Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βρετάκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βρετάκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2023

Ήθη, έθιμα και μαγειρέματα της Τυρινής ή Τυροφάγου

"Πάει ου κριάτος πέθανι
ψουχουμαχάει κι ου τύρους
κι παίρνει τη μπερηφανιά
ου σκόρδος κι ου κρομμύδος!"

"Την τελευταία Κυριακή της Τυρινής σημαίνουν όλες οι καμπάνες για τον εσπερινό που τον ονομάζουνε "μακαρονά", επειδή τρώνε μόνο μακαρόνια, ρυζόγαλο και γενικά γαλακτερά. Μετά τον εσπερινό μαζευόταν όλο το σόι σε ένα σπίτι για το συγγενικό τραπέζι της Αποκριάς. Στο τέλος τέλος έπρεπε να φάνε ένα αυγό, "να βουλώσουν με αυτό το στόμα τους", λέγοντας: "Με αυγό σε κλείνω, με αυγό να σε ξανανοίξω". Έτσι το πρώτο πράγμα που θα έτρωγαν μετά το "Χριστός Ανέστη" ήταν ένα κόκκινο αυγό. Στο αποκριάτικο τραπέζι "τού'χαν σε κακό να φτερνιστείς. "Ήπρεπ' αμέσως να βγάλ'ς το πουκάμισό σ' ή κάποιο ρούχο σ' ". Δεν έπρεπε ακόμη να σηκώσουν το τραπέζι το βράδυ. Το άφηναν όλη νύχτα στρωμένο και το ξέστρωναν το πρωί.
Ακολουθούσαν χοροί. Οι κουκουγέροι γύριζαν μουντζωμένοι με καπνιά χορεύοντας στους δρόμους και στις πλατείες, πηγαίνοντας απ'το ένα σπίτι στο άλλο, πότε με ευχές και πότε με πειράγματα. Τους κερνούσαν ρυζόγαλο, γαλακτομπούρεκο και στροφλιά."
(Αλέκου Φλωράκη, "Κάποτε στην Τήνο"- παλίμψηστα λαογραφικά, εκδόσεις Ερίννη)

το αυγό της "χάσκας"

Είναι τούτη η Κυριακή, η Κυριακή της Τυρινής, μέρα οικογενειακών μαζώξεων και γιορτής με πλήθος εθίμων ανά την Ελλάδα. Με το που ξημερώνει η Δευτέρα, αρχίζει κι η μεγάλη περίοδος της Τεσσαρακοστής που δεν ενδείκνυται για γλέντια και οινοποσίες. Ήδη, από την προηγούμενη Κυριακή, την Κυριακή της Απόκρεω, έχει σταματήσει η κατανάλωση κρέατος κι όλη τούτη τη βδομάδα, τη λεγόμενη "της Τυροφάγου" θα καταναλωθεί ό,τι γαλακτοκομικό έχει απομείνει στα νοικοκυριά ώστε από την Καθαρά Δευτέρα να ξεκινήσει η αυστηρή νηστεία.  Λέγεται, μάλιστα, ότι αυτή την εβδομάδα είναι μεγάλο κρίμα να φάει κανείς κρέας, καθώς μας δίνεται η δυνατότητα να γευτούμε οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτό, γεγονός που παραλληλίζεται με την εντολή που έδωσε ο Θεός στον Παράδεισο στον Αδάμ και την Εύα να γευτούνε από οποιοδήποτε δένδρο πλην του δένδρου της γνώσεως του καλού και του κακού («ἀπὸ παντὸς ξύλου τοῦ ἐν τῷ παραδείσῳ βρώσει φαγῇ, ἀπὸ δὲ τοῦ ξύλου τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρόν, οὐ φάγεσθε ἀπ᾿ αὐτοῦ· ᾗ δ᾿ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε»,Γεν. 2,16-17). Οπότε, αν αγνοήσουμε την εντολή και φάμε κρέας, είναι σαν να επαναλαμβάνουμε την παρακοή που οδήγησε στην πτώση μας... Εξάλλου τούτη η Κυριακή, η τέταρτη του Τριωδίου (βλ. και: Καθώς μπαίνει το Τριώδιο... (λαογραφικά και άλλα..), είναι όντως αφιερωμένη στην εξορία (ή αυτοεξορία) των Πρωτοπλάστων από τον Παράδεισο, καθώς οι άγιοι Πατέρες θέσπισαν κατ'αυτήν την ημέρα να «ποιούμεθα τὴν ἀνάμνησιν τῆς ἀπὸ τοῦ Παραδείσου τῆς τρυφῆς ἐξορίας τοῦ Πρωτοπλάστου Ἀδάμ» (Συναξάρι από την Ακολουθία του Όρθρου της Κυριακής της Τυρινής).



"Το βράδυ της Τυρινής, όταν στρωθεί το τραπέζι με τα πεντανόστιμα φαγητά, τις πίτες, τ'ανοιχτάρι κι όλα τ'άλλα, στρογγυλοκάθεται στην τάβλα ολάκερο το βλαχοσόι. Εύχονται οι γεροντότεροι "χρόνια πολλά και καλή Σαρακοστή" ή "καλή Λαμπρή να μας εύρει" κι αρχίζουν όλοι μαζί να τρώνε.
Αυτή, ακριβώς την ώρα π'ανταλλάσσονται οι ευχές και τα γλυκόλογα, οι λεύτερες κοπέλες κλέβουν την πρώτη τους μπουκιά, χωρίς να τις ιδεί κανένα μάτι, για να τη βάλουν τη νύχτα που θα κοιμηθούν κάτω απ'το προσκέφαλό τους. Αυτόν τον άνδρα που θα ιδούν στον ύπνο τους κείνο το βράδυ, πιστεύουν πως θα γίνει και το μελλοντικό τους ταίρι.
Άλλες πάλι, το ίδιο βράδυ τρώνε την αρμυροκουλούρα, που ζύμωσαν την ημέρα κρυφά απ'τους τσελιγκάδες, βάζοντας μέσα μπόλικο αλάτι για να φέρει δίψα τη νύχτα. Έτσι έφευγαν κι έπεφταν για ύπνο, περιμένοντας να ιδούν στ'όνειρό τους ποιός θα τους έδινε νερό. Αυτόν πίστευαν πως θα τον έπαιρναν κι άντρα τους.
Κι ακόμη, όποιος ή όποια φτερνιστεί κατά την ώρα του φαγητού τ'αποκριάτικο βράδυ, θα φορέσει άσπρα τη Λαμπρή. Τ'άσπρα εδώ για την κοπέλα σημαίνουν νυφιάτικο φόρεμα. Συνηθίζουν, επίσης, οι τσοπάνηδες, για το καλό των ζωντανών τους, αυτή τη μέρα να δίνουν φαγητά και κρασί σ'όλους τους περαστικούς και φτωχούς ξωμάχους που κατοικούν γύρω τους κι απόκοντα."
(Βασίλης Λαμνάτος, "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας"

"Τα φαγητά που τοποθετούνται στο τραπέζι είναι μακαρόνια, αυγά, τυρόπιτες, γαλατόπιτες και ένα είδος ζωμού, το τυροζούμι. Αυτό ειδικά φτιάχνεται την ημέρα αυτή από άγρια λάχανα (μυρώνια, καυκαλήθρες, παπαρούνες, κλπ). Τα γιαχνίζουν και ρίχνουν και τυρί μυζήθρα, κομματάκια κομματάκια. Το φαγητό συνοδεύεται με ορισμένα έθιμα που ποικίλλουν από τόπο σε τόπο. Αναφέρω όσα γίνονται στην Αρκαδία. Εκεί,
το βράδυ που θ'αποκρέψουν της τυρινές απόκριες θα μαζευτούν οι συγγενείς οι στενότεροι στου γεροντότερου το σπίτι. Ως πρώτο φαϊ βάνουν στο τραπέζι το τυροζούμι. Κάνουν την προσευχή τους και κατόπιν "σηκώνουν" το τραπέζι' το κρατούν όλοι, μικροί και μεγάλοι, με τα μικρά τους δάκτυλα. Το σηκώνουν και το καθίζουν τρεις φορές. Κάθε φορά λένε:
Αγιοζούμι, τυροζούμι
όποιος πιει και δε γελάσει
ψύλλος δε θα τον δαγκάσει!
Από φτούνο πρέπει να πιει ο καθένας τρεις κουταλιές. Το πίνουμε γλήγορα γλήγορα, δίχως να γελάσουν, κι ύστερα βάνουν όλοι μαζί τα γέλια. Ύστερα τους βάνουν να φάνε μακαρονάδα. Τα ανύπαντρα παιδιά και κορίτσια κοιτάζουν, πώς να κλέψουν κανά μακαρόνι, χωρίς να τους αντιληφθεί κανείς. Όταν πέσουν να κοιμηθούν, το βάνουν στο μαξιλάρι τους και όποιον νέον ή νέαν ιδούν, θα είναι ο άντρας ή η γυναίκα τους. Στερνά τρώνε ό,τι άλλο φαϊ έχουν ετοιμάσει και κατόπιν ο μεγαλύτερος από όλους δίνει το σύνθημα σε όλους να σηκώσουν το τραπέζι με τα μικρά τους δάκτυλα, και τους ρωτάει: 
- Φάγατε;
- Φάγαμε.
- Ήπιατε;
- Ήπιαμε.
- Χορτάσατε; 
- Χορτάσαμε.
- Πάντα χορτασμένοι να είστε.
Και τους διατάζει ν'αφήσουν το τραπέζι στη θέση του."

 (Γεωργίου Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας"

 

Ανάλογες μαντείες σχετικές με την εύρεση συζύγου, καταγράφει κι ο Νικόλαος Πολίτης στα "Λαογραφικά Σύμμεικτα" (τόμος Γ'):




Αλλά οι μαντείες της ημέρας τούτης δεν περιορίζονται στην εύρεση γαμπρού ή νύφης. Ο Φίλιππος Βρετάκος στο πόνημά του "Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των" διασώζει το έθιμο της αυγομαντείας, που αφορά ζωή και θάνατο:


Το αυγό, πάντως, είχε κυρίαρχη θέση στο τραπέζι της ημέρας τούτης, μιας και ήταν η τελευταία μέρα που μπορούσαν να το γευτούν μέχρι να χτυπήσουν οι καμπάνες της Αναστάσεως, όπου και πάλι πρόκειται για το πρώτο αρτύσιμο που θα βάλουν στο στόμα τους!

έθιμο της "χάσκας"

Ένα έθιμο πολύ διαδεδομένο πανελλαδικά ήταν αυτό της "χάσκας" που μπορεί να μην αναφερόταν με αυτήν την ονομασία πάντα, αλλά σα διαδικασία λάβαινε χώρα σχεδόν παντού. Ο γεροντότερος κρεμούσε από ένα μακρύ ξύλο (συνήθως τον πλάστη) ένα σκοινί μ'ένα βρασμένο και ξεφλουδισμένο αυγό δεμένο σε αυτό. Τούτο το αυγό το περιέφερε πάνω από το οικογενειακό τραπέζι κι όλοι προσπαθούσαν να το αρπάξουν με το στόμα! Υπάρχουν και κάποιες παραλλαγές, όπου το αυγό κρεμόταν με σκοινί από το ταβάνι. Πάντως, σε κάθε εκδοχή, ήταν εθιμοτυπικό της μέρας να κλείσεις το στόμα σου με το αυγό.


έθιμο της χάσκας 


Μετά την συχώρεση και το βραδινό πλούσιο φαγοπότι της οικογένειας, ακολουθούσε ο "χάσκας". Από το "χάσκω", που σημαίνει ανοίγω πολύ το στόμα. Είναι και ένα διασκεδαστικό παιχνίδι!
Δένανε μια κλωστή στην άκρη του "κλωστή" - αυτό που ανοίγουν φύλλα πίττας - και στην άλλη άκρη της κλωστής, δένανε ένα ξεφλουδισμένο αυγό!
Ο "κλωστής" συμβολίζει, κατά το έθιμο, τον Πλάστη του ανθρώπου, τον Θεό και η κλωστή το νήμα της ζωής του ανθρώπου!
Όλοι της οικογένειας κάθονται έναν γύρω, με τα χέρια πίσω στις πλάτες για να μην ακουμπήσουν το αυγό και με ανοιχτό το στόμα, περιμέναν να "χάψουν" το αυγό!
Τον "κλωστή" κρατά ο αρχηγός του σπιτιού, ξεκινώντας από τον μικρότερο. Η προσπάθεια γίνεται τρεις φορές για τον καθένα. Αυτός που θα "χάψει" το αυγό, είναι ο τυχερός!
Από το αυγό τρώνε όλοι, για να σφραγίσουν το στόμα τους με αυγό κατά την περίοδο της νηστείας και να το ξανανοίξουν πάλι με το "κόκκινο αυγό" της Ανάστασης!
Την κερωμένη κλωστή του "χάσκα" την καίνε, μετρώντας κατά την διάρκεια του καψίματος πόσα χρόνια θα ζήσει ο νοικοκύρης του σπιτιού!
Καλός οιωνός θεωρούνταν όταν καιγόταν ολόκληρη η κλωστή και η χρονιά θα ήταν καλή!
Τα τσόφλια του αυγού της "χάσκας" τα πετούσαν κρυφά έξω στην γειτονιά, για να φύγει κάθε κακό από το σπίτι τους!
Μετά τον "χάσκα" ξεπόρτιζαν στους φανούς για γλέντι όσο αντέξουν!
(Κωνσταντίνου Σιαμπανόπουλου, "Ο νομός Κοζάνης στο χώρο και στο χρόνο")

"Συγχώρεση"- φωτογραφία: Κωνσταντίνος Μάνος

Το έθιμο τούτο, σε πολλές περιοχές συνδεόταν με τη "συγχώρεση" που λάβαινε χώρα τόσο στα οικογενειακά τραπέζια, όσο και στον κατανυκτικό εσπερινό της συγχώρεσης στην εκκλησία. Προφανώς, την περίοδο της Σαρακοστής που ακολουθεί, δεν αρκεί η σωματική εγκράτεια και νηστεία που θα περιορίσει το σαρκικό μας θέλημα, αλλά είναι απαραίτητο να αποτοξινωθεί κι η ψυχή μας από κακούς λογισμούς, έχθρες και μνησίκακα συναισθήματα, να φιλιώσουμε μεταξύ μας, να δαμάσουμε τον εγωισμό μας, να διαλύσουμε τις όποιες παρεξηγήσεις με τους συνανθρώπους μας και να ξεκινήσουμε την πορεία προς τα Πάθη του Χριστού με όσο το δυνατόν καθαρότερη καρδιά και συνείδηση....
"Εἶπεν ὁ Κύριος· ἐὰν γὰρ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καὶ ὑμῖν ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος· ἐὰν δὲ μὴ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, οὐδὲ ὁ πατὴρ ὑμῶν ἀφήσει τὰ παραπτώματα ὑμῶν." (Ματθαίος 6,14- Ευαγγέλιο της Τυρινής)

"Η καθαυτό Αποκριά με τα πολλά τα έθιμα είναι η τελευταία Κυριακή της Τυροφάγου, που λέγεται αλλιώς "Τρανή Αποκριά". Όταν φτάσει η Κυριακή αυτή, εκτείνονται στο έπακρο η ευθυμία, η αθυροστομίες των μεταμφιεσμένων, οι άσεμνες εμφανίσεις και οι χοροί. Η ημέρα όλη περνά με την κίνηση των μασκαράδων, με τις επισκέψεις και το φαγοπότι. Τον γενικό θόρυβο επιτείνουν οι εκπυρσοκροτήσεις των κροτίδων και ρουκετών, που σε πολλά μέρη, ιδιαίτερα της Β. Ελλάδας, από παλιά συνήθιζαν να πετούν στον αέρα. Αλλά όταν ο ήλιος πλησιάζει στη δύση του, όταν σημάνει η καμπάνα του εσπερινού, τότε γυναίκες και άνδρες ξεκινούν για την εκκλησία. Πρόκειται να διανύσουν το πέλαγος της νηστείας, της Μεγάλης Σαρακοστής, και θέλουν να μπουν σ'αυτό απαλλαγμένοι από ό,τι τους βαραίνει στις σχέσεις τους με τους άλλους χριστιανούς. Εκεί, στον εσπερινό, γίνεται η αμοιβαία συγχώρηση ιερέων και εκκλησιάσματος. Οι εκκλησιαζόμενοι παρατάσσονται κατά ηλικία' οι νεότεροι προχωρούν προς τους γεροντότερους και φιλούν το χέρι τους λέγοντας: 

Συγχώρα με!

Κι αυτοί απαντούν:

Συγχωρεμένος νά'σαι!

Σε πολλές περιοχές, μετά τον εσπερινό ακολουθεί χορός στην αυλή της εκκλησίας ή στο χοροστάσι, την κεντρική πλατεία του χωριού. Επικεφαλής του χορού είναι συνήθως ο ιερέας. 

Π.χ. στην Αρτονίνα,

Πρωτοχορεύουν οι παπάδες, μετά όλοι οι γερόντοι με την αράδα. Τραγουδούν: "Ου δέντρους ήταν ου Χριστός κι η Παναϊά η ρίζα" κ.λ.π.. 

Στο χωριό Αρτεμώνα της Σίφνου ο παπάς σέρνει τον χορό "Του κυρ Βοριά" στον αυλόγυρο της Παναγίας της Κόχης κι έπειτα τον συνεχίζουν στο σπίτι του παπά και άλλων, για να μαλακώσουν τον βοριά. Στην Αγχίαλο, αμέσως μετά τον Εσπερινό

ήθελα πάμε στη θάλασσα όλο το πλήθος κι όσες μάσκες υπήρχαν στην πολιτεία, πηγαίναμε όλοι εκεί, συνάζουντασ' τ' αλόγατα τα καλύτερα του χωριού κι ετρέχανε. Κι όποιο περνούσε - ήταν το μέρος αμμουδιαστό - δίνανε δώρα διάφορα από πανικά και μαντήλια' το στόλιζαν τ'άλογο και περνούσε 'πομέσ' από την αγορά.

Όταν πάλι αρχίζει να νυχτώνει, τότε ανάβονται στις πλατείες ή τους δρόμους των χωριών φωτιές (φανοί, κλαδαριές, μπουμπούνες, καψαλιές) και η ανταύγεια από τα ξερά φρύγανα ή τα κλαδιά, τις παλιοψάθες ή τα κοφίνια τ'αλειμμένα με κατράμι που καίγονται, φωτίζει τα πρόσωπα των ανθρώπων, που συγκεντρωμένοι γύρω στη φωτιά τραγουδούν και χορεύουν. Σε πολλά χωριά συγκεντρώνονται μετά το φαγητό και τότε το γλέντι κι ο χορός παρατείνεται εκεί ως το πρωί. Όταν η φλόγα χαμηλώσει, τότε μικροί και μεγάλοι πηδούν πάνω απ'τη φωτιά."

 (Γ.Α.Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")

* Σημ. Περισσότερα για το έθιμο της χάσκας, αλλά και για τις φωτιές που συνηθίζουν ν'ανάβουν Πανελλαδικά (π.β. και την καύση του Καρνάβαλου), βλ. σε παλιότερη ανάρτησή μου, εδώ: Χάσκα και φωτιές! 
Αποκριάτικο γλέντι στη Χώρα της Μυκόνου -μέσα της δεκαετίας του ’60  (από το βιβλίο «Ενθύμιον Μυκόνου» του Παναγιώτη Κουσαθανά)

Η Μαρία κι ο Νίκος Ψιλάκης στο κοινό τους έργο "Κρητική παραδοσιακή κουζίνα" (εκδόσεις Καρμάνωρ) σημειώνουν πως: "Από το αποκριάτικο τραπέζι δεν έλειπαν ποτέ οι πίτες. Σαρικόπιτες, αγνόπιτες, πίτες με γλυκιά ή ξινή μυζήθρα. Οι πίτες κυριαρχούσαν και κατά τις επόμενες ημέρες, αμέσως μετά την πρώτη Κυριακή της Αποκριάς. Και την Κυριακή της Τυρινής υπήρχαν πάντα τρεις και τέσσερις διαφορετικές ποικιλίες πίτας μαζί με τα υπόλοιπα φαγητά. Στα δυτικά του νησιού κυριαρχούσαν τα "μπουρέκια", εδέσματα ή επιδόρπια που παρά την τουρκική ονομασία τους έχουν καθαρά ελληνική καταγωγή. Δεν υπήρχε, όμως, κρέας στο τραπέζι εκείνων που τηρούσαν πιστά την παράδοση."

Στο έτερο σπουδαίο έργο τους "Το ψωμί των Ελλήνων και τα γλυκίσματα της λαϊκής μας παράδοσης" (εκδόσεις Καρμάνωρ), καταγράφουν με περισσότερες λεπτομέρειες:
" Απολύτως συμβολική είναι η αιτωλική τυρόπιτα με σαράντα φύλλα (συμβολίζει την περίοδο της σαρακοστής που ακολουθεί). Τη λένε πετρόπιτα (από τα πέτρα- πέτουρα = φύλλα): "Επιπάσσεται πολτός βουτύρου και αυγών μετά μικρών τεμαχίων τυρού κλπ. Φέρεται εις την εστίαν και καλύπτεται δια δευτέρου πέτρου, εφ' ου εξαπλούται και αύθις η αυτή ύλη...". Στη συνέχεια μπαίνουν με την ίδια λογική και τα υπόλοιπα φύλλα και ψήνεται στη γάστρα. 
Άλλα αποκριάτικα παρασκευάσματα: 
Κατιμέργια. Στις περισσότερες περιοχές είναι πιτάκια με χειροποίητο φύλλο ή έτοιμο φύλλο μπακλαβά και γέμιση από τυρί, μυζήθρα ή ακόμη και κρέμα με γάλα και ρύζι, όπως γινόταν σε πολλές περιοχές της Μικράς Ασίας. [...]
Γαλατόπιτα (Λευκάδα), τυρινόπιτα (Σαμοθράκη), γαλακτομπούρεκο (Τήνος), κασιάτα (Μέτσοβο), ρυζόπιτα (Λέσβος), ψιρκουτσ' ή ψιρκόγαλο (Λέσβος), γκλιαστρόπιτες (με γκλιάστρα = πρωτόγαλο, Ζαγόρια), βουτυρόψωμο (είδος τυρόπιτας, Λευκάδα), μυζηθρόπιτες (Κρήτη), αλατσατιανές τυρόπιτες (πρόσφυγες από τα Αλάτσατα), [...]"

Πέρα όμως από το αυγό και τις πίτες, εθιμικό έδεσμα της ημέρας αποτελούσαν, όπως ήδη αναφέρθηκε, και τα μακαρόνια, όπως και τα κάθε λογής ζυμαρικά. Πολύ ενδιαφέροντα και πάλι όσα αναφέρουν η Μαρία και ο Νίκος Ψιλάκης ("Το ψωμί των Ελλήνων και τα γλυκίσματα της λαϊκής μας παράδοσης"): 

"... οι μέρες της Αποκριάς διατήρησαν και το αρχαίο νεκρολατρικό τους υπόβαθρο (*π.β. Ψυχοσάββατα: Ψυχοσάββατα, Αποκριές και Χύτροι..), έτσι καθώς στην αρχαιότητα γιορτάζονταν την ίδια εποχή τα Ανθεστήρια, γιορτή με διπλή σημασία. Από τη μία ήταν γιορτή χαράς και ξεφάντωσης κι απ'την άλλη γιορτή ανάμνησης των νεκρών, οι οποίοι πιστευόταν ότι επανέρχονται στον απάνω κόσμο μαζί με τη βλάστηση. Ο Φ. Κουκουλές παρατήρησε πρώτος ότι το μακαρόνι, που αποτελεί εθνικό αποκριάτικο φαγητό σε ολόκληρο σχεδόν τον ελληνικό χώρο έχει τη ρίζα του στα ζυμαρικά που προσφέρονταν στα νεκρόδειπνα, προς τιμήν των νεκρών, δηλαδή των Μακάρων! Δημοσίευσε, μάλιστα και αποδείξεις: Τα μακαριστικά τροπάρια "εις την κοίμησιν της Θεοτόκου" που γράφτηκαν το 1343 από τον Αρχιεπίσκοπο Βουλγαρίας Ιάκωβο, ονομάζονταν "μακαρώνεια". 
Μακαρία ονομάζονται ακόμη και σήμερα στην Κρήτη τα προσφερόμενα εις μνήμην των νεκρών κόλλυβα, όπως και τα διάφορα κεράσματα (τσικουδιά, γλυκίσματα, αρτίδια). Ο Φ.Κουκουλές ετυμολογεί τη λέξη μακαρόνια από "μακαρία αιωνία", που στην πορεία έγινε "μακαρωνία". Επιστρατεύει, μάλιστα, τη λέξη "μακαρωνιά", που είναι το πιλάφι το οποίο προσφερόταν στα νεκρόδειπνα της Ανδριανούπολης. Με τον τρόπο αυτό υποστήριξε την ελληνική καταγωγή της λέξης "μακαρόνια". [...]
Τα μακαρόνια, λοιπόν, είναι το κατ'εξοχήν φαγητό της Αποκριάς. Τόσο πολύ έχουν ταυτιστεί με τις μέρες αυτές και δεν είναι καθόλου τυχαίο που η ίδια η Αποκριά ονομάζεται και "Μακαρονού"! [...] Στην Κρήτη η σύνδεση αυτή φαίνεται με την μαντινάδα αποχαιρετισμού της περιόδου ευωχίας:
Ο λαζανάς ψυχομαχεί κι ο μακαρούνης κλαίει
κι ο κρόμμυδος σουσουραδεί απάνω στο τραπέζι."

Βέβαια, σε άλλες περιοχές, κυρίως νησιωτικές ή παραθαλάσσιες, τούτες τις μέρες συνηθίζεται κι η ψαροφαγία, όπως, π.χ., στους Παξούς: "Της Τυρινής τρώμε μπακαλιάρο, στακοφίσι, σκορδαλιά, ψάρια και μακαρονάδα με λάδι, με σάλτσα και τυρί."  (Δημητρίου Λουκάτου, "Λαογραφικά Σύμμεικτα Παξών")



Μέχρι κάποια χρόνια πριν (που οι καιροί δεν είχαν τόσο αγριέψει!) στα περισσότερα χωριά του τόπου μας (κι όχι μόνο!), πέρα από τα οικογενειακά γλέντια και τους χορούς συνηθιζόταν ομάδες μασκαρεμένων να γυρνούν από σπίτι σε σπίτι -συχνά κι αμίλητοι, για να μην αναγνωριστούν απ'τη φωνή- για να κεραστούν. Ακόμη και στην Κωνσταντινούπολη:
"Τις Απόκριες οι πολίτισσες νοικοκυρές συνήθιζαν να ετοιμάζουν σπιτικά κεράσματα από λικέρ, σιροπιαστά γλυκά, τρίγωνα, ρεβανί, μπακλαβά, κανταΐφια, γιασσί, εκμέκ με καϊμάκι και σιμιγδαλένιο πολίτικο χαλβά, καθώς επικρατούσε η συνήθεια να επισκέπτονται τα σπίτια γείτονες και φίλοι μεταμφιεσμένοι." (Σούλας Μπόζη, "Πολίτικη κουζίνα", εκδ. ελληνικά γράμματα)


Κουκαράς- Σκίτσο του Χρήστου Γ. Δημάρχου από την έκδοση «Ο ελληνικός Πόντος – Μορφές και εικόνες ζωής», Αθήνα 1947

Ένα άλλο έθιμο και, μάλιστα, ποντιακό που λάμβανε χώρα το τελευταίο βράδυ της Αποκριάς, ήταν η ετοιμασία του "κουκαρά", πληροφορίες για τον οποίο μας διασώζει το λαογράφος Κώστας Καραπατάκης ("Ποντιακά ήθη και έθιμα", "Αρχείον Πόντου", τόμος 38ος):




κουκαράς



Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2021

Ο Άγιος Τρύφωνας των αμπελιών και των κηπευτικών!

 "`Αι-Τρύφωνας τριβ', Υπαπαντή πλαθ' κι ο Συμεών σημνειών'",

έλεγε ο λαός μας αναφερόμενος στις τρεις μεγάλες γιορτές της Εκκλησίας μας, τα "Συμόγιορτα", που αφορούν τις πρώτες μέρες του Φλεβάρη. 

Την πρώτη ημέρα του Φεβρουαρίου τιμάμε τον Άγιο Τρύφωνα (βλέπε και: Ο Άγιος Τρύφωνας των αμπελιών), προστάτη των αμπελιών και των κηπευτικών, στις δύο του μηνός τη μέρα της Υπαπαντής του Χριστού (βλέπε: Της Παναγιάς της Μυλιαργούσας (λαογραφικά της Υπαπαντής)) και στις τρεις τον Άγιο Συμεών (βλέπε: Ο Άγιος Συμεών, "σημειώνει"... (έθιμα και παραδόσεις)).

 


Σημειώνει ο λαογράφος μας Δημήτρης Λουκάτος για τον Άγιο Τρύφωνα των αμπελιών που τιμάται σε όλη την ελληνική ύπαιθρο:

"Αγαπημένος λαϊκός και γεωργικός άγιος. Κατά το συναξάρι του, φτωχός χηνοβοσκός, με το ελληνικότατο αυτό όνομα, ζούσε στη Μ.Ασία (κοντά στην Νίκαια) στα τελευταία χρόνια των χριστιανικών διωγμών. Νέος, που είχε προσχωρήσει στην νέα θρησκεία, εμαρτύρησε με βασανιστήρια κι αποκεφαλίστηκε.

Η λατρεία του αγίου Τρύφωνα άρχισε από νωρίς αφού ήδη τον 6ο αιώνα είχε δύο ναούς στην Κωνσταντινούπολη κι ένα μοναστήρι. [...] Μπορούμε να πούμε ότι το ελληνικό όνομα του αγίου καθώς και η νεαρή ηλικία του συσχετίσθηκαν με τη λέξη "τρυφερός", κι άπλωσαν τη λατρεία του ώστε, μαζί με την κατάλληλη γεωργική εποχή της γιορτής του, να θεωρείται προστάτης στη βλάστηση και στην καλλιέργεια, ιδαίτερα στους κήπους και στα αμπέλια, που, αρχές Φεβρουαρίου, μπουμπουκιάζουν ή κλαδεύονται.

Στην Υμνογραφία του αγίου ακούγονται φράσεις που βοηθούν τις αντιλήψεις αυτές ("ἔσπευσας πρὸς τὸ σκάμμα" και "κατήρδευσας τὰ τῆς ἐκκλησίας βλαστήματα"), αλλά σημαντικότερες είναι οι ευχές κι οι εξορκισμοί που διαβάζονται στα αμπέλια και στα χωράφια, στο όνομα του αγίου Τρύφωνα [...] Ο άγιος φέρεται να διώχνει τα βλαβερά ζωύφια από τις καλλιέργειες των ανθρώπων (σκουλήκια, κάμπιες, κανθάρους, ακρίδες, σαλιγκάρια, αρουραίους, κλπ) με τον εξορκισμό. 

"Ὁρκίζω ὑμᾶς... μὴ ἀδικήσετε τὴν ἄμπελον, μήτε τὸν κῆπον τῶν δένδρων τε καὶ λαχάνων... ἀλλά ἀπέλθετε εἰς τὰ ἄγρια ὄρη, εἰς τὰ ἄκαρπα ξύλα, εἰς ἅ ἐχαρίσατο ὑμίν ὁ Θεὸς ττὴν καθημερινὴν τροφήν." ("Μικρό Ευχολόγιο"). 

Δεν έχει, νομίζω, μελετηθεί (ειδικά κι αντικειμενικά) η ψυχολογική συμπαράσταση που έδειξε πάντα η Εκκλησία (ήδη με τα λόγια του Χριστού) στον κοπιώντα γεωργό. Με τις ευχές, τις ευλογημένες σπορές ή απαρχές, και με τις λιτανείες της, στις τραγικές ώρες της ανομβρίας, του παραστάθηκε και τον ενθάρρυνε να αισιοδοξεί, να ελπίζει και να αγωνίζεται.

 

Στην εικονογραφία του ο άγιος Τρύφωνας παριστάνεται με κλαδευτήρι στο χέρι, κάποτε μάλιστα δείχνεται στο βάθος της εικόνας και κάποιος γεωργός, που τιμωρήθηκε (του κόπηκε η μύτη) επειδή δεν ετήρησε την αργία της γιορτής του. Η σχετική παράδοση διηγείται:

"Οι σταφιδοπαραγωγοί στη μνήμη τ'άι Τρυφώνου έχουν μικρή σχόλη, γενικό εκκλησιασμό, αποφεύγουν δε αυστηρά όχι μόνο να πατήσουν σε χτήμα (για κλάδεμα), αλλά και να πιάσουν κλαδευτήρι στο χέρι τους... Κάποιος που μαγάρισε τη μνήμα του αγίου και δούλεψε στ'αμπέλι έκοψε τη μύτη του. Κι ένας που το διηγόταν, και κρατούσε, την ημέρα αυτή, κλαδευτήρι, έκαμε να δείξει πώς, κι έκοψε τη δική του." (Ηλεία 1963, Ντίνος Ψυχογιός). 

Από παρετυμολογία του ονόματός του: Άγιος Στρίφωνας, παλιότερα δεν έστριφαν γνέμα για ύφανση οι νοικοκυρές. Ο Δ. Καμπούρογλου διηγείται για την τουρκοκρατούμενη Αθήνα ότι φοβούνταν οι γυναίκες "να στριφώσουν" νήμα ή ρούχα, γιατί μπορούσαν να πάθουν και προσωπικό στρίφωμα. 

Άλλη αγροτική παρετυμολογία συναντούμε στη Δ.Μακεδονία όπου για να τους βοηθάει ο άγιος στην καλή βλάστηση του τριφυλλιού (για τα ζώα τους) τον λένε άγιο Τρίφυλλα. (Μ.Καλινδέρη, "Ο βίος της Βλάτσης") [...]

Χαρακτηριστικό είναι το πειραχτικό ανέκδοτο (φώνημα) που λένε για τους Βυτινιώτες, με το συχνό όνομα του αγίου στον τόπο τους (*είναι πολιούχος στη Βυτίνα της Αρκαδίας):

"Ε! Τρύφωνα! Να πεις του Τρύφωνα, να πάει στον Τρύφωνα, να πει του Τρύφωνα, να στείλει τον Τρύφωνα εδώ, που τον θέλουν." 

("Λαογραφία" 8, 1921) [...]" (Δημητρίου Λουκάτου, "Συμπληρωματικά του Χειμώνα και της Άνοιξης", εκδόσεις Φιλιππότη)

 


 Κατά τον Γεώργιο Μέγα,

άγιος Τρύφωνας θεωρείται φύλακας των αμπελιών και προστάτης των αγρών, καθώς πιστεύεται ότι έχει εξουσία εναντίον των ποντικών και της κάμπιας. Γι' αυτό και στις εικόνες του παριστάνεται με κλαδευτήρι στο χέρι, ενώ στο κόλλυβο που παραθέτουν στην εκκλησία οι Αγχιαλίτες κ.α. "είναι ζωγραφισμένος ο άγιος Τρύφος με το σταφύλι". Κηπουροί κι αμπελουργοί κάνουν στην εκκλησία αγιασμό και αρτοκλασία με κόλλυβα. Από τον αγιασμό αυτόν δεν πίνουν, ούτε τον παίρνουν μέσα στο σπίτι, αλλά μόνο ραντίζουν αμπέλια και κήπους.

Πολλές και διάφορες είναι οι τοπικές συνήθειες. Π.χ. στην Ήπειρο κάμνουν κουλούρες και τις κυλούν στ'αμπέλια, τα χωράφια και τους κήπους τραγουδώντας:

Τρύφωνα πολύκαρπε,

έλα δω στ'αμπέλι μου

και στο χωραφάκι μου,

να φάμε και να πιούμε.

Στη Στενήμαχο έσφαζαν βόδι (κουρμπάνι), "για να ευχαριστήσουν τον άγιο", και μοίραζαν τα κομμάτια στους κατοίκους. Μετά τη λειτουργία γινόταν κι αγώνας πάλης στην πλατεία. "Παλεύουν δυο αντρειωμένοι κι όποιος νικήσει παίρνει βραβείο ένα αρνί". Στον Δρυμό της Μακεδονίας ταυτόχρονα με το ράντισμα παραχώνουν και το "κλικούδ' τ' καλλ'κάτζαρου" (που θυμνιάζεται Χριστούγεννα, αϊ-Βασίλη και Φώτα) και το κόκκινο αυγό της Μ.Πέμπτης' τα κόβουν μικρά μικρά κομματάκια και τα θάβουν στ' αμπέλια και στα γεννήματα." (Γεωργίου Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας", εκδόσεις Οδυσσέας)

Περισσότερες πληροφορίες για τα κουρμπάνια της Στενημάχου μας δίνει ο έτερος λαογράφος μας Γεώργιος Αικατερινίδης στη μελέτη του για τις ζωοθυσίες:

 

 Μεταφερόμαστε και στην Κρήτη με την σπουδαία πένα του Νίκου Ψιλάκη:

"[...]Γύρω από τον Ψηλορείτη, σε περιοχές όπου ευδοκιμεί και καλλιεργείται το αμπέλι, ο εορτασμός του Αγίου αποτελούσε ξεχωριστό γεγονός. [...]πολλές αμπελουργικές οικογένειες δεν έστρωναν τραπέζι τη μέρα της γιορτής του αν δεν είχαν φτιάξει κάποιο γλύκισμα ή φαγητό με προϊόντα αμπελιού. Φυσικά υπήρχε πάντα κρασί στο τραπέζι, όπως υπήρχε σταφιδόψωμο ή πετιμεζόπιτα. Δεν έχουν περάσει πολλές δεκαετίες από τότε που μπορούσε να δει κάποιες γυναίκες έξω από τους ναούς του Αγίου Τρύφωνα, κατά την ημέρα της εορτής του, να κερνάνε μουστοκούλουρα (συνήθως τα ζύμωναν με πετιμέζι) ή σταφιδόπιτα.[...]

Η επικοινωνία των ανθρώπων της υπαίθρου με τον Άγιο αποτελεί σε αρκετές περιπτώσεις μια εθιμική πρωτοτυπία. Φροντίζουν να πάνε στην εικόνα του, μπροστά στα μάτια του, δείγματα των εντόμων που απειλούν την παραγωγή. Τελευταία μαρτυρία για το εντυπωσιακό αυτό έθιμο έχουμε από ένα μικρό χωριό του Μεραμπέλλου, τα Έξω Λακώνια, όπου το 1925, για τελευταία φορά, κρέμασαν κάμπιες στην εικόνα του! Ο πληθυσμός των βλαβερών εντόμων είχε αυξηθεί εκείνη τη χρονιά τόσο που απειλούσε να καταστρέψει ολόκληρη την παραγωγή του χωριού.[...]


Στην Κνωσσό διατηρείται ακόμη και σήμερα η παμπάλαια συνήθεια της προσφοράς λατρευτικών απαρχών κατά την ημέρα της εορτής του Αγίου Τρύφωνα. Παλαιότερα οι περβολάρηδες από το Μακρύ Τοίχο προσέρχονταν στον ναό για να πάρουν τον καθιερωμένο αγιασμό κρατώντας μικρή ποσότητα από τα γεννήματα που είχε το περιβόλι τους: λάχανα, κουνουπίδια, καρότα, πράσα, ματσάκια μαϊντανό, σέλινο, πορτοκάλια, λεμόνια...Γέμιζαν ένα μεγάλο πανέρι και το εναπόθεταν κάτω από την εικόνα του Αγίου, δίπλα ακριβώς από το χώρο που γινόταν ο καθιερωμένος αγιασμός. Όσα δε χωρούσαν στο πανέρι τα άφηναν δίπλα ή τα παρέδιδαν στους επιτρόπους. Και ήταν μεγάλη ευλογία για τον κάθε περβολάρη να πάει στη χάρη του Αγίου λίγα από τα προϊόντα του.[...]" (Νίκου Ψιλάκη, "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη", εκδόσεις Καρμάνωρ)

Ενώ κι ο Δημήτριος Λουκόπουλος μας επιβεβαιώνει πως και οι γεωργοί της Ρούμελης δεν αγνοούσαν τη μέρα τούτη:


Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2020

Της Τσικνοπέμπτης η δωρά... στον ουρανό ανεβαίνει!


"Στην κυριολεξία "αποκριά" σημαίνει το σταμάτημα της κρεωφαγίας (όπως και το λατινικό Καρναβάλι (carnem levare ή carnis levamem) και το Κυπριακό "Σήκωσες", που σημαίνουν να σηκώσουμε το κρέας από το τραπέζι). Αυτό θα γίνει, με το κλείσιμο της εβδομάδας το βράδυ της Κυριακής. Όλη τη βδομάδα αυτή η κρεωφαγία είναι στο αποκορύφωμά της, ιδιαίτερα το βράδυ της Πέμπτης, που γίνονται οι πρώτες οικογενειακές ή φιλικές συγκεντρώσεις και απαραίτητα τσικνίζεται και τσιγαρίζεται το κρέας και τα μεζεδάκια του σφαχτού για να αρχίσει το διαρκές γλέντι.
Η απαραίτητη αυτή ερεθιστική κουζίνα της Τσικνοπέφτης (που τη διαφημίζουν τώρα και οι ταβέρνες των εξωσπιτικών συγκεντρώσεων) έχει κι άλλες σημασίες, εκτός απ'τη γαστρονομική και εναρκτική: Αποβλέπει σε μία υπαρξιακή παρουσία του κάθε σπιτιού, που θα δώσει ένα "παρόν" λειτουργίας και ζωής, τόσο στην όλη κοινότητα ή γειτονιά (οικογενειακό γόητρο, στοιχειωδών δυνατοτήτων) όσο και στα υποτιθέμενα "κακά πνεύματα" (πολέμια της υγείας και της παραγωγής), που μπορεί να επιβουλεύονται την οικογένεια ή να τη θεωρήσουν φτωχή και ευάλωτη. Αυτό δεν είναι ίσως άσχετο με την απαραίτητη κνίσα των αρχαίων κρεατινών θυσιών, που έπρεπε να φτάσει -για ένα αντίδοτο- ως την αίσθηση των θεών.
Σήμερα, η Αποκριά και το Καρναβάλι έχουν χάσει την ετυμολογική έννοιά τους και σημαίνουν γενικότερα τη χρονική περίοδο των μεταμφιέσεων, του γλεντιού και των ελευθεριοτήτων, πριν απ'τη Σαρακοστή. Μασκαρέματα, χοροί, τραγούδια και σάτιρα ήταν παλιότερα δημιουργήματα και χαρές του λαού της υπαίθρου, αυθόρμητες και "ποιητικές". Τώρα τα πήρε στα χέρια της η "πολιτιστική"... Άρπυια και τα έκαμε "φεστιβάλ" αναπαραστάσεων, που νοθεύουν τις παραδοσιακές εμπνεύσεις."

(Δημήτρη Λουκάτου, "Συμπληρωματικά του χειμώνα και της άνοιξης", εκδόσεις Φιλιππότη)
~.~

"Αλλά η αρχή του Τριωδίου γίνεται κυρίως αισθητή την Πέμπτη της Κρεατινής, τη λεγόμενη Τσικνοπέφτη. Είναι η ημέρα που καθένας, και ο πιο φτωχός, "θα τσικνώσει τη γωνιά του", όπως λένε ' κάτι θα ψήσει στη φωτιά κι η τσίκνα απ'το ψημένο κρέας, χοιρινό ή άλλο, θα μοσχοβολήσει τον αέρα. Εκείνο το βράδυ, όπως και το Σάββατο βράδυ και την Κυριακή της Κρεατινής, οι συγγενείς τρώγουν όλοι μαζί. Κάθε οικογένεια ή μαγειρεύει σπίτι της κι έπειτα πηγαίνουν όλοι οι συγγενείς και τρώγουν στο ίδιο σπίτι, ή μαγειρεύουν σ'ένα σπίτι όλοι. Άμα φάγουν και πιουν, γίνονται μασκαράδες, χορεύουν και τραγουδούν. Και σαν μια οικογένεια, μαστόροι και καλφάδες διασκεδάζουν με τον ίδιο τρόπο την Τσικνοπέφτη στην Ήπειρο ' στο τραπέζι μάλιστα, που οι μαστόροι την ημέρα αυτή κάνουν στους μαθητές τους, μαστόροι και μαθητές θεωρούνται ίσοι."
(Γ.Α.Μέγα, "Ήθη και έθιμα της λαϊκής λατρείας", εκδόσεις Οδυσσέας)
 ~.~

"Μέχρι και τα μισά του 20ου αιώνα και, σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό, μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα οι Απόκριες αποτελούσαν περίοδο επιβεβαίωσης και τόνωσης των συγγενικών δεσμών. Παλιότερα το τελευταίο δεκαπενθήμερο (και σε μεταγενέστερες εποχές το τελευταίο δεκαήμερο) χαρακτηριζόταν από τις επαναλαμβανόμενες συνάξεις συγγενικών ομάδων, τις συνεστιάσεις και τη συμμετοχή σε ευωχικές εκδηλώσεις. [...] Ο κυρίρχος ρόλος των συγγενικών δεσμών εκφραζόταν μέσα από μία μεγάλη σειρά εθίμων και ιεραρχήσεων. [...] Το κρασί λειτουργούσε κατά τις ημέρες αυτές ως σύμβολο της κοινής καταγωγής, του κοινού αίματος, αφού η σχέση ανάμεσα στο κρασί και στο αίμα όχι μόνον είναι έκδηλη, αλλά ενισχύεται και από τη συμβολική μετουσίωση τουοίνου σε αίμα του Χριστού στην εκκλησία. [...]
Η Τσικνοπέμπτη αποτελεί το ουσιαστικό χρονικό ορόσημο από το οποίο αρχίζει η αποκριάτικη ευωχία. Είναι η Πέμπτη της "κρέτινης" εβδομάδας και [...] από αυτήν ξεκινούσαν οι επαναλαμβανόμενες οικογενειακές συνεστιάσεις. [...] Η συνήθως στερημένη αγροτοκτηνοτροφικήγ οικογένεια φρόντιζε να υπάρχουν "του Αβραάμ και Ισαάκ τα καλά", καλομαγειρεμένα και φροντισμένα. Σε περιοχές όπου υπήρχε το έθιμο να σφάζονται χοίροι την παραμονή ή το πρωί της Τσικνοπέμπτης, το τηγανισμένο συκώτι αποτελούσε εθιμικό φαγητό, όπως και άλλα παρασκευάσματα, συνήθως κρέας με βρούβες, που αφθονούν αυτή την εποχή. Το υποχρεωτικό κατά την παράδοση "τσίκνισμα" των φαγητών, όμως, δεν αφορούσε μόνο στο οφτό κρέας αλλά και στις πίτες. Αν έκανε κάποιος μια βόλτα στα κρητικά χωριά μέχρι και τη δεκαετία του 1960, εκτός απ'τις ομάδες των μασκαράδων, θα ξαφνιαζόταν απ'τη μυρωδιά της τηγανισμένης τυρόπιτας, στις κατά τόπους εντυπωσιακές και ευρηματικές εκδοχές της. 
Στις παραδοσιακές κοινωνίες της Κρήτης τη θεωρούσαν πολύ σημαντική ημέρα και οι άνθρωποι αντιμετώπιζαν ως χρέος τους τη διανομή φαγητού σε όσους είχαν ανάγκη. Η συνήθεια αυτή ξεκινά απ'τη συναίρεση του χρόνου (παρελθόν-παρόν), μια και η συνεστίαση ξεκινούσε απ'την ενθύμιση των προγόνων: "Καλώς εσμίξαμε κι εφέτος κι ο Θεός να συγχωρέσει τσ' αποθαμένους μας." 
Ακόμη και το κοινό τραπέζι διατηρούσε τα βασικά στοιχεία ενός μνημοσύνου. Σήκωναν τα ποτήρια "στη μακαρία ντως", θυμίαζαν το φαγητό και μοίραζαν ένα ή περισσότερα πιάτα σε φτωχές οικογένειες. Η πανελλήνια σχεδόν συνήθεια διανομής φαγητού ήταν περίπου τελετουργική στην Κρήτη. Ακόμη κι αν η οικογένεια- αποδέκτης του φαγητού δεν είχε ανάγκη, όφειλε να το δεχτεί με ευχαρίστηση, αφού γνώριζε ότι δινόταν για συγχώρηση των απόντων μελών της οικογένειας που το πρόσφερε. Φαίνεται πως υπήρχε παλαιότερα και η συνήθεια της ανταλλαγής των φαγητών, δηλαδή η οικογένεια που προσέφερε γινόταν ταυτόχρονα και αποδέκτης. Σε γενικές γραμμές και σε πολλά χωριά, το έθιμο διανομής φαγητού είχε προσλάβει καθολικό χαρακτήρα. Όλοι έδιναν σε όλους και έπαιρναν από όλους σε ένα σκηνικό έμπρακτης συγχώρεσης και ενότητας:
"Την Τσικνοπέμπτη ανοίγαμε τσι κουρούπες απού 'χαμε στο χώμα χωσμένες με την ξινομυτζήθρα. Κάνανε πίτες όλα τα σπίτια. Λένε πως πρέπει να δίνεις εκείνη τη μέρα στους φτωχούς. Και επειδή όλοι είναι περίπου το ίδιο και κανείς δε θέλει να τον νομίζουν φτωχό, δίνανε ο ένας στον άλλο. Όλα τα σπίτια μοίραζαν πίτες αναμεταξύ τους. Αν κοίταζες το απόγευμα στους δρόμους του χωριού θα έβλεπες μόνο γυναίκες να κουβαλούν πιάτα με μυζηθρόπιτες." (Γιάννης Σταματάκης, Καπετανιανά)
Μια πανελλήνια παροιμία που διασώζεται σε πολλές παραλλαγές δείχνει τη βαθύτερη σημασία του εθίμου:
"Της Τσικνοπέμπτης η δωρά και της Μεγάλης Πέμπτης
και της ημέρα της Λαμπρής, στον ουρανό ανεβαίνει."
Στην Κρήτη: 
"Της Τσικνοπέμπτης το Σταυρί και της Μεγάλης Πέμπτης
και της ημέρας της Λαμπρής εις τσ' ουρανούς εβρέθη."
"Τση Τσικνοπέφτης το μιστό και τση Μεγάλης Πέφτης
και του Μεγάλου Σάββατου στον ουρανό εβρέθη."
(μιστό= η αγαθοεργία, η ανιδιοτελής προσφορά, η ευεργεσία)
Η λειτουργία της εθιμικής δωρεάς, λοιπόν, ανάγεται στα νεκρικά έθιμα. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι στη βάση του αρχικού πυρήνα, αλλά και των μεταγενεστέρων επιβιώσεων, υπήρχε η ανάγκη του "συγχωρεμού". Οι ψυχές των νεκρών είναι παρούσες και μπορούν να απολαύσουν μία πράξη που γίνεται ειδικά σε αυτές. Εκείνος που έπαιρνε ένα πιάτο με φαγητό απαντούσε αμέσως με την ευχή του μνημοσύνου: "Ο Θεός να τως-ε συγχωρέσει". "
(Νίκου Ψιλάκη, "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη", εκδόσεις Καρμάνωρ)
~.~

"Η Πέμπτη της δευτέρας εβδομάδος της Κρεατινής, των Απόκρεων λέγεται Τσικνοπέμπτη και κατά πατροπαράδοτον έθιμο, κατ' αυτήν κάθε οικογένεια εύπορος ή πτωχή ψήνει εις την φωτιάν κρέας [...] του οποίου η "τσίκνα" * ευωδιάζει και μοσχομυρίζει τον αέρα της περιοχής [...] Εις το περιοδικόν "Λαογραφία", Τ.ΣΤ, σ.256, ο Χ. Κορύλλος γράφει: "Τσικνοπέφτη παρ'ημίν καλείται η Πέμπτη της απολυτής λεγομένης εβδομάδος των Απόκρεων. Καλείται δε ούτως, ως Πέμπτη της τσίκνας διότι την ημέραν εκείνην συνήθως σκοτώνουν [...] τα θρεφτάρια, τους οικόσιτους χοίρους. Επειδή δε ως ως επί το πολύ το κρέας αυτό τρώγεται εψημένον επί των ανθράκων ή επί σχάρας ή εις οβελίσκους και ψημένος αναδίδει τσίκναν, ωνομάσθη εκ τούτου η ημέρα Τσικνοπέφτη."
Παλαιότερον συνηθίζετο το βράδυ της "Τσικνοπέφτης" ως και το Σάββατον και την Κυριακήν της Κρεατινής, κάθε οικογένεια να πηγαίνει με τα φαγητά της μετημφιεσμένη εις το σπίτι άλλης οικογενείας, συγγενικής ή φιλικής, δια να διασκεδάσουν από κοινού και να συσφίγξουν έτσι και τους μεταξύ των δεσμούς. [...] Μετά το φαγητόν οι εορτασταί ήρχιζαν την διασκέδασιν και το γλέντι και με τα τραγούδια των τους χορούς, τα σκώμματα και τα αλληλοπειράγματα διήρχοντο την βραδιά των σκορπίζοντες το γέλιο, την χαράν και την ευθυμίαν."
* Ο Όμηρος λέγει:"κνίση δ'οὐρανόν ἵκεν ἑλισσομένη περὶ καπνῶ" (Α317), ήτοι ονομάζει την "τσίκναν" "κνίσαν".
(Φίλιππου Βρετάκου, "Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των")
~.~

"Κυρίως οι αποκριές με τις μεταμφιέσεις και τους χορούς άρχιζαν από την Τσικνοπέμπτη και μετά. Έτσι την ημέρα ετοίμαζαν τις κολοκυθόπιττες και τα φαγητά για το τραπέζι [...] Μαζεύονταν δε σε ένα σπίτι όλο σχεδόν το σόι και μετά το φαγητό άρχιζαν το χορό στον οποίο κυριαρχούσαν τα παλιά ωραία αποκριάτικα που τα χόρευαν μονότονα και κάθε τόσο χτυπούσαν τα πόδια στο πάτωμα, όταν επαναλάμβαναν τον στίχο, τον οποίο έλεγε ο πρώτος του χορού. Από την Τσικνοπέμπτη άρχιζαν να βγαίνουν και οι "μτσούνες', οι μασκαράδες δηλαδή, που ήταν κυρίως παιδιά τα οποία φορούσαν παλιά ρούχα και βάζαν στα πρόσωπά τους μαντήλια, ενώ κρεμούσαν κρεμμύδια, κουδούνια, κλπ [...] Βγαίνανε τα βράδια και επισκέπτονταν τα σπίτια του χωριού..."
(π.Κωνσταντίνου Καλλιανού, "Σεργιάνι σε ξεχασμένα μονοπάτια", έκδοση πολιτιστικού συλλόγου Νέου Κλήματος)
~.~

Δευτέρα 17 Μαρτίου 2014

Ο Μάρτης, οι γριές, τα χελιδονίσματα κι ο "μαγικός" κύκλος!

"Μια φορά κι έναν καιρό αποφασίσανε οι δώδεκα μήνες να βαν'νε κρασί σ'ένα βαγένι, για να πίν'νε όποτε των έκαν' όρεξη. "Έτσι λοιπόν" είπεν ο Μάρτης, "εγώ θα ρίξω πρώτα στο βαγένι, και ύστερα ρίχνετε και σεις". "Καλά, συ ρίξε" είπαν οι άλλοι. Και έτσι έγινε. Έριξεν εκείνος στο βαγένι μούστο πρώτα και ύστερα οι άλλοι. Όταν λοιπόν εψήθη το κρασί, είπε πάλι ο Μάρτης: "Εγώ έριξα πρώτα, πρώτα θ'αρχίσω να πίνω". "Βέβαια" είπαν οι άλλοι. Έτσι λοιπόν ετρούπησε το βαγένι στο κάτω μέρος, και άρχισε και έπινε, ώσπου τό'πιε όλο και δεν άφησε στάλα.Κατόπιν ήρθε η σειρά του Απρίλη να πάει στο βαγένι να πιάσει κρασί. Παγαίνει, το βρίσκει άδειο. Θυμώνει, το λέει στους άλλους συντρόφους του. Τ'ακούνε κείνοι, θυμών'νε, σκέφτονται τί να κάν'νε. Τέλος, μένουν σύφωνοι μεταξύ τους να τον τιμωρήσει ο Γενάρης για την κατεργαριά που των έκανε. Τον πιάνει λοιπόν ο Γενάρης και του τραβάει ένα ξύλο, που είπε αμάν. Του παίρνει και το υπούργημα: άρχιζε δηλαδή πρώτα το νέο έτος από το Μάρτη, και τώρ' αρχίζει από το Γενάρη. Αυτό είναι το υπούργημα που του πήρε.Όταν λοιπόν θυμάται το παιχνίδι που των έφτιασε, που ήπιε το κρασί δηλαδή, γελάει, και ο καιρός ξαστερώνει. Όταν θυμάται πάλι το ξύλο πό'φαγε, κλαίει και βρέχει."(Κορινθία, Νικολάου Πολίτη "Παραδόσεις" Α991)
Έτσι, λοιπόν, εξηγεί η παράδοση του λαού μας πως έχασε ο Μάρτης την πρωτοκαθεδρία κι από πρώτος μήνας του έτους στο παλιό ρωμαϊκό ημερολόγιο, ως και πρώτος μήνας της άνοιξης, μετατέθηκε σε τρίτος με τις μεταρρυθμίσεις του Ιουλίου Καίσαρος. Παράλληλα δικαιολογεί και το κυκλοθυμικό του ταπεραμέντο, καθώς είναι απρόβλεπτος και μια φλερτάρει με το χειμώνα, μια με την άνοιξη και την καλοκαιρία. Δεν τού'χει βγει τζάμπα και τ'όνομα:
"Ο Μάρτης ο πεντάγνωμος, πέντε φορές εχιόνιζε και πάλι το μετάνιωσε πως δεν εξαναχιόνισε!"
Γι' αυτό και:
 "Ξύλα φύλαγε το Μάρτη, να μην κάψεις τα παλούκια!"
αφού:
 "Μάρτης γδάρτης και κακός παλουκοκάφτης!"
καθώς:
 "Ο Μάρτης και χάδια κάνει, πότε κλαίει και πότε γελάει."

Όμως, οι παραδόσεις του λαού μας είναι πολλές, κι άλλες δίνουν άλλη εξήγηση για τα τερτίπια του Μάρτη μας:
"Οι μήνες ηβουληθήκανε μια μέρα να βρει καθενείς τωνε από μια γυναίκα να την πάρει για να μην είναι έτσι έρημοι και σκοτεινοί, χωρίς καμιά παρηγοριά στο σπιτικό τους. Όλοι ηβάλανε προξενητάδες και ηβρήκε καθένας τη δικιά του. Ο Μάρτης όμως εγελάστηκε κι επήρε μια χανούμισσα. Είχε γρικητά πως οι Τουρκάλες είναι όμορφες, και γι' αυτό παντρεύτηκε ανεξέταστα.Ω μεγαλοδύναμέ μου, ίντα γίνηκε τη βραδιά που η γυναίκα του ήβγαλε το γιασεμάκι που ήκρυβγε τη μούρη της! Ο Μάρτης εμαλλιοτραβιούντανε από το καμό του, ήκλαιε σα μωρό παιδί. Η γυναίκα του ήταν άσκημη, γριά, κουτσοδόντα, στην κεφαλή της ούτε μία τρίχα δεν είχε από τα γεροντάματα. "Μωρή πανούκλα" της λέει θυμωμένος, "να μη γυρνάς να με θωρείς, γιατί θα σε ξαντερίσω!". Η γυναίκα του όμως δεν τον άκουσε, κι όποτε γυρνά και τον βλέπει, ο Μάρτης από το θυμό του ξαπολά τους αέρηδες και τις βροχές και φουσκώνει τις θάλασσες."(Σίφνος, Νικολάου Πολίτη "Παραδόσεις" Α998)

Αλλά δεν είναι μοναχά η γυναίκα του η γριά που ευθύνεται για το θυμό του, αλλά κι άλλη μια που του περηφανεύτηκε κι έτσι εκείνος, για να την τιμωρήσει, έκλεψε τρεις μέρες από το γείτονά του το Φλεβάρη και τον άφησε κουτσό!:
"Ήταν μια φορά μια γριά, κι είχε κάτι κατσικάκια. Ο Μάρτης τότες είχε 28 ημέρες κι ο Φλεβάρης 31. Ήρθε εκείνη την εποχή ο Μάρτης κι επέρασε χωρίς να κάμει χειμώνα. Και η γριά, από τη χαρά της που βγήκανε πέρα καλά τα κατσικάκια της, εγελάστη και είπε: "Στην πομπή σου, γερο-Μάρτη, τ'αρνοκατσικάκια μου καλά τα πέρασα." Καθώς τ'άκουσεν αυτά τα λόγια ο γερο-Μάρτης, εθύμωσε και στη στιγμή δανείζεται τρεις ημέρες από το Φλεβάρη, το γείτονά του, και αρχίζει ένα σορόκο, π'έκαμε τη γριά να χωθεί από κάτου από ένα κακάβι και να φωνάζει: "Κάτσι, κάτσι, κάτσι!" γιατί έλεγε ότ' εχόρευαν τα κατσικάκια επάνου στο κακάβι. Τα κατσικάκια της γριάς εψόφησαν απ'το σορόκο κι από τότε έχει ο Μάρτης 31 ημέρες και ο Φλεβάρης 28.Ένεκα γι' αυτό πό'παθε εκείνη η γριά, τις τρεις ύστερες ημέρες του Μάρτη τις λένε ημέρες των γριών. Και ονοματίζουνε κάθε μία από δαύτες και με τ'όνομα μιανής από τις πλιο ηλικιωμένες γριές του χωριού' κι αν τύχει καλή η ημέρα λεν πως και η γριά είναι καλή, κι αν γίνει κακοκαιρία, λεν πως απ'την κακία της έγινε."(Σοποτόν του Δήμου Αροανίας των Καλαβρύτων, Νικολάου Πολίτη "Παραδόσεις" Α301).
Οι παραδόσεις που συγκεντρώνει ο λαογράφος μας Νικόλαος Πολίτης για το μήνα τούτο είναι απολαυστικές και πλούσιες σε τοπικές παραλλαγές. Σημειώνει σχετικά κι ο Φίλιππος Βρετάκος ("Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των"):
"Χαρακτηριστικόν του κατά τον μήνα Μάρτιον ευμετάβλητου των καιρικών συνθηκών είναι και αι καλούμεναι "μέρες της γριάς", αι οποίαι, κατά την παράδοσιν, οφείλουν την ονομασίαν των εις το εξής γεγονός: Αι τρεις πρώται ημέραι του Μαρτίου θεωρούνται αποφράδες και καλούνται "Δρίμες", εις τινά δε μέρη θεωρούνται ως τοιαύται και οι τρεις μεσαίαι και αι τρεις τελευταίαι ημέραι του Μαρτίου, αλλαχού δε όλοαι αι Τετάρται και Παρασκευαί του, κατά τας οποίας "οι γριές" προφητεύουν δια τον καιρόν, θεωρούσαι μίαν εξ αυτών ως ιδικήν των, όταν ο καιρός της ημέρας αυτής ταυτίζεται προς τον χαρακτήρα της."


Μην ξεχνάμε, επίσης, ότι ο μήνας Μάρτιος οφείλει το όνομά του στον πολεμοχαρή θεό Άρη (Mars= Άρης) ["που ελατρεύετο ως θεός του πολέμου και της ευετηρίας (της καλής εσοδείας), επειδή προήγε την βλάστησιν των αγρών δια των ανέμων του"] στον οποίο και ήταν αφιερωμένος, οπότε δεν μπορεί να μην κληρονόμησε και κάποια από τα χούγια του!

Παρ'όλο που από 46π.Χ. με το νεό ημερολόγιο που όρισε ο Ιούλιος Καίσαρα (δια του Έλληνα αστρονόμου Σωσιγένους), ο Μάρτης έχασε την πρωτιά του και ορίστηκε η 1η Ιανουαρίου ως Πρωτοχρονιά, ο Ιωσήφ Βρυέννιος (ΙΕ' αιών) "βεβαιοί ότι ο πρώτος των 12 μηνών ήτο ο Μάρτιος ως και εκ του γεγονότος ότι ενιαχού η πρώτη Μαρτίου εθεωρείτο η πρώτη ημέρα του έτους, κατά την οποία εψάλλοντο Κάλανδα. Γνωστόν άλλως τε είναι ότι παρά βυζαντινοίς το μεν πολιτικόν έτος ήρχιζεν από της 1ης Μαρτίου, το δε θρησκευτικόν, και δη από του 313μ.Χ., από πρώτης Σεπτεμβρίου." (Φαιδ. Κουκουλέ, "Βυζαντινών βίος και πολιτισμός, τ.Β')

Πάντως ο ερχομός του Μάρτη και επομένως της Άνοιξης πανηγυριζόταν με άσματα από τα παιδιά από τα αρχαία χρόνια. Όπως σημειώνει κι ο Νικόλαος Πολίτης ("Λαογραφικά Σύμμεικτα, Α'", σελ.72):
"Η επάνοδος του έαρος, ήτις και κατά την αρχαιότητα παρέσχεν αφορμήν εις την διάπλασιν πολλών μύθων και την σύστασιν εορτών, επανηγυρίζετο όχι προ μακρού χρόνου πανταχού της Ελλάδος υπό των παίδων. Ούτοι κατά την πρώτην Μαρτίου περιήρχοντο τας οικίας άδοντες ασμάτια μικρόν αλλήλων παραλλάσσοντα, όπως τύχωσι παρά της οικοδεσποίνης κερματίου τινός ή αυγών ή άλλων φιλοδωρημάτων. Ο πρώτο δε του ομίλου εκράτει ενιαχού φαιροειδή στέφανον ανθέων, επί του οποίου περιεστρέφετο υποκινούμενον ξύλινον ομοίωμα χελιδόνος. Η συνήθεια αύτη είναι αρχαία' ο Αθήναιος και τινες άλλοι συγγραφείς αναφέρουσι ότι εν Ρόδω κατά τον Βοηδρομιώνα μήνα παιδία περιήρχοντο τας οικίας άδοντα ασμάτιον τι, το οποίον μας περιέσωσεν ο αυτός συγγραφεύς. [...] Η παιδική αύτη εορτή εκαλείτο χελιδονισμός ή χελιδόνια, και οι παίδες χελιδονισταί."


Ο Γεώργιος Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας") καταγράφει ένα τραγούδι από τα "χελιδονίσματα" στις Μέτρες της Θράκης όπου: 

"δύο παιδιά παίρνουν ένα καλάθι, το γεμίζουν φύλλα κισσού και περνούν μέσα από αυτό ένα ραβδί' στην άκρη του ραβδιού προσαρμόζουν τη χελιδόνα, ένα ξύλινο ομοίωμα πτηνού. Γύρω στον λαιμό της χελιδόνας υπάρχουν κουδουνάκια, που ηχούν, καθώς κινείται το ραβδί από το οποίο αυτή κρέμεται. Τα παιδιά με το καλάθι της χελιδόνας πηγαίνουν από σπίτι σε σπίτι και τραγουδούν:
Ήρθε, ήρθε χελιδόνα
ήρθε κι άλλη μελιηδόνα,
κάθισε και λάλησε,
και γλυκά κελάδησε:
Μάρτη, Μάρτη μου καλέ,
και Φλεβάρη φοβερέ,
κι αν φλεγίσεις κι αν τσικνίσεις,
καλοκαίρι θα μυρίσεις.
Κι αν χιονίσεις κι αν κακίσεις,
πάλιν άνοιξιν θ'ανθίσεις.
Θάλασσαν επέρασα
και στεριάν δεν ξέχασα,
κύματα κι αν έσχισα,
έσπειρα, 'κονόμησα.
Έφυγα κι αφήκα σύκα,
και σταυρόν και θημωνίτσα,
κι ήρθα τώρα κιηύρα φύτρα,
κι ηύρα χόρτα, σπάρτα, βλίτρα,
βλίτρα, βλίτρα, φύτρα, φύτρα.
Συ, καλή νοικοκυρά,
έμπα στο κελάρι σου,
φέρ' αυγά περδικωτά,
και πουλιά σαρακοστά,
δώσε και μιαν ορνιθίτσα,
φέρε και μια κουλουρίτσα...
Μέσα 'δω πού'ρθαμε τώρα,
μέσα γεια, μέσα χαρά,
στον αφέντη, στην κυρά,
στα παιδιά και στους γονείς
σ'όλους τους τους συγγενείς.
Μέσα Μάρτης, έξω ψύλλοι,
έξ' οχτροί, σας τρών' οι σκύλοι.
Μέσα φίλοι, μέσα φτήνεια,
και χαρές, χοροί, παιγνίδια.
Η νοικοκυρά παίρνει λίγα φύλλα κισσού από το καλάθι της χελιδόνας, τα τοποθετεί στο κοτέτσι, για να "γεννούν πολλά αυγά" οι κότες, και δίνει ένα ή δύο αυγά στα παιδιά που ξεκινούν για άλλο σπίτι. Όπως είναι γνωστό, ο βαθυπράσινος κισσός είναι σύμβολο της αειθαλούς βλαστήσεως και θεωρείται μέσο ικανό να μεταδώσει τη θαλερότητα και τη γονιμότητα στις όρνιθες και τα άλλα ζώα. Πρόκειται για έθιμο που κατάγεται από την αρχαιότητα, όπως αποδεικνύει το "χελιδόνισμα", δηλαδή το τραγούδι της χελιδόνας, που μας παρέδωσε ο Αθήναιος (Η, 60) γύρω στα 200μ.Χ., αλλά ανάγεται σε πολύ παλιότερα χρόνια. Το τραγουδούσαν στη Ρόδο, στην αρχή της άνοιξης, παιδιά που περιέφεραν τη χελιδόνα ζητώντας χαρίσματα. Η ομοιότητα του τραγουδιού με το σημερινό, ομοιότητα όχι μόνο εννοιολογική αλλά και εν μέρει λεκτική, είναι ολοφάνερη."


Πέρα από τα χελιδονίσματα, παλαιότερα με πλήθος ακόμη εθίμων ο λαός υποδεχόταν το Μάρτη και την Άνοιξη. Οι νοικοκυρές απαραιτήτως από την παραμονή καθαρίζαν το σπίτι, ρίχναν τα σκουπίδια έξω, σπάζοντας, μάλιστα κάποιο παλιό πήλινο αγγείο για να φύγει το κακό κι ο χειμώνας. Βέβαια, φόβος και τρόμος με τον ερχομό της άνοιξης αποτελούσαν (χμ... και συχνά συνεχίζουν ν'αποτελούν!) οι ψύλλοι και τα διάφορα συναφή ζωύφια για αυτό και το "όξω ψύλλοι και κοριοί" αποτελεί ένα σύνηθες στιχάκι που ενσωματώνεται σε διάφορα λαϊκά ευχετήρια άσματα της εποχής. Επιπλέον, όπως και σε άλλες παρεμφερείς εορτές, συνήθιζαν να "χτυπούν" ανθρώπους και ζώα με χλωρά κλαδιά, σκυλλοκρέμυδα ή ασφοδέλους ή και με κλήματα ώστε να μεταδοθεί η θαλερότητα κι η γονιμότητά τους. Και, καθώς σημειώνει ο Μέγας
"όπως κάθε αρχή στη ροή του χρόνου, έτσι και η πρώτη Μαρτίου θεωρείται ότι προσφέρεται και για μετεωρολογικές και μαντικές παρατηρήσεις. Οι παρατηρήσεις για τον καιρό, τα λεγόμενα μερομήνια, διοργανώνονται από τις γυναίκες."


Όμως ένα από τα γνωστότερα έθιμα της 1ης Μαρτίου που, εν μέρει, έχει επιβιώσει και στις μέρες μας είναι το βραχιολάκι με την κόκκινη και τη λευκή κλωστή που δένουμε στο χέρι για προστασία. Άκρως ενδιαφέροντα είναι όσα αναφέρει σχετικά ο Νίκος Ψιλάκης στη μελέτη που κάνει στο βιβλίο του "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη" (εκδόσεις Καρμάνωρ):

"[...] Δε γνωρίζουμε από ποιάν εποχή καθιερώθηκε το έθιμο να δένονται κλωστές στους καρπούς των χεριών κατά την πρώτη μέρα του Μάρτη. Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος ψέγει όσους χρησιμοποιούσαν φυλακτά και άλλα προστατευτικά μέσα για να αντιμετωπίσουν το κακό. Πίστευε ότι αρκούσε μόνον ο σταυρός. Ωστόσω, ανάμεσα στα προστατευτικά μαγικά μέσα συγκαταλέγει και τον "κόκκινο στήμονα", την κλωστή που δένουν στα χέρια τους οι άνθρωποι ως μέσον προστασίας. [...] Στα χρόνια του Ιωσήφ του Βρυεννίου, λόγιου μοναχού του 14ου αιώνα, φαίνεται πως ήταν συνηθισμένη πρακτική να φορούν "περιάμματα" (φυλακτά)". [...]
Μέχρι την περίοδο του Μεσοπολέμου σε πολλά χωριά της Κρήτης το πλέξιμο του "μάρτη" γινόταν με τρόπο σχεδόν τελετουργικό...[...] Οι γυναίκες λοιπόν, που αναλάμβαναν το πλέξιμο του "μάρτη" πρόσεχαν να δουλέψουν μόνο νύχτα, κρυφά, χωρίς να δει κανείς τί κάνουν, προστατευμένες από τον ήλιο και το φως της ημέρας. Μαζεύονταν την τελευταία νύχτα του Φλεβάρη, έπλεκαν τις κλωστές και στη συνέχεια τις "αστροφέγγιζαν", δηλαδή τις άφηναν έξω από το σπίτι για να εκτεθούν όλη τη νύχτα στο -ευεργετικό για την περίσταση- φως του φεγγαριού και των άστρων. [...]
Το πρωί της πρώτης μέρας του Μάρτη η κλωστή είχε αποκτήσει πλέον τις μυστικές ιδιότητες που απαιτούνταν ώστε να προστατευτεί επαρκώς εκείνος που θα τη φορούσε. [...] Συνηθώς κρεμούσαν τις κλωστές σε τριανταφυλλιές ή σε ροδιές. [...] Τα τριαντάφυλλα είχαν συνήθως κόκκινο χρώμα όπως και οι καρποί της ροδιάς, δηλαδή το επιθυμητό χρώμα του προσώπου, το χρώμα που δηλώνει υγεία και ευεξία. [...] Ειδικά για τα κορίτσια, η τριανταφυλλιά μπορούσε να μεταδώσει μέσω της κλωστής την ομορφιά των ρόδων της. [..] Για τους ίδιους ακριβώς λόγους συνήθιζαν σε πολλές ελληνικές περιοχές να βγάζουν τις κλωστές (μαρτάκια) μετά το τέλος του μήνα και να τις κρεμούν στις τριανταφυλλιές λέγοντας:
"Ρόδο μου, πάρ' το μάρτη μου και δώσ' μου τη θωριά σου" (Μαλεβίζι).[...]
Ο "μάρτης" μπορούσε να προστατέψει αποτελεσματικά από τον ήλιο του πρώτου μήνα της άνοιξης που, σύμφωνα με τη λαϊκή αντίληψη είναι καταστροφικός και μπορεί να προκαλέσει μαύρισμα του προσώπου, δηλαδή να "ασχημίσει" τις κοπελιές, δεδομένου ότι η λευκότητα συνάδει με τις παραδοσιακές περί ομορφιάς αντιλήψεις:
"Απού'χει κόρην ακριβή
του Μάρτη ήλιος μην τη δει
του Μάρτη και τ' Απρίλη
γιατί την ασκημίζει."
[...] Αν και η ερμηνεία του Ν.Πολίτη περί καταγωγής του εθίμου από τα Ελευσίνια μυστήρια είναι ενδιαφέρουσα, η αρχαία συνήθεια δε φαίνεται να έχει κάποιον άμεσο συσχετισμό με τα νεότερα έθιμα. Η "κρόκη" των αρχαίων μυστών τους καθιστούσε εμφανείς, τους έκανε να ξεχωρίζουν. Αν παρείχε προστασία στο μύστη αυτό γινόταν λόγω της ιερότητας που εξασφάλιζε η επαφή με τα ιερά και τα όσια. Η κλωστή είναι το μαγικό μέσον που η επαφή μαζί του εξασφαλίζει προστασία στον φέροντα. Ωστόσω, στην περίπτωση του "μάρτη" έχουμε μια κλωστή με δύο (ή και περισσότερα) χρώματα που ενώνονται στις άκρες (η αρχή συμπίπτει με το τέλος της) και σχηματίζει κύκλο. Σχηματίζει δηλαδή έναν προστατευτικό κλοιό γύρω από το μέλος (και, κατά γενίκευση, το όλον, το σώμα) του ανθρώπου που τον φορεί. [...] Ο κύκλος είναι το σχήμα εκείνο που έχει την ιδιότητα να δημιουργεί ένα ανεξάρτητο τμήμα μέσα στο χώρο, δηλαδή έναν καινούριο χώρο τον οποίο απομονώνει από τον υπόλοιπο.
Στη νεοελληνική εθιμολογία έχουν επιβιώσει πολλά παραδείγματα μαγικού κύκλου που σχηματίζεται γύρω από αντικείμενα, οικήματα ή οικισμούς. Επομένως, η κλωστή του Μάρτη περικλείει τον φέροντα και σχηματίζει γύρω του προστατευτικό κλοιό, δηλαδή απομονώνει το ζωτικό του χώρο από τον υπόλοιπο, ακόμα κι από τις επικίνδυνες μαρτιάτικες ακτίνες του ήλιου, αλλά και από κάθε ανεπιθύμητη μαγική επαφή που μπορεί να υπάρχει στο περιβάλλον. Παράλληλα ακόμα ο ίδιος κύκλος μπορεί να εμποδίσει την έξοδο από την περίμετρό του εσωτερικών δυνάμεων οι οποίες υπάρχουν στο ανθρώπινο σώμα. [...]
Η δίχρωμη κλωστή παρέμενε δεμένη στον καρπό του χεριού μέχρι το τέλος του μήνα, αν και σε μερικές περιπτώσεις τη διατηρούσαν μέχρι το βράδυ της Ανάστασης, μέχρι τη μέρα που θα έβλεπαν για πρώτη φορά χελιδόνια ή για επτά ή δώδεκα μέρες. Μετά τη φύλασσαν περιμένοντας το Μεγάλο Σάββατο για να την κάψουν στις αναστάσιμες φωτιές, στη "φουνάρα" ή τον "ορφανό", όπως λέγεται στην Κρήτη η φωτιά με την οποία καίνε το ομοίωμα του Ιούδα. Άλλοι συνήθιζαν να καίνε τον "μάρτη" με τη φωτιά της λαμπάδας που κρατούσαν την ώρα του "Χριστός Ανέστη", δηλαδή τον έκαιγαν με το καινούριο "αναστάσιμο" φως...Αλλού έκαιγαν το 'μάρτη" σε μια άλλη γιορτή μετάβασης, στις φωτιές Άι Γιάννη. Στο Αμάρι συνήθιζαν να κερμούν την κλωστή στα εικονίσματα του σπιτιού και να την ξαναβάζουν στο χέρι το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης. Και στην Κίσαμο την έβγαζαν από το χέρι όταν έβλεπαν το πρώτο χελιδόνι, στο οποίο και την πρόσφεραν "για να χτίσει τη φωλιά του". [...]"


Ο Μάρτιος είναι γνωστός με πλήθος λαϊκών ονομασιών, όπως "Ανοιξιάτης","Πεντάγνωμος" (ένεκα των συχνών καιρικών μεταβολών του),"Πασσαλοκάφτης" ή "Παλουκοκάφτης" (μιας και συχνά ο κόσμος έχοντας ξεμείνε από ξύλα, για να αντιμετωπίσει το δριμύ ψύχος του αναγκάζεται να κάψει παλούκια), "Ξεροκοφινάς", "Λωλομάρτης", "Δίμουρος", "Δίγαμος","Γδάρτης", "Πουλιαντέρης" (γιατί το μήνα τούτο οι όρνιθες εκκολάπτουν τα πουλιά τους), "Κλάψας" ή "Κλαψιάρης" ή "Κλαψομάρτης" (γιατί είναι μελαγχολικός και βροχερός), "Φυτευτής", "Βλαστάρης", "Σαρακοστιανός" (καθώς "Λείπει ο Μάρτης απ'τη Σαρακοστή;"), "Βαγγελιώτης" (λόγω της γιορτής του Ευαγγελισμού), ενώ πάμπολλες είναι και οι παροιμίες που τον αφορούν, όπως:
"Τα λόγια σου είναι ψεύτικα σαν του Μαρτιού το χιόνι,
οπού το ρίχνει αποβραδίς και το πρωί το λιώνει!"
"Τα παλιά παλούκια καίει και καινούρια πάει και φέρνει!"
"Ποιός έχει κόρη ακριβή, το Μάρτη ήλιος μην τη δει!"
"Κάλλιο Μάρτης στα δαυλιά, παρά στα προσηλιακά!"
"Μάρτης έβρεχε, θεριστής τραγούδαγε!"
"Ο Μάρτης το πρωί το ψόφησε κι ως το βράδυ το βρώμισε!"
"Ο Μάρτης βρέχει, ποτέ μην πάψει!"
"Απ'τον Μάρτη καλοκαίρι, κι απ'τον Αύγουστο χειμώνα!"
"Ο Μάρτης κι αν εχιόνισε, γρήγορα θα μαυρίσει!"
"Ο Μάρτης και σαν έβρεχε, πάλι θε να κρατήσει!"
"Τον Μάρτη κι αν τον αγαπάς, φίλο να μην τον κάνεις!"
"Ο Μάρτης βρέχει κι ο θεριστής χαίρεται!"
"Μη σε γελάσει ο Μάρτης την αυγή και χάσεις την ημέρα!"
"Ο καλός ο Μάρτης στα κάρβουνα κι ο κακός στον ήλιο!"
"Ο ήλιος του Μαρτιού τρυπάει το κέρατο του βουγιού!"
"Κάλλιο η μάνα σου να σε κλάψει, παρά ο ήλιος του Μάρτη να σε κάψει!"
"Το Μάρτη ξύλα φύλασσε κι άχερα τω βουγιώ σου,
μην κάψεις παρατσάφαρα τα τζένια τω σπιθιώ σου!"
"Του Μάρτη τ' απόι σίδερα κι ανθρώπους κόβγει!"
"Ο Μάρτης είναι δίμουρος για κείνο τον γαμπά σου!"
"Το Μάρτη ξύλα φύλασσε, το Μάη το κριθάρη,
και του Απρίλη τ'άχερα μην χάσεις το ζευγάρι!"
"Μάρτης είναι μια θα κλαίει, Μάρτης είναι μια θα γελά!"
"Σαν κάνει ο Μάρτης δυο νερά κι Απρίλης άλλο ένα,
χαράς σε κείνο το ζευγά πού'χει πολλά σπαρμένα!"
"Μαρθιού χιονιές, λαγού πορδές!"
"Του Μαρταπρίλη τα νερά πηλά και χώματά 'ναι!"