρός για έμπνευση" και, αφού ταχτοποίησα το γατί ξαναβγήκα στα παγωμένα μονοπάτια με τη φωτογραφική μηχανή!


Έλα, όμως, που τούτη η ρούχλα κι η βαριεστημάρα που μ'έπιασε σήμερα, όλο έστηνε εμπόδια: "Κάτσε, να φάμε πρώτα κατιτίς...", κι ύστερα "Νωρίς είναι ακόμη... τα Νυχτερινά μου εξάλλου πάντοτε μεταμεσονύχτια είναι..." κι έπειτα "Ποιός σηκώνεται από τον καναπέ με την ξυλόσομπα να χουρχουρίζει δίπλα του για να πάει στο γραφείο ν'αρχίσει το νταραβέρι με τον πανάρχαιο υπολογιστή; Καλύτερα να πάρω στο χέρι το βιβλίο..." Και πέρασαν τα μεσάνυχτα για τα καλά, και με μισή καρδιά βρέθηκα τελικά μπροστά στην οθόνη μπας και με ξανασυνεπάρει η έμπνευση της στιγμής, χωρίς καν να έχω αποφασίσει αν θα γράψω κάτι ή δε θα γράψω!
Όσο το σκέφτομαι, ξέρω τί μου φταίει... Ήταν πολύ σύντομη η διαδρομή. Τόσο σύντομη που διέκοψε τις σκέψεις μου εν τη γενέσει. Τις άφησε μετέωρες στη θαλπωρή του ξύλου που σιγόκαιγε να σβαρνίζονται νωχελικά στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού. Κι άντε από κει να ξαναπιάσεις μετά το νήμα που θα σε φέρει στις εικόνες της κατάλευκης παγωνιάς! Μα, δεν πρόλαβα καν να νιώσω το κρύο! Μοναχά μου μείναν οι φωτογραφίες στο μυαλό. Οι διάδρομοι στο λευκό τοπίο, τ'ανοιχτά μονοπάτια που κουτάλιζαν το κάτασπρο στρώμα σαντιγύς, εκείνο το χέρι το παιδικό που μ'ένα κέρμα έξυσε τους ασβεστωμένους τοίχους κι από κάτω φανερώνονταν παλιές ζωγραφιές... Όπως και να το κάνεις, ήταν εντυπωσιακό!


Αγριεμένος ο χιονιάς τούτη τη φορά! Καμιά σχέση με τις Γαλήνιες Νιφάδες του Γενάρη. Φάνηκε με το ξημέρωμα προχθές το πρωί κι οι διαθέσεις του μαρτυρούσαν ολοκάθαρα τη συνέχεια. Ο αγέρας λυσσομανούσε απειλητικά, βούιζε και βρυχόταν και σου ξεσκέπαζε μονομιάς το κεφάλι, ριπές χιονιού μαστίγωναν το πρόσωπο να μη βλέπεις ούτε να προχωρήσεις μπροστά, ο ουρανός βαρύς, σκοτεινός κι ανταριασμένος, και τα φώτα της ανθρώπινης τεχνολογίας να παραδέρνουν με το μάνιασμα της φύσης και ν'αναβοσβήνουν κάθε πέντε λεπτά! Ευτυχώς, σε κανα δίωρο, το ρεύμα κόπηκε οριστικά, οπότε γλιτώσαμε τουλάχιστον από την αγωνία: "Ποιά συσκευή δε θα αντέξει και θα καεί!" κι από το καίριο διπλό δίλημμα: "Να βγάλω το ψυγείο από την πρίζα ή να μην το βγάλω; Να ξαναβάλω το ψυγείο στην πρίζα ή να μην το ξαναβάλω;" και απομείναμε με το ρητορικό: "Υπάρχει περίπτωση να φτιάξουν τη βλάβη με αυτή τη θεομηνία;"... Οπότε, συνεχίσαμε αναπόσπαστοι τις εργασίες μας. Κι αποφασίζοντας να μαγειρέψω, αντί, η καλή σου, να προσαρμοστώ στα δεδομένα και στις δυνατότητες της αγαπητής ξυλόσομπας με το φουρνάκι, εγώ επέμενα να εκτελέσω τη συνταγή που μου είχε καρφωθεί στο μυαλό (πάντα έτσι προκύπτουν οι συνταγές μου -εμπνεύσεις γαρ) η οποία προϋπόθετε τσιγάρισμα! Έτσι μπόρεσα να απασχοληθώ αρκετές ώρες, περιμένοντας να βράσει το νερό, αλλά και ξεκαπνίζοντας το ντουμάνι που -αναμενόμενα- προέκυψε από τις φαεινές ιδέες μου κι επιπλέον γκρινιάζοντας για αυτές... (Πάλι καλά που το φαγητό ήταν απολαυστικότατο!)
Το σούρουπο είδαμε ξανά το φως το αληθινόν, αλλά άμεσα επανήλθαμε στο πρωινό δίλημμα! Κάθε τόσο άρχιζαν τα φωτορυθμικά! Το δίλημμα, άρχισε να εμπλουτίζεται και να γίνεται πιο αγωνιώδες: "Να βγάλω τον καταψύκτη από την πρίζα ή να τον αφήσω μέχρι να ξανακοπεί; Γιατί δεν βλέπω γιατρειά.. Κι αν ξεπαγώσουν και πάνε χαμένα τόσα τρόφιμα (και, μάλιστα, βιολογικά και του κήπου μου!);". Τελικά έβγαλα το ψυγείο κι άφησα τον καταψύκτη. Και φυσικά, μετά τα μεσάνυχτα το ρεύμα ξανακόπηκε! Τώρα πια, όλο το χωριό ήτανε στο σκοτάδι...


Ξημέρωσε με τα ανεμοσούρια νά'χουν σκεπάσει τα πάντα. Όσους διαδρόμους είχα ανοίξει, είχανε σκεπαστεί ξανά. Ούτε πατημασιά γάτας δε φαινόταν... Αλλού το χιόνι έφτανε το μισό μέτρο, αλλού τους εξήντα πόντους, αλλού αρκετά περισσότερο! Καταπού βόλευε τον αγέρα να το παραχώσει! το σήκωνε από δω, τό'φερνε από κει... Θερμοκρασίες, ευτυχώς, γύρω στο μηδέν κι έτσι παντού παρέμενε ζηλευτό κι αφράτο. Βγήκα ξανά με το φτύαρι! Κι ύστερα αποφάσισα ν'ανεβώ στην πλατεία, να ξεχιονίσω το αυτοκίνητο που θά'χε καταντήσει παγωμένη τούρτα χιονιού. Ψυχή δεν είχε περάσει από το καλντερίμι κι ας κόντευε έντεκα. Απάτητα, παρθένα όλα... Βούλιαζα και, καθώς το χιόνι ξεπερνούσε τις γαλότσες μου, νιφάδες παγωνιάς τρυπώναν μέσα... Ο χιονιάς, όμως, είχε αρχίσει να κοπάζει. Τελικά, μετά το ξεχιόνισμα, κατέληξα παγωμένη στην πλατεία του χωριού να στοιβάζω τσιπουράκια! Αναμένοντας το φως... και με πλήρη πληροφόρηση για τους πυλώνες και τα πλατάνια που γκρεμίστηκαν! Αυτά είναι! Κόπηκε το ρεύμα και μαζεύτηκε -έστω λίγος- κόσμος μέσα στο χιονιά! Όπως τις παλιές καλές εποχές, που δε λουφάζαν όλοι στα σπιτικά τους, μπροστά σε οθόνες κι οθονίτσες και πίναμε και κανένα τσίπουρο έτσι στ'απρογραμμάτιστα...


Σκαλιστά μονοπάτια... Να, τώρα μού'ρθε στο νου: Σα γλυπτά που λαξεψε το ταπεινό φτυάρι και το πονεμένο μπράτσο στο χιονιά... Απλά, σεμνά, σιωπηλά γλυπτά.. Τα σημάδια μιας πορείας μέσα στην απέραντη φύση... τα βήματά μας... τ'αποτυπώματά μας... οι διακλαδώσεις κι οι διάδρομοι... εδώ εγώ, εσύ εκεί...
Μοναχά για ν'ανοίξει ο δρόμος, να μη σταματήσεις να περπατάς, να μη βουλιάξεις... να βγαίνει η ανάσα λιγότερο ζόρικη..
Φεγγοβολάει τριγύρω η πλάση στο σκοτάδι και εσύ χαράσσεις διαδρομές...


Πέμπτη 10 Ιανουαρίου 2019

Κουβεντιάζοντας μ'έναν κομπογιάννο..


Σε πήρα στο κατόπι... Απ'το πρωί πάλευα να σε συναντήσω, ν'ανταλλάξουμε έναν χαιρετισμό, να σου προσφέρω δυο ψίχουλα καθώς θα χρωματίζεις το λευκό μου τοπίο. Μα φοβήθηκες τον άνθρωπο! Σάμπως εγώ νομίζεις, δεν τον σκιάζομαι; Δεν είναι μοναχά οι τουφεκιές, είναι τόσα πιο τρομακτικά που κατορθώνει και χωρίς το τουφέκι παραμάσχαλα. Μα, τί σου λέω τώρα; Πού να ξέρεις εσύ; Τί να καταλάβεις; Για σένα είναι τόσο πιο απλά... Τούτες οι λεξεις δεν έχουν νόημα. Εσύ γνωρίζεις μοναχά να τραγουδάς κι ίσως ν'απορείς με τις άχαρες κραυγές μας. Τόσες λέξεις, τόσα γράμματα, τόσες κουβέντες και ξεχάσαμε να τραγουδάμε...


Είσαι όμορφος! Τόσο όμορφος που δε μπορώ να σου περιγράψω το πόσο! Πώς άραγε σκέφτηκε ο Θεός να κρύψει έναν ήλιο πορτοκαλί στις ριζιμιές απ'τις φτερούγες σου;
Κάρφωσα το ζυμωτό ψωμί σ'ένα κλαράκι της κληματαριάς, για να σε προφυλάξω από το γάτο. Κι εσύ το αγνόησες. Προτιμούσες κείνο το πεσμένο στο κάτασπρο χιόνι, αλλά και πάλι φοβήθηκες να το πλησιάσεις. Σου'βαλα λιναρόσπορο και σουσάμι στο κιουπάκι, μα δε θέλησες να το καταδεχτείς. Βλέπεις, ακόμη τα δέντρα της ρεματιάς είναι με λιγοστούς καρπούς φορτωμένα. Σ'το λέω στα ίσα: Μού'βγαλες την ψυχή τούτη τη φορά! Πολύ παγωνιά για να στέκομαι χωρίς αναπνοή με τη φωτογραφική μηχανή στο χέρι. Κι εσύ πετούσες μακριά, προτού προλάβω να σε καμαρώσω.
Κι ύστερα σ'άφησα... Κι άρχισα να περπατώ προς τα υψώματα...


Και, ξαφνικά, σε μια στροφή σε ξανασυναντώ! Κρυμμένο σε κάτι αγκυλωτά βάτια.. Είπα θα σε χάσω πάλι, μα εσύ πετάριζες πιο θαρρετός στο διάβα μου! Με ξεγελούσες και φαινόσουνα ξανά δυο δρασκελιές παραπάνω.


Κι εγώ, να μην τολμώ να σε πλησιάσω, να τρέχω να σε φτάσω παράλληλα, με το φακό στο χέρι, στη μέση του δρόμου. Με πήρες χαμπάρι πως είμαι ακίνδυνη και με περιγελούσες! Κι όμως καμάρωνες, τούρλωνες την κοιλίτσα σου, στεκόσουν προκλητικά και μόλις σ'έφτανα, τσούπ! ξαναβρισκόσουνα δυο μέτρα πιο μπροστά μου!


Πορεία παράλληλη, οι δυο μας, στο παγωμένο βουνό... Πήραμε τον ανήφορο και κοιταζόμαστε σε απόσταση ασφαλείας. Πώς να μη σου χαμογελάσω;


Μέχρι που φάνηκε ένα αυτοκίνητο που σταμάτησε στο δρόμο μας και μας έκοψε την πορεία για να ξεφορτώσει κείνους τους φασαριόζους. Τότε χάθηκες ξανά... Πώς να μη χαθείς; Εσύ είσαι μια ζωγραφιά του Θεού. Με τί μάτια να σε κοιτάξουνε; Ακούγανε μονάχα τις δικές τους φωνές. Κρατούσαν τον καθρέφτη παραμάσχαλα. Δε χωρούσαν στη ζωγραφιά μας...



Μάταια σ'αναζήτησα στην επιστροφή. Ο ήλιος βυθιζόταν στον ορίζοντα και δεν ένιωθα πια τις άκρες των δαχτύλων μου. Σε ποιά φυλλωσιά να κούρνιασες προσμένοντας το ξημέρωμα; Πότε θα ξαναφανείς να χρωματίσεις τη μέρα μου;


Σήμερα σε ξανακοιτώ... Χαζεύω την ομορφιά σου σε μια πλαστή εικόνα. Ναι, είσαι τόσο όμορφος που μπορείς και ζωντανεύεις την άψυχη οθόνη μου! Που μπορείς ακόμη και να μου μιλάς μέσα από αυτήν. Ποιός είπε πως η ομορφιά κρύβεται σε περιττά στολίδια; Πασχίζουν οι άνθρωποι, λέει, να γίνουν πιο όμορφοι. Θα σκεφτόσουν ποτέ εσύ να μπογιατίσεις κόκκινο το ράμφος σου; Γελάς; Το ξέρω πως γελάς, κάθε φορά γελάς κι ας μη σου χάρισε ο Θεός χαμόγελο. Αρκείσαι σ'αυτά που σου 'δωσε, κι ίσως τούτη η πορτοκαλί λαιμουδιά να καθρεφτίζει το γέλιο της ψυχής σου. Μοναχά που εμείς δε βλέπουμε... συνηθίσαμε ν'αναγνωρίζουμε μόνο τα δικά μας σημάδια καθώς χανόμαστε στη βαβούρα της δικής μας ύπαρξης... είναι, βλέπεις, τόσο εκκωφαντική!


Νά'σαι πάλι, πετάρισες στην οθόνη μου! Τί συλλογιέσαι, φίλε μου, πάνω στο πεταμένο κεραμικό; Πού αγναντεύει η ματιά σου; Πού φτάνει ο δικός σου ορίζοντας; Πότε θα σε ξαναδώ; Πότε, άραγε, θα ξανακουβεντιάσουμε;...

Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2019

Νιφάδες γαλήνης...

Ξημέρωσε και φανερώθηκε μια εξωτική, σπάνια ομορφιά... Το βουνό των Κενταύρων ντυμένο στα κατάλευκα... Θα μου πεις, πρώτη φορά είναι; Δεν είναι πρώτη, θ'αποκριθώ, μα μονάχα τούτη τη φορά ήτανε αλλιώς...


 Ήτανε το χιόνι τόσο όσο, τουλάχιστον στο δικό μας χωριό. Τόσο όσο, ώστε να καλύψει τα πάντα, χωρίς όμως να τα εξαφανίσει κάτω απ'το πέπλο του, τόσο όσο, ώστε όλα νά'ναι ντυμένα στα λευκά, αλλά να διακρίνεται και το κορμάκι τους, τόσο όσο, ώστε να κλείσει δρόμους και μονοπάτια, αλλά χωρίς να εμποδίσει την κυκλοφορία... Και κάτι ακόμη, πολύ πιο μαγικό... Μόλις ξημέρωσε, ο χιονιάς είχε κοπάσει, λίγες νιφάδες διάσπαρτες κυκλοφορούσαν νωχελικά, αλλά το τοπίο μπροστά μου είχε παραμείνει άθικτο, θαρρείς και σταμάτησε ο χρόνος! Τα κλωνάρια λυγισμένα ασφυκτικά από το βάρος σα γονατισμένα σε κρυφή προσευχή, ν'αντέξουν, έχοντας φτάσει στο κρίσιμο όριο της ελαστικότητας... Τα γυμνά κλαδιά με τη μπαμπακούλα στρωμένη πάνω τους σαν να επρόκειτο για υπερμεγέθεις κόκκους άχνης ζάχαρης μετέωρους σε μιαν ευθεία νοητή που μέναν ανέγγιχτοι από την όποια ανασαιμιά του τόπου... Ακόμη και τ'άχαρα καλώδια κρυφτήκανε σ'ένα κάτασπρο κουκούλι που τό'βλεπες μ'απορία να σχίζει τον ορίζοντα στα δυό! Κάθε ασχήμια κρύφτηκε, ό,τι παράταιρο με το βουνό κατάφερε να συνταιριάξει και, επιπλέον, ήτανε όλα εικόνα μιας στιγμής, μιας στιγμής που πήρε από το χωροχρονικό σύμπαν παράταση κι είχε διάρκεια όσο οι πρώτες πρωινές ώρες. Τίποτα δεν είχε κουνηθεί από τη θέση του!


Μα λες, κι ο αγέρας έχασε και την ελάχιστη πνοή του, κι οι νιφάδες παρέμεναν σχεδόν μετέωρες εκεί που τις τοποθέτησε ο καλλιτέχνης της ζωγραφιάς... Λες κι η θερμοκρασία δεν ταλαντεύτηκε ούτε τόσο δα... τίποτα δεν έλιωσε, τίποτα δεν πάγωσε, όλα μείναν αφράτα, φρέσκα και λαχταριστά! Τα κλωνάρια της πικροδάφνης καμπουριασμένα στην πιο αγωνιώδη μορφή τους...κι όμως δεν κουνιόντουσαν για ώρες, ούτε να κάνουν πως τινάσσονται προς τα πάνω καθώς θά'παιρνε τον κατήφορο μια φούχτα από το λευκό φορτίο, ούτε να σπάζουν στα όρια της απαντοχής... καθηλωμένα εκεί, να τα παρατηρείς και μάταια να αναμένεις τη συνέχεια... Ε, ήταν εντυπωσιακό!


Ανηφόρισα στο καλντερίμι με το φτυάρι αρωγό, όχι πως ήτανε δύσβατα -γύρω στους 25-30 πόντους χιόνι πατιέται και παλεύεται- αλλά καθώς τα μετεωρολογικά κραυγάζανε για νέα επιδείνωση και παγετό, καλό θα'ταν να καθαρίζαμε κανένα διάδρομο προληπτικά κι ύστερα ο καημένος ο Πορφύρης μου γιατί να πνιγεί στα κρύσταλλα ή να χαθεί κάτω απ'το νέο κύμα χιονιά; Τώρα που ήταν αφράτο να τον ξαλάφρωνα, να μην νιώθω κι εγώ αποκλεισμένη. Άσε που τά'ξερα και τα περίμενα από άλλες φορές...κοντά ένα μέτρο χιόνι, παγωμένο και στουμπισμένο τού'κλεινε τη δίοδο προς την κεντρική οδό. Μια τα εκχιονιστικά που σπρώχναν αναγκαστικά το χιόνι δεξιά κι αριστερά, μια κάτι βλαμμένοι που ξεχιονίζουν τα δικά τους οχήματα και για ευκολία πετούν το χιόνι στη μούρη του διπλανού, το σκηνικό ήταν γνώριμο.


Με αυτά και με τα άλλα, καθυστέρησα! Θα πεις και μια κουβέντα με κάποιον γνωστό, θα σου δανειστεί κι ο άλλος το φτυάρι παραδίπλα, θα επιστρέψεις με τα δάχτυλα τον ποδιών να ετοιμάζονται να βγάλουν χιονίστρες γιατί οι γαλότσες χάσκανε από πάνω και χωρέσαν ουκ ολίγο παγωμένο χιόνι όπως φτυάριζες, θα βάλεις πενήντα ζευγάρια κάλτσες δίπλα στην ξυλόσομπα μπας κι επανέλθει η αίσθηση, θα πάρεις τη φωτογραφική μηχανή να κινήσεις πάλι τον ανήφορο και θα συνειδητοποιήσεις ότι, μετά από όλα αυτά, ο χρόνος άρχισε να κυλάει κανονικά και, πέρα από τις πατημασιές των ανθρώπων αρχίσανε να ξαναφαίνονται στον ορίζοντα τα πλαστικά καλώδια σε σημεία-σημεία, λες και το ζαχαρωμένο κουκούλι τους το τσιμπολόγησαν πεινασμένα πουλιά, κανα-δυο κλωνάρια αποφορτίστηκαν και τινάχτηκαν προς τον ουρανό, και το αφράτο πασπάλι από τα γυμνά κλαρούδια των πλατάνων μόλις στόλισε το κεφάλι σου καθώς ετοιμαζόσουν να το απαθανατίσεις!
Παρ'όλα αυτά, όση ομορφιά παρέμενε πρόλαβα, όσο πρόλαβα, με το φακό να την αιχμαλωτίσω! Πριν αρχίσει να χάνεται από τα ψηλά, πριν αρχίσει να γκριζάρει και να λερώνεται στα χαμηλά...


Άσπρισε το βουνό των Κενταύρων... Θαρρείς και τούτο το λευκό, έστω για λίγες στιγμές, εξάγνισε τον τόπο μας... Θαρρείς και τούτο το λευκό, έστω για λίγες στιγμές, φώτισε την γκρίζα μας πορεία... Θαρρείς και τούτο το λευκό, έστω για λίγες στιγμές, μας θύμισε όσα ξεχάσαμε...


Είχε κέφια ο Θεός σήμερα το ξημέρωμα στο βουνό του Χείρωνα. Ζωγράφισε με χοντρές πινελιές ένα τοπίο μαγικό! Χειμώνιασε το σκηνικό... γλυκά κι όμορφα... χωρίς τρελούς αγέρηδες και τσουχτερή παγωνιά, αλλά ήσυχα, ράθυμα, αργά, γαληνεμένα... Μάλλον αυτό είναι τελικά που μου έκανε τόση εντύπωση, τούτο είναι λοιπόν που πασχίζω να περιγράψω, τούτη η παράξενη κι απρόσμενη ομορφιά μιας ιδιότροπης γαλήνης που κάνει τον χρόνο να σταματά!...



Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2016

Νυχτερινό 4ο... ("Κλωστή από βελούδο")

(στη Μάνια...)



"Είσαι σα μια κλωστή από βελούδο..." μού'λεγε ο τσοπάνης μου κι όπως τον κοίταξα απορημένα τη σχημάτισε με τα δυο χέρια του... "Είναι γερές αυτές, ξέρεις. Αν κάποιος την τραβήξει απότομα θα κοπεί και θα ματώσει" είπε και τίναξε παραστατικά το δάχτυλό του... "Θέλει κανείς σιγά-σιγά να την τραβήξει, απαλά... να έτσι..." συνέχιζε να μου δείχνει καθώς παρακολουθούσα τις παλάμες του να τραβολογούν, μια έτσι, μια αλλιώς, την αόρατη βελούδινη κλωστή... 
Παρόλο που κατά βάθος καταλάβαινα τί πάσχιζε να μου πει, δε μπόρεσα να μην το ξεφουρνίσω: "Ποιός θα ματώσει; Αυτός ή εγώ;" "Εσύ!", απάντησε σαν νά'ταν κάτι αυτονόητο. Και νάσου περασμένα μεσάνυχτα να μου τριβελίζει το μυαλό μια βελούδινη κλωστή και ν'αναρωτιέμαι πως μπορεί νά'μαι και κλωστή και να ματώνω και να μη ματώνει το δάκτυλο εκείνου που πασχίζει να τη σπάσει! Θα μου πεις, άλλο ήθελε να πει ο ποιητής... Εκείνος εστίαζε στη μέθοδο κι εγώ στις σταγονίτσες αίμα πού'σταζε, εικόνα που ζωγραφίστηκε μεμιάς μπροστά μου καθώς η αόρατη κλωστή χαράκωνε εκείνο το δάχτυλο. Όχι πολύ, ίσα για να μη σ'αφήσει να κάνεις τη δουλειά σου! Γι'αυτό και πάντα τό'λεγα, κι ας ήμουν καλή στα λογοτεχνικά, αυτές οι αναλύσεις ποιημάτων στο σχολείο, μέγα λάθος! Ποτέ δεν ξέρεις τί θέλει να πει ο ποιητής, ο καθένας πάντα βλέπει τα δικά του.. Εδώ μπορεί να μην ξέρεις άλλα κι άλλα, ούτε τί θες ο ίδιος να πεις, στον ποιητή που τα καμουφλάρει και με το νόμο -ποιητική αδεία- θα βρεις άκρη; Κι αν ρε δάσκαλε είχε άλλο κατά νου, πώς εσύ μας σερβίρεις για δικό του αποκλειστικά εκείνο που η δική σου ψυχή αντιλαμβάνεται ή, ακόμη χειρότερα, κείνο που οι "επίσημοι" κριτικοί κατοχύρωσαν ως "ειδήμονες" στην "αδιαμφισβήτητη" φιλολογική τους ανάλυση για να το παπαγαλίζουν εξακολουθητικά, γενεές γενεών μαθητούδια και καθηγητάδες; Κάπως έτσι στα δεκαεφτά μου αποφάσισα για πρώτη φορά στη μαθητική μου καριέρα να σηκώσω χέρι στην τάξη. Ήθελα έντονα να διαμαρτυρηθώ, καθώς μου βάζαν, αυθαίρετα, άλλα στο νου του "Καραγάτση μου" και για τη σκέψη του ήταν μακριά νυχτωμένοι! Μια ολάκερη τάξη γύρισε και με κοίταξε με απορία για το γεγονός κι εγώ τότε μίλησα για τη δικιά μου βελούδινη κλωστή που είχαν υφάνει περίτεχνα τα εφηβικά μου εκείνα διαβάσματα...
Έτσι, λοιπόν, μετά από τρία εικοσπενταράκια -που προηγήθηκαν της κλωστής- και ύστερα από ένα καφεδάκι -που της έκανε συντροφιά- και μια τελευταία βότκα -που ακολούθησε καθώς επέστρεψα στο χωριό μου- βρέθηκα ξημερώματα να κάθομαι να συλλογιέμαι τη "βελούδινη κλωστή" του τσοπάνη μου. (Ναι, σήμερα το βουρλόκοψα, μετά από μέρες, και μη με ρωτήσει κανείς τί σημαίνει τούτη λέξη, γιατί και τούτη τη διαβάζεις καταπώς θες! Ο τσοπάνης μου πάντως την συνδυάζει με την κρασοκατάνυξη. "Λάθος με μαθαίνεις τις λέξεις! Δεν είναι το πιώμα το "βουρλόκωμα"!", πήγα να του βάλω χέρι! "Τί λες καλέ; Και τί είναι δηλαδή;" "Να... στα χαμένα... να κλωθογυρίζεις και να μην κάνεις τίποτα της προκοπής όλη μέρα." "Ε, ναι! Τί σου λέω εγώ; Γιατί, μπορείς να κάνεις τίποτα μετά από ένα γερό πιώμα;"απάντησε, χωρίς να αφήσει κανένα περιθώριο αμφισβήτησης.)
Ξεκουνήθηκα, λοιπόν, σήμερα να βγω, παρ'όλο πού'μαι στις κλειστές μου, γιατί ήξερα τί αναποδιά θα μ'έπιανε αν μας κατσικώνονταν τα χιόνια τα σιβηρικά και πολικά κι αγιοβασιλιάτικα -που, μέρες τώρα, μας διαλαλούν οι τρομολάγνοι ότι καταφθάνουν- χωρίς να έχω κάνει μια γύρα στα λημέρια μου! Εμ έτσι κι αισθανθώ εγκλωβισμό, τότε θέλω ν'αλωνίσω τον κόσμο όλον...
Κι έτσι γύρισα νυσταλέα και κατεψυγμένη στο σπιτάκι μου λίγο πριν τα μεσάνυχτα κι άραξα στον καναπέ μήπως ξαναβρώ τη θερμοκρασία μου, καμαρώνοντας τη σόμπα που ντουμάνιαζε απέναντι, καθώς οι φλόγες τυλίγανε το τεράστιο κουτσουμπάνι που μόλις κατόρθωσα μετά βίας να στριμώξω μέσα, το οποίο και ευθύνεται πλήρως, μαζί με τα συντρόφια του, για τις αλλεπάλληλές μου τενοντίτιδες! "Θα χιονίσει;" "Δε θα χιονίσει;". Θα μας "πιάσει" ή θα μας "προσπεράσει"; Όλη μέρα συζητούσαν για αυτά τα χιόνια, σαν να επρόκειτο για τους βαρβάρους του αλεξανδρινού... Το απογευματάκι σκόρπισε κάτι νιφάδες -"Να, σας τά'λεγα εγώ!"- κι ύστερα πάλι ξαστεριά. Αγέρας τρελός και ψύχος δριμύ να τσουρουφλάει. "Βρε, μπας και τη γλιτώσουμε;", οι μαγαζάτορες που τρέμουν τις ακυρώσεις με το φόβο του χιονιά για τρίτη συνεχόμενη Πρωτοχρονιά ."Στις δώδεκα τη νύχτα έρχεται..." τους έλεγε με σιγουριά ο τσοπάνης μου γελώντας. "Δική σου πρόγνωση ή τα μίντια;" τον πείραξα για κείνη την άλλη φορά: "Εγώ θα ερωτευτώ με τον καινούριο χρόνο! Το 2017, λέει, όποιος ερωτευτεί δε θα χωρίσει." "Σώπα! Και ποιός το λέει αυτό;" "Να μωρέ... αυτά... τα... πώς τα λένε;... Τα... μίντια!"



Κι όπως πάλευα να ζεσταθώ και να ξεδιαλύνω τη βελούδινη κλωστή μου, το άκουσα. Σκληρό, σπυρωτό κροτάλιζε στα μεταλλικά τραπεζάκια. Άνοιξα να δω. "Θα το στρώσει άραγε αυτό;" Ξαναχώθηκα στη ζεστασιά μου. Λίγο μετά ξαναγύρισα να κρυφοκοιτάξω. "Να που το στρώνει τελικά..." Γέλασα, πού'κανε πάλι το δικό του, δίχως να μας λογαριάσει! Καλωσόρισες! Οι δυο πολύχρωμες αγγλιές χορεύαν πασπαλισμένες μ'άχνη ζάχαρη κι η μικρή αυλή μού'μοιαζε χαρούμενη και γιορτινή έτσι ντυμένη στα λευκά. Βγήκα τουρτουρίζοντας και ξεκάλτσωτη να φωτογραφίσω. Κι ύστερα, ξαναθυμήθηκα την βελούδινη κλωστή... Μα, τώρα που το σκέφτομαι, "υπάρχουν άραγε κλωστές από βελούδο;"...

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2015

Χειμωνανθοί που χαμογελούν...

Με το έμπα του Χειμώνα, που λες, θαρρείς κι η φύση αποκοιμιέται σαν υπερήλικας γέροντας, χορτασμένος απ'τα άνθη και τους καρπούς της ζωής, που θέλησε πια να ξαποστάσει... Ο Πλούτωνας κράτησε στα κρυφά υπόγεια παλάτια του την Περσεφόνη κι η Γη Μητέρα την αναζητά, αλλά δε θα την εύρει, προτού φανεί η Άνοιξη. Τότε απ'τη χαρά της τα φωλιασμένα σπόρια στα χώματά της θα δώσουν μπόι, τα έρημα κλαράκια θα πετάξουν πρασινωπά πέταλα και μπούκια, τ'αγριολούλουδα θα προβάλουν να χαμογελάσουν πλατιά στο βασιλιά Ήλιο που επέστρεψε απ'το ταξίδι του στη μυστική χώρα των Υπερβορείων κι ο Πλούτωνας θ'απομείνει μονάχος με τα φαντάσματα μέχρι να ξαναγυρίσει ο τροχός, μέχρι ο αέναος κύκλος ν'ανταμώσει στην τροχιά του το γερο-Δεκέμβρη.



Κι απομένει για συντροφιά μας τούτες τις άγονες μέρες και κρυερές ο τρελο-Διόνυσος με τον οίνο να ζεσταίνει τις καρδιές μας, τα κούτσουρα - απομεινάρια της πρότερης ζωής- να θερμαίνουν τα σπιτικά μας κι ένα άσπρο πέπλο νυφιάτικο να στολίζει το βλέμμα μας και να επικυρώνει τους γάμους της Κόρης στον Κάτω Κόσμο.



Κι όμως, καθώς οι σταγόνες κρυσταλλώνουν στο διάβα τους για τη Γη, κάποιοι μικροί επαναστάτες ξυπνούν και σηκώνοντας μπαϊράκι δικό τους, ξέχωρο κι ανατρεπτικό, παλεύουν να διαλαλήσουν την ομορφιά της δημιουργίας, πως τίποτα δεν έχει χαθεί, πως η Άνοιξη θα κοντοφτάσει... Λιλιπούτειοι άγρυπνοι φύλακες της ζωής σε μια φύση ναρκωμένη, διαλέγουν την εξαίρεση που γεννάει ο κανόνας, εγείρουν το μνημονικό και χρωματίζουν με τις δικές τους πινελιές το μεγαλείο της Υπέρβασης... Όλα τούτα, μοναχά αν κοντοσταθείς και δεν απαξιώσεις να τους ρίξεις μια αδελφική ματιά, ακόμα και σ'αυτή τη ρημάδα την εποχή που η πληροφορία προσπερνά τον άνθρωπο κι ο άνθρωπος τις στιγμές της ζωής του...



Χρόνια τώρα, θρησκείες παλιές, θρησκείες καινούριες του ίδιου Δημιουργού, σε τούτα τα χώματα, αγκάλιασαν κάθε τι αειθαλλές, κάθε τι που προβάλει τα κλωνάρια του θάλλοντα με επιμονή, σ'όλο τούτο τον κύκλο της σπείρας του Χρόνου. Θαύμασε ο άνθρωπος τη λεβεντιά τους και ένιωσε πως τ'αγάπησαν κι οι ίδιοι οι θεοί, σαν τη Δάφνη, την νύμφη που ερωτεύτηκε ο Απόλλωνας και στόλισε με τα κλωνάρια της το ιερό του, τη Δάφνη που διάλεξε κι η Ορθοδοξία για να υποδεχτεί το Χριστό την Κυριακή των Βαϊων. Θαύμασε ο άνθρωπος το λιόπουρνο με τον κόκκινο καρπό που επιμένει να ωριμάζει μες στο καταχείμωνο και το έμπασε στο σπίτι του σα σύμβολο δύναμης κι αθανασίας για να υποδεχτεί την καινούρια χρονιά με το ευνοϊκότερο τρόπο.



Αγάπησε το έλατο που δε σκιάζεται από χιόνια και παγετούς και διακόσμησε τα φουντωτά κλαρούδια του μ'ό,τι λαμπρό και φωτεινό έκρυβε στις κασέλες του νου του. Όσο για την περίφημη τροφοδότρα ελιά, που αν κι ως θηλυκιά πιο ευαίσθητη στο τσουχτερό κρύο, επιμένει να κρατεί τ'ασημιά της φύλλα στα κλαριά όλο τον χειμώνα και να προσφέρει τον καρπό της απλόχερα στον τόπο μας, πολυτιμότερο όλων, μέσα στις πιο αντίξοες συνθήκες, αυτή κι αν την έχρισε βασίλισσα ο άνθρωπος κι ο παλιός κι ο καινούριος κι ο ερχόμενος...



Χαμογελούν οι χειμωνανθοί.... Μια ντροπαλή ρόδινη καμέλια έγειρε τον πρώτο ανθό της μες στο χιόνι...



Χειμώνιασε για τα καλά στο βουνό των Κενταύρων. Μετά το χιόνι, η παγωνιά. Κι όμως κάποια λουλούδια μισοκρυμμένα ξεγελούν τον Πλούτωνα!



Ξεπρόβαλαν μήπως καθησυχάσουν τη Γη Μητέρα που δε σταμάτησε ν'αναζητά την απαχθείσα Κόρης της...



Του Άη-Γιαννιού σήμερα... Χρόνια πολλά απ'το λευκοντυμένο βουνό του σοφού Χείρωνα...

Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2012

ο μικρός κομπογιάννος με τον κόκκινο λαιμό...



"Χειμώνιασε και φεύγουν τα πουλιά 
γοργά ο πελαργός τα πελαγώνει 
κι η φλύαρη χελιδονοφωλιά 
χορτάριασε παντέρημη και μόνη.

Του σπίνου χάθηκ` η γλυκιά λαλιά 
φοβήθηκε ο μελισσουργός το χιόνι 
κι η σουσουράδα στην ακρογιαλιά 
δεν τρέχει δεν πηδά δεν καμαρώνει.

Στης λυγαριάς τ` ολόξερο κλαδί 
του φθινοπώρου φτωχικό παιδί, 
ο καλογιάννος πρόσχαρος προβάλλει,

με λόγια ταπεινά και σιγανά. 
Μικρός προφήτης, φτερωτός μηνά 
την άνοιξη, που θα γυρίσει πάλι."

(Γεωργίου Δροσίνη) 


Χειμώνιασε για τα καλά στο βουνό του Χείρωνα. Το τοπίο ντύθηκε στ'άσπρα κι οι νιφάδες καλοθρεμμένες, αλλά αέρινες, χορεύουν σ'όλο τούτο το λευκό σκηνικό. Και ξάφνου ένα πορτοκαλοκόκκινο φτερούγισμα, σπάει τη χρωματική μονοτονία!

Απ'τα πιο όμορφα χιόνια (προς το παρόν... μη λέω και μεγάλες κουβέντες, γιατί το κύμα συνεχίζεται). Χωρίς τους τρελούς αγέρηδες, τ' ασφυκτικά ανεμοσούρια και τη μαύρη σκοτεινιά του ουρανού... Ένα χιόνι φωτεινό, στρωτό κι ήρεμο. Εκείνοι πού'χουν ζήσει τα χιόνια, καταλαβαίνουν τι λέω...

Ο κομπογιάννος μας, ο πηλιορείτης "ριλής", ο πανέμορφος κοκκινολαίμης, σαν πιστός εραστής του γερό-χειμώνα, φτερουγίζει εδώ κι εκεί αναζητώντας να χορτάσει την κοιλίτσα του. Μοναχικός, θαρραλέος, αν κι ιδιαίτερα επιφυλακτικός, πλησιάζει να δοκιμάσει το μεζέ και φτερουγίζει ανάλαφρα πιο πέρα. Δεν είχε άδικο ο Λαμνάτος όταν έγραφε για τον ασπρομάλλη γέροντα, το χειμώνα, που "ξαναφέρνει τον κοκκινολαίμη τραγουδιστή, τον καλόγιαννο, τον ψυχογιό του χειμώνα, τον μοναδικό φτερωτό σύντροφο των ξωμάχων μας". Ούτε ο Δροσίνης που τον τραγούδησε: "Μικρός προφήτης, φτερωτός μηνά την άνοιξη, που θα γυρίσει πάλι".


Είναι ο ερύθακος του Αριστοτέλη κι ο "πυρράκος" (εκ του πυρρός= κόκκινος) των αρχαίων Ελλήνων. Είναι ο καλογιάννης ή κομπογιάννος ή κοκκινολαίμης των νεοτέρων. Κι όπως μας πληροφορεί το "Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν του Ηλίου", "Ο ερύθακος είναι από τα πλέον φιλόστοργα πλάσματα της φύσεως και φροντίζει νυχθημερόν για την διατροφήν των νεοσσών του και δια την προστασία των. [...] Αν και μερικοί ερύθακοι, προερχόμενοι γενικώς από το κέντρον της Ευρώπης, καθυστερούν συχνά εις τα κλίματά μας μέχρι της ελεύσεως του χειμώνος και μάλιστα μένουν ενίοτε εκεί, εν τούτοις είναι πτηνά κατ' εξοχήν αποδημητικά, αλλά προικισμένα με πολλήν ενστικτώδη σοφίαν, διότι δεν περιμένουν συνήθως να αρχίσει ο χειμών δια να αρχίσουν την πορείαν των προς τα θερμότερα κλίματα." Κι έτσι, τους έχουμε πιστή συντροφιά, στολίδια του χειμώνα, να χρωματίζουν με τις πανέμορφες πινελιές των φτερούγων τους το κοιμισμένο τοπίο, να τραγουδούν χαρούμενα σαν χειμωνιάτικα αηδόνια και να μας πλησιάζουν περήφανα και διστακτικά για να μοιραστούμε ένα ψίχουλο κι ένα χαμόγελο μαζί τους...


Λένε, λοιπόν, πως όταν σταυρώθηκε ο Χριστός ένα καφετί πουλάκι μ'άσπρο λαιμό πέταξε πάνω απ'το κεφάλι του κι ένα λευκό λουλούδι άνθισε στη βάση του Σταυρού του. Το πουλάκι λυπήθηκε το μαρτύριο του Χριστού και θέλοντας ν'απαλύνει τον πόνο του τράβηξε με το ράμφος του ένα αγκάθι απ'το ακάνθινο στεφάνι που του είχαν φορεμένο στο κεφάλι του. Τότε, σταλαματιές από το αίμα του Χριστού πέσανε στο λαιμό του κι άλλες στα πέταλα του λουλουδιού που τ'άνοιξε όσο μπορούσε πιο πολύ για να τις δεχτεί. Έτσι, από τότε, ο λαιμός του μικρού καλόγιαννου και τα πέταλα της μικρής παπαρούνας βάφτηκαν κόκκινα. 

Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2010

σκέψεις σαν το χιόνι...

Μας τό'φερε από δω, μας τό'φερε απο κει, χιόνια ακούγαμε, χιόνια δε βλέπαμε -πέρα από ένα μιζεριασμένο νερόπλυμα που μας πασπάλισε πριν λίγες μέρες- χειμώνας ήρθε, το καλοκαίρι δεν έφευγε.. ε, αφού μας πάγωσε για τα καλά, τη φάγαμε την ψυχρολουσία, κρυστάλλωσε το κοκκαλάκι μας, τρεμούλιασε η ψυχή μας -καλά, αυτό από άλλα κι άλλα γεγονότα- σήμερα αποφάσισε να έρθει μια άσπρη μέρα! Ε, αφού δε μπορούμε να τη ζήσουμε αλλιώς, ας τη ζήσουμε με την πλάση στα ολόλευκα ντυμένη, νυφούλα σε πρόβα νυφικού, μια ελπίδα για ένα αύριο χωρίς μαυρίλες και σκοτάδια..

Ανέβαινα κι εγώ το καλντερίμι για το "παζάρ'" (που λένε κι οι παλιοί), να πάρω καμιά προμήθεια για το γατολόι κι ύστερα στο περίπτερο για να μη χαρμανιάσουμε, τέτοιες μέρες.. Δεν πρόλαβα να προσπεράσω, "χέιιιιι, χέιιιι", μου φωνάζει ο κυρ-Βασίλης μέσα απ'το κουβούκλιο! Πάω προς τα κεί.. Ξεμανταλώνει το παραθυράκι. "Βγήκες βρε θηρίο;" "Καλημέρα, ωραία μέρα!" "Μας λυπήθηκε ο Θεός!" μου κάνει. Βγάζω το γυαλί, του ηλίου βεβαίως-βεβαίως, γελώντας "Έβαλα και το γυαλί κυρ-Βασίλη!" "Πρώτη είσαι, κούκλα!" μου χαμογελάει συνωμοτικά ο παππούς. Χαμογελώ κι εγώ.. Κι ακούω τα κλαρίνα να ανασταίνουν ψυχές, από το μικρό κασετοφωνάκι του. "Μια χαρά σε βρίσκω!" του λέω. Βγάζει ένα ποτήρι κονιάκ "Έλα, να σε κεράσω!" Πίνω μια γουλιά και με το χιόνι να ασπρίζει τα γκρίζο μου παλτό, στάθηκα εκεί, έξω απ'το ξύλινο περίπτερο, και πιάσαμε τις φιλοσοφίες...


Οι ρυθμοί σήμερα πιο χαλαροί, πιο φυσιολογικοί, πιο ανθρώπινοι.. μίλησε η φύση φαίνεται και το χωριό θυμήθηκε την ξεχασμένη του αρμονία... τότε που ο άνθρωπος πάλευε αλλιώς, σκληρά, να επιβιώσει, μα δεν ξεχνούσε να ζει... Και μού'ρχεται πάλι στο νου εκείνη η εγγραφή του Νίκου, με τον καφετζή στη Νίσυρο πού'στιβε με το πάσο του τα πορτοκάλια, τόσο που εμπνευστήκαν άρθρο, ειδικά για αυτόν, κι εδώ εμείς να στείβουμε σαν ξεσαλιασμένοι, γιατί οι κύριοι επισκέπτες μας, απαιτούν το καφεδάκι τους στο λεπτό! Και σκέφτομαι, πάλι, που πήρα τα βουνά και παράτησα την Αθήνα για να ζω σαν άνθρωπος και γεμίσαμε κι εδώ επισκέπτες που δεν έρχονται, όπως κραυγαλέα διατείνονται, για να απολαύσουν το τοπίο, την ηρεμία και τη φύση, αλλά μοναχά για να μας μεταδώσουν τους αρρωστημένους τους ρυθμούς, το ανεξέλεγκτο άγχος τους και τη δυστυχία της κενής από ουσία ζωής τους...Χτίζουνε βίλες με δωμάτια, άδεια, θλιβερά, άχρηστα, μα πλουσιοστολισμένα, κάνουν βαφτίσια με κέιτερινγκ, μπαλόνια και φανφάρες στην εκκλησίτσα του χωριού και αναζητούν καφέ με άρωμα μπανάνας στο καφενείο ("αχ... τόφου δεν έχετε;")... βιάζονται, βιάζονται, βιάζονται.. οι ντόπιοι δεν τους αρέσουν, τα πανηγύρια τους ενοχλούν, το χιόνι τους τρομάζει... μα, τί ήρθαν, επιτέλους, να κάνουν εδώ; Να μας φορτώσουν όλα αυτά, απ'τα οποία υποτίθεται πως θέλουν να ξεφύγουν;..Δε μας φτάνουν τ'άλλα προβλήματά μας...


Χαζεύω απ'το παράθυρο.. Ο Παγασητικός χάθηκε, έγινε ένα με το άσπρο φόντο του ουρανού.. Οι στέγες μου χαμογελούν, κατάλευκες τριγωνικές τουρτίτσες... Οι νιφάδες προσγειώνονται χορεύοντας στο ρυθμό του Βοριά... Μέσα φλόγες λαμπυρίζουν, η ξυλόσομπα φωτισμένη, η φωτιά στο τζάκι ράθυμα τυλίγει την ξεραμένη ελιά κι ένα κονιακάκι συντροφιά -ένεκα που το ζήλεψα απ'τον κυρ-Βασίλη...

Τις χίλες δυο σκοτούρες, τις έχει απωθήσει το μυαλό μου σε μια καταπακτή.. σφαλισμένες έστω για δυο στιγμές, για τρεις.. τώρα ταξιδεύει, παίζοντας με τις νιφάδες.. καρφώνεται το βλέμμα στο λευκό.. σα μικρό παιδί, χαζεύει το χιόνι σαν κάτι πρωτόγνωρο... εκστατικό... Ξημέρωσε μια μέρα άσπρη...