Κι εκεί που έλεγα πως θά'βρισκα επιτέλους λίγο χρόνο να ξεσκονίσω το διαδικτυακό σπιτικό μου και να περιδιαβώ στη γειτονιά, ξεκινήσαν οι ελιές! Και μαζί με τις ελιές χίλια-δυο καινούρια ντράβαρα! Να γυρνάς ταλαίπωρος, με το κορμί πονεμένο και νά'χεις ν'αντιμετωπίσεις -πέραν των άλλων εργασιών που σε περιμένουν- την απόλυτη παράνοια της γραφειοκρατίας, των λογιστικών λαθών και του σογιού σου μέχρι τα μαύρα μεσάνυχτα! Κι αυτό κάθε μέρα, καθημερινή, γιορτή και σχόλη! Είναι που κωλύομαι να τα περιγράψω εδωδά.... αλλιώς είναι για να τραβά κανείς τα μαλλιά του! Αυτό που μονολογεί κανείς ακατάπαυστα "Τί ζω, Θεέ μου;!". Δε μπορεί, σε κάποια φάση, θα τό'χετε νιώσει...
Κι έφτασαν τα Χριστούγεννα, χωρίς να ξεμπερδέψουμε ούτε με τις ελιές, ούτε με τις γραφειοκρατίες, ούτε δυστυχώς με το τρελόσογο! Αντ'αυτού, μου κατσικώθηκε και μια σπαστική ίωση για κερασάκι στην τούρτα! Δεν τό'βαλα όμως κάτω, νύχτα παραμονής ξεθεωμένη, με όλους τους αγωγούς του κεφαλιού φρακαρισμένους στο απόλυτο -κι όταν δεν αναπνέω, τρελαίνομαι!- και την κούραση μηνών συσσωρευμένη, με απαράμιλλο πείσμα επέμενα να ζυμώσω το προζυμένιο Χριστόψωμο και, μάλιστα, να το ψήσω στην ξυλόσομπα! Η οποία καινούρια ξυλόσομπα, με μεγαλύτερο πείσμα επέμενε να μην ανεβάζει θερμοκρασία στο φουρνάκι της πάνω από 100 βαθμούς (Τονίζω το "καινούρια", καθώς η προηγούμενη, σε αντίθεση με τούτη, είχε τη μανία να εκτινάσσει τη θερμοκρασία στα ύψη, οπότε ξεροστάλιαζες με την αγωνία εάν θα γίνει κάρκατσο ή όχι το όποιο περιεχόμενο έψηνες! Για αυτό το λόγο και φέτος την άλλαξα. Και τώρα εκείνη μ'εκδικείται!), με αποτέλεσμα να ξενυχτήσουμε παρέα, για να γίνει τελικά το δικό μου, με συνέπειες, φυσικά, εις βάρος μου, εφόσον κατέληξα αξημέρωτα ένα απολύτως όρθιο πτώμα, μηχανικά κινούμενο, να ετοιμάζομαι για την εκκλησία...
Τέλος πάντων, πέραν των λοιπών αντιξοοτήτων, οφείλω να ομολογήσω πως το χοιρινό το πρασοσέλινο σιγοψημένο στο πήλινο τσουκάλι πάνω στην πυροστιά του τζακιού όλη νύχτα μ'αποζημίωσε την επομένη για τους κόπους μου κι ότι, αφού το απολαύσαμε, αφέθηκα, επιτέλους, να πέσω σε κώμα! Ελπίζοντας πως θα συνέλθω... αμ δε!
[σημ. Μέσα σ'όλα τ'άλλα τα σπαστικά, εδώ και κάποιες μέρες, στο αγαπητό μου κινητό δεν ανοίγει με τίποτα η "προβολή έκδοσης ιστού" του ιστολογίου μου, με αποτέλεσμα, να μη μπορώ να δω τα της γειτονιάς μου και ν'αφήσω μια κουβέντα, ούτε να ψαχουλέψω τα του "σπιτικού" μου διάφορα. Γάνιασα να πάρω μπρος και να καταφέρω ν'αλλάξω την επιλογή σε "προβολή κινητού", που δε με βολεύει καθόλου, μιας και κουράγια για να εγκαταλείψω τον καναπέ και να σταθώ στο γραφείο περιμένοντας ν'ανοίξει ο αρχαιολογικής αξίας επιτραπέζιος υπολογιστής για να περιδιαβώ στο διαδίκτυο, δεν υπήρχαν! Γνωρίζει κανείς να μου πει γιατί συμβαίνει αυτό; Επιβεβαιωμένο κι από άλλους, με την επιλογή "προβολής έκδοσης ιστού" (που είχα τόσον καιρό) το φιρικάκι δεν εμφανίζεται, η σελίδα κολλάει, βγαίνει μισή και δε μπορείς να διαχειριστείς τίποτα! Αν έχει την καλοσύνη κανείς γνώστης να με διαφωτίσει...]
Επειδή, όμως, με όλα τούτα που αραδιάζω, ξέφυγα από το πνεύμα των Χριστουγέννων, όσο μαζεύω κουράγια για να βγω στην παγωνιά να καλύψω μ'αυτοσχέδιες κατασκευές τις λεμονοπορτοκαλιές μου και τα λοιπά ευαίσθητα, καθώς μας έρχεται, κατά πως λένε, χιονιάς, σας παραθέτω εδώ την πιο όμορφη διήγηση για την νύχτα των Χριστουγέννων, καταγεγραμμένη από τον Νίκο Ψιλάκη ("Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη", εκδόσεις Καρμάνωρ), κι ας την έχω ξαναδημοσιεύσει παλαιότερα:
"Έκανε πολύ κρύο τη βραδιά που γεννήθηκε ο Χριστός. Ο σπήλιος ήτανε παγωμένος και τα ζωντανά βαραναπνέανε για να ζεστάνουν με την αναπνιά τους το μωρό. Η Παναγία δεν εκάτεχε είντα να κάμει. Ήτανε κουκουλωμένη δίπλα στη ματζαδούρα και σκεφτόταν πώς θα καταφέρει να ξημερωθεί και να μην ξεπαγιάσει το μωρό. Απάνω στην ώρα ο Ιωσήφ σκέφτηκε ν'ανάψει φωτιά και να σπάσει λίγο την παγωνιά. Μα πού ξύλα;
Βγαίνει όξω από το σπήλιο, κάνει μια βόλτα, τίποτα. Ούτ' ένα ψιχάλι ξύλο δεν ηυρηκε. Μπαίνει πάλι μέσα μα την ώρα που δεν εκάτεχε ίντα να κάμει, θωρεί ένα σωρό άχερα, μεγάλους κοντύλους και άλλα που ήτανε πολυκαιρισμένα μέσα στη ματζαδούρα. Τσι κοντύλους δεν τσι τρώνε τα οζά κι είχανε παραπομείνει στη φάτνη. Μοναχά τους είχανε πάει τα άχερα ίσαμ' εκειά για να τους βάλουνε φωτιά και να ζεστάνουν το Χριστό. Ως τά'δε η Παναγία εδάκρυσε. Κι είπε:
- Νά'χουνε την ευκή μου κι ας είναι πάντα χρυσά, γιατί χρυσή 'ναι κι η ψυχή ντως.
Από τότε τα άχερα έχουνε χρυσό χρώμα. Κι είναι χρυσή η ψυχή ντως γιατί αυτά πομένουνε όντα λιχνίσομε το στάρι.
Μα τ'άχερα ανάψανε, εβγάλανε μια φλόγα κι εσβήσανε. Παγωνιά και πάλι στο σπήλιο. Ξαναβγαίνει όξω ο Ιωσήφ και τα πόδια του μπερδεύουν σ'ένα κλαδί. Δεντρολίβανο, αρισμαρί ήταν. Και με την ίδια τη φωνή του (εκειονά το βράδυ είχανε όλα, ζώα και δεντρά, φωνή) παρακάλεσε τον Ιωσήφ να το κόψει από τον πάτο και να το βάλει να καεί για να ζεσταθεί ο Χριστός. Έτσι κι έγινε. Ξαναδάκρυσε η Παναγιά και είπε:
- Νά'χει την ευκή μου και να μοσκομυρίζει, να το βάνουν στις εικόνες του γιου μου και να στολίζει τις εικόνες των αγίων.
Μα κι αυτό ήτανε λίγο, άναψε κι ώστε ν'ανάψει έσβησε κιόλας. Κι ο σπήλιος άρχισε και πάλι να παγώνει. Όσο περνούσε η ώρα αγρίευε ο καιρός. Περασμένα μεσάνυχτα ακούστηκε ένα τσαχάλισμα μέσα από το βουργιάλι του Ιωσήφ. Ήτανε μια χούφτα ελιές, που τις είχε φυλάξει μ'ένα ντάκο ψωμί για ώρα ανάγκης. "Πήγαινε Ιωσήφ στην πεζούλα πάνω από το σπήλιο. Εκειά 'ναι μια ελιά, η μάνα μας, γιατί δα ξεραθεί από το κακό της άμα μάθει πως εκινδύνεψε ο Χριστός και δεν της τό'παμε..."
Μια και δυο, πάει ο Ιωσήφ. Κι η γέρικη ελιά εχαμήλωσε τα κλωνάρια της, έσπασε τα ξερά κουτσούρια από τον κορμό της και τα τίναξε για να φτάξουν στη μπούκα του σπήλιου. Άναψαν φωτιά, έκαιγε όλη τη νύχτα, έσπασε η παγωνιά και εζεστάθηκε ο Χριστός. Κι όσο περνούσε η ώρα, τόσο κι έφταναν κι άλλα ξύλα στο σπήλιο. Μονάχα ντως! Το πρωί το δεντρό είχε 'πομείνει μόνο ένα κομμάτι κουτσούρι ρίζα, ελιά δεν υπήρχε.
Δάκρυσε η Παναγιά όταν την είδε. Έσκυψε, χάιδεψε το κουτσούρι, ούτ' ένα φύλλο δεν είχε 'πομείνει.
-Την ευκή μου νά'χεις, είπε. Και να μην ξεραίνεσαι ποτέ. Να βγάνεις βλαστούς από τη ρίζα, και να μη γερνάς ποτέ σου. Κι ο καρπός σου ευλογημένος νά'ναι, να τρέφει τους ανθρώπους, να τονε δίνεις να βγαίνει το λάδι, να φέγγουν τη νύχτα οι ανθρώποι και να ανάβει και το καντήλι του Χριστού.
Ειντά 'τονε να το πει. Ένας δροσερός βλαστός εβγήκε από την κουτσούρα τση ρίζας, από κειά απού'χε ακουμπισμένη τη χέρα τση η Παναγία, κι έφταξε ίσαμε ένα μπόι στο ύψος. Ίσαμε το βράδυ η ελιά ήτανε πάλι μεγάλη, όπως ήτανε πριν γεννηθεί ο Χριστός. Και δεν είχε ξεράδια. Είχε ξαναγενεί νέα γιατί είχε την ευκή τση Παναγίας.
Από τότε η ελιά δε γερνά. Ξεραίνεται, μα από την ξέρα τση ρίζας ξαναβγάνει βλαστούς και ξανανιώνει."
Κι έφτασαν τα Χριστούγεννα, χωρίς να ξεμπερδέψουμε ούτε με τις ελιές, ούτε με τις γραφειοκρατίες, ούτε δυστυχώς με το τρελόσογο! Αντ'αυτού, μου κατσικώθηκε και μια σπαστική ίωση για κερασάκι στην τούρτα! Δεν τό'βαλα όμως κάτω, νύχτα παραμονής ξεθεωμένη, με όλους τους αγωγούς του κεφαλιού φρακαρισμένους στο απόλυτο -κι όταν δεν αναπνέω, τρελαίνομαι!- και την κούραση μηνών συσσωρευμένη, με απαράμιλλο πείσμα επέμενα να ζυμώσω το προζυμένιο Χριστόψωμο και, μάλιστα, να το ψήσω στην ξυλόσομπα! Η οποία καινούρια ξυλόσομπα, με μεγαλύτερο πείσμα επέμενε να μην ανεβάζει θερμοκρασία στο φουρνάκι της πάνω από 100 βαθμούς (Τονίζω το "καινούρια", καθώς η προηγούμενη, σε αντίθεση με τούτη, είχε τη μανία να εκτινάσσει τη θερμοκρασία στα ύψη, οπότε ξεροστάλιαζες με την αγωνία εάν θα γίνει κάρκατσο ή όχι το όποιο περιεχόμενο έψηνες! Για αυτό το λόγο και φέτος την άλλαξα. Και τώρα εκείνη μ'εκδικείται!), με αποτέλεσμα να ξενυχτήσουμε παρέα, για να γίνει τελικά το δικό μου, με συνέπειες, φυσικά, εις βάρος μου, εφόσον κατέληξα αξημέρωτα ένα απολύτως όρθιο πτώμα, μηχανικά κινούμενο, να ετοιμάζομαι για την εκκλησία...
Τέλος πάντων, πέραν των λοιπών αντιξοοτήτων, οφείλω να ομολογήσω πως το χοιρινό το πρασοσέλινο σιγοψημένο στο πήλινο τσουκάλι πάνω στην πυροστιά του τζακιού όλη νύχτα μ'αποζημίωσε την επομένη για τους κόπους μου κι ότι, αφού το απολαύσαμε, αφέθηκα, επιτέλους, να πέσω σε κώμα! Ελπίζοντας πως θα συνέλθω... αμ δε!
[σημ. Μέσα σ'όλα τ'άλλα τα σπαστικά, εδώ και κάποιες μέρες, στο αγαπητό μου κινητό δεν ανοίγει με τίποτα η "προβολή έκδοσης ιστού" του ιστολογίου μου, με αποτέλεσμα, να μη μπορώ να δω τα της γειτονιάς μου και ν'αφήσω μια κουβέντα, ούτε να ψαχουλέψω τα του "σπιτικού" μου διάφορα. Γάνιασα να πάρω μπρος και να καταφέρω ν'αλλάξω την επιλογή σε "προβολή κινητού", που δε με βολεύει καθόλου, μιας και κουράγια για να εγκαταλείψω τον καναπέ και να σταθώ στο γραφείο περιμένοντας ν'ανοίξει ο αρχαιολογικής αξίας επιτραπέζιος υπολογιστής για να περιδιαβώ στο διαδίκτυο, δεν υπήρχαν! Γνωρίζει κανείς να μου πει γιατί συμβαίνει αυτό; Επιβεβαιωμένο κι από άλλους, με την επιλογή "προβολής έκδοσης ιστού" (που είχα τόσον καιρό) το φιρικάκι δεν εμφανίζεται, η σελίδα κολλάει, βγαίνει μισή και δε μπορείς να διαχειριστείς τίποτα! Αν έχει την καλοσύνη κανείς γνώστης να με διαφωτίσει...]
Επειδή, όμως, με όλα τούτα που αραδιάζω, ξέφυγα από το πνεύμα των Χριστουγέννων, όσο μαζεύω κουράγια για να βγω στην παγωνιά να καλύψω μ'αυτοσχέδιες κατασκευές τις λεμονοπορτοκαλιές μου και τα λοιπά ευαίσθητα, καθώς μας έρχεται, κατά πως λένε, χιονιάς, σας παραθέτω εδώ την πιο όμορφη διήγηση για την νύχτα των Χριστουγέννων, καταγεγραμμένη από τον Νίκο Ψιλάκη ("Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη", εκδόσεις Καρμάνωρ), κι ας την έχω ξαναδημοσιεύσει παλαιότερα:
"Έκανε πολύ κρύο τη βραδιά που γεννήθηκε ο Χριστός. Ο σπήλιος ήτανε παγωμένος και τα ζωντανά βαραναπνέανε για να ζεστάνουν με την αναπνιά τους το μωρό. Η Παναγία δεν εκάτεχε είντα να κάμει. Ήτανε κουκουλωμένη δίπλα στη ματζαδούρα και σκεφτόταν πώς θα καταφέρει να ξημερωθεί και να μην ξεπαγιάσει το μωρό. Απάνω στην ώρα ο Ιωσήφ σκέφτηκε ν'ανάψει φωτιά και να σπάσει λίγο την παγωνιά. Μα πού ξύλα;
Βγαίνει όξω από το σπήλιο, κάνει μια βόλτα, τίποτα. Ούτ' ένα ψιχάλι ξύλο δεν ηυρηκε. Μπαίνει πάλι μέσα μα την ώρα που δεν εκάτεχε ίντα να κάμει, θωρεί ένα σωρό άχερα, μεγάλους κοντύλους και άλλα που ήτανε πολυκαιρισμένα μέσα στη ματζαδούρα. Τσι κοντύλους δεν τσι τρώνε τα οζά κι είχανε παραπομείνει στη φάτνη. Μοναχά τους είχανε πάει τα άχερα ίσαμ' εκειά για να τους βάλουνε φωτιά και να ζεστάνουν το Χριστό. Ως τά'δε η Παναγία εδάκρυσε. Κι είπε:
- Νά'χουνε την ευκή μου κι ας είναι πάντα χρυσά, γιατί χρυσή 'ναι κι η ψυχή ντως.
Από τότε τα άχερα έχουνε χρυσό χρώμα. Κι είναι χρυσή η ψυχή ντως γιατί αυτά πομένουνε όντα λιχνίσομε το στάρι.
Μα τ'άχερα ανάψανε, εβγάλανε μια φλόγα κι εσβήσανε. Παγωνιά και πάλι στο σπήλιο. Ξαναβγαίνει όξω ο Ιωσήφ και τα πόδια του μπερδεύουν σ'ένα κλαδί. Δεντρολίβανο, αρισμαρί ήταν. Και με την ίδια τη φωνή του (εκειονά το βράδυ είχανε όλα, ζώα και δεντρά, φωνή) παρακάλεσε τον Ιωσήφ να το κόψει από τον πάτο και να το βάλει να καεί για να ζεσταθεί ο Χριστός. Έτσι κι έγινε. Ξαναδάκρυσε η Παναγιά και είπε:
- Νά'χει την ευκή μου και να μοσκομυρίζει, να το βάνουν στις εικόνες του γιου μου και να στολίζει τις εικόνες των αγίων.
Μα κι αυτό ήτανε λίγο, άναψε κι ώστε ν'ανάψει έσβησε κιόλας. Κι ο σπήλιος άρχισε και πάλι να παγώνει. Όσο περνούσε η ώρα αγρίευε ο καιρός. Περασμένα μεσάνυχτα ακούστηκε ένα τσαχάλισμα μέσα από το βουργιάλι του Ιωσήφ. Ήτανε μια χούφτα ελιές, που τις είχε φυλάξει μ'ένα ντάκο ψωμί για ώρα ανάγκης. "Πήγαινε Ιωσήφ στην πεζούλα πάνω από το σπήλιο. Εκειά 'ναι μια ελιά, η μάνα μας, γιατί δα ξεραθεί από το κακό της άμα μάθει πως εκινδύνεψε ο Χριστός και δεν της τό'παμε..."
Μια και δυο, πάει ο Ιωσήφ. Κι η γέρικη ελιά εχαμήλωσε τα κλωνάρια της, έσπασε τα ξερά κουτσούρια από τον κορμό της και τα τίναξε για να φτάξουν στη μπούκα του σπήλιου. Άναψαν φωτιά, έκαιγε όλη τη νύχτα, έσπασε η παγωνιά και εζεστάθηκε ο Χριστός. Κι όσο περνούσε η ώρα, τόσο κι έφταναν κι άλλα ξύλα στο σπήλιο. Μονάχα ντως! Το πρωί το δεντρό είχε 'πομείνει μόνο ένα κομμάτι κουτσούρι ρίζα, ελιά δεν υπήρχε.
Δάκρυσε η Παναγιά όταν την είδε. Έσκυψε, χάιδεψε το κουτσούρι, ούτ' ένα φύλλο δεν είχε 'πομείνει.
-Την ευκή μου νά'χεις, είπε. Και να μην ξεραίνεσαι ποτέ. Να βγάνεις βλαστούς από τη ρίζα, και να μη γερνάς ποτέ σου. Κι ο καρπός σου ευλογημένος νά'ναι, να τρέφει τους ανθρώπους, να τονε δίνεις να βγαίνει το λάδι, να φέγγουν τη νύχτα οι ανθρώποι και να ανάβει και το καντήλι του Χριστού.
Ειντά 'τονε να το πει. Ένας δροσερός βλαστός εβγήκε από την κουτσούρα τση ρίζας, από κειά απού'χε ακουμπισμένη τη χέρα τση η Παναγία, κι έφταξε ίσαμε ένα μπόι στο ύψος. Ίσαμε το βράδυ η ελιά ήτανε πάλι μεγάλη, όπως ήτανε πριν γεννηθεί ο Χριστός. Και δεν είχε ξεράδια. Είχε ξαναγενεί νέα γιατί είχε την ευκή τση Παναγίας.
Από τότε η ελιά δε γερνά. Ξεραίνεται, μα από την ξέρα τση ρίζας ξαναβγάνει βλαστούς και ξανανιώνει."




