Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαμνάτος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαμνάτος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2023

Ήθη, έθιμα και μαγειρέματα της Τυρινής ή Τυροφάγου

"Πάει ου κριάτος πέθανι
ψουχουμαχάει κι ου τύρους
κι παίρνει τη μπερηφανιά
ου σκόρδος κι ου κρομμύδος!"

"Την τελευταία Κυριακή της Τυρινής σημαίνουν όλες οι καμπάνες για τον εσπερινό που τον ονομάζουνε "μακαρονά", επειδή τρώνε μόνο μακαρόνια, ρυζόγαλο και γενικά γαλακτερά. Μετά τον εσπερινό μαζευόταν όλο το σόι σε ένα σπίτι για το συγγενικό τραπέζι της Αποκριάς. Στο τέλος τέλος έπρεπε να φάνε ένα αυγό, "να βουλώσουν με αυτό το στόμα τους", λέγοντας: "Με αυγό σε κλείνω, με αυγό να σε ξανανοίξω". Έτσι το πρώτο πράγμα που θα έτρωγαν μετά το "Χριστός Ανέστη" ήταν ένα κόκκινο αυγό. Στο αποκριάτικο τραπέζι "τού'χαν σε κακό να φτερνιστείς. "Ήπρεπ' αμέσως να βγάλ'ς το πουκάμισό σ' ή κάποιο ρούχο σ' ". Δεν έπρεπε ακόμη να σηκώσουν το τραπέζι το βράδυ. Το άφηναν όλη νύχτα στρωμένο και το ξέστρωναν το πρωί.
Ακολουθούσαν χοροί. Οι κουκουγέροι γύριζαν μουντζωμένοι με καπνιά χορεύοντας στους δρόμους και στις πλατείες, πηγαίνοντας απ'το ένα σπίτι στο άλλο, πότε με ευχές και πότε με πειράγματα. Τους κερνούσαν ρυζόγαλο, γαλακτομπούρεκο και στροφλιά."
(Αλέκου Φλωράκη, "Κάποτε στην Τήνο"- παλίμψηστα λαογραφικά, εκδόσεις Ερίννη)

το αυγό της "χάσκας"

Είναι τούτη η Κυριακή, η Κυριακή της Τυρινής, μέρα οικογενειακών μαζώξεων και γιορτής με πλήθος εθίμων ανά την Ελλάδα. Με το που ξημερώνει η Δευτέρα, αρχίζει κι η μεγάλη περίοδος της Τεσσαρακοστής που δεν ενδείκνυται για γλέντια και οινοποσίες. Ήδη, από την προηγούμενη Κυριακή, την Κυριακή της Απόκρεω, έχει σταματήσει η κατανάλωση κρέατος κι όλη τούτη τη βδομάδα, τη λεγόμενη "της Τυροφάγου" θα καταναλωθεί ό,τι γαλακτοκομικό έχει απομείνει στα νοικοκυριά ώστε από την Καθαρά Δευτέρα να ξεκινήσει η αυστηρή νηστεία.  Λέγεται, μάλιστα, ότι αυτή την εβδομάδα είναι μεγάλο κρίμα να φάει κανείς κρέας, καθώς μας δίνεται η δυνατότητα να γευτούμε οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτό, γεγονός που παραλληλίζεται με την εντολή που έδωσε ο Θεός στον Παράδεισο στον Αδάμ και την Εύα να γευτούνε από οποιοδήποτε δένδρο πλην του δένδρου της γνώσεως του καλού και του κακού («ἀπὸ παντὸς ξύλου τοῦ ἐν τῷ παραδείσῳ βρώσει φαγῇ, ἀπὸ δὲ τοῦ ξύλου τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρόν, οὐ φάγεσθε ἀπ᾿ αὐτοῦ· ᾗ δ᾿ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε»,Γεν. 2,16-17). Οπότε, αν αγνοήσουμε την εντολή και φάμε κρέας, είναι σαν να επαναλαμβάνουμε την παρακοή που οδήγησε στην πτώση μας... Εξάλλου τούτη η Κυριακή, η τέταρτη του Τριωδίου (βλ. και: Καθώς μπαίνει το Τριώδιο... (λαογραφικά και άλλα..), είναι όντως αφιερωμένη στην εξορία (ή αυτοεξορία) των Πρωτοπλάστων από τον Παράδεισο, καθώς οι άγιοι Πατέρες θέσπισαν κατ'αυτήν την ημέρα να «ποιούμεθα τὴν ἀνάμνησιν τῆς ἀπὸ τοῦ Παραδείσου τῆς τρυφῆς ἐξορίας τοῦ Πρωτοπλάστου Ἀδάμ» (Συναξάρι από την Ακολουθία του Όρθρου της Κυριακής της Τυρινής).



"Το βράδυ της Τυρινής, όταν στρωθεί το τραπέζι με τα πεντανόστιμα φαγητά, τις πίτες, τ'ανοιχτάρι κι όλα τ'άλλα, στρογγυλοκάθεται στην τάβλα ολάκερο το βλαχοσόι. Εύχονται οι γεροντότεροι "χρόνια πολλά και καλή Σαρακοστή" ή "καλή Λαμπρή να μας εύρει" κι αρχίζουν όλοι μαζί να τρώνε.
Αυτή, ακριβώς την ώρα π'ανταλλάσσονται οι ευχές και τα γλυκόλογα, οι λεύτερες κοπέλες κλέβουν την πρώτη τους μπουκιά, χωρίς να τις ιδεί κανένα μάτι, για να τη βάλουν τη νύχτα που θα κοιμηθούν κάτω απ'το προσκέφαλό τους. Αυτόν τον άνδρα που θα ιδούν στον ύπνο τους κείνο το βράδυ, πιστεύουν πως θα γίνει και το μελλοντικό τους ταίρι.
Άλλες πάλι, το ίδιο βράδυ τρώνε την αρμυροκουλούρα, που ζύμωσαν την ημέρα κρυφά απ'τους τσελιγκάδες, βάζοντας μέσα μπόλικο αλάτι για να φέρει δίψα τη νύχτα. Έτσι έφευγαν κι έπεφταν για ύπνο, περιμένοντας να ιδούν στ'όνειρό τους ποιός θα τους έδινε νερό. Αυτόν πίστευαν πως θα τον έπαιρναν κι άντρα τους.
Κι ακόμη, όποιος ή όποια φτερνιστεί κατά την ώρα του φαγητού τ'αποκριάτικο βράδυ, θα φορέσει άσπρα τη Λαμπρή. Τ'άσπρα εδώ για την κοπέλα σημαίνουν νυφιάτικο φόρεμα. Συνηθίζουν, επίσης, οι τσοπάνηδες, για το καλό των ζωντανών τους, αυτή τη μέρα να δίνουν φαγητά και κρασί σ'όλους τους περαστικούς και φτωχούς ξωμάχους που κατοικούν γύρω τους κι απόκοντα."
(Βασίλης Λαμνάτος, "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας"

"Τα φαγητά που τοποθετούνται στο τραπέζι είναι μακαρόνια, αυγά, τυρόπιτες, γαλατόπιτες και ένα είδος ζωμού, το τυροζούμι. Αυτό ειδικά φτιάχνεται την ημέρα αυτή από άγρια λάχανα (μυρώνια, καυκαλήθρες, παπαρούνες, κλπ). Τα γιαχνίζουν και ρίχνουν και τυρί μυζήθρα, κομματάκια κομματάκια. Το φαγητό συνοδεύεται με ορισμένα έθιμα που ποικίλλουν από τόπο σε τόπο. Αναφέρω όσα γίνονται στην Αρκαδία. Εκεί,
το βράδυ που θ'αποκρέψουν της τυρινές απόκριες θα μαζευτούν οι συγγενείς οι στενότεροι στου γεροντότερου το σπίτι. Ως πρώτο φαϊ βάνουν στο τραπέζι το τυροζούμι. Κάνουν την προσευχή τους και κατόπιν "σηκώνουν" το τραπέζι' το κρατούν όλοι, μικροί και μεγάλοι, με τα μικρά τους δάκτυλα. Το σηκώνουν και το καθίζουν τρεις φορές. Κάθε φορά λένε:
Αγιοζούμι, τυροζούμι
όποιος πιει και δε γελάσει
ψύλλος δε θα τον δαγκάσει!
Από φτούνο πρέπει να πιει ο καθένας τρεις κουταλιές. Το πίνουμε γλήγορα γλήγορα, δίχως να γελάσουν, κι ύστερα βάνουν όλοι μαζί τα γέλια. Ύστερα τους βάνουν να φάνε μακαρονάδα. Τα ανύπαντρα παιδιά και κορίτσια κοιτάζουν, πώς να κλέψουν κανά μακαρόνι, χωρίς να τους αντιληφθεί κανείς. Όταν πέσουν να κοιμηθούν, το βάνουν στο μαξιλάρι τους και όποιον νέον ή νέαν ιδούν, θα είναι ο άντρας ή η γυναίκα τους. Στερνά τρώνε ό,τι άλλο φαϊ έχουν ετοιμάσει και κατόπιν ο μεγαλύτερος από όλους δίνει το σύνθημα σε όλους να σηκώσουν το τραπέζι με τα μικρά τους δάκτυλα, και τους ρωτάει: 
- Φάγατε;
- Φάγαμε.
- Ήπιατε;
- Ήπιαμε.
- Χορτάσατε; 
- Χορτάσαμε.
- Πάντα χορτασμένοι να είστε.
Και τους διατάζει ν'αφήσουν το τραπέζι στη θέση του."

 (Γεωργίου Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας"

 

Ανάλογες μαντείες σχετικές με την εύρεση συζύγου, καταγράφει κι ο Νικόλαος Πολίτης στα "Λαογραφικά Σύμμεικτα" (τόμος Γ'):




Αλλά οι μαντείες της ημέρας τούτης δεν περιορίζονται στην εύρεση γαμπρού ή νύφης. Ο Φίλιππος Βρετάκος στο πόνημά του "Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των" διασώζει το έθιμο της αυγομαντείας, που αφορά ζωή και θάνατο:


Το αυγό, πάντως, είχε κυρίαρχη θέση στο τραπέζι της ημέρας τούτης, μιας και ήταν η τελευταία μέρα που μπορούσαν να το γευτούν μέχρι να χτυπήσουν οι καμπάνες της Αναστάσεως, όπου και πάλι πρόκειται για το πρώτο αρτύσιμο που θα βάλουν στο στόμα τους!

έθιμο της "χάσκας"

Ένα έθιμο πολύ διαδεδομένο πανελλαδικά ήταν αυτό της "χάσκας" που μπορεί να μην αναφερόταν με αυτήν την ονομασία πάντα, αλλά σα διαδικασία λάβαινε χώρα σχεδόν παντού. Ο γεροντότερος κρεμούσε από ένα μακρύ ξύλο (συνήθως τον πλάστη) ένα σκοινί μ'ένα βρασμένο και ξεφλουδισμένο αυγό δεμένο σε αυτό. Τούτο το αυγό το περιέφερε πάνω από το οικογενειακό τραπέζι κι όλοι προσπαθούσαν να το αρπάξουν με το στόμα! Υπάρχουν και κάποιες παραλλαγές, όπου το αυγό κρεμόταν με σκοινί από το ταβάνι. Πάντως, σε κάθε εκδοχή, ήταν εθιμοτυπικό της μέρας να κλείσεις το στόμα σου με το αυγό.


έθιμο της χάσκας 


Μετά την συχώρεση και το βραδινό πλούσιο φαγοπότι της οικογένειας, ακολουθούσε ο "χάσκας". Από το "χάσκω", που σημαίνει ανοίγω πολύ το στόμα. Είναι και ένα διασκεδαστικό παιχνίδι!
Δένανε μια κλωστή στην άκρη του "κλωστή" - αυτό που ανοίγουν φύλλα πίττας - και στην άλλη άκρη της κλωστής, δένανε ένα ξεφλουδισμένο αυγό!
Ο "κλωστής" συμβολίζει, κατά το έθιμο, τον Πλάστη του ανθρώπου, τον Θεό και η κλωστή το νήμα της ζωής του ανθρώπου!
Όλοι της οικογένειας κάθονται έναν γύρω, με τα χέρια πίσω στις πλάτες για να μην ακουμπήσουν το αυγό και με ανοιχτό το στόμα, περιμέναν να "χάψουν" το αυγό!
Τον "κλωστή" κρατά ο αρχηγός του σπιτιού, ξεκινώντας από τον μικρότερο. Η προσπάθεια γίνεται τρεις φορές για τον καθένα. Αυτός που θα "χάψει" το αυγό, είναι ο τυχερός!
Από το αυγό τρώνε όλοι, για να σφραγίσουν το στόμα τους με αυγό κατά την περίοδο της νηστείας και να το ξανανοίξουν πάλι με το "κόκκινο αυγό" της Ανάστασης!
Την κερωμένη κλωστή του "χάσκα" την καίνε, μετρώντας κατά την διάρκεια του καψίματος πόσα χρόνια θα ζήσει ο νοικοκύρης του σπιτιού!
Καλός οιωνός θεωρούνταν όταν καιγόταν ολόκληρη η κλωστή και η χρονιά θα ήταν καλή!
Τα τσόφλια του αυγού της "χάσκας" τα πετούσαν κρυφά έξω στην γειτονιά, για να φύγει κάθε κακό από το σπίτι τους!
Μετά τον "χάσκα" ξεπόρτιζαν στους φανούς για γλέντι όσο αντέξουν!
(Κωνσταντίνου Σιαμπανόπουλου, "Ο νομός Κοζάνης στο χώρο και στο χρόνο")

"Συγχώρεση"- φωτογραφία: Κωνσταντίνος Μάνος

Το έθιμο τούτο, σε πολλές περιοχές συνδεόταν με τη "συγχώρεση" που λάβαινε χώρα τόσο στα οικογενειακά τραπέζια, όσο και στον κατανυκτικό εσπερινό της συγχώρεσης στην εκκλησία. Προφανώς, την περίοδο της Σαρακοστής που ακολουθεί, δεν αρκεί η σωματική εγκράτεια και νηστεία που θα περιορίσει το σαρκικό μας θέλημα, αλλά είναι απαραίτητο να αποτοξινωθεί κι η ψυχή μας από κακούς λογισμούς, έχθρες και μνησίκακα συναισθήματα, να φιλιώσουμε μεταξύ μας, να δαμάσουμε τον εγωισμό μας, να διαλύσουμε τις όποιες παρεξηγήσεις με τους συνανθρώπους μας και να ξεκινήσουμε την πορεία προς τα Πάθη του Χριστού με όσο το δυνατόν καθαρότερη καρδιά και συνείδηση....
"Εἶπεν ὁ Κύριος· ἐὰν γὰρ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καὶ ὑμῖν ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος· ἐὰν δὲ μὴ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, οὐδὲ ὁ πατὴρ ὑμῶν ἀφήσει τὰ παραπτώματα ὑμῶν." (Ματθαίος 6,14- Ευαγγέλιο της Τυρινής)

"Η καθαυτό Αποκριά με τα πολλά τα έθιμα είναι η τελευταία Κυριακή της Τυροφάγου, που λέγεται αλλιώς "Τρανή Αποκριά". Όταν φτάσει η Κυριακή αυτή, εκτείνονται στο έπακρο η ευθυμία, η αθυροστομίες των μεταμφιεσμένων, οι άσεμνες εμφανίσεις και οι χοροί. Η ημέρα όλη περνά με την κίνηση των μασκαράδων, με τις επισκέψεις και το φαγοπότι. Τον γενικό θόρυβο επιτείνουν οι εκπυρσοκροτήσεις των κροτίδων και ρουκετών, που σε πολλά μέρη, ιδιαίτερα της Β. Ελλάδας, από παλιά συνήθιζαν να πετούν στον αέρα. Αλλά όταν ο ήλιος πλησιάζει στη δύση του, όταν σημάνει η καμπάνα του εσπερινού, τότε γυναίκες και άνδρες ξεκινούν για την εκκλησία. Πρόκειται να διανύσουν το πέλαγος της νηστείας, της Μεγάλης Σαρακοστής, και θέλουν να μπουν σ'αυτό απαλλαγμένοι από ό,τι τους βαραίνει στις σχέσεις τους με τους άλλους χριστιανούς. Εκεί, στον εσπερινό, γίνεται η αμοιβαία συγχώρηση ιερέων και εκκλησιάσματος. Οι εκκλησιαζόμενοι παρατάσσονται κατά ηλικία' οι νεότεροι προχωρούν προς τους γεροντότερους και φιλούν το χέρι τους λέγοντας: 

Συγχώρα με!

Κι αυτοί απαντούν:

Συγχωρεμένος νά'σαι!

Σε πολλές περιοχές, μετά τον εσπερινό ακολουθεί χορός στην αυλή της εκκλησίας ή στο χοροστάσι, την κεντρική πλατεία του χωριού. Επικεφαλής του χορού είναι συνήθως ο ιερέας. 

Π.χ. στην Αρτονίνα,

Πρωτοχορεύουν οι παπάδες, μετά όλοι οι γερόντοι με την αράδα. Τραγουδούν: "Ου δέντρους ήταν ου Χριστός κι η Παναϊά η ρίζα" κ.λ.π.. 

Στο χωριό Αρτεμώνα της Σίφνου ο παπάς σέρνει τον χορό "Του κυρ Βοριά" στον αυλόγυρο της Παναγίας της Κόχης κι έπειτα τον συνεχίζουν στο σπίτι του παπά και άλλων, για να μαλακώσουν τον βοριά. Στην Αγχίαλο, αμέσως μετά τον Εσπερινό

ήθελα πάμε στη θάλασσα όλο το πλήθος κι όσες μάσκες υπήρχαν στην πολιτεία, πηγαίναμε όλοι εκεί, συνάζουντασ' τ' αλόγατα τα καλύτερα του χωριού κι ετρέχανε. Κι όποιο περνούσε - ήταν το μέρος αμμουδιαστό - δίνανε δώρα διάφορα από πανικά και μαντήλια' το στόλιζαν τ'άλογο και περνούσε 'πομέσ' από την αγορά.

Όταν πάλι αρχίζει να νυχτώνει, τότε ανάβονται στις πλατείες ή τους δρόμους των χωριών φωτιές (φανοί, κλαδαριές, μπουμπούνες, καψαλιές) και η ανταύγεια από τα ξερά φρύγανα ή τα κλαδιά, τις παλιοψάθες ή τα κοφίνια τ'αλειμμένα με κατράμι που καίγονται, φωτίζει τα πρόσωπα των ανθρώπων, που συγκεντρωμένοι γύρω στη φωτιά τραγουδούν και χορεύουν. Σε πολλά χωριά συγκεντρώνονται μετά το φαγητό και τότε το γλέντι κι ο χορός παρατείνεται εκεί ως το πρωί. Όταν η φλόγα χαμηλώσει, τότε μικροί και μεγάλοι πηδούν πάνω απ'τη φωτιά."

 (Γ.Α.Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")

* Σημ. Περισσότερα για το έθιμο της χάσκας, αλλά και για τις φωτιές που συνηθίζουν ν'ανάβουν Πανελλαδικά (π.β. και την καύση του Καρνάβαλου), βλ. σε παλιότερη ανάρτησή μου, εδώ: Χάσκα και φωτιές! 
Αποκριάτικο γλέντι στη Χώρα της Μυκόνου -μέσα της δεκαετίας του ’60  (από το βιβλίο «Ενθύμιον Μυκόνου» του Παναγιώτη Κουσαθανά)

Η Μαρία κι ο Νίκος Ψιλάκης στο κοινό τους έργο "Κρητική παραδοσιακή κουζίνα" (εκδόσεις Καρμάνωρ) σημειώνουν πως: "Από το αποκριάτικο τραπέζι δεν έλειπαν ποτέ οι πίτες. Σαρικόπιτες, αγνόπιτες, πίτες με γλυκιά ή ξινή μυζήθρα. Οι πίτες κυριαρχούσαν και κατά τις επόμενες ημέρες, αμέσως μετά την πρώτη Κυριακή της Αποκριάς. Και την Κυριακή της Τυρινής υπήρχαν πάντα τρεις και τέσσερις διαφορετικές ποικιλίες πίτας μαζί με τα υπόλοιπα φαγητά. Στα δυτικά του νησιού κυριαρχούσαν τα "μπουρέκια", εδέσματα ή επιδόρπια που παρά την τουρκική ονομασία τους έχουν καθαρά ελληνική καταγωγή. Δεν υπήρχε, όμως, κρέας στο τραπέζι εκείνων που τηρούσαν πιστά την παράδοση."

Στο έτερο σπουδαίο έργο τους "Το ψωμί των Ελλήνων και τα γλυκίσματα της λαϊκής μας παράδοσης" (εκδόσεις Καρμάνωρ), καταγράφουν με περισσότερες λεπτομέρειες:
" Απολύτως συμβολική είναι η αιτωλική τυρόπιτα με σαράντα φύλλα (συμβολίζει την περίοδο της σαρακοστής που ακολουθεί). Τη λένε πετρόπιτα (από τα πέτρα- πέτουρα = φύλλα): "Επιπάσσεται πολτός βουτύρου και αυγών μετά μικρών τεμαχίων τυρού κλπ. Φέρεται εις την εστίαν και καλύπτεται δια δευτέρου πέτρου, εφ' ου εξαπλούται και αύθις η αυτή ύλη...". Στη συνέχεια μπαίνουν με την ίδια λογική και τα υπόλοιπα φύλλα και ψήνεται στη γάστρα. 
Άλλα αποκριάτικα παρασκευάσματα: 
Κατιμέργια. Στις περισσότερες περιοχές είναι πιτάκια με χειροποίητο φύλλο ή έτοιμο φύλλο μπακλαβά και γέμιση από τυρί, μυζήθρα ή ακόμη και κρέμα με γάλα και ρύζι, όπως γινόταν σε πολλές περιοχές της Μικράς Ασίας. [...]
Γαλατόπιτα (Λευκάδα), τυρινόπιτα (Σαμοθράκη), γαλακτομπούρεκο (Τήνος), κασιάτα (Μέτσοβο), ρυζόπιτα (Λέσβος), ψιρκουτσ' ή ψιρκόγαλο (Λέσβος), γκλιαστρόπιτες (με γκλιάστρα = πρωτόγαλο, Ζαγόρια), βουτυρόψωμο (είδος τυρόπιτας, Λευκάδα), μυζηθρόπιτες (Κρήτη), αλατσατιανές τυρόπιτες (πρόσφυγες από τα Αλάτσατα), [...]"

Πέρα όμως από το αυγό και τις πίτες, εθιμικό έδεσμα της ημέρας αποτελούσαν, όπως ήδη αναφέρθηκε, και τα μακαρόνια, όπως και τα κάθε λογής ζυμαρικά. Πολύ ενδιαφέροντα και πάλι όσα αναφέρουν η Μαρία και ο Νίκος Ψιλάκης ("Το ψωμί των Ελλήνων και τα γλυκίσματα της λαϊκής μας παράδοσης"): 

"... οι μέρες της Αποκριάς διατήρησαν και το αρχαίο νεκρολατρικό τους υπόβαθρο (*π.β. Ψυχοσάββατα: Ψυχοσάββατα, Αποκριές και Χύτροι..), έτσι καθώς στην αρχαιότητα γιορτάζονταν την ίδια εποχή τα Ανθεστήρια, γιορτή με διπλή σημασία. Από τη μία ήταν γιορτή χαράς και ξεφάντωσης κι απ'την άλλη γιορτή ανάμνησης των νεκρών, οι οποίοι πιστευόταν ότι επανέρχονται στον απάνω κόσμο μαζί με τη βλάστηση. Ο Φ. Κουκουλές παρατήρησε πρώτος ότι το μακαρόνι, που αποτελεί εθνικό αποκριάτικο φαγητό σε ολόκληρο σχεδόν τον ελληνικό χώρο έχει τη ρίζα του στα ζυμαρικά που προσφέρονταν στα νεκρόδειπνα, προς τιμήν των νεκρών, δηλαδή των Μακάρων! Δημοσίευσε, μάλιστα και αποδείξεις: Τα μακαριστικά τροπάρια "εις την κοίμησιν της Θεοτόκου" που γράφτηκαν το 1343 από τον Αρχιεπίσκοπο Βουλγαρίας Ιάκωβο, ονομάζονταν "μακαρώνεια". 
Μακαρία ονομάζονται ακόμη και σήμερα στην Κρήτη τα προσφερόμενα εις μνήμην των νεκρών κόλλυβα, όπως και τα διάφορα κεράσματα (τσικουδιά, γλυκίσματα, αρτίδια). Ο Φ.Κουκουλές ετυμολογεί τη λέξη μακαρόνια από "μακαρία αιωνία", που στην πορεία έγινε "μακαρωνία". Επιστρατεύει, μάλιστα, τη λέξη "μακαρωνιά", που είναι το πιλάφι το οποίο προσφερόταν στα νεκρόδειπνα της Ανδριανούπολης. Με τον τρόπο αυτό υποστήριξε την ελληνική καταγωγή της λέξης "μακαρόνια". [...]
Τα μακαρόνια, λοιπόν, είναι το κατ'εξοχήν φαγητό της Αποκριάς. Τόσο πολύ έχουν ταυτιστεί με τις μέρες αυτές και δεν είναι καθόλου τυχαίο που η ίδια η Αποκριά ονομάζεται και "Μακαρονού"! [...] Στην Κρήτη η σύνδεση αυτή φαίνεται με την μαντινάδα αποχαιρετισμού της περιόδου ευωχίας:
Ο λαζανάς ψυχομαχεί κι ο μακαρούνης κλαίει
κι ο κρόμμυδος σουσουραδεί απάνω στο τραπέζι."

Βέβαια, σε άλλες περιοχές, κυρίως νησιωτικές ή παραθαλάσσιες, τούτες τις μέρες συνηθίζεται κι η ψαροφαγία, όπως, π.χ., στους Παξούς: "Της Τυρινής τρώμε μπακαλιάρο, στακοφίσι, σκορδαλιά, ψάρια και μακαρονάδα με λάδι, με σάλτσα και τυρί."  (Δημητρίου Λουκάτου, "Λαογραφικά Σύμμεικτα Παξών")



Μέχρι κάποια χρόνια πριν (που οι καιροί δεν είχαν τόσο αγριέψει!) στα περισσότερα χωριά του τόπου μας (κι όχι μόνο!), πέρα από τα οικογενειακά γλέντια και τους χορούς συνηθιζόταν ομάδες μασκαρεμένων να γυρνούν από σπίτι σε σπίτι -συχνά κι αμίλητοι, για να μην αναγνωριστούν απ'τη φωνή- για να κεραστούν. Ακόμη και στην Κωνσταντινούπολη:
"Τις Απόκριες οι πολίτισσες νοικοκυρές συνήθιζαν να ετοιμάζουν σπιτικά κεράσματα από λικέρ, σιροπιαστά γλυκά, τρίγωνα, ρεβανί, μπακλαβά, κανταΐφια, γιασσί, εκμέκ με καϊμάκι και σιμιγδαλένιο πολίτικο χαλβά, καθώς επικρατούσε η συνήθεια να επισκέπτονται τα σπίτια γείτονες και φίλοι μεταμφιεσμένοι." (Σούλας Μπόζη, "Πολίτικη κουζίνα", εκδ. ελληνικά γράμματα)


Κουκαράς- Σκίτσο του Χρήστου Γ. Δημάρχου από την έκδοση «Ο ελληνικός Πόντος – Μορφές και εικόνες ζωής», Αθήνα 1947

Ένα άλλο έθιμο και, μάλιστα, ποντιακό που λάμβανε χώρα το τελευταίο βράδυ της Αποκριάς, ήταν η ετοιμασία του "κουκαρά", πληροφορίες για τον οποίο μας διασώζει το λαογράφος Κώστας Καραπατάκης ("Ποντιακά ήθη και έθιμα", "Αρχείον Πόντου", τόμος 38ος):




κουκαράς



Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2022

Ο προστάτης και θαυματουργός Άγιος Σάββας και τα Νικολοβάρβαρα (παραδόσεις κι έθιμα)

Πλήθος τα έθιμα κι οι παραδόσεις των ημερών του Δεκέμβρη, αλλά κι ιδιαιτέρως του τριημέρου Αγίας Βαρβάρας (βλ.: Η Αγια-Βαρβάρα, η ευλογιά, το μέλι και τα τρίστρατα!), Αγίου Σάββα και Αγίου Νικολάου (βλ.: Θαλασσινέ μου Άη Νικόλα.. και Του Αϊ Νικόλα, των ναυτικών και του χιονιού ), του λεγόμενου από τον λαό μας: "Νικολοβάρβαρα"(βλ.: Νικολοβάρβαρα!). Και καθόλου τυχαίο που όλες οι παροιμίες στις οποίες αναφέρονται οι παραπάνω άγιοι συνδέονται με την έναρξη του χειμώνα και της κακοκαιρίας:

"Αγιά Βαρβάρα μίλησε κι ο Σάββας απλοήθη:
Μαζώχτε ξύλα κι άχερα και σύρτε και στο μύλο
τι Άγιο Νικόλας έρχεται τα χιόνια φορτωμένος!"

Αναφέρει σχετικά κι ο λαογράφος μας Βασίλης Λαμνάτος στο έργο του "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας" (εκδόσεις: Δωδώνη):
"Την άλλη μέρα απ'τη γιορτή της Αγίας Βαρβάρας, είναι η γιορτή του Αγίου Σάββα στις 5 του Δεκέμβρη και την επόμενη μέρα η γιορτή του Αγίου Νικολάου στις 6 του μήνα. Γι'αυτό ο λαός μας λέει πως:
"Αη-Βαρβάρα γέννησε Σάββα κι Αη-Νικόλα",
κι ακόμα
"Αγιά Βαρβάρα μίλησε και Σάββας απεκρίθη κι ο Άη-Νικόλας έφτασε με χιόνια φορτωμένος"
ή
"η Αη-Βαρβάρα βαρβαρώνει, ο Αη-Σάββας σαβανώνει κι ο Άη-Νικόλας παραχώνει."
Και τις τρεις αυτές γιορτές, πού'ρχονται με τις πρώτες μέρες του Δεκέμβρη, ο λαός μας τις λέει μ'ένα όνομα: "Νικολοβάρβαρα".
"Μπρος πίσω τα Νικολοβάρβαρα, πέφτουν χιόνια Τάρταρα",
λένε οι ξωμάχοι μας. Τα Τάρταρα έχουν εδώ μεν τη χάρη της παρήχησης, αλλά ο λαός μας έβαλε αυτή τη λέξη (Τάρταρα) για να δώσει πιότερη έμφαση στο παγερό κρύο του Δεκέμβρη."


Ενώ ο Νικόλαος Πολίτης ("Λαογραφικά Σύμμεικτα Δ', Δημώδεις παροιμίαι περί των μηνών") διασώζει και τις παρακάτω σχετικές παροιμίες:
Νικολίτσα, Βαρβαρίτσα, προς οπίσω είν' ο χειμώνας,
καθώς "ο ανώτατος βαθμός ψύχους παρατηρείται συνήθως ημέρας τινάς προ ή μετά τα Χριστούγεννα και κατά την εορτή του αγίου Νικολάου." Και:
"Τ'άη Νικολοβάρβαρα κάνει νερά και χιόνια.
Και άλλως:
Τ'άη Νικολοβάρβαρα οι τοίχοι ιδρώνουν,
μα στα Φωτοκάλαντρα αποξυλώνουν. "
όπου Φωτοκάλαντρα θεωρείται φυσικά το Δωδεκαήμερο των Χριστουγέννων.

Σημειώνει κι ο πηλιορείτης λαογράφος μας Κώστας Λιάπης ("Ο παροιμιακός και γνωμικός λόγος στο παραδοσιακό Πήλιο", Εργαστήριο λόγου και πολιτισμού Πανεπιστημίου Θεσσαλίας):
"Αϊ- Σάββας σαβανών'
Αϊ- Νικόλας παραχών'
κι Αϊ- Σπυρίδουνας ξιχών'
Ο καιρός δηλ. την περίοδο τούτων των γιορτών στο πρώτο δωδεκαήμερο του Δεκεμβρίου έχει θεαματικές αλλαγές που δείχνουν πως ο χειμώνας έφτασε. Έτσι, όπως συχνά παρατηρείται της Αγίας Βαρβάρας, έχουμε ξαφνικό αγρίεμα του καιρού, την επαύριο, του Αγίου Σάββα, το χιόνι καλύπτει σαν σάβανο τη γη και την τρίτη μέρα του Αγίου Νικολάου τα πάντα έχουν καταχωστεί κάτω απ'τα πολά χιόνια, τα οποία καλύπτουν τη γη συνήθως μέχρι του Αγίου Σπυρίδωνα. (12 Δεκεμβρίου)"


Ενώ, ο έτερος λαογράφος Δημήτριος Λουκάτος ("Συμπληρωματικά του χειμώνα και της άνοιξης", εκδόσεις Φιλιππότη) προσθέτει:
"Από παρετυμολογία του ονόματός του, ο άγιος Σάββας γίνεται και άγιος νεκρολατρευτικός (σαβανώνει). Γνωρίζουμε το λογοπαίγνιο:
Αγία Βαρβάρα βαρβαρώνει
Άι Σάββας σαβανώνει.
που λέγεται για το χιόνι του χειμώνα ή για τον πιθανό θάνατο από κρύωμα (άι Νικόλας παραχώνει). Τον θεωρούνε όμως άγιο του θανάτου, που μπορεί να μας διαφυλάξει ή να μας δώσει καλύτερη θέση μετά θάνατον.
Μια Λεσβειακή παράδοση σημειώνει:
"Τον άγιο Σάββα πρέπει να τον παρακαλούμε να μας γλυτώσει στον άλλον κόσμο. Αυτός θα βαστά το δίχτυ, μπροστά στον πύρινο ποταμό που πάει στην Κόλαση. Με το δίχτυ του (αν θέλει) σε γλυτώνει και δεν φεύγεις με τους κολασμένους."(Παν. Νικήτα, "Το Λεσβειακό Μηνολόγιο")
Από την ίδια νεκρολατρική ιδιότητα του αγίου φαίνεται ότι προέρχεται και το έθιμο της γιορτής του, να μαγειρεύουν φάβα με κρεμμύδια και να τη μοιράζουν, μαζί με μελίπηκτα, στους συγγενείς. Γι'αυτό λένε και στιχουργικά:
Τ'άι Σάββα τρώμε φάβα.
Ευχάριστο πάντως γεύμα για τη χειμωνιάτικη μέρα και τη σαρακοστή της."

Ο Άγιος Σάββας και οι θεοσεβείς γονείς του


Πάρα πολύ ενδιαφέρονται είναι όσα αναφέρει ο σπουδαίος σύγχρονος λαογράφος μας Νίκος Ψιλάκης στο πολύτιμο πόνημά του "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη"- Έθιμα στον κύκλο του χρόνου, εκδόσεις Καρμάνωρ):

"Μπορεί ο παροιμιακός λόγος να εκφράζει την πίστη στη μορφή του αγαπημένου γέροντα ιεράρχη ("του Αγίου Νικολάου πού 'ν' της γης και του πελάου"), ωστόσο το διήμερο 5 και 6 Δεκεμβρίου (Σάββα και Νικολάου επισκόπου Μύρων) είναι αφιερωμένο κυριολεκτικά στη γη. Προστάτης της στερεάς ο Σάββας, προστάτης της θάλασσα ο Νικόλαος. Είναι οι δύο άγιοι που διασώζουν τους κινδυνεύοντες και γι' αυτό είναι εξαιρετικά δημοφιλείς. Βέβαια, ο Σάββας δεν τιμάται στην Κρήτη με την ένταση που παρατηρούμε σε μαρτυρίες από άλλες περιοχές, όπως είναι η Μικρά Ασία και ο Πόντος. Στην Κρήτη όμως, ο Σάββας είναι ο άγιος που προστατεύει από φυσικές καταστροφές κι ιδιαίτερα από σεισμούς. Οι ασκητικές μαρτυρίες που συγκεντρώσαμε από την νοτιοκεντρική Κρήτη αποκαλύπτουν ένα άγνωστο όσο και εντυπωσιακό λατρευτικό σκηνικό. Οι ερημίτες που είχαν αποχωρήσει από την Ορθόδοξη Εκκλησία κατά τη δεκαετία του 1920, μετά την εφαρμογή του νέου ημερολογίου ήξεραν πως " Άγιος Σάββας στερεώνει τον κόσμο" και μετά από κάθε σεισμική δόνηση εκτός απ'τις γνωστές λιτανείες κατέφευγαν στο φαράγγι του Αγίου Σάββα όπου βρίσκεται ο ναός του (ένα παλιό ασκηταριό), για ολονύκτιες παρακλήσεις. Άλλοι έζωναν τον ναό του και άλλοι κρεμούσαν στην εικόνα του τάματα στα οποία εικονίζονταν σπίτια παρακαλώντας για την προστασία τους. 
Φαίνεται πως η ίδια πίστη υπήρχε και στη Σητεία. Η Ειρ.Παπαδάκη μαρτυρεί πως ο Άγιος Σάββας είναι "προστάτης για τσι σεισμούς" και προσθέτει τη λαϊκή φράση: "Η γης σαββάσει (τρέμει). Ρήμα απρόσωπον που σημαίνει ταράσσω, τρέμω." Δεν γνωρίζω αν η σύνδεση του Σάββα με τους σεισμούς οφείλεται σε παρετυμολογία του ονόματός του. Εξάλλου η λέξη σαββάζω είναι σπάνια. Δεδομένου, όμως, ότι θεωρείται προστάτης από κάθε λογής φυσικό φαινόμενο (κατακλυσμούς, κατακρημνίσεις πετρωμάτων κ.α.) πρέπει να αναζητηθεί η αρχή αυτής της δοξασίας σε κάποιες άλλες, άγνωστες σήμερα, παραμέτρους της λαϊκής λατρείας. Οι παλιοί ασκητές της περιοχής θεωρούσαν πως " για χατήρι του Σάββα και μερικών άλλων ασκητών στέκει ακόμα ο Θεός τον κόσμο". Η φράση αυτή σε συνδυασμό με το γενικότερο λατρευτικό πλαίσιο, αποτελεί μία ένδειξη για τη σχέση του Αγίου με τη στερεότητα του κόσμου, σύμφωνα με παλαιότερες λαϊκές δοξασίες.

[...] Ένα μικρό μοναστηριακό ξωκλήσι που χτιστηκε το 1884 απ'το μοναχό Μελέτιο Τζιριτάκη στην όχθη της λίμνης του Πρέβελη. Μια λεπτομέρεια από το ιστορικό αυτού του ναού είναι πιθανόν να αποτελεί και την άκρη του νήματος και να μας οδηγήσει στην αρχή της λατρευτική ιστορίας του Αγίου στην Κρήτη: Ο Μελέτιος είχε ζήσει κάποια χρόνια στην Παιστίνη. Πιθανότατα, επηρεασμένος απ'τη φήμη του μεγάλου Μοναστηριού του Αγίου Σάββα των Ιεροσολύμων, επέστρεψε στην Κρήτη με την απόφαση να χτίσει ναό αφιερωμένο στον άγιο-ασκητή. Βρήκε λοιπόν, προσφορότερη την κατάφυτη από ενδημικούς φοίνικες παραλία του Πρέβελη. Ας θυμηθούμε ότι χιλιάδες προσκυνητές του Αγίου Σάββα επιδιώκουν να πάρουν ένα χουρμά ή ένα κομματάκι από φύλλο του ιερού δένδρου το οποίο θεωρείται ελιξήριο γονιμότητας.[...]

Εκτός από προστάτης των σεισμών, ο άγιος φαίνεται πως εθεωρείτο και προστάτης των αιχμαλώτων. Οι παραδόσεις που ακούγονται στην περιοχή θέλουν τον Σάββα ελευθερωτή και πρόθυμο να σπεύσει για να διαρρήξει τα δεσμά των ανθρώπων που είχαν στερηθεί της ελευθερίας τους. Οι οικογένειες που αναζητούσαν δικούς τους ανθρώπους οι οποίοι είχαν εξαφανιστεί σε περιόδους ανωμαλιών προσέτρεχαν στην εκκλησία της Τρυπητής με τάματα, προσευχές και νυχτερινές λειτουργίες. [...] ακόμη και σήμερα ο Άγιος Σάββας της Τρυπητής είναι αποδέκτης ευχαριστηρίων άρτων για την απελευθέρωση αιχμαλώτων πριν από τρεις γενιές: 
"Οι Τούρκοι είχαν πιάσει αιχμάλωτο το χωριανό μας τον Σπετσωτομανώλη κι αυτός ετάχτηκε στον Άγιο Σάββα στην Τρυπητή να τονε λευτερώσει και να πηγαίνει άρτους στη χάρη του ίσαμε να ζει. Ο Άγιος τον ελευθέρωσε και πράγματι έκανε κάθε χρόνο άρτους και, ίσαμε που ζούσε, επήγαινε κάθε χρόνο στο μοναστήρι. Όταν πόθανε συνεχίσανε τα παιδιά του να κάνουν αρτοπλασίες. Τώρα συνεχίζει ένας απόγονός του, ο Μανώλης ο Μακρυγιαννάκης"."
Του Αγίου Σάββα, λοιπόν, σήμερα, του "ενδιάμεσου" Αγίου του τριημέρου, καθώς:
"Νικολίτσι, Βαρβαρίτσι,
Σάββα τ'ήθελες στη μέση;"

Ιερά Λαύρα Αγίου Σάββα  στους Αγίους Τόπους


Ο Άγιος τούτος, εκ της Καππαδοκίας, υπήρξε μεγάλος ασκητής του 5ου αιώνα. Ιδιαιτέρως εγκρατής και ταπεινός, έλαβε πλήθος χαρισμάτων ώστε να θεωρείται θαυματουργός και να τιμάται ιδιαίτερα από το λαό μας (κι όχι μόνο) η μνήμη του. Έγινε μοναχός σε ηλικία μόλις οκτώ ετών και η παράδοση αναφέρει ότι σε εφηβική ηλικία, ενώ εργαζόταν στον κήπο και του ήρθε μια έντονη όρεξη να γευτεί ένα λαχταριστό μήλο, μόλις το έκοψε από το δένδρο και συνειδητοποίησε το μέγεθος και την ένταση της επιθυμίας του, το θεώρησε ως γαστριμαργία (ως πάθος για την ηδονή δηλαδή), ώστε τελικά όχι μόνον δεν το έφαγε, αλλά δεν ξανάβαλε ποτέ στο στόμα του τούτο τον καρπό κατά τη διάρκεια της ζωής του, για να κατατροπώσει έτσι τον πειρασμό της ενδόμυχης επιθυμίας του: 
"Ωραίος ἦν εἰς ὅρασιν καὶ καλὸς εἰς βρῶσιν
θανατώσας καρπὸς διὰ τοῦ Ἀδὰμ,
αὐτοῦ προτιμήσαντος τοῦ νοητοῦ κάλλους
τὸ τῆς σαρκίνοις ὀφθαμοῖς φανὲν τερπνόν
και τῶν πνευματικῶν ἅπολαύσεων 
τὴν πλησμονὴν τῆς γαστρὸς τιμιωτέραν θεμένου,
δι' οὗ καὶ ὁ θάνατος εἰς τὸν κόσμον εἰσῆλθεν
μὴ τοίνυν ἀπονεύσω τοῦ κάλλους τῆς ἐγκρατείας 
ψυχικῷ τινι νυσταγμῷ βαρηθεὶς 
ὥσπερ γὰρ πάσης καρποφορίας προηγεῖται ἄνθος,
 οὕτως ἡ ἐγκράτεια πάσης προηγεῖται ἀγαθοεργίας"
(Ἐκ τοῦ Συναξαριστοῦ τῆς Ἰνδίκτου)

Ιερά Λαύρα Αγίου Σάββα στους Αγίους Τόπους

Από τα σημαντικότερα μοναστήρια της ιουδαϊκής ερήμου είναι η Λαύρα του Αγίου Σάββα του Ηγιασμένου της οποίας η πρώτη εκκλησία (που ήταν σπήλαιο) εγκαινιάστηκε από τον ίδιο κι αφιερώθηκε στον Άγιο Νικόλαο. Εκεί, στο ανδρικό μοναστήρι του Αγίου Σάββα, φυλάσσονται και τα θαυματουργά λείψανά του. Καθώς θεωρείται θαυματουργός και προστάτης των ασθενών κι ιδιαιτέρως, στις μέρες μας, των καρκινοπαθών, οι μοναχοί μοιράζουν αγίασμα και λαδάκι για να σταυρωθούν όσοι πάσχουν. Επιπλέον, στην αυλή της μονής υπάρχει μια φοινικιά που, σύμφωνα με την παράδοση, φύτεψε ο ίδιος ο Άγιος Σάββας και τα φύλλα της θεωρούνται κατάλληλα για τα προβλήματα γονιμότητας που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες. 

Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2022

Άγιος Μάμας, ο προστάτης των βοσκών (παραδόσεις, έθιμα και πανηγύρια)

Εικονιζόμενος καβάλα σ'ένα λιοντάρι με μια γκλίτσα στο χέρι, ο νεαρός άγιος και μάρτυρας Άγιος Μάμας θεωρείται ο κατ'εξοχήν προστάτης των βοσκών και των κοπαδιών τους, αλλά και των υιοθετημένων παιδιών. Έζησε την εποχή των διωγμών (3ο αι.μ.Χ.) κι αφού οι γονείς του κυνηγήθηκαν και πέθαναν στη φυλακή, υιοθετήθηκε, βρέφος ακόμη, από μία Χριστιανή, την οποία καλούσε συνεχώς "μάμα" κι έτσι, σύμφωνα με την παράδοση, πήρε το όνομά του. (ή "Eν δε τω τετυπωμένω Ωρολογίω γράφεται, ότι ο Άγιος ούτος μετά την γέννησίν του έμεινεν άφωνος πέντε χρόνους. Έπειτα ελάλησε ρωμαϊστί: ήτοι λατινιστί την λέξιν ταύτην Mάμα. Διά τούτο και ωνομάσθη Mάμας."*) Σε ηλικία μόλις δεκαπέντε ετών μαρτύρησε και θανατώθηκε για την πίστη του.

 

"Στις 2 Σεπτεμβρίου είναι η γιορτή του Αγίου Μάμαντος, του προστάτη των βοσκών, που εικονίζεται μ'ένα στραβό ραβδί στο χέρι. Οι τσοπάνηδες τον θεωρούν καταδικό τους άγιο κι ανήμερα της γιορτής του δεν κάνουν καμιά βαριά δουλειά.
Σε πολλά δε μέρη γίνονται πανηγύρια με ξεχωριστή γραφικότητα, όπου πηγαίνουν γεροτσελιγκάδες και χορεύουν παλιά τσοπάνικα τραγούδια. Του πηγαίνουν τάματα, κυρίως αρνιά και κατσίκια, για νά'χει το δικό του κοπάδι. Έχοντας, λένε, ο άγιος το κοπάδι του παύει να παραπονιέται και να ζηλεύει τα δικά τους. Ύστερα τον λυπούνται κιόλας. Δε θέλουν μια που τον θεωρούν προστάτη τους να μην έχει τα δικά του ζωντανά. Είναι κρίμα απ'το Θεό, τους ακούς και ψιθυρίζουν. Έπειτα, λένε, όταν ο άγιος φυλάει τα δικά του ζωντανά, φυλάει και προσέχει και τα δικά τους.
Κάποτε ένας γιδάρης, ο γερο-Παναγής, απ'τη Γραμμένη Οξυά, μού'πε πως όταν γεννιούνται τα κατσίκια του το καλύτερο το τάζει στον άγιο Μάμαντα, για το καλό και την προκοπή του ζωντανού βιου του. 

"Το τάζω", μου είπε μ'αληθινή πίστη, "κι έχω σίγουρο το κοπάδι μου, μου το φυλάει ο άγιος από κάθε κακό κι από αγριοζούλαπα"." 

(Βασίλη Λαμνάτου, "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας", εκδόσεις "Δωδώνη")

Φωτίου Κόντογλου, "Έκφρασις της Ορθοδόξου Εικονογραφίας", τ.Α'

"Στις εικόνες του ο Άγιος Μάμας παριστάνεται συνήθως να ιππεύει πάνω σε λιοντάρι. Κατά την παράδοση, όταν ο βοσκός Μάμας κατέβαινε από το βουνό στην πόλη να παρουσιαστεί στον Διοικητή, κρατώντας να του προσφέρει κι ένα πρόβατο, υποχρεωτικό δώρο, κουράστηκε στο δρόμο, και τότε παρουσιάστηκε ένα λιοντάρι που τον πήρε στην ράχη του. Οι συμβολιστές ερμηνεύουν την παράσταση, ότι σημαίνει την αγιότητα μαζί και την δύναμη του Χριστιανισμού." (Δημήτρη Λουκάτου, "Τα φθινοπωρινά", εκδόσεις Φιλιππότη)

Μια αντίστοιχη παράδοση από την Κύπρο, αναφέρει:

"Στην Κύπρο ο άγιος Μάμας είναι ένας πολύ σεβαστός και δημοφιλής άγιος, Πολλοί ναοί και παρεκκλήσια, μα και χωριά φέρουν το όνομα του (Σ' όλη την Κύπρο 66 ναοί περίπου είναι αφιερωμένοι στον Άγιο Μάμα).. Αλλά και πολλές κυπριακές παραδόσεις κυκλοφορούν μεταξύ του λαού γύρω από την άγια μορφή του. Μια τέτοια παράδοση που δημιουργήθηκε, όπως φαίνεται, κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, δίνει μια πολύ όμορφη ερμηνεία της εικονογράφησης του αγίου, καβάλα σ' ένα λιοντάρι και μ' ένα αρνί στα χέρια. Σύμφωνα με τη σχετική παράδοση ο άγιος Μάμας ήταν ένας φτωχός ερημίτης, που ζούσε σε μια σπηλιά κοντά στην κωμόπολη Μόρφου. Μια χρονιά οι φοροθέτες τον έβαλαν να πληρώσει βαρύ κεφαλικό φόρο. Επειδή ο Άγιος αρνιόταν, κλήθηκε από τον διοικητή σε απολογία. Στον δρόμο που ερχόταν μαζί με τη συνοδεία των στρατιωτών που τον βρήκαν και τον ακολουθούσαν, ένα λιοντάρι πετάχτηκε μπροστά τους κι άρπαξε ένα αρνί, που κυνηγούσε. Ο Άγιος έκαμε νόημα στο θηρίο να σταματήσει, και ν' αφήσει το θύμα του. Το λιοντάρι υπάκουσε. Σταμάτησε με μιας, κι άρχισε να κουνάει την ουρά του, για να δείξει την υποταγή του. Ο αθλητής, κουρασμένος όπως ήταν από την οδοιπορία, πήρε το αρνί στα χέρια κι αφού καβαλίκεψε το θηρίο συνέχισε τον δρόμο του προς το Διοικητήριο... Όταν ο Διοικητής αντίκρυσε το απίθανο αυτό θέαμα, έδωκε διαταγή ν' αφήσουν ελεύθερο τον αθλητή και να τον απαλλάξουν απ' τη φορολογία σ' όλη του τη ζωή. Ο Άγιος αφήκε το αρνί σαν δώρο στον Διοικητή κι έφυγε." 

Υπάρχει, όμως, και η παράδοση που συνδέει το λιοντάρι με τα βασανιστήρια που υπέστη. Όταν, λένε, σώθηκε εκ θαύματος από τα βασανιστήρια που του έκαναν για να αλλαξοπιστήσει, ο έφηβος μάρτυρας βρέθηκε να ζει στα βουνά παρέα με λιοντάρια κι άγρια θηρία που εξημέρωσε. Τόσο πολύ που τα ελάφια κάθονταν και τα άρμεγε για να τραφεί. Τότε εξαπλώθηκε η φήμη του και κόσμος τον επισκεπτόταν. Οπότε οι διώκτες του τον εντόπισαν και τον ξαναέπιασαν για να τον βασανίσουν. Τον έριξαν σε άγρια θηρία για να τον κατασπαράξουν, αλλά εκείνα δεν τον πείραξαν. Κι ένα λιοντάρι τον δέχτηκε στη ράχη του για να τον μεταφέρει μακριά...

Mάμας ο περιβόητος και ποιμήν και Mάρτυς. O πρότερον μεν τας ελάφους αμέλγων κατεπειγομένας αλλήλων, (κάθε γαρ μία έλαφος εσπούδαζε να προλάβη από την άλλην, διά να δώση το βυζί της εις τον Mάρτυρα), ίνα ξένω γάλακτι τραφή δίκαιος

"Η λατρεία του παραμένει αξιόλογη στην Κύπρο. Στον ναό του της Μόρφου δείχνουν την λάρνακα του λειψάνου του, που έφτασε, λέει, μόνη της εκεί, πλέοντας απ'τη Μ.Ασία. Για την εκκλησία του αναφέρεται, ότι, όταν χτιζόταν, οι πέτρες συγκεντρώνονταν μόνες τους αποβραδίς. Επίσης, ότι στο πανηγύρι του ο Άγιος έστελνε εφτά αγριόγιδα να τα θυσιάσουν και να φάει ο κόσμος. [...] 

Έχουμε εκκλησίες του στη Χίο, Σκύρο, Κάρπαθο, Κάλυμνο, Μήλο, Νάξο, Σπέτσες, Κύθηρα καθώς και χωριά με το όνομά του στην Κρήτη, στην Τροιζηνία και στη Χαλκιδική. Έχουν και στην Πίνδο οι τσοπάνηδες την εικόνα του (Χαλίκι Ασπροποτάμου) και την λιτανεύουν στις στάνες όταν πέσει αρρώστια στα πρόβατα. 

Οι μητέρες επικαλούνται τον Άγιο Μάμα για τα παιδιά." 
(Δημήτρη Λουκάτου, "Τα φθινοπωρινά", εκδόσεις Φιλιππότη)

 


"Στον εορτασμό του Αγίου Μάμα, αγίου κατεξοχήν ποιμενικού, επικρατεί ο κυπριακός τόνος, ακόμα και με μια παραλλαγή της γνωστής παραδόσεως για το θεόπεμπτο θύμα: 

"Ο άης Μάμας ήταν βοσκός ' είχε πολλά χτηνά και όταν αποφάσισε κι έγινε άγιος, το κοπάδι του έμεινε ελεύθερο μέσα στα δάση και οι αίγες του έγιναν αγρινά και βρίσκονται ακόμα στο Τρόοδος. Την ημέρα που εγινότανε η εορτή του ερχότανε από το κοπάδι του τρία χτηνά και έπρεπε να σφάξουν τα δύο και το άλλο να το ξαπολύσουν. Σε μίαν εορτή τα έσφαξαν και τα τρία και από τότε δεν ξανάρθαν." (Κυπρ.11)

Ο ποιμενικός χαρακτήρας τους αγίου τονίζεται και στη μαρτυρία της Κρήτης, ιδιαίτερα όμως της Σκύρου: "Είναι τσοπάνης και στην εικόνα του τον ζωγραφίζουν με το στραβοράβδι στο χέρι. (σημ. Η παράσταση αυτή είναι σύμφωνη με το συναξάρι του αγίου ότι ήταν βοσκός. Π.Β. Φ.Κόντογλου, "Έκφρασις της Ορθοδόξου Εικονογραφίας, τ.Α': "Μάμας, νέος αγένειος, κρατών μικράν έλαφον και ποιμενικήν ράβδον"). Οι τσοπάνηδες του πάνε αρνιά, νά'χει κι εκείνος το κοπάδι του, να μην παραπονιέται και ζηλεύει, να τους φυλάει και τα δικά τους..."

Από την ίδια σκυριανή πληροφορία έχουμε ενδιαφέροντα στοιχεία για τον τρόπο τελέσεως της θυσίας: "Στο πανηγύρι του, την παραμονή το βράδυ, σφάζουν αρνιά κάτω από την καρυδιά. Γυρίζουν το κεφάλι του αρνιού κατά το ιερό της εκκλησίας, τ'ακουμπούν στο πεζούλι, πάνω από το μεγάλο άγνε (λυγαριά) και το σφάζουν, προσέχοντας το αίμα να τρέξεις μες στο αυλάκι το νερό. Το νερό του άι-Μάμα είναι σαν αγίασμα, βγαίνει κάτω απ'το ιερό της εκκλησίας. Έπειτα το κρεμούν από την καρυδιά... το κόβουν, το μαγειρεύουν όταν θα απολύσει ο εσπερινός, ο παπάς ευλογεί το τραπέζι και κάθονται όλοι και τρώνε, τραγουδούν και διασκεδάζουν". " (Γεωργίου Αικατερινίδη, "Νεοελληνικές αιματηρές θυσίες", Δελτίον ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας) 

Σήμερα, όλη αυτή η τελετουργία της θυσίας του ζώου (που μας "ξενίζει" κι "αγριεύει" συχνά) παραλείπεται μεν, αλλά δεν παραλείπεται το κοινό συμπόσιο που ακολουθεί τις θρησκευτικές πανήγυρεις είτε από κοινά καζάνια που μαγειρεύεται το κρέας συνήθως έξω από τους ναούς, είτε ακόμη και στις ταβέρνες της πλατείας του χωριού. Στα Αφροδίσια της Χίου ανήμερα του Αγίου Μάμα, προστάτη του χωριού, μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας, οι πιστοί συγκεντρώνονται στην πλατεία του σχολείου όπου παρατίθεται κατσικοπίλαφο, πανηγυρικό γεύμα το οποίο έχει παρασκευαστεί σε τέσσερα μεγάλα καζάνια από τους χωριανούς. Το βράδυ ακολουθεί γλέντι με ορχήστρα και μεζέδες που, και πάλι, ετοιμάζονται από τους χωριανούς για όλον τον κόσμο που παρευρίσκεται. Οι προετοιμασίες, μάλιστα, για τούτο το πανηγύρι ξεκινούν μια βδομάδα πριν με καθάρισμα και "άσπρισμα" όλου του χωριού. (βλ.: Πανηγύρι Αγίου Μάμα Αφροδισίων Χίου)

Στον Άγιο Μάμα της Χαλκιδικής, εκτός από το θρησκευτικό πανηγυρισμό, πραγματοποιείται μεγάλη εμποροπανήγυρις. Σημειώνει ο Δημήτρης Κουρμπέτης ("Το χωριό Άγιος Μάμας Χαλκιδικής"):
 

" Η εκκλησία του Αγίου Μάμαντος, σύμφωνα με την παράδοση, κτίσθηκε από μοναχούς του μετοχίου. Η παράδοση λέει ότι οι μοναχοί που διέμεναν στο μετόχι έβλεπαν τις νύχτες ένα φως σαν καντήλι μέσα στη θάλασσα, έψαξαν και ανέσυραν τελικά από το βυθό την εικόνα του Αγίου Μάμαντος. Καθώς επέστρεφαν στο μετόχι τους, τα βόδια που έσερναν τον αραμπά με την εικόνα ακινητοποιήθηκαν καθώς ανέβαιναν το ύψωμα έξω από το μετόχι. Παρ’ όλες τις προσπάθειες έμειναν ακίνητα, οι μοναχοί θεώρησαν ότι ήταν θέλημα του Αγίου και έκτισαν εκεί ένα μικρό εκκλησάκι όπου τοποθέτησαν την εικόνα του. Η εκκλησία με το πέρασμα των χρόνων υπέστη κατεδαφίσεις και ανακαινίσεις. [...]

... μπορούμε να συνάγουμε το συμπέρασμα ότι η πανήγυρη του Αγίου Μάμαντος αποτέλεσε ένα έθος που έγινε θεσμός, ξεκίνησε δηλαδή ως μια τοπική αγορά στην αρχή του Φθινοπώρου ήδη από την βυζαντινή εποχή για να μετατραπεί με το πέρασμα των αιώνων στην πανήγυρη των 19ου και 20ου αιώνων. Ο χώρος προσφερόταν για αγοραπωλησία ζώων επειδή διέθετε νερό και ήταν ανοικτός και προσβάσιμος για ζώα και ανθρώπους. Ο χρόνος διεξαγωγής του στην αρχή του Σεπτέμβρη ιδανικός, μετά το τέλος της σποράς και των άλλων καλοκαιρινών γεωργικών ασχολιών, ενώ ταυτόχρονα άρχιζε η προετοιμασία για τη νέα γεωργική χρονιά, της σποράς αλλά και για το χειμώνα, χρόνος κατάλληλος για να αγορασθούν και να πουληθούν ζώα. Έχουμε ένα χαρακτηριστικό παράλληλο με της γιορτές της πρώτης εβδομάδας του Σεπτέμβρη στην περιοχή της Καισάρειας της Καππαδοκίας ήδη από τους 4ο και 5ο αιώνα μ. Χ., περιοχή απ’ όπου ελκύει την καταγωγή του και το πρόσωπο του Αγίου Μάμα. Η Άννα Μαράβα–Χατζηνικολάου στη μονογραφία της για τον Άγιο Μάμαντα αναφέρει ότι οι γιορτές στην Καισάρεια πολύ πιθανόν να άρχιζαν την 1η του Σεπτέμβρη, αρχή της Ινδίκτου. Η συγκομιδή είχε πια γίνει, αρχίζει ξανά η σπορά , ο νέος κύκλος και η Εκκλησία εύχεται για ευνοϊκούς ανέμους, καλές βροχές, ευφορία της γης. Ο Μέγας Βασίλειος μάλιστα στην ομιλία του στη γιορτή του Αγίου Μάμαντα λέει: «η γαρ αυτή ημέρα ορίζει ημίν τον παρελθόντα κύκλον, και κεφαλή γίνεται πάλιν τω επερχομένω». [...]"

Λιτάνευση εικόνας Αγίου Μάμα- Χαλκιδική

Αλλά, ας μεταφερθούμε και στην Κρήτη, με τη μοναδική πένα του λαογράφου Νίκου Ψιλάκη:

"Μ'ένα ραβδί σαν κι αυτό που κρατούν οι βοσκοί στο ένα χέρι κι ένα αρνί στο άλλο ο Άγιος Μάμας, νέος, ωραίος, χωρίς γένεια αλλά με πρόσωπο σχεδόν παιδικό, εικονίζεται σε τοιχογραφίες ηλικίας πολλών αιώνων και σε φορητές εικόνες. η λατρεία του νεαρού Άγίου είναι ευρύτατα διαδεδομένη σε όλο το νησί, κυρίως σε περιοχές με ακμάζουσα κτηνοτροφία. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που πάνω στον Ψηλορείτη των χιλιάδων αιγοπροβάτων γινεται ένα από τα μεγαλύτερα πανηγύρια της περιοχής... ούτε που σε πολλά άλλα ψηλώματα θα δούμε ταπεινά εκκλησάκια αφιερωμένα στη χάρη του.[...] 

Πιστεύεται ότι ήταν βοσκός. Και ότι ζούσε στα βουνά "όπως κι εμείς οι βοσκοί, δεν εκατέβαινε στα χωριά και στσι πόλεις. Ειντά 'θελα κατεβεί να κάνει; Τα οζά μας καταλαβαίνουνε πιο καλά." Λόγια βοσκού απ'την οικογένεια των Σκουλάσων στο πανηγύρι του Αγίου στον Ψηλορείτη το 1994. Παρακολουθώντας αυτό το εντυπωσιακό σε συμμετοχή πανηγύρι είχαμε την ευκαιρία να ακούσουμε μερικές σπ΄τις πιο ενδιαφέρουσες λαϊκές απόψεις για την ταυτότητα του Αγίου! 

" Είναι ο άγιος των φτωχών και δεν έχει να κάνει ούτε με τους δεσποτάδες, ούτε με άρχοντες, ούτε με δημάρχους, ούτε με κανέναν άλλον." 

"Βοσκαρουδάκι στα όρη δεν ήτανε κι ας ήτανε κι αμούστακο που λέει και το τραγούδι; Κατέχει αυτός είντα ζωή κάνομε. Γι'αυτό όπου κι αν είναι βοσκός πρέπει να τον-ετιμά και να τον σέβεται."

"Το αρνί που κρατεί στην εικόνα άλλοι λένε πως το πήγαινε στο Διοικητή πεσκέσι, μα εγώ είχα ακούσει πως το πήγαινε στην εκκλησία και προπάτειε πολλές ώρες για να φτάσει. Όπου υπάρχει βοσκός πρέπει να κάνει το ίδιο, να βγάνει και τη μερίδα του Αγίου Μάμα και να πάει ένα τάξιμο στην εκκλησία."

"Μπορεί νά'τανε βοσκάκι μα εκάτεχε κι εγιάτρευε τα πρόβατα. Και του φέρνανε κι από άλλα κοπάδια, ξένα, και τα γιάτρευε κι αυτά. Και σήμερα άμα τάξεις στον Άγιο όλα πάνε καλά στο κοπάδι."

[...] Οι άντρες αναλαμβάνουν το ψήσιμο του περίφημου αντικρυστού και οι γυναίκες το μαγείρεμα σε μεγάλα καζάνια του κατεξοχήν εθιμικού φαγητού της ημέρας: κρέας κοκκινιστό με πατάτες. [...]

Τα τάματα που γίνονται προς τον Άγιο είναι σχεδόν κατ'αποκλειστικότητα ζώα αιγοπροβατοειδή. Τα πηγαίνουν και τα δένουν στο κερκέλι της εκκλησίας. Τελευταία τα δένουν και σε κάποιο δένδρο που βρίσκεται δίπλα στον ναό. Συνήθως οι βοσκοί ζητούν από τον ιερέα να διαβάσει την ευχή: "Είναι άνθρωποι που έχουν προβλήματα, άλλου αρρώστησε το κοπάδι, άλλος το φέρνει για καλό. Διαβάζω την ευχή του Αγίου Μάμα."

 

[... ] λαογραφικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η γιορτή του Αγίου στο Σελί Ρεθύμνου. Παλιότερα οι βοσκοί της περιοχής έφερναν τα πρόβατα στην εκκλησία. Ο παλιός εφημέριος του χωριού, π.Στυλιανός Χριστοδουλάκης πρόλαβε το χωράφι που βρίσκεται δίπλα από τον ναό γεμάτο πρόβατα κατά την ημέρα της γιορτής: 

"Καθένας από μας είχε και μερικά πρόβατα, δεκαπέντε, είκοσι ή και παραπάνω, χώρια οι βοσκοί που είχανε πολλά. Τα φέρνανε όλοι στην εκκλησία. Αποβραδίς εφέρνανε τα κουδούνια, τα βάζαμε κάτω από το τραπέζι του αγιασμού και ευλογούνταν. Θυμούμαι και τριάντα ακόμα μπορεί και σαράντα λέρια μαζεμένα. Ο παπάς επήγαινε με τον αγιασμό και τα ράντιζε όλα. Στο τέλος ο κάθε βισκός έπαιρνε το αγιασμένο λέρι και το πετούσε στο κοπάδι του για να πέσει επάνω σε ένα πρόβατο. Σ'αυτό το φορούσε κιόλας. Τα παλιότερα χρόνια εφέρνανε πολλά πρόβατα, μπορεί και κάθε βοσκός να θεωρούσε υποχρέωσή του να φέρει από ένα αρνί στον άγιο. Μερικά τα έσφαζε η εκκλησία και μοίραζε το κρέας στους προσκυνητές κι άλλα έβγανε στη δημοπρασία. Ακόμη πηγαίνουν πρόβατα στον Άγιο Μάμα...".[...]" 

(Νίκου Ψιλάκη, "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη", εκδόσεις Καρμάνωρ)

Η παράδοση λέει πως ο Άγιος Μάμας άφησε την τελευταία του πνοή όταν - εφόσον απέτυχαν να τον εξοντώσουν με όσα βασανιστήρια δοκίμασαν- του καρφώσαν μια τρίαινα στα σωθικά...  Στο "Συναξαριστή των Δώδεκα μηνών του ενιαυτού" του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου αναφέρεται για την 29η Ιουλίου: "Tη αυτή ημέρα ο Άγιος Mάρτυς Mάμας εν τη θαλάσση τελειούται. * Ως οία μύστης των αλιέων Mάμας/ Tολμά θαλάσσης εξερευνάν τα βάθη." (*πηγή: Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού) Αλλού πάλι αναφέρεται ότι η λάρνακα με τα οστά του πετάχτηκε στη θάλασσα κι έτσι έφτασε στην Κύπρο.  Ίσως με όλα τούτα να συνδέεται και το έθιμο που λαμβάνει χώρα στις Σπέτσες την ημέρα της εορτής του, όπου όλα τα παιδιά του νησιού ρίχνουν αυτοσχέδια μικρά καραβάκια με αναμμένα κεράκια στη θάλασσα στη μνήμη του Αγίου.

Στις Σπέτσες, ακόμη, τούτη την ημέρα πηγαίνουν τα άλογα στον ιερέα να τα αγιάσει, μιας και τον θεωρούν προστάτη και των ζώων αυτών. Το παραλιακό αυτό εκκλησάκι προς τιμή του Αγίου Μάμα λένε πως το έχτισε καπετάνιος του οποίου το καΐκι που κουβαλούσε μούστο έπεσε σε ξαφνική καταιγίδα ανάμεσα σε Σπέτσες και Κόστα, την παραμονή της ημέρας που γιόρταζε ο Άγιος. Εκείνος, όταν σώθηκε, έταξε να κτίσει εκκλησάκι στον Αγιο που τιμόταν την επόμενη μέρα χρησιμοποιώντας το μούστο αντί για νερό!

Χρόνια πολλά!

Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2021

Ο Αγιασμός των υδάτων, ο Φωτισμός της πλάσης κι οι Καλημέρηδες!

Θεοφάνεια

 Ο Μεγάλος Αγιασμός σήμερα, ο Αγιασμός των Υδάτων...

Μνημονεύει η πένα του Κώστα Καραπατάκη ("Το Δωδεκαήμερο"):

"Τα Θεοφάνεια, που λέγονται και Επιφάνεια, και Φώτα, γιατί τότε, κατά την αντίληψη του λαού, βαπτίζονται τα νερά και φωτίζονται με τον αγιασμό τα σπαρτά, τα δένδρα, τα ζώα, τα σπίτια, οι στάβλοι, τα μαντριά και μαζί μ'αυτά και οι αέρηδες, κατέχουν την πρώτη θέση μέσα στο εορτολόγιο του Δωδεκάμερου των Χριστουγέννων, την Ανατολικής Ορθοδόξου εκκλησίας, σε αντίθεση με τους Δυτικούς, που όλο το βάρος των γιορταστικών εκδηλώσεων το δείχνουν στη γέννηση του Χριστού και σ'αυτήν αφιερώνονται όλες οι προετοιμασίες και οι φροντίδες τους. [...]

Για μερικές μάλιστα περιοχές της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας, τα Φώτα θεωρούνταν, παλιότερα, σαν η μεγαλύτερη γιορτή του χρόνου. Και γι'αυτό, κάθε καινούριο ρούχο, που έφτιαχναν από το Πάσχα, ως τα Χριστούγεννα και κάθε στολίδι που αγόραζαν μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα, τότε θα το πρωτοφορούσαν, "για να φωτισθεί"! [...]

Με όλα αυτά και επειδή με την "κατάδυση του σταυρού" και τις θρησκευτικές και λαϊκές πομπές η μέρα των Θεοφανείων έπαιρνε μια ασυνήθιστη και εξαιρετική κίνηση, όλα άλλαζαν στην ψυχή του λαού κι όλα έπαιρναν μια εξαιρετική όψη και λαμπρότητα, μια καινούρια δύναμη και ζωή κι ο άνθρωπος άλλαζε και ξανάνιωνε κι αυτός, σαν να ξαναγεννιόταν. 

Έτσι, η μέρα των Φώτων δεν είναι μόνο μέρα κάθαρσης και εξαγνισμού των ανθρώπων, αλλά και ξανανεώματος της φύσης και της ζωής, που με το πέσιμο του Σταυρού στο νερό, όλα τα νερά παίρνουν καθαρτικές και εξυγειαντικές ικανότητες, και ιδιαίτερα τα νερά της θάλασσας, που αγκαλιάζουν ολόκληρο τον πλανήτη μας. Από κει και πέρα όλα καθαρίζουν και γαληνεύουν. Γι'αυτό και οι εμποροκαραβοκυραίοι, παλιότερα, αυτή την εποχή ξεκινούσαν για τα μακρινά ανοιξιάτικα ταξίδια, απαλλαγμένοι από το φόβο και τον κίνδυνο του πνιγμού, γιατί τα αγριεμένα κύματα και οι τρικυμίες γαλήνευαν κι "η θάλασσα γινότανε λάδι". Με το άγιασμα των νερών, οι κάτοικοι των νησιών και πολλών άλλων παράλιων μερών, ύστερα από την κατάδυση του Σταυρού στη θάλασσα, τρέχανε  να πλύνουν τα γεωργικά τους εργαλεία και τις άγιες εικόνες με θαλασσινό νερό, από σαράντα κύματα, για να πάρουν καινούρια δύναμη και να ξαναποχτήσουν την παλιά δύναμη και αξία που είχαν χάσει μέσα στο χρόνο.

Ο λαός μας πίστευε και πιστεύει ακόμα, πως με το πέρασμα του χρόνου, όλα τα πράγματα κι αυτά ακόμα τα ιερά όπως οι εικόνες της εκκλησίας, χάνουν την αρχική τους δύναμη και την αξία τους και μόνο με τον αγιασμό των Φώτων και το αγιασμένο νερό εκείνης της ημέρας την ξαναβρίσκουν και την αποχτούν.

Η πίστη αυτή και η δοξασία του λαού μας για το ξανάνιωμα της ζωής οδήγησε τους ανθρώπους της υπαίθρου στην ανάγκη να πλένουν και να καθαρίζουν τις εικόνες της εκκλησιάς και του σπιτιού τα Φώτα, δίνοντας σ'αυτές καινούρια δύναμη [...]  

Το πλύσιμο των εικόνων είναι παλιά προγονική επιβίωση, που έφτασε ως εμάς, από στόμα σε στόμα κι από γενιά σε γενιά, δείχνοντας έτσι τη συνέχεια της πορείας του λαού μας από την αρχαιότητα στο Βυζάντιο κι από κει και δώθε, ως εμάς. [...] Οι αρχαίοι Αθηναίοι, όταν γιορτάζανε τη γιορτή των "Πλυντηρίων" [Βλέπε και: Τα "βρεξούδια", τα "πλυντήρια" και τα "καλησπερίσματα"! ], κατέβαζαν με παράτες και ειδικές πομπές το άγαλμα της Αθηνάς, απ'την Αθήνα στο Φάληρο κι εκεί τό'πλεναν με θαλασσινό νερό για να το καθαρίσουν απ'τη σκόνη που είχε καθήσει απάνω του, μέσα στο χρόνο, και για να ανανεωθούν οι δυνάμεις του αγάλματος της θεάς. Τη συνήθεια αυτή την πήραν αργότερα οι Βυζαντινοί με το πλύσιμο των εικόνων και στη συνέχεια οι νεότεροι."

 (Κώστα Καραπατάκη, "Το Δωδεκαήμερο: Παλιά Χριστουγεννιάτικα ήθη και έθιμα", εκδόσεις Παπαδήμα)

 

Φωτίου Κόντογλου, "Έκφρασις", τόμος Β', εκδόσεις Αστήρ


Ο Νίκος Ψιλάκης στο πολύτιμο έργο του "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη", μεταξύ πολλών άλλων, σημειώνει:

"Η καθαρτήρια περιφορά του αγιασμού θα επιφέρει την κάθαρση ύστερα από μία περίοδο επιβαρυμένη, σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, με καλικαντζάρους (βλέπε: καλικάντζαροι), δαιμονικές επιφάνειες και μιαρά πνεύματα, που η λαϊκή πίστη τα φαντάζεται όντα μαυριδερά, με ουρές. Στις αγροτικές περιοχές, όμως, η περιφορά του αγιασμού μπορεί να σημαίνει και το προμήνυμα της άνοιξης. Η ευλογία που μεταφέρει το νερό θα βοηθήσει τον θαμμένο στην γη σπόρο να βλαστήσει και τα ξερά κλήματα της αμπέλου να πρασινίσουν πάλι. [...]

Ολόκληρη η εορταστική περίοδος χαρακτηρίζεται από την επιφάνεια δαιμονικών όντων σε έναν κόσμο ανυπεράσπιστο και απροστάτευτο, αφού ο ίδιος ο Χριστός δεν έχει ακόμη βαφτιστεί, όπως ακριβώς συμβαίνει με τα αβάπτιστα νήπια που χρειάζονται ειδική προστασία καθ'όλο το διάστημα από τη γέννηση μέχρι τη βάπτισή τους. Επομένως, το Δωδεκαήμερο αποτελεί περίοδο διασάλευσης της θείας τάξης, σε σημείο ώστε να παραμένει ελεύθερο το πεδίο για δαιμονικές εμφανίσεις. Η αναλογική μεταφορά από το ανθρώπινο στο θείο γενικεύεται. Ο Χριστός αντιπροσωπεύει τη θεία και την ανθρώπινη τάξη. Μετά την διασάλευση, λοιπόν, ακολουθεί η αποκατάσταση στο τέλος αυτής της περιόδου. Και το γεγονός που αλλάζει τον κόσμο δεν είναι άλλο από τη Βάφτιση. Ο κόσμος επανέρχεται στην κανονική του πορεία, στη βέβαιη διακυβερνήσή του. Έτσι μπορούμε να κατανοήσουμε ότι δεν βαφτίζεται μόνο ο Χριστός, αλλά και τα νερά, όπως λένε στην Κρήτη, κι ο κόσμος ολόκληρος, που αποκτά πλέον τη μόνιμη προστασία την οποία παρέχει το κορυφαίο μυστήριο. Μετά τον αγιασμό των Φώτων οι κοπελιές πήγαιναν στη βρύση του κάθε χωριού και γέμιζαν τις στάμνες τους, ανανέωναν το νερό του σπιτιού, μια και το νερό της βρύσης ήταν καθαρό κι αγιασμένο [...] Το νερό που αγιάζεται μέσα στην πήλινο λεκάνη της εκκλησίας είναι το μέρος που μπορεί να αντιπροσωπεύει το όλον. Ο αγιασμός ανανεώνει τη θεία ευλογία σε όλα τα ποτάμια, τις πηγές, τα πηγάδια, τις θάλασσες. Ακόμα και το νερό των ζώων έπρεπε να ανανεωθεί, ιδιαιτέρως των οικοσίτων. [...]

Η καθαρτήρια δύναμη του αγιασμένου νερού μπορούσε να προστατεύσει όχι μόνο την αγροτική παραγωγή και το σπιτικό, αλλά και τους μυστικούς πόθους των νέων γυναικών, που ταυτίζουν την προίκα τους με την καλή τύχη και το όνειρο του γάμου. Στα χωριά του Μεραμπέλλου "κάθε κοπελιά πήγαινε από ένα πορτοκάλι, το έβαζε στον αγιασμό και μετά το πήγαινε στα προικιά της". Στο Καμηλάρι Πυργιωτίσσης σώθηκε μέχρι πρόσφατα μια θεαματική συνήθεια: "Βγάζουνε τα υφαντά και τα κεντήματα, όλα τα προικιά και τα ρούχα του σπιτιού, τα απλώνουνε στο σπίτι και περιμένουν τον παπά να τα ραντίσει με αγιασμό." [...]


Στον ορεινό όγκο των Αστερουσίων συνήθιζαν οι βοσκοί να καλούν στις μάντρες τους τον ιερές με δύο-τρία μέλη της ακολουθίας του για τον αγιασμό των προβάτων. Ψάλλοντας το "Εν Ιορδάνη..." ο παπάς πλησίαζε στη μάντρα και ράντιζε όλες τις εγκαταστάσεις που υπήρχαν εκεί. Την καλύβα ή το σπιτάκι του βοσκού, το τυροκομειό, ακόμη και το χώρο γύρω κι έξω από τη μάντρα.  Οι βοσκοί που τον περίμεναν δεν έβγαζαν τα πρόβατα έξω, για να τα ραντίσει κι αυτά. ...

"... Τα πρόβατα φεύγουν προς την πόρτα αλλά, έτσι που στέκει εκεί ο παπάς με τον άλλο κι έχουν απλωμένο το πετραχήλι, όλα τα ζώα περνούν από κάτω. Την ώρα αυτή ο παπάς ψάλλει και ραντίζει συνέχεια με το κλαδί το βασιλικό που κρατεί."


[...] Στην νότια Κρήτη επιβιώνει ακόμη και σήμερα το έθιμο της ευλογίας των κουδουνιών. Ο αγιασμός μεταφέρει την κάθαρση και την ευλογία της εκκλησίας σε κείνο που αντιπροσωπεύει το κουδούνι, δηλαδή στο ίδιο το κοπάδι. ...στη Μονή Οδηγήτριας στις αρχές του 1990 και του 2001.. Από την παραμονή των Θεοφανείων καταφθάνουν στο μοναστήρι οι βοσκοί των γύρω περιοχών και παραδίδουν στον ηγούμενο τα κουδούνια τους, μικρό αριθμό καθένας, ή τα πηγαίνουν και τα κρεμούν κάτω από το τραπέζι του Μεγάλου Αγιασμού. Παραμένουν εκεί όλη την νύχτα και αγιάζονται. Μετά τη λειτουργία.... τα παίρνουν και τα πάνε πάλι στα κοπάδια τους."

(Νίκου Ψιλάκη, "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη", εκδόσεις Καρμάνωρ)

"Χερσέ, βασιλόπιτες και άλλα": Το μικρασιάτικο τραπέζι του Δωδεκαήμερου από το Αρχείο Προφορικής
Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, έρευνα-επιλογή: Ελένη Σταματοπούλου, σχέδια: Μάρκος Καμπάνης, εκδόσεις του Φοίνικα

 Μέσα στο πλήθος εθίμων και παραδόσεων που αφορούν την ημέρα των Θεοφανείων, ξεχωρίζουν και τα ευχετήρια τραγούδια από ομάδες νέων συνήθως αντρών που γυρνούσαν τα σπίτια χωριών και συνοικιών την παραμονή το βράδυ (αλλού και Χριστουγέννων ή Πρωτοχρονιάς) για να αναγγείλουν την Βάπτιση του Χριστού, αλλά και να ευχηθούν τους νοικοκύρηδες και να κεραστούν την παραμονή το βράδυ. Έθιμο που συνεχίζεται και στις μέρες μας σε πολλά χωριά του Πηλίου (βλέπε: Πηλιορείτικα καλησπερίσματα! ).  

"Χερσέ, βασιλόπιτες και άλλα": Το μικρασιάτικο τραπέζι του Δωδεκαήμερου από το Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, έρευνα-επιλογή: Ελένη Σταματοπούλου, σχέδια: Μάρκος Καμπάνης, εκδόσεις του Φοίνικα


Άλλοτε, όμως, τα ευχετήρια τούτα τραγουδίσματα λάμβαναν χώρα τις πρωινές ώρες ανήμερα των Θεοφανείων. Εντυπωσιακό το απόσπασμα του Δημητρίου Καμπούρογλου (1852-1942) που αναφέρεται στους "Καλημέρηδες" της παλιάς Αθήνας (βλ. και: Έθιμα και παραδόσεις του Δωδεκαήμερου της παλιάς Αθήνας (Χριστούγεννα & Πρωτοχρονιά) που δεν ήταν άλλοι από τους υδρονομείς (υπευθύνους των υδάτων που αγιάζονται!) του Κηφισσού!:

"Ἡ ἑορτή τῶν Φῶτων συνεδέετο ἰδίως μετὰ τοῦ ποταμοῦ Κηφισσοῦ' ἦτο δὲ ἑορτὴ ἀνήκουσα εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν ἐπὶ τῆς διαρρυθμίσεως καὶ διανομῆς τῶν ποτιστικῶν ὑδάτων τοῦ Κηφισσοῦ.

Ἦσαν δὲ οὖτοι ὁ Ποταμάρχης καὶ οἱ διατελοῦντες εἰς τὴν ὑπηρεσία του νομεῖς. 

Μὴ νομίσετε δὲ ὅτι πρόκειται περὶ νεοελληνικῆς ἐμφανίσεως. Νομαὶ ἐλέγοντο, καὶ καθ'ὅλους τοὺς αἰῶνας τῆς Τουρκοκρατίας αἱ ποτιστικαὶ διακλαδώσεις τοῦ Κηφισσοῦ... 

Οἱ ὑδρονομεῖς λοιπὸν αὐτοὶ -Καλημέρηδες ἀποκαλούμενοι -εἶχον τὸ ἀποκλειστικὸν δικαίωμα νὰ λέγουν τὰ Καλήμερα. 

Προηγουμένου τοῦ φλάμπουρου - ὁ βακχικὸς νάρθηξ δὲν ἔλειπεν ἐξ αὐτοῦ - καὶ μουσικῶν ὀργάνων, ἐπεσκέπτοντο οὖτοι τὰς οἰκίας τῶν νοικοκυραίων ἰδίως, μεθ' ὦν εὑρίσκοντο εἰς κτηματικὴν ἐπικοινωνίαν, ἀλλὰ τιμητικῶς καὶ τὰς τῶν Ἀρχόντων. 

Χρήματα δὲν κατεδέχοντο νὰ λάβουν οὖτοι, Ἀκριβοπληρώνοντο ὅμως τὰ βιολιά.

Ἰδιαιτέρα συνεννόησις, καθιερωμένη ὑπὸ μακρὰς συνηθείας ἐκανόνιζε τὰς μερίδας τῶν συλλεγομένων χρημάτων. 

Οἱ Καλημέρηδες, ὅμως, εἰσερχόμενοι εἰς τὴν αὐλὴν τῶν σπιτῶν, εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ πάρουν οἱονδήποτε πουλερικὸν εὕρισκον ἐν αὐτῇ. Ὥστε ἀπὸ βαθείας πρωϊας ἠκούτεο ἡ φωνὴ τῆς πεπειραμένης γερόντισσας: "Κλειδῶστε τὰ πουλερικὰ στὸ κοτέτσι γιατὶ θαρθοῦνε οἱ Καλημέρηδες!"

Ἐννοεῖται ὅτι ἐπίτηδες ἄφηναν ὄρνιθά τινα μἢ διακρινομένην βεβαίως ἐπί ἐκτάκτω εὐρωστία, διὰ τοὺς Καλημέρηδες." 

(Δημητρίου Καμπούρογλου, "Αι παλαιαί Αθήναι")


Δημητρίου Καμπούρογλου, "Η ιστορία των Αθηναίων", τόμος Α'

Έθιμα αμέτρητα που αφορούν την τόσο σπουδαία γιορτή της Ορθόδοξης Χριστιανοσύνης μας, πάντα με στόχο τον καθαρμό, τη φώτιση, την αναγέννηση...

Καταγράφει κι ο Δημήτρης Λουκόπουλος στα "Γεωργικά της Ρούμελης" :

"Τα Φώτα στις 6 Γεναριού από κάτω στο τραπέζι που διαβάζει ο παπάς τον αγιασμό, στη Φθιώτιδα, βάζουν μια "σκλίδα" (δεσμίδα "σάλωμα": καλάμη βρίζας) για ν'αγιαστεί. Και τη σκλίδα αυτή τη φυλάνε ως τη Λαμπρή. Την νύχτα που γίνεται η Ανάσταση, την παίρνει ένας επίτροπος της εκκλησιάς, ανεβαίνει στο καμπαναριό ψηλά και την ανάβει. Παραδέχονται πως ο τόπος γύρω που θα ιδεί το φως αυτής της σκλίδας, ανάγκη από χαλάζι δεν έχει. ... Και την ημέρα των Φώτων όλοι οι γεωργοί "αϊάζουν" (ραντίζουν) τα χωράφια κι αμπέλια τους με μεγάλο αγιασμό' μερικοί χώνουν στην άκρη στο χωράφι τους ένα μπουκαλάκι με μεγάλο αγιασμό, για να το φυλάει από κάθε κακό."

(Δημήτρη Λουκόπουλου, "Τα γεωργικά της Ρούμελης", εκδόσεις Δωδώνη)

αλλά κι ο Βασίλης Λαμνάτος ("Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας"):

"Ακόμα, μερικοί, πιστεύουν πως την παραμονή των Φώτων τα μεσάνυχτα ανοίγουν οι ουρανοί. Κείνη τη στιγμή, αν ζητήσεις κάτι απ'το Θεό θα σου το δώσει, λέει ο λαός μας. [...] Οι ζευγολάτες, πιστεύουν πως ξημερώνοντας τα Φώτα, το βράδυ στο παχνί τους μιλούν ακόμα και τα καματερά τους. Κουβεντιάζουν, λένε, κι αυτά με το Χριστό. Φτάνει, βλέπεις, ο Χριστός ίσαμε εκεί, γιατί αυτά τον πρωτοζέσταναν την ώρα της Γέννησής Του, μέσα στη θεία σπηλιά, όταν τον κυνηγούσε η ανθρώπινη κακία..."

(Βασίλη Λαμνάτου, "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας", εκδόσεις Δωδώνη)

Μας "ξεναγεί" ο μοναδικός Φώτης Κόντογλου ("Έκφρασις", τόμος Α', εκδόσεις Δωδώνη) στην περίφημη εικόνα της Βαφτίσεως:


 



Καλή Φώτιση νά'χουμε!

Χρόνια πολλά!