Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λουκάτος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λουκάτος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 6 Απριλίου 2024

Κυριακή Σταυρολουλουδιά (λαογραφικά της Σταυροπροσκυνήσεως)

Στο μέσον της Αγίας Τεσσαρακοστής, η Εκκλησία μας προβάλλει την προσκύνηση του Τιμίου Σταυρού και, μάλιστα, ζωοποιώς ανθοστολισμένου, προς ενίσχυση του αγώνα, όλης τούτης της περιόδου που οδεύουμε προς το Μεγαλοβδόμαδο του Πάθους, των ορθοδόξων πιστών . Είναι η τρίτη Κυριακή των Νηστειών, η Κυριακή του Σταυρού και των λουλουδιών, η Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως...
"Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν,ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ,καὶ ἀκολουθείτω μοι." (Ματθ. η34)

 Καταγράφει ο Νίκος Ψιλάκης στο πολύτιμο έργο του για τα έθιμα στον κύκλο του χρόνου:

"... Ο σταυρός ευρίσκεται μέσα στο ιερό, σε δίσκο γεμάτο με τα πρώιμα λουλούδια της άνοιξης. Στην Κρήτη καθιερώθηκε να κυριαρχεί το αρισμαρί, το δενδρολίβανο, που συχνά διατηρεί την άνθισή του τούτη την εποχή. Μαζί με το δενδρολίβανο, το δίσκο κοσμούν ζουμπούλια και άνθη λεμονιάς, πολύχρωμα άνθη, κλωναράκια ελιάς και πράσινα κλωνάρια βοτάνων κομμένα σχεδόν πάντα απ'τις αυλές των ενοριτών. Στη Μεσαρά, και γενικά στις νότιες περιοχές της Κρήτης, βάζουν αποκλειστικά λουλούδια μυριστικά. Δε μπαίνει ποτέ λουλούδι ή φυτό που δε μυρίζει, όσο καλό κι αν θεωρείται. Η εξήγηση είναι πρόχειρη κι αυθόρμητη: Η  μυρωδιά εφανέρωσε το σταυρό

Στο τέλος της δοξολογίας οι πιστοί παίρνουν τα λάβαρα και τα εξαπτέρυγα, σταματούν μπροστά στην πόρτα του αριστερού κλίτους και περιμένουν το λειτουργό ιερέα να φέρει τον ανθοστόλιστο σταυρό πάνω απ'το κεφάλι του ή, αν είναι δύο ιερείς, να τον σηκώσουν ψηλά πάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων. Έτσι αρχίζει η μικρή περιφορά, συνήθως μέσα στον ναό, ενώ δεν απολείπουν οι περιπτώσεις που προτιμάται η περιφορά έξω, γύρω από τον ναό. [...] ο ιερέας προσκυνά το σταυρό, παίρνει μικρά ματσάκια με τα άνθη της Σταυροπροσκυνήσεως και τα προσφέρει πρώτα στους ψάλτες και στη συνέχεια σε όλο το εκκλησίασμα...."

(Νίκου Ψιλάκη, "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη", εκδόσεις Καρμάνωρ)



Αναφέρει κι ο έτερος λαογράφος μας Δημήτρης Λουκάτος:

"Ανοιξιάτικη γιορτή των λουλουδιών, που συγκεντρώνονται άφθονα στην εκκλησία, ν'ανθοστολίσουν προκαταβολικά το Σταυρό, που σε τρεις πάλι βδομάδες θα δεχτεί πάνω του το σταυρωμένο Χριστό. Την έχει επίτηδες καθιερώσει η Εκκλησία, στη μέση της Σαρακοστής, για να τονώσει την παλιότερη νηστεία και προσήλωση των πιστών στη χρονική προσδοκία του Πάθους.
"Καθάπερ οἱ τραχείαν καὶ μακράν ὁδόν διανύοντες, εἴ που δένδρον εὐσκιόφυλλον εὔρωσι, μικρόν καθήσαντες ἀναπαύονται... οὔτω καὶ νῦν, εἰς τὸν Νηστείας καιρόν ἐνεφυτεύθη μέσον ὁ ζωηφόρος Σταυρός, ἄνεσιν και ἀναψυχήν ἡμῖν χορηγῶν..."
Πραγματικά μοιάζει σαν ξαναφυτεμένο το ξύλο του σταυρού ανάμεσα στο σωρό τα λουλούδια (βιολέτες, ζουμπούλια, μενεξέδες, δεντρολίβανα), που φέρνουν κι αποθέτουν στα πόδια του οι πιστοί. Κι όλα στο τέλος μοιράζονται, ευλογημένα από τον παπά, στους πιστούς, που φεύγουν για τα σπίτια τους, "ανθοφόροι" σαν τους αρχαίους, όπως φεύγουν και στις δύο άλλες γιορτές της ανθοφορίας: του Σταυρού το Σεπτέμβρη με τους βασιλικούς και την Κυριακή των Βαϊων με τα βάγια.

Τούτην τη μέρα τη λένε "του Λουλουδιού", "του Σταυρολούλουδου", "του Γιοφυλλιού", ή "Κυριακή Σταυρολουλουδιά". Φυλάνε έπειτα τα λουλούδια πλάι στα εικονίσματα, στο σπίτι, και τά'χουν για λιβάνισμα, ξεμάτιασμα και ξόρκι, σε κάθε πιθανό κακό.

Λαογραφικά ονομάζουν "Μεσοσαράκοστο" την Κυριακή αυτή, κάτι σαν το καθολικό Mi-carem, όχι όμως με εκείνου την ελευθερία στα φαγώσιμα και στο γλέντι, αλλά αντίθετα, με πιο αυστηρή νηστεία, "σταυρώσιμη". (Οι νηστείες εβόλευαν πάντα τη φτωχή ανατολή πιο πολύ απ'τη δύση.)

Οπωσδήποτε, η Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως είναι ένα πλησίασμα και μια προαγγελία στο Πάθος, όπως σε λίγο, το Σάββατο του Λαζάρου θα είναι μια προαγγελία της Ανάστασης. Παλιότερα γίνονταν την ημέρα τούτη (το απόγευμα), και αγερμοί των παιδιών, που γύριζαν στα σπίτια και ζητούσαν αυγά για το Πάσχα και ξύλα-παλιούρια, για τις φωτιές που θ'άναβαν αναγγελτικές, ή και για να κάψουν το ομοίωμα του Ιούδα. Έλεγαν τους στίχους:

Χαίρε, Τίμιε Σταυρέ,
η χαρά των Προφητών!
Να μου δώσεις εν'αυγό,
για να φύγω από δω!

Μεγάλη σημασία δίνουν στη Σταυροπροσκύνηση και οι ναυτικοί μας. Το "Μεσοσαράκοστο" τους θυμίζει (και από εκκλησιαστική επίδραση) το "εν μέσω πελάγει". Ιδιαίτερο προσκύνημα κάνουν στον Πανορμίτη της Σύμης οι οικογένειες των ναυτιλομένων (για να ανανεώσουν την εύνοια του Μεγαλόχαρου - Αρχάγγελου Μιχαήλ- στα ταξίδια τους), με καθιερωμένο φρούτο του νηστίσιμου γεύματος ένα φυλαγμένο επίτηδες καρπούζι."

(Δημήτρη Λουκάτου, "Πασχαλινά και της Άνοιξης", εκδόσεις Φιλιππότη)



Και πάλι από την πένα του Νίκου Ψιλάκη, μέσα από τα τόσα πολύτιμα που καταγράφει για τη μέρα τούτη:

"Σε παλιότερες εποχές συγκεντρώνονταν κάμποσοι ενορίτες στο σπίτι του παπά όπου έφερναν μεγάλα μάτσα ή καλάθια ολόκληρα με άνθη. Εκεί, σε μια-δυο αποσπερίδες, έδεναν τα ματσάκια και τα μετέφεραν στην εκκλησία. [...]

Τη μέρα της Σταυροπροσκύνησης τα ταπεινά άνθη της κάθε αυλής και της κάθε γλάστρας μεταφέρονται στην εκκλησία. Οι ευεργετικές δυνάμεις που μεταφέρουν μετά τη λειτουργία είναι επίκτητες' αποκτήθηκαν λόγω της επαφής των με το σταυρό, το σεπτό σύμβολο της πίστης. Φενικά πιστεύεται ότι μεταφέρουν την ευλογία της εκκλησίας και ότι μπορούν να τη μεταδώσουν σε όποιον άνθρωπο, ζώο ή αντικείμενο έρθει μαζί τους. Για το λόγο αυτό χρησιμοποιούσαν παλιότερα τις "ροδαρές" σε πλήθος εθιμικών ενεργειών, στο σπίτι, στο ζυμωτό, στο στάβλο, στις μάντρες των αιγοπροβάτων, στο χωράφι και στον κήπο, που αρχίζουν αυτή την εποχή να τον φυτεύουν με τα καλοκαιρινά λαχανικά. Σήμερα απλώς τις μεταφέρουν στο σπίτι και τις εναποθέτουν στα εικονίσματα. [...]

Σε μερικές περιοχές του νησιού (χωριά Αστερουσίων) διατηρείται ακόμη μια παλιότερη συνήθεια. Κοπελιές ή και νέες γυναίκες παίρνουν μικρά ματσάκια, όσα χρειάζονται, και πηγαίνουν σε όλα τα ξωκλήσια. Το μήνυμα της Σταυροπροσκύνησης πρέπει να φτάσει παντού. [...]"

(Νίκου Ψιλάκη, "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη"εκδόσεις Καρμάνωρ)

 (*παλαιότερη εγγραφή: Κυριακή Σταυρολουλουδιά)

Τετάρτη 28 Φεβρουαρίου 2024

Ο αδικημένος Άγιος Κασσιανός κι οι λαϊκές μας παραδόσεις!

"Ο άϊ-Κασσιανός παραπονιόταν στο Θεό γιατί μαθές, να κάνουν τόσες δόξες και πανηγύρια στον άϊ-Νικόλα... και για τον Κασσιανό, που κάποτε γλύτωσε ανθρώπους από τα θηρία (ίσως όταν γύριζε στα Μοναστήρια της Ανατολής) δεν εγνοιάστηκε κανείς, μηδέ για προσκύνημα, μηδέ για πανηγύρι! 
Την ίδια ώρα, νά και παρουσιάστηκε ο άϊ-Νικόλας βρεγμένος ίσα με το κόκκαλο κι αναμαλλιάρης. (Τον ερώτησ' ο Θεός πού ήταν.) Και άρχισε να λέει σε πόσα πέλαγα γύριζε και πόσα καράβια γλύτωσε με τους ανθρώπους των.
Τότε ο Θεός γυρίζει και λέει στον Κασσιανό: Τον είδες τον άγιο-Νικόλα; Μηδέ μέρα, μηδέ νύχτα ησυχάζει. Χώνεται, χειμώναν καιρό, μέσα στις φουρτούνες, για να γλυτώσει τον κόσμο, κι η βράκα του (όπως των ναυτικών) είναι πάντα βρεμένη. Και συ πια, που γλύτωσες μια φορά ανθρώπους από τα θεριά, κάθεσαι τώρα, σαν οκνός, στον Παράδεισο κι έχεις μούτρα, να παραπονιέσαι. Μάθε το λοιπόν, μια και καλή, πως ο κόσμος που κάνει τα πανηγύρια, ξέρει τί κάνει! 
Σώπασε ο Κασσιανός, αμ' ο Θεός τον τιμώρησε, να μη μπορεί να γιορτάζει κάθε χρόνο, μόνο μια φορά στα τέσσερα, άμα ο Φλεβάρης θα τραβά εικοσιεννιά." (Παναγιώτης Νικήτας, "Το Λεσβειακό Μηνολόγιο", Μυτιλήνη 1953)
Τούτη την παράδοση, παραθέτει ο λαογράφος μας Δημήτριος Λουκάτος στο έργο του "Συμπληρωματικά του Χειμώνα και της Άνοιξης" (εκδόσεις Φιλιππότη) και αναφέρει σχετικά:
"Είναι ο άγιος, που μόνο τα δίσεκτα έτη παρουσιάζεται η ημερομηνία της γιορτής του. Στα άλλα χρόνια συνεορτάζεται με τους αγίους της 28ης  Φεβρουαρίου. Ο λαός πιστεύει πως είναι τιμωρημένος από το Θεό γιατί, ενώ είχε κανονική τη λατρεία του, παραπονέθηκε ότι άλλοι άγιοι παίρνουν μεγάλες τιμές. [...] Η γενική αυτή παράδοση με σχετικές παραλλαγές κυκλοφορεί ιδιαίτερα στις Ορθόδοξες χώρες από τα βυζαντινά χρόνια. [...]"




Εμπνευσμένος από ετούτη την παράδοση, ο κλασικός λογοτέχνης μας Γεώργιος Βιζυηνός (1949-1896), έγραψε ένα πολύ ιδιαίτερο ποίημα, "Το συναξάρι του Αγίου Κασσιανού":

Ἀτθίδες Αὖραι (1884)

Συγγραφέας: Γεώργιος Βιζυηνός
ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΑΣΣΙΑΝΟΥ
(Δημώδης καλογηρικὴ παράδοσις.)


"Οἱ Ἅγιοι στὸν οὐρανὸ
συνάχθηκαν ἕνα πουρνὸ
’μπρὸς στοῦ Θεοῦ τὸ δῶμα.
Τάκ, τοῦκ! Τὴν θύρα του χτυποῦν:
Ἔχουνε κἄτι νὰ τοῦ ’ποῦν—
Μήπως κοιμᾶτ’ ἀκόμα;

“Καὶ βέβαια! Ἀπὸ τεμπελιὰ
κι’ ἀπὸ κοιμῆσ’ ἄλλη δουλειὰ
τοῦ Λόγου του δὲν κάνει!”
(Ὁ Ἅγιος Κασσιανὸς
τὸ εἶπε, ποῦ τοῦ καθενὸς
τὴν γνώμη προλαμβάνει.)

“Λέν, εἰς παμπάλαιον καιρὸν
πῶς μιὰ δουλειὰ ἐξ ἡμερῶν
ἐπῆρεν εἰς τὰ χέρια.
Κ’ ἔκτισε κῦμα καὶ στεριά,
κ’ ἔπλασ’ ἀνθρώπους καὶ θεριά,
κ’ ἐγυάλισε τ’ ἀστέρια.

“Μὰ σοῦ ἐπῆρεν ἀπ’ ἐκεῖ
γιὰ μιὰ μεγάλη Κυριακὴ
τὸν ἄπειρον αἰῶνα!
Ἐνῷ οἱ Ἅγιοι ’γδυτοί,
’ως καὶ στὴν ἴδια μας γιορτή,
δουλεύουμε γι’ Αὐτόνα!”

Πρὶν ἀποσώσῃ τὴν λαλιά,
ἀνοίγ’ ἡ θύρα μιὰ σταλιά,
καὶ βλέπ’ αὐτὸς κ’ οἱ ἄλλοι—
Δὲν ἐφαινότανε μορφή,
μὰ εἶδαν τ’ ἄσπρο τὸ σκουφί,
π’ ὁ Θεὸς τὴν νύχτα βάλλει.

Τοῦ Κόσμ’ Αὐτὸς τὴν μηχανή,
μὲ τὸ ποδάρι του κουνεῖ,
κι’ ἀλείφει μὲ τὸ χέρι·
Ἡ ’πουκαμίσα ποῦ φορεῖ
καὶ ἡ ’ματιά του μαρτυρεῖ
πῶς ’δούλευε νυχτέρι.

Ἅμα τὸ εἶδαν οἱ καλοί,
σὰν νᾆχαν ὅλοι μιὰ βουλή,
τὸ βλέμμα σκύβουν κάτω,
κι’ ἀρχίζουν μὲ πολλὴ βοή:
“Τὸν Κύριον πᾶσα πνοὴ
καὶ κτίσις αἰνεσάτω!”

Ὁ Θεὸς ἀκούει καὶ γελᾷ·
κι’ ἀνασκομπόνει στ’ ἀψηλὰ
τοῦ ῥούχου τὰ μανίκια:
“Καλὰ τὸ λέγουν οἱ θνητοί,
πῶς ὅπου λείπει τὸ γατί
χορεύουν τὰ ποντίκια!”

Κ’ ἐνῷ οἱ Ἅγιοι μὲ πολλὴ
τοῦ ψαλλουρίζουν συστολὴ
τ’ ἀτέλειωτο τροπάρι,
νίβγετ’ Ἐκεῖνος καθαρὰ
κι’ ἀλλάζει μέσα, καὶ φορᾷ
τὴν θεϊκή του χάρη.

Ἔπειτα γνεύει σιγανὰ
τ’ ἀγγέλου ποῦ τὸν διακονᾷ
ν’ ἀνοίξῃ πιὰ τὴν θύρα.
Μόλις τὴν εἶδαν ν’ ἀνοιγῇ,
ἐσκύψαν ὅλοι μὲ σιγή,
καὶ προσκυνοῦν στὴν γύρα.

Ὁ Πλάστης γνεύει ἄλλη μιά.
Κ’ ἦταν αὐτὸ ἐπιθυμιὰ
νὰ εἰσαχθοῦν στὸ ’σπίτι.
“Μόλις ἐδόθ’ ἡ προσταγή,
καὶ θὰ φιλήσῃ λὲς τὴν γῆ
ἡ μακρυά τους μύτη!

“Ἀρκεῖ! Ἀρκεῖ! Εὐχαριστῶ!
Σᾶς ἔχω χάριν, ἂν αὐτὸ
τὸ αἴσθημα σᾶς μένῃ,
κι’ ὅταν κανεὶς δὲν σᾶς τηρᾷ -
Καὶ σᾶς ’βρεθῇ καμμιὰ φορὰ
ἡ θύρα μου κλεισμένη.”

Ἕνας τὸν ἄλλο τους κυττᾷ
κ’ ἐκπεπληγμένος ἐρωτᾷ,
μὲ τὴν ’ματιὰ μονάχα:
Ποιός εἶν’ αὐτός, ὅπου τολμᾷ
τέτοι’ Ἀρχηγὸ νὰ μὴν τιμᾷ
ὅπου κι’ ἂν ἦναι τάχα;

“Ὁρίστε μέσ’ ἀγαπητοί!
Βεβαίως τρέχει κἄτι τὶ
σπουδαῖο στὴν Ἑλλάδα,
γιὰ νὰ ’ξυπνήσετε βιαστοὶ
ἀπὸ τὴν κλίνη τὴν ζεστή,
’σὲ τούτη τὴν κρυάδα!”

Καθεὶς σκουντᾷ καὶ προσπαθεῖ
νὰ πρωτὠμβῇ νὰ θρονιασθῇ
εἰς τοῦ Θεοῦ τὸ πλάγι.
Σταὶς πρόσχαραίς των ταὶς μορφαὶς
τὸ βλέπεις, ποῦ καλὸς καφὲς
τοὺς ’μύρισε καὶ τσάγι!

Σὰν ἐκαθῆσαν στὰ θρονιά,
κ’ ἐβούτησαν τὴν φρυγανιά,
καὶ ἤπιαν τὸ ζεστό τους—
Στρέφετ’ ὁ Πλάστης τοὺς κυττᾷ,
καὶ τὰ μαντάτα νὰ ῥωτᾷ
ἀρχίζ’ ἀπὸ τοὺς πρώτους:

Ἀπὸ τοὺς ἀξιωματικούς—
Αὐτοὺς τοὺς προτιμοῦν, ἀκοῦς,
κι’ ὁ Θεὸς καὶ ᾑ κοκκώναις.
Γιατὶ τοὺς ἔχουν γιὰ φρουρούς,
ποῦ κόφτουν δράκοντας κ’ ἐχθρούς—
Ἐπάνω σταὶς εἰκόναις.

Τὸν Ἁγι-Γεώργη τὸ λοιπὸν
ῥωτᾷ μὲ βλέμμα χαρωπόν:
“Τί νέ’ ἀπ’ τὴν Ἀθήνα;”
Αὐτός, τὸ χέρι του στ’ αὐτί,
καὶ μὲ μιὰ στάση κορδωτή:
“Τὰ ’ξεύρεις, λέγ’, ἐκεῖνα!

“Τὴν μάν’ αὐτοί, ποῦ τοὺς γεννᾷ,
τὴν ῥουκανοῦν παντοτεινά,
σὰν δένδρο τὰ σκουλούκια.
Καὶ πέρνουν, γι’ ἄπειρα πουγγιά,
ἐλεημοσύν’ ἀπ’ τὴν Φραγκιὰ
κι’ ἀπ’ τὴν Τουρκιά—Χαστούκια!”

Ἔπειτα στρέφει καὶ θωρεῖ
τ’ Ἁγί-Δημήτρη τὸ σκαρί,
ντρίτο, σὰν σπάθας θήκη.
Καί, “Τί μαντάτα, τὸν ῥωτᾷ,
ἀπ’ τῆς Ἠπείρου τ’ ἀνοιχτὰ
κι’ ἀπ’ τὴν Θεσσαλονίκη;”

“Καλά, τοῦ λέγ’, εὐχαριστῶ!
Μά, Προτεστάντη τὸν Χριστὸ
θὰ κάμουν αὐτοῦ πέρα,
κι’ ὅλους ἑμᾶς Αὐστριακούς—
Ἄν δὲν τοὺς βάλῃς τοὺς Γραικοὺς
’λίγο μυαλὸ μιὰ ’μέρα!”

Τότ’ ὁ Θεὸς στρεφογυρνᾷ
νὰ ’βρῇ μὲ ’μάτια γαλανὰ
τὸν Ἅγιο Νικόλα:
Αὐτὸς φροντίζει δι’ αὐτά.
Αὐτὸς τὴν Πίστ’ ὑπηρετᾷ—
Κι’ ἂς μὴν τὸ λέγει κι’ ὅλα.

Γυρνᾷ ’π’ ἐδώ, γυρνᾷ ’π’ ἐκεῖ—
Ὅλ’ εἶν’ αὐτοῦ οἱ συνοδικοί,
μόνον ἐκεῖνος ὄχι!
“’Ξεύρει κανείς σας, ποῦ κρατεῖ
Ἁγι-Νικόλας, καὶ γιατί
δὲν κάθεται στὴν κώχη;”

Ὅλοι τους γνέψιμο κοινὸ
στὸν Ἅγιο Κασσιανὸ
γιὰ ν’ ἀπαντήσῃ ῥίπτουν—
Αὐτὸς τοὺς ἔφερεν· αὐτὸς
ἂς ὁμιλήσῃ θαρρετὸς
ὅ τι ἐκεῖνοι κρύπτουν.

Αὐτὸς ’σηκώθ’ ἀπ’ τὸ θρονί:
“’Βλόγησον, Πάτερ!” Προσκυνεῖ,
καὶ λέγει μὲ τὴν μύτη.
“Μᾶς ἐρωτᾷς συχνὰ πυκνὰ
ὁ κόσμος κάτω πῶς περνᾷ
στ’ ἀπότρελό του ’σπίτι.

“Θαρρῶ, θὰ ἦταν πιὸ καλά,
ἄν ἐρωτοῦσες μιὰ βολὰ
καὶ δι’ ἑμᾶς ’δῶ πέρα.
Καλὰ θὰ ἦταν. Ἀλλὰ Σύ—
Μὰ αὐτὴν τὴν δόξα τὴν χρυσή—
Ἐπῆρ’ ὁ νοῦς Σ’ ἀγέρα!

“Τώρα μοῦ νοιώθει τὸ μυαλό,
γιατί κανεὶς τὸν πιὸ τρελό
θεότρελο τὸν κράζει!
Αὐτὸ βεβαίως θὰ δηλοῖ,
πῶς ἡ τρελάρα ἡ πολλὴ
τὴν φρόνησή Σου ’μοιάζει!

“Γκρεμνιέτ’ ὁ τόπος ποῦ πατᾷς,
καὶ Σὺ ’ξετάζεις κ’ ἐρωτᾷς
τί νέ’ ἀπ’ τὴν Ἑλλάδα;
Ἔχ! Καὶ νὰ ἤμουνα Θεός!
Νὰ φάγ’ ἐτοῦτος ὁ λαὸς
ζβερκιὰ καὶ μπαστουνάδα!

“Μώρ’ Χριστιανοί ’ναι τάχ’ αὐτοί,
καὶ πατριῶται θαρρετοί,
σὰν ἦταν ἡ γενιά τους;
Ἔχ! Καὶ νὰ εἶχα μιὰ νευρὰ
νὰ τοὺς ἀργάσω τὰ πλευρὰ
σαχλιὰ σὰν τὰ μυαλά τους!

“Μ’ αὐτὸ δὰ θἄρθῃ μοναχό,
σὰν στρέψ’ ὁ Χρόνος τὸν τροχὸ
ἀπ’ τοῦ Βοριᾶ τὰ μέρη,
καὶ τοὺς ἀλέσουν οἱ Ξανθοί,
σὰν ἅλας πὤχει μωρανθῇ,
σὰν ’ξέθυμο πιπέρι!

“Γι’ αὐτὸ συμπάθειο Σὲ ζητῶ,
ἂν μ’ ἔφυγε τὸ καθ’ αὐτὸ
τῆς ὁμιλίας νῆμα.
Μιὰ ἄλλ’ ἀνάγκη μᾶς βαστᾷ,
μᾶς ἔχει σύρ’ ἐδὼ ’μπροστὰ
στὸ θεϊκό Σου βῆμα.

“Ἁγι-Νικόλας μὲ χωρὶς
αἰτία κι’ ἀφορμὴ θαρρεῖς
λείπ’ ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς τόπους;
Παρὰ σκυφτὸς ἐδὼ μ’ ἑμᾶς,
προκρίν’ ἐκεῖνος τὰς τιμὰς
ποῦ παίρν’ ἀπ’ τοὺς ἀνθρώπους.

“Σὲ κάθε τέμπλος π’ ἀπαντᾷ
στήνει τὸν θρόνο του κοντὰ
στοῦ γυιοῦ Σου τὴν μητέρα!
Κ’ οἱ ναύταις, ὅταν κονδυλοῦν,
σ’ ἐκεῖνον κράζουν καὶ λαλοῦν
τὸ Τὴν τιμιωτέρα!

“Κ’ ἐνῷ ἡ φτώχεια δὲν ’μπορεῖ
γιὰ μᾶς νὰ κάψ’ ἕνα κερὶ
καὶ δυὸ κουκκιὰ θυμιάμα,
αὐτὸς συχνὰ πυκνὰ πουλεῖ,
ἀπ’ τὴν περίσσεια τὴν πολλή,
χρυσὸ τὸ κάθε τάμα!

“Νοεῖς βεβαίως, πῶς αὐτὰ
τὴν Πίστη βλάπτουν δυνατὰ
καὶ τὴν Ἁγιωσύνη.
Ἐνῷ δὲν ἔπρεπε, φρονῶ,
νὰ λείπ’ ’ως κι’ ἀπ’ τὸν οὐρανὸ
ἡ κοινοκτημοσύνη!

“Γιατί νὰ ἔχ’ αὐτὸς γιατί
τίμὴ καὶ δόξα, κ’ ἑορτὴ
λαμπρότερ’ ἀπὸ μένα;
Ἂς μᾶς τὸ ’πῇ ὀρθὰ κοφτὰ
τὰ δικαιώματά τ’ αὐτὰ
ποῦ τἄχ’ ἀποκτημένα!

“Ἂν ἦταν μάρτυς μὲ καρδιά—
Θἄλεγα: τέτοι’ ἀναποδιὰ
τὴν κάμνουν οἱ ἀνθρῶποι:
Σοῦ ’γδέρνουν κἄποιον σὰν σκυλί,
καὶ σὰν θεόν τους, οἱ μουρλοί,
τὸν προσκυνοῦν κατόπι!

“Ἂν ἦταν ἕνας ἀσκητής,
ἕνας σοφὸς ἢ ποιητής,
π’ ἀπέθαν’ ἀπ’ τὴν πεῖνα—
θἆχε κανεὶς ὑπομονή·
καὶ θἄλεγ’ ὅλ’ οἱ Χριστιανοὶ
πῶς εἶν’ ἀπ’ τὴν Ἀθήνα.

“Τὸ πνεῦμ’ ἀφήνουν νὰ πεινᾷ,
τὴν ἀρετὴ νὰ διακονᾷ—
Καὶ σὰν τὰ κακαρώσῃ,
πὰ στὸ στομάχι τ’ ἀδειανὸ
τῆς στήνουν μάρμαρο βουνό,
καὶ ψάλλουν ὅσοι ὅσοι!

“Μὰ τοῦτον—Δόξα σ’ ὁ Θεός—
στὴν γῆ τὸν εἶχεν ὁ λαὸς
Αὐθέντη καὶ Δεσπότη!
Γι’ αὐτάς, δὲν εἶπες, τὰς τιμάς,
οἱ πρῶτ’ εἶν’ ἔσχατοι ’σ’ ἑμᾶς,
κ’ οἱ ἔσχατ’ εἶναι πρῶτοι;—

“Μά, τὸ συνήθειο τὸ κακὸ
ἔγεινε πλέον φυσικὸ
στὸν Ἅγιο-Νικόλα!
Φιλόπρωτος χαμαὶ στὴν γῆ,
πρωτεῖα ’πάνω κυνηγεῖ
μὲ τὰ σωστά του ὅλα.

“Κι’ ἂν δὲν ’νοιασθῇς – Σὲ βεβαιῶ,
μᾶς τὸν καθίζουν γιὰ Θεὸ
στὸν ζβέρκο μας οἱ Σλαῦοι!
Καὶ θὲ νἀρθῇ μιὰ πρωϊνὴ
νὰ Σὲ σηκώσ’ ἀπ’ τὸ σκαμνί,
τὴν θέση νὰ Σοῦ λάβῃ!”

Ὁ Πλάστης π’ ἄκουεν αὐτὰ
τὰ γέλοια μέσα του βαστᾷ,
τὰ γένια του χαϊδεύει.
Μιὰ τὸν κατήγορο θωρεῖ,
μιὰ τὼν Ἁγίων τὸ σωρί—
Κἄτι τοὺς μαγερεύει!

Κατόπι: “Πράγματι, λαλεῖ,
εἶναι παράδοξο πολὺ
γιατί ἡ Χριστιανοσύνη
κεριὰ καὶ ’λάδια περισσά,
καὶ τόσα στέφανα χρυσὰ
’σ’ αὐτὸν τὸν Ἅγιο δίνει!

Καὶ ἀπὸ τοῦτα ποῦ θωρῶ,
εἰς τὰ Μετέωρα θαρρῶ
ποθεῖτε νὰ τὸν στείλω.—
Εἶναι στὴν σύνοδο κανεὶς
νὰ ’πῇ δυὸ λόγους εὐμενεῖς
γιὰ τὸν παλῃό μας φίλο;...

“Μά, ὅποιος κρίνει τὰ κοινά,
θαρρῶ, δὲν πρέπει νὰ ξεχνᾷ
καὶ τοῦ σοφοῦ τὴν γνώμη:
Πρὶν ἔρθῃ κι’ ἀπολογηθῇ
αὐτὸς ποῦ κατηγορηθῇ,
μὴν κάμῃς κρίσ’ ἀκόμη.

“Γι’ αὐτὸ καλὸ νομίζω ’γὼ
’σ’ ἕνα κλητῆρά μου γοργὸ
νὰ δώσουμε μιὰ κλήση,
ἕν’ ἔνταλμα δεσποτικό.
Καί, μὲ καλὸ ἢ μὲ κακό,
νὰ μᾶς τὸν κουβαλήσῃ.”

Κ’ ἐστράφη κ’ ἔγνεψε γλυκὰ
ἑνὸς ἀγγέλου, ποῦ ’γροικᾷ
τὸ πρᾶγμ’ αὐτοῦ ποῦ στέκει.
Κι’ αὐτὸς ἐπέταξε στὴν γῆ
μὲ τοῦ Θεοῦ τὴν προσταγή,
ὡσὰν ἀστροπελέκι.

Πρὶν ἢ τελειώσῃ μιὰ στιγμή,
τ’ Ἁγί-Νικόλα τὸ κορμὶ
πῶς ἔφερνεν ἐφάνη.
Καὶ στῆς στιγμῆς τὸ τέλος πιά,
σαχλιό, βρεμμένο σὰν σουπιά,
’μπρὸς στὸν Θεὸ τὸν βάνει.

“Συγνώμ’, Ἀφέντη μου, ζητῶ,
διότι, λέγει, περιττὸ
καιρὸν ἔχω ἀργήσει.
Μὲ τὰ γοργά μου τὰ φτερὰ
ἐπῆγα Νότο καὶ Βορρᾶ,
κι’ Ἀνατολὴ καὶ Δύση.

“Σ’ ὅλους ἐπῆγα τοὺς λαούς,
σ’ ὅλους ἐμβῆκα τοὺς ναούς—
Δὲν ηὗρα τὸν ἁτόν του.
Τέλος, κοντὰ ν’ ἀπελπισθῶ,
τὸν ξετρυπόνω στὸν βυθὸ
τοῦ Εὔξεινου τοῦ Πόντου!”

Ὁ Πλάστης τὸν καλοθωρεῖ
καὶ τὸν ῥωτᾷ μὲ ἱλαρή,
μὲ πατρικὴ φροντίδα:
“Ἁγι-Νικόλα, τὸ θωρῶ,
εἶσαι βρεμμένος στὸ νερὸ
’ως ’πάνω στὴν κουρίδα!

“Ἂν ἦν’ ἀλήθει’ αὐτὸ ποῦ ’πῶ—
στὴν Μοσχοβιὰ εἶχες σκοπὸ
ξανὰ νὰ ταξιδεύσῃς.
Κ’ ἐπήγαινες κολυμβητά,
γιατὶ δὲν ἤθελες λεπτὰ
γιὰ ναῦλο νὰ ’ξοδεύσῃς!

“Ὁρίστε; Τόσο φειδωλοὶ
δὲν ’βρίσκοντ’ Ἅγιοι πολλοί!...
Ἀλλ’ ὅμως, δὲν θυμόνω.
Θὰ οἱκονόμησες ξανὰ
γιὰ νὰ προικίσῃς ὀρφανά,
νὰ τὰ ’πανδρεύσῃς μόνο.”

Ἁγι-Νικόλας τουρτουρᾷ—
Σὰν ῥυάκια τρέχουν τὰ νερὰ
ἀπ’ τὸ χλωμὸ κορμί του!
Ὁ Πλάστης μιὰ τὸ βλέπ’ αὐτό,
καὶ μιὰ τηρᾷ τὸ κεντητὸ
τοῦ σαλονιοῦ χαλί του...

“Τὸ ἕνα χέρι σου κρατεῖ
κάτ’ ἀπ’ τὸ ῥάσσο κἄτι τί.”
Λέγ’ ὕστερα μὲ χάρη.
“Διορισμός, σὲ βεβαιῶ,
θὰ ἦν’ αὐτό!—Μήπως Θεὸ
σ’ ἐκάμαν οἱ Βουλγάροι;”

Ὁ Ἅγιος τότε, γιὰ νὰ ἰδῇ,
τοῦ ξεσκεπάζ’ ἕνα παιδὶ
μισοπνιγμέν’ ἀκόμα.
“Συμπάθειο, λέγει, ἂν αὐτὸ
παρουσιάζω τὸ θνητὸ
στ’ ἀθάνατό σου δῶμα.

“Εἶναι ἡ ἔβδομη ζωή,
ποῦ ἔχω σώσ’ ἀπ’ τὸ πρωΐ
ἀπ’ τὴν μεγάλη μπόρα.
Μιὰ τρίχ’ ἀκόμα νὰ πνιγῇ:
Γιατὶ μοῦ ἦλθ’ ἡ προσταγὴ
εἰς ἀκατάλληλ’ ὥρα!

“Πρὶν ἀναπνεύσῃ μιὰ σταλιά,
μὲ τρελαρπάζ’ ἀπ’ τὰ μαλιὰ
ὁ ἄγγελος, στοχάσου!
Γιὰ νὰ μὴν πέσ’ ἀπ’ τ’ ἁψηλά,
καὶ τοῦ σκορπήσουν τὰ μυαλά—
Τὸν ἔφερα ’μπροστά σου.”

Κ’ ἐνῷ ’κρατοῦσεν ἡ ’μιλιά,
ὁ Ἅγιος βλέπει τὴν δουλειά,
ποῦ ἐκτελεῖ συνήθως:
Πιάν’ ἀπ’ τὰ πόδια τὸ παιδί,
τ’ ἀναποδίζει μὲ σπουδή,
καὶ τὸ χτυπᾷ στὸ στῆθος.

Καὶ βλέπει τ’ ἁρμυρὰ ζουμιά,
ποῦ τρέχουν ἀπ’ τὴν μύτη μιά,
καὶ μιὰν ἀπὸ τὸ στόμα.
Κατόπι, στήνοντάς τ’ ὀρθά,
μ’ ὅλα τὰ μέσα προσπαθᾷ—
Δὲν ἀναπνέει ἀκόμα!

Τότε μὲ σκέψη περισσὴ
’βγάλλει τὴν θήκη τὴν χρυσή,
γεμάτη μὲ ταμπάκο.
Παίρνει μιὰ πρέζα, τὴν βαστᾷ
στὴν μύτη τοῦ παιδιοῦ ’μπροστά—
“Μύρισ’ το, βρὲ Γιαννάκο!”

Σὰν τὸ ’μυρίσθηκεν αὐτός,
τὸν ἔπιασ’ ἕνας φτερνητὸς
κ’ ἐπῆρε ’λίγ’ ἀγέρα.
Καὶ τοῦ ἀνοῖξαν στὴν στιγμὴ
οἱ νυχτωμένοι τ’ ὀφθαλμοὶ
καὶ εἶδε τὴν ἡμέρα!

Τότε ὁ Ὕψιστος γυρνᾷ
καὶ τοὺς Ἁγίους σκοτεινὰ
ἕνα πρὸς ἕνα βλέπει.
Καὶ μὲ τὸ πρόσωπο ’ξεινὸ
στὸν Ἅγιο Κασσιανὸ
τὴν ὁμιλία τρέπει.

“Θωρεῖς, τοῦ λέγει, διατί
ἔχει λαμπρότερη γιορτή,
κι’ ὁ κόσμος τὸν θυμιάζει;
Γιατὶ δὲν κεῖται στὸν σοφά,
νὰ τρῷ, νὰ πίνῃ, νὰ τρυφᾷ,
καὶ σκάνδαλα νὰ βάζῃ.

“Μόν’ καὶ στὸ κῦμα τὸ βαθύ,
κ’ εδὼ ’μπροστά μου προσπαθεῖ
γιὰ τὴν Χριστιανοσύνη.
Τί θαῦμα τὸ λοιπὸν αὐτὸν
ἀπ’ ὅλον σας τὸν συρφετὸν
ἂν προτιμοῦν κ’ ἐκεῖνοι;..

“Ἄ, ξεκουμπίσου μ’ ἀπ’ ἐδώ!
Καὶ ἄλλη μιὰ νὰ μὴ σὲ ἰδῶ
νὰ τσαμπουνᾷς ’δὼ πέρα!
Γιατὶ δὲν εὐκαιρῶ γι’ αὐτὰ
τ’ ἀνόητά σου χορατὰ
κάθε στιγμὴ καὶ ’μέρα.

“Κι’ ἄν δὲν σὲ παύω στὴν στιγμὴ
ἀπ’ τὴν Ἁγιωσύνη—Μὴ
τὸ ’πῇς ἀξιὰ δική σου.
Ἁγιότη πὤδωκ’ ὁ λαός,
δὲν εἰμπορεῖ οὔτ’ ὁ Θεὸς
νὰ τὴν ἐπάρῃ ’πίσου!..

“Γιὰ τὴν αὐθάδεια πλὴν αὐτή,
σοῦ μεταθέτω τὴν γιορτή.—
Τί ’μέρα σ’ ἔχω δώσει;
Φευρουαρίου ’κοσεννιά:
’Σὲ κάθε τέταρτη χρονιά—
Διὰ νὰ βάλῃς γνώση!”

ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ:

Τὴν περίεργον ταύτην παράδοσιν τὴν χρεωστῶ εἰς τὴν φιλίαν ἑνὸς τῶν τελειοδιδάκτων τῆς ἐν Χάλκῃ Θεολογικῆς Σχολῆς. Ἡ δηκτικὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ φαντασία, ἴσως ἡ ὑπερφίαλος φιλαστειότης αὐτῶν τῶν ἡρώων, μετέθεσεν εἰς τὸν οὐρανὸν τὰς συνήθεις σκηνὰς ῥᾳδιουργοῦντος φθόνου καὶ φιλοπρωτείας ἀνθρώπων, ὧν ὁ ἐπὶ γῆς βίος ὀνομάζεται οὐράνιος πολιτεία. Ἐν τῷ ποιήματι ὑπέδειξα μὲν τὸ φυσικὸν τῆς σκηνῆς ἔδαφος, δὲν ἠδυνάμην ὅμως νὰ ἐξαιρέσω τὴν τοῦ Θεοῦ παρουσίαν χωρὶς νὰ νοθεύσω τὴν παράδοσιν. Ἐν τούτοις ἐπεφύλαξα εἰς Αὐτὸν ἀξιοπρέπειαν μείζω ἢ ὅτι ποιεῖ τὸ ἀνέκδοτον, συνυποδείξας τὴν περὶ σπουδαιότερά τινα φροντίδα Του. Ἡ ἐποχὴ καθ’ ἣν ἔτυχε νὰ γράφω τὸ ποίημα μοὶ παρέσχε τὰς περὶ Ἑλλάδος παρεκβάσεις. Ἡ ἐπιθυμία τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ Θεοῦ (ὡς γεγηρακότος καὶ ξεκουτιασμένου) διὰ τοῦ Ἁγίου Νικολάου ἐπικρατεῖ ἀληθῶς παρὰ τοῖς ἀμαθέσι Σλαύοις. Οἱ ἐν Θρᾴκῃ Ἕλληνες τὴν ἀναφέρουν μόνον ὡς ἀπόδειξιν ἀνοήτου φυλετισμοῦ τῶν Βουλγάρων, οἵτινες ἀποδυσπετοῦσι μὲν τὸν ὑπὸ τῶν Ἑλλήνων γνωρισθέντα εἰς αὐτοὺς Θεόν, ἀδυνατοῦν ὅμως νὰ συλλάβωσιν αὐτοὶ τὴν ἰδέαν Ὄντος τινὸς ὑψηλοτέρου ἀπὸ τὸν ἐθνικὸν αὑτῶν Ἅγιον."


Ο Δημήτριος Λουκάτος ("Συμπληρωματικά του Χειμώνα και της Άνοιξης"), παρατηρεί: "Όλοι όμως οι ευρωπαϊκοί λαοί, ιδιαίτερα οι αγρότες, φοβούνται την 29η του Φεβρουαρίου, ως ανώμαλη και δυσοίωνη, αφού αυτή σημαδεύει κυριότατα το δίσεκτο έτος. Η ανωμαλία αυτή κάνει και τους Έλληνες να τα "ρίχνουν" όλα στον άγιο Κασσιανό, να τον λένε "γρουσούζη" ή "οκνό" και να δικαιολογούνε έτσι τη δική τους δεισιδαιμονία, που τό'χουν σε "κακό" να πιάσουν δουλειά την ημέρα αυτή. Για αυτό και λέμε συνήθως, ότι "τ'αγίου Κασσιανού γιορτάζουν οι οκνοί ή οι τεμπέληδες"."

Η Άλκη Κυριακίδου-Νέστορος ("Οι 12 μήνες, τα λαογραφικά", εκδόσεις: Μαλλιάρης-Παιδεία) αναφέρει:
Στη Μυτιλήνη... έλεγαν πως "Του Κασσιανού γιορτάζουν οι οκνοί" κι ότι "Αυτός βαστάει της οκνιάς τα κλειδιά". Η παράδοση από την οποία προέρχονται οι εκφράσεις αυτές είναι από τη Μυτιλήνη και λέει τα εξής:
Μια μέρα, σαν ο Χριστός γύριζε με τους δώδεκα αποστόλους, έκατσε σε ένα μέρος να ξεκουραστεί. Αμέσως λοιπόν, νά'σου και όλοι οι άγιοι πάνε κοντά του να του γυρέψουν δουλειά. Πάει ο άϊ-Νικόλας και του λέει:
- Χριστέ μου, για πες μου, τί θέλεις να κάνω;
Λέει ο Χριστός:
- Πάνε να δεις ποιά καράβια και καϊκια βολοδέρνουν κι απέ να τα σώζεις.
Πάει κι ο άϊ-Τρύφωνας και του λέει:
- Εγώ, τί θέλεις να κάνω;
Απαντάει ο Χριστός:
- Αμ' το κλαδευτήρι τό'χεις στη μέση σου και κρέμεται, λοιπόν, τί θέλεις και ρωτάς; Τράβα στα χωράφια και στ' αμπέλια και κάνε τη δουλειά σου' διώξε τις αρρώστιες απ'τα δένδρα κι όλα τα κακά. 
Εδεκεί, λοιπόν, πήγαν όλοι οι άγιοι στο Χριστό και κάναν τη δουλειά τους. Πίσω πίσω πήγε κι ο άγιος Κασσιανός και λέει:
- Εγώ, Χριστέ μου, τί να κάνω;
Γέλασε τότε ο Χριστός, δε βάσταξε και τού'πε:
-Αμ'εσύ είσαι που εισαι οκνός. Φύλαγε λοιπόν το Φλεβάρη κι άμα δεις και τραβάει εικοσιεννιά, έμπα μέσα στο εικοσιεννιά και κάνε τη δουλειά σου' πάλι, σα δεν έχει εικοσιεννιά κάτσε  απ'όξω."


Ιερός Ναός Αγίου Κασσιανού, Λευκωσία - φώτο: Αρ.Βικέτος



Συνεχίζει ο Δημήτρης Λουκάτος, "Ιδιοτυπία ελληνικότατη παρουσιάζουν μερικές προσθήκες στην παράδοση αγίου Κασσιανού που λένε ότι δεν παραπονέθηκε από μόνος του ο άγιος στο Θεό, αλλά τον παρακίνησε κάποιος... δικηγόρος, που κατάφερε να μπει στον Παράδεισο και σχεδίαζε να αναλάβει και... αγωγή."

"Διηγούνται ότι εις τον Παράδεισον εισήλθε κάποτε και ένας δικηγόρος κατά λάθος ως φαίνεται περιερχόμενος από τα διάφορα διαμερίσματα, συνάντησεν εις μια άκραν και τον Άγιον Κασσιανόν. Γενομένης συζητήσεως ο Άγιος παραπονείτο δια την ασημότητα και την αφάνεια αυτού, εν αντιθέσει προς την επισημότητα και την ισχύν άλλων Αγίων. Ο δικηγόρος έξυνε τα νύχια του από τη χαρά του πως βρήκε δουλειά και επεδοκίμαζε την γνώμην του Αγίου και κατ’ αρχάς μεν δειλά δειλά, κατόπιν δε εντονώτερα, τον συνεβούλευσε να αναφερθή εις τον Ιεχωβά και να ζητήση ικανοποίησιν ούτως ειπείν επί τω τέλει του να αποδοθή και προς αυτόν, ως Άγιον, η δέουσα τιμή και εν τω Κόσμω παρά τοις ανθρώποις και εν τω Παραδείσω παρά τω Θεώ. Ο Άγιος Κασσιανός κατ’ αρχάς εδίστασεν, αλλ’ εν τέλει παρεσύρθει από την ευγλωττίαν του θεμιστοπόλου και ελλείψει χαρτοσήμου, και λόγω ατελείας ισχυούσης εν τω Παραδείσω, συνετάγη, εφ' απλού αίτησις προς το Θεόν, επιζητούσα, ενί λόγω, την ανύψωσιν και του αιτούντος Αγίου Κασσιανού εις την επίζηλον θέσιν και των άλλων μεγάλων Αγίων και επεδόθη αυτοστιγμεί προς τον Άγιον Πέτρον δια τα περαιτέρω. Δεν εβράδυνε η ημέρα της δικασίμου. Ο Άγιος Κασσιανός ενεφανίσθη περιδεής προ της παντοδυναμίας του Πλάστου και προσκληθείς ανέπτυσσε δι' ακαταμάχητων επιχειρημάτων τα δικαιώματα αυτού ίνα εξισωθή προς τους άλλους Αγίους, ήτοι τον Άγιον Νικόλαον, τον Άγιον Γεώργιον κλπ, αφού και αυτός είναι Άγιος! Εν ηρεμία και πραότητι θεία ο Θεός ήκουε τα παράπονα και αντί άλλης απαντήσεως διέταξε τον Πέτρον ως διαγγελέα, να προσκαλέση πάραυτα τους Αγίους Νικόλαον και Γεώργιον, ίνα εμφανισθώσιν ενώπιον Αυτού. Δεν παρήλθον ολίγα λεπτά και κατέφθασαν διαγγελείς κομίζοντες τας ειδήσεις ότι ο μεν Άγιος Νικόλαος προσπαθεί εις τον ωκεανόν να διασώση εκ θυέλλης ποντιζόμενον πλοίον, ο δε Άγιος Γεώργιος παρίσταται να διασώση διωκομένους και μαχόμενους Χριστιανούς. Ηκούσατε Άγιε Κασσιανέ; Δεν μου λέγετε εσείς τι εκάνατε και ποιός σας συνεβούλευσε να συντάξετε αυτήν την αναφοράν; Ο Κασσιανός απαντά περιδεής και πτήσσων : - Εκάθημην εις μίαν άκραν του Παραδείσου, οπότε με επλησίασεν ένας πρώην δικηγόρος συνταξιούχος, και με παρέσυρε δια της ευγλωττίας του να συντάξω την αναφόραν και να ζητήσω τα δίκαία μου, άτινα, δήθεν, παρεγνωρίζοντο. – Καλά! Σε τιμωρώ να εορτάζης κατά τετραετίαν τα δίσεκτα έτη. Έκτοτε φαίνεται ότι εκολάζοντο οι ψευδείς μηνυταί, - Συ δε Άγιε Πέτρε, ουδέποτε πλέον να επιτρέψης να εισέλθη δικηγόρος εις τον Παράδεισον!"

Τάσσου Ζευγώλη, "Λαογραφικά σημειώματα (Νάξου)", 1950

Απολαυστικό είναι και το σχετικό διήγημα του ηπειρώτη Χρήστου Χρηστοβασίλη, "Ο Άγιος Κασσιανός" (σε Pdf εδώ: Κοσμόπολις), αν και νιώθω πλέον ότι με όλες τούτες τις παραδόσεις που φανερώθηκαν για να δικαιολογήσουν το ρόλο τούτης της 29ης Φεβρουαρίου κάθε δίσεκτο έτος, ο Άγιος αδικείται τελικά πολύ περισσότερο έτσι όπως παρουσιάζεται, παρά με το να εορτάζει μοναχά κάθε τέσσερα χρόνια!












 Αν και στην Ελλάδα, παρόλες όλες τούτες τις παραδόσεις, δεν είναι ιδιαίτερα γνωστός στον κόσμο, στην Κύπρο, υπάρχει ιστορικός ναός του στη Λευκωσία και κάθε χρόνο (εννοείται ακόμη και τα μη δίσεκτα!) εορτάζεται μεγαλοπρεπώς η μνήμη του!

Ιερός Ναός Αγίου Κασσιανού, Λευκωσία - φώτο: Αρ.Βικέτος

Ο πανέμορφος ιστορικός ναός βρίσκεται κοντά στη "νεκρή ζώνη της Λευκωσίας.

Ιερός Ναός Αγίου Κασσιανού, Λευκωσία - φώτο: Αρ.Βικέτος

Στην ιστοσελίδα Αγγελιαφόρος, από όπου κι οι φωτογραφίες του ναού, παρατίθεται και κείμενο του φιλολόγου Στέλιου Παπαντωνίου για την ιστορία του ναού, καθώς και η παρακάτω εικόνα:


Κι επειδή τελικά, παραείναι αδικημένος ο Άγιος Κασσιανός με το να του προσάπτουν όλα τα στραβά που απορρέουν από τη λαϊκή δεισιδαιμονία για τα έτη τα δίσεκτα, έως μάλιστα και αναίδεια και οκνηρία, δε μπορώ να τον αδικήσω κι εγώ αναφέροντας μοναχά τούτες τις παραδόσεις χωρίς να προσθέσω δυο-τρία στοιχεία υπέρ της προσωπικότητας και της αγιοσύνης του! Πόσο μάλλον όταν τούτη τη χρονιά συνέβη να γνωρίσω και να αγαπήσω τον ίδιο και το έργο του! 

"Ο Άγιος Κασσιανός είναι πνευματικό ανάστημα της Εκκλησίας μας που, αν και τιμάται απ'Αυτήν ως Άγιος, εν τούτοις παραμένει μέχρι των ημερών μας, στο ευρύ τουλάχιστον πλήρωμά Της, αρκετά άγνωστος. Αυτό θεωρούμε ότι κατά κύριο λόγο συμβαίνει επειδή δεν υπήρξε ανά τους αιώνες πρόσβαση στο συγγραφικό του έργο από όλους τους χριστιανούς, δεδομένου ότι ο Άγιος Κασσιανός συνέγραψε στην Λατινική." αναφέρει η εκδότρια μονή του έργου του "Συνομιλίες με τους πατέρες της ερήμου". Έζησε τον 4ο αιώνα κι από την πρώιμη νεανική ηλικία μαζί με τον αδελφικό του φίλο Γερμανό αποφάσισαν να ακολουθήσουν τη μοναχική ζωή και κοινοβίασαν σε κάποια Μονή της Βηθλεέμ. Οι δύο φίλοι, με την ευλογία των προεστώτων του κοινοβίου τους, επισκέφτηκαν τους αναχωρητές μοναχούς της Αιγύπτου για να βοηθηθούν πνευματικά και τούτες τις άκρως ενδιαφέρουσες συνομιλίες κατέγραψε ο Άγιος Κασσιανός για την ωφέλεια και άλλων Χριστιανών. Ακολουθεί ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από τούτο το έργο του Αββά Κασσιανού, το "Συνομιλίες με τους πατέρες της ερήμου", τόμος Α' , των εκδόσεων "Ετοιμασία" (Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου Καρέας):
 




Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2023

Ήθη, έθιμα και μαγειρέματα της Τυρινής ή Τυροφάγου

"Πάει ου κριάτος πέθανι
ψουχουμαχάει κι ου τύρους
κι παίρνει τη μπερηφανιά
ου σκόρδος κι ου κρομμύδος!"

"Την τελευταία Κυριακή της Τυρινής σημαίνουν όλες οι καμπάνες για τον εσπερινό που τον ονομάζουνε "μακαρονά", επειδή τρώνε μόνο μακαρόνια, ρυζόγαλο και γενικά γαλακτερά. Μετά τον εσπερινό μαζευόταν όλο το σόι σε ένα σπίτι για το συγγενικό τραπέζι της Αποκριάς. Στο τέλος τέλος έπρεπε να φάνε ένα αυγό, "να βουλώσουν με αυτό το στόμα τους", λέγοντας: "Με αυγό σε κλείνω, με αυγό να σε ξανανοίξω". Έτσι το πρώτο πράγμα που θα έτρωγαν μετά το "Χριστός Ανέστη" ήταν ένα κόκκινο αυγό. Στο αποκριάτικο τραπέζι "τού'χαν σε κακό να φτερνιστείς. "Ήπρεπ' αμέσως να βγάλ'ς το πουκάμισό σ' ή κάποιο ρούχο σ' ". Δεν έπρεπε ακόμη να σηκώσουν το τραπέζι το βράδυ. Το άφηναν όλη νύχτα στρωμένο και το ξέστρωναν το πρωί.
Ακολουθούσαν χοροί. Οι κουκουγέροι γύριζαν μουντζωμένοι με καπνιά χορεύοντας στους δρόμους και στις πλατείες, πηγαίνοντας απ'το ένα σπίτι στο άλλο, πότε με ευχές και πότε με πειράγματα. Τους κερνούσαν ρυζόγαλο, γαλακτομπούρεκο και στροφλιά."
(Αλέκου Φλωράκη, "Κάποτε στην Τήνο"- παλίμψηστα λαογραφικά, εκδόσεις Ερίννη)

το αυγό της "χάσκας"

Είναι τούτη η Κυριακή, η Κυριακή της Τυρινής, μέρα οικογενειακών μαζώξεων και γιορτής με πλήθος εθίμων ανά την Ελλάδα. Με το που ξημερώνει η Δευτέρα, αρχίζει κι η μεγάλη περίοδος της Τεσσαρακοστής που δεν ενδείκνυται για γλέντια και οινοποσίες. Ήδη, από την προηγούμενη Κυριακή, την Κυριακή της Απόκρεω, έχει σταματήσει η κατανάλωση κρέατος κι όλη τούτη τη βδομάδα, τη λεγόμενη "της Τυροφάγου" θα καταναλωθεί ό,τι γαλακτοκομικό έχει απομείνει στα νοικοκυριά ώστε από την Καθαρά Δευτέρα να ξεκινήσει η αυστηρή νηστεία.  Λέγεται, μάλιστα, ότι αυτή την εβδομάδα είναι μεγάλο κρίμα να φάει κανείς κρέας, καθώς μας δίνεται η δυνατότητα να γευτούμε οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτό, γεγονός που παραλληλίζεται με την εντολή που έδωσε ο Θεός στον Παράδεισο στον Αδάμ και την Εύα να γευτούνε από οποιοδήποτε δένδρο πλην του δένδρου της γνώσεως του καλού και του κακού («ἀπὸ παντὸς ξύλου τοῦ ἐν τῷ παραδείσῳ βρώσει φαγῇ, ἀπὸ δὲ τοῦ ξύλου τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρόν, οὐ φάγεσθε ἀπ᾿ αὐτοῦ· ᾗ δ᾿ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε»,Γεν. 2,16-17). Οπότε, αν αγνοήσουμε την εντολή και φάμε κρέας, είναι σαν να επαναλαμβάνουμε την παρακοή που οδήγησε στην πτώση μας... Εξάλλου τούτη η Κυριακή, η τέταρτη του Τριωδίου (βλ. και: Καθώς μπαίνει το Τριώδιο... (λαογραφικά και άλλα..), είναι όντως αφιερωμένη στην εξορία (ή αυτοεξορία) των Πρωτοπλάστων από τον Παράδεισο, καθώς οι άγιοι Πατέρες θέσπισαν κατ'αυτήν την ημέρα να «ποιούμεθα τὴν ἀνάμνησιν τῆς ἀπὸ τοῦ Παραδείσου τῆς τρυφῆς ἐξορίας τοῦ Πρωτοπλάστου Ἀδάμ» (Συναξάρι από την Ακολουθία του Όρθρου της Κυριακής της Τυρινής).



"Το βράδυ της Τυρινής, όταν στρωθεί το τραπέζι με τα πεντανόστιμα φαγητά, τις πίτες, τ'ανοιχτάρι κι όλα τ'άλλα, στρογγυλοκάθεται στην τάβλα ολάκερο το βλαχοσόι. Εύχονται οι γεροντότεροι "χρόνια πολλά και καλή Σαρακοστή" ή "καλή Λαμπρή να μας εύρει" κι αρχίζουν όλοι μαζί να τρώνε.
Αυτή, ακριβώς την ώρα π'ανταλλάσσονται οι ευχές και τα γλυκόλογα, οι λεύτερες κοπέλες κλέβουν την πρώτη τους μπουκιά, χωρίς να τις ιδεί κανένα μάτι, για να τη βάλουν τη νύχτα που θα κοιμηθούν κάτω απ'το προσκέφαλό τους. Αυτόν τον άνδρα που θα ιδούν στον ύπνο τους κείνο το βράδυ, πιστεύουν πως θα γίνει και το μελλοντικό τους ταίρι.
Άλλες πάλι, το ίδιο βράδυ τρώνε την αρμυροκουλούρα, που ζύμωσαν την ημέρα κρυφά απ'τους τσελιγκάδες, βάζοντας μέσα μπόλικο αλάτι για να φέρει δίψα τη νύχτα. Έτσι έφευγαν κι έπεφταν για ύπνο, περιμένοντας να ιδούν στ'όνειρό τους ποιός θα τους έδινε νερό. Αυτόν πίστευαν πως θα τον έπαιρναν κι άντρα τους.
Κι ακόμη, όποιος ή όποια φτερνιστεί κατά την ώρα του φαγητού τ'αποκριάτικο βράδυ, θα φορέσει άσπρα τη Λαμπρή. Τ'άσπρα εδώ για την κοπέλα σημαίνουν νυφιάτικο φόρεμα. Συνηθίζουν, επίσης, οι τσοπάνηδες, για το καλό των ζωντανών τους, αυτή τη μέρα να δίνουν φαγητά και κρασί σ'όλους τους περαστικούς και φτωχούς ξωμάχους που κατοικούν γύρω τους κι απόκοντα."
(Βασίλης Λαμνάτος, "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας"

"Τα φαγητά που τοποθετούνται στο τραπέζι είναι μακαρόνια, αυγά, τυρόπιτες, γαλατόπιτες και ένα είδος ζωμού, το τυροζούμι. Αυτό ειδικά φτιάχνεται την ημέρα αυτή από άγρια λάχανα (μυρώνια, καυκαλήθρες, παπαρούνες, κλπ). Τα γιαχνίζουν και ρίχνουν και τυρί μυζήθρα, κομματάκια κομματάκια. Το φαγητό συνοδεύεται με ορισμένα έθιμα που ποικίλλουν από τόπο σε τόπο. Αναφέρω όσα γίνονται στην Αρκαδία. Εκεί,
το βράδυ που θ'αποκρέψουν της τυρινές απόκριες θα μαζευτούν οι συγγενείς οι στενότεροι στου γεροντότερου το σπίτι. Ως πρώτο φαϊ βάνουν στο τραπέζι το τυροζούμι. Κάνουν την προσευχή τους και κατόπιν "σηκώνουν" το τραπέζι' το κρατούν όλοι, μικροί και μεγάλοι, με τα μικρά τους δάκτυλα. Το σηκώνουν και το καθίζουν τρεις φορές. Κάθε φορά λένε:
Αγιοζούμι, τυροζούμι
όποιος πιει και δε γελάσει
ψύλλος δε θα τον δαγκάσει!
Από φτούνο πρέπει να πιει ο καθένας τρεις κουταλιές. Το πίνουμε γλήγορα γλήγορα, δίχως να γελάσουν, κι ύστερα βάνουν όλοι μαζί τα γέλια. Ύστερα τους βάνουν να φάνε μακαρονάδα. Τα ανύπαντρα παιδιά και κορίτσια κοιτάζουν, πώς να κλέψουν κανά μακαρόνι, χωρίς να τους αντιληφθεί κανείς. Όταν πέσουν να κοιμηθούν, το βάνουν στο μαξιλάρι τους και όποιον νέον ή νέαν ιδούν, θα είναι ο άντρας ή η γυναίκα τους. Στερνά τρώνε ό,τι άλλο φαϊ έχουν ετοιμάσει και κατόπιν ο μεγαλύτερος από όλους δίνει το σύνθημα σε όλους να σηκώσουν το τραπέζι με τα μικρά τους δάκτυλα, και τους ρωτάει: 
- Φάγατε;
- Φάγαμε.
- Ήπιατε;
- Ήπιαμε.
- Χορτάσατε; 
- Χορτάσαμε.
- Πάντα χορτασμένοι να είστε.
Και τους διατάζει ν'αφήσουν το τραπέζι στη θέση του."

 (Γεωργίου Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας"

 

Ανάλογες μαντείες σχετικές με την εύρεση συζύγου, καταγράφει κι ο Νικόλαος Πολίτης στα "Λαογραφικά Σύμμεικτα" (τόμος Γ'):




Αλλά οι μαντείες της ημέρας τούτης δεν περιορίζονται στην εύρεση γαμπρού ή νύφης. Ο Φίλιππος Βρετάκος στο πόνημά του "Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των" διασώζει το έθιμο της αυγομαντείας, που αφορά ζωή και θάνατο:


Το αυγό, πάντως, είχε κυρίαρχη θέση στο τραπέζι της ημέρας τούτης, μιας και ήταν η τελευταία μέρα που μπορούσαν να το γευτούν μέχρι να χτυπήσουν οι καμπάνες της Αναστάσεως, όπου και πάλι πρόκειται για το πρώτο αρτύσιμο που θα βάλουν στο στόμα τους!

έθιμο της "χάσκας"

Ένα έθιμο πολύ διαδεδομένο πανελλαδικά ήταν αυτό της "χάσκας" που μπορεί να μην αναφερόταν με αυτήν την ονομασία πάντα, αλλά σα διαδικασία λάβαινε χώρα σχεδόν παντού. Ο γεροντότερος κρεμούσε από ένα μακρύ ξύλο (συνήθως τον πλάστη) ένα σκοινί μ'ένα βρασμένο και ξεφλουδισμένο αυγό δεμένο σε αυτό. Τούτο το αυγό το περιέφερε πάνω από το οικογενειακό τραπέζι κι όλοι προσπαθούσαν να το αρπάξουν με το στόμα! Υπάρχουν και κάποιες παραλλαγές, όπου το αυγό κρεμόταν με σκοινί από το ταβάνι. Πάντως, σε κάθε εκδοχή, ήταν εθιμοτυπικό της μέρας να κλείσεις το στόμα σου με το αυγό.


έθιμο της χάσκας 


Μετά την συχώρεση και το βραδινό πλούσιο φαγοπότι της οικογένειας, ακολουθούσε ο "χάσκας". Από το "χάσκω", που σημαίνει ανοίγω πολύ το στόμα. Είναι και ένα διασκεδαστικό παιχνίδι!
Δένανε μια κλωστή στην άκρη του "κλωστή" - αυτό που ανοίγουν φύλλα πίττας - και στην άλλη άκρη της κλωστής, δένανε ένα ξεφλουδισμένο αυγό!
Ο "κλωστής" συμβολίζει, κατά το έθιμο, τον Πλάστη του ανθρώπου, τον Θεό και η κλωστή το νήμα της ζωής του ανθρώπου!
Όλοι της οικογένειας κάθονται έναν γύρω, με τα χέρια πίσω στις πλάτες για να μην ακουμπήσουν το αυγό και με ανοιχτό το στόμα, περιμέναν να "χάψουν" το αυγό!
Τον "κλωστή" κρατά ο αρχηγός του σπιτιού, ξεκινώντας από τον μικρότερο. Η προσπάθεια γίνεται τρεις φορές για τον καθένα. Αυτός που θα "χάψει" το αυγό, είναι ο τυχερός!
Από το αυγό τρώνε όλοι, για να σφραγίσουν το στόμα τους με αυγό κατά την περίοδο της νηστείας και να το ξανανοίξουν πάλι με το "κόκκινο αυγό" της Ανάστασης!
Την κερωμένη κλωστή του "χάσκα" την καίνε, μετρώντας κατά την διάρκεια του καψίματος πόσα χρόνια θα ζήσει ο νοικοκύρης του σπιτιού!
Καλός οιωνός θεωρούνταν όταν καιγόταν ολόκληρη η κλωστή και η χρονιά θα ήταν καλή!
Τα τσόφλια του αυγού της "χάσκας" τα πετούσαν κρυφά έξω στην γειτονιά, για να φύγει κάθε κακό από το σπίτι τους!
Μετά τον "χάσκα" ξεπόρτιζαν στους φανούς για γλέντι όσο αντέξουν!
(Κωνσταντίνου Σιαμπανόπουλου, "Ο νομός Κοζάνης στο χώρο και στο χρόνο")

"Συγχώρεση"- φωτογραφία: Κωνσταντίνος Μάνος

Το έθιμο τούτο, σε πολλές περιοχές συνδεόταν με τη "συγχώρεση" που λάβαινε χώρα τόσο στα οικογενειακά τραπέζια, όσο και στον κατανυκτικό εσπερινό της συγχώρεσης στην εκκλησία. Προφανώς, την περίοδο της Σαρακοστής που ακολουθεί, δεν αρκεί η σωματική εγκράτεια και νηστεία που θα περιορίσει το σαρκικό μας θέλημα, αλλά είναι απαραίτητο να αποτοξινωθεί κι η ψυχή μας από κακούς λογισμούς, έχθρες και μνησίκακα συναισθήματα, να φιλιώσουμε μεταξύ μας, να δαμάσουμε τον εγωισμό μας, να διαλύσουμε τις όποιες παρεξηγήσεις με τους συνανθρώπους μας και να ξεκινήσουμε την πορεία προς τα Πάθη του Χριστού με όσο το δυνατόν καθαρότερη καρδιά και συνείδηση....
"Εἶπεν ὁ Κύριος· ἐὰν γὰρ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καὶ ὑμῖν ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος· ἐὰν δὲ μὴ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, οὐδὲ ὁ πατὴρ ὑμῶν ἀφήσει τὰ παραπτώματα ὑμῶν." (Ματθαίος 6,14- Ευαγγέλιο της Τυρινής)

"Η καθαυτό Αποκριά με τα πολλά τα έθιμα είναι η τελευταία Κυριακή της Τυροφάγου, που λέγεται αλλιώς "Τρανή Αποκριά". Όταν φτάσει η Κυριακή αυτή, εκτείνονται στο έπακρο η ευθυμία, η αθυροστομίες των μεταμφιεσμένων, οι άσεμνες εμφανίσεις και οι χοροί. Η ημέρα όλη περνά με την κίνηση των μασκαράδων, με τις επισκέψεις και το φαγοπότι. Τον γενικό θόρυβο επιτείνουν οι εκπυρσοκροτήσεις των κροτίδων και ρουκετών, που σε πολλά μέρη, ιδιαίτερα της Β. Ελλάδας, από παλιά συνήθιζαν να πετούν στον αέρα. Αλλά όταν ο ήλιος πλησιάζει στη δύση του, όταν σημάνει η καμπάνα του εσπερινού, τότε γυναίκες και άνδρες ξεκινούν για την εκκλησία. Πρόκειται να διανύσουν το πέλαγος της νηστείας, της Μεγάλης Σαρακοστής, και θέλουν να μπουν σ'αυτό απαλλαγμένοι από ό,τι τους βαραίνει στις σχέσεις τους με τους άλλους χριστιανούς. Εκεί, στον εσπερινό, γίνεται η αμοιβαία συγχώρηση ιερέων και εκκλησιάσματος. Οι εκκλησιαζόμενοι παρατάσσονται κατά ηλικία' οι νεότεροι προχωρούν προς τους γεροντότερους και φιλούν το χέρι τους λέγοντας: 

Συγχώρα με!

Κι αυτοί απαντούν:

Συγχωρεμένος νά'σαι!

Σε πολλές περιοχές, μετά τον εσπερινό ακολουθεί χορός στην αυλή της εκκλησίας ή στο χοροστάσι, την κεντρική πλατεία του χωριού. Επικεφαλής του χορού είναι συνήθως ο ιερέας. 

Π.χ. στην Αρτονίνα,

Πρωτοχορεύουν οι παπάδες, μετά όλοι οι γερόντοι με την αράδα. Τραγουδούν: "Ου δέντρους ήταν ου Χριστός κι η Παναϊά η ρίζα" κ.λ.π.. 

Στο χωριό Αρτεμώνα της Σίφνου ο παπάς σέρνει τον χορό "Του κυρ Βοριά" στον αυλόγυρο της Παναγίας της Κόχης κι έπειτα τον συνεχίζουν στο σπίτι του παπά και άλλων, για να μαλακώσουν τον βοριά. Στην Αγχίαλο, αμέσως μετά τον Εσπερινό

ήθελα πάμε στη θάλασσα όλο το πλήθος κι όσες μάσκες υπήρχαν στην πολιτεία, πηγαίναμε όλοι εκεί, συνάζουντασ' τ' αλόγατα τα καλύτερα του χωριού κι ετρέχανε. Κι όποιο περνούσε - ήταν το μέρος αμμουδιαστό - δίνανε δώρα διάφορα από πανικά και μαντήλια' το στόλιζαν τ'άλογο και περνούσε 'πομέσ' από την αγορά.

Όταν πάλι αρχίζει να νυχτώνει, τότε ανάβονται στις πλατείες ή τους δρόμους των χωριών φωτιές (φανοί, κλαδαριές, μπουμπούνες, καψαλιές) και η ανταύγεια από τα ξερά φρύγανα ή τα κλαδιά, τις παλιοψάθες ή τα κοφίνια τ'αλειμμένα με κατράμι που καίγονται, φωτίζει τα πρόσωπα των ανθρώπων, που συγκεντρωμένοι γύρω στη φωτιά τραγουδούν και χορεύουν. Σε πολλά χωριά συγκεντρώνονται μετά το φαγητό και τότε το γλέντι κι ο χορός παρατείνεται εκεί ως το πρωί. Όταν η φλόγα χαμηλώσει, τότε μικροί και μεγάλοι πηδούν πάνω απ'τη φωτιά."

 (Γ.Α.Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")

* Σημ. Περισσότερα για το έθιμο της χάσκας, αλλά και για τις φωτιές που συνηθίζουν ν'ανάβουν Πανελλαδικά (π.β. και την καύση του Καρνάβαλου), βλ. σε παλιότερη ανάρτησή μου, εδώ: Χάσκα και φωτιές! 
Αποκριάτικο γλέντι στη Χώρα της Μυκόνου -μέσα της δεκαετίας του ’60  (από το βιβλίο «Ενθύμιον Μυκόνου» του Παναγιώτη Κουσαθανά)

Η Μαρία κι ο Νίκος Ψιλάκης στο κοινό τους έργο "Κρητική παραδοσιακή κουζίνα" (εκδόσεις Καρμάνωρ) σημειώνουν πως: "Από το αποκριάτικο τραπέζι δεν έλειπαν ποτέ οι πίτες. Σαρικόπιτες, αγνόπιτες, πίτες με γλυκιά ή ξινή μυζήθρα. Οι πίτες κυριαρχούσαν και κατά τις επόμενες ημέρες, αμέσως μετά την πρώτη Κυριακή της Αποκριάς. Και την Κυριακή της Τυρινής υπήρχαν πάντα τρεις και τέσσερις διαφορετικές ποικιλίες πίτας μαζί με τα υπόλοιπα φαγητά. Στα δυτικά του νησιού κυριαρχούσαν τα "μπουρέκια", εδέσματα ή επιδόρπια που παρά την τουρκική ονομασία τους έχουν καθαρά ελληνική καταγωγή. Δεν υπήρχε, όμως, κρέας στο τραπέζι εκείνων που τηρούσαν πιστά την παράδοση."

Στο έτερο σπουδαίο έργο τους "Το ψωμί των Ελλήνων και τα γλυκίσματα της λαϊκής μας παράδοσης" (εκδόσεις Καρμάνωρ), καταγράφουν με περισσότερες λεπτομέρειες:
" Απολύτως συμβολική είναι η αιτωλική τυρόπιτα με σαράντα φύλλα (συμβολίζει την περίοδο της σαρακοστής που ακολουθεί). Τη λένε πετρόπιτα (από τα πέτρα- πέτουρα = φύλλα): "Επιπάσσεται πολτός βουτύρου και αυγών μετά μικρών τεμαχίων τυρού κλπ. Φέρεται εις την εστίαν και καλύπτεται δια δευτέρου πέτρου, εφ' ου εξαπλούται και αύθις η αυτή ύλη...". Στη συνέχεια μπαίνουν με την ίδια λογική και τα υπόλοιπα φύλλα και ψήνεται στη γάστρα. 
Άλλα αποκριάτικα παρασκευάσματα: 
Κατιμέργια. Στις περισσότερες περιοχές είναι πιτάκια με χειροποίητο φύλλο ή έτοιμο φύλλο μπακλαβά και γέμιση από τυρί, μυζήθρα ή ακόμη και κρέμα με γάλα και ρύζι, όπως γινόταν σε πολλές περιοχές της Μικράς Ασίας. [...]
Γαλατόπιτα (Λευκάδα), τυρινόπιτα (Σαμοθράκη), γαλακτομπούρεκο (Τήνος), κασιάτα (Μέτσοβο), ρυζόπιτα (Λέσβος), ψιρκουτσ' ή ψιρκόγαλο (Λέσβος), γκλιαστρόπιτες (με γκλιάστρα = πρωτόγαλο, Ζαγόρια), βουτυρόψωμο (είδος τυρόπιτας, Λευκάδα), μυζηθρόπιτες (Κρήτη), αλατσατιανές τυρόπιτες (πρόσφυγες από τα Αλάτσατα), [...]"

Πέρα όμως από το αυγό και τις πίτες, εθιμικό έδεσμα της ημέρας αποτελούσαν, όπως ήδη αναφέρθηκε, και τα μακαρόνια, όπως και τα κάθε λογής ζυμαρικά. Πολύ ενδιαφέροντα και πάλι όσα αναφέρουν η Μαρία και ο Νίκος Ψιλάκης ("Το ψωμί των Ελλήνων και τα γλυκίσματα της λαϊκής μας παράδοσης"): 

"... οι μέρες της Αποκριάς διατήρησαν και το αρχαίο νεκρολατρικό τους υπόβαθρο (*π.β. Ψυχοσάββατα: Ψυχοσάββατα, Αποκριές και Χύτροι..), έτσι καθώς στην αρχαιότητα γιορτάζονταν την ίδια εποχή τα Ανθεστήρια, γιορτή με διπλή σημασία. Από τη μία ήταν γιορτή χαράς και ξεφάντωσης κι απ'την άλλη γιορτή ανάμνησης των νεκρών, οι οποίοι πιστευόταν ότι επανέρχονται στον απάνω κόσμο μαζί με τη βλάστηση. Ο Φ. Κουκουλές παρατήρησε πρώτος ότι το μακαρόνι, που αποτελεί εθνικό αποκριάτικο φαγητό σε ολόκληρο σχεδόν τον ελληνικό χώρο έχει τη ρίζα του στα ζυμαρικά που προσφέρονταν στα νεκρόδειπνα, προς τιμήν των νεκρών, δηλαδή των Μακάρων! Δημοσίευσε, μάλιστα και αποδείξεις: Τα μακαριστικά τροπάρια "εις την κοίμησιν της Θεοτόκου" που γράφτηκαν το 1343 από τον Αρχιεπίσκοπο Βουλγαρίας Ιάκωβο, ονομάζονταν "μακαρώνεια". 
Μακαρία ονομάζονται ακόμη και σήμερα στην Κρήτη τα προσφερόμενα εις μνήμην των νεκρών κόλλυβα, όπως και τα διάφορα κεράσματα (τσικουδιά, γλυκίσματα, αρτίδια). Ο Φ.Κουκουλές ετυμολογεί τη λέξη μακαρόνια από "μακαρία αιωνία", που στην πορεία έγινε "μακαρωνία". Επιστρατεύει, μάλιστα, τη λέξη "μακαρωνιά", που είναι το πιλάφι το οποίο προσφερόταν στα νεκρόδειπνα της Ανδριανούπολης. Με τον τρόπο αυτό υποστήριξε την ελληνική καταγωγή της λέξης "μακαρόνια". [...]
Τα μακαρόνια, λοιπόν, είναι το κατ'εξοχήν φαγητό της Αποκριάς. Τόσο πολύ έχουν ταυτιστεί με τις μέρες αυτές και δεν είναι καθόλου τυχαίο που η ίδια η Αποκριά ονομάζεται και "Μακαρονού"! [...] Στην Κρήτη η σύνδεση αυτή φαίνεται με την μαντινάδα αποχαιρετισμού της περιόδου ευωχίας:
Ο λαζανάς ψυχομαχεί κι ο μακαρούνης κλαίει
κι ο κρόμμυδος σουσουραδεί απάνω στο τραπέζι."

Βέβαια, σε άλλες περιοχές, κυρίως νησιωτικές ή παραθαλάσσιες, τούτες τις μέρες συνηθίζεται κι η ψαροφαγία, όπως, π.χ., στους Παξούς: "Της Τυρινής τρώμε μπακαλιάρο, στακοφίσι, σκορδαλιά, ψάρια και μακαρονάδα με λάδι, με σάλτσα και τυρί."  (Δημητρίου Λουκάτου, "Λαογραφικά Σύμμεικτα Παξών")



Μέχρι κάποια χρόνια πριν (που οι καιροί δεν είχαν τόσο αγριέψει!) στα περισσότερα χωριά του τόπου μας (κι όχι μόνο!), πέρα από τα οικογενειακά γλέντια και τους χορούς συνηθιζόταν ομάδες μασκαρεμένων να γυρνούν από σπίτι σε σπίτι -συχνά κι αμίλητοι, για να μην αναγνωριστούν απ'τη φωνή- για να κεραστούν. Ακόμη και στην Κωνσταντινούπολη:
"Τις Απόκριες οι πολίτισσες νοικοκυρές συνήθιζαν να ετοιμάζουν σπιτικά κεράσματα από λικέρ, σιροπιαστά γλυκά, τρίγωνα, ρεβανί, μπακλαβά, κανταΐφια, γιασσί, εκμέκ με καϊμάκι και σιμιγδαλένιο πολίτικο χαλβά, καθώς επικρατούσε η συνήθεια να επισκέπτονται τα σπίτια γείτονες και φίλοι μεταμφιεσμένοι." (Σούλας Μπόζη, "Πολίτικη κουζίνα", εκδ. ελληνικά γράμματα)


Κουκαράς- Σκίτσο του Χρήστου Γ. Δημάρχου από την έκδοση «Ο ελληνικός Πόντος – Μορφές και εικόνες ζωής», Αθήνα 1947

Ένα άλλο έθιμο και, μάλιστα, ποντιακό που λάμβανε χώρα το τελευταίο βράδυ της Αποκριάς, ήταν η ετοιμασία του "κουκαρά", πληροφορίες για τον οποίο μας διασώζει το λαογράφος Κώστας Καραπατάκης ("Ποντιακά ήθη και έθιμα", "Αρχείον Πόντου", τόμος 38ος):




κουκαράς