Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τζιβανόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τζιβανόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 2 Οκτωβρίου 2010

Τρύγος και κρασοστάφυλα!


"Το φθινόπωρο είχε κιόλας προχωρήσει, κι όλος ο κόσμος στα υποστατικά ρίχτηκε στη δουλειά για τον τρύγο που σίμωνε. Ένας ετοίμαζε τα πατητήρια, άλλος καθάριζε πιθάρια, τρίτος έπλεκε κοφίνια' άλλοι πάλι φρόντιζαν να βρουν μικρά δρεπάνια για να κόψουν τα τσαμπιά, ή κατάλληλα λιθάρια για να λυώσουν τις ζουμερές ρώγες, ή ξερή λυγαριά ξεφλουδισμένη, να φέγγει τη νύχτα στη μεταφορά του μούστου. Παράτησαν λοιπόν κι ο Δάφνης κι η Χλόη τα γιδοπρόβατα και βοηθούσαν ο ένας τον άλλον στις δουλειές. Εκείνος κουβαλούσε καλαθιές σταφύλια, τά'ριχνε στα πατητήρια, τα πατούσε κι έχυνε το κρασί στα πιθάρια' εκείνη ετοίμαζε φαγί για τους τρυγητές, τους έδινε παλιότερο κρασί να πιουν και τρυγούσε τα χαμηλότερα αμπέλια.[...]
Όπως ήταν φυσικό σε γιορτή του Διονύσου και του νέου κρασιού, οι γυναίκες πού'χαν έρθει από γειτονικά υποστατικά να βοηθήσουν στον τρύγο έριχναν ματιές του Δάφνη, παινεύοντάς τον ότι έμοιαζε με το Διόνυσο στην ομορφιά. Μία μάλιστα, πιο τολμηρή τον φίλησε -μ'αποτέλεσμα ο Δάφνης να ερεθιστεί, αλλά η Χλόη να πειραχτεί. Οι άντρες πάλι πού'ταν στα πατητήρια, βλέποντας τη Χλόη, πηδούσαν μανιασμένοι σα Σάτυροι μπροστά σε Βάκχα και της φώναζαν διάφορα, πως τάχατες θέλουν να γίνουν πρόβατα για να τους βόσκει εκείνη' τούτο πάλι ευχαριστούσε τη Χλόη, αλλά στεναχωρούσε τον Δάφνη. Εύχονταν λοιπόν τα παιδιά να τελειώσει μια ώρα αρχύτερα ο τρύγος για να γυρίσουν πίσω στα γνώριμα λημέρια τους κι αντί για τον παράφωνο θόρυβο ν'ακούνε τη φλογέρα ή το βέλασμα των κοπαδιών τους. Κι όταν ύστερα από λίγες μέρες τρυγήθηκαν τ'αμπέλια, μπήκε ο μούστος στα πιθάρια και δε χρειάζονταν πια τόσα πολλά χέρια στη δουελιά, οδήγησαν ξανά τα κοπάδια στον κάμπο και προσκύνησαν χαρούμενα τις Νύμφες, πηγαίνοντάς τους γι'αφιέρωμα αμπελόκλαδα με σταφύλια, τα πρώτα του τρύγου.[...]"
(Λόγγου, "Δάφνης και Χλόη", 4ος-5ος αι.π.Χ., σε απόδοση στη νεοελληνική του Ροδη Ρούφου)


Χιλιάδες χρόνια πριν, χιλιάδες χρόνια μετά.. σε τούτη την ίδια γη, τέτοιες μέρες το άρωμα του μούστου και του σταφυλιού, χρωματίζει την ύπαιθρο.. σε τούτη την ίδια γη λαμβάνει χώρα ο τρύγος για το αγαπημένο πατροπαράδοτο κρασάκι..
Τρυγήσαμε, λοιπόν, κι εμείς προχθές, τελευταία μέρα του Σεπτέμβρη του Τρυγομηνά, για να φτιάξουμε το κρασάκι της χρονιάς, από αμπέλια* ντόπια παλιά, πολύχρωμα κι ευωδιαστά.. Μαζευτήκαμε νωρίς το πρωί, να κόψουμε τα σταφύλια **, να γεμίσουμε τις κλούβες, να τα "πατήσουμε" (έστω, στο μηχάνημα), να βγει ο μούστος να μεθύσει απ'τα αρώματα η αυλή, να βράσει στο βαρέλι του, να μας γεννήσει το νιο κρασάκι, σύντροφο στο μεζέ, παραστάτη στην ψυχή μας... "Καλή χρονιά!" λοιπόν.. και του χρόνου νά'μαστε καλά να ξαναφτιάξουμε..
* "άμπελος: εκ του ανά+πέλω, αμφί+είλω: δηλ. απλώνει και αναρριχάται, "οίον ανάπελος ούσα". "Την ειλεόν (=συστρεφόμενη) άμπελον" (Αθηναίος, Επιτομή). Η άμπελος αποκαλείται και "οινομήτωρ" και αναδενδράς."
** "στάφυλος: εκ του στείβω, στέμβω, στυφελίζω=καταπατώ, εξ ου και τα "πατημένα σταφύλια" ονομάζονται στέμφυλα" (Άννας Τζιροπούλου, "Ο εν τη λέξει Λόγος")


Ο λαογράφος μας Γεώργιος Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")  διασώζει πολύτιμα έθιμα του τρυγητού που συναντούσαμε στην πατρίδα μας: "Στα Βούρβουρα της Κυνουρίας άμα αποτρυγάνε, αφήνουν ένα κλήμα άτρυγο. Πηγαίνει ένας και φέρνει ένα κανάτι νερό αμίλητο και νίβονται όλοι απάνω στο κλήμα.[...] Σκιαγράφηση ελληνικής γιορτής του τρυγητού έχουμε από τις Σαράντα Εκκλησιές, όπου άκμαζε η αμπελουργία, πριν οι κάτοικοι αναγκαστούν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους: "Η πρώτη μέρα του τρυγητού χαιρετίζεται δια τυμπάνων και ασμάτων' οι ληνοί συνοδεύονται δι' ομάδων ορχούμενων και αδόντων και κατά την απέλευσιν και κατά την άφιξιν. Την νύκτα όμιλοι προσωπιδοφόρων εν τυμπάνοις και αλαλαγμοίς περιερχόμενοι τας αγυιάς μέχρι βαθείας νυκτός επιδίδονται εις ποικίλας παιδιάς και διασκεδάσεις.""
Ο Μιχάλης Γρηγοράκης στα "Κρητικά Λαογραφικά για τους μήνες" καταγράφει κάποια ακόμη ενδιαφέροντα λαογραφικά στοιχεία για τις μέρες του τρυγητου: "Πολύ προσέχουν βέβαια αυτό το διάστημα να μη βασκαθούν τα σταφύλια. Αποφεύγουν να τρυγήσουν Τρίτη και Παρασκευή και προσέχουν να μην τελειώσουν Σάββατο. Το σχετικό παραντήρημα παραγγέλει:
Την Τρίτη και την Παρασκευή τ'αμπέλι μην τρυγήσεις.
Τα σταφύλια τα μεταφέρουν στα πατητήρια, τον αρχαίο ληνό κι οι πατητάδες, μέσα σε μια χαρούμενη ατμόσφαιρα, με γέλια και πειράγματα, πατούν ξυπόλυτοι τα τσαμπιά για να τα λιώσουν, να τρέξει ο μούστος στο ποδόχι (μικρή δεξαμενή). Μετά το πάτημα και τη μεταφορά του μούστου στα καλοκαθαρισμένα βαρέλια, αρχίζει γερό γλεντοκόπι. Έτσι λένε:
Το Σεπτέμπρη που τρυγούνε δέκα στείρα καταλιούνε."


Ο έτερος λαογράφος Φίλιππος Βρετάκος ("Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των") προσθέτει για την αντίστοιχη γιορτή του τρυγητού στην αρχαία Ελλάδα: "Οι Αθηναίοι είχον την εορτή των Οσχοφορίων, προς τιμήν του Διονύσου και της Αθηνάς, κατά την οποίαν εν πομπή δύο παίδες αμφιθαλείς (έχοντες δηλαδή γεννηθή από τον αυτόν πατέρα και την αυτή μητέρα και οι οποίοι να ζουν), προηγούμενοι της πομπής, "κατά γυναίκας εστολισμένοι", και κρατούντες την ειρεσιώνην, δηλ. κλάδους αμπέλων κατάφορτους από σταφύλια (όσχους), μετέβαινον από το εν Αθήναις ιερόν του Διονύσου εις το εν Παλ.Φαλήρω ιερόν της Σκιράδος Αθηνάς."


("Λεξικόν των Ελληνικών και Ρωμαϊκών Αρχαιοτήτων", κατά Ουϊλιέλμον Σμιθ, υπό Σωκράτη Τζιβανόπουλου)


Μα, υπέροχη είναι η εικόνα από τον παλιό τρυγητό που μας χαρίζει ο Βασίλης Λαμνάτος στο βιβλίο του "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας":




Όπως αναφέρει το "Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσης" (H.Liddell-R.Scott), ο "τρύγος" είναι μεταγενέστερος τύπος αντί του "τρύγη", όπου "τρύγη" είναι ο ώριμος καρπός, δηλ. 1)γεννημάτων εισοδεία, σίτος,κ.λ.π. ("ουδέ τρύγην οίσεις", Υμν.Ομηρ. εις Απόλλωνα 55), 2)τρυγητός, συγκομιδή των σταφυλών. [...] και:
Τρυγάω (τρύγη): Ι. μετ'αιτ. του συγκομιζομένου πράγματος, ως και νυν, τρυγώ, συγκομίζω τον καρπό, συνάγω, "Ετέρας [σταφυλάς] τρυγόωσιν", Οδύσσ.Η.124 [...]
Ο τρύγος των αμπελιών , λοιπόν,  από την εποχή των Ηρώων του Ομήρου κι ακόμα παραπίσω....
...μέχρι σήμερα..
 

(σε απόδοση Κώστα Δούκα)


(και στο πρωτότυπο)

Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2010

Ψυχοσάββατα, Αποκριές και Χύτροι..

"Ανάθεμα που δούλευε τα τρία τα Σαββάτα,
το Κρεατινό, το Τυρινό, τ' αγίου Θεοδώρου!"
λένε εδώ στο Πήλιο, σε κάποια χωριά, για αυτά τα τρία Σάββατα -τα δυο τελευταία της Αποκριάς και το πρώτο της Σαρακοστής- καθώς θεωρούνται "Ψυχοσάββατα", μέρες αφιερωμένες στις ψυχές των νεκρών.



Καταγράφει ο λαογράφος μας Γεώργιος Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας") :
"Είναι, όπως είπαμε, κοινή πίστη, ότι από την πρώτη εβδομάδα της Αποκριάς αι ψυχαί αποθαμένων απολύουνται και βγαίνουν στον Απάνω κόσμο. Γι'αυτό, όταν την προφωνέσιμη εβδομάδα σφάξουν το χοίρο [βλέπε και: Καθώς μπαίνει το Τριώδιο... (λαογραφικά και άλλα..], με τον πρώτο μεζέ που θα φάγουν και το πρώτο κρασί που θα πιουν λέγουν "Θεός σχωρέσει τις ψυχές". Σε μερικούς μάλιστα τόπους, όπως στις Κυδωνίες της Μ.Ασίας, την Τσικνοπέφτην έβραζαν πιλάφι με κρέας και το εμοίραζαν στους πτωχούς για τους πεθαμένους.
Αλλά οι κατεξοχήν αφιερωμένες στους νεκρούς ημέρες της Αποκριάς είναι τα Σάββατα της Κρεατινής και της Τυρινής, όπως και της πρώτης εβδομάδας της Σαρακοστής, τα λεγόμενα Ψυχοσάββατα. Τότε σε κάθε σπίτι φτιάχνουν κόλλυβα, χυλό, χαλβά ή φαγητά και τα μοιράζουν "για να σχωρεθούν τα πεθαμένα". Τότε επισκέπτονται τους τάφους των αγαπημένων νεκρών και είναι μεγάλη η πομπή των μαυροφορεμένων γυναικών και κοριτσιών, που κατευθύνονται προς το νεκροταφείο κρατώντας στα χέρια ένα πιάτο κόλλυβα στολισμένα με ζάχαρη, κανέλα, καρύδι, σουσάμι, ρόδι, μαϊντανό, σταφίδες. Πηγαίνουν στους τάφους και τ'αποθέτουν προσφορά στον νεκρό.



Την ιερότητα των ημερών αυτών δείχνει και η αποχή των γυναικών από κάθε εργασία, η συνήθεια να μη λούζονται τα Ψυχοσάββατα και άλλες τέτοιου είδους απαγορεύσεις.
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και μερικές συνήθειες των Ψυχοσαββάτων, που φέρνουν στη μνήμη μας παμπάλαια παιχνίδια και αγώνες προς τιμήν των νεκρών. Π.χ. στην Πυλία:
"τα δύο Σάββατα, το Κρεατινό και το Τυρινό, μαζευότανε στ' αλώνια και παίζανε τις αμάδες. Μετά πετάγανε και το λιθάρι. Κάνουνε και τραπέζι ούλα τα συγγενικά σπίτια και γλεντάνε."
Τέλος, σε μερικούς τόπους οι προσφορές στους νεκρούς γίνονται και την Κυριακή της Τυροφάγου. Έτσι, στο Κηπουργιό της Δ.Μακεδονίας κάθε οικογένεια φέρνει στην εκκλησία πίτα, σιτάρι, κρασί, τυρί κ.α. και μετά τη λειτουργία τα φέρνουν και τ'αποθέτουν πάνω στους τάφους' ύστερα τα μοιράζουν και τα τρώγουν.
Πώς τώρα συμβιβάζονται οι νεκροί και τα πένθη με τον γενικά εύθυμο και φαιδρό τόνο των αποκριάτικων εθίμων; Είναι άραγε απλή σύμπτωση το γεγονός, ότι την άνοιξη ακριβώς (αρχές Μαρτίου) όταν εμείς γιορτάζουμε την αποκριά με τα Ψυχοσάββατά της οι αρχαίοι Αθηναίοι γιόρταζαν τα Ανθεστήρια, γιορτή που είχε και αυτή διπλή όψη, ήταν δηλαδή απ'τη μια γιορτή των λουλουδιών, του κρασιού και της αχαλίνωτης χαράς κι απ'την άλλη γιορτή των νεκρών και των ψυχών;
Είδαμε πιο πάνω ποιες προφυλάξεις έπαιρναν οι αρχαίοι Αθηναίοι για να προστατεύσουν τα ιερά, τα σπίτια και τα σώματά τους απ'την είσοδο μέσα σ'αυτά των ψυχών, που ανέβαιναν, καθώς πίστευαν, τη δεύτερη ημέρα της γιορτής, τους λεγόμενους Χόες (12 του Ανθεστηριώνος, δηλαδή γύρω στην πρώτη Μαρτίου) στον επάνω κόσμο και την τρίτη ημέρα, τους Χύτρους, διώχνονταν. Προηγουμένως ομως οι Αθηναίοι τους πρόσφεραν τις πρέπουσες τιμές, μεταξύ άλλων την πανσπερμία, που έφτιαχναν οι γυναίκες στις χύτρες, χωρίς να επιτρέπεται να φάει κανείς από αυτήν. Αυτή τη γιορτή των ψυχών βρίσκουμε, την ίδια περίπου εποχή, και στα βοιωτικάΑγριώνια, γιορτή επίσης διονυσιακή. [...]
Δεν είναι λοιπόν εκπληκτικό το γεγονός, ότι κατά τις ανοιξιάτικες γιορτές, όταν η φύση ξυπνά απ'τη νάρκη, ανεβαίνουν και οι νεκροί στον επάνω κόσμο και δέχονται τις προσφορές και τις τιμές των ζωντανών. Και επειδή στο επιμνημόσυνο δείπνο, τη λεγόμενη μακαριά, οι προσφορές στους νεκρούς είναι, εκτός απ'τα κόλλυβα, και τα ζυμαρικά, αυτά, απ'τις λέξεις "μακαρία" και "αιωνία", ονομάστηκαν μακαρόνια και η τρίτη εβδομάδα της Αποκριάς, της οποίας τα ζυμαρικά είναι το ειδικό, όπως και το τυρί, έδεσμα, ονομάστηκε Μακαρωνού.
Τέλος, σε καιρό, όπου τα πνεύματα εμφανίζονται και πλησιάζουν τον άνθρωπο, φυσικό είναι να θέλει αυτός να μάθει από εκείνα το μέλλον. Στην ιερότητα και τη δύναμη, που ο άνθρωπος του λαού αποδίδει στις νεκρικές προσφορές, οφείλεται και η συνήθεια να μαντεύονται τα κορίτσια με το μακαρόνι της Τυρινής, καθώς και οι άλλες μαντικές συνήθειες των Ψυχοσαββάτων, για τις οποίες γίνεται λόγος πιο κάτω."
[βλέπε και: Ο `Aγιος Θόδωρος και το φανέρωμα του γαμπρού]

Αναφέρει κι ο Βασίλης Λαμνάτος ("Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας"), σχετικά με αντίστοιχα "μαντικά έθιμα" των ημερών: "
"Το βράδυ της Τυρινής, όταν στρωθεί το τραπέζι με τα πεντανόστιμα φαγητά, τις πίτες, τ'ανοιχτάρι κι όλα τ'άλλα, στρογγυλοκάθεται στην τάβλα ολάκερο το βλαχοσόι. Εύχονται οι γεροντότεροι "χρόνια πολλά και καλή Σαρακοστή" ή "καλή Λαμπρή να μας εύρει" κι αρχίζουν όλοι μαζί να τρώνε.
Αυτή, ακριβώς την ώρα π'ανταλλάσσονται οι ευχές και τα γλυκόλογα, οι λεύτερες κοπέλες κλέβουν την πρώτη τους μπουκιά, χωρίς να τις ιδεί κανένα μάτι, για να τη βάλουν τη νύχτα που θα κοιμηθούν κάτω απ'το προσκέφαλό τους. Αυτόν τον άνδρα που θα ιδούν στον ύπνο τους κείνο το βράδυ, πιστεύουν πως θα γίνει και το μελλοντικό τους ταίρι.
Άλλες πάλι, το ίδιο βράδυ τρώνε την αρμυροκουλούρα, που ζύμωσαν την ημέρα κρυφά απ'τους τσελιγκάδες, βάζοντας μέσα μπόλικο αλάτι για να φέρει δίψα τη νύχτα. Έτσι έφευγαν κι έπεφταν για ύπνο, περιμένοντας να ιδούν στ'όνειρό τους ποιός θα τους έδινε νερό. Αυτόν πίστευαν πως θα τον έπαιρναν κι άντρα τους.
Κι ακόμη, όποιος ή όποια φτερνιστεί κατά την ώρα του φαγητού τ'αποκριάτικο βράδυ, θα φορέσει άσπρα τη Λαμπρή. Τ'άσπρα εδώ για την κοπέλα σημαίνουννυφιάτικο φόρεμα. Συνηθίζουν, επίσης, οι τσοπάνηδες, για το καλό των ζωντανών τους, αυτή τη μέρα να δίνουν φαγητά και κρασί σ'όλους τους περαστικούς και φτωχούς ξωμάχους που κατοικούν γύρω τους κι απόκοντα."