Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2019

μη λησμονάτε τη χώρα μου...


του Οδυσσέα Ελύτη

(αποσπάσματα από το "Άξιον Εστί"...)


Τον πλούτο δεν έδωκες ποτέ σε μένα
τον ολοένα ερημούμενο από τις φυλές των Hπείρων
και απ' αυτές πάλι αλαζονικά, ολοένα, δοξαζόμενο!
Έλαβε τον Βότρυ ο Βορράς
και τον Στάχυ ο Νότος
τη φορά του ανέμου εξαγοράζοντας
και των δέντρων τον κάματο δύο και τρεις φορές
ανόσια εξαργυρώνοντας.
Άλλο εγώ,
πάρεξ το θυμάρι στην καρφίδα του ήλιου δεν εγνώρισα
και πάρεξ
τη σταγόνα του νερού στ' άκοπα γένια μου δεν ένιωσα
μα τραχύ το μάγουλο έθεσα στο τραχύτερο της πέτρας
αιώνες κι αιώνες.
Eκοιμήθηκα πάνω στην έγνοια της αυριανής ημέρας
όπως ο στρατιώτης επάνω στο τουφέκι του.
Και τα ελέη της νύχτας ερεύνησα
όπως ο ασκητής το Θεό του.
Από τον ιδρώτα μου έδεσαν διαμάντι
και στα κρυφά μου αντικαταστήσανε
την παρθένα του βλέμματος.
Εζυγίσανε τη χαρά μου και τη βρήκανε, λέει, μικρή
και την πατήσανε χάμου σαν έντομο.
Τη χαρά μου χάμου πατήσανε και στην πέτρα μέσα την κλείσανε
και στερνά την πέτρα μου αφήσανε
τρομερή ζωγραφιά μου.
Με πελέκι βαρύ τη χτυπούν, με σκαρπέλο σκληρό την τρυπούν,
με καλέμι πικρό τη χαράζουν, την πέτρα μου.
Κι όσο τρώει την ύλη ο καιρός, τόσo βγαίνει πιο καθαρός
ο χρησμός απ' την όψη μου:

ΤΗΝ ΟΡΓΗ ΤΩΝ ΝEKPΩN ΝΑ ΦΟΒΑΣΤΕ
ΚΑΙ ΤΩN ΒΡAXΩΝ Τ' ΑΓΑΛΜΑΤΑ!


[...]Τότε ο Λευτέρης, που τύλιγε παρέκει τσιγάρο, καρτερικά, σαν να 'χε πάρει απάνω του την ανημπόρια ολάκερης της Οικουμένης, γύρισε και «Λοχία» είπε «τι βαρυγκομάς; Αυτοί πού ναι ταγμένοι για τη ρέγγα και το χαλβά, σ' αυτά πάντοτε θα ξαναγυρίζουν. Και οι άλλοι στα δεφτέρια τους που δεν έχουνε τελειωμό, και οι άλλοι στα κρεβάτια τους τα μαλακά που τα στρώνουν μα δεν τα ορίζουν. Αλλά κάτεχε ότι μονάχα κείνος που παλεύει το σκοτάδι μέσα του θα 'χει μεθαύριο μερτικό δικό του στον ήλιο». Και ο Ζώης: «Τι λοιπόν, θαρρείς ότι δεν έχω κι εγώ γυναίκα και χωράφια και βάσανα της καρδιάς που κάθομαι και φυλάγω δωνά στις εξορίες;» Του αποκρίθηκε ο Λευτέρης: «Αυτά που δεν αγαπά κανείς, αυτά, λοχία μου, να φοβάται, τι τα 'χει από τα πριν χαμένα κι ας τα σφίγγει όσο θέλει απάνω του. Αλλά τα πράγματα της καρδιάς τρόπος δεν είναι να χαθούν, έννοια σου, και γι' αυτά οι εξορίες δουλεύουν. Αργά-γρήγορα κείνοι που είναι ναν τα βρουν, θαν τα βρουν». Πάλι ρώτησε ο λοχίας ο Ζώης: «Και ποιος λες τάχα του λόγου σου ότι θαν τα βρει;» Τότε ο Λευτέρης, αργά, δείχνοντας με το δάχτυλο: «Εσύ κι εγώ κι ό,τι άλλο δείξει, αδερφέ μου, η ώρα ετούτη που μας ακούει». [...]


Τα θεμέλιά μου στα βουνά
και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους
και πάνω τους η μνήμη καίει
άκαυτη βάτος.
Μνήμη του λαού μου σε λένε Πίνδο και σε λένε Άθω.
Ταράζεται ο καιρός
κι απ' τα πόδια τις μέρες κρεμάζει
αδειάζοντας με πάταγο τα οστά των ταπεινωμένων.
Ποιοι, πώς, πότε ανέβηκαν την άβυσσο;
Ποιες, ποιων, πόσων οι στρατιές;
Τ' ουρανού το πρόσωπο γυρίζει κι οι εχθροί μου έφυγαν μακριά.
Μνήμη του λαού μου σε λένε Πίνδο και σε λένε Άθω.
Εσύ μόνη απ' τη φτέρνα τον άντρα γνωρίζεις
Εσύ μόνη απ' την κόψη της πέτρας μιλάς
Εσύ την όψη των αγίων οξύνεις
κι εσύ στου νερού των αιώνων την άκρη σύρεις
πασχαλιάν αναστάσιμη!
Αγγίζεις το νου μου και πονεί το βρέφος της Άνοιξης!
Τιμωρείς το χέρι μου και στα σκότη λευκαίνεται!
Πάντα πάντα περνάς τη φωτιά για να φτάσεις τη λάμψη.
Πάντα πάντα τη λάμψη περνάς
για να φτάσεις ψηλά τα βουνά τα χιονόδοξα.
Όμως τι τα βουνά; Ποιος και τι στα βουνά;
Τα θεμέλιά μου στα βουνά
και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους
και πάνω τους η μνήμη καίει
άκαυτη βάτος!
[...]


Ήρθαν
ντυμένοι «φίλοι»
αμέτρητες φορές οι εχθροί μου
το παμπάλαιο χώμα πατώντας.
Και το χώμα δεν έδεσε ποτέ με τη φτέρνα τους.
Έφεραν
τον Σοφό, τον Οικιστή και το Γεωμέτρη
Βίβλους γραμμάτων και αριθμών
την πάσα Υποταγή και Δύναμη
το παμπάλαιο φως εξουσιάζοντας.
Και το φως δεν έδεσε ποτέ με τη σκέπη τους.
Ούτε μέλισσα καν δε γελάστηκε το χρυσό ν' αρχινίσει παιχνίδι∙
ούτε ζέφυρος καν, τις λευκές να φουσκώσει ποδιές.
Έστησαν και θεμέλιωσαν
στις κορφές, στις κοιλάδες, στα πόρτα
πύργους κραταιούς κι επαύλεις
ξύλα κι άλλα πλεούμενα
τους Νόμους, τους θεσπίζοντας τα καλά και συμφέροντα
στο παμπάλαιο μέτρο εφαρμόζοντας.
Και το μέτρο δεν έδεσε ποτέ με τη σκέψη τους.
Ούτε καν ένα χνάρι θεού στην ψυχή τους σημάδι δεν άφησε∙
ούτε καν ένα βλέμμα ξωθιάς τη μιλιά τους δεν είπε να πάρει.
Έφτασαν
ντυμένοι «φίλοι»
αμέτρητες φορές οι εχθροί μου
τα παμπάλαια δώρα προσφέροντας.
Και τα δώρα τους άλλα δεν ήτανε
παρά μόνο σίδερο και φωτιά.
Στ' ανοιχτά που καρτέραγαν δάχτυλα
μόνον όπλα και σίδερο και φωτιά.
Μόνον όπλα και σίδερο και φωτιά.


Ήρθαν με τα χρυσά σιρίτια
τα πετεινά του Βορρά και της Ανατολής τα θηρία!
Και τη σάρκα μου στα δύο μοιράζοντας
και στερνά στο συκώτι μου επάνω ερίζοντας
έφυγαν.
«Γι' αυτούς» είπαν «ο καπνός της θυσίας
και για μας της φήμης ο καπνός
αμήν».
Και την ηχώ σταλμένη από τα περασμένα
όλοι ακούσαμε και γνωρίσαμε.
Την ηχώ γνωρίσαμε και ξανά
με στεγνή φωνή τραγουδήσαμε:
Για μας, για μας το ματωμένο σίδερο
και η τριπλά εργασμένη προδοσία.
Για μας η αυγή στο χάλκωμα
και τα δόντια τα σφιγμένα ως την ώρα την ύστερη
ο δόλος και τ' αόρατο γάγγαμο.
Για μας το σύρσιμο στη γης
ο κρυφός όρκος μες στα σκοτεινά
των ματιών η απονιά
και η ποτέ καμιά, καμιά ποτέ Ανταπόδοση.
Αδελφοί μάς εγέλασαν!
«Γι' αυτούς» είπαν, «ο καπνός της θυσίας
και για μας της φήμης ο καπνός
αμήν».
Αλλά συ μες στο χέρι μας το λύχνο του άστρου
με το λόγο σου άναψες, του αθώου στόμα
θύρα της Παράδεισος!
Την ισχύ του καπνού στο μέλλον βλέπουμε
της πνοής σου παίγνιο
και το κράτος και τη βασιλεία του!
[...]


Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ * και μυρσίνη συ δοξαστική
μη παρακαλώ σας μη * λησμονάτε τη χώρα μου!
Αετόμορφα έχει τα ψηλά βουνά * στα ηφαίστεια κλήματα σειρά
και τα σπίτια πιο λευκά * στου γλαυκού το γειτόνεμα!
Της Ασίας αν αγγίζει από τη μια * της Ευρώπης λίγο αν ακουμπά
στον αιθέρα στέκει να * και στη θάλασσα μόνη της!
Και δεν είναι μήτε ξένου λογισμός * και δικού της μήτε αγάπη μια
μόνο πένθος αχ παντού * και το φως ανελέητο!
Τα πικρά μου χέρια με τον Κεραυνό * τα γυρίζω πίσω απ' τον Καιρό
τους παλιούς φίλους καλώ * με φοβέρες και μ' αίματα!
Μα 'χουν όλα τα αίματα ξαντιμεθεί * κι οι φοβέρες αχ λατομηθεί
και στον έναν ο άλλος  μπαίνουν * εναντίον οι άνεμοι!
Της Δικαιοσύνης ήλιε νοητέ * και μυρσίνη συ δοξαστική
μη παρακαλώ σας μη * λησμονάτε τη χώρα μου!
[...]


Αυτός είναι
ο πάντοτε αφανής δικός μας Ιούδας!
Θύρες επτά τον καλύπτουνε
και στρατιές επτά παχύνονται στη διακονία του.
Μηχανές αέρος τον απάγουνε
και βαρύν από γούνα και ταρταρούγα
στα Ηλύσια μέσα και στους Λευκούς Οίκους τον αποθέτουνε.
Και γλώσσα καμιά δεν έχει, επειδή όλες δικές του -
Και γυναίκα καμιά, επειδή όλες δικές του -
ο Παντοδύναμος!
Θαυμάζουν οι αφελείς
και σιμά στη λάμψη του κρυστάλλου χαμογελούν οι μαυροφορεμένοι
και σκιρτούν των άντρων του Λυκαβηττού
οι ημίγυμνες τίγρισσες!
Αλλά πόρος κανείς για να περάσει ο ήλιος τη φήμη του στο μέλλον
Και ημέρα Κρίσεως καμιά, επειδή
εμείς αδελφοί, εμείς η μέρα της Κρίσεως
και δικό μας το χέρι που θ' αποθεωθεί -
καταπρόσωπο ρίχνοντας τα αργύρια!
[...]


Όπου, φωνάζω, και να βρίσκεστε, αδελφοί
όπου και να πατεί το πόδι σας
ανοίξετε μια βρύση
τη δική σας βρύση του Μαυρογένη.
Καλό το νερό
και πέτρινο το χέρι του μεσημεριού
που κρατεί τον ήλιο στην ανοιχτή παλάμη του.
Δροσερός ο κρουνός θ' αγαλλιάσω.
Η λαλιά που δεν ξέρει από ψέμα
μεγαλόφωνα το νου μου ν' απαγγείλει
ευανάγνωστα να γίνουν τα σωθικά μου.
Δεν μπορώ
η αγχόνη τα δέντρα μου εξουθένωσε
και τα μάτια μαυρίζουν.
Δεν αντέχω
και τα σταυροδρόμια που ήξερα έγιναν αδιέξοδα.
Σελδζούκοι ροπαλοφόροι καραδοκούν.
Χαγάνοι ορνεοκέφαλοι βυσσοδομούν.
Σκυλοκοίτες και νεκρόσιτοι κι ερεβομανείς
κοπροκρατουν το μέλλον.
Όπου και να σας βρίσκει το κακό, αδελφοί
όπου και να θολώνει ο νους σας
μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό
και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.
Η λαλιά που δεν ξέρει από ψέμα
θ' αναπαύσει το πρόσωπο του μαρτυρίου
με το λίγο βάμμα του γλαυκού στα χείλη.
Καλό το νερό
και πέτρινο το χέρι του μεσημεριού
που κρατεί τον ήλιο στην ανοιχτή παλάμη του.
Όπου και να πατεί το πόδι σας, φωνάζω
ανοίξετε, αδελφοί
μία βρύση ανοίξετε
τη δική σας βρύση του Μαυρογένη!
[...]



Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου 2019

Το κουτί της Πανδώρας

του Μ.Καραγάτση..

(από τα "Νεανικά Διηγήματα", εκδόσεις:  Εστία)



(Έργο του John William Waterhouse)


"ΘΥΜΑΣΤΕ ΤΟΝ ΜΥΘΟ ΤΗΣ ΠΑΝΔΩΡΑΣ; Ήταν η πρώτη γυναίκα του κόσμου, και σαν τέτοια έχει συγκεντρωμένες όλες εκείνες τις ευχάριστες ή δυσάρεστες ιδιότητες που έχει διασπείρει σήμερα στις απογόνους της. Ήταν ο παράδεισος και η κόλαση μαζί. Μια πραγματική ένωση, δυαδική μοναρχία, του Βασιλείου των Ουρανών και της Ηγεμονίας του Ερέβους.

Ο μύθος λέει, ότι τότε οι Θεοί αποφάσισαν να σπείρουν τα κακά στη Γη. Θαυμάζω την αφέλεια των προγόνων μας, αν μου επιτρέπεται να χαραχτηρίσω αφέλεια μια τέτοια επιπολαιότητα. Οι θεοί είχαν στείλει στη Γη τη γυναίκα, δεν υπήρχε λοιπόν ανάγκη να στείλουν και άλλα κακά, δεδομένου ότι η κοινή μας πρόγονος πρέπει να ήταν πλασμένη από μιαν πάστα κακίας, τύπου γάλακτος Νεστλέ, ευχάριστου και ιδίως συμπεπυκνωμένου.

Ή μήπως πάλι πλανώμαι; Διόλου απίθανο οι παμπόνηροι αυτοί Δαναοί, να πλάσαν τον μύθο έτσι, για να κολακέψουν τις ομηρικές συνεύνους των, στέλνοντας το απαίσιο κουτί κατόπιν, σαν είδος αναρχικής μπόμπας, κρυμμένης μέσα σε θήκη κοσμημάτων, και πληρωτέας contre-rembourcement.

Πάντως, ένα μεγάλο μέρος της ευθύνης το ρίξαν σε κάποιο Θεό, δεν θυμάμαι ποιον, γενικό αποδέχτη όλων των εκφράσεων των εσωτερικών αισθημάτων μας, που προκαλούν τα εξωτερικά γεγονότα, όπως όλοι οι θεοί άλλωστε. Αυτή λοιπόν η συκοφαντημένη Θεότης, έστειλε το κουτί με τα κακά στην Πανδώρα, και της είπε να μην τ’ ανοίξει, επ’ ουδενί λόγω. Αν σκεφθεί κανείς λογικά, θα δει ότι αυτή η απαγόρεψη, δεν χρησίμευε παρά για ένα πρόσχημα, που πίσω του θα κρυβόταν η τυχόν τύψη της θεϊκής συνείδησης. Εφόσον ο σκοπός του ήταν να σκορπίσει στον κόσμο κάθε δυσάρεστη ασχήμια, γιατί να διαλέξει για πλασιέ αυτή την αθώα γυναίκα; Ή μην ήταν τρόπος κι αυτός για να επαυξήσει την δύναμη του περιεχομένου του κουτιού, επιβάλλοντας ύπουλα στην Πανδώρα τη δυσφήμιση του φταίξιμου, που μοιρασμένη τη φέρνουν ώς σήμερα όλες οι απόγονοί της;

Η Πανδώρα το άνοιξε το κουτί. Δεν βάσταξε. Ήταν γυναίκα και σαν γυναίκα, περίεργη. Τα λοιπά περιττεύουν, και η συνέχεια είναι γνωστή και τετριμμένη. Σας υπενθυμίζω μόνον, ότι ενώ τα ελευθερωμένα κακά φύγαν και σκορπίστηκαν στα πέρατα της Οικουμένης, η Ελπίδα, το μορφινούχο αυτό καταπότιο, που χάρισαν οι δίκαιοι και πολυεύσπλαχνοι Θεοί στους ανθρώπους, μετά το πρώτο τους δώρο, τον καρκίνο της δυστυχίας, εθεώρησε καλό να καθίσει τεμπέλικα στην άκρη του κουτιού, χωρίς απολύτως καμιάν όρεξη να εκτελέσει την επανορθωτικήν εργασία του. Και κει βρίσκεται ακόμα.

Έτσι λοιπόν και μένα μια μέρα, άνοιξε μπροστά μου το κουτί που έκρυβε τα κακά της πολιτικής. Τις ασχημίες της ζωής τις ήξερα από καιρό. Μα φαίνεται ήμουν γεννημένος σκεπτικιστής, γιατί από τότε κοιτούσα τον κόσμο με φιλοσοφικήν αδιάφορη προσοχή. Μερικοί αυτό το λεν έλλειψη πνεύματος. Περιττόν να σας πω ότι διαφωνώ ριζικώς και εξ ενστίκτου.

Μόλις είχαν αρχίσει τότε τα πάθη, που κάμποσα χρόνια διαίρεσαν τον τόπο μας σε δύο στρατόπεδα. Ήμουν πολύ μικρός. Τα πολιτικά γεγονότα της εποχής μου τα σκεπάζει μια πυκνή ομίχλη μέσα μου. Το μόνο που θυμάμαι ήταν ότι είχαν γίνει εκλογές. Λεπτομέρειες μη μου ζητάτε. Δεν είμαι σε θέση να σας δώσω. Θυμάμαι μόνον ότι ήταν χειμώνας και ότι πήγαινα στο σχολείο, όπου με κρατούσαν σε διαρκή γοητεία τα μεγάλα μάτια και το αχνό πρόσωπο της κυρίας Νίτσας.

Πολλές φορές ώς τότε, είχα ακούσει την μητέρα μου τα δειλινά ή τα βράδια, όταν το γκρίζο χειμωνιάτικο φως έκοβε το προφίλ της στο άνοιγμα του παράθυρου, να μιλάει με την πίκρα της δοκιμασμένης γυναίκας για την πολιτική. Συνήθως δεν απευθυνόταν σε μένα, γιατί ακόμα δεν ήμουν σε θέση να υπεισέλθω στα μυστήρια αυτής της υπερεπιστήμης. Αλλά το θέμα ήταν φρικωδώς ενδιαφέρον. Άφηνα στη μέση το διάβασμα της Διάπλασης, και παρακολουθούσα τη συζήτηση, που το πιο μεγάλο μέρος της ήταν ένας ατέλειωτος μητρικός μονόλογος.

— Είναι γλυκιά και προδότρα σαν τη θάλασσα, ύπουλη σαν τη γυναίκα, έχει χίλια πρόσωπα και άπειρα χέρια σαν τον Βισνού, χέρια που χτυπούν, που εκλιπαρούν, που απειλούν, που ζητιανεύουν, που κολακεύουν, που γοητεύουν και που πιο συχνά κλέβουν. Είναι το Ινδικό Τριμουρτί, με τις μορφές της Δόξας, της Μετριότης, και της Αφάνειας. Ένστικτο, Επιστήμη και αρρώστια συγχρόνως, αναφαίνεται, κολλάει, μαθαίνεται. Δοξάζει την πιο περίφημη μηδενικότητα, και γελοιοποιεί το πιο δυνατό μυαλό. Είναι φωτεινή νύχτα, που μόνον οι νυχτάλοπες βλέπουν, βράχος που δοκιμάζονται οι χαρακτήρες με βραβείο την Αποτυχία, σαρκαστικό γέλιο του Δαίμονα που τον λευτέρωσες, ανοίγοντας το μπουκάλι με τη σφραγίδα του Σολομώντος...

Και ο μονόλογος εξακολουθούσε σε εικόνες που θα τις ζήλευαν οι Άραβες μυθογράφοι και οι διάδοχοι του Παρνασσού.

— Σπέρνει τη διχόνοια, χωρίζει οικογένειες, ψυχραίνει φίλους. Κάνει τον άνθρωπο μισητό και επιθυμητό. Είναι ο σίφουνας των κακών και της δυστυχίας...

Με μια λέξη, αν πιστεύαμε τυφλά τις διδαχές της μητέρας μου, η πολιτική ήταν το κουτί της Πανδώρας, ένα κουτί που μόνο τη φήμη του ήξερα, μα που το περιεχόμενό του ήταν ασαφές και προβληματικό. Και νά που μια μέρα, την επομένη Δευτέρα των εκλογών, το καπάκι άνοιξε, και τα κακά της πολιτικής φτερούγισαν μπρος στα μάτια μου, σαν μαύρα καλικαντζαράκια.

Η σκηνή στο σχολείο, στο διάλειμμα. Την πελώρια αυλή, τη φωτίζει ένας ήλιος παγωμένος. Οι αδύνατες γαμπίτσες των παιδιών παίρνουν τόνους μελιτζανιούς και κάτω από τις μυτίτσες κρέμεται ένα διάφανο διαμάντι.

Μέσα στο γραφείο οι «κυρίες», καθισμένες γύρω στη σόμπα, ακούν την κυρία διευθύντρια που διαβάζει στην εφημερίδα τα πρώτα αποτελέσματα. Από το ισόγειο παράθυρο βλέπω τις εξημμένες από φόβο και περιέργεια φυσιογνωμίες τους.

Το κρύο μάς περουνιάζει. Τα γυμνά γόνατά μου χτυπιούνται μ’ ένα κρότο κούφιων ξύλων. Μόνον ένα γερό τρέξιμο πάνω στην παγωμένη λάσπη μπορεί να μας δώσει μια ζωογονητική θερμότητα. Ρίχνω μιαν ανεύθυνη ιδέα.

— Παιδιά! Παίζουμε τους κλέφτες και τους χωροφύλακες;

Όλη η αυλή αντήχησε από χαρούμενες φωνές.

— Ναι, ναι, μπράβο Γιαννάκη, τους κλέφτες και τους χωροφύλακες. Εγώ θα γίνω χωροφύλακας! Εγώ κλέφτης! Εγώ αστυνόμος!

Είναι γνωστό, ότι η αναρχία είναι ένα από τα πιο μεγάλα κακά. Και καθώς βλέπετε μια φοβερή αναρχία απειλούσε το παιδικό μας παιχνίδι. Η διαίρεση και η διοργάνωση της ομοιογενούς αυτής δύναμης σε δύο στρατόπεδα αντίθετα δεν ήταν και πολύ εύκολο πράμα. Μόνο μια λύση υπήρχε. Ο από μηχανής Θεός, ο άνθρωπος της επιβολής, που παίρνοντας την αρχηγία των κλεφτών, χωρίς άλλο από προγονική κληρονομικότητα της λατρείας της ελευθερίας και περιφρόνηση στην ένοπλο δύναμη, θα διόριζε τον εντεταλμένο στην καταδίωξη αστυνόμο, παίρνοντας έτσι την ανώτερη αρχηγία και εποπτεία του παιχνιδιού.

Και ο άνθρωπος της πυγμής παρουσιάστηκε. Είναι ο νταής του σχολείου, ένας από τους μεγάλους της τετάρτης, μαύρος και άσκημος, που ακούει στα ονόματα Καραμπόλας, Μούμια, Στοκοφίσι και Ιππώνεια, το τελευταίο γιατί στο παιχνίδι «άλογο και καβαλάρης», αυτός διόριζε τ’ άλογα.

Μπήκε στη μέση και με μια κίνηση γιομάτη περιφρονητική μεγαλοπρέπεια επέβαλε την τάξη.

— Σκασμός, μυξιάρικα! Εγώ είμαι αρχιλήσταρχος!

Αφού με πραξικόπημα πήρε την αρχή, άρχισε να μοιράζει αξιώματα. Και πρώτα σκέφτηκε για το πρόσωπο του άξιου εχθρού του.

— Εσύ Γιαννάκη θα είσαι αστυνόμαρχος. Ο Γκαμήλας χωροφύλακας, ο Παπαδόπουλος ενωμοτάρχης. Για πρωτοπαλίκαρο παίρνω τον Πίπη...

Όλοι γυρίσαμε να ιδούμε τον εκλεχτό υπασπιστή του Αρχηγού. Μα ο Πίπης με τα χέρια στις τσέπες του πανταλονιού και τα πόδια ανοιγμένα κοιτούσε τον Καραμπόλα με ένα ύφος γιομάτο ειρωνεία και αυθάδεια.

— Ρε Ιππώνεια, μπας και νόμισες, πως εγώ ο γιος του συνταγματάρχη Τριαστέρη θα καταδεχτώ να γίνω πρωτοπαλίκαρο ενός Βασιλικού σαν και σένα. Άι στο διάολο ρε!

Και γυρίζοντας κατά το μέρος μας επρόσθεσε με άφατη αυτοπεποίθηση.

— Εγώ είμαι αρχιλήσταρχος, που είμαι και Βενιζελικός!

Ιερή οργή τάραξε από πάνω ίσαμε κάτω τον Καραμπόλα, ενώ εμείς άβουλο ποίμνιο περιμέναμε με αγωνία την εξέλιξη των γεγονότων.

— Ρε πουλημένε, που τολμάς και βάζεις στο στόμα σου τον βασιλιά, πέρνα από τον μαχαλά σαν σου βαστάει ρε, να γυρίσεις μπλε μαρέν στο ξύλο...

Και γυρίζοντας κατά το ακροατήριο, επιβεβαίωσε τη στερεότητα της θέσης του.

— Εγώ είμαι αρχιλήσταρχος!

Αλίμονο, όμως! Ο όχλος είναι άβουλος, και μόνον ένας ηρωισμός, μια αυτοθυσία, μπορεί να τον παρασύρει, κατά μιαν άποψη. Ο Καραμπόλας πρώτος κατάλαβε την ψυχολογία μας και έβαλε σ’ ενέργεια τα μεγάλα μέσα.

— Ο Βενιζέλος είναι γυαλάκιας.

Η μεγάλη ύβρις αντήχησε στον παγωμένο αέρα. Ο Πίπης ωχρίασε και χωρίς ν’ απαντήσει ρίχτηκε με γροθιές μπροστά στον Καραμπόλα, και οι δυο κυλίστηκαν στο χώμα, ενώ ο αχάριστος όχλος βλέποντας τους αρχηγούς να μαλλιοτραβιούνται ξέσπασε σε φωνές κανιβαλικής χαράς.

Το βράδυ, όπως πάντα η μητέρα, καθισμένη κοντά στο παράθυρο κεντούσε. Το έντονο προφίλ της ζωγραφιζόταν αδρά ανάμεσα στις σκοτεινές κουρτίνες. Μπήκα στην κάμαρα με σοβαρότητα και επιβολή. Ένιωθα πως ήμουν πιο μεγάλος, πιο πολύς. Ένα καινούριο φορτίο, ένα βάρος γνώσης, μου ’δινε μια μεγάλην ιδέα για τον εαυτό μου και άμετρο πεσιμισμό για τον κόσμο και τη ζωή.

Η μητέρα, όπως πάντα, με υποδέχτηκε με τη γλυκιά φωνή της.

— Καλώς τον Γιαννάκη μου, καλώς το χρυσό μου το παιδί. Είναι ευχαριστημένος ο μικρός μου από το σχολείο σήμερα;

Αυτό είναι αμφίβολο. Πολλά αισθήματα, και φοβερές επιρροές κλονίζουν την ψυχούλα του Γιαννάκη, του καλού παιδιού. Κάθουμαι στην καρεκλίτσα μου στα πόδια της μητέρας. Τα άσπρα χέρια της ανεβοκατεβαίνουν πάνω στο κέντημα. Είναι η ώρα των εκμυστηρεύσεων. Το σκοτάδι είναι καλός σύμβουλος, και η μητέρα καλός σύντροφος.

— Μαμά. Η πολιτική είναι κακό πράμα...

Η μητέρα με κοιτάει με έκπληξη πάνω από τα γυαλιά της.

— Και πώς το κατάλαβες Γιαννάκη;

Με άφατη σοβαρότητα της διηγούμαι τα φοβερά γεγονότα της ημέρας. Συμμερίζεται απόλυτα τη γνώμη μου και κουνάει συγκαταβατικά το κεφάλι. Μα νομίζω πως ένα αδιόρατο χαμόγελο τραβάει το χείλι της.

Η διήγηση τέλειωσε. Η μητέρα αναστενάζει. Και ξαναπιάνει το αιώνιο τροπάρι της, ενώ το σκοτάδι πέφτει σιγά σιγά στην κάμαρα.

— Είναι ωραία και κακιά σαν τη θάλασσα, γλυκιά και πικρή σαν όμορφη γυναίκα, ελαφριά και λαμπερή σαν σαπουνόφουσκα, επιθυμητή και φοβερή σαν μάγισσα. Είναι η στρίγκλα του βουνού, το χρυσό μήλο που το τρώει το σκουλήκι, η Βαβέλ της φιλίας, η μορφίνη της ματαιοδοξίας..."

1927

(Διαδικτυακά, εδώ: http://www.greek-language.gr)

Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2019

Ολοταχώς προς τη συμφορά...

του Χρήστου Γιανναρά...



Η ​τραγωδία μας των Ελλήνων σήμερα είναι ότι αντιλαμβανόμαστε τα όσα συμβαίνουν όχι με τη λογική μας, την κριτική λειτουργία του νου μας, αλλά με την παθητική κατανάλωση εντυπώσεων. Αυτή η απλή φρασούλα, που μπορεί να την εκλάβει κανείς σαν «σχήμα λόγου» ή έκφραση ρητορική, συνοψίζει μια συλλογική συμφορά.

Οσοι αναλαμβάνουν, χρυσοπληρωμένοι, να μετασκευάσουν αυτά που πραγματικά συμβαίνουν σε τεχνουργημένες «εντυπώσεις», με αντεστραμμένη την εικόνα της πραγματικότητας, είναι σπουδαγμένοι παραχαράκτες, περιζήτητοι στην «αγορά» –χάρη σε αυτούς οι παραγωγικές και ανταλλακτικές σχέσεις έχουν μετασχηματιστεί σε αρένα πολυμήχανης πανουργίας και απατεωνίας.

Εχουν την ικανότητα (και τις τεχνικές) να παρουσιάζουν το «αρνητικό» της φωτογραφίας σαν να είναι το θετικό: το άσπρο μαύρο, το μαύρο άσπρο. Εξουσιάζουν οι απατεώνες τις τηλεοπτικές οθόνες παραμυθιάζοντας με τερατώδη καμουφλαρισμένα ψεύδη, εκατομμύρια πολιτών, έγκαιρα ευνουχισμένων από τη σχολική τους «παιδεία». Οι τηλεοπτικές εντυπώσεις «μεταβολίζονται» άσκεπτα, άκριτα, παθητικά, σε «πολιτικές πεποιθήσεις».

Ετσι, η πιο χοντροκομμένη αναλήθεια παγιώνεται στις συνειδήσεις σαν ραφινάτη αλήθεια. Ακούνε οι Ελληνες τον κυρίως αυτουργό της πρόσφατης ιεροσυλίας (ασέλγειας στην ελληνικότητα της Μακεδονίας), πρωθυπουργό Τσίπρα, ή τους νηπιακά μωρόπιστους, προσήλυτους στην ιεροσυλία, βουλευτές (των ΑΝΕΛ ή του «ποτάμιου» αλαλούμ), τους ακούνε να αγλαΐζουν, με διθυραμβικές κενολογίες, την καθοδηγούμενη αυτοχειρία του Ελληνισμού. Και είναι σαν να διαβάζουν την Ιστορία τους με αντεστραμμένους τους ρόλους των ηρώων της:

Είναι σαν να ακούει ο πολίτης τον Κολοκοτρώνη «να τα βρίσκει» με τον Δράμαλη ή τον Ιμπραΐμ κερδίζοντας τον δόλιο έπαινο της Ιερής Συμμαχίας και την «καλή γειτονία» με τους αδίστακτους Οθωμανούς. Σαν να ακούει τον Ιωάννη Μεταξά να λέει ευπροσήγορο «ναι» στον Μουσολίνι και η Ελλάδα να αυτοπροσφέρεται στον «Αξονα» για να είναι αρεστή στους επικαιρικά ισχυρούς κερδίζοντας αύξηση του κατά κεφαλήν εισοδήματος. Ή σαν να ακούει ο Ελληνας σήμερα, ακόμα πιο πίσω, τον μακρινό Λεωνίδα να χλευάζει κάθε ενδεχόμενο αντίστασης στις Θερμοπύλες, αφού το ΝΑΤΟ και το Βερολίνο «επιτέλους θα διαβούνε».

Δεν είναι ρομαντική εικονολογία όλα αυτά – η συλλογική αξιοπρέπεια δεν προσφέρεται για ψυχολογική κατανάλωση. Ζούμε για πολλοστή φορά, τα ψηλαφητά συμπτώματα αρρώστιας μολυσματικής, σωστής λοιμικής, που τη λέμε αρχομανία, εξουσιολαγνεία. Προσοντούχοι συνάνθρωποι, αλλά και αδικημένες από τη φύση μετριότητες, κερδίζουν στη λοταρία της εμπορευματοποιημένης «δημοκρατίας» το λαχείο των εντυπώσεων και καταλαμβάνουν πόστο εξουσίας. Γεύονται την ηδονή και τη μέθη της δημοσιότητας, των τιμών, του πλούτου. Και υπερ-φρονούν ή παρα-φρονούν: αρρωσταίνουν βαρειά. Δέσμιοι εξάρτησης από τα παραισθησιογόνα της ανεξέλεγκτης ισχύος, δεν συστέλλονται όταν αυτοδιασύρονται με εξευτελιστικές παλινωδίες, βδελυρές ασυνέπειες, σαρδανάπαλες αλλαξοπιστίες.

Τιτλοφορούνται «ριζοσπαστικοί» Αριστεριστές, αλλά δεν διστάζουν ούτε στιγμή «να γλείψουν εκεί που έφτυναν»: Να ξεπουλήσουν ιδεολογίες, δόγματα και επαναστατικές παντιέρες, να αλλάξουν πολιτική ταυτότητα μέσα σε μια νύχτα, να αγνοήσουν λαϊκό δημοψήφισμα που οι ίδιοι προκάλεσαν, να μεταμορφωθούν, με ιλιγγιώδη αδιαντροπιά, σε χαμερπείς λακέδες των «Αγορών» και του ΝΑΤΟ, σε «φιλαράκια» της Μέρκελ. Και όλος αυτός ο αυτεξευτελισμός, μόνο για την ηδονή της εξουσίας.

Θα μπορούσαν να έχουν τον οίκτο μας, τη συμπόνια που γεννάει ένα τέτοιο κατάντημα συνανθρώπων μας. Αλλά, όταν για το αλκοολίκι τους και μόνο ξεπουλάνε με άθλια τεχνάσματα πατρώα γη και προγονική ιστορία, όταν ατιμάζουν ένα πανανθρώπινο θησαύρισμα πολιτισμού, η όποια ανοχή μας γίνεται συνενοχή. Είναι λογικά ξεκάθαρο, κραυγαλέα πρόδηλο: Αν «αναγνωρίζουμε» την ύπαρξη «μακεδονικής» εθνότητας και γλώσσας, αναγνωρίζουμε αυτονόητα τη Θεσσαλονίκη πρωτεύουσα των «Μακεδόνων» και τα σύνορα του σλαβο-αλβανικού κρατικού συμπιλήματος, στη Μελούνα. Αναγνωρίζουμε αυτονόητο κρατικό σύμβολο το άγαλμα του Μεγαλέξανδρου στην κεντρική πλατεία των Σκοπίων και το αστέρι της Βεργίνας στη σημαία τους.

Στα πλαίσια του παγκοσμιοποιημένου σήμερα πολιτισμού των «προκάτ» εντυπώσεων, η Ιστορία γράφεται όχι από συνεχιστές του Θουκυδίδη, αλλά από «οργανικούς διανοούμενους» μισθωμένους μανδαρίνους των «Αγορών» και του ΝΑΤΟ. Οι Ελλαδικοί, ανίατα εθελότυφλοι, παθιαζόμαστε μανιασμένοι, για να επανεκλεγεί ο επιδεικτικά εξαγορασμένος Τσίπρας ή ο κραυγαλέα ανεπαρκής Κυριάκος. Φώφη, Σταύρος, Χρυσαυγίτες και ανίατοι σταλινικοί συμπληρώνουν το σκηνικό της νεκροπομπής.

Περίπου ανάλογο ήταν το σκηνικό και όταν παραδίδαμε την Ανατολική Θράκη στους Τούρκους (μάλλον χωρίς να μας ζητηθεί), τη Βόρεια Ηπειρο στους Αλβανούς, την Ανατολική Ρωμυλία στους Βουλγάρους, τη Βόρεια Κύπρο στους Τούρκους. Πάντοτε έντεχνα πολωμένοι σε «ενδοτικούς» και «συνεπείς πατριώτες», πάντοτε παθιασμένοι από τη φανατισμένη πίστη μας σε «προκάτ» εντυπώσεις.

Η διακυβέρνησή μας από συμπολίτες μας με αρρωστημένο ψυχισμό ήταν συχνά προφανής. Σήμερα εξόφθαλμη.

Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2019

Καλό ταξίδι Δάσκαλε...


Όταν τελείωνα τη δευτέρα λυκείου, είχα βρέθει σε ένα μεγάλο δίλημμα που με ταλάνιζε σχετικά με το ποιά "δέσμη" (τότε), πιο κατεύθυνση σπουδών να ακολουθήσω. Βλέπεις, αγαπούσα τα φιλολογικά, ήμουν ερωτευμένη με τις φυσικές επιστήμες, ποθούσα να μάθω την ιστορία του τόπου μας, με εντυπωσίαζε η επιστήμη της γενετικής και, τέλος πάντων, ήθελα να μάθω σχεδόν τα πάντα! Αλλά έπρεπε να πάρω μια απόφαση. Τόσο δυσκολευόμουν που -το σκέφτομαι τώρα και γελάω- έφτασε η ώρα να ξεκινήσει η σχολική χρονιά και δήλωσα στο σχολείο πως "μάλλον, αλλά προς το παρόν, γιατί δεν είμαι σίγουρη" θα ακολουθήσω την πρώτη δέσμη! Αυτήν και ακολούθησα τελικά. Πέραν από την απέχθειά μου προς την "παπαγαλία" που υπήρξε ανασταλτικός παράγων για τα φιλολογικά όπως διδάσκονταν και εξετάζονταν, ο βασικός λόγος που έλαβα αυτήν την απόφαση ήταν πως μετά από αρκετή σκέψη κατέληξα πως "ιστορία κι αρχαία" μπορώ να τα μελετήσω και μόνη μου...
Τέλειωσα τις σπουδές μου κι ήρθα να μείνω στο χωριό. Συνέχισα να καταβροχθίζω λογοτεχνικά βιβλία κι ιστορικά μυθιστορήματα, αλλά έπρεπε να περάσουν λίγα χρόνια για να μου δωθεί η αφορμή να ξεσκαλίσω τα "αρχαία ελληνικά" -τα οποία, σημειωτέον, είχα διδαχθεί μονάχα δυο χρονιές στο σχολείο, καθώς είχε καταργηθεί η διδασκαλία τους από το γυμνάσιο τότε- και να αρχίσω να μελετώ ιστορικά βιβλία. Στην αρχή τά'χασα, δεν ήξερα από πού να ξεκινήσω, κατά που να κάνω! Ύστερα μια φωνή μου είπε το απλό "Από την αρχή": Όμηρος. Και πάει λέγοντας... Στο θέμα "ιστορία" ήμουν πολύ επιφυλακτική, γιατί ο καθείς μπορεί να "κόβει και να ράβει" καταπώς τον βολεύει, να γράφει τις μπαρούφες του, τις προσωπικές τους υποκειμενικές υποθέσεις ως γεγονότα ή, ακόμα χειρότερα, νά'ναι στρατευμένος σε κάθε λογής "-ισμό"! Έτσι, ξεκίνησα  απ'ευθείας με έργα της αρχαιοελληνικής γραμματείας. Μού'λειπε, όμως, μια "συνολική θεώρηση"... Τότε ήταν που πρωτογνώρισα το έργο του αειμνήστου Σαράντου Καργάκου!
Δε θα γράψω πολλά, δεν είμαι έτσι κι αλλιώς η αρμόδια. Τα λέει, εξάλλου, μια χαρά ο Στάθης, στο κείμενο που παραθέτω πιο κάτω. Απλά θέλω να αποτίσω ένα φόρο τιμής σ'ένα μεγάλο Δάσκαλο, σ'ένα σπουδαίο Έλληνα, σ'έναν ξεχωριστό Άνθρωπο, που διάβηκε για την αντιπερα όχθη μόλις τρεις μέρες πριν, μαχόμενος μέχρι τελευταίας πνοής για την Ελλάδα, για να ξεστραβώσει και να φωτίσει όλους εμάς που βρισκόμαστε στα σκοτάδια και στην άγνοια, πάντα με απαράμιλλο ήθος και αξιοπρέπεια, χωρίς ακρότητες, φανατισμούς και σκοταδισμούς κι επιπλέον χωρίς να υπάρξει πιόνι κανενός "συστήματος"! Γιατί φυσικά η καθαρή κι αληθινή φωνή του, δε βόλευε κανέναν από όλους -είτε κόκκινους, είτε μπλε, είτε πράσινους και τρικολόρε, είτε κατήμαυρους!- όσους θέλουν να προπαγανδίσουν ή να καπηλευτούν και να προωθήσουν ιδέες, αξίες κι ιδανικά για τους δικούς τους ύποπτους σκοπούς και συμφέροντα...
Έφυγε σίγουρα πικραμένος για τη μοίρα της πατρίδας μας που τόσο αγαπούσε, σε μια συγκυρία τραγική: η Ελλάδα να σφαδάζει μετά από μια συνεχή πολυετή (σε χρόνο βάθους έως και δεκαετιών) συστηματική αποδόμηση και διάλυσή της και η Μακεδονία μας πλέον να ξεπουλιέται ευθαρσώς κατ'εντολήν των διεθνών αρπακτικών και κατά προδοσία των εγχώριων τρωκτικών πάσης χρωματικής αποχρώσεως .... 

 Του Στάθη, από την εφημερίδα: Το ποντίκι:

16.1.2019 / ΣΤAΘΗΣ Σ.
Σαράντος Καργάκος



"Ο Σαράντος Καργάκος. Κατ’ αρχάς ένας γλυκός άνθρωπος. Που νοιαζόταν για τους μαθητές του, τους ανθρώπους, την πατρίδα μας. Πολυμαθέστατος και πολυγραφότατος, με τον αέρα της Μάνης στην καρδιά και τους ορίζοντες του κόσμου στο βλέμμα. Μειράκιο είχα την τύχη να με προετοιμάσει στα αρχαία ελληνικά για τις εξετάσεις μου στο Πανεπιστήμιο. Τότε αντιλήφθηκα για πρώτη φορά την αξία του περιεχομένου σε ένα κείμενο, διότι ο δάσκαλος για να μας διδάξει τη μετάφραση ή το συντακτικό, τα πραγματολογικά στοιχεία ή το νόημα ενός «αγνώστου» κειμένου που πιθανόν να «έπεφτε» στις εξετάσεις, το επανατοποθετούσε στο σώμα του έργου στο οποίο ανήκε, ώστε να καταλάβουμε το πνεύμα του κειμένου που θα έπρεπε να επεξεργασθούμε. Δεν διόρθωνε τα λάθη μας μόνο, αλλά τα εξηγούσε. Φιλόλογος περιωπής.
Χρόνια πολλά μετά αντάμωσα πάλι τον παλιό μου δάσκαλο υπό νέο πρίσμα: της πολιτικής του διαδρομής, του συγγραφικού του έργου και της συνεισφοράς του στη διαμόρφωση του ελληνικού πολιτισμού. Με την ευκαιρία να σας συστήσω τα τρία τρίτομα έργα του Σαράντου Καργάκου για την Ιστορία των Αθηνών, την Ιστορία της Σπάρτης και την Ιστορία του 1821. Για αρχή, διότι στα 72 έργα που έχει εκδώσει καταπιάνεται με πλήθος πτυχών της ελληνικής Ιστορίας καθώς και του ελληνικού πολιτισμού, στην οικουμενικότητά τους, έτσι που ο αναγνώστης να μετατρέπεται σε γνώστη και εν τέλει σε μύστη.
Στις ιστορικές του μελέτες (μονογραφίες, δοκίμια και σύνολα έργα) ο Καργάκος είναι γλαφυρός ως προς την αφήγηση, ακριβής ως προς τις πηγές και καθόλου δογματικός ως προς τα συμπεράσματά του. «Η έρευνα μόνον αναθεωρεί την Ιστορία – κι όχι οι θεωρίες» μου έλεγε «διότι η αλήθεια βασίζεται σε αποδείξεις». Πραγματεύθηκε το σύνολο του ιστορικού σώματος του ελληνισμού, την Αρχαϊκή Εποχή, τους Κλασικούς Χρόνους, την Ελληνιστική Εποχή (στην επιστημονική προσέγγιση της οποίας συνέβαλε και ως συγγραφέας και ως ερευνητής), το Βυζάντιο, την Επανάσταση του 1821 και τα Νεώτερα Χρόνια. Υπέροχος αφηγητής όλων αυτών και δια ζώσης και δια της γραφίδος, εν τέλει εύθυμος όπως όλοι όσοι γνωρίζουν τα ανθρώπινα, ευρύστερνος, Χριστιανός στην πίστη αλλά και στην απόλαυση του βυζαντινού πολιτισμού, όσον και αυστηρός με τις ελαφρότητες που μας καταδυναστεύουν. Ο Σαράντος Καργάκος οίκτιρε και περιφρονούσε τους ιδιοτελείς εκ των αμαθών, κι άλλοτε αισθανόταν θλίψη. Το έργο του αντέκρουε την τρέχουσα κυριαρχία των φληναφημάτων από μόνο του, αλλά συχνά αισθανόταν την ανάγκη να ασχολείται και ο ίδιος εναντίον της κυρίαρχης προπαγάνδας, με την αρθρογραφία του στον Τύπο. Στην οποίαν αρθρογραφία επίσης διέπρεψε αντιμετωπίζοντας την επικαιρικότητα ως ένα υλικό που στερεώνει τη συνέχεια της διαχρονίας. «Την ιστορία δεν την γράφουν οι νικητές, αλλά εκείνοι που την ανακαλύπτουν».
Σε όλη του τη ζωή υπερασπίσθηκε την εθνική ανεξαρτησία, την πρόοδο του κοινού των Eλλήνων, γνώρισε τους πολιτισμούς των άλλων ανθρώπων, και αγωνίσθηκε για το δίκιο. Ήταν ενάρετος με την έννοια που έδιναν στην αρετή οι αρχαίοι, δηλαδή γενναίος, δίκαιος, πρόμαχος του κοινού, με παρρησία και ευγένεια.
Πνεύμα ελεύθερο, προσηνής και συντροφικός. Ενθουσιαζόταν με τις ίδιες του τις σπουδές, όπως για τη Μακεδονία ή τις έρευνες στη Βακτριανή, έπαιζε απ’ έξω κι ανακατωτά όλη την τεράστια βιβλιογραφία για τον Μεγαλέξανδρο, γνώστης της Ρωμαϊκής Iστορίας στο βάθος της και ώρες- ώρες Βυζαντινός κι ο ίδιος στους τρόπους του. Βλέπω τον δάσκαλο με το κεράκι του σε ένα ανεμοδαρμένο ξωκλήσι στη Μάνη, τον άκουσα κι εγώ να μου εξηγεί τι ιστορούν οι εικόνες και τι δηλούν οι μύθοι, πώς περνούν οι τελετουργίες η μία μέσα στην άλλη από εποχή σε εποχή, έχοντας τον δεκαπεντασύλλαβο στο στόμα και τη γνώση στο θηκάρι.
Σαν μίλαγε για την ποιητική των γεγονότων, όπως τα σμιλεύουν οι πράξεις των ανθρώπων, έλαμπαν τα μάτια του, κοιτούσε γύρω του σαν τον αητό και ταυτοχρόνως άπλωνε μπροστά του το μέλι να γευτείς, να μάθεις πώς να το βρίσκεις. Κοσμοκαλόγερος αλλά και στρατιώτης στο μεϊντάνι των συγκρούσεων, έπαιρνε θέση αφήνοντας να λογαριάσουν το κόστος οι δευτερότεροι. Πολυμήχανος και δαιμόνιος ένας πανηγυριστής της ζωής κι εν τω άμα αναχωρητής, όταν ο γρίφος έπρεπε να λυθεί, όταν το νερό που ύστερα θα δρόσιζε λάλον τη συντροφιά, το καφενείο, τη σχολική τάξη, θα έπρεπε να αναβλύσει απ’ την πηγή του. Ακόμα κι όσους τον εχθρεύθηκαν ή τον φοβήθηκαν για τις ιδέες του ο δάσκαλος τούς αντιμετώπισε με ηπιότητα (αλλά και κάποιες φορές με δικαιολογημένη οργή) που πήγαζε απ’ την αγωνία του για την τύχη μας. Αγωνία εξ αγάπης. Ένα πράγμα μίσησε στη ζωή του ο Σαράντος Καργάκος, τον φασισμό.
Ιδρυτικός της «Πανσπουδαστικής», εισηγητής του 15% για την Παιδεία τη δεκαετία του 1960, καταδιώχθηκε απ’ τη Δικτατορία, ωφέλησε τα γράμματα, νοιάσθηκε για την Ελλάδα και εκδήμησε πατριώτης, όμορφος στην όψη όπως και στην ψυχή, αρχοντάνθρωπος, με το ζακετάκι του κάτω απ’ το κουστούμι να προστατεύει μια μεγάλη καρδιά.

Στο καλό, δάσκαλέ μας, στα Ηλύσια…"

email: stathispontiki@gmail.com



Υ.Γ. Πέρσι τέτοια εποχή, σε μια κρίση βαριεστημάρας, πείστηκα κι εγώ να μπω στο "φατσοβιβλίο" να δω τί γίνεται, παρ'όλο που μου είναι αποκρουστικά και όλος αυτός ο αχταρμάς άσχετων πληροφοριών που σε κατακλύζουν,  και η αυτοματικοποιημένη αποβλακωμένη κι ανούσια πληκτρολόγηση των απρόσωπων "λάικ" , κι ακόμη περισσότερο η αίσθηση του απόλυτου "φακελώματος" της προσωπικότητάς σου. Αλλά, επειδή "ουδέν κακόν αμιγές καλού", ανακάλυψα και κάποιες σελίδες εξαιρετικού ενδιαφέροντος, όπως εκείνη του Σαράντου Καργάκου, που μού'δωσαν τη δυνατότητα να διαβάζω αξιόλογα άρθρα και να ενημερώνομαι. Στις 24 Φεβρουαρίου, ο Σαράντος Καργάκος αναρτά: "Εὐχαριστῶ τό ἐκλεκτό κοινό πού ἐκτιμᾶ τούς λόγους καί τίς γραφές μου. Τά μηνύματά σας εἶναι γιά μένα δυναμωτικές ἐνέσεις. Δυστυχῶς, δέν μπορῶ νά ἀπαντῶ προσωπικά. Ἔχω ἠθελημένη ἄγνοια περί τά ἠλεκτρονικά. Ὁ χειρισμός εἶναι ἔργο τοῦ γυιοῦ μου Γιάννη Καργάκου." Με εντυπωσίασε τόσο που εκείνος που, τόσα μας έδινε, μας ευχαριστούσε! Και μου έδωσε την αφορμή και την ευκαιρία να του πω, επιτέλους, το δικό μου ευχαριστώ για τα τόσα που με δίδαξε χωρίς να καν να με γνωρίζει. Το μεταφέρω εδώ, απλά, γιατί δε θέλω να χαθεί στο αχανές διαδίκτυο, θέλω να παραμείνει σαν κατάθεση δική μου στη μνήμη του: "Εμείς σας ευχαριστούμε κύριε Καργάκο! Είναι τόσα αυτά που θά'θελα να σας γράψω, που χάνω τα λόγια μου! Ένα μεγάλο ευχαριστώ που υπάρχετε, που απλόχερα μας προσφέρετε τις γνώσεις σας, που στέκεστε σα φάρος φωτεινός μες στα σκοτάδια τούτης της εποχής της ισοπέδωσης και διαστροφής των πάντων, που μας χαρίζετε πνευματική τροφή με το λόγο και τις γραφές σας. Ένα μεγάλο ευχαριστώ για όλο το έργο σας, για τα βιβλία σας που με δίδαξαν και συνεχίζουν να με διδάσκουν την ιστορία μας, για το ήθος και την ακεραιότητά σας που αποτελεί για μένα, προσωπικά, δυναμωτική ένεση! Ο Θεός να σας έχει καλά, γερό κι ακμαίο! Ευχαριστώ και το γυιο σας που μας δίνει τη δυνατότητα να έχουμε αυτή την επικοινωνία μαζί σας." Και πάλι, 
ξαναμπήκε στον κόπο και μ'ευχαρίστησε!..

Καλό Ταξίδι Δάσκαλε, Καλό Παράδεισο... Ευχαριστώ...

Κυριακή, 13 Ιανουαρίου 2019

Η σουσουράδα κι ο Αργειφόντης!

Ξημέρωσε μια πανέμορφη, ηλιόλουστη μέρα κι εγώ πάλευα με τον πανόπτη Άργο και τον Αργειφόντη: Αν είναι Αργοφονιάς, αν φανερώνει ή φονεύει, αν είν' λευκός, λαμπρός και καθαρός, αθώος ή ένοχος, αν είναι ο λόγος ο σαφής και των θεών ο αγγελιαφόρος. Οπότε πήρε η μπάλα και τον Άργο, όχι του Οδυσσέα τον πιστό, αλλά κείνον τον άλλον με το κορμί γεμάτο μάτια σαν κορδωμένο παγώνι, τον οξυδερκή φύλακα, το τέρας το τρομακτικό που άλλοι άνθρωπο τον βλέπανε κι άλλοι κουτάβι και που, σαν να μην έφταναν αυτά σου τσαμπουνάει κι ο Ευστάθιος κάτι πως κάποιος κάπου κάποτε τον έβλεπε σαν φίδι, και φιδοκτόνο τον Ερμή, σαν το μεγάλο αδέρφι του, τον άνακτα Απόλλωνα.


Πλημμύρισε φως ο Απόλλωνας το βουνό των Κενταύρων, κι εμένα κόντευε να με πιάσει σκοτοδίνη απ'τα "αν" και "αλλά" και "μήπως" και τα δικά μου περίεργα συμπεράσματα και τις ακόμη πιο μπερδεμένες απορίες! Ήθελα να βγω μια βόλτα περπατώντας μέχρι το γειτονικό χωριό, να κοπανίσω κι ένα τσίπουρο, ν'απολαύσω την άνοιξη μες στο χειμώνα, αλλά δε μού'κατσε! Κι αφού δε μού'κατσε, ξαναματαχώθηκα στον κυκεώνα των Πελοπίδων, μιας κι επιτέλους είχα χρόνο ελαστικό, γιατί τούτη η φάρα είναι που μού'κανε τη ζημιά -άλλο αν στη συνέχεια έμπλεξα και με τον Αργειφόντη, οι στίχοι του Ομήρου τον συνδέσανε- και με ξενύχτησε με τα κάπως βαρβαρικά καμώματά της!


Κι όπως ήμουν βυθισμένη στο αρχαίο ελληνικό του φιλτάτου Ευσταθίου και προσπαθούσα να βγάλω μιαν άκρη - αμετάφραστο γαρ, συν ο κακός χαμός της υποθέσεως- σε άκουσα! Τινάχτηκα να οπλιστώ με τη φωτογραφική, ν'ανοίξω αθόρυβα την πόρτα και με το βήμα του Ροζ Πάνθηρα να σ'εντοπίσω και να σε πλησιάσω, μα εσύ με περιγελούσες πετώντας εδώ κι εκεί! Ε, δε σε λένε τυχαία σουσουράδα!
Ο φίλος μου ο κομπογιάννος, σε ενημερώνω, μπορεί τούτη τη χρονιά να φάνηκε διστακτικός και να περιφρόνησε λιγουλάκι την αυλή και τα καλούδια μου, μα τέτοια χουνέρια δε μού'κανε! Πόσες φορές με σήκωσες, με κάλεσες με το επίμονο τσουρτσούρισμα να βγω να σε καμαρώσω, θυμάσαι; Γιατί εγώ τό'χω χάσει το μέτρημα! Πόσες μέρες το κάνεις; Από τη μέρα του χιονιά και των νιφάδων της γαλήνης, σε πληροφορώ! Ξέρεις να μετράς; Σίγουρα ξέρεις, γιατί το νιώθω και το βλέπω στη φωνή και στα καμώματά σου, πως κάθε μέρα που περνά το διασκεδάζεις και περισσότερο!


Τελικά, την καταβρήκες με τον ανθισμένο χειμωνανθό! Κίτρινος αυτός, κίτρινη κι εσύ, άντε να σε εντοπίσω μες στα κλαρούδια του! Και μου λες πως δεν το κάνεις επίτηδες; Τόσα δέντρα τριγύρω, τόσοι θάμνοι και φυτά, γιατί τούτο διάλεξες, ε; Άνοιγα κι εγώ την πόρτα, η καημένη, με χίλιες προφυλάξεις, σ'άκουγα κι έψαχνα να σε βρω! Κι όταν "τσουπ" σε τσάκωσα με το φακό, έστω κι εκ του μακρόθεν, τίναξες τα φτερά σου και άρχισες τις σβούρες στον αέρα τιτιβίζοντας! Είσαι μια εσύ! Κι απορείς μετά γιατί έχω αδυναμία στον μικρό μου κομπογιάννο που στέκεται και μου ποζάρει, έστω και σε απόσταση ασφαλείας!
Είσαι πανέμορφη κι εσύ το ξέρω, αλλά τί να σε κάνω που δεν τουρλώνεις έτσι χουχουλιάρικα σαν κι αυτόν την κοιλίτσα σου, παρά μου κουνάς πέρα-δώθε την ουρά, καταπώς λέει κι η παλιά ονομασία σου, (βλ. σεισοπυγίς); Δεν είμαι εγώ αρσενικό για να με κατακτήσεις έτσι! Παρ'όλα, όμως, τα "έτσι" σου, θέλοντας να 'μαι ακριβοδίκαια και μιας και μας έκανες την τιμή και μας επισκέφτηκες, δε μπορώ να μη σε τιμήσω κι εσένα! Εξάλλου, εικόνα του χειμώνα μου είσαι κι εσύ, και, μάλιστα από τις πιο εντυπωσιακές παρουσίες του!


Αφού ξεμπέρδεψα, λοιπόν, με τους Πελοπίδες -όχι πως ξεμπερδεύεις μ'αυτούς ποτέ... εδώ δεν ξεμπερδεύεις με τους σύχρονους απόγονούς τους, πού να τα βγάλεις πέρα με απόηχους της εποχής του Ηρωικού Γένους του Ησιόδου;... αλλά, λέμε, τώρα...- είπα ν'ασχοληθώ μαζί σου κι ας ξεμείνω από τσιγάρα γιατί μέχρι να τα βρούμε εμείς οι δυο, πολύ φοβάμαι πως μετά θα ψάχνω και τον περιπτερά πού θά'χει πεταρίσει κατά τα δικά του δώματα!
Λοιπόν, φιλενάδα, έχουν περάσει επτά ολόκληρα χρόνια -αν είναι δυνατόν! πώς περνούν έτσι γρήγορα τα άτιμα! - από τότε που σε είχα παρουσιάσει στο "σπιτικό" μου εδώ (έστω, στο παλιό "σπιτικό" μου, που οι 'πολυεθνικές" μας το γκρεμίσανε), και πάλι, σε συνεχόμενη ανάρτηση με τον αγαπητό μου κοκκινολαίμη! Οπότε δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις, αρκούν, νομίζω, οι μεγενθυμένες, φυσικά, φωτογραφίες των ημερών στις οποίες κατάφερα να σε τσακώσω -και δεν έμεινα "με το κλαρί στο φόντο" καθώς την έκανες τσιλιμπουρδίζοντας εδώ κι εκεί! Παρ'όλα αυτά, επειδή όταν έχει κανείς το "μικρόβιο" δε μπορεί ν'αντισταθεί στον πειρασμό, θα παραθέσω λίγα ακόμη για το ποιόν σου!:

"Ίυγξ" σε λέγανε οι ημέτεροι πρόγονοι (για περισσότερα σχετικά, βλ.:  Ο έρωτας κι η σουσουράδα!).
Γράφει ο Δ.Δημητράκος στο "Μέγα λεξικόν όλης της Ελληνικής Γλώσσης":
Ίυγξ=
1) το πτηνόν σεισοπυγίς, σουσουράδα. Αλλά και:
2) ειδ. πτηνόν, πιθανόν έτερον ή η σεισοπυγίς, όπερ προσεδένετο υπό των μαγισσών εις τροχόν περιστρεφόμενον κατά πρόληψιν πιστευομένου ότι ούτως έλκονται αι καρδίαι και ανακτώνται οι άπιστοι εραστές!!! Τ'ακούς; Είδες με τα τερτίπια σου τί όνομα έβγαλες και σε κυνηγούσαν οι μάγισσες για γκομενιλίκια ανθρώπων; Άκου τα! Που βρήκες να περιπαίζεις εμένα πού'θελα μοναχά να σε φωτογραφίσω!
Μέχρι κι ο Αριστοφάνης σ'έπιασε στο στόμα του:
"ὡς οἱ πρῶτοι τῶν Ἑλλήνων τῇ σῇ ληφθέντες ἴυγγι
(Λυσιστράτη 1110, απόδοση Κ.Γεωργουσόπουλου: "γιατί σαγήνεψες τους πρώτους των Ελλήνων")
Ως κι ο Πίνδαρος στους Ύμνους του σε μνημόνευσε:
"ἴϋγγι δ' ἕλκομαι ἦτορ νουμηνίᾳ θιγέμεν"
(Νεμεονικοί 4,35, απόδοση Τ.Ρούσσου: "πόθος βαθύς ξεσέρνει την καρδιά μου τη γιορτή να προλάβω της νέας σελήνης")
Και σαν να μην έφταναν αυτά, εφόσον απασχόλησες ακόμη και τις μάγισσες, τ'όνομά σου συνδέθηκε και μ'άλλη έννοια:
3) μτφ. γοητεία, φίλτρον!!! και 4) ομ.μτφ. σφοδρά επιθυμία ή ακόμη και θλιβερά ανάμνησις, καημός!
Για να τρυπώσεις ακόμη κι εκεί, στο στόμα του μεγάλου Αισχύλου!:
"ἴυγγά μοι δῆτ᾽ ἀγαθῶν ἑτάρων ὑπορίνεις, 
ἄλαστ᾽ ἄλαστα στυγνὰ πρόκακα λέγων"
(Πέρσαι 987, απόδοση Θ.Μαυρόπουλου: "Λαχτάρα βέβαια για συντρόφους αντρείους μου ξεσηκώνεις, μιλώντας γι' αλησμόνητα, αλησμόνητα μαύρα κακά!")

Αχ σουσουράδα μου καημένη, είδες λοιπόν τί σου σκαρώνουν οι άνθρωποι για να σκεπάσουν τα δικά τους στραβά; Σ'είδαν με κουνιστή ουρά και για να ξορκίσουν τα πάθη τους, τους δώσαν το όνομά σου! Κι ύστερα τα πάθη τους προκαλούσαν καημούς και λαχτάρες και δώσαν και σε τούτα πάλι το δικό σου όνομα! Σ'αλλάξανε όνομα; Και πάλι σ'είπανε γυναίκα κουνιστή
Ευτυχώς, λοιπόν, που τούτους τους χαλεπούς καιρούς που διανύουμε, οι άνθρωποι δεν ασχολούνται με πουλιά! Αλλιώς, αλίμονο και τί άλλο στραβό και κάκιστο θά'χανε κοτσάρει στ'όνομά σου, μια τέτοια φαύλη εποχή που οι λέξεις χάσανε το νόημά τους, που οι έννοιες στρεβλώθηκαν και διαστρεβλώθηκαν, που οι "ταμπέλες" στοχοποιούν κάθε κελάρυσμα κι ο κάθε φελός της κοινωνίας έχει τη δύναμη το παραμιλητό του να το κάνει αξία και αρχή! Αλίμονο...Μη σκιάζεσαι, μικρή μου σουσουράδα... Η φύση σε προίκισε με μικρά φτερά, να πεταρίζεις στο γαλάζιο ουρανό και να κρύβεις την ομορφιά σου στα ολάνθιστα κλαρούδια του χειμωνανθού. Είσαι ελεύθερη να πετάς ψηλά, μακριά από τις ανάκατες λέξεις μας, είσαι λεύτερη να προστατεύεις την ομορφάδα σου απ'την ασκήμια του κόσμου... Κι αν έχεις φόβο τις τουφεκιές, και πάλι μη σκιάζεσαι μικρή μου σουσουράδα, ούτε τούτες είναι ικανές να λερώσουνε τη μικρή παιχνιδιάρα ψυχούλα σου... 
Αλίμονο σε μας...



Και μην ξεχνάς να τιτιβίζεις έξω από το παραθύρι μου, αν παίρνεις πρέφα ότι βυθίστηκα στων ανθρώπων τις σοφίες και ξέχασα την πλάση να καλημερίσω! Ο Αργειφόντης άγγελος φονεύει τις αισθήσεις και φανερώνει τ'αφανέρωτα μονάχα όταν θελήσει και σ'όποιον είναι έτοιμος να τα δεχτεί..

Μα, πάλι, απορώ... Ξαναδιαβάζω κείνη την παλιά εγγραφή του '12 κι ομολογώ πως τό'χα παντελώς ξεχάσει.. Κι εκεί μωρέ τρύπωσες, και σε τούτο το μύθο; Για αυτό δε μ'άφηνες ολημερίς να συγκεντρωθώ; Τούτο ήθελες να μου πεις, να μου θυμίσεις; Σύ έκανες τα μάγια για να σμίξουνε ο Δίας με την Ιώ; Και μάνιασε η Ήρα κι έβαλε τον Παντεπόπτη την κοπελιά να φρουρεί κι ο Ζεύς για να την απελευθερώσει το διάκονό του έστειλε; Σύ, λοιπόν, χάρισες τούτο το παρατσούκλι στον Ερμή, εσύ ευθύνεσαι μωρέ τσαπερδόνα που από χθες το βράδυ παλεύω άκρη να βγάλω με τούτον τον Αργειφόντη; Κι ύστερα κάποιοι μιλούνε για συμπτώσεις...


Καλό ξημέρωμα, σουσουράδα μου. "Καλό αύριο" που μού'λεγε κι ο κυρ-Βασίλης...

Υ.Γ. Κι άντε να δω αν πάλι θα περιφέρεσαι με κείνο το κομμάτι το ψωμί, να το σεργιανάς από δέντρο σε δέντρο. Γιατί, συνεχίζεις να με κάνεις να απορώ διαρκώς μαζί σου σα μικρό παιδί... Τό'δα και στη ζουμαρισμένη φωτογραφία, αλλιώς τα μάτια μου δε θα τα εμπιστευόμουνα. Τούτη τη μπούκα, πού στο καλό την ανακάλυψες σήμερα και γιατί μου την περιέφερες προκλητικά σ'όλη την αυλή, ακουμπώντας την ανάλαφρα σε κάθε κλαρί, ίσα για να βγάλεις φωνή και να με προσκαλέσεις; Ασ'τα, σουσουράδα μου, η κουβέντα μαζί σου, τελικά, τελειωμό δεν έχει... 

Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2019

Κουβεντιάζοντας μ'έναν κομπογιάννο..


Σε πήρα στο κατόπι... Απ'το πρωί πάλευα να σε συναντήσω, ν'ανταλλάξουμε έναν χαιρετισμό, να σου προσφέρω δυο ψίχουλα καθώς θα χρωματίζεις το λευκό μου τοπίο. Μα φοβήθηκες τον άνθρωπο! Σάμπως εγώ νομίζεις, δεν τον σκιάζομαι; Δεν είναι μοναχά οι τουφεκιές, είναι τόσα πιο τρομακτικά που κατορθώνει και χωρίς το τουφέκι παραμάσχαλα. Μα, τί σου λέω τώρα; Πού να ξέρεις εσύ; Τί να καταλάβεις; Για σένα είναι τόσο πιο απλά... Τούτες οι λεξεις δεν έχουν νόημα. Εσύ γνωρίζεις μοναχά να τραγουδάς κι ίσως ν'απορείς με τις άχαρες κραυγές μας. Τόσες λέξεις, τόσα γράμματα, τόσες κουβέντες και ξεχάσαμε να τραγουδάμε...


Είσαι όμορφος! Τόσο όμορφος που δε μπορώ να σου περιγράψω το πόσο! Πώς άραγε σκέφτηκε ο Θεός να κρύψει έναν ήλιο πορτοκαλί στις ριζιμιές απ'τις φτερούγες σου;
Κάρφωσα το ζυμωτό ψωμί σ'ένα κλαράκι της κληματαριάς, για να σε προφυλάξω από το γάτο. Κι εσύ το αγνόησες. Προτιμούσες κείνο το πεσμένο στο κάτασπρο χιόνι, αλλά και πάλι φοβήθηκες να το πλησιάσεις. Σου'βαλα λιναρόσπορο και σουσάμι στο κιουπάκι, μα δε θέλησες να το καταδεχτείς. Βλέπεις, ακόμη τα δέντρα της ρεματιάς είναι με λιγοστούς καρπούς φορτωμένα. Σ'το λέω στα ίσα: Μού'βγαλες την ψυχή τούτη τη φορά! Πολύ παγωνιά για να στέκομαι χωρίς αναπνοή με τη φωτογραφική μηχανή στο χέρι. Κι εσύ πετούσες μακριά, προτού προλάβω να σε καμαρώσω.
Κι ύστερα σ'άφησα... Κι άρχισα να περπατώ προς τα υψώματα...


Και, ξαφνικά, σε μια στροφή σε ξανασυναντώ! Κρυμμένο σε κάτι αγκυλωτά βάτια.. Είπα θα σε χάσω πάλι, μα εσύ πετάριζες πιο θαρρετός στο διάβα μου! Με ξεγελούσες και φαινόσουνα ξανά δυο δρασκελιές παραπάνω.


Κι εγώ, να μην τολμώ να σε πλησιάσω, να τρέχω να σε φτάσω παράλληλα, με το φακό στο χέρι, στη μέση του δρόμου. Με πήρες χαμπάρι πως είμαι ακίνδυνη και με περιγελούσες! Κι όμως καμάρωνες, τούρλωνες την κοιλίτσα σου, στεκόσουν προκλητικά και μόλις σ'έφτανα, τσούπ! ξαναβρισκόσουνα δυο μέτρα πιο μπροστά μου!


Πορεία παράλληλη, οι δυο μας, στο παγωμένο βουνό... Πήραμε τον ανήφορο και κοιταζόμαστε σε απόσταση ασφαλείας. Πώς να μη σου χαμογελάσω;


Μέχρι που φάνηκε ένα αυτοκίνητο που σταμάτησε στο δρόμο μας και μας έκοψε την πορεία για να ξεφορτώσει κείνους τους φασαριόζους. Τότε χάθηκες ξανά... Πώς να μη χαθείς; Εσύ είσαι μια ζωγραφιά του Θεού. Με τί μάτια να σε κοιτάξουνε; Ακούγανε μονάχα τις δικές τους φωνές. Κρατούσαν τον καθρέφτη παραμάσχαλα. Δε χωρούσαν στη ζωγραφιά μας...



Μάταια σ'αναζήτησα στην επιστροφή. Ο ήλιος βυθιζόταν στον ορίζοντα και δεν ένιωθα πια τις άκρες των δαχτύλων μου. Σε ποιά φυλλωσιά να κούρνιασες προσμένοντας το ξημέρωμα; Πότε θα ξαναφανείς να χρωματίσεις τη μέρα μου;


Σήμερα σε ξανακοιτώ... Χαζεύω την ομορφιά σου σε μια πλαστή εικόνα. Ναι, είσαι τόσο όμορφος που μπορείς και ζωντανεύεις την άψυχη οθόνη μου! Που μπορείς ακόμη και να μου μιλάς μέσα από αυτήν. Ποιός είπε πως η ομορφιά κρύβεται σε περιττά στολίδια; Πασχίζουν οι άνθρωποι, λέει, να γίνουν πιο όμορφοι. Θα σκεφτόσουν ποτέ εσύ να μπογιατίσεις κόκκινο το ράμφος σου; Γελάς; Το ξέρω πως γελάς, κάθε φορά γελάς κι ας μη σου χάρισε ο Θεός χαμόγελο. Αρκείσαι σ'αυτά που σου 'δωσε, κι ίσως τούτη η πορτοκαλί λαιμουδιά να καθρεφτίζει το γέλιο της ψυχής σου. Μοναχά που εμείς δε βλέπουμε... συνηθίσαμε ν'αναγνωρίζουμε μόνο τα δικά μας σημάδια καθώς χανόμαστε στη βαβούρα της δικής μας ύπαρξης... είναι, βλέπεις, τόσο εκκωφαντική!


Νά'σαι πάλι, πετάρισες στην οθόνη μου! Τί συλλογιέσαι, φίλε μου, πάνω στο πεταμένο κεραμικό; Πού αγναντεύει η ματιά σου; Πού φτάνει ο δικός σου ορίζοντας; Πότε θα σε ξαναδώ; Πότε, άραγε, θα ξανακουβεντιάσουμε;...

Σάββατο, 5 Ιανουαρίου 2019

Νιφάδες γαλήνης...

Ξημέρωσε και φανερώθηκε μια εξωτική, σπάνια ομορφιά... Το βουνό των Κενταύρων ντυμένο στα κατάλευκα... Θα μου πεις, πρώτη φορά είναι; Δεν είναι πρώτη, θ'αποκριθώ, μα μονάχα τούτη τη φορά ήτανε αλλιώς...


 Ήτανε το χιόνι τόσο όσο, τουλάχιστον στο δικό μας χωριό. Τόσο όσο, ώστε να καλύψει τα πάντα, χωρίς όμως να τα εξαφανίσει κάτω απ'το πέπλο του, τόσο όσο, ώστε όλα νά'ναι ντυμένα στα λευκά, αλλά να διακρίνεται και το κορμάκι τους, τόσο όσο, ώστε να κλείσει δρόμους και μονοπάτια, αλλά χωρίς να εμποδίσει την κυκλοφορία... Και κάτι ακόμη, πολύ πιο μαγικό... Μόλις ξημέρωσε, ο χιονιάς είχε κοπάσει, λίγες νιφάδες διάσπαρτες κυκλοφορούσαν νωχελικά, αλλά το τοπίο μπροστά μου είχε παραμείνει άθικτο, θαρρείς και σταμάτησε ο χρόνος! Τα κλωνάρια λυγισμένα ασφυκτικά από το βάρος σα γονατισμένα σε κρυφή προσευχή, ν'αντέξουν, έχοντας φτάσει στο κρίσιμο όριο της ελαστικότητας... Τα γυμνά κλαδιά με τη μπαμπακούλα στρωμένη πάνω τους σαν να επρόκειτο για υπερμεγέθεις κόκκους άχνης ζάχαρης μετέωρους σε μιαν ευθεία νοητή που μέναν ανέγγιχτοι από την όποια ανασαιμιά του τόπου... Ακόμη και τ'άχαρα καλώδια κρυφτήκανε σ'ένα κάτασπρο κουκούλι που τό'βλεπες μ'απορία να σχίζει τον ορίζοντα στα δυό! Κάθε ασχήμια κρύφτηκε, ό,τι παράταιρο με το βουνό κατάφερε να συνταιριάξει και, επιπλέον, ήτανε όλα εικόνα μιας στιγμής, μιας στιγμής που πήρε από το χωροχρονικό σύμπαν παράταση κι είχε διάρκεια όσο οι πρώτες πρωινές ώρες. Τίποτα δεν είχε κουνηθεί από τη θέση του!


Μα λες, κι ο αγέρας έχασε και την ελάχιστη πνοή του, κι οι νιφάδες παρέμεναν σχεδόν μετέωρες εκεί που τις τοποθέτησε ο καλλιτέχνης της ζωγραφιάς... Λες κι η θερμοκρασία δεν ταλαντεύτηκε ούτε τόσο δα... τίποτα δεν έλιωσε, τίποτα δεν πάγωσε, όλα μείναν αφράτα, φρέσκα και λαχταριστά! Τα κλωνάρια της πικροδάφνης καμπουριασμένα στην πιο αγωνιώδη μορφή τους...κι όμως δεν κουνιόντουσαν για ώρες, ούτε να κάνουν πως τινάσσονται προς τα πάνω καθώς θά'παιρνε τον κατήφορο μια φούχτα από το λευκό φορτίο, ούτε να σπάζουν στα όρια της απαντοχής... καθηλωμένα εκεί, να τα παρατηρείς και μάταια να αναμένεις τη συνέχεια... Ε, ήταν εντυπωσιακό!


Ανηφόρισα στο καλντερίμι με το φτυάρι αρωγό, όχι πως ήτανε δύσβατα -γύρω στους 25-30 πόντους χιόνι πατιέται και παλεύεται- αλλά καθώς τα μετεωρολογικά κραυγάζανε για νέα επιδείνωση και παγετό, καλό θα'ταν να καθαρίζαμε κανένα διάδρομο προληπτικά κι ύστερα ο καημένος ο Πορφύρης μου γιατί να πνιγεί στα κρύσταλλα ή να χαθεί κάτω απ'το νέο κύμα χιονιά; Τώρα που ήταν αφράτο να τον ξαλάφρωνα, να μην νιώθω κι εγώ αποκλεισμένη. Άσε που τά'ξερα και τα περίμενα από άλλες φορές...κοντά ένα μέτρο χιόνι, παγωμένο και στουμπισμένο τού'κλεινε τη δίοδο προς την κεντρική οδό. Μια τα εκχιονιστικά που σπρώχναν αναγκαστικά το χιόνι δεξιά κι αριστερά, μια κάτι βλαμμένοι που ξεχιονίζουν τα δικά τους οχήματα και για ευκολία πετούν το χιόνι στη μούρη του διπλανού, το σκηνικό ήταν γνώριμο.


Με αυτά και με τα άλλα, καθυστέρησα! Θα πεις και μια κουβέντα με κάποιον γνωστό, θα σου δανειστεί κι ο άλλος το φτυάρι παραδίπλα, θα επιστρέψεις με τα δάχτυλα τον ποδιών να ετοιμάζονται να βγάλουν χιονίστρες γιατί οι γαλότσες χάσκανε από πάνω και χωρέσαν ουκ ολίγο παγωμένο χιόνι όπως φτυάριζες, θα βάλεις πενήντα ζευγάρια κάλτσες δίπλα στην ξυλόσομπα μπας κι επανέλθει η αίσθηση, θα πάρεις τη φωτογραφική μηχανή να κινήσεις πάλι τον ανήφορο και θα συνειδητοποιήσεις ότι, μετά από όλα αυτά, ο χρόνος άρχισε να κυλάει κανονικά και, πέρα από τις πατημασιές των ανθρώπων αρχίσανε να ξαναφαίνονται στον ορίζοντα τα πλαστικά καλώδια σε σημεία-σημεία, λες και το ζαχαρωμένο κουκούλι τους το τσιμπολόγησαν πεινασμένα πουλιά, κανα-δυο κλωνάρια αποφορτίστηκαν και τινάχτηκαν προς τον ουρανό, και το αφράτο πασπάλι από τα γυμνά κλαρούδια των πλατάνων μόλις στόλισε το κεφάλι σου καθώς ετοιμαζόσουν να το απαθανατίσεις!
Παρ'όλα αυτά, όση ομορφιά παρέμενε πρόλαβα, όσο πρόλαβα, με το φακό να την αιχμαλωτίσω! Πριν αρχίσει να χάνεται από τα ψηλά, πριν αρχίσει να γκριζάρει και να λερώνετε στα χαμηλά...


Άσπρισε το βουνό των Κενταύρων... Θαρρείς και τούτο το λευκό, έστω για λίγες στιγμές, εξάγνισε τον τόπο μας... Θαρρείς και τούτο το λευκό, έστω για λίγες στιγμές, φώτισε την γκρίζα μας πορεία... Θαρρείς και τούτο το λευκό, έστω για λίγες στιγμές, μας θύμισε όσα ξεχάσαμε...


Είχε κέφια ο Θεός σήμερα το ξημέρωμα στο βουνό του Χείρωνα. Ζωγράφισε με χοντρές πινελιές ένα τοπίο μαγικό! Χειμώνιασε το σκηνικό... γλυκά κι όμορφα... χωρίς τρελούς αγέρηδες και τσουχτερή παγωνιά, αλλά ήσυχα, ράθυμα, αργά, γαληνεμένα... Μάλλον αυτό είναι τελικά που μου έκανε τόση εντύπωση, τούτο είναι λοιπόν που πασχίζω να περιγράψω, τούτη η παράξενη κι απρόσμενη ομορφιά μιας ιδιότροπης γαλήνης που κάνει τον χρόνο να σταματά!...



Τετάρτη, 2 Ιανουαρίου 2019

Ενας αλλιώτικος Αη Βασίλης...

του Νίκου Ψιλάκη (Εκδόσεις ΚΑΡΜΑΝΩΡ,  http://karmanor.gr/el)


"Τον είχα γνωρίσει κι εγώ. Χειμώνας καιρός, με τον ουρανό να φοβερίζει και τους παλιούς χωμάτινους δρόμους γεμάτους. Βιάζονταν οι άνθρωποι, άλλος να σπείρει, άλλος να μαζέψει τις ελιές του. Ένας απ' αυτούς ήταν ο Άη Βασίλης. Ούτε ράσα και καλυμμαύχια ούτε κόκκινες κάπες.

Στα πρώτα παιδικά χρόνια με ξυπνούσε ο πατέρας κάθε πρωί Πρωτοχρονιάς με τα κάλαντα. Σιγά, σχεδόν ψιθυριστά, άρχιζε να καλαναρχεί κι η φωνή του έμοιαζε με αρχαίο ψαλμούδισμα:

«Ταχιά - ταχιά 'ναι αρχιμενιά, ταχιά 'ναι αρχή του χρόνου...» έλεγε κι έφερνε μπροστά μου το θάμα.

Χρόνο με το χρόνο το έμαθα κι εγώ το τραγούδι. Και χτυπούσα πόρτες για ν' ανοίξουν και να μπει ο δικός μου Άη Βασίλης φορτωμένος με όλα τα μυριάκριβα δώρα του κόσμου, στάρια και κριθάρια και λάδια κι ελιές. Όλα τ' άλλα έρχονταν σε δεύτερη μοίρα. Όλα εκτός από τα γράμματα, τον ανυποχώρητο πόθο των γονιών μας. Γιατί κι ο Άη Βασίλης πήγαινε κάποτε στο σχολειό. Κάποτε, όταν ήταν μικρός - έτσι δεν λένε τα κάλαντα; Τον προκαλούσαν οι μεγάλοι, τον ρωτούσαν, όπως μας ρωτούσαν κι εμάς:

«Και σαν κατέχεις γράμματα, πες μας την άλφα βήτα...»



Ξωμάχος ήταν ο δικός μας Άη Βασίλης. Με στιβάνια και τρίχινο γαμπά (ρασίδι το λέγανε στα μέρη μας), με μια λουράτη ποδιά γεμάτη καρπό και δεμένη στη χοντρή κρασόχρωμη ζώνη του. Ίδιος ο παππούς, έτσι τον ένιωθα, προφανώς θα είχε κι εκείνος μεγάλες μουστάκες και γένια. Καθόλου παράξενο, λοιπόν, που κάποιοι παλιοί τον είχαν κάμει τραγούδι κι έλεγαν πως ήταν ο πρώτος άνθρωπος που συνάντησε ο νιογέννητος Χριστός όταν βγήκε να περπατήσει στον κόσμο. Τον είδε ν' αλετρίζει και τον χαιρέτησε:

«Ταχιά - ταχιά 'ναι αρχιμενιά, ταχιά 'ναι αρχή του χρόνου

ταχιά 'ναι που περπάτησε ο Κύριος στον κόσμο

και βγήκε και χαιρέτησε όλους τους ζευγολάτες

κι ο πρώτος που χαιρέτησε ήταν ο Άη Βασίλης:

- Ώρα καλή σου, Βασιλειό, καλό ζευγάρι -ν- έχεις...

-Καλό το λέει αφέντης μας, καλό κι ευλοημένο

απού το βλόησ' ο Θεός με τη δεξά του χέρα

με τη δεξά, με τη ζερβή, με τη μαλαματένια.

- Πες μου, να ζήσεις, Βασιλειό, τι σπέρνεις την ημέρα;

- Σπέρνω σιτάρι δώδεκα, κριθάρι δεκαπέντε

ταγή και ρόβι δεκοχτώ κι από νωρίς στο στάβλο.

- Μα σένα, αφέντη, σου 'πρεπε το πιο καλό ζευγάρι

το μαύρο και το μελισσό και το στεφανοκέρι

να 'ναι τ' αλέτρι σου χρυσό και μάλαμα ο ζυγός σου

τ' απανοζεύλια του ζυγού να 'ναι μαργαριτάρι

να 'ναι και το βουκέντρι σου βασιλικού κλωνάρι...»



Ζευγολάτης ήταν ο δικός μας Άη Βασίλης. Σαν όλους τους άλλους, ένας απ' όλους εκείνους που κινούσαν κάθε πρωί για τα χωράφια τους φορτωμένοι με τα σπορικά και τα ζυγάλετρα. Κι έζεφνε τα καματερά, και κρατούσε βουκέντρι, κι έσπερνε στάρι και κριθάρι, κι έκανε τη γης να βλασταίνει. Ούτε ράσα και καλυμμαύχια ούτε κόκκινες κάπες σαν αυτές που φόρεσαν οι ζωγράφοι της κατανάλωσης στον ροδαλό γεράκο της παγκόσμιας φτιασιδωμένης κουλτούρας.

Σε τούτα τα μέρη και οι άγιοι δεν αντέχουν να μένουν μόνο ζωγραφιές και να την αράζουν ξένοιαστοι στα εικονοστάσια· κατεβαίνουν στη γης, μοχτούν μαζί με τον εργάτη και τον ρεσπέρη, σπέρνουν, αλωνίζουν, συνάζουν τον καρπό κι αφήνουν πάντα ρεγάλο για τα πουλιά και τα περδίκια. Έτσι γιατί τούτος ο κόσμος ανήκει και σε μας και σ' εκείνα, ανήκει και στους αγίους που παραστέκουν τους δουλευτάδες. Όλοι έχουν το μερτικό τους από τα γεννήματα της γης.

«Σπέρνω σιτάρι δώδεκα, κριθάρι δεκαπέντε...». Ίσως τόσο χρειαζόταν το νοικοκυριό του για τον επόμενο χρόνο. Έτσι επέβαλλε ο πολιτισμός της αυτάρκειας. Στάρι, κριθάρι, ρόβι, ταγή. Τούτος ήταν ο πλούτος. Το Άγιο Ψωμί που το μοιράζονταν οι άνθρωποι με τους αγίους, που το έκαναν προζυμένιο κι εφτάζυμο, πρόσφορα κι άρτους, που ζύμωναν βασιλόπιτες κι ανεβατά λουκούμια για τη μεγάλη μέρα, την πρώτη του χρόνου.

Όλα τα άλλα έρχονταν σε δεύτερη μοίρα. Το ήξερε ακόμη κι ο Άη Βασίλης, που ακόμη και τούτη τη μεγάλη μέρα, την Αρχιχρονιά, κρατούσε την έχερη κι αλέτριζε της γης για να καρπίσει.

Από τον Νίκο και τη Μαρία Ψιλάκη (και τη φαμίλια τους) πολλές ευχές για τον καινούργιο χρόνο. Με τις αξίες του πολιτισμού μας ψηλά. Και γλυκοσαλισμένα τα χείλη.



ΥΓ 1. Κάθε που ακούω τα παλιά κάλαντα συνάζω τον πλούτο των λέξεων: στεφανοκέρι είναι το ζώο που τα κέρατά του σχηματίζουν στεφάνι, μελισσό το μελισσόχρωμο.

ΥΓ 2. Στη φωτογραφία: λεπτομέρεια από εικόνα του φίλου Τάκη Μόσχου."