Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πήλιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πήλιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 16 Σεπτεμβρίου 2023

καταιγίδα... (ή, στην Παναγιά τη Λαμπηδόνα)

"ὀφθαλμοὺς ἔχοντες οὐ βλέπετε 

καὶ ὦτα ἔχοντες οὐκ ἀκούετε; 

καὶ οὐ μνημονεύετε;"

(Μαρκ.8,18)

Κατήφορος:

Είχε αρχίσει ήδη να σουρουπώνει. 'Ισα που προλαβαίναμε να φτάσουμε πριν σκοτεινιάσει για τα καλά. Και δε γνωρίζαμε καν αν είχε απομείνει μονοπάτι ή κάτι που να μοιάζει με αυτό μετά από τόση καταστροφή. Η τόση θλίψη των ημερών έπρεπε, θαρρείς, κάπως να κατανικηθεί έστω με την αύξηση της αδρεναλίνης! Αλλιώς δεν εξηγείται πώς μπήκαμε στη διαδικασία. 

Τελικά, παρόλες τις βαθιές αυλακιές απ'το ορμητικό νερό και τις κατολισθήσεις σε κάποια σημεία, ήταν σχετικά βατό. Απλά σε συνδυασμό με τον απότομο κατήφορο και τη σκοτεινιά ο βαθμός δυσκολίας μεγάλωνε κι η αίσθηση πως κινδυνεύεις να γλυστρίσεις στο πουθενά προκαλούσε μια εσωτερική αναταραχή. 

Ανήφορος: 

Νύχτωσε. Ανηφορίζαμε σχεδόν στα τυφλά. Γρήγορα, πριν μας καταπιεί εντελώς το σκοτάδι. Χαλαρά, όμως, και κουβεντιάζοντας. Στον ανήφορο δεν κινδύνευες να γκρεμοτσακιστείς! Κι ας θεωρείται πιο κοπιαστικός. Συλλογιζόμουν την ανατομία μας, την κλίση των μελών μας στο περπάτημα... Ναι, είμαστε πλασμένοι για ανηφόρες! Η ίδια η φύση μας το μαρτυρά! Ο άνθρωπος είναι πλασμένος για ν'ανηφορίζει. Είναι ουσιαστικά κατασκευασμένος να ακολουθεί δρόμο ανηφορικό. Πώς δεν το έχουμε αντιληφθεί; Στον κατήφορο χάνει την ισορροπία του κι αγωνιά, κινδυνεύει... να τσακιστεί, να κατρακυλήσει, νά'χει μια πορεία γεμάτη ταραχή, να χάσει την ψυχή του...


"Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν, καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι".... (Μαρκ.8,34)

Πόσο παράλογο ν'αντέξεις πια; Επήλθε κορεσμός. Σαν τούτο τον κορεσμό της γης μετά από τη συνεχόμενη καταιγίδα. Και σφουγγάρι νά'ταν, θα ξερνούσε νερό. Έτσι κι η ψυχή δεν το χωράει τόσο παράλογο! Γιατί παντού, μα παντού κυριαρχεί μια τρέλα, μια παράνοια, μια διαστρέβλωση των πάντων, μια παραμορφωμένη εικόνα, ένας αποσυντονισμός, ένα ψέμα, μια αηδία, ένα χάος... που σου επιβάλλουν βίαια να αποδεχτείς, να ζήσεις μέσα σ'αυτό: να το καταπιείς και να το χωνέψεις αμάσητο, μάλιστα! Αντιδράσεις και διαμαρτυρίες δε γίνονται δεκτές. Αν αντιδράσεις μαστιγώνεσαι ή λοιδορείσαι άγρια και γελοιοποιείσαι βασανιστικά. Πρέπει απαρεγκλίτως να αποδεχτείς το επίσημο αφήγημα, την πραγματικότητα/κανονικότητα που σου σερβίρουν. Τί επιλέγεις;

"ὁρᾶτε, βλέπετε ἀπὸ τῆς ζύμης τῶν Φαρισαίων καὶ τῆς ζύμης Ἡρῴδου"
(Μαρκ.8,15)

Πολλοί καταπίνουν τούτο τον παρανοϊκό αχταρμά που τους σερβίρουν ως πραγματικότητα, νομίζοντας ίσως πως μόνον έτσι θα επιβιώσουν και θα ανταπεξέλθουν στις συνθήκες, με αποτέλεσμα τον κορεσμό της ψυχής τους από "παρά φύσιν" χαοτικό υλικό το οποίο, εν συνεχεία, αναγκαστικά αρχίζει να "ξερνάει" και να αναπαράγει αυτή η ίδια. Όμως η πάλη για επιβίωση με τούτο τον τρόπο οδηγεί μαθηματικά σε "βίο αβίωτο" και για τους ίδιους και για τους διπλανούς. Και σε σίγουρο βασανιστικό μελλοντικό πνιγμό.  Κάποιοι λίγοι μπόρεσαν κι έστησαν κάποια αναχώματα ώστε να μην τους πάρουν σβάρνα τα ορμητικά λασπόνερα, αλλά αυτοί συνήθως σιωπούν για να προφυλαχτούν, μην αντέχοντας να ανοίξουν μια πιθανή δίοδο κινδύνου. Είναι, βλέπεις, κι αυτοί στα όρια του κορεσμού, λίγο πριν ξεπεραστεί η κρίσιμη στάθμη. Κι ελάχιστοι, όπως πάντα, παλεύουν να κολυμπήσουν μέσα σε τούτα λύματα προσπαθώντας ν'αναπνεύσουν ουρανό, για να χτίσουν αναχώματα για τους γειτόνους τους, για να πετάξουν παραδίπλα λέμβους σωτηρίας. Αλλά, δυστυχώς, μαζί με τούτους φροντίζουν να ανακατεύονται κι οι διάφοροι μασκοφορεμένοι σατανάδες του αφηγήματος καθώς και ουκ ολίγοι μη σκεπτόμενοι φανατισμένοι γραφικοί, ώστε να δημιουργηθεί σύγχυση, να τους καταστήσουν δυσδιάκριτους και να τους απομονώσουν...

"Μα τώρα λέω άλλαξε σκοπό, ιστόρησέ μας για τον δούρειο ίππο,
το πώς τον έφτιαξε με τέχνη ο Επειός, και η Αθηνά μαζί του·
το πώς τον δόλο αυτόν τον έφερε επάνω στην ακρόπολη
ο θείος Οδυσσεύς, κλείνοντας μέσα του πλήθος ανδρών —
αυτούς που ερήμωσαν το Ίλιο..."

"ἀλλ᾿ ἄγε δὴ μετάβηθι καὶ ἵππου κόσμον ἄεισον
δουρατέου, τὸν Ἐπειὸς ἐποίησεν σὺν Ἀθήνῃ,
ὅν ποτ᾿ ἐς ἀκρόπολιν δόλον ἤγαγε δῖος Ὀδυσσεὺς
ἀνδρῶν ἐμπλήσας οἵ ῥ᾿ Ἴλιον ἐξαλάπαξαν."
(Οδύσσεια θ492)

Πήραμε τον κατήφορο... κι όχι μόνο τούτο! Κι εκεί που κάνεις στροφή ν'αλλάξεις κατεύθυνση, κάποιος θα κατρακυλήσει καταπάνω σου να σε πάρει αντάμα! 

Κι αν μέχρι τώρα κατοικούσαμε δεσμώτες μέσα στο σπήλαιο του Πλάτωνα (βλέπε: το σπήλαιο και οι δεσμώτες - πάντα επίκαιρο!), τώρα, όχι μόνο δε βγήκαμε στο φως, αλλά οδεύουμε σε μια μορφή ανθρωπότητας που περιέγραφε κάλλιστα ο Αισχύλος με τα λόγια του Προμηθέα: "νήπιοι όντας το πριν, νου τους έδωσα και ικανότητα να το χρησιμοποιήσουν..... εκείνοι πρώτα , ενώ έβλεπαν, μάταια έβλεπαν κι ενώ άκουγαν, δεν άκουγαν. Αλλά με ονείρων μορφές όμοιοι στο μακρύ τους βίο όλα τά'χαν ανακατεμένα...."

"ὥς σφας νηπίους ὄντας τὸ πρὶν
ἔννους ἔθηκα καὶ φρενῶν ἐπηβόλους.[...]
οἳ πρῶτα μὲν βλέποντες ἔβλεπον μάτην,
κλύοντες οὐκ ἤκουον, ἀλλ᾽ ὀνειράτων
ἀλίγκιοι μορφαῖσι τὸν μακρὸν βίον
ἔφυρον εἰκῇ πάντα..."
("Προμηθεύς Δεσμώτης", 443-4 &447-50)

Καταιγίδα....
Τα νερά παρέσυραν στα χαμηλά όλες τις αμαρτίες μας! Κι έγινε ένας βόρβορος... πώς να σωθείς; Τα υψώματα κατακρημνίστηκαν κι οι κάμποι γέμισαν πτώματα κι αποκαϊδια... Πόσος πόνος, πόση θλίψη... οι λέξεις ηχούν τόσο πάμφτωχες να περιγράψουν την πραγματικότητα, ή να φωτογραφίσουν το συναίσθημα... Αληθινή τραγωδία.. 

Κι όμως, καθώς περπατούσα παρατηρούσα πόσο άστραψε το αυλάκι κι οι πέτρες του καλντεριμιού μετά από τους χειμάρρους που ξεχύθηκαν παντού επί εικοσιτετράωρα, πώς φάνηκε λαμπερό στο βάθος το πλακόστρωτο στη γειτονική ρεματιά που η μανία του νερού κατάπιε τους όχθους κι άφησε τις κολώνες των τηλεπικοινωνιών μετέωρες, πώς έλαμψε κάθε ύψωμα, ενώ πνίγηκε στις λάσπες κάθε χαμήλωμα της γης... Τα ορεινά χωριά γκρεμίστηκαν και ξεπλύθηκαν, τα παραλιακά βουλιάξαν στα λασπόνερα. Κι εμείς; 


Αφού πέρασε το σοκ των πρώτων ημερών για όσα συμβαίνουν γύρω μας, παραμονή του Σταυρού, ακολουθώντας ένα τσακισμένο οδικό δίκτυο φτάσαμε στην πρώτη από τις λίγες, πλέον, προσβάσιμες -προφανώς μετά προσοχής- παραλίες του Αιγαίου, αναζητώντας την ύστερη εικόνα. Κορμοί κάθε λογής και μεγέθους σχημάτιζαν παντού σωρούς. Ο χείμαρρος είχε κατεβάσει ολόκληρα δέντρα, μαζί με πέτρες που απλώθηκαν και μετακίνησαν τα όρια του αιγιαλού, με τη θάλασσα να οπισθοχωρεί και την παραλία να διπλασιάζεται! Οι κορμοί γδαρμένοι, ξεφλουδισμένοι, λειασμένοι, τρυφεροί... νεκρά κούτσουρα που είχαν επανέλθει, θαρρείς, στη βρεφική φρεσκάδα τους! Και τούτα τα νερά! Πόσο καταγάλανα! Πού χάθηκε όλη η λασπουριά πού'χαν καταπιεί; Πότε πρόλαβαν να αλλάξουν οι καφετιές εικόνες των προηγούμενων ημερών και να κερδίσουν ξανά το γαλάζιο του ουρανού; Πόσο λεύτερη ν'αναγεννηθεί η θάλασσα, πόσο τραγικά υποδουλωμένη στη μοίρα της η λίμνη, τελικά.... Εσένα η ψυχή σου τί νερά κουβαλά;



Λίγο πιο πάνω έστεκε αγέρωχο το Μοναστήρι της Παναγιάς της Λαμπηδόνας.

Οι μελωδικές φωνές από τις μοναχές που έψαλλαν τον Εσπερινό της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού έφτασαν μέχρι τα αυτιά μας. Ανηφορίζοντας και πάλι, μια στάση εδώ, για την Παναγιά, το Σταυρό και λίγο μοσχοβολιστό θυμίαμα τριαντάφυλλο... Για μιαν ανάσα απ'τον ουρανό.... μακριά από το παραλήρημα του άρχοντα του κόσμου τούτου...


"Κατοικούσαν μες στη γη σα μικροσκοπικοί μέρμηγκες στους μυχούς ανήλιαγων σπηλαίων. Για αυτούς δεν υπήρχε ένδειξη χειμώνα, ούτε ανθοφόρας άνοιξης, ούτε καρπερού καλοκαιριού, αλλά χωρίς κρίση το παν έπρατταν...", συνεχίζει ο μεγάλος Αισχύλος, μιλώντας για την ανθρωπότητα...

"... κατώρυχες δ᾽ ἔναιον ὥστ᾽ ἀήσυροι
μύρμηκες ἄντρων ἐν μυχοῖς ἀνηλίοις.
ἦν δ᾽ οὐδὲν αὐτοῖς οὔτε χείματος τέκμαρ
455οὔτ᾽ ἀνθεμώδους ἦρος οὔτε καρπίμου
θέρους βέβαιον, ἀλλ᾽ ἄτερ γνώμης τὸ πᾶν
ἔπρασσον..."
(Προμηθεύς Δεσμώτης, 452-7)

Καλό φθινόπωρο, καλή δύναμη και φώτιση για όσα μύρια έπονται... 

   Ήρθαν
ντυμένοι «φίλοι»
        αμέτρητες φορές οι εχθροί μου
το παμπάλαιο χώμα πατώντας.
        Και το χώμα δεν έδεσε ποτέ με τη φτέρνα τους.
Έφεραν
        τον Σοφό, τον Οικιστή και τον Γεωμέτρη
Βίβλους γραμμάτων και αριθμών
        την πάσα Υποταγή και Δύναμη
το παμπάλαιο φως εξουσιάζοντας.
        Και το φως δεν έδεσε ποτέ με τη σκέπη τους.
Ούτε μέλισσα καν δε γελάστηκε το χρυσό ν’ αρχινίσει παιχνίδι·
        ούτε ζέφυρος καν, τις λευκές να φουσκώσει ποδιές.
Έστησαν και θεμέλιωσαν
        στις κορφές, στις κοιλάδες, στα πόρτα
πύργους κραταιούς κι επαύλεις
        ξύλα και άλλα πλεούμενα
τους Νόμους, τους θεσπίζοντας τα καλά και συμφέροντα
        στο παμπάλαιο μέτρο εφαρμόζοντας.
Και το μέτρο δεν έδεσε ποτέ με τη σκέψη τους.
        Ούτε καν ένα χνάρι Θεού στην ψυχή τους σημάδι δεν άφησε·
ούτε καν ένα βλέμμα ξωθιάς τη μιλιά τους δεν είπε να πάρει.
        Έφτασαν
ντυμένοι «φίλοι»
        αμέτρητες φορές οι εχθροί μου
τα παμπάλαια δώρα προσφέροντας.
        Και τα δώρα τους άλλα δεν ήτανε
παρά μόνο σίδερο και φωτιά.
        Στ’ ανοιχτά που καρτέραγαν δάχτυλα
μόνον όπλα και σίδερο και φωτιά.
        Μόνον όπλα και σίδερο και φωτιά.
(Οδυσσέας Ελύτης,  Αξιον Εστί- Ψαλμός Z)

Υ.Γ. Θερμοπαρακαλώ... μη μου γράψει κανείς περί κλιματικής κρίσης και λοιπών εικονικών κρίσεων... Δεν αντέχω! Έχει επέλθει κορεσμός στην ψυχή μου, θα ξεχειλίσω...

Υ.Γ. 2. Πάμε άλλη μία:

"ὀφθαλμοὺς ἔχοντες οὐ βλέπετε 

καὶ ὦτα ἔχοντες οὐκ ἀκούετε; 

καὶ οὐ μνημονεύετε;"

(Μαρκ.8,18)

Κυριακή 10 Ιουλίου 2022

Τα τζίνια της αυλής

 


Πρέπει νά'ταν του Σταυρού που μας είχε καλέσει για καφεδάκι. Θαύμασα την περιποιημένη αυλή -ούτε ένα τόσο δα φυλλαράκι λησμονημένο- και τα λουλούδια. Κι αμέσως η ματιά μου καρφώθηκε σ'αυτά! Από παιδί είχα να τα συναπαντήσω! Μια χρονιά μοναχά βρήκα κάποια σε κάτι φυτώρια, μα ήταν αλλιώτικα, σαν καημένα' δεν παίρναν μπόι σαν και τούτα - μόνο τόσο όσο, θαρρείς, για να στέκονται στο γλαστράκι τους χωρίς να λυγάνε- και, ύστερα, τόσο φιλάσθενα - γρήγορα σταχτιάσαν κι αρρωστήσανε.

Έτρεξα να τη ρωτήσω:

"Έχεις τζίνια;!!"

"Τί τζίνια; Ποιά λες;"

"Τα λουλούδια, αυτά τα ψηλά με το μεγάλο ανθό. "

"Τις ντάλιες λες;"

"Όχι καλέ! Τ'άλλα. Εκεί!"

"Τους κεφαλάδες λες! Κεφαλάδες τα ξέρουμε εμείς!"

"Εγώ τζίνια τα ξέρω. Μας τα φύτευε η Δόξα όταν ήμουν παιδί. Είναι εκείνα τα ντόπια; Ρίχνεις σπόρο;"

"Ναι."

"Θα μου κρατήσεις να φυτέψω;"

"Θα σου κρατήσω."

Κι έτσι όταν μπήκε η άνοιξη, μαζί με τα κηπευτικά, έσπειρα με δέος πραγματικό και τα τζίνια μου και περίμενα να μεγαλώσουν. Δεν τά'σπειρα απ'ευθείας στο αυλάκι όπως έκανε η Δόξα και τα βρίσκαμε να ξεπροβάλουν τα κορμάκια τους καθώς ερχόμαστε για το καλοκαίρι, αλλά σ'ένα τελάρο πρώτα μέχρι να ξεπεταχτούν, από φόβο μη μου χαθούν, μην μπερδευτούν μ'αγριοχόρταρα, μην κάτι τα ενοχλήσει και δυσκολευτούν να ριζώσουν.

Και νά'τα τώρα, μετά από τόσα χρόνια, ξαναβρήκαν τη θέση τους κάτω από την αυλή του μικρού σπιτιού, να πασχίζουν να την ξεπεράσουν με το μπόι τους και να χρωματίζουν μ'όλες τους τις γλυκές αποχρώσεις το καλοκαίρι μου! 



Με ρώτησε ένας γέροντας: "Βλέπεις κακές εικόνες στην τηλεόραση... στο διαδίκτυο;" κι εγώ είχα απομείνει να τον κοιτάζω, μιας και δεν πήγε ο νους μου σε κάτι πονηρό, μα μοναχά αναλογιζόμουν πόσες "κακές" εικόνες ξεπροβάλλουν καθημερινά στα μάτια μου, η μια μετά την άλλη με το που θ'ανοίξω οποιοδήποτε μέσο επικοινωνίας. Και καλά, την τηλεόραση την έχω ξεχασμένη, αλλά και στο διαδίκτυο που θα περιηγηθώ τούτες οι εικόνες με κατακλύζουν ασταμάτητα: Αδικίες, βία, παραλογισμοί, ανωμαλίες, βιασμοί κι εκβιασμοί, δολοφονίες και ξυλοδαρμοί, πικρόχολοι και κακόψυχοι σχολιασμοί, φρίκη και ξεφτίλα της ανθρωπότητας... "Πώς να μη δω κακές εικόνες;" αναλογιζόμουνα. Δεν ξέρω πως μπορεί να ερμήνευσε τη σιωπή μου, αλλά αμέσως με συμβούλεψε: "Να μη βλέπεις κακές εικόνες, κορίτσι μου..."

Τριγύρω το χάος- κι ας με πει όποιος θέλει υπερβολική- και νιώθω να σκαλίζω μέσα σε τούτη τη βρωμιά να δω κάποιο κρυμμένο ανθάκι, ένα αληθινό χαμόγελο κι ένα καθαρό βλέμμα. Μιας και καθετί αγνό πλέον λασπολογείται τόσο άγρια, καλύπτεται με τόσο μένος και φανατισμό που μοναχά αναζητώντας την ευωδιά του μπορείς να το εντοπίσεις... 

Σ'έναν κόσμο που παραδόθηκε στο φόβο και καλλιέργησε τα πιο άγρια ένστικτά του για να τον αντιμετωπίσει, σε μια ρωμαϊκή αρένα ανθρωποφαγίας με πλαστούς και κίβδηλους ηθικισμούς και δικαιωματισμούς, σ'έναν κόσμο που καταρρέει ροκανίζοντας τις ρίζες και τις αξίες του στο όνομα μιας επίπλαστης καλοπέρασης, σε μια ανθρωπότητα που επιλέγει τα δεσμά στο όνομα της ελευθερίας, που έχει αποδεχτεί ως κοινή λογική τον παραλογισμό κι ως ζωή την επιβίωση, σε έναν κόσμο που έχει παραδοθεί στην πτώση του σφραγίζοντας με βουλοκέρι τα ώτα του μην τυχόν και μια κραυγή αλήθειας τον ξεβολέψει και χρειαστεί να δρασκελίσει δυο βήματα ανήφορο, που μαστιγώνει ό,τι στέκεται εμπόδιο στην κατρακύλα, που συνήθισε στα σκοτάδια και τον τυφλώνει το φως, προτιμώ να εστιάζω στην εικόνα από τα τζίνια της αυλής μου και να πορεύομαι σε κείνο το μονοπάτι της αυλής της μακαρίτισσας της κυρα-Δόξας με τ'αμέτρητα πολύχρωμα λουλούδια μες στις φρεσκοβαμμένες γλάστρες δεξιά κι αριστερά, με την ευωδιά και την απλότητα και νοικοκυροσύνη μιας άλλης εποχής που, όσα στραβά και να της καταλογίσει κανείς, οι λέξεις ακόμη κρατούσαν το νόημά τους και δεν είχαν στεφθεί άρχοντες η απόλυτη σύγχυση κι ο παραλογισμός. Γιατί:

"-Κι αν ήταν ανάγκη να παραβγεί μ'εκείνους τους παντοτινούς εκεί κάτω δεσμώτες λέγοντας τη γνώμη του για κείνες τις σκιές, ενώ ακόμη δε θα καλοδιάκρινε πριν αποκατασταθεί τέλεια η όρασή του, γιατί βέβαια δε θα χρειάζονταν και πολύ λίγος καιρός να ξανασυνηθίσει, δε θα τους έκανε να σκάσουν στα γέλια και δε θά'λεγαν γι'αυτόν πως γύρισε από κει πάνω π'ανέβηκε με χαλασμένα τα μάτια, και πως δεν αξίζει τον κόπο ούτε να δοκιμάσει κανείς ν'ανεβεί εκεί πάνω, κι αν κανείς επιχειρούσε να τους λύσει και να τους ανεβάσει, δε θα ήταν ικανοί και να τον σκοτώσουν ακόμα, αν μπορούσαν να τον πιάσουν στα χέρια;"
(Βλ. το σπήλαιο και οι δεσμώτες, Πλάτων, «Πολιτεία», βιβλίο Ζ', μετάφραση Ι.Γρυπάρη)

Επίκαιρο όσο ποτέ μου φαίνεται σήμερα το "σπήλαιο του Πλάτωνα". Κι ίσως το πιο τραγικό είναι ότι ο σημερινός άνθρωπος, ακόμη και διαβάζοντας τούτη την παραβολή (που το πιο πιθανό είναι να βαρεθεί ακόμη και να την αναγνώσει), δε θα μπορέσει ούτε καν να διδαχτεί κάτι απ'αυτήν γιατί έχει θρέψει τόσο εγωισμό μέσα του που θα του φανεί αδιανόητο έστω και να αναρωτηθεί μήπως κι εκείνος είναι ένας από τους δεσμώτες στα σκοτάδια, παρά θα θεωρήσει αυτόματα πως τούτο αφορά μοναχά τους διπλανούς του.



Αν βρισκόμαστε κάπου ανάμεσα στους στίχους της Οδύσσειας τώρα, αν ταξιδεύαμε παρέα με τον Οδυσσέα, μάλλον θα παραδέρναμε στα στενά της Σκύλλας και της Χάρυβδης, αφού πρώτα κατασπαράξαμε τους γλυκούς λωτούς της λησμονιάς, ανοίξαμε τον ασκό του Αιόλου, σαγηνευτήκαμε από την Κίρκη που μας μετέτρεψε σε άλογα τετράποδα κι αφεθήκαμε στο πλάνο τραγούδι των Σειρήνων. Στον οίκο μας κάνει κουμάντο ο Αντί-νοος (ο νους, του νοός) κι οι υπόλοιποι φιλήδονοι και θρασείς μνηστήρες κι ο γιος μας έχει αποδεχτεί την κατάσταση σιωπηλά....

 Κι αν κοπιάζοντας ο Οδυσσέας κατόρθωσε κι επέστρεψε στην Ιθάκη του κι είχε τη φρόνηση να τοξεύσει πρώτον τον Αντί-νοο για να βάλει σε μια τάξη το παλάτι του, πόσοι εταίροι του σώθηκαν; Ουδείς...

 ἀλλ' οὐδ' ὧς ἑτάρους ἐρρύσατο, ἱέμενός περ·
αὐτῶν γὰρ σφετέρῃσιν ἀτασθαλίῃσιν ὄλοντο,
νήπιοι, οἳ κατὰ βοῦς Ὑπερίονος Ἠελίοιο
ἤσθιον· αὐτὰρ ὁ τοῖσιν ἀφείλετο νόστιμον ἦμαρ. 

(Οδύσσεια Ομήρου α6-9)

- Πώς να μη βλέπω κακές εικόνες γέροντα; Το κακό το αφήσαμε να αμοληθεί παντού. Κι ενίοτε το βαπτίζουμε και καλό. Και βουτάμε στην κολυμπήθρα του τα παιδιά μας.... Ονομάσαμε ευλογία το εύκολο, το άνευ κόπου και καταλήξαμε εξαντλημένοι κι άδειοι να πνιγόμαστε στη ζωή μας που βάλτωσε. 

"Η ασκητική ζωή και οι ιδρώτες που την συνοδεύουν επινοήθηκαν από τους εραστές της αρετής, απλά για να αποτινάξουν από την ψυχή τους τα σάπια εκείνα στοιχεία της απάτης, που αυτοεγκαταστάθηκαν μέσα της μέσω των παγίδων των πέντε αισθήσεων. Δεν είναι σαν οι αρετές να εισάγονταν απ'έξω ως κάτι καινούριο, επειδή αυτές είναι ήδη μέσα μας από τη στιγμή της δημιουργίας μας. Ώστε όταν η απάτη εκδιωχθεί εντελώς από την ψυχή, τότε αυτή αφήνει να φανεί η λαμπρότητα και το μεγαλείο των φυσικών της αρετών. Έτσι την ασκητική ζωή δεν την ακολουθεί κανείς ούτε για να εισαγάγει ούτε για να δημιουργήσει αρετές, αλλά για να εξοστρακίσει (από την ανθρώπινη φύση) οτιδήποτε ο Θεός ουδέποτε εμφύτευσε ούτε δημιούργησε μέσα μας. Άρα, εκείνος που δεν είναι τρελός, είναι σώφρων κι εκείνος που δεν είναι ούτε δειλός, ούτε παράτολμος, αυτός είναι γενναίος και δυνατός. Συνεπώς, με την απομάκρυνση όλων των εμποδίων που αντιμάχονται τη φύση, παραμένουν και αναδεικνύονται μόνο τα συμβατά και συγγενεύοντα με αυτήν στοιχεία. Είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα με το να κάνουμε φανερή τη φυσική γυαλάδα και λαμπρότητα τψν ράβδων του σιδήρου απομακρύνοντας όλη τη σκουριά από την επιφάνειά τους." (Αγίου Μαξίμου Ομολογητού, από τη "Θεολογία της Φύσεως", εκδ. Αρμός)

 


Χαρά μικρού παιδιού με συνεπήρε όταν είδα τα κεφαλάκια τους ν'ανθίζουνε! Πόσες, μα πόσες αποχρώσεις! Κι άλλα με πέταλα πυκνά σε στρώσεις, άλλα πιο ντελικάτα, λεπτά. Κι όλα να πασχίζουν ακόμη να ξεπεράσουν το επίπεδο της αυλής. Να τη φωτίσουν με τα χρώματα και τα χαμόγελά τους... Να πλησιάσουν το φως του ήλιου. . Έτσι απλά, αληθινά κι ανόθευτα ακολουθώντας τη φύση τους... Κάπως έτσι αν μεγαλώναμε κι εμείς....

Τρίτη 18 Ιανουαρίου 2022

μια χούφτα σκέψεις στις ράγες του τραίνου...

Άνοιξα τα παραθυρόφυλλα. Σκοτεινιά... Τί παράξενο να μη μπορώ να γράψω με τα παραθυρόφυλλα σφραγισμένα, κι ας είναι νύχτα πια. Θαρρώ πως θα κοντανασαίνω, πως οι σκέψεις μου θ'αμπαρωθούν κι αυτές ασφυκτικά μες στους τέσσερις τοίχους κι έτσι θα μείνουν ακίνητες, ανίκανες να ζωγραφίσουν εικόνες... Πώς ούτε καν σε μένα δε θα μπορούν να φτάσουν κι ο καμβάς του νου θα ξεμείνει δίχως χρώματα και πινέλα. Ίσως γιατί τις έχω μαθημένες λεύτερες να τραγουδούν καθεμιά το δικό της σκοπό, ίσως, πάλι, γιατί έχουν κείνες μαθημένο το βλέμμα μου να προτιμά να πλανάται έστω και στο σκοτάδι και τ'αγνωστο τ'ουρανού, παρά στη θαλπωρή και την ασφάλεια του μανταλωμένου παραθυρόφυλλου.


Σήμερα, λοιπόν, τις ταξίδεψα στις ράγες του τραίνου. Ένας ήλιος χειμωνιάτικος αναζωογονητικός κι εγώ να περπατώ να φτάσω στο λημέρι μου να μαζέψω μυρωδάτα άγρια χόρτα. Κι εκείνες, εκεί, ν'ακροβατούν στις σκουριασμένες ράγες και σταματημό να μην έχουν! Να σκαρφαλώνουν στα βράχια που περπάταγα παιδί προσπαθώντας να αποφύγω τα ορμητικά νερά του καταρράκτη και να στεναχωριούνται για τα σημερινά παιδιά που δε θα νιώσουν ποτέ τούτη τη συγκίνηση... Να γραπώνουν και να σπρώχνουν γελώντας το γιγάντιο μοχλό που αλλάζει την πορεία της αμαξοστοιχίας και να θέλουν σώνει και καλά να διαλέξουν κατεύθυνση όταν η διαδρομή τούτου του τραίνου έτσι κι αλλιώς δεν αλλάζει...



"... Τα άλογα λοιπόν των θεών και οι ηνίοχοι είναι όλοι καλοί κι από καλή γενιά, ενώ στους άλλους είναι ανακατωμένα. Και πρώτα-πρώτα ο δικός μας αρματηλάτης βαστάει με τα χαλινάρια ένα μονάχα ζυγάρι άλογα, κι απ'τα άλογα αυτά το ένα είναι όμορφο κι ευγενικό κι από καλή γενιά, ενώ το άλλο είναι απ'αντίθετη κι αντίθετο. Έτσι η ηνιόχηση είναι σ'εμάς απ'την ίδια τη μοίρα δύσκολη κι επίπονη..." (Πλάτωνος, "Φαίδρος" 246, απόδοση: Ι.Ν. Θεοδωρακοπούλου)

Ξεκίνησα μ'ένα σακίδιο στον ώμο κι ένα μαχαίρι. Το βουητό του νερού ακουγόταν εκκωφαντικό μετά από τις τόσες βροχές. Τα δάχτυλά μου περονιασμένα από την παγωνιά. Ούτε ένα τσιγάρο για συντροφιά. Τα παράτησα στο αυτοκίνητο, έτσι για να τη σπάσω στο "επιθυμητικό" που συνεχώς ζητάει! Τούτο το σώμα μας που δεν αποκάμει να γυρεύει κάτι: ποτό, φαγητό, τσιγάρο, ανάπαυση, σοκολάτα και κάθε είδους ηδονή και γούστο. Είπα λοιπόν κι εγώ να παλέψω να βαστήξω τα δυό μου άλογα γερά, καθώς θα τό'θελε ο Πλάτωνας ή ακόμη κι ο Μάξιμος της Ορθοδοξίας...

"Τί λοιπόν θα έπρεπε να πει κανείς για αυτούς; Όχι πως υπάρχει μες στην ψυχή τους κάτι που τους προστάζει και κάτι άλλο που τους εμποδίζει να πιουν, και πως αυτό το άλλο είναι διαφορετικό από το πρώτο και το νικά; ... Και μήπως άραγε εκείνο που σ'αυτή την περίσταση εμποδίζει, παρουσιάζεται μέσα στην ψυχή όταν παρουσιάζεται, εξ αφορμής του λογισμού, ενώ εκείνα που την τραβούν και τη σέρνουν είναι αποτελέσματα από τίποτα παθήματα και νοσήματα;... Δε θα ήταν λοιπόν παράλογο να ισχυριστούμε πως είναι δύο και διαφορετικά μεταξύ τους πράγματα αυτά, το ένα που την κάνει να στοχάζεται και το λέμε λογικό και το άλλο που ερωτεύεται και πεινά και διψά και ρίχνεται σαν παραλογιασμένο στις τέτοιες άλλες επιθυμίες, αλόγιστο και επιθυμητικό, σύντροφό της σε κάποιες απολαύσεις και ηδονές... Ας το πάρουμε λοιπόν πια για ορισμένο, πως δύο αυτά τα είδη υπάρχουν μες στην ψυχή' όσον αφορά τώρα το θυμό και τη δύναμη που μας κάνει να θυμώνουμε, να είναι τάχα τρίτο είδος....; [...]" (Πλάτωνος "Πολιτεία" 439c-e, απόδοση: Ιωάννου Γρυπάρη)

 


" Άλλα πάθη είναι σωματικά, άλλα ψυχικά. Και τα μεν σωματικά έχουν την αρχή τους στο σώμα' ενώ τα ψυχικά έχουν την αρχή τους στα εξωτερικά πραγματα. Και τα δύο τα αποκόπτει η αγάπη και η εγκράτεια' η μία τα ψυχικά, η άλλη τα σωματικά. Άλλα πάθη είναι του συναισθηματικού (θυμικού) μέρους της ψυχής και άλλα του επιθυμητικού. Και τα δύο ενεργοποιούνται μέσω των αισθήσεων κι η ενεργοποίηση αυτή συμβαίνει όταν η ψυχή απομακρύνεται από την αγάπη και την εγκράτεια. Τα πάθη του συναισθηματικού μέρους της ψυχής πολεμούνται πιο δύσκολα απ'του επιθυμητικού' γι'αυτό και το φάρμακο για το συναισθηματικό (θυμικό) μέρος δόθηκε από τον Κύριο πιο δυνατό: η εντολή της αγάπης." (Μάξιμου Ομολογητού, "Κεφάλαια περί αγάπης" 64-66, απόδοση: Βασιλείου Μπετσάκου)

 


Είχαν περάσει δυο-τρεις ώρες απ' όταν ξεκίνησα δίχως να το καταλάβω. Γύρω μου ακούγονταν μονάχα τα πτηνά του ουρανού και τα βήματά μου. Το βλέμμα βυθισμένο σε καυκαλήθρες και λαγομούστακα, η μύτη πασαλειμένη με χώμα κι οι πρότινες σκέψεις μου ξεχασμένες κάπου βαθιά μες στη λερωμένη παλάμη μου... Σιγά-σιγά ξύπνησες κι εσύ να μου ζητάς πιεστικά μια τζούρα τσιγαράκι και "τί όμορφα θα ήταν εδωνά να σταθείς να ξαποστάσεις να κάνεις δυο και τρεις ρουφηξιές αγναντεύοντας τη θέα"! Κι έπειτα, καθώς το συλλογίστηκες περισσότερο "κι ένα σφηνάκι τσίπουρο, δε θά'ταν καθόλου άσκημο!" κι ίσως και "λίγη καλή παρέα κι ένας μεζές"... Ανάθεμά σε που με τίποτα δε φχαριστιέσαι άνθρωπε! Κι η τόση ομορφιά του Θεού, δε σού'ναι αρκετή! Κι ύστερα μου λένε να μη ζηλεύω τους αγίους που όλα τούτα τά'χουν μέσα τους ταχτοποιημένα και αποζητούν μονάχα την ευλογία και το έλεος του Θεού... 

Πόσο δρόμο έχω ακόμη...

Πόσα εμπόδια να διαβώ...

 


Κίνησα για το δρόμο της επιστροφής. Με τον νου μου καρφωμένο σε μια τζούρα τσιγάρο και το βλέμμα να αναζητά ακόμη μια διέξοδο διαφυγής! Ο δρόμος της επιστροφής πάντα μακρύτερος... πάντα πιο αργός... Στη μια στροφή ξεπρόβαλλε ο ήλιος κι ο φωτισμένος Παγασητικός, στην επόμενη η άγρια βλάστηση σκίαζε τα πάντα. Κοίταζα την ξερολιθιά που ένωνε τ'αποκομένα βράχια κι έδενε τόσο μαζί τους πού'μοιαζε έργο της ίδιας της πλάσης κι αναρωτιόμουν αν οι παλιοί μερεμετίζαν το περιβάλλον τους τόσο ταπεινά για να μην το προσβάλουν με παράταιρες φανταχτερές πρωτοτυπίες όπως οι συγκαιρινοί μου ή αν η ίδια η πλάση με τον καιρό έχει το χάρισμα ν'αφομοιώνει τόσο ταιριαστά τ'ανθρώπινα καμώματα...


Ώρα να σφαλίσω τα παραθυρόφυλλα. Τούτο το μαραφέτι βογγάει και σταματά και κολλά και ζουζουνίζει ασταμάτητα, τόσο που κοντεύει να σκεπάσει τη βοή της ρεματιάς και κινδυνεύω να στοιχειώσει τα όνειρά μου. Έχω να ξεφυλλίσω και τα λόγια κανά-δυο μακρινών κι αγνώστων φίλων μου που με συντροφεύουν πριν κοιμηθώ, να τα κρατήσω για νανούρισμα.



Εκεί στο βουνό των Κενταύρων, που λέτε, υπάρχουν εδώ και χρόνια, οι ράγες ενός τραίνου. Που μια σωπαίνει, μια μιλά. Αν πλησιάσεις το αυτί στην ανάσα τους, θ'αφουγκραστείς πολλά. Ίσως να βρεις κρυμμένες και τις σκέψεις μου, ίσως και δικά σου μυστικά. Δοκίμασε να ελευθερώσεις την ανάσα σου κι όπως διαβαίνεις, επιτέλους να θυμηθείς τί αποζητούσες και τί αποζητάς. Μοναχά, πρόσεξε, αν συναντήσεις τη σπηλιά του Κενταύρου, φρόντισε τούτη νά'ναι του Χείρωνα....

Καλό ξημέρωμα, γειτόνοι!


Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2022

Μικρό οδοιπορικό...

Ένα πασπάλι μοναχά... Ίσα να λευκοντυθεί το τοπίο, αχνά, μ'ένα αραχνοΰφαντο, εύθραυστο νυφικό κι οι νιφάδες σκόρπιες, ασύνταχτες, θαρρείς αποπροσανατολισμένες, να γυροφέρνουν φλερτάροντας με τις διαθέσεις του αγέρα. Έτσι ξημέρωσε χτές... Μετά από κείνα τα ποτάμια βροχής που ξεπλύναν τις σκόνες και τις αμαρτίες μας, μετά από κείνους τους τρελούς αγέρηδες που σκορπίσαν κλωνάρια και ξεχασμένα υπάρχοντα καταγής... Κι ακολούθησε μια παγωνιά που τό'φτιαξε κριτσανιστό να ραγίζει σε κάθε πάτημα στην πέτρα του καλντεριμιού. Δεν πήγα πουθενά... Μοναχά στο μπακάλικο.

Σήμερα μου κακοφάνηκε και ξεκίνησα να περπατώ προς τα ψηλά να το συναπαντήσω. 

Αναζητώντας την ανάσα της κίνησης και καμιά ζωγραφιά να μου τραβήξει τη σκέψη και τη ματιά.

Όσο ανηφόριζα, το χιόνι πιο πυκνό στο τοπίο. Ξάφνου, έστριψα στο μονοπάτι, με πόθο ν'αντικρύσω το μικρό ξωκλήσι μου χιονοσκεπασμένο. Ο ήλιος ήδη μαλάκωνε το παγωμένο λευκό πέπλο κι ο σχιστόλιθος δάκρυζε στα κρυφά για όλα τα ανομολόγητα...


Έλυσα την πορτοκαλιά κορδέλα, έσκυψα να διαβώ και χαιρέτησα την εικόνα του. Πόσο γλυκός κι όμορφος μου φάνηκε εκεί. Λες και δεν την είχα ξαναδεί! Ποιός τον ζωγράφισε; Ποιός σκάλισε τόσο "παιδικά" το όνομά του; Πόσο παράξενο... σαν να ξανασυστηνόμαστε μετά από τόσα χρόνια...


Ένα μικρό μεταλλικό τάμα, πρασινισμένο από την υγρασία, πεσμένο παραδίπλα. Το σήκωσα. Ποιός ξέρει τί προσευχές έκρυβε φυλαγμένες; 

Το βλέμμα μου καρφώθηκε στις χαρακιές της παλιάς ξύλινης πόρτας. Λες και καθρέφτιζε τις πληγές αιώνων. Σαρακοφαγωμένη εδώ κι εκεί να θυμίζει θαρρείς το σαράκι που μαραίνει τη γενιά μας...


Έριξα μια τελευταία ματιά στα βιαστικά -έτσι κι αλλιώς σήμερα βάδιζα λιγουλάκι σα μετέωρη κι υπνωτισμένη- και στράφηκα προς στην έξοδο. Ένα κατώφλι χαμηλό, ίσα με το μπόι ενός παιδιού, να σου σιγοψιθυρίζει πως στο κατώφλι του Θεού πλησιάζουν μοναχά οι ταπεινοί...


Ανηφόρισα, μέχρι να μπορέσει ν'απλωθεί όλο το βλέμμα μου στη θάλασσα... Μια θάλασσα που ο εκθαμβωτικός ήλιος της χάριζε ξανά το διάφανο φόρεμά της! Ν' αποκοπεί από τη γη και τα χρώματα κι όλους εμάς που μπουσουλάμε άχαρα στο βυθό της και να ενωθεί με τα ουράνια...


Ακολούθησα τα χνάρια της γάτας με τη ματιά και μου φάνηκαν πάνω στη στέγη σαν όμορφη ζωγραφιά. Ίσως γιατί αποτύπωναν μια, έστω, φευγαλέα εικόνα ελευθερίας που, δυστυχώς, δεν αντικρύζω σχεδόν πουθενά πια...

Καλό ξημέρωμα άνθρωποι!

Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2020

Προσμένοντας με τις ορτανσίες του Δεκέμβρη....

Κι εκεί που λες πως ξεθωριάσανε και χάσανε τα ροδαλά χρώματα της ανθοφορίας τους, εκεί που χλωμές και γκριζαρισμένες ετοιμάζονται, θαρρείς, να υποδεχθούν το φθινόπωρο των εποχών αλλά και της δικής τους εφήμερης ζωής κι αποφασίζεις να τις ξεχάσεις και να τις προσπερνάς μέχρι τον ερχόμενο Γενάρη τον κλαδευτή...

Καθώς ξέφυγες από τις πνιγηρές φυλλωσιές του Νοέμβρη, όταν φάνηκε τ'αγεράκι του  Δεκέμβρη να τσιτσιδώνει με αναίδεια και θράσος τα αιωνόβια δέντρα και να σκορπά τα ξερά πλατανόφυλλα σωρό στα καλντερίμια κι άρχισες κι εσύ ν'ανασαίνεις -κι ας είσαι παιδί του καλοκαιριού... Καθώς ξεχείλισε το κομπόδεμα με τις τρύπιες δεκάρες στο ιδρωμένο μαντήλι σου κι ισοζύγιασε λιγάκι το κορμί, ημέρεψαν οι ανάσες και κόπασε η ανείπωτα οδυνηρή τρικυμία, δυνάμωσε κι η ματωμένη γροθιά που πεισματικά γρατζουνούσε το βυθό του πιθαριού και κίνησες ξανά να βγεις στο μονοπάτι....

 

Στην αρχή τρεμουλιάζοντας πάλευες να ξανακερδίσεις τη δύναμή σου και το μπαλάντσο σου κι ύστερα να πασχίσεις πιο θαρρετά κι επίμονα λες και σε πήραν οι μήνες στο κατόπι κι έπρεπε να πατσίσεις τα χρεώγραφα! Κάθε δεκάρα να την ανταλλάξεις με μια μικρή νίκη, για κάθε στιγμή πόνου μια μικρή ζωγραφιά! Καινούριο μαντήλι, τούτη τη φορά μουσκεμένο από τις μικρές νίκες σου...

Σαράντισες και βγήκες με το κλαδευτήρι στην παλάμη και την απόφαση να καταφέρεις να εξαλείψεις, να επισκευάσεις και να επαναφέρεις σιγά-σιγά...

"Θα κλαδέψεις και τις ορτανσίες;"

"Όχι από τώρα! Όχι τέτοια εποχή..."

Θαύμασες, όμως, τις κρεβατιές τόσο όμορφα φρεσκοκλαδεμένες -αν και σε συνεπήρε η τόση βιασύνη σου για ομορφιά- και μετρούσες στο νου τα τσαμπιά που θα γεννοβολούσαν το ερχόμενο καλοκαίρι... 

Οχτώ ντουζίνες τριανταφυλλιές καθεμιά με το δικό της κούρεμα. Μην τις αγγίξει άλλο χέρι, μοναχά το δικό σου. Καθεμιά έχει τα γούστα της! Αλλά οι περισσότεροι δεν νιώθουνε. Σαν των γιατρών τα πρωτόκολλα. "Κάθε τρίχα της κεφαλής μας διαφέρει", λέει η μάνα μου. Και "κάθε τριανταφυλλιά", συμπληρώνω. "Όπως και κάθε άνθρωπος με κάθε αρρώστια..."

Η μια θέλει γερό κλάδεμα, η άλλη ίσα-ίσα, άλλη να την αφήσεις ψηλή γιατί της κρύβουν τον ήλιο κι άλλη να μην της πειράξεις όλα τα τρυφερά βλαστάρια γιατί είναι γέρικη και δυσκολεύεται να πετάξει ξανά δυνατό κλαρί από το ροζιασμένο σκληρό παλιό κορμί της. Έχει να κάνει, λοιπόν, με το νταμάρι, με τα χώματα, με τη θέση του ήλιου και τη σκιά, με τα χρόνια που κουβαλά, με το ιδιαίτερο το σκαρί της, τις αρρώστιες της, ίσως ακόμα και τα χούγια της ψυχής της!... κι αν, καμιά φορά, λαθεύω κι εγώ, την αφουγκράζομαι καλύτερα την επόμενη χρονιά και σιγά-σιγά τη φέρνω στα ίσια της και την γιατροπορεύω...

 

"Τις ορτανσίες;"

"Άσε τις ορτανσίες. Αν τις κλαδέψω από τώρα, θα πετάξουν βλαστούς που θα τσουρουφλιστούν στις παγωνιές του χειμώνα. Άσε που ακόμη οι οδηγίες τους είναι ασαφείς ' δε δίνουν σήμα να σε πληροφορήσουν τί να κρατήσεις και τί να διώξεις..."  

Μα, δεν είναι μονάχα τούτος ο λόγος...

Γκρίζα κεφάλια γερτά στις πράσινες φυλλωσιές. Μουντές κι αγέλαστες. Τις προσπερνάς και καθαρίζεις το υπόλοιπο τοπίο από ξερόφυλλα, αγριόχορτα, λαίμαργα κι "άχρηστα" κλαδιά, μαραμένα λουλούδια και πανιασμένα από το κρύο οπωροκηπευτικά. Κι απομένουν αυτές με το μουσκεμένο κεφαλάκι τους απ'τις βροχές να βαραίνει και πότε να σκαλώνει ανάμεσα σε κλαδιά, πότε ν'ακουμπά μισοτσακισμένο στην ξερολιθιά....

Παραμένουν, λοιπόν, αγαπημένα μου τα χρώματα τα βασικά: το καθαρό γαλάζιο της θάλασσας και τ'ουρανού, το βαθύ κόκκινο του αίματος και της άγριας ανεμώνας, το φωτεινό κίτρινο του ήλιου και της φυλλωσιάς που κάτω από τις ξέμακρες ακτίδες του υποδέχεται το χειμώνα...

 

Και, νάσου το ματωμένο κόκκινο του πάθους και της γιατρειάς να σταλάζει στους γκρίζους κροτάφους της ξεθωριασμένης γέρικης ορτανσίας! Νά, τα χρυσοκίτρινα φορέματα να χρωματίζουν την παλιά ανιαρά ολοπράσινη φορεσιά της! Ιδού, να γεννιούνται καινούρια χρώματα με τις πινελιές του παγωμένου Δεκέμβρη! Κι όσο το συλλογίζεσαι: να σου θυμίζουν κείνες τις μικρές νίκες που συνεχίζεις να μαζεύεις ματωμένο κομπόδεμα στο μουσκεμένο μαντήλι...

Θαρρείς μάθανε πως έρχονται Χριστούγεννα και θέλησαν να στολιστούν κι αυτές γιορτινά, προσμένοντας και τούτες τον ερχομό του Θείου Βρέφους...

Καλά κι ευλογημένα Χριστούγεννα!

Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2020

Άγιος Μόδεστος, ο προστάτης και θεραπευτής των ζώων


 Για τον Άγιο Μόδεστο, προστάτη των ζώων έχω κάνει στο παρελθόν άλλες δύο αναρτήσεις, εδώ:

Άγιος Μόδεστος, ο προστάτης των ζώων

και εδώ:

 `Αγιος Μόδεστος, ο προστάτης των ζώων...

Είναι, όμως, τόσο πλούσια τα λαογραφικά στοιχεία που διαρκώς ανευρίσκω για τα έθιμα που λαμβάνουν χώρα κατά την ημέρα της γιορτής του (η μνήμη του εορτάζεται στις 16 ή στις 18 Δεκεμβρίου*) και τόσο ενδιαφέρουσα έως και συγκινητική, πολλές φορές, η σχέση και αλληλοεξάρτηση του λαού μας με τα οικόσιτα ζώα του (με τα οποία συμβίωνε επί χιλιετίες) η οποία διαφαίνεται μέσα από τούτες τις παραδόσεις που, φέτος, θα του αφιερώσω μία ακόμη, ως συμπληρωματική των παλαιοτέρων.


Ξεκινάω από καταγραφές που αφορούν το Πήλιο, από το σπουδαίο λαογράφο μας Γιώργο Θωμά και τη μελέτη του "Ο πολιτισμός του Πηλίου στα χρόνια της Τουρκοκρατίας" (Τα κείμενά του είναι διαθέσιμα στην ιστοσελίδα: http://www.stavromana.gr/000menu.html):

"Στον αγιασμό για τα ζώα, του Αγίου Μοδέστου:

Πανηγυρική σύναξη, αντρών κυρίως, παρατηρούνταν σε όλα σχεδόν τα προαύλια των μητροπολιτικών ναών του Πηλίου και κατά τη «γιορτή των ζώων» το πρωινό του Αγίου Μοδέστου (18 Δεκεμβρίου). Είταν συνήθως οι ιδιοκτήτες (ή οι παραγιοί) μουλαριών, αλόγων (σπάνια και γαϊδουριών) και βοδιών (στα ποιμενικά χωριά του ΒΑ Πηλίου και γιδοπρόβατων), που οδηγούσαν ως εκεί τα ζώα τους να τ’αγιάσει ο παπάς(1). Γινόταν βέβαια πρώτα η λειτουργία κι ύστερα διαβαζόταν ο αγιασμός στο νάρθηκα του ναού ή στη μέση της ζωοσύναξης, αν το επέτρεπε ο καιρός. Με τον αγιασμό ραντίζονταν άνθρωποι και ζώα, ενώ ο παπάς και το άλλο εκκλησίασμα εύχονταν να είναι γερά και να ζήσουν τα τετράποδά τους. Έπαιρνε επίσης ο καθένας λίγο αγιασμό κι έβρεχε μ’αυτόν το στάβλο. Στην Άλλη Μεριά πήγαιναν στην εκκλησία και τις «κουλούρες των βοδιών» -όσα βόδια τόσες κουλούρες- να τις διαβάσει ο παπάς. Τις έπαιρναν κατόπι και τις κάρφωναν στα κέρατα των βοδιών τους, για να τις δώσουν στο τέλος να τις φάνε τα ίδια.

Οι κάτοικοι του Βένετου ωστόσο δεν αρκούνταν μόνο σ’αυτό τον αγιασμό. Άναβαν φωτιές και περνούσαν όλα τα ζώα τους (μουλάρια, γαϊδούρια, γίδες, πρόβατα κλπ.) μέσ’ απ’ τις φλόγες(2).

Στη συνοικία «Κουκουράβα» της Μακρινίτσας, ίσως και σε άλλες περιοχές, η εκδήλωση διατηρούσε τις προεκτάσεις της: Κάποιες νοικοκυρές που είχαν ζώα, έβραζαν σε καζανάκια φασόλια με ρύζι ή ρεβύθια με κοπανισμένο σιτάρι και πρόσφερναν από δυο πιάτα σ’ όλα τα σπίτια της περιοχής, «για το καλό των ζώων τους» και «για το καλό της μέρας». Συνήθιζαν επίσης μερικές γυναίκες να ρίχνουν και αγιασμό σ’αυτά τα φαγητά, απ’αυτόν που διάβαζε ο παπάς την ίδια μέρα(3).

Στην Τσαγκαράδα και την περιοχή της ο γιορτασμός των ζώων συνδυαζόταν και με γλέντι. Ύστερ’ απ’ τη λειτουργία (συλλείτουργο) στο ναό του Αγίου Στεφάνου, παρέες-παρέες οι άντρες, επισκέφτονταν τα σπίτια, όπου οι νοικοκυρές τούς κερνούσαν τσίπουρο με λουκουμάδες, που έφκιαναν επίτηδες. Κάποιες παρέες έπαιρναν και τα λαλούμενα μαζί και πήγαιναν όλοι τραγουδώντας στο δρόμο, μεταφέροντας το τραγούδι και την ευθυμία τους και μέσα στα σπίτια. Το μεσημέρι έτρωγαν σ’ένα απ’αυτά, κι ύστερα συνέχιζαν τις επισκέψεις τους έως το βράδι(4).

Η πρώτη (χρονικά) περιγραφή της εκδήλωσης στο Πήλιο έγινε στα 1893 από το Ζωσιμά Εσφιγμενίτη στο περιοδικό του «Προμηθεύς» (Ιανουάριος 1893): «...ἀλλά καί ἐν τῶ νομῶ Λαρίσης ὑπάρχουσι πολλαί ἐκκλησίαι ἐπί ὀνόματι τοῦ ἁγίου Μοδέστου, ἀλλά τί πρός τοῦτο, ὅπου γίνεται καί ἀγρυπνία καί ὅλα τά ζῶα των μικρά καί μεγάλα οἱ πατέρες (δηλαδή οι παπάδες) συνάζουν ἐκεῖ εἰς ἕν μέρος καί τά ἁγιάζουσιν ἀφοῦ κάμουν τόν ἁγιασμόν καί οὐ μόνον ἐν τῶ Ἁγίω Ὂρει ἀλλά καί ἐν Θεσσαλία ἐν τῆ ἐπαρχία Δημητριάδος εἰς ὅλας τάς κωμοπόλεις τῆς Ζαγορᾶς (δηλαδή του Πηλίου) καί ἐν τῶ μοναστηρίω ὀνομαζομένω τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ἧς ἡ μνήμη εἶναι τῆ 23 Αὐγουστου, εἰς στό χωρίον ὀνομαζόμενον Δράκιαν κείμενον ἔξωθεν τῆς Ζαγορᾶς, πανηγυρίξεται ὁ ἅγιος Μόδεστος».
(1) Οι ίδιοι φρόντιζαν να στολίσουν πιο πριν με άνθη την εικόνα του Αγίου Μοδέστου της εκκλησίας.
(2) Από προσωπική έρευνα στο χωριό το 1981.
(3) Αποστολίας Νάνου-Σκοτεινιώτη, Μακρινίτσα, όπ.π., σελ. 110-111. Το έθιμο διατηρήθηκε έως τα 1930 περίπου.
(4) Από προσωπική έρευνα στα 1978. Το έθιμο διατηρήθηκε ίσαμε τα 1920-1925."

(Γιώργου Θωμά, "Ο πολιτισμός του Πηλίου στα χρόνια της Τουρκοκρατίας")

 

Η Αποστολία Νάνου-Σκοτεινιώτη στο βιβλίο της "Μακρυνίτσα" μας ταξιδεύει σ'αλλοτινές εποχές:

"Σκόρπιες μνήμες. Παιδικές αναμνήσεις που ξεπετάγονται συχνά ηλιοπρόσωπες, για να σε πάνε πίσω, στα αστραφτερά κι ανέμελα της πρωτονιότης χρόνια, και να σου θυμίσουν ανθρώπους και "συνήθια" που χάθηκαν, που ξεχάστηκαν και ξεχνιούνται, ενώ διαβαίνει η ζωή κι ο πολιτισμός και το σήμερα ανηφορίζουν καλντιρίμι, κατακτούν το χωριό και σβήνουν την παλιά ομορφιά. 

Ένα απ'αυτά τα "συνήθια" ήταν κι η γιορτή του Άη-Μόδεστου άλλοτε στην Κουκουράβα. Πλάι στην εκκλησία της Αγίας Μαγδαληνής είναι και σήμερα ακόμη το παρεκκλήσι του Αγίου Μόδεστου. Ο Άγιος Μόδεστος, προστάτης των ζώων, γιορτάζεται οκτώ μέρες πριν απ'τα Χριστούγεννα, δηλαδή στις 18 Δεκεμβρίου και μάλιστα λέν' στο χωριό πως, ό,τι καιρό κάνει εκείνη την ημέρα κάνει και τα Χριστούγεννα.

Αυτή τη μέρα, λοιπόν, συνηθιζόταν στην Κουκουράβα ως μερικά χρόνια πριν απ'τον πόλεμο, να έρχονται έξω από το παρεκκλήσι όλα τα μεγάλα ζώα της συνοικίας (μουλάρια και άλογα) και να περιμένουν να τ'αγιάσει ο παπάς. Μετά τη λειτουργία στο παρεκκλήσι διαβαζόταν αγιασμός έξω στο νάρθηκα κι ο παπάς ράντιζε τα ζώα, και τα ευλογούσε. Ύστερα αυτοί που συνόδευαν τα ζώα συνήθως οι ιδιοκτήτες ή οι παραγιοί τα γύριζαν τρεις φορές γύρω από την εκκλησία και, αφού δέχονταν τις ευχές απ'όλους τους εκκλησιαζόμενους να τους ζήσουν και να είναι γερά τα ζώα τους, αποχωρούσαν.

Ήταν μεγάλο πανηγύρι για το παιδομάνι τα παλιά χρόνια ο ερχομός των ζώων στον Άη-Μόδεστο. Ο νάρθηκας της ανατολικής πλευράς γέμιζε από παιδιά που χάζευαν τα ζώα. Και εκείνα όλα καλοπεριποιημένα, καλοσαϊασμένα με τα καλά τους σαμάρια ή τη σέλα, που επάνω τους φάνταζαν οι καινούριες γιάμπολες (=είδος στρωσιδιού) και τα μιτάφια (=υφαντά από τραγόμαλλο), άλλα φρούμαζαν και χτυπούσαν τα πόδια κι άλλα αδιάφορα κουνούσαν τα αυτιά και την ουρά τους και περίμεναν υπομονετικά. Έξω απ'τον Άγιο Μόδεστο στην Κουκουράβα μαζεύονταν τριάντα-σαράντα άλογα και μουλάρια, που μπορεί να ήταν περισσότερα την εποχή που ευημερούσε η συνοικία. Κι όλα αυτά τα ζώα άκουγαν στα ονόματα: Αράπω, Γκεσούλι, Καράς, Ψαρής, Σουράς, Γερμανός, κλπ.

Μετά την εκκλησία ορισμένες νοικοκυρές απ'αυτές που στα σπίτια τους είχαν ζώα, ετοίμαζαν ένα ιδιαίτερο φαγητό σε μεγάλα τεντζερέδια ή καζάνια για κείνη την ημέρα. Έβραζαν φασόλια και μέσα έριχναν στο τέλος και ρύζι. Ή έβραζαν ρεβύθια και έριχναν μέσα κοπανισμένο σιτάρι. Ήταν δυο πιάτα πολύ πολύ νόστιμα, που όλοι τα περίμεναν στο χωριό. Γιατί ήταν συνήθεια τα πιάτα αυτά είτε φασόλια με ρύζι ή ρεβύθια με σιτάρι, να ροεύονται (=μοιράζονται) σ'όλα τα σπίτια σε δίσκους, ο απόγευμα της ημέρας τ'Άη Μόδεστου ή και την παραμονή. Δυο μεγάλες κουταλιές φασόλια με ρύζι στο πιάτο, πιπέρι επάνω και πλάι μια φέτα φρεσκοζυμωμένο ψωμί ή ρεβύθια καλοβρασμένα με ωραίο χυλωμένο σιτάρι πιπέρι και ψωμί.

Όπως είπε μια νοικοκυρά της Κουκουράβας 80 χρόνων, η κυρά Ευδοξία Λαχανίκα που πάντα στο σπίτι της είχαν ζώα, έριχναν μέσα στο φαγητό που μοίραζαν για τα ζώα και αγιασμό που έπαιρναν το πρωί από την εκκλησία μετά τη λειτουργία. Και μοίραζαν το φαγητό για το καλό των ζώων τους, που τους δούλευαν και τους ζούσαν και για το καλό της μέρας. [...]"

( Αποστολία Νάνου-Σκοτεινιώτη, "Μακρυνίτσα")


Για τη λατρεία του Αγίου Μοδέστου στην Κρήτη καταγράφει, μεταξύ άλλων, ο Νίκος Ψιλάκης στο ανεκτίμητης αξίας έργο του "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη" (εκδόσεις Καρμάνωρ):

"Στις λαϊκές εικόνες του ο Άγιος Μόδεστος εικονίζεται εν μέσω των ζώων. Η λαϊκή πίστη εκφράζει συναξαρικές διηγήσεις που θέλουν τον άλλοτε Αρχιεπίσκοπο Ιερουσαλήμων, γεννημένο στα χρόνια των διωγμών να κάνει πληθώρα θαυμάτων και να θεραπεύει τα ζώα. [...]

Τα συναξαρικά κείμενα φαίνεται να αποτελούν και στην περίπτωση της Κρήτης, υπόβαθρο των λαϊκών διηγήσεων και των παραδόσεων που ακούγονται, όπως συμβαίνει και αλλού. Μια μεγάλη ομάδα σχετικών παραδόσεων αναφέρεται σε θαυματουργικές ιάσεις ζώων και άλλες εστιάζονατι στη ζωή και στα θαύματά του. Λέγεται ότι ο Μόδεστος ανάστησε το κοπάδι ενός φτωχού βοσκού του οποίου όλα τα ζώα είχαν ψοφήσει από το χιόνι, ενώ παλιότερα συνήθιζαν να τάζουν στον Άγιο άρτους για να βοηθήσει στην εξημέρωση των βοδιών που προορίζονταν για το ζυγό! [...]

Ο πιο γνωστός ναός του Αγίου Μοδέστου στην Κρήτη ανήκει στην ενορία Βαγιωνιάς Μονοφατσίου. Και η γιορτή που γίνεται εκεί είναι από τις πιο χαρακτηριστικές ίσως και ολοκλήρου του ορθοδόξου κ΄σομου. η προσφορά ζώων και τα κάθε λογής τάματα συνθέτουν μια σπάνια λατρυετική εικόνα σε συνδυασμό με τους ευχαριστήριους άρτους, τη λιτάνευση της εικόνας, ακόμα και την τελετουργική περιφορά των ζώων γύρω από τον ναό. [...] Οι προσκυνητές από τη Βαγιωνιά και τα κοντινά χωριά άρχιζαν να κατάφτάνουν από το πρωί. Είκοσι περίπου από αυτούς έφεραν μαζί τους ζώα, άλλοι μέσα σε σκεπασμένα καλάθια, σε τσουβάλια, ή σέρνοντάς τα με σκοινιά. Τα περισσότερα ήατν κουνέλια και κοτόπουλα. Η λατρευτική εικόνα του Αγίου ήταν τοποθετημένη έξω από την είσοδο του ναού, κάτω από υπ΄σοτεγο που κατασκευάστηκε επειδή συχνά βρέχει την ημέρα της γιορτής. Μερικοί από τους προσκυνητές πήγαιναν στην εικόνα με τα ζώα, προσκυνούσαν χωρίς να τα αφήνουν από τα χέρια τους ή τα άφηναν για λίγο πάνω στο εικονοστάσι πριν τα παραδώσουν στην ενοριακή επιτροπή. Άλλοι περιέφεραν τα ζώα γύρω από την εκκλησία τρεις φορές και μετά τα παρέδιναν στον επίτροπο. Μερικοί από αυτούς αναρτούσαν χαρτονομίσματα στην εικόνα, πάνω από τα μεταλλικά τάματα στα οποία απεικονίζονατι κάθε λογής ζώα αλλά και άνθρωποι, και ανθρώπινα μέλη σημάδι πως τα τάματα που γίνονται στον Άγιο δεν αφορούν μόνο τα ζώα. Οι εορταστικοί άρτοι τοποθετήθηκαν κατά την επικρατούσα συνήθεια πάνω σε ένα μεγάλο τραπέζι για να ευλογηθούν. Ανάμεσά τους όμως υπήρχαν ασφράγιστα αρτίδια ασυνήθιστου ακανόνιστου σχήματος. Τα αρτίδια αυτά ζυμώνονται με συνεισφορά αλεύρου από πολλά σπίτια του χωριού. 

"Από παλιά συνηθίζουν να τάζουν τα ζώα τους στον Άγιο Μόδεστο και μερικοί τάζουν άρτους ζυμωμένους με αλεύρι από πολλά σπίτια. Από κάθε σπίτι παίρνουν ένα φλιτζάνι αλεύρι. Όσο αλεύρι μαζευτεί ζυμώνεται όλο. Πρέπει όμως να ζητήσουν αλεύρι από πολλά σπίτια για να μαζέψουν πολλές ντροπές."

Μετά τη λειτουργία ο επίτροπος έβγαλε στη δημοπρασία τα ζώα. Μέσα σε λίγη ώρα πουλήθηκαν όλα σε τιμές κατά πολύ ακριβότερες από τις πραγματικές. Οι πλειοδότες που ρωτήθηκαν ήξεραν πως πλήρωναν παραπάνω χρήματα, δεν αντιμετώπιζαν όμως τη συναλλαγή σαν εμπορική πράξη. Πίστευαν πως το ζώο που αγόρασαν δεν ανήκε σε κάποιον προηγούμενο ιδιοκτήτη, αλλά στον ίδιο τον Άγιο. Αιτιολόγησαν, μάλιστα, αυτήν την πεποίθηση τονίζοντας ότι το ζώο-τάμα παύει να αποτελεί κτήμα του ιδιοκτήτη του όχι από τη στιγμή που το παραδίδει στον επίτροπο του ναού, αλλά από τη στιγμή που γίνεται το τάξιμο. Απλώς, πιστεύουν, ο Άγιος το εμπιστεύεται στα χέρια του αφιερωτή για να το φροντίζει μέχρι να έρθει η ώρα της επίσημης (και τελετουργικής βέβαια) παράδοσης στα χέρια των ανθρώπων της εκκλησίας. Η πίστη αυτή ενισχύεται από μια μεγάλη σειρά παραδόσεων που ακούγονται όχι μόνο στην Κρήτη αλλά σε ολόκληρο το βαλκανικό χώρο και κάνουν λόγο για ζώα-τάματα τα οποία μεταβαίνουν μόνα τους στην εκκλησία σε περίπτωση που ο αφιερωτής αλλάξει γνώμη ή αποφασίσει να τα αντικαταστήσει με άλλα. Οι πλειοδότες θεωρούσαν ευλογία να έχουν στο σπίτι, στο στάβλο ή στο κοπάδι τους ζώα τα οποία αγοράστηκαν από τον Άγιο. [...]

Στον Άγιο Μόδεστο η πιο συνηθισμένη ευχή που απηύθυναν σε αυτούς ήταν: "Να βλέπει η χάρη του κι εσένα και το βιος και τα παιδιά σου." Στο τέλος μετά τη λειτουργία στρώθηκε πρόχειρο τραπέζι κάτω από το υπόστεγο με μπακαλιάρο, σουπιές και άλλα νηστίσιμα.[...]

Κατά την ημέρα της εορτής οι βοσκοί και οι κάτοικοι οικόσιτων ζώων βάζουν κάτω από την εικόνα μικρά σακιά με ρόβι, σιτάρι, κριθάρι ή άλλους καρπούς. Μετά τη λειτουργία τα παίρνουν, τα αποθηκεύουν και τα δίνουν στα ζώα τους. Πιστευούν ότι με αυτόν τον τρόπο μεταφέρουν την ευλογία του Αγίου.[...]" 

(Νίκου Ψιλάκη, "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη, εκδόσεις Καρμάνωρ)


 Για την Κρήτη μας πληροφορεί κι ο Δημήτριος Λουκάτος ("Συμπληρωματικά του χειμώνα και της άνοιξης"): 

 "Στην Κρήτη τηρούν αυστηρά την αργία του, με μια συγκινητική μέριμνα, να μην κουράσουν και τα ζώα, την ημέρα εκείνη. Σταματούν το όργωμα ή και τα βαριά κουβαλήματα, αν πρόκειται να ταλαιπωρήσουν τα ζώα και να θυμώσει ο άγιος."  

και, κατόπιν, αναφέρει μια πολύ ενδιαφέρουσα καταγραφή του φοιτητή του Ε.Ψωμά (το1980) στο χωριό Εξάντη Ρεθύμνης:  

"Στο Χωριό Αχλαδέ, γύρω στα 1930, κάποιος βγήκε να οργώσει με τα βόδια του, την ημέρα τ'αγίου Μόδεστου, στην πλαγιά. Εκεί που όργωνε αδιάφορος, ξεκόλλησε απ'την κορφή του βουνού ένας πελώριος βράχος και άρχισε να κατρακυλά προς τον άνθρωπο. Την τελευταία στιγμή ο βράχος πήδησε και ξανασκέλισε τα βόδια κι έπεσε, ίσα-ίσα, πίσω από το αλέτρι. Ο άγιος λυπήθηκε τα ζώα. Ο γεωργός φοβήθηκε, και μόλις εσώθηκε, αμόλησε τα ζώα κι εσταμάτησε το όργωμα... Το βράδυ στο χωριό διηγήθηκε τι έγινε, που όλοι το θεώρησαν θαύμα, και πιο πολύ που στάθηκε ο βράχος και δεν προχώρησε πιο χαμηλά. Από τότε, όλες οι οικογένειες κάνουν, στη γιορτή του αγίου, αρτοκλασίες."

(Δημήτριος Λουκάτος, "Συμπληρωματικά του χειμώνα και της άνοιξης", εκδόσεις Φιλιππότη)

Καθώς τα παλιότερα χρόνια που δεν υπήρχαν μηχανήματα και τρακτέρ οι γεωργοί στηρίζονται κατά κύριο λόγο στη βοήθεια των ζώων για την καλλιέργεια των κτημάτων τους και για τη γενικότερη επιβίωσή τους, ο Άγιος Μόδεστος δε θα μπορούσε να μην είναι κατ'επέκταση και προστάτης των γεωργών, όπως και των κτηνοτρόφων. Για αυτό και ο Γεώργιος Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας") αναφέρει ότι ο Άγιος Μόδεστος λατρευόταν από τους γεωργούς και ότι ανήμερα της γιορτής του:

"όπως λέγουν, τότε "γιορτάζουν τα βόδια" και γίνεται, με κοινόν έρανο των γεωργών συλλείτουργο με κόλυββα και αγιασμό στην εκκλησία. Κόλυββα και αγιασμό δίνουν και στα ζώα που οργώνουν.

Στη Λήμνο οι ζευγάδες κάνουν κόλλυβα για τα ζώα τους, τα πηγαίνουν στην εκκλησία και τα διαβάζει ο παππάς. Στην ταγή για τα βόδια ρίχνουν κι αυτά τα κόλλυβα."

Στο Δρυμό της Μακεδονίας οι γεωργοί "υψώνουν" και το ύψωμα το δίνουν εις τα ζώα να το φάνε και τα εύχονται να ζήσουν χρόνια πολλά.

Στα Τελώνια της Λέσβου παίρνουν τον αγιασμό και πάνε στα χωράφια, για να γλιτώσουν από τις αρρώστιες, τις ακρίδες, απ'ούλα. Σκόλη τό'χουνε κείνη την ημέρα για να κάνουν μόδια πολλά."

 ( Γεώργιος Μέγας, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")

 
Εξάλλου, και το ίδιο το όνομά του - που λέγεται ότι του δόθηκε από κάποιον Ρωμαίο Συγκλητικό που τον υιοθέτησε και συνεπώς ετυμολογείται από το λατινικό modestus ως άνθρωπος του μέτρου, σεμνός (Δ.Λουκάτος) - πάντα θύμιζε στους γεωργούς μας το "μόδι" (μέτρο χωρητικότητας για τα σιτηρά) κι επομένως οι ιδιότητες τούτου του αγίου επεκτάθηκαν και ως προς την προστασία της καλλιέργειας και την αύξηση της συγκομιδής. Χαρακτηριστική η ευχή "Χίλια μόδια!" που συνήθιζαν να ανταλλάσσουν οι χωρικοί την ημέρα της γιορτής του. Προστάτης, λοιπόν, των ζώων, των γεωργών και των κτηνοτρόφων!

Θεόφιλου

Αλλά πολύτιμες πληροφορίες (πολλές από πονήματα του λαογράφου Στεφάνου Ημέλλου) για τον Άγιο Μόδεστο συγκεντρώνει και η Α.Οικονόμου στο άρθρο της "Πολιτισμικές και κοινωνικές όψεις της εξημέρωσης των ζώων στην ελληνική παραδοσιακή κοινωνία"

"...Η λαϊκή πίστη, εκτός από προστάτη και θεραπευτή των αροτριώντων ζώων, γιατί χωρίς αυτά δε μπορούσαν να καλλιεργήσουν τη γη, και κατ'επέκταση προστάτη των γεωργών και πρωτοκαλλιεργητή όπως πιστεύουν και στα Τελώνια της Λέσβου: "Αυτός ο Άγιος εκαλλιέργησε πρώτος τη γη. Ήταν πρωτοζευγάς. Κάθε ισνάφ' έχει τον αρχηγός τ'. Σε μας τον έχουνε οι ζευγάδες." (Ήμελλος, 1992)

Τον Άγιο Μόδεστο τον τιμούν με αργία, συλλείτουργα, κόλλυβα, παρασκευή άρτων τα οποία καλούνται ζευτά, προσφορά και τάξιμο ζώων και άλλες αναίμακτες προσφορές. Π.χ. στην Νάξο "του Αγίου Μοδέστου εκάνανε οι νοικοκυράδες ζευτά. Είναι προς χάρη του βοδιού. Κάνουνε δύο πούλοι και τσοι ενώνουν με ζύμες και τσοι πάνε στα βόδια και τα γλείφουνε... Ύστερα που το γλείφουνε το παίρνουνε στο σπίτι και το τρώνε. Τα ζευτά τα δίνουν και τα τρώνε τα βόδια, γιατί τα προστατεύει ο Άγιος." (Ήμελλος, 1992) [...] Στην Νάξο, που είναι ένα ιδιαίτερα αγροτικό νησί, χαρακτηριστική είναι η παρακάτω θρησκευτική παράδοση, η οποία αναφέρεται στην εξημέρωση των ζώων από τον Άγιο Μόδεστο: "Αυτά τα βούδια που λέμε την παλιά εποχή ήταν άγρια και δεν ημπορούσανε να τα ζέψουνε ούτε στ'αλώνι ούτε στο ζευγάρι. Επήγαινε ο διάβολος και τ'αγκύλωνε και δεν τ'άφηνε να κάνουνε δουλειά. Ετότε ο Άγιος Μόδεστος τον επικάλεσεν ο κόσμος και επήγε και τα σταύρωσε και τον έκανε ζυόλουρο και τό'βαλε στο ζυό και ζεύλες στο ζυό και έφτειαξε το σταυρό και στο ζυόλουρο και στις ζεύλες. Και έτσι εμερέψανε τα βούδια και έκανε ο άνθρωπος τις δουλειές. Μερέψανε προς χάρι του Αγίου Μοδέστου." (Ήμελλος 1992, 61)"
(Α.Οικονόμου, "Πολιτισμικές και κοινωνικές όψεις της εξημέρωσης των ζώων στην ελληνική παραδοσιακή κοινωνία", περιοδικό της ελληνικής κτηνιατρικής εταιρίας 2011)

 

"Ο ζευγάς"- Νώντας Ρεντζής

 Αλλά, σύμφωνα με τον Δημήτριο Λουκάτο και: 

"στη Λέσβο ιδιαίτερα επίστευαν (και πιστεύουν) ότι ο "ανθρώπινος" άγιος Μόδεστος ήταν πρωτοκαλλιεργητής της γης και πρωτοζευγάς. Για αυτό και οι ζευγάδες του νησιού τον έχουν προστάτη στο ισνάφι τους (προσωπική μου καταγραφή στο χωριό Τελώνια το 1940). Διαβάζω αργότερα στο βιβλίο Χρ.Ι.Τραγέλλη, "Τα λαογραφικά της Καλλονής Λέσβου", ότι κάθε χρόνο στη γιορτή του Αγίου, ένας πρωτοζευγάς του τόπου (με τη σειρά του) ετοίμαζε άφθονους ζεστούς λουκουμάδες (χειμώνας σε ελαιοπαραγωγικό νησί) και τους εμοίραζε στα σπίτια και στα καφενεία."

Στη Θεσσαλία τον τιμούσαν επίσης πολύ. Είχε δε και παλιό Μοναστήρι, στην Πύρρα των Τρικάλων (Κοκκίνης, 39). Στα χωριά της Καλαμπάκας, συγκέντρωναν οι κτηνοτρόφοι τα ζώα τους έξω από το χωριό (Καλομοίρα) κι ο παπάς τα ράντιζε με τον αγιασμό της ημέρας.

Και στην Κύπρο ο άγιος Μόδεστος προστατεύει τα ζώα. Στη γιορτή του νοικοκυρές κάνουν κόλλυβα και τα πάνε στην εκκλησία να ευλογηθούν. Απ'αυτά δίνουν στα ζώα τους να φάνε, για να γλιτώνουν τις αρρώστιες και για να δίνουν (οι αγελάδες και τα πρόβατα) περισσότερο γάλα. (Μαρία Παρασκευοπούλου, "Recherches sur les Fetes religieuses pop. de Chypre")" 

(Δημήτριος Λουκάτος, "Συμπληρωματικά του χειμώνα και της άνοιξης")

 
"Ο μικρός ζευγάς"- Έκτωρ Δούκας

Ο Γεώργιος Αικατερινίδης στο έργο του "Νεοελληνικές αιματηρές θυσίες" σημειώνει πως για τον Άγιο Μόδεστο οι όποιες προσφορές είναι αναίμακτες και πως: 

"Η είδηση από την Λήμνο κάνει λόγο για προσφορές, από όσους έχουν τάξιμο, γιδιών και αρνιών, που εκποιούνται με τον συνηθισμένο τρόπο υπέρ της εκκλησίας. Με πιο εξασθενημένη τη θυσιαστική μορφή η κρητική αναφέρει προσφορές στον Άγιο, διαζευκτικά, γάλακτος ή αρνιών." (Γεωργίου Αικατερινίδη,
"Νεοελληνικές αιματηρές θυσίες")

"Όργωμα"- Βάλιας Σεμερτζίδης
 

*Οι δύο διαφορετικές ημερομηνίες εορτασμού του Αγίου Μοδέστου (16 και 18 Δεκεμβρίου αντίστοιχα), ουσιαστικά αφορούν δύο ομώνυμους Αγίους, Πατριάρχες Ιεροσολύμων, και μια σύγχυση που επήλθε μεταξύ των προσώπων αυτών. Ο Δημήτριος Λουκάτος μας κατατοπίζει σχετικά: 

"Ο Άγιος Μόδεστος [...] έγινε ονομαστός για τη δραστηριότητα και τα θαύματά του. Ένα από τα θαύματα αυτά συνετέλεσε να θεωρείται έκτοτε ο Άγιος, προστάτης των ζώων και των κτηνοτρόφων. Σε κάποιον, λέει, μεγαλοκτηματία, γύρω από τα Ιεροσόλυμα, ψοφούσαν τα ζώα από δηλητηρίαση. Ο Άγιος Μόδεστος διαπίστωσε, ότι το κακό προερχόταν από φαρμακερό φίδι, που έπινε απ'το κοινό νερό και το εμόλυνε. Με την παρέμβαση του Αγίου, τα άρρωστα ζώα συνήλθαν, και το μεγάλο φίδι εξοντώθηκε (μια "δρακοντοκτονία" κι εδώ). [...] Στις παλιότερες ακολουθίες του Αγίου Μοδέστου που είχαν υπόψη την παραδοσιακή βιογραφία του, οι διάφοροι ύμνοι μιλούσαν για την ιδιότητά του, του θεραπευτή των ζώων. Η νεότερη όμως σύνθεση (1952) υμνεί άλλον Μόδεστο του 7ου αιώνα που τον λέγει απλώς "ποιμένα" της εκκλησίας [...] Παρ'όλον όμως τον παραμερισμό του παλιού συναξαρικού Αγίου το επίσημο Αγιασματάριο της Εκκλησίας κρατεί τη σχετική παράδοση και περιλαμβάνει ευχή "εις κτήνη", που υποτίθεται ότι την απαγγέλλει ο ίδιος ο Άγιος Μόδεστος (συνθεμένη από τον Νικόδημο Αγιορείτη περί το 1800) [...]

 "Κὑριε, ᾽Ιησοῦ Χριστὲ ὁ Θεός μου, ὁ ἐλεήμων πανάγαθος [...] Σὺ γὰρ εἶ ὁ καὶ δι’ ἐμοῦ τοῦ ἀναξίου δούλου σου, τὸν μὲν ὄφιν θανατώσας, τὸν τὴν πηγὴν τοῦ ὕδατος τῷ ἑαυτοῦ ἰῷ διαφθείραντα, τὰ δὲ ἐξ αὐτοῦ πιόντα ζῷα καὶ νεκρωθέντα, τῇ ζωοποιῷ δυνάμει σου ἀναστήσας [...] Ἐπάκουσον ταύτης μου τῆς δεήσεως καὶ ἀπέλασον πᾶσαν θανατηφόρον ἀσθένειαν καὶ βλάβην ἀπὸ τῶν Βοῶν, Ἵππων, Ὄνων, Ἡμιόνων, Προβάτων, Αἰγῶν, Μελισσῶν, καὶ τῶν λοιπῶν ζῴων τῶν εἰς χρείαν ὄντων τῆς ζωῆς τῶν δούλων σου, τῶν ἐπικαλουμένων σὲ τὸν δοτῆρα πάντων τῶν ἀγαθῶν καὶ τὸ ἐμὸν ὄνομα. Καὶ δός, Κύριε, πᾶσι τοῖς τὴν ἐμὴν μνήμην ἐπιτελοῦσι καὶ μετὰ πίστεως προστρέχουσι τοῖς λειψάνοις, εἰρήνην σταθεράν, πληθυσμὸν ζῴων, ἀφθονίαν σίτου, οἵνου καὶ ἐλαίου, ἐπὶ πᾶσιν δὲ ἄφεσιν ἀμαρτιῶν, σωμάτων ὑγείαν καὶ τὴν τῶν ψυχῶν αἰώνιον σωτηρίαν. Ναὶ, Κύριε, ᾽Ιησοῦ Χριστέ, τοῖς ἰδίοις σπλάγχνοις ἐπικαμπτόμενος, οἴκτειρον τὰ πάσχοντα ζῷα, τῇ δρεπάνῃ τοῦ θανάτου ἀγεληδὸν θεριζόμενα καὶ ὡς λόγον μὴ ἕχοντα, μόνοις τοῖς μυκηθμοῖς καὶ ταῖς γοεραῖς καὶ ἀνάρθροις φωναῖς τὸ πάθος καὶ τὴν ὀδύνην αὐτῶν ἐλεεινῶς ἐξαγγέλοντα, ὥστε καὶ τοὺς λογικοὺς εἰς συμπάθειαν τούτων ἕλκεσθαι. «Εἰ γὰρ δίκαιος οἰκτείρει ψυχὰς κτηνῶν αὐτοῦ» κατὰ τὸ γεγραμμένον, πῶς οὑκ οἰκτειρήσῃς ταῦτα, ὁ τούτων ποιητὴς καὶ προνοητὴς; Σὺ γάρ, εὔσπλαγχνε, καὶ τῶν ἐν τῇ κιβωτῷ ζῴων ἐμνήσθης, ὑπὸ τῆς οἰκείας χρηστότητος καὶ τῶν οἰκτιρμῶν σου νικώμενος. ῞Ινα, διὰ τῆς εὐεξίας καὶ τοῦ πληθυσμοῦ τῶν βοῶν καὶ λοιπῶν τετραπόδων ζῳων, καλλιεργῆται μὲν ἡ γῆ αὐξάνωσι δὲ οἱ καρποὶ καὶ ἀφθόνως οἱ δοῦλοί σου οἱ ὲπικεκλημένοι τὸ ὅνομά σου ἀπολαύωσι τῶν ἰδίων γεωργιῶν· ἐκ τούτων δὲ πᾶσαν αὐτάρκειαν ἕχοντες, περισσεύωσιν εἰς πᾶν ἔργον ἀγαθόν· καὶ δοξάζωσι μέν, Σὲ τὸν χορηγὸν παντὸς ἀγαθοῦ [...]"

 


Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2020

Ο Αύγουστος στις φυλλωσιές του Οκτώβρη...

"Δεν υπάρχει εξυπνότερος άνθρωπος από τον ελεήμονα που δίδει γήινα, φθαρτά πράγματα και αγοράζει άφθαρτα, ουράνια." (Άγιος Παϊσιος)

Κι εκεί πού'χεις καλωσορίσει για τα καλά το φθινόπωρο και προετοιμάζεσαι υλικά και ψυχολογικά για το χειμώνα στο βουνό, ο ήλιος φλερτάρει το γαλάζιο της θάλασσας με τόσο πάθος και τέτοια μαεστρία που της δαμάζει την ανεμοδαρμένη ψυχή φανερώνοντας στα μάτια σου όλη την γαληνεμένη ομορφιά της, τόσο έντονη που, σαν νεράιδα του παραμυθιού, σε γητεύει και σε καλεί επίμονα ξανά κοντά της...

 "Μην κοιτάζεις τα χρυσοκίτρινα φύλλα του φθινοπωριού και τα στοιβασμένα αράδια στην ξυλαποθήκη, άσε το κρασί μονάχο στο βαρέλι να λαμπικάρει και να σιγομουρμουρά και το πάπλωμα να παραπονιέται καταχωνιασμένο στο ερμάρι, ξέχνα σκοτούρες κι όλα τα καθημερινά κι έλα, όσο προλαβαίνεις,  ν'ανταμώσεις τούτα τα πρασινογάλαζα νερά που αγκαλιάζει ο φωτοδότης..."  σιγομουρμουρά τούτη η ξεμυαλίστρα κι εσύ ξεχνάς όλα για όσα μεριμνάς φτάνει μονάχα να μη χάσεις τούτο το σμίξιμο του όψιμου καλοκαιριού, τούτο το δώρο τ'ουρανού με γεύση αρμύρας...

"Η εξωτερική ησυχία, με τη διακριτική άσκηση, πολύ γρήγορα φέρνει και την εσωτερική ησυχία (την ειρήνη της ψυχής), η οποία είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για την πνευματική λεπτή εργασία , διότι, όσο απομακρύνεται κανείς από τον κόσμο, τόσο περισσότερο απομακρύνεται και ο κόσμος από μέσα του, και φυγαδεύονται τότε οι κοσμικοί λογισμοί, και εξαγνίζεται πια ο νους του ανθρώπου, και γίνεται άνθρωπος του Θεού." (Άγιος Παϊσιος)

Κάπως έτσι, κατέληξε τούτος ο Οκτώβρης να μεταμφιεστεί σε Αύγουστο του φθινοπώρου... Ή μήπως είναι ο Αύγουστος που κρύφτηκε στις φυλλωσιές του Οκτώβρη, μπας και πάρει μιαν ανασαιμιά γαλήνης, μακριά από την ανθρωποθάλασσα πού'χε κατακλύσει στις μέρες του το βουνό μας, και το ηλιόλουστο χαμόγελό του αστραποβόλησε και πρόδωσε το μασκάρεμά του; Πόσο, μα πόσο νιώθω τούτη την ανάγκη της βαβουριασμένης του ψυχής να ξεφύγει από τα πλήθη, τα ποδοβολητά, την οχλοβοή και τα μαρσαρίσματα!

Κάπως έτσι λοιπόν, κατέληξα να γευτώ την αρμύρα της θάλασσας ξανά και ξανά τούτο τον Οκτώβρη, όσο δεν κατάφερα να τη γευτώ τον πολύβουο Αύγουστο. Κι αν, καμιά φορά, τα σύννεφα ξεσηκώνονταν να πλέξουν τις δικιές τους ζωγραφιές στον τρούλο τ'ουρανού κι ο αγέρας θαρρούσε τότε πως θα μ'αποδιώξει, εγώ επέμενα να μην την αποχωριστώ και με πίστη μικρού παιδιού τα παρακαλούσα να παραμερίσουν.

"Εάν μπορούσαμε να βγαίναμε από τον εαυτό μας (από την αγάπη του εαυτού μας), θα βγαίναμε κι από την έλξη της γης και τότε πια θα βλέπαμε όλα τα πράγματα στην πραγματικότητα με το θεϊκό μάτι, καθαρά και βαθιά." (Άγιος Παϊσιος) 

Τούτη η θάλασσα πότε αχνοφαίνεται χλωμή και σμίγει ανεπαίσθητα με το μουντό ουρανό σβήνοντας με γομολάστιχα θαρρείς τον ορίζοντα, πότε λαμποκοπά, φλερτάρει με τον ήλιο και μαρμαίρει εδώ κι εκεί, σαν να γεννιούνται από τα βάθη της μικρά αστέρια. Κι όταν πάλι καθαρίζει η άχλυ του νοτιά, τότε φορά τα βαθυκύανα φορέματά της, τα επίσημα και δεσποτικά, που μαγνητίζουν ακόμη και κείνα τα βλέμματα που πασχίζουν ν'αφουγκραστούν τα χρώματα πέρα απ'τον ορίζοντα. Κι αν ξεγελαστείς και πλησιάσεις πιο κόντα τούτα τα νερά γίνονται διάφανα αλλά και συνάμα σμαραγδιά, τόσο, μα τόσο λαχταριστά... να βυθιστείς σ'αυτά και να ξεχάσεις...

Πόσο τα μάτια, λοιπόν, μας ξεγελούν, πόσα παιχνίδια μας παίζουν τούτες οι αισθήσεις! Πόσες αποχρώσεις έχει στην παλέτα του ο Θεός για να χρωματίσει τούτα τα διάφανα νερά που κι ο μεγαλύτερος καλλιτέχνης δε θα μπορούσε, όσο κι αν πάλευε, ν'αναπαράγει! Πόσες αποχρώσεις, άραγε, να κρύβει μια ψυχή; Πόσες άυλες αποχρώσεις, άραγε, μας κρύβουν οι αισθήσεις;

"Το θαύμα είναι μυστήριο και το μυαλό δε μπορεί να το ερμηνεύσει, αλλά μόνο ζήται. Για να ζήσει κανείς τα μυστήρια, θα πρέπει να απεκδυθεί τον παλιό του άνθρωπο, να επανέλθει κάτά κάποιο τρόπο στην πρώτη κατάσταση προ της πτώσεως, να έχει την αθωότητα και απλότητα, για να είναι η πίστη του ακλόνητη, και να πιστεύει απόλυτα ότι στο Θεό δεν υπάρχει τίποτε που να μη μπορεί να το κάνει. Όταν προχωρήσει κανείς στην αρχή με πίστη, χωρίς αμφιβολία, σιγά-σιγά θα έχει γεγονότα μικρά και μεγαλύτερα και τότε πια θα γίνει πιο πιστός, ζώντας τα θεία μυστήρια από κοντά, και τότε γίνεται θεολόγος, διότι δεν τα έπιασε με το μυαλό, αλλά τα έζησε στην πραγματικότητα." (Άγιος Παϊσιος) 

Σήμερα τούτος ο γλυκός ο φετινός Οκτώβρης μοιάζει σαν να μελαγχόλησε ξαφνικά. Ο ήλιος κρύφτηκε εντελώς κι έτσι μας αποκάλυψε όλη την ιδιοσυγκρασία του. Η ξυλόσομπα άρχισε να γουργουρίζει σιγανά και τα καφεδιά πλατανόφυλλα δε φαντάζουν πια παράταιρα στο τοπίο. Κι εγώ απέμεινα συντροφιά με τους λογισμούς μου ν'αποζητώ κείνο το χάδι που δεν το χωρά ο ορίζοντας, κείνη την κρυμμένη απόχρωση που αχνοφαίνεται μοναχά με τα μάτια του νου, που χρωματίζει μοναχά το άυλο...

"Η εξωτερική (κοσμική) δυστυχώς μόρφωση συνέχεια παραμορφώνει τους ανθρώπους, ακόμη και αυτή την όμορφη φύση του Θεού, και κάνει αφύσικη τη ζωή των ανθρώπων με το άγχος που τους προσθέτει συνέχεια [...] Όσοι δίνουν τα πρωτεία στην εσωτερική τους μόρφωση (της ψυχής) και χρησιμοποιούν και την εξωτερική μόρφωση για την εσωτερική, αυτοί γρήγορα μεταμορφώνονται πνευματικά, εάν ασκούνται και πνευματικά, και τότε βοηθούν πολύ κόσμο θετικά, διότι βγάζουν τον κόσμο από το άγχος της κολάσεως και τον οδηγούν στην Παραδεισένια αγαλλίαση. [...] Οι εσωτερικοί άνθρωποι, επειδή έχουν ταπείνωση, είναι τα αληθινά αστέρια που κινούνται ιλιγγιωδώς, αλλά αθόρυβα και ταπεινά, χωρίς να καταλαβαίνει κανείς πώς κινούνται, ενώ είναι μεγάλοι πλανήτες. Κρύβονται δε και στα βάθη του ουρανού και δίνουν την εντύπωση στους ανθρώπους ότι είναι αναμμένα κανδηλάκια με ταπεινό φως." (Άγιος Παϊσιος)

 

Εξάλλου, ακόμη και στον αισθητό κόσμο μας η ομορφιά, όπως κι η αγάπη, φωλιάζει στα πιο απλά....

"Η εσωτερική αγάπη πληροφορεί, διότι γλυκαίνει και όλο τον εξωτερικό ακόμη άνθρωπο και τον ομορφαίνει με τη θεία Χάρη, η οποία δεν κρύβεται, γιατί ακτινοβολεί." (Άγιος Παϊσιος)


"Ο κάθε άνθρωπος, φυσικά, θα πληρωθεί από το αφεντικό που εργάστηκε." (Άγιος Παϊσιος)

 

Καλό φθινόπωρο!

(Σημ. Τα αποσπάσματα από τις "Επιστολές" Αγίου Παϊσίου του Αγιορείτου, εκδόσεων Ιερού Ησυχαστηρίου "Ευαγγελιστής ο Ιωάννης ο Θεολόγος")