Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωχ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωχ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 24 Δεκεμβρίου 2018

"Τα πρώτα μας Χριστούγεννα"



της Μαρίζας Κωχ
από το νοσταλγικό αυτοβιογραφικό αφήγημά της "Το ξανθό κορίτσι της Σαντορίνης" (εκδόσεις: Μεταίχμιο)

"Φθινόπωρο 1952
Ο "Γλάρος", το καράβι της άγονης γραμμής, σαλπάρει για τα νησιά των κυκλάδων από τον Πειραιά κάθε Δευτέρα μεσημέρι. Χρόνια τώρα κάνει αυτή τη διαδρομή. Όλοι λένε πως είναι σαπιοκάραβο, αλλά όλοι μ'αυτό ταηιδεύουν! Κάνουν τον σταυρό τους κι ανεβαίνουν![...]
Μόλις που προλάβαμε κι ανεβήκαμε στο κατάστρωμα του πλοίου, η αδερφή μου η Ειρήνη, ο κυρ Φώτης, ο ταχυδρόμος του χωριού μας, κι εγώ. Ο κυρ Φώτης είχε αναλάβει από τη μάνα μας να μας παραδώσει στην οικογένεια του αδερφού της, του θείου μας του Μανώλη, στο χωριό μας, στη Μέση Γωνιά Σαντορίνης.
[...]

Τα πρώτα μας Χριστούγεννα, 1952
Μετά από λίγο καιρό, έφθασαν και οι μέρες των Χριστουγέννων.
Ο παπα-Μανώλης, ο δεύτερος παπάς του χωριού, πήγε στο σχολείο να κάνει κατηχητικό στα παιδιά και να τους μιλήσει για τα Χριστούγεννα. Πήγα κι εγώ εκείνη την ημέρα. Μου άρεσε τόσο πολύ, που δεν έγραφε τίποτα στον πίνακα και που όλο έλεγε κι έλεγε πράγματα που τ'άκουγα για πρώτη φορά!
Αγάπησα τους Τρεις Μάγους, τα γαϊδουράκια και τα προβατάκια που ζέσταιναν με την αναπνοή τους τη φάτνη του Χριστού με τα άχυρα και αισθάνθηκα μεγάλο θυμό για τον βασιλιά Ηρώδη. Στο τέλος μας έμαθε και τα κάλαντα και ήμασταν έτοιμοι να τα πούμε αποβραδίς, την παραμονή των Χριστουγέννων, κρατώντας τα φαναράκια μας. Όλα θα ήταν ονειρεμένα, αν δεν είχα ακούσει ότι αυτή την τελευταία βδομάδα πριν από τα Χριστούγεννα οι άντρες του χωριού είχαν κανονίσει παρέες παρέες, να κατεβαίνουν στις μάντρες όπου η κάθε οικογένεια είχε το γουρούνι της και το μεγάλωνε για να το σφάξουν!... Θα πήγαινε κι ο Χαράλαμπος με τον αδερφό του το Νίκο.
Στις αυλές των σπιτιών επικρατούσε μια αναταραχή. Διάλεγαν ποιά κομμάτια του ζώου θα κρατούσαν για μαγείρεμα τα Χριστούγεννα, ποιά θα γίνονταν λουκάνικα, ποιά θα έμπαιναν στο λίπος για να φυλαχθούν για τον υπόλοιπο χρόνο. Άλλο κρέας δεν υπήρχε όλο τον χρόνο. Έβαζαν στη μάντρα πάλι ένα γουρουνάκι να μεγαλώσει για τα άλλα Χριστούγεννα. Τα σκυλιά και τα γατιά της γειτονιάς τριγύριζαν στα ταρατσάκια μήπως ξεκλέψουν κανένα μεζέ! Όσοι άντρες δε φοβούνταν μην τους μαλώσει ο παπάς, επειδή ήταν ακόμη νηστεία, τηγανίζανε και τρώγανε τσιγαρίδες και πίνανε μπρούσκο κρασί. Ευτυχώς που εμείς στο σπίτι του θείου δεν είχαμε γουρούνι, ούτε η κυρία Ζαμπέλη στο διπλανό σπίτι.
Εκείνες τις ημέρες, για να μη βλέπω και να μην ακούω τί γίνεται στο χωριό έπαιρνα τα κατσικάκια μου κι έφευγα μακριά στα χωράφια.
Ήρθε η παραμονή των Χριστουγέννων. Εμείς τα παιδιά με το φαναράκι μας αναμμένο κι ένα καλαθάκι στο χέρι γυρίζαμε το χωριό μικρές μικρές ομάδες και λέγαμε τα κάλαντα. Στο καλάθι που κρατούσαμε και τί δε μας έβαζαν μέσα οι νοικοκυρές! Αυγά, πορτοκάλια, κουλούρια, κίτρινα παξιμάδια σαν της θείας μου και ζαχαρωτά. Τί χαρά που νιώθαμε!
Το πρωί πριν ξημερώσει, χτύπησε η καμπάνα των Χριστουγέννων. Λουσμένες και μπανιαρισμένες στη σκάφη, όπως σε κάθε γιορτή, από την προηγούμενη ημέρα, η αδερφή μου κι εγώ με τα καλά μας καινούρια φορέματα, που μας είχε στείλει η μάνα μας απ'την Αθήνα, ξεκινήσαμε για την εκκλησία για να κοινωνήσουμε. Η θεία δεν ήρθε γιατί έπρεπε να μαγειρέψει για το μεσημέρι. Μαζί μας ήταν κι η γιαγιά η Μαρία και η γιαγιά το Ρηνιώ.
Η θεία μου είπε μυστικά πριν πάω μπροστά στον παπά για να κοινωνήσω να πω στην αδερφή μου τη φράση: "Συγχώρα με". Μετά να ανοίξω το στόμα μου για να μεταλάβω με μεγάλη προσοχή, κι όχι βιαστικά, όπως κάνω όλες μου τις δουλειές! Και αφού κοινωνήσω, να μη μιλήσω και μόνο το σταυρό μου να κάνω.
Στην εκκλησία σκεφτόμουνα συνέχεια τί κακό έχω κάνει στην αδερφή μου και πρέπει να της πω συγχώρα με. Ήρθε η ώρα να κοινωνήσουμε. Όλα τα παιδιά στη σειρά. Η αδερφή μου μπροστά από μένα γυρίζει ξαφνικά και μου λέει στ'αυτί: "Συγχώρα με, Μαρία!" Έμεινα άφωνη. Ήμουνα ήδη μπροστά στον παπά και πριν προλάβω να πω κι εγώ στην αδερφή μου να με συγχωρέσει, ο παπάς με κοινώνησε!
Πρώτη φορά κατάλαβα και ένιωσα τί είναι τα Χριστούγεννα. Έξω απ'την εκκλησία ο κύριος Λάμπρος πουλούσε τις στριφτές, μελένιες καραμέλες. Ο θείος μας είχε δώσει από ένα πεντακοσάρικο και αγοράσαμε κι εμείς. Μέχρι το μεσημέρι ακόμη της γλείφαμε και παλεύαμε να τις τελειώσουμε. Όλα ήταν αλλιώτικα τούτη τη μέρα. Το μεσημέρι όλοι γύρω απ'το τραπέζι κι ένα μεγάλο ταψί στη μέση. Χοιρινό με πατάτες! Για μια στιγμή πήγα να θυμηθώ τί γινότανε τις προηγούμενες μέρες στο χωριό που έσφαζαν τα γουρούνια. Αλλά αμέσως το έβγαλα απ'το μυαλό μου.
Η πρώτη μου σκέψη τώρα είναι να μάθω τα κάλαντα για την Πρωτοχρονιά. Έπαιζα κουτσό με τ'άλλα κορίτσια στην αυλ'ή της κυρίας Βιολέτας που έλειπε και έλεγα τα λόγια: "Αρχιμηνιά κι αρχίχρονια, ψηλή μου δενδρολιβανιά...".
Την παραμονή της Πρωτοχρονιά όλα έγιναν όμορφα όπως και τα Χριστούγεννα. Με το φαναράκι, το καλάθι και τα γλυκά. Το μεσημέρι της Πρωτοχρονιάς φάγαμε κοκκινιστό. Όταν τελειώσαμε το φαγητό, ο θείος μας φώναξε να φέρουμε τους κουμπαράδες μας και μας έριξε μέσα χρήματα, την "καληχέρα" όπως μας είπε. Καληχέρα μας έδωσε κι ο παππούς όταν πήγαμε και του είπαμε τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς...
Οι μέρες των γιορτών κυλούσαν χωρίς να χτυπάει η καμπάνα του σχολείου κι ήμουνα πολύ ευχαριστημένη γι'αυτό! [...]"

Καλά κι ευλογημένα Χριστούγεννα!