Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μήλα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μήλα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 27 Ιουλίου 2024

Τα θαυματουργά μήλα της Αγίας Ειρήνης Χρυσοβαλάντου...

Η Αγία Ειρήνη η Χρυσοβαλάντου καταγόταν από την Καισάρεια της Καππαδοκίας κι από γονείς πλούσιους και ευσεβείς. Κι ενώ ξεκίνησε για την Κωνσταντινούπολη ως υποψήφια νύφη για τον υιό του αυτοκράτορα Θεοφίλου και της Θεοδώρας, Μιχαήλ Γ', κατέληξε, με τις ευχές του προφητικού Οσίου Ιωαννικίου,  μοναχή και τελικά ηγουμένη στην Ιερά Μονή Χρυσοβαλάντου, αφού μοίρασε όλα τα πλούτη της στους φτωχούς...


Συνήθως εικονίζεται να βαστάει τρία μήλα, ενώ στέκεται δίπλα σε μια λυγισμένη κορφή κυπαρισσιού. Στο βίο της καταγράφεται πως, καθώς ολονυχτίς έβγαινε και προσευχόταν με τόση θέρμη, υψωνόταν κι έμενε μετέωρη και τότε τα δυο κυπαρίσσια στο προαύλιο της Μονής γέρναν προς το μέρος της σαν να την προσκυνούσαν... Όσο για τούτα τα τρία θαυματουργά μήλα, εις ανάμνηση των οποίων μέχρι και σήμερα ευλογούνται, τεμαχίζονται και διανέμονται στους πιστούς μήλα ως ευλογία, η παράδοση είναι η εξής:

Ἡ Ἁγία διανύουσα τόν μοναχικόν αὐτῆς δίαυλον ἐπί τῆς γῆς, ἕνεκα τῶν πνευματικῶν της ἀγώνων εὗρε μεγίστην πρός Θεόν παρρησίαν καί ἀξιώθηκε νά λάβη ἀπό τόν Θεόν ὡς ἀρραβῶνα τῆς μελλούσης ζωῆς, τήν ὁποίαν θά ἀπελάμβανε εἰς τούς οὐρανούς μετά θάνατον, τρία Παραδείσια μῆλα μέσα σ’ ἕνα χρυσοΰφαντον μανδήλιον.
Τά μῆλα αὐτά τά ἔφερεν εἰς αὐτήν κάποιος ναύτης ὁ ὁποῖος καί ἐδιηγήθη εἰς τήν Ὁσίαν ὅτι ἦτο ναύτης ἀπό τήν νῆσον Πάτμον καί ἐμβῆκε εἰς πλοῖον τό ὁποῖον ταξίδευε ἀπό τήν Πάτμον εἰς τήν Κωνσταντινούπολιν, εἰς τήν ὁποίαν ἤρχετο καί ἐκεῖνος διά κάποιαν ὑπηρεσίαν του. Καθώς δέ ἀπέπλευσε τό πλοῖον –εἶπε πρός τήν Ὁσίαν ὁ ναύτης– καί ἐπερνούσαμε ἀπό τό ἀκατοίκητον μέρος τῆς νήσου εἶδον ὡραῖον καί θεοειδῆ γέροντα, ὁ ὁποῖος μᾶς διέταξε νά τόν περιμένουμε. Ἐπειδή ὄμως ὁ τόπος ἦτο κρημνώδης καί ὁ ἄνεμος καλός δέν ἐσταματήσαμε· τότε ἐκεῖνος ἐφώναξε δυνατώτερα προστάζοντας τό πλοῖον νά σταματήση. Καί ἀμέσως –ὦ τοῦ θαύματος– ἐστάθη τό πλοῖον ἕως ὅτου ἦλθε πρός ἡμᾶς ὁ γηραιός ἐκεῖνος περιπατῶν ἐπάνω στά κύματα.
Ἐμείναμε τότε ὄλοι ἄφωνοι καί ἔμφοβοι πρό τοῦ ἐξαισίου τούτου θαύματος καί ἐπιστεύσαμε ὅτι πρόκειται περί ἁγίου ἀνδρός. Ὅταν δέ ἐπλησίασε τό πλοῖον ὁ θεοειδής ἐκεῖνος γέροντας ἔδωσε εἰς ἐμέ τά μῆλα αὐτά μέ τήν ἐντολήν νά φέρω αὐτά εἰς τήν ἁγιωσύνη σου καί μοῦ εἶπε: «Χάρισε αὐτά εἰς τήν Ἡγουμένην τοῦ Χρυσοβαλάντου Εἰρήνην καί εἰπέ εἰς αὐτήν: Φάγε ἀπό αὐτά πού ἐπεθύμησεν ἡ καλή σου ψυχή· ὅτι τώρα ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ Ἰωάννης ἔρχομαι ἀπό τόν Παράδεισον φέρων αὐτά διά λόγου σου».
Αὐτά ἀφοῦ μᾶς εἶπε καί μᾶς ηὐχήθη ἀμέσως τό πλοῖον ξεκίνησε, ἐκεῖνος δέ ἔγινεν ἄφαντος. Ἡ Ὁσία Εἰρήνη ἀκούσασα ταῦτα ἀπό τήν χαράν της ἐδάκρυσε καί πολλάς εὐχαριστίας ἀπέδωσε πρός τόν ἠγαπημένον μαθητήν τοῦ Χριστοῦ καί Ἀπόστολον Ἰωάννην τόν Θεολόγον.
Ὁ μέν λοιπόν ναύτης λαβών ἀπό τήν Ἁγίαν εὐλογίαν ἀνεχώρησε, ἐκείνη δέ ἐνήστευσε μίαν ἑβδομάδα εὐχαριστοῦσα τόν Κύριον εἰς τήν δωρεάν αὐτήν ὅπου τῆς ἔστειλε διά μέσου τοῦ δούλου του Ἰωάννου.
Ἔπειτα εἰς δόξαν αὐτοῦ ἄρχισε νά τρώγη ἀπό τό ἕνα μῆλον καθ’ ἡμέραν ὁλίγον χωρίς νά γευθῆ ἄρτον ἤ λάχανα ἤ ἄλλο τι βρώσιμον οὔτε κἄν ὕδωρ ἔπινε καί ἐπέρασε νῆστις μέ τήν δύναμη τοῦ μήλου αὐτοῦ σαράντα ὁλοκλήρους ἡμέρας καί τόση εὐωδία ἔβγαινε ἀπό τό στόμα της πού γέμιζε τάς ὀσφρήσεις τῶν ἀδελφῶν καί ὅλο τό Μοναστήριον εὐωδίαζε τόσον πού ἦταν σάν νά ἐκατασκεύαζαν καθ’ ἡμέραν μύρα πολύτιμα καί ἀρώματα.
Τό δεύτερο μῆλο ἐτεμάχισε καί ἐμοίρασε εἰς τάς μοναχάς εὐλογίας ἕνεκεν καί τό τρίτον ἐφύλαξε ὠς φυλακτήριον ἔνθεον δι’ ἑαυτήν καί τό διετήρησε μέχρι τέλους τῆς ζωῆς της.
Προγνωρίσασα δέ τόν θάνατόν της, τάς τελευταίας ἡμέρας τῆς ζωῆς της εἶχεν ὡς τροφήν τόν παραδείσιον τοῦτον καρπόν. (πηγή:  Ιεράς Κοινοβιακής Μονής Αγίας Ειρήνης Χρυσοβαλάντου)
(πηγή φωτογραφίας: Δόγμα)

Τα μήλα τούτα μοιράζονται ως ευλογία σε προβλήματα υγείας, ιδιαιτέρως όμως σε προβλήματα ατεκνίας ή σε δύσκολες εγκυμοσύνες -και μάλιστα με την προϋπόθεση πριν φαγωθούν να προηγηθεί μια τριήμερος νηστεία- για αυτό και η Αγία Ειρήνη η Χρυσοβαλάντου θεωρείται η κατεξοχήν προστάτιδα της εγκυμοσύνης και του τοκετού. Πλήθος παιδιών έχουν το όνομά της, καθώς ζευγάρια που δυσκολεύονταν να αποχτήσουν τέκνα τα είχαν τάξει στην αγία.
Στους περισσότερους ναούς της, που είναι διάσπαρτοι σε όλη την Ελλάδα, η μνήμη της εορτάζεται πανηγυρικά με λιτανείες, αρτοκλασίες, ευλογημένα μήλα, αλλά και πλούσια κεράσματα ή ακόμη και συμπόσια κοινά.


(Καμάρι Σαντορίνης, πηγή φωτογραφίας: Αρμενιστής)


(πηγή φωτογραφίας: Αρμενιστής)

 Βέβαια, το γεγονός ότι στην πλούσια λαογραφική βιβλιοθήκη μου δε βρίσκω αναφορές στην αγία (για αυτό και τόσα χρόνια παρέλειψα να κάνω κάποια ανάρτηση προς τιμήν της) με κάνει να συμπεραίνω ότι μάλλον τις τελευταίες δεκαετίες διαδόθηκε τόσο πολύ η φήμη της ως θαυματουργή ώστε να γίνει τόσο αγαπητή και γνωστή στο λαό μας. Όπως και νά'χει, καθώς τη θεωρώ κι εγώ προστάτιδα κι αγαπημένη, όφειλα κάποτε να κάνω εδώ, στο διαδικτυακό μου σπιτικό, έστω και μια μικρή λαογραφική αναφορά στη χάρη της.

Χρόνια πολλά κι ευλογημένα!

(*Υ.Γ. Όσο για το συμβολισμό των μήλων, και μάλιστα τριών, ο καθείς μπορεί να κάνει τους συνειρμούς του....)

Δευτέρα 8 Νοεμβρίου 2010

Ο Χάροντας κι οι μηλόπιτες!

Ε, ρε, τίτλο που τον διάλεξα..
Σήμερα, λοιπόν, των Ταξιαρχών (Μιχαήλ και Γαβριήλ) κι όπως μας λέει ο μεγάλος λαογράφος μας Γεώργιος Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας"):
"Οι ταξιάρχες ή αρχιστράτηγοι Μιχαήλ και Γαβριήλ είναι οι Αρχάγγελοι που παίρνουν τις ψυχές. Γι' αυτό ο ταξιάρχης Μιχαήλ λέγεται (στη Σύμη) Καϊλιώτης, "διότι καίει τας καρδίας των ανθρώπων, ων αφαρπάζει τα φίλτατα". Λέγεται και Κουρκουνιώτης επειδή "κουρκουνά"(χτυπά την πόρτα) και ζητά την ψυχή. "Οι γριές (στα Κοτύρωρα) νηστεύανε στη χάρη του αρχαγγέλου Γαβριήλ, για να τις πάρει, όπως έλεγαν, εύκολα την ψυχή και να μην παιδεύονται, όταν ήταν να πεθάνουν".
Στην Αίνο της Θράκης, για να μην τους πάρει ο Αρχιστράτηγος πριν της ώρας, 
"αφ'εσπέρας της εορτής των Αρχιστρατήγων δεν αφήνουν τα υποδήματά των έξω της οικίας, ως συνηθίζουν πάντοτε, αλλά τα παίρνουν μέσα, ίνα μη ιδών αυτά ο Αρχιστράτηγος Μιχαήλ ενθυμηθεί αυτούς και αναλάβει εκ της ζωής."
Στον Σκοπό, μια άλλη κωμόπολη της Θράκης, για να εξευμενίσουν τον Αρχιστράτηγο, συγκεντρώνονταν το βράδυ της παραμονής οι ηλικιωμένοι κάτοικοι σ'ένα "υποτυπώδες ιερόν" έξω από την πόλη 
"φέροντες έκαστος μεθ'ευατού τον πετεινόν του, δια να τον σφάξει εκεί εις γέρων, ο οποίος είχε το έργον τούτον ισοβίως ως τι προνόμιον, υπό το φως ανημμένων κηρίων... Ο θύτης ως λειτουργικά ελάμβανεν αυτοδικαίως τας κεφαλάς των σφαζομένων πετεινών. Η όλη πράξις υπενθυμίζει το του Σωκράτους: θύσατε Ασκληπιώ αλεκτρύονα.""

Κι όπως μας εξηγεί ο έτερος λαογράφος μας Βασίλης Λαμνάτος ("Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας"):
"Για τον Αρχάγγελο Μιχαήλ, κοινώς Μιχάλη ή Χάρο, λένε πως είναι κουφός και "δεν ακούει, κλάματα θρήνους δεν ακούει". Και γι'αυτόν η παράδοση λέει πως κάποτε ο Θεός τον έστειλε να πάρει την ψυχή μιας ετοιμοθάνατης πολυμελίτισσας μάνας. Ο Χάρος πήγε ως εκεί, αλλά ακούγοντας τα κλάματα των μικρών παιδιών της τα λυπήθηκε και γύρισε στο Θεό, χωρίς την ψυχή της άρρωστης μάνας. Ο Θεός τον ξανάστειλε κι αυτός ξαναγύρισε πάλι με τα χέρια αδειανά όπως λέμε. Τότε ο Θεός όταν είδε κι αυτή τη φορά να παραβιάζει την εντολή Του, τον χτύπησε στ'αυτιά κι ο Μιχαήλ ή Χάρος έχασε αμέσως την ακοή του. Κι από τότε δεν λυπάται κανέναν γιατί δεν ακούει. Έτσι παίρνει ασυγκίνητος τις ψυχές και τις πάει στον Άναρχο."

Εμείς πάλι, στο χωριό μας, βρήκαμε άλλη πατέντα για να τον γλυκάνουμε, κι έτσι τα τελευταία χρόνια -ένεκα και της εποχιακής παραγωγής (βλ. Μίλα μου για μήλα! (στο βουνό των Κενταύρων..))- ξεκίνησε ένα καινούριο έθιμο, αυτό της μηλόπιτας. Στην αρτοκλασία λοιπόν, την παραμονή της εορτής, οι γυναίκες φτιάχνουν κάθε λογής μηλόπιτες και μηλοπιτάκια, τα οποία αφού διαβαστούν, μοιράζονται στον κόσμο. Άντε να δούμε...


Όμως στο Μιχαήλ, αποδίδονται και ιδιότητες θεραπευτή. Καταγράφει ο Γεώργιος Μέγας: "Πλήθος είναι τα αφιερώματα στις άγιες εικόνες του αρχιστράτηγου Μιχαήλ, στον οποίο αποδίδονται και θεραπευτικές ιδιότητες. Σ' αυτόν "σκλαβώνουν" οι μητέρες και τ'άρρωστα παιδιά, για να ζήσουν. Έτσι στη Σιγή της Βιθυνίας 
"άμα αρρωστούσε κάποιο παιδί το σκλάβωναν, δηλαδή το πήγαιναν στον Ταξιάρχη, το ζυάζανε κι όσες οκάδες έβγαινε, τόσο κερί ή λάδι (ή οτιδήποτε άλλο) θα έδιναν στον Ταξιάρχη. Έλεγεν η μητέρα:"Να μου τ'αξιώσεις Ταξιάρχη μου, να γίνει τόσων χρόνων και να σε φέρω τόσες οκάδες λάδι, κερί, κλπ." Άμα το ζυάζανε, του έβαζαν ένα χαλκά από ασημένιο σύρμα στο λαιμό και το φορούσεν εκεί, ώσπου να περάσουν τα χρόνια που ζήτησεν η μητέρα. Τότε πήγαιναν πάλι στον Ταξιάρχη, πλήρωναν το τάσιμο και ξεσκλάβωναν το παιδί, δηλαδή του έβγαζαν το χαλκά από τον λαιμό και τον κρεμούσαν στην εικόνα.""

Πέμπτη 7 Οκτωβρίου 2010

Μίλα μου για μήλα! (στο βουνό των Κενταύρων..)

Στα πολύ παλιά χρόνια, εκείνα που λέμε μυθολογικά, εδώ στο βουνό μας, το βουνό των Κενταύρων, το "εινοσίφυλλον", έλαβαν χώρα οι λαμπροί γάμοι ενός θνητού βασιλιά και μιας αθάνατης νεράιδας. Τούτος ο βασιλιάς, δυσκολεύτηκε αρκετά να την καταφέρει, καθ'ότι εκείνη θεά άπιαστη, νύμφη της θάλασσας, πού'χε το χάρισμα ν'αλλάζει μορφές, να γίνεται πότε φωτιά, πότε νερό και πότε άγριο θηρίο. Ακολουθώντας, όμως τη συμβουλή του σοφού Κενταύρου Χείρωνα, παραφύλαξε και την άρπαξε κρατώντας την γερά μέχρι να πάρει την αρχική μορφή της, τη μορφή της πανέμορφης Νηρηϊδας. Κι έτσι, λοιπόν, την παντρεύτηκε με γλέντι μεγάλο και τρανό φαγοπότι κι όλους τους θεούς καλεσμένους. Όλους, εκτός από μια θεά, μια θεά κομματάκι στρίγγλα, κακόβουλη κι αντιπαθητική που κανείς δε σκέφτηκε να την καλέσει στους γάμους. Κι από κει ξεκίνησε το κακό... Τούτη η θεά, η Έριδα (Έρις), καθώς τσαντίστηκε που δεν ήταν καλεσμένη, πήγε χολωμένη κι έριξε στο τραπέζι των θεών ένα μήλο ως έπαθλο ομορφιάς με την επιγραφή "η καλή λαβέτω" κι όπως συνεχίζει ο Ευριπίδης με τα λόγια της Ωραίας Ελένης (Ευριπίδου, "Ελένη"23):

"Και θα σας πω τα πάθια μου' τρεις ήρθαν
θεές στης Ίδας την κοιλάδα νά'βρουν
τον Αλέξανδρο (Πάρι), για τα καλλιστεία,
η Ήρα, η Κύπρις (Αφροδίτη) κι η Παρθένα κόρη (Αθηνά)
του Δία, θέλοντας η κάθε μια τους
στο τέλος του αγώνα να νικήσει
της ομορφιάς. Μα η Κύπριδα με δόλο
επρόσφερε εμέ, την ομορφιά μου
-αν είναι ομορφιά η δυστυχία-
γυναίκα να γενώ του Αλεξάνδρου,
κι έτσι νικά. Και ο Ιδαίος Πάρις
τη μάντρα του άφησε κι ήρθε στη Σπάρτη
γυναίκα του να πάρει εμένα."



Έτσι, στους φημισμένους γάμους του βασιλιά Πηλέα και της Νηρηϊδος Θέτιδος, εδώ στο Πήλιον όρος, που έγιναν με τη συμβολή του Κενταύρου Χείρωνα -ο οποίος, παρεμπιπτόντως χάρισε στο φίλο του Πηλέα κι ένα δόρυ φτιαγμένο από μηλιά- με αιτία ένα μήλο, τον γνωστό μήλο της Έριδος, δόθηκε η πρώτη αφορμή για να ξεσπάσει ο περίφημος Τρωικός Πόλεμος!


Και για νά'ρθουμε στα δικά μας τώρα... Τούτο το βουνό, με την παράδοση στα μήλα -κάθε λογής!- κάθε φθινόπωρο ροδοκοκκινίζει, ντύνεται γιορτινά (ίσως για να τιμήσει τους γάμους εκείνου του βασιλιά με τη νεράιδα.. ποιός ξέρει;), καθώς ωριμάζει ο καρπός των κατάφορτων δέντρων στις πλαγιές και στα χωράφια. Ίσως νά'ναι και το πιο όμορφο δέντρο η μηλιά, όταν βρίσκεται στην εποχή της, όταν τα δέντρα, θαρρείς γκαστρωμένα, φτάνουν στην ώρα τους, για να μας χαρίσουν μ'απλοχεριά το γέννημά τους..


Και, πραγματικά, δε μπορώ να περιγράψω τη θλίψη που με στοιχειώνει, όταν αισθάνομαι τόνους από τούτους τους νόστιμους και θρεπτικούς καρπούς, που μας δωρίζει η μάνα γη και που με κόπο κάποιοι συνεχίζουν να επιμένουν να καλλιεργούν, να σαπίζουν παρατημένοι στα ψυγεία, καθώς ουδείς έμπορος ενδιαφέρεται να τους αγοράσει.. Κι απορώ, όταν έχουμε τόσο καρπό, υπέροχο καρπό, γιατί πρέπει να γίνονται τόσες ανεξέλεγκτες εισαγωγές και η ντόπια παραγωγή να εγκαταλείπεται στο έλεός της- αν όχι, για να σβήσουν απ'την Ελλάδα την αγροτιά. Άσε που έχω βαρεθεί να βλέπω παντού, κάθε λογής μήλα που κυκλοφορούν στις αγορές, να βαφτίζονται πηλιορείτικα!
Πέρσι την άνοιξη θυμάμαι, ένας φίλος με τόνους μήλα απούλητα στοιβαγμένα στα ψυγεία (όπου, συν τοις άλλοις, πληρώνεις και τα ψυκτικά) τα πήρε, τα φόρτωσε στην καρότσα κι άρχισε να τα μοιράζει πεσκέσι σε γνωστούς κι αγνώστους. "Θες δυο κλούβες; Είναι ωραία μήλα, θρεμμένα μοναχά με κοπριά. Να μην πεταχτούνε.." Κι όσα περισσέψανε, τροφή για τα ζώα. Τουλάχιστον να μη σαπίσουνε στα ψυγεία..
Φέτος άκουσα και το καλό, από έναν έμπορο σ'έναν παραγωγό "Θα τα πάρω, αλλά αν δε βρω να τα διοχετεύσω στην αγορά, θα σου τα γυρίσω πίσω και θα πληρώσεις και τα ψυκτικά. Αν πουληθούν, κάτι θα σου δώσω κι εσένα."



Μήλα πανέμορφα, λαχταριστά και να μην τα ζητά κανείς.. Να παλεύεις να τ'αναστήσεις, να τα καλλιεργήσεις, να τα κλαδέψεις, να τ'αρέψεις (να αραιώσεις, δηλαδή, τα δέντρα από τον πολύ καρπό, ώστε να δυναμώσουν και να μη γίνει μικροκαρπία), να τα συλλέξεις, να τα ξεδιαλέξεις... για να μείνουν να σαπίζουν στα αζήτητα. Κι αν βρεθεί κανείς να τ'αγοράσει, το αντίτιμο είναι μηδαμινό για τον κόπο σου. Αλλά, τουλάχιστον, να βρεθεί κανείς, να βγουν τα έξοδα, κι αυτά τα έρμα να μην πάνε χαμένα.. τα πονάς.. Σίγουρα τα πονάς, γιατί πλέον με όλα τούτα, ασχολούνται μονάχα όσοι έχουν μεράκι. Οι υπόλοιποι, είδαν κι απόειδαν, εγκατέλειψαν τα δέντρα στην τύχη τους...


Την περασμένες μέρες, ευτυχώς πριν πιάσουν οι δυνατές βροχές, μαζεύαμε μήλα. Ανά χείρας η φωτογραφική, καθώς διαρκώς με πλανεύαν οι χρωματισμοί απ'τα φορτωμένα κλωνιά με τους γινομένους καρπούς. Κι ύστερα, ξεδιάλεγμα στις κλούβες. Να μην είναι χτυπημένα και χαλάσουνε, να μην είναι μικρά και τα σνομπάρει ο κακομαθημένος πελάτης. Τα μικρά θα τα γευτούμε εμείς, που μας νοιάζει μοναχά το περιεχόμενο. Τα χτυπημένα θα τα χαρούν τα ζωντανά- τ'άλογα, τα πρόβατα, τα κατσίκια.. Αρκεί τουλάχιστον να πουληθούνε τα καλά, τα φιγουράτα όπως τα θέλουνε...





   (Δ.Δημητράκου, "Μέγα Λεξικόν όλης της Ελληνικής Γλώσσης")

* "Κι η Σαγιτεύτρα (θεά Άρτεμις) τότε θύμωσε, κι ευτύς τους ξαπολύνει
φύτρα θεϊκιά, κακό, λευκόδοντο, μουνουχισμένο κάπρο.
Κι εχύθη αυτός στου Οινέα τα χτήματα και ρήμαζε τα πάντα'
και σώριαζε στο χώμα σύγκορμα δέντρα μεγάλα πλήθος
με όλες τις ρίζες τους και με όλο τον καρποφόρο ανθό τους."
   (Ομήρου Ιλιάς Ι 538-542, απόδοση: Ν.Καζαντζάκη- Ι.Θ.Κακριδή)

[σημ. Ο πίνακας στην αρχή της εγγραφής, είναι της Άννας Φαραντάτου]

Τρίτη 3 Ιουνίου 2008

Διατί η μηλιά δεν έγινε μηλέα



Ένα διήγημα του Γεώργιου Βιζυηνού..

"Αγαθή τύχη, ανεκινήθη εσχάτως το περί νεοελληνικής γλώσσης ζήτημα, το ουσιωδέστερον, κατ' εμέ, των όσα έπρεπε να επασχολούν το ημέτερον έθνος, ουσιωδέστερον ίσως και αυτού ακόμη του ανατολικού ζητήματος. Πλην, αναγνώσται και αναγνώστριαι, όσοι υπολείπεσθε ακόμη της Μεγάλης ημών Ιδέας θιασώται, μη εκπλαγείτε δια την άμεσον ταύτην συσχέτισιν του ζωτικοτέρου των ζητημάτων με την γραμματικήν των σχολαστικών της Ελλάδος. Το γνωρίζω: Οι καλόγηροι φρονούν ότι θα υπάγομεν όλοι εις τον διάβολον, όσοι δεν αποκληρούμεν τους υιούς και τας θυγατέρας ημών, δια ν' αφιερώσομεν τα κτήματά μας εις τα μοναστήρια, προς ψυχικήν σωτηρίαν. Οι συγγραφείς πρεσβεύουν, ως άρθρο πίστεως ιδίας, ότι πρόοδος εθνική δεν είναι δυνατό να γίνει, ενόσω έκαστος των Ελλήνων δεν σπεύδει να εγγραφεί συνδρομητής εις τα βιβλία των, προπληρώνων, εννοείται, την συνδρομήν του. Και εγώ λοιπόν ημπορώ να φανώ υποθέτων ότι η Ελλάς δεν θα λύσει το ανατολικόν ζήτημα υπέρ εαυτής, ειμή δια των απολύτων γενικών και των απαρεμφάτων. Και έρχομαι επομένως ενταύθα να παραστήσω το σύνθημα του μέλλοντος μεγαλείου της πατρίδος ως συνιστάμενον εις ουδέν άλλο, ει μη εις λέξεις, λέξεις, λέξεις!  Όχι! Ο λόγος, δια τον οποίον συνδέω το γλωσσικόν της Ελλάδος ζήτημα με το άλλο, το αποβλέπον τουτ' αυτό την ύπαρξίν της, είναι ... Αλλά καλύτερα να τον μαντεύσητε μόνοι σας εν τω μεταξύ αναγινώσκοντες. Το ανάγνωσμα όμως, όπερ σας προσφέρω, δεν είναι παρά μία ιστορία. Μία ιστορία τόσον απλή και συνήθης, ώστε απορώ πως δεν την έχει καμμία εκ των μεγάλων επιφυλλίδων, κανένα από τα ογκώδη βιβλία, όσα εγράφησαν εσχάτως περί του οποία πρέπει να είναι η γλώσσα των σημερινών Ελλήνων! Ιδού η ιστορία.
Όταν ήμουν μαθητής του αλληλοδιδακτικού σχολείου της πατρίδος μου, είχον ιδιαιτέραν αδυναμίαν εις την μηλιά. Δεν εννοώ την Μηλιά την θυγατέρα του γείτονός μου, αλλά την γλυκομηλιά, το δένδρον, το οποίον εστόλιζε τον κήπο μας. Ήτο πολύ περίεργον δένδρον αυτή η μηλιά: Έκαμνεν άνθη και καρπούς, όπως πάσα εξαδέλφη της, κατά το θέρος και πάλιν άνθη και καρπούς κατά το φθινόπωρον. Επειδή δε ήτο η πρώτη μηλιά, την οποίαν εγνώρισα εις την ζωήν μου, και η μόνη, ήτις με ήρεσκε πλέον των άλλων, έμαθον να ονομάζω και όλα τα δένδρα μηλιές, όσα είχον τα αυτά χαρακτηριστικά και έκαμνον μήλα όπως τα της ιδικής μας, αν και δεν εκαρποφόρουν εκείναι, όπως αυτή, δύο φοράς το έτος. Εν τούτοις, με όλην την μεταξύ εμού και της μηλιάς παλαιάν φιλίαν και συμπάθειαν, δεν ημπορώ να είπω ότι εγνώριζε καλά- καλά ο είς τον άλλον. Δεν ηξεύρω αν και η μηλιά προσεπάθησε ποτέ να εννοήσει τι πράγμα ημήν εγώ, όστις έπαιζον τόσον συχνά υπό την σκιάν της ή εκαθήμην ιππαστί επί των κλάδων της. Ενθυμούμαι όμως πολύ καλά ότι εγώ, προ πάντων κατά τον καιρόν της ανθήσεώς της, εσυνήθιζον να ίσταμαι εν τινί απ' αυτής αποστάσει, με τας χείρας εστηριγμένας επί των λαγόνων, τους οφθαλμούς ατενείς προς τον θαυμάσιον, τον ερυρθρόλευκον αυτής στολισμόν, απορών κατ' εμαυτόν επί πολλήν ώραν τι πράγμα να είναι άραγε αυτό το δένδρον! Τι πράγμα να είναι. Αλλ' όσω και αν ηπόρουν, όσο και αν ηρώτων τους περί εμέ, η απόκρισις ήτο πάντοτε η αυτή, ότι δηλαδή το δένδρον εκείνο ήτο μηλιά. Καλά! Αλλά η μηλιά τι πράγμα είναι ...
Όταν έφερον εις το χωρίον μας νέον διδάσκαλον ήλπισα ενδομύχως ότι θα εμάνθανον πλέον τι πράγμα είναι η μηλιά, διότι πριν φτάσει ο φραγκοφορεμένος εκείνος κύριος εις το χωρίον μας διεδόθη μεταξύ των παιδίων ότι ήτο πολύ καλύτερος από τον παλαιόν και τα ήξευρε όλα περιγραμμάτου. Η φήμη δεν διεψεύσθη. Διότι, μόλις ελθών ο καχεκτικός εκείνος νεανίσκος, ανέγνωσε τα ονόματά μας εκ του καταλόγου και αμέσως εύρεν ότι ήσαν όλα εσφαλμένα και ότι ο πρώην ημών διδάσκαλος ήτο χαϊβάνι. Και επήρε λοιπόν το κονδύλι και ήρχισε να μας διορθώνει τα ονόματά μας.
― Πως σε λέγουν εσένα;
― Θεόδωρο Μπεράτογλου.
― Όχι, βρε χαϊβάνι! Θουκυδίδη σε λέγουν. Θουκυδίδη Μπεράτογλου. Εσένα, πως σε λέν;
― Δημήτρη Ντεμιρτζόγλου.
― Όχι, βρε χαϊβάνι! Δημοσθένη Ντεμιρτζόγλου.
Και ούτω καθ' εξής εν μια ημέρα μετέβαλεν, ο αθεόφοβος, όλα τα βαπτιστικά μας ονόματα, αρσενικά και θηλυκά, τοιουτοτρόπως ώστε, αν συνέβαινε να έλθει κατ' εκείνη την εποχήν εις το χωρίον μας ξένος τις εκ των αγαθών φιλελλήνων, θα επίστευεν αναμφιβόλως ότι ανεκάλυψεν αίφνης την αρχαίαν Ελλάδα ολοζώντανον, με όλους αυτής τους θεούς, τας θεάς, τους ημιθέους και τους ήρωας, του ποιητάς και τους σοφούς της φοιτώντας εις το αλληλοδιδακτικόν σχολείον, γυμνούς μεν τους πόδας και ασκεπείς την κεφαλήν, όπως άλλοτε, αλλά βρακοφορούντας και γελεκοφορούντας και αντεροφορούντας!
Όπως δήποτε, όταν ο ασυνείδητος εκείνος άνθρωπος, έπεισε τον κόσμον ότι εγώ δεν είμαι του Γεωργή του χωρίου μου, αλλά ο Γοργίας, το πράγμα δεν μου ήγγισε τόσον δα την καρδία μου' το επήρα δι' αστείον. Άλλωστε εγώ δεν ωνόμαζον ποτέ τον εαυτόν μου και η μεταβολή απέβλεπε τους όσοι έμελλον να με καλώσι με το νέον μου όνομα.
Αλλά τα περιγραμμάτου του διδασκάλου μας δεν περιωρίσθησαν εις τα ονόματά μας μόνον. Δις η τρις της εβδομάδος ηγγάρευέ τινας εξ ημών δια να ξεβοτανίζομεν τον κήπο της μητροπόλεως. Εγώ δεν έβλεπον την ώραν να έλθη η σειρά μου. Εν τω κήπω υπήρχεν έν δένδρον ανθισμένον ως το ιδικόν μας. Χωρίς άλλο θα εμάνθανον τι πράγμα είναι αυτό το δένδρον. Όταν, τέλος, αγγαρευθείς και εγώ, ευρέθην μετά του διδασκάλου ενώπιον της μηλιάς:
― Τι πράγμα εν' αυτό το δένδρον, δάσκαλε, τον ηρώτησα, δείξας προς αυτόν δια του δακτύλου.
― Μηλέα, απεκρίθη εκείνος.
― Όχι! απήντησα εγώ, δεν το ξέρεις! Αυτό ν' μηλιά!
Ήτο η κακή ώρα που το είπα, διότι από τότε ήρχισαν τα βάσανά μου με αυτόν τον διδάσκαλον. Θεούς και ανθρώπους μαρτύρομαι, ότι εγώ ηρώτησα ουχί περί του ονόματος ―το όνομα το ήξευρον ― αλλά περί του πράγματος: τι πράγμα είναι το δένδρον ήθελον να μάθω, τίποτε άλλο. Ο διδάσκαλος μου όμως, δεν ηξεύρω τι παθών, απεφάσισεν απ' εκείνης της στιγμής να με μάθη και καλά ότι η μηλιά δεν είναι μηλιά, αλλά μηλέα!
― Πες πως το λένε μηλέα! εκραύγαζεν έξαλλος ο ισχνός και χλωμός νεανίσκος, κρατών με από το ωτίον και δεικνύων το δένδρον.
― Μπα, π'; ανάθεμά τον! εσκεπτόμην εγώ ηγανακτισμένος, πως ημπορεί αυτό ποτέ να γίνει η μηλιά μηλέγα! Αυτό είναι το ίδιο δένδρο που έχουμεν εις τον κήπον μας, κάμνει τα αυτά άνθη, τα αυτά φύλλα, τους αυτούς καρπούς, δεν ημπορεί παρά να είναι και αυτό μηλιά, όπως η εδική μας. Το ξέυρω από μιας αρχής, με το έμαθεν η μητέρα μου. Το λέγει όλος ο κόσμος! Εγώ ποίον να πιστεύσω περισσότερον, την μητέρα μου και τους χωριανούς μου ή αυτόν τον ξένον, που ήλθε να μας αλλάξει τα ονόματά μας!
― Όχι δάσκαλε, δεν το ξέρεις! απεκρινόμην οσάκις με ηρώτα ' αυτό ν'; μηλιά!
― Μπα; Έτσι θες εσύ, χαϊβάνι; Τώρα να σε δείξω εγώ πώς το λέν.
Και -αυτού σε τρώγει, αυτού σε πονεί- μου έδωκεν ο αθεόφοβος τεσσαράκοντα παρά μίαν, οξύτατα κραυγάζων εν τω μεταξύ να ειπώ ότι η μηλιά δεν είναι μηλιά, αλλά μηλέα!
Τώρα πρέπει να ηξεύρετε ότι εις το χωρίον μου επικρατεί μια φυσική κατά της χασμωδίας αντιπάθεια, συνεπεία δε ταύτης αι πλείσται των λέξεών μας υπόκεινται εις εκθλίψεις πολλάς και συνιζήσεις, ενώ άλλαι τινές λαμβάνουν το γ μεταξύ των φωνηέντων, ως τα θεγός, νέγος, ωραίγα, αντί θεός, νέος, ωραία κτλ. Είχον λοιπόν εγώ ο δυστυχής όχι μόνο να θυσιάσω την μηλιά εις τη μηλέαν, αλλά και να υπερνικήσω την αντιπάθειαν ταύτην, να προφέρω δηλαδή μηλέα αντί μηλέγα. Κατόρθωμα, προς το οποίον δεν με εβοήθουν τότε τα φωνητικά μου όργανα. Φαντάζεσθε λοιπόν τι υπέφερα από τον μονομανή εκείνον διδάσκαλον, έως ότου κατορθώσω και το εν και το άλλον, και να ειπώ επί τέλους ότι η μηλιά είναι  μηλέα!
Εν τούτοις, όταν μετ' ολίγον, μεταβάς εις τον οίκον μας, είδον το ωραίον μας δένδρον ανθοβολούν και μυροβόλον εν τω κήπω, κολακευτικώς περιβομβούμενον υπό των επ' αυτού πετομένων μελισσών, ησθάνθην τόσην εντροπήν, τόσην εντροπήν! Ενόμιζον ότι έκαστος των πρασίνων οφθαλμών του με έβλεπε θυμωμένος' έκαστον των ανθέων του ήνοιγε τα χείλη να με είπει ότι τα επρόδωσα ... Και μοι εφάνη ότι ο γενικός εκείνος βόμβος ήτο πικρός της ανοησίας μου έλεγχος! Και πώς να μη με ειπούν ανόητον και πώς να μη μ' ελέγξουν, αφού το δένδρον, το οποίο έβλεπα ενώπιόν μου, ήτο όλως διόλου το αυτό με το δένδρον της μητροπόλεως και όμως εγώ το αρνήθηκα και είπα ότι δεν είναι μηλιά, αλλά μηλέα!
Ενθυμούμαι ότι όλην εκείνην την νύκτα έβλεπον εις τον ύπνον μου τα άνθη της μηλιάς ως άπειρον πληθύν μικροσκοπικών ωραίων λευκοφόρων κορασίων, τα οποία με περιεβόμβουν παραπονούμενα, επιπλήττοντα, ελέγχοντά με δια την ανοησίαν μου.
Όταν την επιούσαν εισήλθον εις το σχολείον, έρριψα επί το διδασκάλου περιφρονητικόν, προκλητικόν βλέμμα.
― Πως το λέγουν το δένδρο που σε είπα, βρε χαϊβάνι; με ηρώτησεν εκείνος χαιρεκάκως.
― Μηλιά, δάσκαλε, απάντησα εγώ μετά πείσματος και προέβην εις την θέσιν μου.
Αλλά δεν επρόφθασα να καθήσω και με συνέλαβεν ο σκληρός από του ωτίου και ήρχισεν πάλιν να με βασανίζει. Δεν είναι πολύ τιμητικόν δια το γένος των δασκάλων να σας διηγηθώ ποσάκις ετιμωρήθην δια να ειπώ και καλά ότι η μηλιά είναι μηλέα' διότι εννοείται ότι έπρεπεν επί τέλους να ενδώσω και να το ειπώ, άλλως εκινδύνευεν η ζωή μου. Εν τούτοις -το λέγω προς ικανοποίησιν της ιδικής μας της μηλιάς- αυτήν δεν την επρόδωσα. Και ιδού πώς:
Αφού είδον ότι δεν ηδυνάμην ν' ανθέξω πλέον εις την σκληρότητα του απανθρωπαρίου εκείνου, έκαμα τον εξής λογαριασμόν με την συνείδησίν μου και είπον: αυτή η μηλιά, που είναι μέσα εις το κήπον της μητροπόλεως, ημπορεί να είναι μηλέα' και είναι μηλέα όχι δι' άλλον λόγον, παρά διότι ο διδάσκαλος δέρνει! Η μηλιά όμως, όπου είναι μέσα εις τον κήπο μας, είναι μηλιά, διότι είναι μηλιά! Τοιουτοτρόπως συνεβιβάσθημεν με τον διδάσκαλον.
Αλλά έλα τώρα όπου ήρχισε μια τρομερά διαμάχη μεταξύ της μηλιάς και της μηλέας εντός της κεφαλής μου! Το πράγμα ημπορεί να φαίνεται παράξενον, να φαίνεται αστείον, αλλ' εγώ δεν χωρατεύω.
Η μηλιά -δηλαδή, καθώς λέγουν οι ψυχολόγοι, η παράστασις της λέξεως μηλιά- εμβήκεν εις την ψυχήν μου συγχρόνως με την παράστασιν του δένδρου και εις έναν καιρόν, κατά τον οποίον όλαι αι αισθήσεις μου είχον αναπεπταμένας τας θύρας και εδέχοντο ευχαρίστως κάθε τι, το οποίον ήρχετο συστημένον ή από την μητέρα μου ή από τους οικείους μου να κατοικήσει εντός της κεφαλής μου. Επειδή δε τότε ήτο πολύς τόπος διαθέσιμος, εκάστη παράστασις, η οποία εισήρχετο, έστηνε τον θρόνον της και εκάθιζεν όσον και όπως της ήρεσκε καλύτερα και ήτο ωσάν οικοκυρά μέσα εις το σπίτι της. Έτσι το έκαμον τόσαι άλλαι, έτσι το έκαμε και η μηλιά. Αλλά αυτή η τελευταία, εκεί όπου εκάθητο τόσα χρόνια εις την ησυχία της και είχε πλέον το σπιτικόν της και τους φίλους της -παραστάσεις, με τας οποίας συνέζησε τόσον καιρόν εις την ψυχήν μου και συνέδεσε τόσας σχέσεις προς αυτάς και συγγενείας- βλέπει μίαν ημέρα την κυρά την μηλέα, που εμβαίνει μέσα στο κεφάλι μου έξαφνα - έξαφνα, τόσον μονάχη και όμως τόσο ξιππασμένη, να της λέγει της μηλιάς «σήκω συ να κάτσω εγώ!». Μπα! είπεν η μηλιά, και πώς γίνετ'; αυτό! Εγώ είμαι εδώ τόσα χρόνια, τον τόπο που κρατώ τον ηύρα αδέσποτο και έκαμα κατοχήν δικαιώματι προτεραιότητος. Και ποια είσαι συ, που έρχεσαι να μου τον πάρεις; Και φώναξε τας σχετικάς της και φίλας της και τας ηρώτησε: Ποιά είναι, παρακαλώ, του λόγου της; Την γνωρίζετε; Όχι, όχι! απάντησαν όλαι ομοφώνως και συνεμάχησαν με την μηλιάν και ήρχισαν να εκδιώκουν την μηλέαν κακήν κακώς έξω! Έξω, ξένη. Δεν ταιριάζεις μαζί μας! Δεν σε γνωρίζομεν! Δεν σε θέλομεν! Τότε η παράστασις της μηλέας ελάμβανεν εις επικουρίαν της την παράστασιν του διδασκάλου, τας παραστάσεις των τιμωριών και εισέρχεται εκ νέου εις την συνείδησίν μου, ως άνθρωπος, όστις θέλει να παρέμβει εις την ιδιοκτησίαν των άλλων διά της αδίκου υποστηρίξεως αστυνομικών οργάνων. Αλλά καταλαμβάνετε ότι ο διδάσκαλος τιμωρεί, όχι όμως και η παράστασίς του' ότι οι ραβδισμοί προξενούν πόνον, όχι όμως και η ανάμνησις των ραβδισμών. Και λοιπόν εξανέστη αφόβως πλέον κατά της τοιαύτης παρεμβάσεως ολόκληρος η ψυχή μου και:
― Έξω! Έξω! έστειλα τους εισβολείς κατά διαβόλου.
Μόνο οσάκις με ηρώτα ο αληθινός διδάσκαλος πώς το λέγουν το δένδρον απεκρινόμην ότι το λέγουν μηλέαν, αφού δα δεν επρόκειτο περί του δένδρου του κήπου μας. Αλλά και τούτο έπαυσε μετ' ολίγον' διότι και ο αληθινός διδάσκαλος εδιώχθη κακήν κακώς όχι μόνον από του περιεχομένου της ψυχής μου, αλλά και από του χωρίου μας. Ότι μετ' αυτού έφυγαν και πάντες εκείνοι οι ονομαστικοί θεοί και ήρωες, δι' ων επλημμύρισε το χωρίον μας, είναι περιττόν να σας το είπω. Εκείνο, το οποίον μας ενδιέφερεν ενταύθα, είναι ότι η μηλιά δεν έγινε μηλέα και ότι εγώ, με όλους εκείνους τους δαρμούς και τα μαλώματα, έμεινα χωρίς να μάθω εν τω σχολείω τι πράγμα είναι η μηλιά!
Όσοι των αναγνωστών της Εβδομάδος ανήκουσιν εις τους αναγινώσκοντας παν οιονδήποτε άρθρον απ' αρχής μέχρι τέλους δύνανται να διακόψουν ενταύθα την ανάγνωσιν, διότι η ιστορία μου ετελείωσεν. Όσοι όμως έχουσι την κακήν συνήθειαν ν' αναγινώσκωσι μόνον τους επιλόγους, ας μάθωσι τουλάχιστον εντεύθεν ότι η μανία των θελόντων να διδάσκωσιν ουχί την φύσιν των πραγμάτων, εισάγοντες τα τελευταία υπό τα γνωστά αυτών ονόματα, αλλά αγνώστους λέξεις, δι' ων απαιτούσι να ονομάζονται άγνωστα πράγματα, καθιστά την ελληνικήν μόρφωσιν σισύφειον μόχθον και καταδικάζει το έθνος εις τον δια πνευματικής ασιτίας χείριστον θάνατον! Δια τούτο το περί ελληνικής γλώσσης είναι, κατ' εμέ, ως είπον, ουσιωδέστερον παρά το ανατολικόν ζήτημα."

Γεώργιος Βιζυηνός


(οι πίνακες είναι του Paul Cezanne)

Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2007

ας μιλήσουμε για φιρίκια!

Φιρίκι... κατά πολλούς "ο βασιλιάς των μήλων"!



Επειδή έχει αρχίσει να με εντυπωσιάζει ο αριθμός όσων παραπέμπονται στο ιστολόγιό μου αναζητώντας στο google για "φιρίκια" και ιδαίτερα για το "γλυκό του κουταλιού φιρίκι", σκέφτηκα να παραθέσω εδώ λίγα λόγια για το φρούτο αυτό καθώς και την τοπική συνταγή, μπας και τους εξυπηρετήσω τους ανθρώπους! Εξάλλου, το γλυκό αυτό είναι το κατεξοχήν γλυκό του κουταλιού της περιοχής μας, καθώς οι φιρικιές αφθονούν στα μέρη μας. Και, καιρός είναι και να τιμήσω κι εγώ λίγο το όνομα του ιστολόγιού μου!
Καταρχάς το φιρίκι είναι μια σχετικά δυσεύρετη ποικιλία μήλου με χαρακτηριστικό άρωμα και σχήμα κι ιδιαίτερη γεύση που, συγκριτικά, ακόμη αφθονεί στο Πήλιο. Το βασικό μειονέκτημα της φιρικιάς για τον αγρότη, είναι ότι χρειάζεται γύρω στα δεκαπέντε χρόνια για να δώσει καρπό, ενώ οι κοινές μηλιές ήδη καρπίζουν στο τέταρτο ή πέμπτο έτος τους. Όπότε, το γεγονός και μόνο πως για να φυτέψει κανείς ένα κτήμα με φιρικιές, χρειάζεται να περιμένει δεκαπέντε χρόνια για να αρχίσουν αυτές να αποδίδουν είναι σίγουρα ανασταλτικό. Παράλληλα, σε περίπτωση που ξεραθούν και πρέπει να αντικατασταθούν κάποια γέρικα δέντρα φιρικιάς και πάλι συνηθίζουν να βάζουν στη θέση τους κοινές μηλιές που είναι αποδοτικότερες σε σύντομο χρονικό διάστημα. Κι έτσι, με αυτά τα δεδομένα, η φιρικιά αποτελεί πλεόν μια ποικιλία της οποίας η καλλιέργεια όλο και περιορίζεται.
Οι συνταγές για το γλυκό φιρίκι όλο και κάποιες ψιλοπαραλλαγές έχουν. Εγώ θα παραθέσω εδώ δύο αντιπροσωπευτικές παραλλαγές όπως μου τις έχουν μεταφέρει γυναίκες του χωριού μας.

Χρειαζόμαστε 1 κιλό ζάχαρη για 16 μεγάλα ή 20-22 μικρά φιρίκια (προτιμότερο), γύρω στο ενά ποτήρι νερό, λίγο χυμό λεμόνι, φυλλαράκια "μόσχου" (αρμπαρόριζας) και ξεφλουδισμένα αμύγδαλα. Άλλοι, βέβαια, χρησιμοποιούν τη βανίλια σαν αρωματικό.
Πρώτα καθαρίζουμε με προσοχή την καρδιά (τα κουκουτσάκια και εσωτερικό) του μήλου και στη συνέχεια τη φλούδα. Όπως τα καθαρίζουμε τα ρίχνουμε σε μια λεκάνη με νερό όπου έχουμε στύψει και λίγο λεμόνι, για να μη μαυρίσουν. Καλό είναι και να τα αφήσουμε κανένα μισάωρο σε αυτό το νερό.
Στη συνέχεια ρίχνουμε στην κατσαρόλα 1 κιλό ζάχαρη και περίπου ενά ποτήρι νερό μέχρι αυτή να "αναλύσει" (να διαλυθεί η ζάχαρη). Ύστερα βάζουμε και τα φιρίκια.

Εάν θέλουμε το χρώμα των φιρικιών να παραμείνει ανοιχτό και σχετικά διάφανο, ακολουθούμε την εξής μέθοδο: Αφού τα βάζουμε σε χαμηλή φωτιά, δυναμώνουμε σιγά σιγά (όχι τόσο ώστε το μείγμα να βράσει έντονα που να ξεχειλίσει) και περιμένουμε να δέσει το γλυκό. Έχουμε ήδη προσθέσει την αρμπαρόριζα ή τη βανίλια. Στο τέλος ρίχνουμε τα μύγδαλα και το χυμό από ένα ζουμερό λεμόνι και το αφήνουμε να κρυώσει.

Εάν θέλουμε το χρώμα τον φιρικιών να σκουρύνει αρκετά, όταν πάρουν βράση, τα ραντίζουμε με λίγο νεράκι ώστε να κοπεί ο "χόχλος", για να μη δέσει γρήγορα το γλυκό, γιατί έτσι δε θα προλάβει το μήλο να πάρει χρώμα. Τέσσερις πέντε φορές κάνουμε την ίδια διαδικασία. Μετά, κατεβάζουμε την κατσαρόλα από το μάτι, τη σκεπάζουμε με μια στεγνή πετσέτα και αφήνουμε το γλυκό να κρυώσει. Αφού κρυώσει εντελώς, επαναλαμβάνουμε την αρχική διαδικασία μέχρι να πάρει τρεις τέσσερις ακόμη βράσεις. Έχουμε ήδη ρίξει την αρμπαρόριζα και στο τέλος προσθέτουμε το στιμμένο λεμόνι (για να μη ζαχαρώσει το γλυκό) και τα αμύγδαλα (για να πάρουν γεύση από το σιρόπι).

Τέλος, καθώς βάζουμε το γλυκό στο βάζο, τοποθετούμε από ένα αμυγδαλάκι στο εσωτερικό κάθε φιρικιού.

Και, για να μην ξεχνιόμαστε, σήμερα είναι του Αγίου Ιγνατίου που ο λαός μας, παρετυμολογώντας το όνομά του, τον έκανε "`Αγιο Αγνάντιο", καθώς "αγναντεύουν" τα Χριστούγεννα...