Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γαμπρός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γαμπρός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 23 Μαρτίου 2024

Άγια και πεθαμένα (τα κόλλυβα του Αγίου Θεοδώρου)

Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη, 

Ἅγια καὶ πεθαμένα  (1896)

"Ὡς ἀνασηκωμένη ποδιὰ ὡραίας χωριατοπούλας, ὁποὺ πλύνει τὰ ρουχάκια της, τὰ πουκαμισάκια της, σιμὰ εἰς τὸ πηγάδι, ἀνέρχεται καὶ ἀναρριχᾶται καὶ βαίνει πρὸς τὰ ἄνω ἡ λευκὴ ἐσχατιὰ τῆς πολίχνης, εἰς τὸν βράχον τὸν ἀνατολικόν, τὰ Κοτρώνια, τὸν πετρώδη τριπλοῦν λόφον μὲ τὰς τρεῖς κορυφάς, ὅπου τὸ βράδυ, ἐνῷ ἡ δύσις χρυσᾶ καὶ πορφυρᾶ βάφει τὰ σύννεφα ἀντικρύ, ἀναβαίνει παμμιγὴς ὁ βόμβος, καὶ ὁ ψίθυρος καὶ τὸ μινύρισμα μυρίων φωνῶν, φωνῶν γυναικείων, φωνῶν παιδικῶν, μὲ ἦχον μελῳδικόν, ρεμβώδη, μυστηριώδη. Καὶ αἱ γυναῖκες φορτωμέναι τὴν στάμναν των, ἀνὰ δύο ἢ τρεῖς, ἐπιστρέφουν φλυαροῦσαι ἀπὸ τὴν βρύσιν, καὶ τὰ παιδιὰ μὲ τὰ τόπια των κυνηγοῦνται γύρω εἰς τὰ Λιβάδια, ἢ τρέχουν καὶ παίζουν τὸ σκλαβάκι εἰς τὰ Ἁλώνια.

Σιμὰ εἰς τὴν τρίτην, τὴν χαμηλοτέραν κορυφήν, τὴν παραθαλάσσιον, ἀναρριχῶνται εἰς τὸν βραχώδη λόφον αἱ λευκαὶ οἰκίαι. Καὶ ἡ οἰκία τοῦ μακαρίτου τοῦ Μπονᾶ, ὁποὺ τὴν εἶχεν ἀγοράσει πρὸ χρόνων ὁ καπετὰν Γιωργὴς ὁ Παμφώτης, καὶ τὴν εἶχεν ἐπισκευάσει καὶ καλλωπίσει, ἦτο κτισμένη ἐπάνω εἰς πέτραν ριζιμιάν, σύρριζα εἰς τὸν βράχον, καὶ πρὸς τὰ κάτω ἐξετείνετο αὐλὴ μὲ σαράντα σκαλοπάτια, τὸ κάθε σκαλοπάτι πλατὺ ὅσον διὰ νὰ πατήσῃ τις δύο βήματα, καὶ ὑψηλὸν ὅσον διὰ νὰ χρειασθῇ τις ἅλμα νὰ τὸ ἀναβῇ. Δύο χαμηλὰ ἰσόγεια σπιτάκια, κάτω, δεξιόθεν καὶ ἀριστερόθεν τῆς αὐλείου θύρας. Τὸ ἓν ἦτο πατητήριον ἐλαιῶν, τὸ ἄλλο πλυσταρεῖον. Μία ἁπλωταριὰ καὶ ἡλιακωτὸν ἀπὸ τὸ ἓν μέρος τῆς ἀνωφεροῦς αὐλῆς, παμμεγέθης ἀμυγδαλιὰ ἀνθοῦσα ἤδη ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, στέρνα καὶ πηγάδιον καὶ κηπάριον μὲ γάστρας ἀνθέων καὶ ροιὰς καὶ λεμονέας, μὲ κάγκελα φραγμένον. Καὶ ἄνω ὁ πάλλευκος ἄσπιλος οἰκίσκος, ἀρχαϊκὸν κτίριον, ἐμπνέον σέβας, ἐπέστεφε τὴν ἀνωφερῆ μαρμαίρουσαν αὐλήν.

Τὸ ἔβλεπες μακρὰν καὶ τὸ ἐχαίρεσο, κ᾽ ἐζήλευες, κ᾽ ἔπιπτες εἰς ρέμβην, κ᾽ ἔλεγες: Ἂς ἐκατοικοῦσα ἐκεῖ!

* * *

Χειμερινὸς θάλαμος μὲ τὴν ἑστίαν του, τὰ μεντέρια* του καὶ τὰ ράφια του, ἀρματωμένος μὲ παλαιὰ ὡραῖα πιᾶτα, δύο μικροὶ θαλαμίσκοι, ὅλοι γεμᾶτοι ὀθόνας καὶ ἔπιπλα, τὸ μαγειρεῖον, ὁ διάδρομος, ὅλα ἀστράπτοντα καὶ πλουσίως εὐτρεπισμένα. Ἡ «καλὴ κάμαρη» πρὸς τὸ μεσημβρινὸν μέρος μὲ ὡραῖα στιλβωμένα ἔπιπλα, μὲ ὀθόνια λειομέταξα καὶ τάπητας πολυχρόους. Βλέπουσα εἰς τὸν λιμένα, θεωροῦσα ὅλην τὴν λευκὴν πολίχνην κάτω καὶ ἀντικρύ, ἀγναντεύουσα τὴν θάλασσαν, μετροῦσα τὰ κατάρτια τῶν καραβιῶν, καὶ ἀριθμοῦσα τὰς λέμβους τῶν ἁλιέων, ἐκάθητο ἡ κόρη τοῦ σπιτιοῦ, ἡ Σειραϊνώ, λευκὴ καὶ ἀσθενὴς ὡς τὸ κρίνον, λεπτοφυής, πραεῖα καὶ ἄχολος ὡς ἡ περιστερά. Εἶχε τὸ κέντημά της ἐπὶ τῶν γονάτων. Εἰργάζετο ἀνενδότως, νυχθημερόν· ἐκέντα τὰ προικιά της.

Ἐταξίδευεν ὁ πατήρ της μὲ τὸ καράβι, ἔπλεεν εἰς μακρινά, βαθιά, μαῦρα πέλαγα. Πρώιμα ἀπέπλευσεν ἐφέτος, μόλις εἶχαν φωτισθῆ τὰ νερά. Ἅμα θὰ ἐπέστρεφε μὲ τὸ καλὸν «νὰ δέσῃ» (δηλαδὴ νὰ δέσῃ τὸ καράβι δι᾽ ὅλον τὸν χειμῶνα), θ᾽ ἀπεφάσιζε τέλος ν᾽ ἀρραβωνίσῃ τὴν κόρην του. Τοιαύτην ὑπόσχεσιν ἔδωκεν «ἐξωδίκως», καθὼς λέγουν οἱ δικολάβοι, πρὶν ἀναχωρήσῃ.

Γαμβροὶ ὑποψήφιοι ὑπῆρχον ὄχι δύο ἢ τρεῖς, ἀλλὰ δωδεκὰς ὁλόκληρος. Ἡ κόρη εἶχε καλὸν ὄνομα, ἦτον μεγαλοπροικοῦσα, ἦτον λευκὴ καὶ ἄχολος ὡς περιστερά, ἦτον προκομμένη καὶ «ὀμορφοδούλα»*. Ἐκέντα τὰ προικιά της μόνη της, χωρὶς καμμίαν ἀνάγκην, μόνον διὰ ν᾽ ἀκολουθήσῃ τὸ ἔθιμον τοῦ χωρίου. Ποῖον ἀπὸ τοὺς τόσους γαμβροὺς νὰ ἐκλέξῃ ὁ πατήρ της; Ἐν τῇ ἀμηχανίᾳ του ἀνέβαλλε. Τέλος ὑπεσχέθη ὅτι θ᾽ ἀπεφάσιζε νὰ ἐκλέξῃ ἕνα, ἅμα θὰ ἐγύριζε, σὺν Θεῷ, ἀπὸ τὸ ταξίδι. Δὲν ἦσαν πλέον οἱ μυθολογικοὶ χρόνοι. Ἀγῶνα καὶ ἆθλον δὲν ἠδύνατο νὰ προβάλῃ εἰς τοὺς μνήστορας, καὶ νὰ δώσῃ τὴν κόρην γέρας εἰς τὸν νικητήν. Ἀλλ᾽ ὑπῆρχον ἀγῶνες καὶ ἆθλοι βιοτικοί, καὶ ὁ πλέον προκομμένος, ὅστις θὰ ἐνίκα τοὺς ἄλλους εἰς τὸ στάδιον τοῦ βίου, ἐκεῖνος θὰ ἦτο ὁ ἐκλεκτὸς γαμβρός.

* * *

Ἐκάθητο ἡ κόρη καὶ ηὔχετο νὰ γυρίσῃ γρήγορα ὁ πατήρ της, καὶ εἶχε πίστιν καὶ ἐλπίδα εἰς τὴν καρδίαν της, καὶ ἐκοπίαζε καὶ ἐκέντα τὰ προικιά της. Ἀντικρύ, εἰς μίαν οἰκίαν, μακράν, εἰς ἀπόστασιν μιλίου ἴσως, ἦτον ἕνα μπαλκόνι. Ὑπῆρχον πολλὰ μπαλκόνια ἐδῶ κ᾽ ἐκεῖ, τριγύρω καὶ παντοῦ, ἀλλὰ τὸ μπαλκονάκι ἐκεῖνο ἐφείλκυε τῆς Σειραϊνῶς τὰ βλέμματα.

Προσήλου ἡ κόρη τὸ ὄμμα ἐκεῖ, ἐπιμόνως καὶ ἀποκλειστικῶς. Ἦτο περὶ τὰ τέλη Φεβρουαρίου, Παρασκευὴ ἡμέρα, τῆς Καθαρᾶς Ἑβδομάδος, παραμονὴ τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου. Ἀρχαὶ τῆς ἀνοίξεως, ἥλιος, Θεοῦ χαρά. Ἔξω εἰς τὸ μπαλκονάκι ἐκεῖνο ἐκάθητο ἓν πρόσωπον, καὶ ἔκυπτεν ἐπὶ τῶν γονάτων του, καθὼς ἔκυπτεν ἡ Σειραϊνώ, καὶ κάτι εἶχεν ἐπὶ τῆς ποδιᾶς του, καθὼς αὐτὴ εἶχε τὸ κέντημά της.

Δὲν ἠδύνατο νὰ διακρίνῃ τίποτε. Ἦτο τόσον μακράν! Ἀλλ᾽ ἐφαίνετο νὰ ἔχῃ πολὺ ἐνδιαφέρον, μεγάλην ἐπιθυμίαν. Ἂς εἶχεν ὄμματα ἀετίνας, ἂς ἠμποροῦσε νὰ ἰδῇ καθαρὰ εἰς τόσην ἀπόστασιν!

Πλὴν δὲν ἦτο ἀετίνα. Ἦτο λευκὴ περιστερά, ἄχολος… καὶ ὅμως εἶχε καὶ αὐτὴ τοὺς πόθους, τὰς ἀδυναμίας καὶ τὴν περιέργειαν τῆς Εὔας.

Ἔβλεπεν, ἔβλεπεν. Ἀλλὰ δὲν διέκρινε τίποτε. Ἔτεινε τὰς κόρας τῶν ὀφθαλμῶν. Εἰς μάτην, δὲν ἠμποροῦσε νὰ ἴδῃ.

Μία, ὄχι πικρία ἀλλ᾽ ὀξινίλα, ἐφάνη εἰς τὰ χείλη της. Πῶς νὰ κάμῃ διὰ νὰ μπορέσῃ νὰ ἰδῇ!

Αἴφνης ἐσηκώθη, ἄφησε τὸ κέντημά της ἐπὶ τοῦ καναπέ. Ἔτρεξεν εἰς ἓν ἔπιπλον, τὸ ἤνοιξεν, ἔψαξεν εἰς τὸ βάθος, καὶ ἐξήγαγε πρᾶγμά τι μακρόν, κυλινδροειδές, ὀγκῶδες, τὸ ὁποῖον ἐφαίνετο ἐκ μαύρου χαρτονίου. Ἀφῄρεσε τὸ κάλυμμα, καὶ ἀνέσυρεν ἀπὸ μέσα δεύτερον κύλινδρον, μετάλλινον τοῦτον. Τὸν ἔλαβε, διευθέτησεν ὅλον τὸν σκελετόν, τὸν ἐξέσυρε καὶ ἐπλησίασε τὸ ἄκρον εἰς τὸ ὄμμα της, καὶ ἐγύρισε τὸ στόμιον, τὸ ἄλλο ἄκρον, κατὰ τὸ μπαλκονάκι, τὸ ἀντικρινὸν ἐκεῖνο.

Ἦτο τὸ παλαιὸν ὀκιάλι, τὸ ναυτικὸν τηλεσκόπιον τοῦ πατρός της. Τὸ εἶχεν ἀντικαταστήσει, φαίνεται, διὰ νεωτέρου ὁ καπετὰν Γιωργὴς καὶ διὰ τοῦτο τὸ παλαιὸν τὸ εἶχεν ἀφήσει εἰς τὸ σπίτι.

Ἡ νεᾶνις τὸ ἐκράτησε σιμὰ εἰς τὸ ὄμμα της ἐπὶ μακρὸν καὶ ἔβλεπεν, ἔβλεπεν ἀχόρταγα.

* * *

Δὲν ἦτο ἀνήρ, ὄχι, τὸ ὑποκείμενον τῆς τόσης μερίμνης της. Ἦτο γυνή, ἢ μᾶλλον κόρη, ὡς αὐτή. Ἦτο τὸ Μαλαμὼ τοῦ παπα-Γιαννάκη. Ἡ ἀντίζηλός της εἰς τὸ χωρίον.

Ἀντίζηλός της εἰς τὰ κεντήματα, εἰς τὰ προικιά, εἰς τὴν ἀρχοντιάν. Ἐφημίζετο ὡς πολὺ εὐφυὴς καὶ ἐφευρετικὴ εἰς τὰ κεντήματα. Ἐν ὥρᾳ γάμου κ᾽ ἐκείνη, καθὼς αὐτή, δὲν ἔπαυε καθημερινῶς νὰ ἑτοιμάζῃ τὰ προικιά της.

Ἕως τώρα, παραδεδεγμένα κεντήματα διὰ τὰς κόρας ὅλου τοῦ χωρίου ἦσαν οἱ κλάρες, τὰ λουλούδια, τὰ πουλάκια, τὰ ρόιδα, τ᾽ ἀστεράκια, τὸ φεγγάρι καὶ ὁ ἥλιος.

Ἀλλὰ πῶς νὰ φθάσῃ τις ν᾽ ἀνέλθῃ εἰς τὸ ἰδεῶδες τῶν παραμυθιῶν; Πῶς νὰ ζωγραφήσῃ κεντητὰ «τὸν οὐρανὸ μὲ τ᾽ ἄστρα, τὴ γῆς μὲ τὰ λούλουδα, τὴ θάλασσα μὲ τὰ καράβια»;

Ἐσχάτως εἶχε διαδοθῆ ὅτι τὸ Μαλαμὼ τοῦ παπα-Γιαννάκη ἔβαινε πρὸς τὸ ἰδεῶδες τοῦτο, καὶ ἂν δὲν ἠμποροῦσε νὰ κεντᾷ ὅλον τὸν οὐρανόν, τὴν γῆν καὶ τὴν θάλασσαν, μὲ ὅλα τὰ ἄστρα, τὰ λούλουδα καὶ τὰ καράβια, κατώρθωσε τοὐλάχιστον νὰ κεντήσῃ γωνίαν οὐρανοῦ μὲ ἄστρα, γωνίαν γῆς μὲ λούλουδα, καὶ γωνίαν θαλάσσης μὲ ὀλίγα καράβια.

Ἂς ἦτο καὶ τόση μόνον γωνία οὐρανοῦ, ὅσην ἀνατείνουσα αὐτὴ τὸ ὄμμα ἐθεώρει ἀπὸ τὸ μπαλκονάκι της, τόση γωνία γῆς, ὅση κατήρχετο εἰς τὸν κρημνὸν κάτω ἀπὸ τὸ σπιτάκι της, καὶ τόση γωνία θαλάσσης, ὅσην περιέκλειε τὸ μικρὸν λιμανάκι, μὲ τὰ δύο ἢ τρία καραβάκια του, μὲ τὰς τέσσαρας βρατσέρας, τὰ τρία κότερα καὶ τὴν εἰκοσάδα τῶν λέμβων τῶν ἁλιευτικῶν.

Τὸ κατόρθωμα ἦτο μέγα. Καὶ τὸ Σειραϊνώ, ἡ λευκὴ ἄσπιλος περιστερά, ἔτεινε τὸ ὄμμα, ἔτεινε τὸ ὀπτικὸν ὄργανον τοῦ θαλασσινοῦ πατρός της διὰ νὰ ἰδῇ, ὅπως ἐφαντάζετο, τί ἐκέντα ἡ Μαλαμώ, καὶ δὲν ἡσύχαζεν ἐὰν δὲν εὕρισκε τρόπον ν᾽ ἀντιγράψῃ ἢ νὰ κλέψῃ τὸ κέντημα τῆς ἀντιζήλου της.

* * *

Αἴφνης ἀφῆκε βραχεῖαν κραυγὴν χαρᾶς. Ἦτο καὶ αὐτὴ Εὔα.

Δὲν ἠμποροῦσε νὰ διακρίνῃ, μὲ ὅλον τὸ παλαιὸν ὀκιάλι τοῦ πατρός της, τίποτε εὐκρινὲς ἀπὸ τὸ κέντημα τὸ ὁποῖον ὑπέθετεν, ἢ μᾶλλον ἦτο βεβαία, ὅτι εἶχε τὸ Μαλαμὼ εἰς τὴν ποδιάν της, ἀλλ᾽ ἠμπόρεσε νὰ διακρίνῃ, καίτοι ἀμυδρῶς καὶ συγκεχυμένως, τὸ πρόσωπον καὶ τοὺς χαρακτῆρας τῆς Μαλαμῶς.

Δὲν τὴν εἶχεν ἰδεῖ ἀπὸ ὀκταετίας, ὅταν ἦσαν ἀκόμη μαθήτριαι, καὶ ἀντεφέροντο εἰς τὸ σχολεῖον. Κ᾽ ἐμάλωναν καθημερινῶς, ὡς ἦτο ἑπόμενον. Ἀντίζηλοι ἐξ ἀντιζήλων, ὄχι μόνον κατὰ τὰς ἀξιώσεις τῆς εὐγενείας καὶ ἀρχοντιᾶς, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ συνοικίας καὶ ἐνορίας ἀντιζήλους.

Ἦσαν τότε καὶ αἱ δύο ἀσχημοκόριτσα ἰσχνὰ καὶ ἀναιμικά, καὶ δὲν ἠδύνατο κοινὸν βλέμμα νὰ διακρίνῃ κατὰ πόσον ἔμελλε νὰ ξετρίψῃ ὕστερον τὸ Μαλαμώ, καὶ κατὰ πόσον ἔμελλε νὰ ξασπρίσῃ τὸ Σειραϊνώ.

Ἔκτοτε ἐμεγάλωσαν. Ἐκλείσθησαν. Ἐμανδαλώθησαν, κατὰ τὰ ἔθιμα τοῦ τόπου. Δὲν ἔβγαιναν πλέον ἀπὸ τὸ σπίτι, εἰμὴ πέντε φορὰς τὸν χρόνον: Τὴν Μεγάλην Παρασκευήν, ἅμα ἐνύχτωνε, διὰ νὰ ἀσπασθῶσι τὸν Ἐπιτάφιον κρυφὰ εἰς τὴν μοναξίαν τοῦ ναοῦ, καὶ εἰς τὸ λυκόφως τῶν κανδηλῶν καὶ κηρίων, ἓν Σάββατον τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς καὶ τρεῖς καθημερινὰς ἑκάστης τῶν ἄλλων Σαρακοστῶν, διὰ νὰ πάγουν νὰ μεταλάβουν κρυφὰ εἰς ἐξωκκλήσιον.

Καὶ τώρα, διὰ πρώτην φοράν, μετὰ ὀκτὼ χρόνους, τὴν ἔβλεπεν ἀμυδρῶς μὲ τὸ ὀκιάλι τοῦ πατρός της. Καὶ εἶδεν ὅτι δὲν ἦτο ὡραία. Καὶ ᾐσθάνθη ἀκουσίως χαράν.

Εἶτα εὐθύς, τὴν ἔτυψεν ἡ συνείδησις διατί νὰ χαίρῃ, καὶ μέσα της βαθιὰ ἐλυπήθη διὰ τὴν χαρὰν ὁποὺ ᾐσθάνθη. Καὶ πάλιν εὐθύς, μέσα, βαθύτερα εἰς τὴν συνείδησίν της, ἐχάρη διὰ τὴν λύπην ὁποὺ ᾐσθάνετο.

«Καὶ ἐκάλεσεν Ἀδὰμ τὸ ὄνομα τῆς γυναικὸς αὐτοῦ Ζωή, ὅτι αὐτὴ μήτηρ πάντων τῶν ζώντων». Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθὴς ζωή.

* * *

Ἐκράτει ἀκόμη τὸ ὀκιάλι εἰς τὴν χεῖρα τὸ Σειραϊνώ, ὅταν αἴφνης, σιγὰ-σιγὰ πατοῦσα ξυπόλυτη, ἀφήσασα τὰς ἐμβάδας της εἰς τὸ ἔμβα τῆς οἰκίας, εἰσῆλθεν εἰς τὴν κάμαρα τὴν καλὴ ἡ θεια-Ζήσαινα.

― Πῆγα πλιό, παιδάκι μ᾽… τί κόσμους, τί κουσμάκης, μαθές… Πῆρα δυὸ κόλλυβα… παπα-Νικόλας μ᾽ τά ᾽δωσε πλιό… Κείνους Δημητρός!… Τί καυγάς, τί πόλεμους, παιδάκι μ᾽! Δὲν ἀφήν᾽νε τοὺν κουσμάκη νὰ πάρ᾽ δυὸ κόλλυβα, παιδάκι μ᾽, πλιό. Τά, τί λογᾶτε*; Νά κὶ τοὐλόου σ᾽ δυό, Σειραϊνάκι μ᾽, πλιό. Τὰ πῆρα γιὰ τ᾽ Γιαννούλα μ᾽, γιὰ νὰ διῇ, πλιό, τοὺ σαστικό* τς στοὺν ὕπνου τς, πότε θὰ ᾽ρθῇ… Παπανικόλας μ᾽ τά ᾽δωσε. Τούνε βλέπ᾽νε στοὺν ὕπνου τς, ἀκοῦς, κὶ τοὺ Γηρακὼ τοὺ Μπαλάκι, κὶ τοὺ Μιλαχρὼ τοὺ Σακαράκι, τοὺν εἶδιαν, ἀκοῦς… οὑλουφάνερα, τ᾽ ἀκοῦς. Ἅις-Θόδωρας κάνει τοὺ θᾶμα… «Ἅι μ᾽ Θόδωρε καλέ, κὶ καλὲ κὶ ταπεινέ…»

Θὰ ἠμποροῦσε νὰ ἐξακολουθήσῃ οὕτω ἐπ᾽ ἄπειρον ἡ θεια-Ζήσαινα, χωρὶς νὰ ἠμπορῇ κάθε ἄλλος νὰ τὴν ἐννοήσῃ. Εὐτυχῶς ἡ Σειραϊνὼ ἐγνώριζε πολὺ καλὰ τὴν γλῶσσάν της καὶ ἐμάντευσεν ἀμέσως περὶ τίνος ἐπρόκειτο.


Ἦτο Παρασκευὴ τῆς Α´ ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν, ἡ προτεραία τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου. Τὴν πρωίαν ἐκείνην, εἰς τὴν λειτουργίαν τῶν Προηγιασμένων, προσεφέρετο ἀφθονία κολλύβων εἰς τοὺς ναούς.

Τὰ προσφερόμενα κόλλυβα ἦσαν ὄχι μόνον «πεθαμένα κόλλυβα», εἰς μνήμην τῶν νεκρῶν, ἀλλὰ καὶ ἑορτάσιμα κόλλυβα, πρὸς τιμὴν τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου. Ψυχοσάββατον δὲν εἶναι ἡ ἡμέρα, ἀλλὰ μόνον Σάββατον σαρακοστιανόν, καθ᾽ ὅλα δὲ τὰ Σάββατα ἐν γένει γίνονται μνεῖαι τῶν νεκρῶν μετὰ κολλύβων. Προσέτι, δὲν εἶναι μνήμη «τῶν Ἁγίων Θεοδώρων», ἀλλὰ μόνον τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Τήρωνος, καὶ ὄχι πάλιν ἡ μνήμη αὐτοῦ, ἥτις τελεῖται κατὰ τὴν 17 Φεβρουαρίου, ὅπως ἡ τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στρατηλάτου τῇ 8 τοῦ αὐτοῦ, ἀλλὰ μόνον «Ἀνάμνησις τοῦ διὰ κολλύβων γενομένου θαύματος παρὰ τοῦ Ἁγίου μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου τοῦ Τήρωνος», ὅτε ὁ ἀσεβὴς τύραννος Ἰουλιανὸς ὁ Παραβάτης ἠθέλησε νὰ μολύνῃ τοὺς χριστιανούς, κατὰ τὴν πρώτην ἑβδομάδα τῶν Νηστειῶν, διὰ τῶν εἰδωλοθύτων, ἐμφανισθεὶς δὲ ὁ Ἅγιος εἰς τὸν ἐπίσκοπον παρήγγειλε νὰ δώσῃ κόλλυβα εἰς τοὺς πιστοὺς νὰ φάγουν, ἐξηγήσας ἅμα τί εἶναι τὰ κόλλυβα.

Εἰς τὰς μνήμας ὅλων τῶν Ἁγίων προσφέρονται κόλλυβα τιμητικά, ἑορτάσιμα, ἐξαιρέτως δὲ κατὰ τὴν ἑορτὴν ταύτην τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου, εἰς ἀνάμνησιν τοῦ θαύματος. Τὰ κόλλυβα δὲ ταῦτα τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου εἶχον καὶ θαυματουργὸν ἰδιότητα διὰ τὰς κόρας τοῦ λαοῦ.

Ἐὰν εἶχε πίστιν εἰς τὸν Θεόν, καὶ εὐλάβειαν εἰς τὸν Ἅγιον, ἤρκει πᾶσα κόρη νὰ λάβῃ μίαν δράκα ἐξ αὐτῶν τῶν ἁγίων κολλύβων, καὶ τὴν νύκτα τῆς Παρασκευῆς πρὸς τὸ Σάββατον, νὰ τὰ βάλῃ ὑποκάτω εἰς τὸ προσκέφαλόν της, διὰ νὰ ἴδῃ καθ᾽ ὕπνον ὁλοφάνερα τὸν μέλλοντα εὐτυχῆ σύζυγόν της.

Ἐβασίζετο ἡ δοξασία ἐπὶ τῆς παραδόσεως… Ὁ ἅγιος Μάρτυς Θεόδωρος ἐθεωρεῖτο ἀνέκαθεν ὡς ὁ εὑρετὴς τῶν ἀπολωλότων καὶ ὁ ἀποκαλυπτὴς τῶν κρυφίων. Διηγοῦνται τὰ συναξάρια πῶς εἷς ἄρχων εἶχε χάσει τὸν δοῦλόν του, πῶς προσῆλθεν ἱκετεύων εἰς τὸν ναὸν τοῦ Μάρτυρος, ὁ δὲ Ἅγιος συνέβη νὰ λείπῃ τὴν νύκτα ἐκείνην, διότι εἶχεν ὑπάγει, μεθ᾽ ὅλων τῶν ταγμάτων τῶν Ἀθλοφόρων, εἰς προϋπάντησιν τῆς ψυχῆς τοῦ ὁσίου Ἰωσὴφ τοῦ ὑμνογράφου (οὗτος εἶναι ὁ ποιητὴς τοῦ κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας ἠχοῦντος ἐν τοῖς ναοῖς «Χριστοῦ βίβλον ἔμψυχον»), ἐξ εὐγνωμοσύνης, διότι εἶχε τιμήσει δι᾽ ὕμνων καὶ ἐγκωμίων ὅλους τοὺς Μάρτυρας· πῶς τὴν ἄλλην ἡμέραν ἐπέστρεψεν ὁ Ἅγιος Θεόδωρος, καὶ ἀφοῦ ἐξήγησε τὸν λόγον τῆς ἀπουσίας του καὶ τῆς βραδύτητος, ἀπεκάλυψεν εἰς τὸν αἰτοῦντα ποῦ εὑρίσκετο ὁ ἐξαφανισθεὶς δοῦλος.

* * *

Ἡ θεια-Ζήσαινα εἶχεν ὑπάγει τὸ πρωὶ ἐκεῖνο, σύνταχα, εἰς τὸν ναὸν τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν. Μετὰ τὸν Ὄρθρον καὶ τὰς Ὥρας, ἤρχισεν ἡ θεία λειτουργία τῶν Προηγιασμένων. Εἰς τὴν ἀπόλυσιν ἐψάλη τὸ τροπάριον καὶ τὸ κοντάκιον τοῦ ἁγίου Θεοδώρου, καὶ τὸ «Τῇ πρεσβείᾳ Κύριε», ὁ δὲ ἱερεὺς ἐλθὼν εἰς τὸ προσκυνητάριον μετὰ θυμιατοῦ ἤρχισε νὰ ἀπαγγέλλῃ τὴν ὡραίαν καὶ μεγαλοπρεπῆ εὐχὴν τῶν ἑορτασίμων κολλύβων·

«Ὁ πάντα τελεσφορήσας τῷ λόγῳ σου, Κύριε, καὶ κελεύσας τῇ γῇ παντοδαποὺς ἐκφύειν καρποὺς εἰς ἀπόλαυσιν καὶ τροφὴν ἡμετέραν, ὁ τοῖς σπέρμασι τοὺς Τρεῖς Παῖδας καὶ Δανιὴλ τῶν ἐν Βαβυλῶνι ἁβροδιαίτων λαμπροτέρους ἀναδείξας, αὐτός, πανάγαθε Βασιλεῦ, καὶ τὰ σπέρματα ταῦτα σὺν τοῖς διαφόροις καρποῖς εὐλόγησον, καὶ τοὺς ἐξ αὐτῶν μεταλαμβάνοντας πιστοὺς δούλους σου ἁγίασον· ὅτι εἰς δόξαν σήν, Κύριε, καὶ εἰς τιμὴν καὶ μνήμην τοῦ ἁγίου καὶ ἐνδόξου μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου τοῦ Τήρωνος, ταῦτα προετέθησαν παρὰ τῶν σῶν δούλων, καὶ εἰς μνημόσυνον τῶν ἐν εὐσεβείᾳ καὶ πίστει τελειωθέντων».

Ἀπήγγελλεν ἀκόμη ὁ παπα-Ζαχαρίας τὴν εὐχήν, καὶ δὲν εἶχεν ἀρχίσει ἀκόμη τὸ «Μετὰ πνευμάτων δικαίων», διὰ νὰ διαβασθοῦν καὶ τὰ ἄλλα κόλλυβα, τὰ νεκρώσιμα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκοντο ὁλόγυρα, ὑπὸ τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, δεξιά, ἐπὶ τῶν βαθμίδων τοῦ τέμπλου, καὶ τὰ ξυπόλυτα παιδιὰ τοῦ δρόμου, καὶ τὰ ἀχτένιστα καὶ ἄνιφτα φτωχοκόριτσα τῆς ἐνορίας εἶχον συσπειρωθῆ τριγύρω εἰς τὰς βαθμίδας, καὶ ἐθορύβουν, καὶ ᾐσθάνοντο ἀκάθεκτον ὁρμὴν ν᾽ ἁρπάσωσι κόλλυβα. Μίαν ζεμπίλαν ἀρκετὰ μεγάλην ἐκράτει εἰς τὴν χεῖρα ὁ κὺρ Προκόπης, ὁ ἐπίτροπος, καὶ ἄλλην τεραστίαν ζεμπίλαν ὁ μπαρμπα-Δημητρός, πρώην ἐπίτροπος, νῦν νεωκόρος, ὅστις ἐφώναζε κ᾽ ἐχειρονόμει, προσπαθῶν νὰ κατασιγάσῃ τὸ ἀπειθάρχητον καὶ ἀχαλίνωτον στῖφος τῶν παιδίων.

―Ἥσυχα, βρὲ παιδιά, ἐψιθύριζε μαλακὰ ὁ κὺρ Προκόπης. Ὅλοι θὰ πάρετε.

― Θὰ ἡσυχάσετε, βρὲ σεῖς, κλῆρες*; ἔκραζεν ὁ μπαρμπα-Δημητρός. Θὰ σπάσετε τὰ ξένα πιᾶτα, κακὸ χρονἄχετε! Μὴ χύνετε τὰ κόλλυβα κάτω, φωτιὰ νὰ σᾶς κάψῃ!… Ἥσυχα… σταθῆτε… δὲ θὰ πάρῃ κανένας ἐδῶ… Θὰ κάμετε τὶς πλάκες τῆς ἐκκλησιᾶς σὰν τὰ μοῦτρά σας… βρέ, πανοῦκλες! ὄξου! ὄξου!

―Ὄξου! ἔκραξε κι ὁ κὺρ Προκόπης ὁ ἐπίτροπος· ὄξου θὰ μοιρασθοῦν.

Ὁ μπαρμπα-Δημητρὸς ἔκυπτεν ἐν ἀγωνίᾳ, κ᾽ ἐπάσχιζε ν᾽ ἀδειάσῃ τὰ πιᾶτα δύο-δύο εἰς τὴν ζεμπίλαν, καὶ οἱ πανοῦκλες ἔπεφταν μὲ τὰ μοῦτρα κι ἅρπαζαν μὲ τὲς φοῦχτές των, κ᾽ ἐγέμιζαν τοὺς κόλπους τῶν ὑποκαμίσων των, προέχοντας ὡς πανιὰ τὰ ὁποῖα ὁ ἄνεμος φουσκώνει.

― Κακὸ μπουρίνι αὐτό, μπαρμπα-Δημητρό, εἶπεν ὁ Γιάννης ὁ Ντάτσος, κύψας καὶ αὐτὸς ν᾽ ἁρπάσῃ μίαν φούχταν κόλλυβα ἀπὸ τὴν μεγάλην ζεμπίλαν.

― Μπουρίνι, καλὰ λές, Γιάννη, εἶπεν ὁ γερο-Δημητρός, συλλαβὼν τὴν χεῖρα τοῦ Γιάννη, καὶ πιέζων αὐτὴν σφιχτὰ μέσα εἰς τὴν ζεμπίλαν, διὰ ν᾽ ἀφήσῃ τὰ κόλλυβα. Καλὰ τὸ παρωμοίασες. Σὰν τὴ βάρκα ποὺ θὰ πέσῃ μέσα ἀέρας δυνατός, καὶ σαστίζει κανείς, τὴ σκότα νὰ μαζέψῃ, τὸ τιμόνι νὰ μαντζαριστῇ* ἢ τὸ κουπὶ νὰ δουλέψῃ.

Κ᾽ ἐνῷ ἠγωνίζετο ν᾽ ἀποκρούσῃ τὴν ἔφοδον τοῦ Γιάννη, ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος τὰ παλιόπαιδα καὶ τὰ φτωχοκόριτσα ἅρπαζαν ὁλόκληρα πιᾶτα κ᾽ ἐγέμιζαν τοὺς κόλπους των ἢ τὰς ποδιάς των.

―Ὄξου! ὄξου! ἐφώναξε πάλιν ὁ κὺρ Προκόπης, συλλαβὼν δύο μάγκας ἀπὸ τὸ αὐτί.

Ὠφεληθεὶς ἀπὸ τὸν ἀντιπερισπασμόν, ὁ Ἀποστόλης ὁ Κακόμης, τοῦ ἥρπασεν ἀπὸ τὴν χεῖρα τὸ δεύτερον ζεμπίλι, τὸ μικρότερον, τάχα διὰ νὰ τὸν ξαλαφρώσῃ.

―Ἐγὼ τὰ μοιράζω, κὺρ Προκόπη, ἔκραξεν, ἐγώ· ἡσύχασε τουλόγου σου.

* * *

Τριγύρω εἰς τὸ προσκυνητάρι, ἀφοῦ ἐτελείωσεν ἡ εὐχὴ τῶν κολλύβων τῶν πρὸς τιμὴν τοῦ Ἁγίου, οἱ παπάδες ἔδωκαν ἀπὸ μίαν φούχταν κόλλυβα εἰς πολλὲς ἐνορίτισσες, ὁποὺ ἔκαμναν καρτέρι ἐκεῖ, θέλουσαι νὰ λάβωσι κόλλυβα κατ᾽ ἀπαίτησιν τῶν θυγατέρων των ἢ τῶν νεανίδων ἀδελφῶν των, ὅσαι ἐπεθύμουν νὰ ἴδωσι τὴν μοῖράν των διὰ τῆς θαυματουργοῦ δυνάμεως τῶν κολλύβων. Ἔτρεξαν ἐκεῖ καὶ μάγκες καὶ παλιοκόριτσα, ἀλλ᾽ ὁ παπα-Νικόλας, ἀφοῦ ἔδωκεν ἀνὰ ἓν ἁπλόχερον εἰς ὅσας ἐπρόφθασαν καὶ ἐκενώθη ἡ μία σουπιέρα, ἔλαβε τὴν ἄλλην σουπιέραν καὶ τὴν ἀπεκόμισεν εἰς τὸ ἱερὸν βῆμα, μὲ σκοπὸν νὰ στείλῃ κατ᾽ οἴκους καὶ εἰς ἄλλας ἐνορίτιδας.

Ἐν τῷ μεταξύ, ἡ τεραστία ζεμπίλα, διὰ χειρῶν τοῦ μπαρμπα-Δημητροῦ, μετὰ πολλοὺς ὠθισμοὺς καὶ ἑλκυσμούς, ἔφθασεν αἰσίως ἔξω εἰς τὴν ὑψηλὴν πεζούλαν τοῦ νάρθηκος, ὅπου ὁ ὁρμαθὸς τῶν παιδίων ἐκρεμάσθη τριγύρω εἰς τὴν βράκαν τοῦ μπαρμπα-Δημητροῦ, ἐνῷ ἡ ἄλλη, ἡ μικρὴ ζεμπίλα τοῦ Κακόμη, εἶχε ναυαγήσει εἰς τὸν μισὸν δρόμον καὶ διεσπάρησαν τὰ κόλλυβα ἐδῶ κ᾽ ἐκεῖ εἰς τὰ μάρμαρα καὶ εἰς τὸ ἔδαφος τῆς γῆς, κ᾽ ἔπεφταν μὲ τὰ μοῦτρα τὰ παιδιά, ἐν ἀλαλαγμῷ καὶ τὰ ἅρπαζαν. Μία πρώιμη κλῶσσα μὲ τὰ πουλάκια της καὶ ἄλλαι παχεῖαι ὄρνιθες, ἡμίσεια δωδεκάς (ὅλαι αἱ ὄρνιθες τῆς γειτονιᾶς ἦσαν παχεῖαι, χάρις εἰς τὰ κόλλυβα), ἔτρεξαν κ᾽ ἔπεσαν εἰς τὰ κόλλυβα, ἔψαχναν, ἔφευγαν, μὲ φόβον καὶ μὲ ἀποκοτιάν, κ᾽ ἐγύριζαν, κ᾽ ἔτρωγαν μὲ κλωγμοὺς καὶ κικκαβισμοὺς δυσπίστους.

Καὶ τὸ σμῆνος τῶν παιδίων γύρω εἰς τὴν βράκαν τοῦ Δημητροῦ ἐβόμβει κ᾽ ἔκαμνε φοβερὸν θόρυβον, καὶ δὲν ἔπαυε ν᾽ ἀκούεται ἡ κραυγή:

― Δῶ μ᾽ κ᾽ ἐμένα μπάρμπα!

― Κ᾽ ἐμένα μπάρμπα!

― Τώρα πῆρες ἐσύ!

―Ἐγὼ δὲν ἐπῆρα!

― Κ᾽ ἐγὼ δὲν ἐπῆρα!

Τὸ παιδίον ἐδείκνυεν ἀφελῶς τὰς χεῖράς του κενάς, πλὴν ὁ κόρφος ἐφούσκωνε· καὶ τὸ ἄλλο παιδίον, μὲ τὸ στόμα πλῆρες, ἔκαμνεν ὅρκον ὅτι δὲν ἐπῆρε.

Πολλοὶ ἄνδρες, ἐξελθόντες ἀπὸ τὰ μαγαζεῖα, πτωχαὶ γυναῖκες, βαστοῦσαι νήπια εἰς τὰς ὠλένας, ἦλθον, κ᾽ ἔτεινον τὰς χεῖρας διὰ τὰ κόλλυβα.

Κ᾽ ἔλεγον:

― Θεὸς σχωρέσ᾽! Θεὸς σχωρέσῃ!

― Δῶ μ᾽ κ᾽ ἐμένα, μπάρμπα.

―Ἐγὼ δὲν ἐπῆρα!

― Μά τὸ ναὶ καὶ μά τὸ ὄ;

― Μά τὸ ψέμα π᾽ σὲ γελῶ.

Τὸ νέφος τῶν παιδίων ἔβρεμεν ἀκόμη γύρω εἰς τὴν ζεμπίλαν τοῦ μπαρμπα-Δημητροῦ, ὅταν ἐξῆλθεν ἀπὸ τὸν ναὸν ἡ θεια-Ζήσαινα, διὰ νὰ ζητήσῃ καὶ αὐτὴ ὀλίγα κόλλυβα πεθαμένα, διὰ νὰ σχωρέσῃ. Ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα τῆς εἶχε δώσει, ἀπὸ τὰ κόλλυβα τὰ πανηγυρικά, ὁ παπα-Νικόλας, τὰ εἶχε δέσει καλὰ εἰς τὴν μίαν ἄκρην τῆς μεγάλης μανδήλας της. Εἶτα εἶχεν ὑπάγει πρὸς τὸ μέρος τοῦ τέμπλου, κ᾽ ἐκεῖ εὑρέθη μία φίλη της κρατοῦσα ἓν πιᾶτον μισογεμᾶτον κόλλυβα. Τῆς ἔδωκε κ᾽ ἐκείνη μίαν φούχταν.

Τὰ κόλλυβα ταῦτα ἡ θεια-Ζήσαινα τὰ ἐξέλαβεν ἐπίσης ὡς ἅγια, ὄχι ὡς νεκρώσιμα, καὶ ἠθέλησε νὰ τὰ δέσῃ εἰς τὴν ἰδίαν ἄκρην τῆς μανδήλας της, μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα. Τότε ἡ γυνὴ τῆς λέγει ὅτι ἦσαν πεθαμένα τὰ κόλλυβα αὐτὰ καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ βάλῃ μαζὶ ἅγια καὶ πεθαμένα, διότι τότε ἐκείνη ἡ κόρη, ὁποὺ θὰ τὰ ἔβαλλεν εἰς τὸ προσκέφαλόν της, διὰ νὰ ἰδῇ τὴν μοῖράν της, θὰ ἔβλεπεν εἰς τὸ ὄνειρόν της μόνον ἀποθαμένα πρόσωπα, ἀντὶ νὰ ἰδῇ τὸν πολυπόθητον μέλλοντα ἀρραβωνιαστικόν.

Ἡ θεια-Ζήσαινα τὰ εἶχεν ἐκλάβει ὡς ἅγια, διότι ἦσαν μὲ ἀρτυμὴν παρεσκευασμένα, δηλαδὴ μὲ μεῖγμα μέλιτος καὶ σεμιγδάλεως. Διότι μόνον τὰ ἑορτάσιμα κόλλυβα παρασκευάζονται κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον. Τὰ νεκρώσιμα εἶναι καθαρὸν βρασμένον σιτάρι, στολισμένα μόνον μὲ ὀλίγους σταυροὺς ἀπὸ σταφίδας, μὲ κοφέτα ἢ μὲ λοβιὰ ἀπὸ ρόδι, εἰς τὴν ἐπιφάνειαν. Κάποια ὅμως ξένη, λιμενάρχαινα ἴσως ἢ εἰρηνοδίκαινα, μὴ γνωρίζουσα τὸ γνήσιον ἔθιμον τοῦ τόπου, εἶχε κατασκευάσει μὲ τοιοῦτον ἄρτυμα τὰ νεκρώσιμα κόλλυβα, τὰ ὁποῖα εἶχε στείλει εἰς τὴν ἐκκλησίαν. Καὶ ἐκ τῶν κολλύβων ἐκείνων τῆς ἔδωκεν τῆς θεια-Ζήσαινας ἡ πτωχὴ γυνή, ἥτις εἶχεν ἐπιφορτισθῆ ἀπὸ τὴν ξένην ἀρχόντισσαν τὸ κουβάλημα τῆς προσφορᾶς καὶ τῶν κολλύβων, καὶ τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ πιάτου καὶ τοῦ προσοψίου εἰς τὴν οἰκίαν.

* * *

Λοιπὸν ἡ Ζήσαινα τὰ ἔδεσε χωριστά, τὰ κόλλυβα ταῦτα, εἰς ἄλλην ἄκρην τῆς μανδήλας της, λέγουσα ὅτι θὰ ἐφίλευε τὰ πτωχὰ ἐγγονάκια της, καὶ αὐτὴ ἐξῆλθεν εἰς τὸν πρόναον διὰ νὰ λάβῃ καὶ ὀλίγα ἄλλα ἁπλᾶ νεκρώσιμα κόλλυβα, διὰ νὰ φάγῃ καὶ νὰ εἴπῃ Θὲ-σχωρὲς καὶ αὐτή. Ὅταν ὅμως ἔφθασεν εἰς τὴν οἰκίαν της, καὶ ἠθέλησε νὰ δώσῃ τὰ ἅγια κόλλυβα εἰς τὴν ἀνύπανδρον κόρην της, διὰ νὰ ἰδῇ τὴν μοῖράν της αὕτη, εἶχε συγχύσει τοὺς δύο κόμβους, καὶ δὲν ἐγνώριζε πλέον ποῖον κομπόδεμα περιεῖχε τὰ ἅγια καὶ χαρμόσυνα κόλλυβα καὶ ποῖον τὰ πένθιμα καὶ πεθαμένα. Διότι καὶ τὰ δύο ἦσαν παρεσκευασμένα μὲ ἀρτυμήν.

Καὶ μισὴν ὥραν ὕστερον, ὅταν ἦλθε πρὸς τὴν Σειραϊνὼ (ἥτις ἦτο ὄχι ἁπλῶς γειτονοπούλα ἀλλ᾽ ἀρχοντοπούλα καὶ προστάτις δι᾽ αὐτήν), φέρουσα καὶ δι᾽ αὐτὴν ὀλίγους κόκκους, αὐθορμήτως, χωρὶς νὰ παρακληθῇ πρὸς τοῦτο, ἀλλ᾽ ἁπλῶς διὰ νὰ φανῇ ὑποχρεωτική, δὲν ἦτο πλέον βεβαία ἂν τὰ κόλλυβα τὰ ὁποῖα ἔδιδεν ἦσαν πράγματι ἅγια ἢ ἦσαν πεθαμένα.

Τὸ Σειραϊνὼ δὲν εἶχε φροντίσει διὰ κόλλυβα. Δὲν εἶχε τὴν τόλμην τῶν πολλῶν κορασίδων, διὰ νὰ περιεργάζεται καὶ νὰ πολυπραγμονῇ εἰς τὰ τοιαῦτα, πλήν, ἀφοῦ αὐθορμήτως τῆς ἔφεραν κόλλυβα, τὰ ἐδέχθη καὶ αὐτή.

Δὲν ἦτο ἱκανὴ νὰ κάμῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἤκουεν ὅτι ἔκαμναν ἄλλαι ὁμήλικές της, καὶ τὸ ὁποῖον πολὺ ὡμοίαζε μὲ μάγια, ἂς εἶχε καὶ εὐλαβείας ἐπίχρισμα. Νὰ ἐξέλθῃ διὰ νυκτὸς εἰς τὴν αὐλήν, κρατοῦσα μαυρομάνικον μαχαίριον, ν᾽ αὐλακώσῃ δι᾽ αὐτοῦ τὴν γῆν, νὰ σπείρῃ τὰ κόλλυβα, καὶ νὰ περιέλθῃ τρεῖς γύρες ψιθυρίζουσα:

Ἅι μ᾽ Θόδωρε καλέ,

κὶ καλὲ κὶ ταπεινέ,

ἀπ᾽ τὴν ἔρημο περνᾷς,

κὶ τὶς μοῖρες χαιρετᾷς.

Ἂν βρῇς κ᾽ ἐμὲ τὴ μοῖρά μου, νὰ μοῦ τὴν χαιρετίσῃς.

Ἀλλὰ θὰ ἐφήρμοζε τὴν ἁπλουστέραν μέθοδον. Θὰ ἔβαλλε τὰ κόλλυβα ὑποκάτω ἀπὸ τὸ προσκέφαλόν της, καὶ ἴσως ἔβλεπε κανὲν ὄνειρον.

Εἶδεν ὄνειρα.

* * *

Πρόσωπα, προσωπάκια πολλά, χλωμά, μικρούτσικα, μὲ σφαλιστὰ μάτια. Εἶδε κοράσια μικρά, ἀδελφάς της, ἐξαδέλφας της, θυγάτρια γειτονισσῶν, ὅλας ἀποθαμένας. Εἶδε στεφάνους ἀπὸ νεκρολούλουδα, στεφάνους παρθενικούς, μὲ θυμιάματα καὶ μὲ ἀκτῖνας. Καὶ ἕνα στεφάνι, τὸ στεφάνι τὸ ἰδικόν της, τῆς ἔφευγεν ἀπὸ τὴν κόμην τὴν καστανήν, καὶ ἀνέβαινε πρὸς τὸν οὐρανόν, ἐν μέσῳ αἴγλης καὶ μαρμαρυγῆς καὶ δόξης ἀφάτου.

Τὰ κόλλυβα, τὰ ὁποῖα τῆς εἶχε δώσει ἡ Ζήσαινα, μὴ ἦσαν πεθαμένα;

Τέλος, εἶδε καὶ ἓν πρόσωπον ζωντανόν· ἕνα νέον, περὶ τοῦ ὁποίου εἶχεν ἐκφρασθῆ ἄλλοτε ὅτι θὰ τὸν ἐπροτίμα ὡς γαμβρὸν ὁ πατήρ της.

Εἶδε τὸ πρόσωπον τοῦτο, ἀλλ᾽ ὡσὰν εἰς ταξίδι, καὶ ὡς νὰ ἦσαν ἕτοιμοι πρὸς χωρισμόν. Αὐτὴ τάχα ἦτον ἕτοιμη νὰ φύγῃ, κ᾽ ἐκεῖνος ἔμενεν· ἔλεγεν ὅτι ἤθελε μείνει δι᾽ ὀλίγον καιρόν. Καὶ τῆς ἔδιδε μαζί της ὡς ἐφόδιον ἓν μαραμμένον καὶ φυλλορροοῦν γαρόφαλον ἀπὸ τὴν ἰδίαν γάστραν της. Καὶ αὐτὴ ἔγινε περίεργη νὰ μετρήσῃ τὰ μαραμμένα φύλλα του, καὶ τὰ εὗρε σαράντα.

* * *

Τὸν Ἰούνιον τοῦ ἐπιόντος ἔτους, ἐτελεῖτο ὁ γάμος τῆς Σειραϊνῶς μετὰ τοῦ νέου, τὸν ὁποῖον εἶχεν ἰδεῖ εἰς τὸν ὕπνον της.

Τὸν ἑπόμενον Ἰούλιον, μετὰ σαράντα ἀκριβῶς ἡμέρας, ἡ Σειραϊνώ, ἡ λευκὴ καὶ ἄχολος περιστερά, ἔφευγεν ἀπὸ τὸν κόσμον τοῦτον, φθισικὴ καὶ μαραμμένη.

Τὰ κόλλυβα τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τῆς εἶχαν ἀποκαλύψει διπλῆν τὴν μοῖράν της. Εἴθε ὁ νυμφικὸς στέφανος, τὸν ὁποῖον δὲν ἐπρόφθασε νὰ χαρῇ, εἴθε ὁ στέφανος ὁ παρθενικός, τὸν ὁποῖον τῆς ἠρνήθησαν ἐπὶ τῆς νεκρικῆς κλίνης οἱ ἄνθρωποι, νὰ τὴν στέφῃ διπλοῦς καὶ ἀμάραντος εἰς τὸν ἄλλον κόσμον."

(Ἐκδόσεις Δόμος, Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος, τόμος γ)


***Βλ. περισσότερα για το έθιμο τούτο και εδώ: Ο Άγιος Θόδωρος και το φανέρωμα του γαμπρού

Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2023

Ήθη, έθιμα και μαγειρέματα της Τυρινής ή Τυροφάγου

"Πάει ου κριάτος πέθανι
ψουχουμαχάει κι ου τύρους
κι παίρνει τη μπερηφανιά
ου σκόρδος κι ου κρομμύδος!"

"Την τελευταία Κυριακή της Τυρινής σημαίνουν όλες οι καμπάνες για τον εσπερινό που τον ονομάζουνε "μακαρονά", επειδή τρώνε μόνο μακαρόνια, ρυζόγαλο και γενικά γαλακτερά. Μετά τον εσπερινό μαζευόταν όλο το σόι σε ένα σπίτι για το συγγενικό τραπέζι της Αποκριάς. Στο τέλος τέλος έπρεπε να φάνε ένα αυγό, "να βουλώσουν με αυτό το στόμα τους", λέγοντας: "Με αυγό σε κλείνω, με αυγό να σε ξανανοίξω". Έτσι το πρώτο πράγμα που θα έτρωγαν μετά το "Χριστός Ανέστη" ήταν ένα κόκκινο αυγό. Στο αποκριάτικο τραπέζι "τού'χαν σε κακό να φτερνιστείς. "Ήπρεπ' αμέσως να βγάλ'ς το πουκάμισό σ' ή κάποιο ρούχο σ' ". Δεν έπρεπε ακόμη να σηκώσουν το τραπέζι το βράδυ. Το άφηναν όλη νύχτα στρωμένο και το ξέστρωναν το πρωί.
Ακολουθούσαν χοροί. Οι κουκουγέροι γύριζαν μουντζωμένοι με καπνιά χορεύοντας στους δρόμους και στις πλατείες, πηγαίνοντας απ'το ένα σπίτι στο άλλο, πότε με ευχές και πότε με πειράγματα. Τους κερνούσαν ρυζόγαλο, γαλακτομπούρεκο και στροφλιά."
(Αλέκου Φλωράκη, "Κάποτε στην Τήνο"- παλίμψηστα λαογραφικά, εκδόσεις Ερίννη)

το αυγό της "χάσκας"

Είναι τούτη η Κυριακή, η Κυριακή της Τυρινής, μέρα οικογενειακών μαζώξεων και γιορτής με πλήθος εθίμων ανά την Ελλάδα. Με το που ξημερώνει η Δευτέρα, αρχίζει κι η μεγάλη περίοδος της Τεσσαρακοστής που δεν ενδείκνυται για γλέντια και οινοποσίες. Ήδη, από την προηγούμενη Κυριακή, την Κυριακή της Απόκρεω, έχει σταματήσει η κατανάλωση κρέατος κι όλη τούτη τη βδομάδα, τη λεγόμενη "της Τυροφάγου" θα καταναλωθεί ό,τι γαλακτοκομικό έχει απομείνει στα νοικοκυριά ώστε από την Καθαρά Δευτέρα να ξεκινήσει η αυστηρή νηστεία.  Λέγεται, μάλιστα, ότι αυτή την εβδομάδα είναι μεγάλο κρίμα να φάει κανείς κρέας, καθώς μας δίνεται η δυνατότητα να γευτούμε οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτό, γεγονός που παραλληλίζεται με την εντολή που έδωσε ο Θεός στον Παράδεισο στον Αδάμ και την Εύα να γευτούνε από οποιοδήποτε δένδρο πλην του δένδρου της γνώσεως του καλού και του κακού («ἀπὸ παντὸς ξύλου τοῦ ἐν τῷ παραδείσῳ βρώσει φαγῇ, ἀπὸ δὲ τοῦ ξύλου τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρόν, οὐ φάγεσθε ἀπ᾿ αὐτοῦ· ᾗ δ᾿ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε»,Γεν. 2,16-17). Οπότε, αν αγνοήσουμε την εντολή και φάμε κρέας, είναι σαν να επαναλαμβάνουμε την παρακοή που οδήγησε στην πτώση μας... Εξάλλου τούτη η Κυριακή, η τέταρτη του Τριωδίου (βλ. και: Καθώς μπαίνει το Τριώδιο... (λαογραφικά και άλλα..), είναι όντως αφιερωμένη στην εξορία (ή αυτοεξορία) των Πρωτοπλάστων από τον Παράδεισο, καθώς οι άγιοι Πατέρες θέσπισαν κατ'αυτήν την ημέρα να «ποιούμεθα τὴν ἀνάμνησιν τῆς ἀπὸ τοῦ Παραδείσου τῆς τρυφῆς ἐξορίας τοῦ Πρωτοπλάστου Ἀδάμ» (Συναξάρι από την Ακολουθία του Όρθρου της Κυριακής της Τυρινής).



"Το βράδυ της Τυρινής, όταν στρωθεί το τραπέζι με τα πεντανόστιμα φαγητά, τις πίτες, τ'ανοιχτάρι κι όλα τ'άλλα, στρογγυλοκάθεται στην τάβλα ολάκερο το βλαχοσόι. Εύχονται οι γεροντότεροι "χρόνια πολλά και καλή Σαρακοστή" ή "καλή Λαμπρή να μας εύρει" κι αρχίζουν όλοι μαζί να τρώνε.
Αυτή, ακριβώς την ώρα π'ανταλλάσσονται οι ευχές και τα γλυκόλογα, οι λεύτερες κοπέλες κλέβουν την πρώτη τους μπουκιά, χωρίς να τις ιδεί κανένα μάτι, για να τη βάλουν τη νύχτα που θα κοιμηθούν κάτω απ'το προσκέφαλό τους. Αυτόν τον άνδρα που θα ιδούν στον ύπνο τους κείνο το βράδυ, πιστεύουν πως θα γίνει και το μελλοντικό τους ταίρι.
Άλλες πάλι, το ίδιο βράδυ τρώνε την αρμυροκουλούρα, που ζύμωσαν την ημέρα κρυφά απ'τους τσελιγκάδες, βάζοντας μέσα μπόλικο αλάτι για να φέρει δίψα τη νύχτα. Έτσι έφευγαν κι έπεφταν για ύπνο, περιμένοντας να ιδούν στ'όνειρό τους ποιός θα τους έδινε νερό. Αυτόν πίστευαν πως θα τον έπαιρναν κι άντρα τους.
Κι ακόμη, όποιος ή όποια φτερνιστεί κατά την ώρα του φαγητού τ'αποκριάτικο βράδυ, θα φορέσει άσπρα τη Λαμπρή. Τ'άσπρα εδώ για την κοπέλα σημαίνουν νυφιάτικο φόρεμα. Συνηθίζουν, επίσης, οι τσοπάνηδες, για το καλό των ζωντανών τους, αυτή τη μέρα να δίνουν φαγητά και κρασί σ'όλους τους περαστικούς και φτωχούς ξωμάχους που κατοικούν γύρω τους κι απόκοντα."
(Βασίλης Λαμνάτος, "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας"

"Τα φαγητά που τοποθετούνται στο τραπέζι είναι μακαρόνια, αυγά, τυρόπιτες, γαλατόπιτες και ένα είδος ζωμού, το τυροζούμι. Αυτό ειδικά φτιάχνεται την ημέρα αυτή από άγρια λάχανα (μυρώνια, καυκαλήθρες, παπαρούνες, κλπ). Τα γιαχνίζουν και ρίχνουν και τυρί μυζήθρα, κομματάκια κομματάκια. Το φαγητό συνοδεύεται με ορισμένα έθιμα που ποικίλλουν από τόπο σε τόπο. Αναφέρω όσα γίνονται στην Αρκαδία. Εκεί,
το βράδυ που θ'αποκρέψουν της τυρινές απόκριες θα μαζευτούν οι συγγενείς οι στενότεροι στου γεροντότερου το σπίτι. Ως πρώτο φαϊ βάνουν στο τραπέζι το τυροζούμι. Κάνουν την προσευχή τους και κατόπιν "σηκώνουν" το τραπέζι' το κρατούν όλοι, μικροί και μεγάλοι, με τα μικρά τους δάκτυλα. Το σηκώνουν και το καθίζουν τρεις φορές. Κάθε φορά λένε:
Αγιοζούμι, τυροζούμι
όποιος πιει και δε γελάσει
ψύλλος δε θα τον δαγκάσει!
Από φτούνο πρέπει να πιει ο καθένας τρεις κουταλιές. Το πίνουμε γλήγορα γλήγορα, δίχως να γελάσουν, κι ύστερα βάνουν όλοι μαζί τα γέλια. Ύστερα τους βάνουν να φάνε μακαρονάδα. Τα ανύπαντρα παιδιά και κορίτσια κοιτάζουν, πώς να κλέψουν κανά μακαρόνι, χωρίς να τους αντιληφθεί κανείς. Όταν πέσουν να κοιμηθούν, το βάνουν στο μαξιλάρι τους και όποιον νέον ή νέαν ιδούν, θα είναι ο άντρας ή η γυναίκα τους. Στερνά τρώνε ό,τι άλλο φαϊ έχουν ετοιμάσει και κατόπιν ο μεγαλύτερος από όλους δίνει το σύνθημα σε όλους να σηκώσουν το τραπέζι με τα μικρά τους δάκτυλα, και τους ρωτάει: 
- Φάγατε;
- Φάγαμε.
- Ήπιατε;
- Ήπιαμε.
- Χορτάσατε; 
- Χορτάσαμε.
- Πάντα χορτασμένοι να είστε.
Και τους διατάζει ν'αφήσουν το τραπέζι στη θέση του."

 (Γεωργίου Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας"

 

Ανάλογες μαντείες σχετικές με την εύρεση συζύγου, καταγράφει κι ο Νικόλαος Πολίτης στα "Λαογραφικά Σύμμεικτα" (τόμος Γ'):




Αλλά οι μαντείες της ημέρας τούτης δεν περιορίζονται στην εύρεση γαμπρού ή νύφης. Ο Φίλιππος Βρετάκος στο πόνημά του "Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των" διασώζει το έθιμο της αυγομαντείας, που αφορά ζωή και θάνατο:


Το αυγό, πάντως, είχε κυρίαρχη θέση στο τραπέζι της ημέρας τούτης, μιας και ήταν η τελευταία μέρα που μπορούσαν να το γευτούν μέχρι να χτυπήσουν οι καμπάνες της Αναστάσεως, όπου και πάλι πρόκειται για το πρώτο αρτύσιμο που θα βάλουν στο στόμα τους!

έθιμο της "χάσκας"

Ένα έθιμο πολύ διαδεδομένο πανελλαδικά ήταν αυτό της "χάσκας" που μπορεί να μην αναφερόταν με αυτήν την ονομασία πάντα, αλλά σα διαδικασία λάβαινε χώρα σχεδόν παντού. Ο γεροντότερος κρεμούσε από ένα μακρύ ξύλο (συνήθως τον πλάστη) ένα σκοινί μ'ένα βρασμένο και ξεφλουδισμένο αυγό δεμένο σε αυτό. Τούτο το αυγό το περιέφερε πάνω από το οικογενειακό τραπέζι κι όλοι προσπαθούσαν να το αρπάξουν με το στόμα! Υπάρχουν και κάποιες παραλλαγές, όπου το αυγό κρεμόταν με σκοινί από το ταβάνι. Πάντως, σε κάθε εκδοχή, ήταν εθιμοτυπικό της μέρας να κλείσεις το στόμα σου με το αυγό.


έθιμο της χάσκας 


Μετά την συχώρεση και το βραδινό πλούσιο φαγοπότι της οικογένειας, ακολουθούσε ο "χάσκας". Από το "χάσκω", που σημαίνει ανοίγω πολύ το στόμα. Είναι και ένα διασκεδαστικό παιχνίδι!
Δένανε μια κλωστή στην άκρη του "κλωστή" - αυτό που ανοίγουν φύλλα πίττας - και στην άλλη άκρη της κλωστής, δένανε ένα ξεφλουδισμένο αυγό!
Ο "κλωστής" συμβολίζει, κατά το έθιμο, τον Πλάστη του ανθρώπου, τον Θεό και η κλωστή το νήμα της ζωής του ανθρώπου!
Όλοι της οικογένειας κάθονται έναν γύρω, με τα χέρια πίσω στις πλάτες για να μην ακουμπήσουν το αυγό και με ανοιχτό το στόμα, περιμέναν να "χάψουν" το αυγό!
Τον "κλωστή" κρατά ο αρχηγός του σπιτιού, ξεκινώντας από τον μικρότερο. Η προσπάθεια γίνεται τρεις φορές για τον καθένα. Αυτός που θα "χάψει" το αυγό, είναι ο τυχερός!
Από το αυγό τρώνε όλοι, για να σφραγίσουν το στόμα τους με αυγό κατά την περίοδο της νηστείας και να το ξανανοίξουν πάλι με το "κόκκινο αυγό" της Ανάστασης!
Την κερωμένη κλωστή του "χάσκα" την καίνε, μετρώντας κατά την διάρκεια του καψίματος πόσα χρόνια θα ζήσει ο νοικοκύρης του σπιτιού!
Καλός οιωνός θεωρούνταν όταν καιγόταν ολόκληρη η κλωστή και η χρονιά θα ήταν καλή!
Τα τσόφλια του αυγού της "χάσκας" τα πετούσαν κρυφά έξω στην γειτονιά, για να φύγει κάθε κακό από το σπίτι τους!
Μετά τον "χάσκα" ξεπόρτιζαν στους φανούς για γλέντι όσο αντέξουν!
(Κωνσταντίνου Σιαμπανόπουλου, "Ο νομός Κοζάνης στο χώρο και στο χρόνο")

"Συγχώρεση"- φωτογραφία: Κωνσταντίνος Μάνος

Το έθιμο τούτο, σε πολλές περιοχές συνδεόταν με τη "συγχώρεση" που λάβαινε χώρα τόσο στα οικογενειακά τραπέζια, όσο και στον κατανυκτικό εσπερινό της συγχώρεσης στην εκκλησία. Προφανώς, την περίοδο της Σαρακοστής που ακολουθεί, δεν αρκεί η σωματική εγκράτεια και νηστεία που θα περιορίσει το σαρκικό μας θέλημα, αλλά είναι απαραίτητο να αποτοξινωθεί κι η ψυχή μας από κακούς λογισμούς, έχθρες και μνησίκακα συναισθήματα, να φιλιώσουμε μεταξύ μας, να δαμάσουμε τον εγωισμό μας, να διαλύσουμε τις όποιες παρεξηγήσεις με τους συνανθρώπους μας και να ξεκινήσουμε την πορεία προς τα Πάθη του Χριστού με όσο το δυνατόν καθαρότερη καρδιά και συνείδηση....
"Εἶπεν ὁ Κύριος· ἐὰν γὰρ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καὶ ὑμῖν ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος· ἐὰν δὲ μὴ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, οὐδὲ ὁ πατὴρ ὑμῶν ἀφήσει τὰ παραπτώματα ὑμῶν." (Ματθαίος 6,14- Ευαγγέλιο της Τυρινής)

"Η καθαυτό Αποκριά με τα πολλά τα έθιμα είναι η τελευταία Κυριακή της Τυροφάγου, που λέγεται αλλιώς "Τρανή Αποκριά". Όταν φτάσει η Κυριακή αυτή, εκτείνονται στο έπακρο η ευθυμία, η αθυροστομίες των μεταμφιεσμένων, οι άσεμνες εμφανίσεις και οι χοροί. Η ημέρα όλη περνά με την κίνηση των μασκαράδων, με τις επισκέψεις και το φαγοπότι. Τον γενικό θόρυβο επιτείνουν οι εκπυρσοκροτήσεις των κροτίδων και ρουκετών, που σε πολλά μέρη, ιδιαίτερα της Β. Ελλάδας, από παλιά συνήθιζαν να πετούν στον αέρα. Αλλά όταν ο ήλιος πλησιάζει στη δύση του, όταν σημάνει η καμπάνα του εσπερινού, τότε γυναίκες και άνδρες ξεκινούν για την εκκλησία. Πρόκειται να διανύσουν το πέλαγος της νηστείας, της Μεγάλης Σαρακοστής, και θέλουν να μπουν σ'αυτό απαλλαγμένοι από ό,τι τους βαραίνει στις σχέσεις τους με τους άλλους χριστιανούς. Εκεί, στον εσπερινό, γίνεται η αμοιβαία συγχώρηση ιερέων και εκκλησιάσματος. Οι εκκλησιαζόμενοι παρατάσσονται κατά ηλικία' οι νεότεροι προχωρούν προς τους γεροντότερους και φιλούν το χέρι τους λέγοντας: 

Συγχώρα με!

Κι αυτοί απαντούν:

Συγχωρεμένος νά'σαι!

Σε πολλές περιοχές, μετά τον εσπερινό ακολουθεί χορός στην αυλή της εκκλησίας ή στο χοροστάσι, την κεντρική πλατεία του χωριού. Επικεφαλής του χορού είναι συνήθως ο ιερέας. 

Π.χ. στην Αρτονίνα,

Πρωτοχορεύουν οι παπάδες, μετά όλοι οι γερόντοι με την αράδα. Τραγουδούν: "Ου δέντρους ήταν ου Χριστός κι η Παναϊά η ρίζα" κ.λ.π.. 

Στο χωριό Αρτεμώνα της Σίφνου ο παπάς σέρνει τον χορό "Του κυρ Βοριά" στον αυλόγυρο της Παναγίας της Κόχης κι έπειτα τον συνεχίζουν στο σπίτι του παπά και άλλων, για να μαλακώσουν τον βοριά. Στην Αγχίαλο, αμέσως μετά τον Εσπερινό

ήθελα πάμε στη θάλασσα όλο το πλήθος κι όσες μάσκες υπήρχαν στην πολιτεία, πηγαίναμε όλοι εκεί, συνάζουντασ' τ' αλόγατα τα καλύτερα του χωριού κι ετρέχανε. Κι όποιο περνούσε - ήταν το μέρος αμμουδιαστό - δίνανε δώρα διάφορα από πανικά και μαντήλια' το στόλιζαν τ'άλογο και περνούσε 'πομέσ' από την αγορά.

Όταν πάλι αρχίζει να νυχτώνει, τότε ανάβονται στις πλατείες ή τους δρόμους των χωριών φωτιές (φανοί, κλαδαριές, μπουμπούνες, καψαλιές) και η ανταύγεια από τα ξερά φρύγανα ή τα κλαδιά, τις παλιοψάθες ή τα κοφίνια τ'αλειμμένα με κατράμι που καίγονται, φωτίζει τα πρόσωπα των ανθρώπων, που συγκεντρωμένοι γύρω στη φωτιά τραγουδούν και χορεύουν. Σε πολλά χωριά συγκεντρώνονται μετά το φαγητό και τότε το γλέντι κι ο χορός παρατείνεται εκεί ως το πρωί. Όταν η φλόγα χαμηλώσει, τότε μικροί και μεγάλοι πηδούν πάνω απ'τη φωτιά."

 (Γ.Α.Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")

* Σημ. Περισσότερα για το έθιμο της χάσκας, αλλά και για τις φωτιές που συνηθίζουν ν'ανάβουν Πανελλαδικά (π.β. και την καύση του Καρνάβαλου), βλ. σε παλιότερη ανάρτησή μου, εδώ: Χάσκα και φωτιές! 
Αποκριάτικο γλέντι στη Χώρα της Μυκόνου -μέσα της δεκαετίας του ’60  (από το βιβλίο «Ενθύμιον Μυκόνου» του Παναγιώτη Κουσαθανά)

Η Μαρία κι ο Νίκος Ψιλάκης στο κοινό τους έργο "Κρητική παραδοσιακή κουζίνα" (εκδόσεις Καρμάνωρ) σημειώνουν πως: "Από το αποκριάτικο τραπέζι δεν έλειπαν ποτέ οι πίτες. Σαρικόπιτες, αγνόπιτες, πίτες με γλυκιά ή ξινή μυζήθρα. Οι πίτες κυριαρχούσαν και κατά τις επόμενες ημέρες, αμέσως μετά την πρώτη Κυριακή της Αποκριάς. Και την Κυριακή της Τυρινής υπήρχαν πάντα τρεις και τέσσερις διαφορετικές ποικιλίες πίτας μαζί με τα υπόλοιπα φαγητά. Στα δυτικά του νησιού κυριαρχούσαν τα "μπουρέκια", εδέσματα ή επιδόρπια που παρά την τουρκική ονομασία τους έχουν καθαρά ελληνική καταγωγή. Δεν υπήρχε, όμως, κρέας στο τραπέζι εκείνων που τηρούσαν πιστά την παράδοση."

Στο έτερο σπουδαίο έργο τους "Το ψωμί των Ελλήνων και τα γλυκίσματα της λαϊκής μας παράδοσης" (εκδόσεις Καρμάνωρ), καταγράφουν με περισσότερες λεπτομέρειες:
" Απολύτως συμβολική είναι η αιτωλική τυρόπιτα με σαράντα φύλλα (συμβολίζει την περίοδο της σαρακοστής που ακολουθεί). Τη λένε πετρόπιτα (από τα πέτρα- πέτουρα = φύλλα): "Επιπάσσεται πολτός βουτύρου και αυγών μετά μικρών τεμαχίων τυρού κλπ. Φέρεται εις την εστίαν και καλύπτεται δια δευτέρου πέτρου, εφ' ου εξαπλούται και αύθις η αυτή ύλη...". Στη συνέχεια μπαίνουν με την ίδια λογική και τα υπόλοιπα φύλλα και ψήνεται στη γάστρα. 
Άλλα αποκριάτικα παρασκευάσματα: 
Κατιμέργια. Στις περισσότερες περιοχές είναι πιτάκια με χειροποίητο φύλλο ή έτοιμο φύλλο μπακλαβά και γέμιση από τυρί, μυζήθρα ή ακόμη και κρέμα με γάλα και ρύζι, όπως γινόταν σε πολλές περιοχές της Μικράς Ασίας. [...]
Γαλατόπιτα (Λευκάδα), τυρινόπιτα (Σαμοθράκη), γαλακτομπούρεκο (Τήνος), κασιάτα (Μέτσοβο), ρυζόπιτα (Λέσβος), ψιρκουτσ' ή ψιρκόγαλο (Λέσβος), γκλιαστρόπιτες (με γκλιάστρα = πρωτόγαλο, Ζαγόρια), βουτυρόψωμο (είδος τυρόπιτας, Λευκάδα), μυζηθρόπιτες (Κρήτη), αλατσατιανές τυρόπιτες (πρόσφυγες από τα Αλάτσατα), [...]"

Πέρα όμως από το αυγό και τις πίτες, εθιμικό έδεσμα της ημέρας αποτελούσαν, όπως ήδη αναφέρθηκε, και τα μακαρόνια, όπως και τα κάθε λογής ζυμαρικά. Πολύ ενδιαφέροντα και πάλι όσα αναφέρουν η Μαρία και ο Νίκος Ψιλάκης ("Το ψωμί των Ελλήνων και τα γλυκίσματα της λαϊκής μας παράδοσης"): 

"... οι μέρες της Αποκριάς διατήρησαν και το αρχαίο νεκρολατρικό τους υπόβαθρο (*π.β. Ψυχοσάββατα: Ψυχοσάββατα, Αποκριές και Χύτροι..), έτσι καθώς στην αρχαιότητα γιορτάζονταν την ίδια εποχή τα Ανθεστήρια, γιορτή με διπλή σημασία. Από τη μία ήταν γιορτή χαράς και ξεφάντωσης κι απ'την άλλη γιορτή ανάμνησης των νεκρών, οι οποίοι πιστευόταν ότι επανέρχονται στον απάνω κόσμο μαζί με τη βλάστηση. Ο Φ. Κουκουλές παρατήρησε πρώτος ότι το μακαρόνι, που αποτελεί εθνικό αποκριάτικο φαγητό σε ολόκληρο σχεδόν τον ελληνικό χώρο έχει τη ρίζα του στα ζυμαρικά που προσφέρονταν στα νεκρόδειπνα, προς τιμήν των νεκρών, δηλαδή των Μακάρων! Δημοσίευσε, μάλιστα και αποδείξεις: Τα μακαριστικά τροπάρια "εις την κοίμησιν της Θεοτόκου" που γράφτηκαν το 1343 από τον Αρχιεπίσκοπο Βουλγαρίας Ιάκωβο, ονομάζονταν "μακαρώνεια". 
Μακαρία ονομάζονται ακόμη και σήμερα στην Κρήτη τα προσφερόμενα εις μνήμην των νεκρών κόλλυβα, όπως και τα διάφορα κεράσματα (τσικουδιά, γλυκίσματα, αρτίδια). Ο Φ.Κουκουλές ετυμολογεί τη λέξη μακαρόνια από "μακαρία αιωνία", που στην πορεία έγινε "μακαρωνία". Επιστρατεύει, μάλιστα, τη λέξη "μακαρωνιά", που είναι το πιλάφι το οποίο προσφερόταν στα νεκρόδειπνα της Ανδριανούπολης. Με τον τρόπο αυτό υποστήριξε την ελληνική καταγωγή της λέξης "μακαρόνια". [...]
Τα μακαρόνια, λοιπόν, είναι το κατ'εξοχήν φαγητό της Αποκριάς. Τόσο πολύ έχουν ταυτιστεί με τις μέρες αυτές και δεν είναι καθόλου τυχαίο που η ίδια η Αποκριά ονομάζεται και "Μακαρονού"! [...] Στην Κρήτη η σύνδεση αυτή φαίνεται με την μαντινάδα αποχαιρετισμού της περιόδου ευωχίας:
Ο λαζανάς ψυχομαχεί κι ο μακαρούνης κλαίει
κι ο κρόμμυδος σουσουραδεί απάνω στο τραπέζι."

Βέβαια, σε άλλες περιοχές, κυρίως νησιωτικές ή παραθαλάσσιες, τούτες τις μέρες συνηθίζεται κι η ψαροφαγία, όπως, π.χ., στους Παξούς: "Της Τυρινής τρώμε μπακαλιάρο, στακοφίσι, σκορδαλιά, ψάρια και μακαρονάδα με λάδι, με σάλτσα και τυρί."  (Δημητρίου Λουκάτου, "Λαογραφικά Σύμμεικτα Παξών")



Μέχρι κάποια χρόνια πριν (που οι καιροί δεν είχαν τόσο αγριέψει!) στα περισσότερα χωριά του τόπου μας (κι όχι μόνο!), πέρα από τα οικογενειακά γλέντια και τους χορούς συνηθιζόταν ομάδες μασκαρεμένων να γυρνούν από σπίτι σε σπίτι -συχνά κι αμίλητοι, για να μην αναγνωριστούν απ'τη φωνή- για να κεραστούν. Ακόμη και στην Κωνσταντινούπολη:
"Τις Απόκριες οι πολίτισσες νοικοκυρές συνήθιζαν να ετοιμάζουν σπιτικά κεράσματα από λικέρ, σιροπιαστά γλυκά, τρίγωνα, ρεβανί, μπακλαβά, κανταΐφια, γιασσί, εκμέκ με καϊμάκι και σιμιγδαλένιο πολίτικο χαλβά, καθώς επικρατούσε η συνήθεια να επισκέπτονται τα σπίτια γείτονες και φίλοι μεταμφιεσμένοι." (Σούλας Μπόζη, "Πολίτικη κουζίνα", εκδ. ελληνικά γράμματα)


Κουκαράς- Σκίτσο του Χρήστου Γ. Δημάρχου από την έκδοση «Ο ελληνικός Πόντος – Μορφές και εικόνες ζωής», Αθήνα 1947

Ένα άλλο έθιμο και, μάλιστα, ποντιακό που λάμβανε χώρα το τελευταίο βράδυ της Αποκριάς, ήταν η ετοιμασία του "κουκαρά", πληροφορίες για τον οποίο μας διασώζει το λαογράφος Κώστας Καραπατάκης ("Ποντιακά ήθη και έθιμα", "Αρχείον Πόντου", τόμος 38ος):




κουκαράς



Παρασκευή 9 Μαρτίου 2012

Οι Σαράντα, ο γαμπρός, το γεφύρι και η αρμυρόκ'λουρα!

"Σαράντα φάε,
σαράντα πιές,
σαράντα δώσ' για την ψυχή σ'!"

"Τί δίναν λοιπόν τη μέρα εκείνη;" απόρησα. "Έδωναν φαγητό σε τρία πιάτα' τραχανά και μπουμπάρι, σε τρία σπίτια στη γειτονιά.", θυμήθηκε.
"Στη συνείδηση του λαού ο αριθμός 40 είναι ιερός." αναφέρει ο Γ.Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας") και συνεχίζει: "Όλες οι συνήθειες και οι προλήψεις της μέρας αυτής βάση έχουν τη θρησκευτική ή μαγική σημασία του αριθμού 40. Συνηθίζονται οι σαραντόπιτες, δηλαδή πίτες με 40 φύλλα, ή 40 τηγανίτες ή φαγητά από 40 ειδών χόρτα ή όσπρια που τα μοιράζουν για την ψυχή των ζωντανών."

Εμείς εδώ, στα χωριά του Πηλίου, είχαμε τα 40 κλαράκια με τα οποία φτιάχναν οι κοπέλες το μαγικό γεφύρι απ'όπου στ'όνειρό τους θα περάσει ο γαμπρός. Πάνω σ'ένα αυλάκι σε σταυροδρόμι. Πάντα στο σταυροδρόμι, στο σταυροδρόμι με τις ιδιαίτερες αυτές δυνάμεις (κι ύστερα μου λες για φενγκ σούι!) από την προχριστιανική αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Βάζανε, που λες, τούτα τα κλαράκια "ασκάλα", να φτιάξουν το γεφύρι πάνω στ'αυλάκι. Έχουμε τέτοια αυλάκια ποτιστικά παντού στα καλντερίμια μας. Κι ύστερα κάνανε μετάνοιες στα εικονίσματα του σπιτιού. Όλα τούτα την παραμονή. Και σαν ξημέρωνε των Αγίων Σαράντα, θά'βλεπαν στον ύπνο τους το γαμπρό πάνω στο γεφύρι. Στην καλύτερη μάλιστα, θα το διαβαίνανε και μαζί. (βλ. και: Τα νυχτέρια...)

Όμως οι αγωνιώδεις προσπάθειες τούτη τη μέρα για το μάντεμα του γαμπρού δε σταματούσαν εδώ. Φτιάχνανε και τις "αρμυρόκ'λουρες". Ας δώσω το λόγο στον τοπικό μας λαογράφο Κώστα Λιάπη ("Ώρες του Πηλίου"): "Το γλυκό βασανάκι του μαντέματος του γαμπρού έχει στο Πήλιο και τις ... αλμυρές προεκτάσεις του. Έτσι στα χωριά του Νοτίου Πηλίου τ'Άη Σαράντα (Αγίων Σαράντα) και στα "πίσω" χωριά του Ανατολικού Πηλίου στ' Άη Φανούρ' (Αγίου Φανουρίου) θα συναντήσουμε και το ... νόστιμο έθιμο της "αρμυροκουλούρας". Το απόγευμα λοιπόν της παραμονής τούτων των γιορτών τα κορίτσια της παντρειάς συνηθίζουν και σήμερα ακόμα -όχι βέβεια πια στην ίδια έκταση που συνήθιζαν παλιότερα- να παίρνουν από τρία "πρωτοστέφανα" από ένα "πλόχειρο" αλάτι. Τούτο τ'ανακατεύουν μ'αλεύρι που το ζυμώνουν και πλάθουν μ'αυτό μια μικρή "κ'λουρίτσα". Την "κ'λουρίτσα" αυτή, γνωστή σαν "αρμυροκουλούρα" την ψήνουν στη χόβολη και την τρώνε πριν πέσουν να κοιμηθούν δίχως βέβαια να ξεχάσουν να παρακαλέσουν τους Αγίους Σαράντα ή τον Άγιος Φανούριο, κατά την περίπτωση, να τους στείλει στον ύπνο τους το νερό που αποζητούν τα φλογισμένα σπλάχνα τους, με το παλικάρι φυσικά που τους πέφτει απ'την τύχη για μελλοντικός σύζυγός τους."

έργο του Θεόφιλου
Ο Μέγας μας πληροφορεί και για την Αθήνα: "έφτιαγναν πίτες με σαράντα φύλλα, άλλοι έφτιαχναν σαράντα κουταλίτες' αφού έτρωγαν και έπιναν καλά συγγενείς και φίλοι, έφερναν και τρεις βόλτες γύρω απ'το τραπέζι και έσερνε το χορό ο μεγαλύτερος της συντροφιάς τραγουδώντας: Ας χορέψουμε κι ας είναι, των αγιώ Σαράντων είναι. Ύστερα ευχότανε ο ένας στον άλλον χρόνια πολλά και καλά." Πάντως, καλύτερα από μας μου φαίνεται περνούσανε...
"Στο Μανιάκι", συνεχίζει, "καρφώνουν στα χωράφια λαλαγγίδες με ξυλάκι για τους διαβάτες. Όσα χωράφια έχουνε, τόσες καρφώνουνε." Και, ακόμη:

(Γεωργίου Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")

Είναι, λοιπόν, κι άγιοι της βλάστησης. "Σαράντα δέντρα φύτεψε.." συνεχίζει το τραγουδάκι μας εδώ. "Σαράντα σπείρε, σαράντα φύτεψε, σαράντα θέρισε" λέει άλλο στιχάκι. Γιατί πιστεύαν πως ό,τι κι αν φύτευες τούτη τη μέρα θα πρόκοβε πολύ.
Των Αγίων Σαράντα σήμερα κι ο "μαγικός" αριθμός 40... που τρυπώνει μέσα στη Σαρακοστή, στο σαράντισμα των νεογέννητων αλλά και στα σαρανταήμερα του θανάτου. Ακόμη και στα σαράντα παλικάρια...

Καταγράφει κι ο Νίκος Ψιλάκης στο εξαιρετικό βιβλίο του "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη": "Στην ιερότητα του αριθμού σαράντα φαίνεται να οφείλονται οι δοξασίες που είναι γνωστές στην ανατολική Κρήτη και σχετίζονται με τις μαγικές ιδιότητες των φυτών. Την ημέρα των Αγιων Σαράντα διάλεγαν οι "μύστες" των θεραπευτικών συνταγών για να πλουτίσουν το οπλοστάσιό τους [...] Πίστευαν πως τα θεραπευτικά βότανα που μπορούσαν να μαζέψουν τη μέρα αυτή ήταν πιο αποτελεσματικά για ορισμένες περιπτωσεις ασθενειών." Και προσθέτει παρακάτω:"Τα σαράντα κύματα που περνούσαν από τα πόδια όσων τηρούσαν κάποιες, αρχαιότερες κατά πως φαίνεται, συνήθειες, εξασφάλιζαν ισχυρή προστασία απέναντι σε νοσήματα, αλλά και προστασία από το φόβητρο του παλιού καιρού, το κακό μάτι. Μερικοί, μάλιστα, έπαιρναν νερό από σαράντα κύματα και το κρατούσαν σε μπουκάλι για σαράντα ημέρες προσκειμένου να βάζουν λίγο στο πρόσωπό τους για να μην τους "φταρμίζουν"".

Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2009

Η αγία Αικατερίνη της βροχής και της παντρειάς!

Της Αγίας Αικατερίνης, λοιπόν, σήμερα (χρόνια πολλά στις εορτάζουσες!) που, όπως σημειώνει ο Βασίλης Λαμνάτος ("Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας"), "ο λαός μας παραδέχεται πως την ημέρα αυτή (της γιορτής της) βρέχει τόσο πολύ που τα νερά της βροχής παρασύρουν και τα γιοφύρια ακόμα." !! Άντε να δούμε τι θα κάνει σήμερα! (Αν κι έτσι όπως τά'χουν κάνει με τους αεροψεκασμούς, άντε να κάνεις τώρα στατιστική για τις βροχοποιές δυνατότητες της αγίας!).

Συμπληρώνει ο Φίλιππος Βρετάκος ("Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των"): "Την ημέραν της εορτής της συνήθως βρέχει, διότι θέλει να ευεργετήση τους ανθρώπους, ως συνάγεται από την παροιμίαν "Η άγια Κατερίνα το δανείζεται το νερό" (Γορτυνία). Η βροχή κατά τα τέλη Νοεμβρίου είναι ωφέλιμος. Αν όμως ο καιρός δεν είναι βροχερός, η Αγία υποτίθεται ότι επιθυμεί να δανεισθή από άλλον άγιο και να βρέξει την ημέρα της εορτής της για να ευεργετήσει τους ανθρώπους."


Αλλά, η αγία Αικατερίνη, εκτός από ωφέλιμη αρωγός στην καλλιέργεια, παρουσιάζεται συχνά και ως σύμμαχος των κοριτσιών στην εύρεση του πολυπόθητου γαμπρού! Αναφέρει ο Δημήτρης Λουκάτος στα "Φθινοπωρινά Λαογραφικά" του: "Έχουμε όμως από τα Νησιά μας λαογραφικές μαρτυρίες και για μαντικές επικλήσεις στην Αγ.Αικατερίνη, νά'ρθει κι αυτή (με τη σειρά της) στον ύπνο των κοριτσιών, και να τους αναγγείλει το γαμπρό." Και συνεχίζει:

"Να πως έχει καταγράψει ένα τέτοιο έθιμο "Ονειρομαντείας" στην Κίμωλο, το 1963, ο συνάδελφος Γ.Κ.Σπυριδάκης:

-Της Αγίας Αικατερίνης, την παραμονή το βράδυ, οι οικογένειες πάνε στην Εκκλησία άρτους, με σφραγίδες (ευλογητικές). Μετά τον Εσπερινό, ο παπάς θα δώσει στην κάθε κοπέλα, ή και σε νέο, μια σφραγίδα (=κομμάτι σφραγισμένο) από τον άρτο. Αυτό το κομμάτι η κοπέλα θα το βάλει κάτω από το μαξιλάρι, πριν κοιμηθεί, και θα πει:

-Αγιά μου Κατερίνα μου, δετόρου θυγατέρα,

που πέρασες την έρημο, την Αίγυπτο,

την κολυμπήθρα του γιαλού, τη μαρμαροχρυσοπηγή,

να μη φας, να μην πιεις,

α δεν έρθεις να μου πεις

ή καλό ή κακό

για τον νέο π'αγαπώ/

Αυτό θα πει τρεις βραδιές. Κι εκείνη (η αγία Κατερίνα) θα πάει να της το πει στ'όνειρό της ποιόν θα πάρει."

Ανάλογο έθιμο, διασωζόμενο από τον Αρ.Μ.Ταταράκη, παραθέτει κι ο Φίλιππος Βρετάκος στο βιβλίο του ("Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριότεραι εορταί των"):



Αυτά τα λίγα για σήμερα και.. πολλή καλημέρα σας!!!

Τρίτη 23 Ιουνίου 2009

του άι-Γιαννιού του Λιοτροπιού, του Λαμπαδάρη, του Κλήδονα

"... Με τον Ιούνιο όμως συμπίπτει η ακμή του καλοκαιριού, οι θερινές ροπές του ηλίου, που θεωρούνται σημαντική και ορισμένες φορές επικίνδυνη καμπή του χρόνου.[...] Όσα αρχαία έθιμα ανάγονται στις θερινές τροπές του ηλίου συνδέθηκαν με το Γενέθλιον του Ιωάννου του Πρόδρομου (24 Ιουνίου).
Η συσχέτιση δεν έγινε χωρίς λόγο. Κατά τον ευαγγελιστή Λουκά (1,26-36) ο Ιωάννης ο Πρόδρομος ήταν έξι μήνες μεγαλύτερος από τον Ιησού. Αφού λοιπόν η γέννηση του Χριστού ορίστηκε από την εκκλησία στις 25 Δεκεμβρίου, δηλαδή κατά τις χειμερινές τροπές του ηλίου, επόμενο ήταν το Γενέθλιον του Ιωάννου του Προδρόμου να συμπέσει με την 24 Ιουνίου, δηλαδή κατά τις θερινές τροπές του ηλίου...[...]" (Γ.Α.Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")


 ηλιοστάσια ( ήλιος + στάση, ίσταμαι=στέκομαι) ή ηλιοτρόπια (ήλιος + τροπή, τρέπομαι) είναι τα σημεία της εκλειπτικής τα έχοντα την μέγιστη απόσταση από τον ισημερινό, δηλαδή όταν ο ήλιος βρίσκεται σε αυτά έχει τη μέγιστη αυτού απόκλιση. Ονομάστηκαν δε έτσι, γιατί ο ήλιος κινούμενος επί της εκλειπτικής απομακρύνεται διαρκώς από τον ισημερινό μέχρις ότου φθάσει στα ηλιοστάσια, οπότε και έχει τη μέγιστη απόκλιση. Εκεί στέκεται και αρχίζει να τρέπεται πάλι προς τον ισημερινό.

"[...] Σε πολλά μέρη η γιορτή λέγεται κοινώς τ'αϊ-Γιαννιού του Λιοτροπιού (Κύθνος) ή Λιτροπίου (Κύμη) ή Λουτρόπου (Σινώπη) ή Αλιτροπιού (Λέσβος) και επικρατεί η πίστη ότι ο ήλιος της μέρας αυτής "τρέμει ή γυρίζει και είναι θαμπερός". Γι'αυτό σηκώνονται πρωί, για να δουν τον ήλιο που γυρίζει σα μύλος ή σαν τροχός (π.χ. στην Κομοτηνή της Θράκης). Στη Σινώπη μάλιστα διανυκτέρευαν κατά ομάδες τρώγοντας, πίνοντας και χορεύοντας όλη τη νύχτα και το πρωί, μόλις χάραζε, έβαζαν τη μαγείρισσα μες στο καζάνι, περνούσαν ξύλα από τα χέρια του καζανιού και τη σηκώναν τέσσερις. Οι άλλοι χορεύαν και με το χορό πηγαίνανε ως τη Φοινικίδα [εξοχή της Σινώπης]. Εκεί περιμένανε να βγει ο ήλιος, να δούνε τον ήλιο πως γυρνά εκείνη τη μέρα και βγαίνει. Πάλι με το χορό γύριζαν πίσω και πήγαιναν στην εκκλησιά.

Στα Νένητα Χίου άμα εξέλθουν της εκκλησίας, συνέρχονται καθ'ομάδας εις τ'αλώνια και, αφού φάγωσι διάφορα οπωρικά, αρχίζουν να συστρέφονται (να κουρδουβαλίζουν) μέχρι της μεσημβρίας.

Στην Οινόη Πόντου, μικροί παίδες περιέρχονται τας οικίας και ρίπτοντες εις αυτά λαλάτσια (λιθαράκια) επάδουσι εν χορώ: "Τρόπου, τρόπου, ήλιε, που γυρίζουν τα λαλάτσια, σα μέτερα και σα σέτερα..."

Το ηλιακό αυτό φαινόμενο ήταν φυσικό να προκαλέσει και δεισιδαιμονικούς φόβους και γενικές απαγορεύσεις. Έτσι τη μέρα αυτή δεν αρχίζουν καμιά δουλειά, επειδή, όπως λέγουν, είναι λιτρόπι. Και:


όποια μέρα πέσει το Λιοτρόπι τ'Αϊ-Γιαννιού τη φυλάνε όλο το χρόνο' δεν κάνουν γάμους, δεν κόβουν ρούχα, δεν φυτεύουν, δεν αρχίζουν σπορά. Είναι κακιά μέρα κι ό,τι αρχινήσεις, δεν πάει εμπρός (Σκύρος).


Χαρακτηριστικό έθιμο της γιορτής είναι, όπως γνωρίζουμε, οι φωτιές τ'Αϊ-Γιαννιού (κοινώς: φανοί, οφανοί, αφανοί, καλαφωνοί, κ.τ.λ.), από τις οποίες ο άγιος λέγεται και Φανιστής (Χίος) ή Λαμπαδάρης (Αθήνα) ή Λαμπροφόρος (Κύπρος). Την παραμονή δηλαδή ανάβουν στους δρόμους ή μπροστά από κάθε σπίτι με καλαμιές ή παλιοκοφίνια μια ή τρεις φωτιές, τις οποίες πηδούν, ενώ ταυτόχρονα λέγουν: Όξω ψύλλοι και κοριοί, μέσα η ρόγα η χρυσή (Λήμνος) ή Να πηδήσω τη φωτιά, μη με πιάσ' η αρρώστια (Πυλία). Στην Κάρπαθο οι γυναίκες καθώς πηδούν τους καλαφωνούς, αναφωνούν: "το (β)άρος μου μετάξυ" ή το "(β)άρος μου νά'ναι μάλαμα για το σπίτι". Αλλά την έννοια του εθίμου αποδίδει η αναφώνηση: "Αφήνω τον κακό χρόνο και πάω στον καλύτερο".


Αν θυμηθούμε την ανάλογη αρχαία φράση "Έφυγον κακόν, εύρον άμεινον", καταλαβαίνουμε την αρχική σημασία του πηδήματος των φωτιών: να καθαρθούν δηλαδή με τη δύναμη της φωτιάς οι άνθρωποι και απαλλαγμένοι από κάθε κακό να μπουν καθαροί και ακμαίοι στη νέα περίοδο του χρόνου (έθιμο καθαρτήριο και διαβατήριο).[...]


Σε πολλά μέρη στη φωτιά ρίχνουν το στεφάνι της Πρωτομαγιάς ή το στεφάνι του Άϊ-Γιάννη της περασμένης χρονιάς, ενώ τη στάχτη τη μεταχειρίζονται για αποτρεπτικούς και μαντευτικούς σκοπούς.[...]" (Γ.Α.Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")




"Δεν ξεχνάει βέβαια κανείς την πυρολατρική καταγωγή της "φωτιάς" ούτε την ηλιολατρική τοποθέτηση του εθίμου γύρω από τις θερινές ηλιακές τροπές. Βασικά όμως πρέπει να σκεφτόμαστε τη συμβολική έννοια του "καθαρμού", που έχει η φωτιά αυτή, όπως όλες οι φωτιές (ακόμη και με τη χριστιανική αντίληψη), και που έφτασε να γεννάει την πίστη ότι, αν αναφτεί σ'ένα ξάγναντο, μπορεί να επιδράσει ευεργετικά σ'όλη την περιοχή που φωτίζει....[...]


Ένα έθιμο που κατάφερε τόσους αιώνες, παρ'όλες τις συχνές "πολεμικές", να επιζήσει, δεν είναι δικαίωμα της δικής μας γενιάς να το σβήσει. Έχουμε χρέος όχι μόνο να το ανεχόμαστε αλλά και να το βοηθούμε στις εκδηλώσεις του. Στην εποχή μας μάλιστα, με το μηχανικό ρυθμό και τις πολύπλυρες υπερφροντίδες, είναι παρήγορη η παρουσία ενός χαρούμενου και διαχρονικού εθίμου, που ενώνει αιώνες και γενιές.


Οι φωτιές που θ'αναφτούν αύριο το βράδυ στις πολιτείες και στα χωριά μας θα είναι ένας συγκινητικός δεσμός του σήμερα με το χθες. Τα μάτια των παιδιών, που θα λάμπουν χαρούμενα μπροστά στις φλόγες, τα μάτια των μεγάλων που θα τα παρακολουθούν στα πηδήματά τους, θα είναι μια ωραία παραδοσιακή προσοχή σε μια σχεδόν πανανθρώπινη γιορτή. Δεν είναι μικρή δουλειά να σκέφτεσαι, ότι ανάβοντας μια μικρή φωτιά έξω από το σπίτι σου, συνδέεσε με τους αιώνες που πέρασαν, έστω και με τους κοντινούς σου προγόνους, καθώς και με πολλούς άλλους λαούς, που την ίδια ώρα ανάβουν τη φωτιά της ημερομηνίας αυτής και χαίρονται παρόμοια το θέαμα και το συμβολισμό της..." (Δημ. Λουκάτου, "Τα καλοκαιρινά")



"[...] Σε μια τόσο σημαντική καμπή του χρόνου φυσικό είναι να θέλει κανείς να ρίξει ένα βλέμμα στο μέλλον. Είναι λοιπόν πάρα πολλές οι μαντείες της παραμονής και της 24 Ιουνίου. Ο λαός μάλιστα πιστεύει, ότι ο αϊ-Γιάννης φέρνει τύχες' για αυτό "έπρεπε από την παραμονή να ξεσκονίσουν, να σφουγγαρίσουν, να περιμένουν τις τύχεις" (Σινώπη). Γι' αυτό ο άϊ-Γιάννης λέγεται και Ριζικάρης. Και επειδή ο συνηθέστερος τρόπος, με τον οποίο ο Άγιος φανερώνει το ριζικό, δηλαδή την τύχη του κάθε ανθρώπου, είναι ο κλήδονας, ονομάζεται και άι-Γιάννης ο Κλήδονας (Νάξος) ή Ριζικάρης. [...] (Γ.Α.Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")

Αναφέρει το σπουδάιο "Μέγα λεξικόν όλης της ελληνικής γλώσσης", του Δημητράκου:

κληδών: "Το δε κληδών ουκ έχει το ιώτα, επειδή ουκ έστιν από του κληϊζω, αλλ' από του κλω, του σημαίνοντος το καλώ, γέγονε κλήσω και κληδών", φήμη, φωνή περιέχουσα πρόρρησιν, μήνυμα, υπόδειξιν περί μέλλοντος, γεν. φωνή, ρήσις μαντική, παρ' Ομήρω εν τη σημασία ευτυχίας μήνυμα εκ λόγου συναγόμενον: Οδ.Σ 117 "Χαίρεν δε κλεηδόνι δίος Οδυσσεύς"..[...], Παυσ.9,11,17, "μαντικήν δε καθέστηκεν αυτόθι από κληδόνων", 2) είδησις, αγγελία, φήμη περί τινός, διάδοσις [...], 3)φήμη ένδοξος, κλέος, ξάκουσμα..[...] κ.λ.π.

Ο Κώστας Λιάπης, καταγράφει τα έθιμα του Κλήδονα στο Πήλιο, στο βιβλίο του "Ώρες του Πηλίου":

Στα "Αμοργιανά" (τεύχος 12), καταγράφονται στίχοι από το τραγούδι του κλήδονα, που τραγουδούσαν τα κορίτσια μεταξύ τους κατά τη διαδικασία:



Ενώ, ο Δημήτρης Λουκάτος, στα "Καλοκαιρινά" του, αναφέρεται στις "Νυφούλες" του Κλήδονα:



Αμέτρητα τα έθιμα για τη μέρες τούτες, τις μέρες του θερινού ηλιοστασίου, τις μέρες του άι-Γιάννη του Λαμπαδάρη, του Λιοτρόπου, του Κλήδονα.. αμέτρητες οι παραλλαγές, αλλά και οι καταγραφές τους.. όλες όμως με κοινή ρίζα στα βάθη των αιώνων..

Αναφέρει ακόμη ο λαογράφος Γεώργιος Μέγας τα κυριότερα είδη αυτής της μαντικής που λάμβανε χώρα αυτή τη μέρα: Την ονειρομαντεία με την αρμυροκουλούρα που παρασκευαζόταν με το αμίλητο νερό κι αλεύρι παρμένο από τρεις Μαρίες, την τεφρομαντεία με στάχτη από τρεις φωτιές, την κατοπτρομαντεία, τη μολυβδομαντεία, την αυγομαντεία, την υδατομαντεία, κ.λ.π.

Παραθέτει, επιπλέον, άλλες συνήθειες των ημερών αυτών, όπως τη συλλογή λουλουδιών, των λεγομένων "αγιάννηδων" και το κρέμασμα μπουκέτου ή στεφάνου στα σπίτια, τους αγυρμούς παιδιών που κρατούν λουλούδια ("καλογιάννηδες") κι ένα δοχείο νερό και χορεύοντας και τραγουδώντας, ρίχνουν νερό στα καλύβια, την έναρξη των μπάνιων στη θάλασσα, τη συγκομιδή ρίγανης (Άι-Γιάννης Ριγανάς) κι άλλα πολλά κι ενδιαφέροντα, αλλά, δυστυχώς, ξεχασμένα..

Σάββατο 15 Μαρτίου 2008

Ο Άγιος Θόδωρος και το φανέρωμα του γαμπρού


Marc Chagall
Το πρώτο Σάββατο της Σαρακοστής τιμάται ο `Aγιος Θεόδωρος. Και τούτο το Σάββατο θεωρούνταν συχνά από το λαό  «Ψυχοσάββατο»*, οπότε γίνονταν οι γνωστές προσφορές κολλύβων στους νεκρούς και η μνημόνευσή τους. 

Το Σάββατο "τ'Αγίου Θεοδώρου" ("Ανάθεμα που δούλευε τα τρία τα Σαββάτα,
το Κρεατινό, το Τυρινό, τ' αγίου Θεοδώρου!"), κατείχε μια ιδιάζουσα θέση στην παράδοση του λαού μας, καθώς τη μέρα τούτη οι ανύπαντρες κοπέλες συνηθίζαν να χρησιμοποιούν το στάρι  που ευλογούσε ο παπάς για να ονειρευτούν το μελλούμενο γαμπρό. (βλ. και: Τα νυχτέρια...)

Το έθιμο αυτό συναντάται σε πανελλήνια κλίμακα και ανθούσε στο Πήλιο ακόμη και πριν λίγα χρόνια με μικρές παραλλαγές από χωριό σε χωριό.

Σύμφωνα με τον τοπικό λαογράφο Κώστα Λιάπη («Ώρες του Πηλίου»):

«Το βράδυ της Παρασκευής της Καθαροβδομάδας, παραμονιάτικα δηλαδή των Αγίων Θεοδώρων, οι κοπέλες ζητούσαν από τρία πρωτοστέφανα Μαρία κι από ένα παντρεμένο Θόδωρο λίγα σπειριά σιτάρι. Αυτά τα πάνε στην εκκλησιά να διαβαστούνε και σα γυρίσουν στο σπίτι τους τα «σπέρνουν» κάτω απ'το προσκέφαλό τους, ή, σπανιότερα, και πίσω από την πόρτα της κάμαρής τους. Στα παλαιότερα μάλιστα τα χρόνια έβαζαν κι ένα δρεπάνι.

Την ώρα που λαβαίνει χώρα τούτο το εθιμικό γεγονός οι ίδιες κάνουν την έμμετρη επίκληση:


`Aγι'μ' Θόδουρι μ' καλέ μ'

κι καλέ μ' θαυματουργέ μ'

απ'την έρημου πιρνάς

κι τις μοίρες χιριτάς

αν εύρεις κι τι μοίρα μου

να τηνε χαιριτήσεις.

Πλιένουμε δε σκουπίζουμι

να'ρθει να μι σκουπίσ'.

Βράζου στάρι κι κριθάρ'

στ' `Aη-Θουδουριού τη χάρ'

κι όποιους είνι να μι πάρ'

να'ρθει να τουν'δω του βράδ'.

Παραλλαγές της επίκλησης τούτης, που είναι πιο γνωστή στο ανατολικό Πήλιο, υπάρχουν πολλές. Αναφέρω ακόμα μία που συνηθίζεται στο δυτικό, τούτη τη φορά, Πήλιο και που έχει αμεσότερη σχέση με τα σύμβολα που χρησιμοποιεί κατά τη διαδικασία του εθίμου η κόρη:


`Aγιοι Θόδουροι καλοί

άγιοι και θαυματουργοί

εις την έρημου που πάτι

κι την τύχη μ' απαντάτι

αν την δείτι να καθέτι

να της πείτι να σ'κουθεί

του σιτάρ' απ'έσπειρα

να θιρίσουμι μαζί.

Φυσικά όλη τούτη η εθιμική διαδικασία έναν και μοναδικό στόχο έχει ' το φανέρωμα πάλι του γαμπρού στα όνειρα της κόρης.

Πλούσιο σε μέσα και συμβολισμούς τούτο το έθιμο. Ας τα απαριθμήσουμε:

Ο `Aη-Θόδωρος, ο παραδοσιακός προστάτης των κοριτσιών που βρίσκονται σε ώρα γάμου, ο αριθμός της καλοτυχιάς τρία, τα «πρωτοστέφανα» που φέρνουν πάντα γούρι, τα «Μαριά», η επιλογή των οποίων δεν είναι άσχετη με τη λατρεία της Παναγίας, το σιτάρι, που όμοια με το ρύζι θεωρείται απ'το λαό μας πάντα σαν καλοσήμαδο σύμβολο, τα «γράμματα» της εκκλησίας που φέρνουν τη σφραγίδα της θείας επικύρωσης και συνδρομής στο εθιμικό εγχείρημα και τέλος η επίκληση που αποτελεί απαραίτητο και αναφαίρετο συμπλήρωμα κάθε μαντικής πράξης.»

Ρωτώντας μερικές γυναίκες, διαφόρων ηλικιών από κοντινά χωριά, άκουσα τούτο το έθιμο σε διάφορες παραλλαγές. Αλλού το στάρι το έφερνε ο παπάς και το μοίραζε, αλλού οι «πρωτοστέφανες» ή οι νιόπαντρες το κουβαλούσαν μαζί στην εκκλησιά μέσα σε πουγκάκια ή χάρτινα χωνιά να διαβαστεί από τον παπά κι έπειτα το έπαιρναν τα κορίτσια. Οι νεότερες γυναίκες που ρώτησα μου αποκρίθηκαν πως το ζητούσαν από τρεις πρωτοστέφανες Μαρίες -ή ακόμα τρεις οποιεσδήποτε πρωτοστέφανες σε όποιο όνομα κι αν άκουγαν- κι ύστερα το κουβαλούσαν στις τσέπες τους στη λειτουργία για να ευλογηθεί. Αυτή υπήρξε η εξέλιξη του εθίμου στη νεότερη γενιά. Το τραγούδι της επίκλησης ακούγεται με πολλές παραλλαγές. Συνήθως όμως το έλεγαν από τρεις φορές πριν ρίξουν το στάρι κάτω από το μαξιλάρι τους κι επί τρεις συνεχόμενες βραδιές. Μια παλιότερη μαρτυρία αναφέρει πως η επίκληση γινόταν αφού δέναν έναν ζωνάρι στη μέση τους, όπως οι θεριστάδες στη σπορά, και μερικές μάλιστα, κρατώντας συμβολικά, κι ένα δρεπάνι.

Pierre-Auguste Renoir

Το έθιμο αυτό ανθούσε σε όλη την Ελλάδα. Χαρακτηριστικά είναι και τα σχετικά αποσπάσματα του λαογράφου Γ.Α. Μέγα («Ελληνικές γιορτές και έθιμα της Λαϊκής λατρείας»):

«Με κόλλυβα των Aγίων Θεοδώρων οι ανύπαντρες κοπέλες ζητούν να προκαλέσουν μαντικό όνειρο: βάζουν 3 ή 9 σπειριά σε άσπρο πανάκι δεμένο με μαύρη κλωστή κάτω απ'το προσκέφαλο και προσκαλούν τη Μοίρα με διάφορους τρόπους. [ ...]

`Aλλη μέθοδος ονειρομαντείας, που συνηθίζεται την ημέρα αυτή, είναι η σπορά σιταριού ή κολλύβων με τρόπο μαγικό και η επίκληση της Μοίρας.

Π.χ. στην Αράχωβα της Παρνασσίδας την Παρασκευή το βράδυ σπίτια πού'χουν Γιάννη ή Θόδωρο κρεμάνε στην πόρτα τους ένα σακουλάκι με στάρι. Τα κορίτσια πάνε σε δύο Θοδωράδες κι ένα Γιάννη και κλέβουν, δήθεν, απ'τα τρία αυτά σπίτια λίγο στάρι. Κατόπιν έρχονται στο σπίτι, σκαλίζουν λίγο το χώμα και σπέρνουν το στάρι. Παίρνουν αμίλητο νερό στο στόμα και το φέρνουν ' στο δρόμο ακούν ονόματα. Με το νερό ποτίζουν το στάρι λέγοντας: 'Σε σπέρνω και σε ποτίζω κι όποιος είναι για νάν τον επάρω να'ρθει να το θερίσουμε μαζί'. Προσέχουν και τι ονείρατα θα ιδούν.

Σε μερικούς τόπους γίνεται το πρωί και συγκέντρωση γυναικών και κοριτσιών για μαντικούς σκοπούς και παρόλο που είναι Σαρακοστή ακολουθούν χοροί και διασκεδάσεις. Έτσι στη Σκύρο ανήμερα των Αγίων Θεοδώρων μαζεύονται τα κορίτσια και κόβουν τ'αρμερόπ'το, χορεύουν, κάνουν μεγάλη διασκέδαση - τ'αρμερόπ'το το κάνουν την παραμονή με αλεύρι και αλάτι κλεμμένα από τρία απίκραντα σπίτια που να έχουν Μαριά ή Γιάννη. Απ'την ίδια ζύμη κάνουν και όλα τα γράμματα του αλφαβήτου, τα ψήνουν κι αυτά πάνω σε κληματσίδες και τα ξαστρίζουν τη νύχτα στο λιακό μαζί με τ'αρμερόπιτο. Τα ψηφιά από τη ζύμη τα σκεπάζουν μ'ένα κόκκινο πανί και καθεμιά χώνει από κάτω το χέρι και παίρνει ένα. Ό,τι γράμμα πιάσει, από κείνο θ'αρχίζει το όνομα εκείνου που θα πάρει. Τα κομμάτια απ'τ'αρμερόπιτο τα βάζουν το βράδυ κάτω απ'το προσκέφαλό τους και μελετούν να δουν, ποιόν θα πάρουν.»

Ένα αντίστοιχο έθιμο καταγράφεται και στο βιβλίο «Κοντά στις ρίζες μας (Λαογραφικά Μαγνησίας)», έκδοση του 11ου δημοτικού Βόλου το 1984:

«Την ημέρα αυτή οι ανύπαντρες κοπέλες έκαναν σε μερικά χωριά τις αρμυροκουλούρες. Αυτές ήταν κουλούρες φτιαγμένες με προζύμι και πολύ αλάτι. Αυτές τις έψηναν και το κάθε κορίτσι έτρωγε από μία ολόκληρη, χωρίς να πιει νερό. Το βράδυ στο όνειρό τους, όποιον δουν να τους δώσει νερό, αυτόν θα πάρουν για άντρα τους.»

Μια ακόμη μέθοδο ονειρομαντίας περιγράφει και ο λαογράφος Κώστας Λιάπης («Ώρες Πηλίου»):

«Στο Ανατολικό Πήλιο φυτρώνει ένα πολύφυλλο κι αρκετά ψηλό μονοετές φυτό που είναι γνωστό με το όνομα «Βεργογιάννης», όνομα που το'δωσε άγνωστο πως και γιατί, η πηλιορείτικη ντοπιολαλιά.

Παραμονιάτικα λοιπόν των Αγίων Θεοδώρων τα κορίτσια του `Aη Δημητρίου (χωριού του Ανατολικού Πηλίου) αφού ζητήσουν και πάρουν από τρία «πρωτοστέφανα» τρεις διαφορετικού χρώματος κλωστές κεντήματος- μία απ'το καθένα- βρίσκουν ένα τέτοιο φυτό και το δένουν, δίχως να το κοιτάζουν και με τις τρεις κλωστές μαζί, διπλαρωμένες σε αλ'σίδι, ενώ σύγκαιρα κάνουν μέσα τους την ευχετική επίκληση στον `Aη Θόδωρο να τους στείλει στον ύπνο τους το σύντροφό τους για να λύσουν μαζί το «Βεργογιάννη»...»

Υ.Γ.:
* Επισήμως δε θεωρούνται Ψυχοσάββατα, παρά μόνο εκείνο πριν την Κυριακή της Απόκρεω κι εκείνο της Πεντηκοστής. Αλλά, όπως ξεκαθαρίζει κι ο κοσμοκαλόγερος Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στο διήγημά του "Άγια και πεθαμένα":

"...Ἦτο Παρασκευὴ τῆς Α´ ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν, ἡ προτεραία τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου. Τὴν πρωίαν ἐκείνην, εἰς τὴν λειτουργίαν τῶν Προηγιασμένων, προσεφέρετο ἀφθονία κολλύβων εἰς τοὺς ναούς.

Τὰ προσφερόμενα κόλλυβα ἦσαν ὄχι μόνον «πεθαμένα κόλλυβα», εἰς μνήμην τῶν νεκρῶν, ἀλλὰ καὶ ἑορτάσιμα κόλλυβα, πρὸς τιμὴν τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου. Ψυχοσάββατον δὲν εἶναι ἡ ἡμέρα, ἀλλὰ μόνον Σάββατον σαρακοστιανόν, καθ᾽ ὅλα δὲ τὰ Σάββατα ἐν γένει γίνονται μνεῖαι τῶν νεκρῶν μετὰ κολλύβων. Προσέτι, δὲν εἶναι μνήμη «τῶν Ἁγίων Θεοδώρων», ἀλλὰ μόνον τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Τήρωνος, καὶ ὄχι πάλιν ἡ μνήμη αὐτοῦ, ἥτις τελεῖται κατὰ τὴν 17 Φεβρουαρίου, ὅπως ἡ τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στρατηλάτου τῇ 8 τοῦ αὐτοῦ, ἀλλὰ μόνον «Ἀνάμνησις τοῦ διὰ κολλύβων γενομένου θαύματος παρὰ τοῦ Ἁγίου μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου τοῦ Τήρωνος», ὅτε ὁ ἀσεβὴς τύραννος Ἰουλιανὸς ὁ Παραβάτης ἠθέλησε νὰ μολύνῃ τοὺς χριστιανούς, κατὰ τὴν πρώτην ἑβδομάδα τῶν Νηστειῶν, διὰ τῶν εἰδωλοθύτων, ἐμφανισθεὶς δὲ ὁ Ἅγιος εἰς τὸν ἐπίσκοπον παρήγγειλε νὰ δώσῃ κόλλυβα εἰς τοὺς πιστοὺς νὰ φάγουν, ἐξηγήσας ἅμα τί εἶναι τὰ κόλλυβα.

Εἰς τὰς μνήμας ὅλων τῶν Ἁγίων προσφέρονται κόλλυβα τιμητικά, ἑορτάσιμα, ἐξαιρέτως δὲ κατὰ τὴν ἑορτὴν ταύτην τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου, εἰς ἀνάμνησιν τοῦ θαύματος. Τὰ κόλλυβα δὲ ταῦτα τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου εἶχον καὶ θαυματουργὸν ἰδιότητα διὰ τὰς κόρας τοῦ λαοῦ. ..." 

(βλέπε όλο το διήγημα του Παπαδιαμάντη, εδώ: Άγια και πεθαμένα (τα κόλλυβα του Αγίου Θεοδώρου))