Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φεβρουάριος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φεβρουάριος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 5 Φεβρουαρίου 2011

Κουτσοφλέβαρος: αστοχιάρης κι αποσπόρι του χειμώνα.. (λαογραφικά και αρχαιότερα)

Μια φορά και έναν καιρό ήταν μια γριά τσοπάνισσα.. Τούτη η γριά είχε απηυδήσει από το κρύο και την παγωνιά του χειμώνα, απ'τις λασπούρες και τις ασταμάτητες βροχές και, μόλις είδε πως επιτέλους ο Μάρτης ο γδάρτης κι ο παλουκοκάφτης έδινε τη θέση του στον ξανθό Απρίλη -μιλάμε για την τελευταία, δηλαδή, μέρα του Μαρτίου- και πως δεν είχε πλέον τίποτα να φοβηθεί από τη βαρυχειμωνιά, του φωνάζει περιχαρής "Πρίτσι, Μάρτη μου, τα ξεχείμασα τα προβατάκια μου!". Ο Μάρτης, λοιπόν, προσβλήθηκε βαρύτατα, (του έθιξε -ένα πράγμα- τον εγωισμό), οργίστηκε με την περιφρονητική της φράση κι έτσι δανείσθηκε μια μέρα από τον αδελφό του το Φεβρουάριο κι έριξε τόσο χιόνι κι έκανε τόση παγωνιά που "η γριά, αν και εκρύβη κάτω από το κακκάβι (καζάνι) της, δια να μην ξεπαγιάση, απελιθώθη, ως και το ποίμνιόν της"! Κι έτσι, μας απέμεινε ο Φλεβάρης κουτσός, με μια μέρα λιγότερη... (την ιστορία καταγράφει και ο Φίλιππος Βρετάκος στο βιβλίο του "Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των")



Τούτα λέει η λαϊκή παράδοση.. Όμως, η πραγματικότητα θεωρείται η εξής (διαλέγετε και παίρνετε!!):
Ο πρώτος βασιλιάς της Ρώμης, ο Ρωμύλος, καθόρισε το παλαιότατο ρωμαϊκό ημερολόγιο, το οποίο είχε δέκα μήνες και ξεκινούσε απ'τον Μάρτιο. Το ημερολόγιο ήταν σεληνιακό.
Ο διάδοχός του, ο Νουμάς, μαζί με άλλες μεταρρυθμίσεις, προσέθεσε στο τέλος του έτους τον Ιανουάριο και το Φλεβάρη.
Κατά κάποιες πηγές ο ίδιος ο Νουμάς, κατά άλλες οι άρχοντες της Ρώμης το 153π.Χ. μετέθεσαν τους δυό αυτούς μήνες στην αρχή του έτους κι έτσι ο Φεβρουάριος βρέθηκε δεύτερος μεταξύ Γενάρη και Μάρτη, αλλά το θρησκευτικό έτος εξακολουθούσε να ξεκινά την πρώτη Μαρτίου.
Το 46π.Χ. ο Ιούλιος Καίσαρ καθιέρωσε το λεγόμενο "ιουλιανό ημερολόγιο", έργο του Έλληνα αστρονόμου Σωσιγένη, που προσδιορίζει το ηλιακό έτος σε 365,25 ημέρες. Με το ημερολόγιο αυτό δημιουργήθηκε το δίσεκτο έτος των 366 ημερών. Τότε είναι που αφαιρέθηκε και μια μέρα απ'τον καημένο το Φλεβάρη για να την προσθέσουνε στον Αύγουστο, τιμής ένεκεν, προς χάρη του αυτοκράτορα Οκταβιανού που πήρε τον τίτλο του Αυγούστου και έδωσε και το όνομά του στο μήνα τούτο. (Μιας και δε γινόταν ο Ιούλιος, προς τιμήν του Ιουλίου Καίσαρα, να έχει 31 ημέρες και ο Αύγουστος, προς τιμήν του Οκταβιανού Αυγούστου, λιγότερες!).
Διαλέγετε και παίρνετε λοιπόν, κατά προτίμηση!.. Για τη γριά ή για τον Αυτοκράτορα! :)
Τώρα, δεν τού'φτανε του καημένου του Φλεβάρη πού'μεινε κουτσός, αρχίσανε να τον λένε και γκαντέμη.
"Το Φλεβάρη μη φυτέψεις, ούτε να στεφανωθείς!"
Θα μου πεις, δεν είχαν κι άδικο.. Όλοι οι υπόλοιποι μήνες νά'χουν από 30 μέρες κι οι πιο μάγκες νά'χουν αρπάξει και μια τριακοστή πρώτη, και τούτος ο κακόμοιρος να του λείπε όχι μόνο μια, αλλά και την εικοστή ενάτη του να τη χαίρεται μόνο κάθε τέσσερα χρόνια!
Δίσεκτος, λοιπόν, ο Κουτσοφλέβαρος και μονάχα κάθε τέσσερα χρόνια να κατορθώνει να χτυπήσει, έστω, το 29.. αλλά ο λαός, να μην τον αφήσει να χαρεί για αυτή τη μέρα! Όχι, ούτε γάμοι, ούτε χαρές τα δίσεκτα έτη.Κι όχι μόνο τούτο, κατέληξε δίσεκτος να σημαίνει "χρονική περίοδος δυστυχίας"!
"Κι αν έρθουν χρόνια δίσεκτα και μήνες οργισμένοι..." , λέει το δημοτικό μας άσμα..
Έχετε αναρωτηθεί γιατί άραγε δόθηκε η ονομασία "δίσεκτος" (δις+έξι); Μας εξηγεί ο Φίλιππος Βρετάκος ("Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των"):




Ο Φεβρουάριος ονομάστηκε έτσι από το λατινικό februo= εξιλεώνω, εξαγνίζω επειδή, όπως σημειώνει ο Δ.Λουκάτος, "ήταν ο τελευταίος του ρωμαϊκού έτους και επομένως "διαβατήριος" και αποκαθαρτικός" και, όπως καταγράφει ο Φίλιππος Βρετάκος, "ήτο αφιερωμένος εις τον εν τω Άδη θεόν των νεκρών Φέβρον, εγένετο μήνας πένθους (φέβερ) και εώρταζον κατ'αυτόν τα Febroualia, που ήσαν εξιλαστήριος θρησκευτική εορτή υπέρ των νεκρών και επέμποντο δεήσεις υπέρ των ασθενών. Κατά την εορτήν αυτήν, επειδή ο Φεβρουάριος ήτο τότε ο δωδέκατος μήνας του έτους εις το ρωμαϊκόν ημερολόγιον, συνηθίζετο να εξιλεώνονται αι αμαρτίαι των, δια να εισέλθουν καθαροί εις τον νέον έτος, που ήρχιζεν την 1ην Μαρτίου."
Η Άννα Τζιροπούλου ( "Έλλην Λόγος") αναφέρει ότι το λατινικό febris προέρχεται, με τη σειρά του, από το αρχαιοελληνικό θιβρός (=θερμός), καθώς "Ετελούντο εορταί και προσέφερον εις τους θεούς "θερμόν άλας": θιβρός (=θερμός)---> λατιν. febris με συνήθη εναλλαγή του θ εις φ."
Καθώς και στην αρχαία Ελλάδα την αντίστοιχη εποχή (αττικός μήνας Ανθεστηριών) γιόρταζαν τα Ανθεστήρια (πιθοίγια, χοές, χύτροι κι υδροφόρια), διονυσιακή εορτή με θυσίες στο Διόνυσο και τον Χθόνιο Ερμή, γιορτή των άνθεων και του οίνου, αλλά παράλληλα αφιερωμένη και στις ψυχές των νεκρών. (βλέπε και: Ψυχοσάββατα, Αποκριές και Χύτροι..και Καθώς μπαίνει το Τριώδιο... (λαογραφικά και άλλα..), καλόγεροι κι άλλα πανάρχαια έθιμα της αποκριάς..)
Όπως αναφέρει ο λαογράφος μας Γεώργιος Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας"):
"[...] όταν εμείς γιορτάζουμε την αποκριά με τα Ψυχοσάββατά της οι αρχαίοι Αθηναίοι γιόρταζαν τα Ανθεστήρια, γιορτή που είχε και αυτή διπλή όψη, ήταν δηλαδή απ'τη μια γιορτή των λουλουδιών, του κρασιού και της αχαλίνωτης χαράς κι απ'την άλλη γιορτή των νεκρών και των ψυχών [...]"
Ο Φλεβάρης, λοιπόν, κουτσός, ψιλογρουσούζης κι αφιερωμένος στις ψυχές των νεκρών... όμως, ουσιαστικά, και μήνας καθαρτήριος.. Ο λαός μας των παρετυμολόγησε (όχι τυχαία, όπως σημειώνει κι ο Δ.Λουκάτος) "από τις βροχές και τα πολλά νερά του κι είπαμε "λαϊκά" Φλεβάρης, επειδή ανοίγει τις φλέβες του και γεμίζει τον κόσμο νερά." ("Συμπληρωματικά του Χειμώνα και της Άνοιξης").




Με το έμπα του Φλεβάρη γιορτάζουμε τα "Σιμόγιορτα" (βλ. Ο `Αγιος Τρύφωνας των αμπελιών, Υπαπαντή, "Ο `Αγιος Συμιός σημειώνει" και νεότερα: Ο Άγιος Τρύφωνας των αμπελιών και των κηπευτικών!Της Παναγιάς της Μυλιαργούσας (λαογραφικά της Υπαπαντής)Ο Άγιος Συμεών, "σημειώνει"... (έθιμα και παραδόσεις)), τον Άγιο Βλάσιο (Ο `Αγιος Βλάσιος και τα τσακάλια..) και τον Άγιο Χαράλαμπο (βλ. εκεί, στον `Αγιο Χαράλαμπο.., εκεί, στον Άγιο Χαράλαμπο.. (2) και Ο Άγιος Χαράλαμπος που κυνηγούσε τον Χάρο...) και ο Φεβρουάριος είναι ο μήνας που ανοίγει το Τριώδιο (βλ. Καθώς μπαίνει το Τριώδιο... (λαογραφικά και άλλα..) και καλόγεροι κι άλλα πανάρχαια έθιμα της αποκριάς..).

Αυτός είναι, λοιπόν, ο Φεβρουάριος ή Φλεβάρης ή "Χλεβάρης" (Μάνη) ή "Στερεωτής" (Μάνη) (διότι ριζώνουν και στερεώνονται κατ'αυτόν τα σπαρτά) ή "Κλαδευτής" (λόγω του κλαδέματος), "Μικρός", "Κουτσός", "Κουτσοφλέβαρος", "Κούτσουρος", "Κούτσουλος" (Κύπρος), "Λειψομήνας","Μικρομήνας", "Λησμονιάρης" (διότι αν αρχίσει να βρέχει, αστοχάει να σταματήσει), "Μισερός", "Κούντουρος", "Μιτσός Μήνας", "Χορευτής" (λόγω της Αποκριάς), Μεθυσμένος (λόγω άστατου καιρού) ή "Φλεγάρης" (διότι ανοίγουν οι φλέγες (φλέβες) του νερού), ακόμα και "Αστοχιάρης κι αποσπόρι του Χειμώνα", όπως άκουσε ο Βασίλης Λαμνάτος ("Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας") από έναν γέρο ζευγά απ'τη Μάνδρα της Αιτωλίας, καθώς "Το "Αστοχιάρης βγαίνει απ'ότι αστοχάει να κρατήσει όταν βρέχει, το δε "αποσπόρι" επειδή είναι ο τελευταίος και μικρότερος σε μέρες μήνας του χειμώνα".

"Σού'πανε Φλεβάρη βρέξε κι αλησμόνησες να πάψεις!"
"Ο Φλεβάρης με νερό, κουτσός μπαίνει στο χορό!"
"Όξω Κουτσοφλέβαρε, νά'ρθει ο Μάρτης με χαρά και με πολλά λουλούδια!"
"Ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει, καλοκαίρι θα μυρίσει!
Κι αν του δώσει και καιώσει, μες στο χιόνι θα μας χώσει!"
και, "Ο Κουτσός έβαλε τη γρα στο χαράκωμα!", επειδή, όπως μας πληροφορεί ο Μιχάλης Γρηγοράκης ("Κρητικά Λαογραφικά για τους μήνες"),: "Υπάρχει σχετικός μύθος που μας λέει πως μια γριά για να αποφύγει τη γερή χιονιά του Φλεβάρη, κουκουλώθηκε με το τέτζερι, με αποτέλεσμα βέβαια να πεθάνει.". Ναι, ναι στην καημένη τη γριά που πήγε να ειρωνευτεί το Μάρτη αναφέρεται... (πάντως, με τη γριά ξεκινήσαμε, με τη γριά τελειώσαμε!...)

(σημ.: Οι ονομασίες κι οι παροιμίες, από τα: Φ.Βρετάκου "Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των", Μ.Γρηγοράκη "Κρητικά λαογραφικά για τους μήνες", Β.Λαμνάτου "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας".)

Σάββατο 30 Ιανουαρίου 2010

Καθώς μπαίνει το Τριώδιο... (λαογραφικά και άλλα..)

Ο Γενάρης μας εγκαταλείπει σιγά-σιγά, κοντοζυγώνει ο Κουτσοφλέβαρος κι από αύριο μπαίνουμε στη δεύτερη βδομάδα του Τριωδίου...

"Φτάνοντας ο Φλεβάρης", γράφει ο λαογράφος μας Βασίλης Λαμνάτος ("Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας"), "κουβαλάει στους άρχοντες των βουνών μας κι ένα σωρό χαρές. Τους τρανεύει τη νοσταλγία τους, τους χαρίζει παρηγοριά με τα ηλιόγελά του και τους φέρνει πιο κοντά στο βλαχοξεκίνημα για τα καλοκαιριάτικα λημέρια, τους ανοίγει το Τριώδιο με το γιόρτασμα των τριών εβδομάδων και τους οδηγεί ολόισια στην εβδομάδα της Προφανής, της Κρεατινής με την Τσικνοπέμπτη και στην εβδομάδα της Τυρηνής, που θα την ακούσεις και "μακαρωνού", απ'το στόμα του λαού μας. Την Κρεατινή, από μερικούς τσοπάνηδες, θα την ακούσεις και "συγκόκκαλη". Αυτός ο μήνας πάλι, καθώς διαβαίνει μέρα με τη μέρα και μαζεύει ο καιρός, φέρνει και τις τελευταίες Αποκριές με την Καθαρή Δευτέρα ή Καθαροδευτέρα."


Σημειώνει ο έτερος λαογράφος μας Γεώργιος Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας"): "Οι Απόκριες, όπως παντού, είναι και στην Ελλάδα περίοδος ευθυμίας και διασκεδάσεων. Πριν μπει στο πέλαγος της Μεγάλης Σαρακοστής, ο χριστιανός, που θα νηστεύει και θα πενθήσει εφτά ολόκληρες εβδομάδες -ούτε γάμοι, ούτε χοροί και πανηγύρια γίνονται, ούτε φορούν κοσμήματα οι γυναίκες στο διάστημα αυτό- αισθάνεται την ανάγκη να διασκεδάσει, να κάνει κάθε είδους τρέλα. Για αυτό άλλοτε η αρχή του Τρωδίου αναγγελλόταν είτε με πυροβολισμούς είτε με το δημόσιο τελάλη είτε με τα τύμπανα. Π.χ. στην Ύδρα,
"η αποκριά μπαίνει με τα ταμπούρλα' την ημέρα του αγίου Αντωνίου (17 Ιανουαρίου) αρχίζουνε και βαράνε τα ταμπούρλα σ'όλες τις γειτονιές και γίνεται ένας μεγάλος αλαλαγμός".
Στη Λάστα της Γορτυνίας, ένας φώναζε δυνατά, ότι πλησιάζουν οι απόκριες και
"όποιος δεν έχει θρεφτάρι ν'αγοράσει".
Γιατί αποκριά και φαγοπότι και πρώτη φροντίδα πρέπει να είναι η προμήθεια του σφαχτού. Κάθε σπίτι τώρα πρέπει να ματώσει, δηλαδή κάτι να σφάξει. Σφάζουν κυρίως γουρούνι και σε πολλούς τόπους, όπως στην Πελοπόννησο, εξετάζουν τα σπλάχνα του (σπλήνα, χολή, καρδιά) και βγάζουν από αυτά μαντεύματα για το μέλλον."

Συμπληρώνει ο Βασίλης Λαμνάτος, "Απόκριες για τους ξωμάχους μας, αλλά πιο πολύ για τους τσοπάνηδες και τους τσελιγκάδες μας, θα ειπεί άφθονο φαγοπότι και τρικούβερτο ξεφάντωμα. Θα ειπεί σωστό πανηγύρι, πού'χει μεταβατικό κυρίως χαρακτήρα, γιατί απ'τη χειμωνιάτικη περίοδο, οι πραματολόοι κι όλοι μας, μπαίνουμε στην ανοιξιάτικη. "

Η πρώτη βδομάδα των Αποκριών, ξεκινάει την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου μέχρι την Κυριακή του Ασώτου. Τούτη η βδομάδα "όταν αρχίζουν και σφάζουν τους χοίρους που έχουν και θρέφουν για το σκοπό αυτό, λέγεται Προφωνή ή Προφωνέσιμη, επειδή, όπως είπαμε, σε παλιότερα χρόνια κάποιος από ένα μέρος ψηλό προφωνούσε, δηλαδή διαλαλούσε, ότι αρχίζουν οι απόκριες. Βυζαντινή παροιμία λέγει: προφωνούμαι σοι, πτωχέ, το σακίν σου πώλησον, την εορτή διάβασον, δηλαδή παραγγέλει στο φτωχό να εξοικονομήσει τ'απαιτούμενα χρήματα, πουλώντας στην ανάγκη το σακάκι του, για να περάσει κι αυτός τη γιορτή. Μια όμως νεότερη παροιμία, ναξιακή, συνιστά κάτι απλούστερο: προφωνεύγω σε, φτωχέ, κι αν δεν έχεις ν'αγοράσεις, κλέψε. Οπωσδήποτε δηλαδή πρέπει και ο πιο φτωχός να κάνει αποκριά, να φάγει κρέας. Η εβδομάδα αυτή λέγεται και αμολητή ή απολυτή, επειδή "τότε απολύονται οι ψυχές των αποθαμένων και βγαίνουν στον Απάνω κόσμο"." (Γ.Α.Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")

Την πρώτη βδομάδα της Αποκριάς επιτρέπεται κάθε μέρα η κατάλυση κρέατος, χωρίς να εξαιρούνται ούτε η Τετάρτη και η Παρασκευή. Η δεύτερη εβδομάδα, η λεγόμενη Κρεατινή -από την Κυριακή του Ασώτου μέχρι την Κυριακή της Απόκρεω ή Κρεωφάγου- είναι κι η τελευταία εβδομάδα προ της Αναστάσεως κατά την οποία, σύμφωνα με το ελληνορθόδοξο τυπικό, επιτρέπεται η βρώση κρέατος πλην των νηστειών Τετάρτης και Παρασκευής.  Αυτή η εβδομάδα περιλαμβάνη και την Τσικνοπέμπτη. Κατά την τελευταία εβδομάδα που λήγει την Κυριακή της Τυρινής (παραμονή της Καθαράς Δευτέρας) επιτρέπεται η κατανάλωση πάντων των τροφών πλην κρέατος. Λέγεται, μάλιστα, Τυρινή (βλ. και νεότερη ανάρτηση: Ήθη, έθιμα και μαγειρέματα της Τυρινής ή Τυροφάγου) επειδή κατά τη διάρκεια αυτής καταλύονται κυρίως τα τυροκομικά, μέχρι, μάλιστα, εξαντλήσεώς τους, αφού αμέσως μετά ακολουθεί η αυστηρή νηστεία της Σαρακοστής. Είναι κι η τελευταία βδομάδα των Απόκρεω, η οποία και γιορτάζεται περισσότερο από όλες, με γλέντια και ξεφαντώματα, μασκαρέματα και καρναβάλια. Αναρίθμητα είναι τα έθιμα της εβδομάδας αυτής, κι ιδιαίτερα της τελευταίας Κυριακής της Αποκριάς, που οι ρίζες τους χάνονται πίσω στους αιώνες, τότε ακόμη που αρχαίοι μας πρόγονοι γιορτάζαν προς τιμήν του θεού Διονύσου...

Μας ταξιδεύει ο Βασίλης Λαμνάτος ("Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας") με την όμορφη γραφή του..: "Γι'αυτό τέτοιες μέρες Αποκριάς, ιδιαίτερα εδώ στα κονάκια των τσελιγκάδων, έχεις να ιδείς πολλές ετοιμασίες και να νιώσεις αμέτρητες κι ανείπωτες χαρές. Απ'άκρη, σ'άκρη σ'όλα τα βλαχοκονάκια ετοιμάζονται, από βλαχούλες και βλάχισσες, λογής-λογής φαγητά: Γαλατόπιτες, τραχανόπιτες, τυρόπιτες, κοτόπουλα ψητά στη γάστρα, αρνιά καπαμά, τυριά, ένα σωρό καλόγευστα και πεντανόστιμα φαγητά.
Όλα αυτά γίνονται τ'απόγευμα ανήμερα της Αποκριάς...Αυτή τη μέρα δε γιορτάζουν ποτέ ξέχωρα μόνα τους τα τσοπανοκάλυβα. Σμίγουν δυο, τρία, τέσσερα μαζί, ανάλογα κι αποκριεύουν αγαπημένα και όμορφα. [...]
Τις Μεγάλες Αποκριές, ετσιδά, όπως λένε οι τσελιγκάδες τις Απόκριες της Μεγάλης Σαρακοστής για να τις ξεχωρίζουν απ'τις Μικρές Αποκριές του Σαρανταήμερου, ανοίγουν και το φυλαχτάρι. Κι αυτό είναι ανέρωτο κρασί, ιδιαίτερα φτιαγμένο, που το φυλάνε σε ξεχωριστό βαρέλι για τ'αποκριάτικο τραπέζι.
Αυτό το κρασί από δαύτους, θα τ'ακούσεις και αποκριάτικο κρασί. Ακόμα θα το πάρει τ'αυτί σου και "μαντρίσιο". Τό'χουν, δηλαδή, για το μαντρί, για τους τσοπάνους μαθές και για τους περαστικούς αυτής της μέρας. Τούτο εδώ το πιόμα είναι σπάνιο σε γεύση' αγνοκράσι δυνατό και καλόπιοτο. Το βάζεις στο στόμα σου και μυρίζει άρωμα. Γι'αυτό το κρασί οι τσελιγκάδες λένε πως τραγουδάει μοναχό του, πως λέει πολλά κι ωραία τραγούδια:
Αγγέλω μ' κραίν' η μάνα σου
δεν ξέρω τι σε θέλει.
Σε θέλ' Αγγέλω μ' για νερό
να πας στα παλικάρια.
Τα παλικάρια κι αν διψούν
στη βρύσ' να παν' να πιούνε
κι εγώ θα πάω για κέντισμα
με τ'άλλα τα κορίτσια."

Τούτο το κρασί, το φυλαχτάρι που αναφέρει ο Βασίλης Λαμνάτος, που το κρατούσαν φυλαγμένο και κλειστό σε χωριστό βαρέλι, για να το πρωτοανοίξουν την επίσημη αυτή μέρα της Αποκριάς, μού'φερε στο νου τα Πιθοίγια, την τελετή του ανοίγματος των πίθων του νέου οίνου, που λάμβανε χώρα στην αρχαία Ελλάδα κατά την ενδεκάτη μέρα του μηνός Ανθεστηριώνος κατά τον εορτασμό των Ανθεστηρίων (που συνέπεφταν, πάνω-κάτω με τη δική μας περίοδο της Αποκριάς) προς τιμήν του θεού Διονύσου...


("Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης", Δ.Δημητράκου)


Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2008

Ο `Αγιος Βλάσιος και τα τσακάλια..


Σήμερα, του Αγίου Βλασίου..

Ο `Αγιος Βλάσιος, σύμφωνα με το συναξάρι του, είχε την ικανότητα να εξημερώνει τα άγρια ζώα και για τούτο ο λαός μας τον επέλεξε ως προστάτη του από τους λύκους και τα τσακάλια, που τέτοια εποχή, λόγω του ψύχους και της πείνας, κατεβαίνανε προς τα χωριά.. Λένε, μάλιστα, πως οι κτηνοτρόφοι, τιμούσαν ιδιαίτερα τη γιορτή του, γιατί αλλιώς "τους έστελνε το λύκο"!

Σύμφωνα με το λαογράφο Γ.Α. Μέγα ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα λαϊκής λατρείας"), οι χωρικοί είχαν αργία τη μέρα της γιορτής του και συγκεκριμένα:

"Στην Πυλία δεν τυροκομάνε, δεν κάνουνε δουλειά στο σπίτι τους." Όποιος θέλει να δουλέψει παίρνει ένα σακούλι και μια βελόνα και το ράφτει από πίσω του. Τότε ρωτάει ο άλλος: - Τί ράφτεις; -Ράφτω πέτρες και ακόνια/ και του λύκου τα σαγόνια. Το λέει τρεις φορές και απεκεί πάει και δουλεύει."

Στην Αιτωλία τη φυλάνε οι γεωργοί, προπάντων δε φορτώνουν τα ζώα, ούτε και οι γυναίκες φορτώνονται πάνω τους ξύλα, γιατί ο άγιος αυτός είναι μουσκαροπνίχτης, πνίγει δηλαδή σε ποτάμια τα μουσκάρια τους, αν φορτωθούν.(*Δ.Λουκόπουλος, "Γεωργικά της Ρούμελης")

Έθιμο της ημέρας αυτής είναι και η συνεστίαση αυτών που πηγαίνουν στην εκκλησία. Στο τραπέζει τοποθετούνται ειδικά φαγητά ' π.χ. φαγητό από σιτάρι κομμένο, μαγειρεμένο με μέλι και βούτυρο, το λεγόμενο στον Πόντο Χασούλ, ή φαγητό από κρέας προβάτων ή κατσίκας, που "θυσιάζονταν" στον περίβολο της εκκλησίας. Στην Κέρκυρα μοιράζουν "χειμωνικό", δηλαδή καρπούζι." (Γ.Α.Μέγας)

Από την άλλη, ο `Αγιος Βλάσιος, σε πολλές περιοχές θεωρείται και προστάτης όλων των παθήσεων του λαιμού. Αυτό μπορεί να συσχετίζεται και με το γεγονός ότι ο άγιος τούτος στη ζωή του υπήρξε γιατρός ή ακόμα και με τον τραγικό τρόπο θανάτωσής του (του έκοψαν το λαιμό, τον αποκεφάλισαν), αλλά η σχετική ιστορία που αναφέρεται είναι η εξής: Λίγο πριν από τη μέρα του μαρτυρίου του, είχε πέσει μια θανατηφόρα επιδημία ασθένειας του λαιμού που έπληττε τα παιδιά. Τότε ο `Αγιος Βλάσιος ζήτησε να του φέρουν οπωροφόρα φρούτα τα οποία και ευλόγησε και παρήγγειλε να τα δώσουν στα άρρωστά παιδιά που, με τον τρόπο αυτό, γιατρεύτηκαν.

Και μιας και αναφερόμαστε σε έναν άγιο προστάτη από τα άγρια ζώα, προστάτη από τους λύκους και τα τσακάλια, δε μπορώ να αντισταθώ και να μην παραθέσω και πάλι κάποια ακόμη αποσπάσματα από την "Αιολική Γη" του αγαπημένου Βενέζη, για Τα πεινασμένα τσακάλια :

"... Έρχονταν όμως ο καιρός που ωριμάζαν οι καρποί, και τα μισογινωμένα τσαμπιά κρέμονταν απ'τα κλήματα. Τότες το να μας ριχτούνε τα τσακάλια δεν ήταν χωρίς κίνδυνο όπως την άνοιξη. Αν τόσο μεγάλα κοπάδια πεινασμένα αγρίμια μπαίναν για μια μονάχα νύχτα μες στο κτήμα, την άλλη μέρα δε θα βρισκόταν πια καρπός.

Γι'αυτό οι άνθρωποι κοιτάζαν πως να πολεμήσουν το κακό και ν'αντισταθούνε. Όλοι όσοι δουλεύανε στο υποστατικό, γυναίκες κι άντρες, χωρίζονταν σε τρεις βάρδιες [...] Περιμέναμε και, μόλις τα τσακάλια έρχονταν κοντά, χύνονταν όλοι κατά τα σύνορα του υποστατικού, βγάζοντας άγριες φωνές και χτυπώντας ντενεκέδες ή τούμπανα. Αν η νύχτα ήταν σκοτεινή, πολλοί βαστούσαν αναμμένες σκίζες δαδιά στα χέρια. Τ'αγρίμια τρομαγμένα τραβιόνταν πίσω, λυσσασμένα ουρλιάζοντας, και χυμούσαν σ'άλλα γειτονικά υποστατικά. Σε λίγο έρχονταν οι αλαλαγμοί των ανθρώπων από κει, απ'τα άλλα τα κτήματα, που προσπαθούσαν ν'αμυνθούνε στρέφοντας το κοπάδι της πείνας αλλού.

[...]

Ακαθόριστα συναισθήματα μας είχαν κυριέψει εκείνο το βράδυ. Τί έγινε, λοιπόν, ο καλός Θεός της γιαγιάς, εκείνος που μυστικά τον ικετεύαμε στην προσευχή μας να βρει και για τα πεινασμένα τσακάλια σπόρους; Τί έγινε και χάθηκε ο Μεγάλος Δράκος, θεότητα τόσο φιλική και φιλεύσπλαχνη του δάσους που, όταν πολύ πεινούσαν τα τσακάλια και φώναζαν, τα έβαζε να φάνε και να κοιμηθούνε; Κι αφού εκείνοι γίνηκαν καπνός - ο Θεός κι ο Μεγάλος Δράκος- και τα τσακάλια πεινούσαν, πώς οι άνθρωποι τα χτυπούσαν έτσι σκληρά;

Ήταν πια αδύνατο να καταλάβουμε. Τα τσακάλια, από πλάσματα του δάσους που είχαν δικαίωμα να φάνε, έπρεπε τώρα να γίνουν εχτρός. Ως τότε ξέραμε μονάχα να τα φοβόμαστε, επειδή μας ήταν άγνωστα, επειδή δεν ξέραμε παρά μονάχα τη φωνή τους κι η φωνή τους ήταν άγρια. Τώρα έπρεπε να συνηθίσουμε να τα πολεμούμε, έπρεπε να κάμουμε τα πρώτα βήματα προς το παντοδύναμο εφόδιο των ανθρώπων, το μίσος.

[...]

Σωπαίναμε. Ακούγαμε. Μήτε τα δάκρυα δε θέλαν να βλογήσουν τα κουρασμένα μάτια μας. Τρέμοντας μπαίναμε στο νόημα του σκληρού νόμου του κόσμου." (Η.Βενέζης)


Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2008

εκεί, στον `Αγιο Χαράλαμπο..

Μετά από κείνη τη στροφή του δρόμου, στο δεξί μας χέρι, είναι χτισμένο το μικρό και ταπεινό σπιτικό του.. Διακριτικό, ντυμένο στα χρώματα της γης και της πέτρας, λιλιπούτειο και σχεδόν ξεχασμένο, ανάμεσα σε γέρικα πλατάνια και πυκνές φυλλωσιές, δεν το παρατηρούσε το μάτι του τυχαίου περαστικού. Ακόμη κι εκείνοι που γνώριζαν την ύπαρξή του, το αγνοούσαν πια, προσπερνούσαν αδιάφορα κι αφηρημένα, χωρίς καν να ρίξουν ένα βλέμμα χαιρετισμού..

Κάθε χρόνο, περίμενε υπομονετικά κι αδιαμαρτύρητα τη μέρα της γιορτής του. Τότε που θα βρίσκονταν δυο χέρια πρόθυμα να το σουλουπώσουν από τους πεσμένους σοβάδες και τις ακαθαρσίες από τα τρωκτικά, τότε που θα ζεσταίνονταν τα παγωμένα ντουβάρια του από ανθρώπων ανάσες, τότε που θα ξόρκιζαν τη μοναξιά του οι προσευχές, οι ψίθυροι και κάποια χαμηλόφωνα χαχανητά.

Κι όμως τα χρόνια περνούσαν και δεν ερχόταν η μέρα τούτη. Κι εκείνο απορούσε και συνέχιζε να περιμένει, αδιαμαρτύρητα κι υπομονετικά, μήπως το θυμηθούν την επόμενη χρονιά.Ποιός να του εξηγήσει πως η θύμηση έχει να κάνει με τη βροχή και το κρύο; Ποιός να του εξηγήσει ότι το γιορτάζανε σε άλλο, δανεικό σπιτικό; Πως το δικό του ήταν πολύ μικρό για να τους προστατεύσει από τη βροχή... πολύ κρύο για να τους ζεστάνει τα παγωμένα δάχτυλα... Εκείνο ζέσταινε μόνο ψυχές.. Αλλά, εκείνοι προτιμούσαν τα ζεσταμένα δάχτυλα.. Κι έτσι, κανείς πια δε θυμόταν να περάσει από κει, να σπρώξει τη βαριά ξύλινη πόρτα και να αφήσει απλά μια καλησπέρα...


Του Αγίου Χαραλάμπου σήμερα...

Σύμφωνα με το λαογράφο μας, Γ.Α.Μέγα, ο άγιος τούτος λατρεύεται από τους βοσκούς κι από τους κτηνοτρόφους, αλλά παράλληλα θεωρείται και προστάτης από την πανώλη. Στην Αγία Παρασκευή Λέσβου, γινόταν πανηγύρι που συνοδευόταν από τη δημοτική θυσία ταύρου (κουρμπάνι) και κατέληγε σε αγώνα ιπποδρομίας που θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως "μαγεία" για το καλό των αλόγων. Ιδιαίτερα ενδιαφέρον και το απόσπασμα ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας", Γ.Α.Μέγα) σχετικά με τις παραδόσεις που τον φέρουν ως άγιο "καταδιώκτη" της πανώλης: " Κυρίως του αφιερώνουν, κάθε χρόνο ή κάθε 3 ή 4 χρόνια, μια ποδιά ή ένα πουκαμισάκι, που κατασκευάζεται, με ολότελα μαγικό τρόπο, από μονομερίτικο πανί. Γυναίκες και κορίτσια του χωριού μαζεύονται νύχτα σ'ένα σπίτι και εκεί ξεκουκκίζουν βαμβάκι, γνέθουν και υφαίνουν ' το πανί που με αυτόν τον τρόπο κατασκευάζεται μονόμερα, με πολλές μαγικές διατυπώσεις, έχει εξαιρετική μαγική δύναμη. Όπως φαίνεται, με μονομερίτικο πανί κατασκευάστηκε κάποτε, σε καιρό επιδημίας, πουκάμισο, από το οποίο θα πέρασαν όλοι οι κάτοικοι του χωριού, ύστερα το πέταξαν και μαζί πετάχτηκε και η ασθένεια και σώθηκε το χωριό. Από τότε θα παρέμεινε η συνήθεια ν'αφιερώνεται ένα τέτοιο πουκάμισο στον άγιο Χαράλαμπο, που θεωρείται διώκτης της Πανώλης."

Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2008

"Ο `Αγιος Συμιός σημειώνει"


Ο `Αγιος Συμεών είναι ο προστάτης των εμβρύων και των εγκύων. Τιμόταν ιδιαίτερα από τις εγκύους, καθώς, σύμφωνα με τη λαϊκή πρόληψη που πηγάζει από την παρετυμολογία του ονόματός του, "Ο `Αγιος Συμιός, σημειώνει". Έτσι, τούτη τη μέρα, ήταν απαγορευμένη η οποιαδήποτε εργασία για τις εγκυμονούσες, για να μη βγει σημαδεμένο το παιδί. Ιδιαίτερα δε, αποφεύγαν τη χρήση μαχαιριών, ψαλιδιών και άλλων κοπτικών εργαλείων που είναι συνδεδεμένα με τα σημάδια που προκαλούν. Στη Σύρο, μάλιστα, το βράδυ του Αγίου Συμεών, οι έγκυες, έπρεπε να βγάλουν τα ρούχα ανάποδα και να περάσουν τα χέρια τους στις πλάτες ή στα μεριά τους, ώστε αν βγει σημάδι στο παιδί, να είναι από πίσω και να μη φαίνεται.

Χαρακτηριστικό για τούτη τη δύναμη τούτης της λαϊκής πρόληψης είναι το ακόλουθο απόσπασμα του Στρατή Μυριβήλη από τη "Ζωή εν τάφω":  "... Κάθε γυναίκα είναι μια φορά θηλυκιά. Αυτή ήταν χίλιες φορές. Απ'την κορφή ως τα νύχια ήταν γεμάτη θηλυκάδες. Είχε θυμάμαι, εδωνά πάνω στο μπούτι, και μια καφεδιά βούλα. Η μάνα της μούπε, τότες που την είχε στην κοιλιά, έπιασε τηγάνι ανήμερα τ'Αγίου Συμνιού, και σαν το θυμήθηκε σκουπίστηκε τρομαγμένη στο μερί της. Και το κορίτσι γεννήθηκε "σημνιωμένο" μ'αυτή τη δαχτυλιά. Αυτή η βούλα το λοιπόν με παλάβωνε."
 
(Υ.Γ. Για περισσότερα βλέπε νεότερη ανάρτηση: Ο Άγιος Συμεών, "σημειώνει"... (έθιμα και παραδόσεις))

Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2008

Ο `Αγιος Τρύφωνας των αμπελιών

Τρύφωνα πολύκαρπε,
έλα δω στ'αμπέλι μου
και στο χωραφάκι μου
να φάμε και να πιούμε


Ο Φεβρουάριος ξεκινάει με τα "Συμόγιορτα", δηλαδή τρεις γιορτές που η μία διαδέχεται την άλλη, του Αγίου Τρύφωνα, της Υπαπαντής και του Αγίου Συμεών. Λέγεται, μάλιστα, πως "`Αι-Τρύφωνας τριβ', Υπαπαντή πλαθ' κι ο Συμεών σημνειών'". Σε ορισμένες περιοχές κάθε εργασία ήταν απαγορευμένη για τις μέρες τούτες. Ειδικά για του Αγίου Τρύφωνα, λένε πως τη μέρα εκείνη δεν έκοβαν τίποτα με μαχαίρι, για να μην κόψει το σκουλήκι τις ρίζες των κηπευτικών που θα φύτευαν την άνοιξη στα χωράφια.

Ο `Αγιος Τρύφωνας θεωρείται από το λαό μας ως φύλακας των αμπελιών και προστάτης των αγρών, της βλάστησης και της καλλιέργειας, οπότε οι αγρότες τον τιμούσαν ιδιαιτέρως. Να μην ξεχνάμε κιόλας πως κάποια χρόνια πριν, κάθε οικογένεια στην ύπαιθρο, έφτιαχνε το μοσχοβολιστό κρασάκι της, που θα τη συντρόφευε στις κρύες νύχτες του χειμώνα και στα γλέντια του καλοκαιριού, από τ'αμπέλια του κήπου ή του χωραφιού της. Κι ο `Αγιος Τρύφωνας, πέρα από την εξουσία που του προσδίδεται κατά των τρωκτικών που μαστίζουν στους αγρούς, είναι ο άγιος που παριστάνεται ακόμα και στις εικόνες με το κλαδευτήρι στο χέρι και τον γιορτάζουμε την εποχή που ξεκινάνε τα κλαδέματα, τα τόσο σημαντικά για τη μετέπειτα ανάπτυξη του αμπελιού και την ποιότητα του κρασιού που θα μας προσφέρουν τα τσαμπιά του.

Αγρότες, κηπουροί κι ειδικά αμπελουργοί, κάνανε στην εκκλησία αρτοκλασία με κόλλυβα. Σε περιοχές της Ανατολικής Θράκης (Σκόπελος, Πέτρα), πηγαίνανε και λίγα δράμια στάρι στην εκκλησιά, να τα ευλογήσει ο παπάς και γυρίζοντας στο σπίτι να τα ρίξουν μέσα σε άλλο σπόρο. Και, φυσικά, τέτοια μέρα γινόταν αγιασμός τον οποίον και χρησιμοποιούσαν μονάχα για να ραντίσουν τα χωράφια και τα αμπέλια τους.

Οι τοπικές συνήθειες που σχετίζονται με τη γιορτή αυτή ποικίλουν. Στη Φλαμουριά της Έδεσσας, ραντιστές, αλλά και κουδουνοφόροι, σκορπίζονται στα χωράφια για να ραντίσουν, αλλά και να ξυπνήσουν τη γη, να φέρουν την άνοιξη, με τα κουδουνίσματά τους. Στην Ήπειρο, κάναν κουλούρες και τις κυλούσαν στα αμπέλια και τους κήπους τραγουδώντας "Τρύφωνα πολύκαρπε, έλα δω στ'αμπέλι μου και στο χωραφάκι μου, να φάμε και να πιούμε". (Γ.Α.Μέγας). Στα "Αμπέλια" των Δικαίων, στη Θράκη, αφού ράντιζαν με αγιασμό τα χωράφια, άναβαν φωτιές κι έστηναν γλέντι με φαγοπότι. Διοργάνωναν κι αγώνες πάλης με έπαθλο ένα αρνί. Σε πολλές περιοχές δε, κυρίως στη Βόρεια Ελλάδα όπου και τα μετέφεραν Θρακιώτες πρόσφυγες, κάναν προς τιμήν του και τα γνωστά "κουρμπάνια" (το ζώο που θυσιάζεται, μαγειρεύεται και μοιράζεται στους πιστούς ευλογημένο), έθιμο που αναβιώνει με παραλλαγές, ακόμη και σήμερα.

Ενδιαφέρον δε, παρουσιάζει ένα απόσπασμα του αξιόλογου λαογράφου Γ.Α.Μέγα (Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας), για παραδόσεις που σχετίζονταν με τη μέρα αυτή:

"Στη Στενήμαχο έσφαζαν βόδι (κουρμπάνι), "για να ευχαριστήσουν τον άγιο", και μοίραζαν τα κομμάτια στους κατοίκους. Μετά τη λειτουργία γινόταν και αγώνας πάλης στην πλατεία. "Παλεύουν δυο αντρειωμένοι κι όποιος νικήσει παίρνει βραβείο ένα αρνί". Στο Δρυμό Μακεδονίας ταυτόχρονα με το ράντισμα παραχώνουν και το "κλικούδ' τ' καλλ'κατζάρου" (που θαμνιάζεται Χριστούγεννα, `Αι Βασίλη και Φώτα) και το κόκκινο αυγό της Μ.Πέμπτης ' τα κόβουν κομματάκια και τα θάβουν στ'αμπέλια και στα γεννήματα."

Του Αγίου Τρύφωνα, λοιπόν σήμερα, των αμπελιών και των αγρών, ενός Αγίου φτωχού και ταπεινού, που πέθανε από φρικτά βασανιστήρια σε νεαρή και τρυφερή ηλικία.

Καλό μήνα!
 
(Υ.Γ. Για περισσότερα, βλέπε νεότερη ανάρτηση: Ο Άγιος Τρύφωνας των αμπελιών και των κηπευτικών!