Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θάλασσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θάλασσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2020

Ο Αύγουστος στις φυλλωσιές του Οκτώβρη...

"Δεν υπάρχει εξυπνότερος άνθρωπος από τον ελεήμονα που δίδει γήινα, φθαρτά πράγματα και αγοράζει άφθαρτα, ουράνια." (Άγιος Παϊσιος)

Κι εκεί πού'χεις καλωσορίσει για τα καλά το φθινόπωρο και προετοιμάζεσαι υλικά και ψυχολογικά για το χειμώνα στο βουνό, ο ήλιος φλερτάρει το γαλάζιο της θάλασσας με τόσο πάθος και τέτοια μαεστρία που της δαμάζει την ανεμοδαρμένη ψυχή φανερώνοντας στα μάτια σου όλη την γαληνεμένη ομορφιά της, τόσο έντονη που, σαν νεράιδα του παραμυθιού, σε γητεύει και σε καλεί επίμονα ξανά κοντά της...

 "Μην κοιτάζεις τα χρυσοκίτρινα φύλλα του φθινοπωριού και τα στοιβασμένα αράδια στην ξυλαποθήκη, άσε το κρασί μονάχο στο βαρέλι να λαμπικάρει και να σιγομουρμουρά και το πάπλωμα να παραπονιέται καταχωνιασμένο στο ερμάρι, ξέχνα σκοτούρες κι όλα τα καθημερινά κι έλα, όσο προλαβαίνεις,  ν'ανταμώσεις τούτα τα πρασινογάλαζα νερά που αγκαλιάζει ο φωτοδότης..."  σιγομουρμουρά τούτη η ξεμυαλίστρα κι εσύ ξεχνάς όλα για όσα μεριμνάς φτάνει μονάχα να μη χάσεις τούτο το σμίξιμο του όψιμου καλοκαιριού, τούτο το δώρο τ'ουρανού με γεύση αρμύρας...

"Η εξωτερική ησυχία, με τη διακριτική άσκηση, πολύ γρήγορα φέρνει και την εσωτερική ησυχία (την ειρήνη της ψυχής), η οποία είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για την πνευματική λεπτή εργασία , διότι, όσο απομακρύνεται κανείς από τον κόσμο, τόσο περισσότερο απομακρύνεται και ο κόσμος από μέσα του, και φυγαδεύονται τότε οι κοσμικοί λογισμοί, και εξαγνίζεται πια ο νους του ανθρώπου, και γίνεται άνθρωπος του Θεού." (Άγιος Παϊσιος)

Κάπως έτσι, κατέληξε τούτος ο Οκτώβρης να μεταμφιεστεί σε Αύγουστο του φθινοπώρου... Ή μήπως είναι ο Αύγουστος που κρύφτηκε στις φυλλωσιές του Οκτώβρη, μπας και πάρει μιαν ανασαιμιά γαλήνης, μακριά από την ανθρωποθάλασσα πού'χε κατακλύσει στις μέρες του το βουνό μας, και το ηλιόλουστο χαμόγελό του αστραποβόλησε και πρόδωσε το μασκάρεμά του; Πόσο, μα πόσο νιώθω τούτη την ανάγκη της βαβουριασμένης του ψυχής να ξεφύγει από τα πλήθη, τα ποδοβολητά, την οχλοβοή και τα μαρσαρίσματα!

Κάπως έτσι λοιπόν, κατέληξα να γευτώ την αρμύρα της θάλασσας ξανά και ξανά τούτο τον Οκτώβρη, όσο δεν κατάφερα να τη γευτώ τον πολύβουο Αύγουστο. Κι αν, καμιά φορά, τα σύννεφα ξεσηκώνονταν να πλέξουν τις δικιές τους ζωγραφιές στον τρούλο τ'ουρανού κι ο αγέρας θαρρούσε τότε πως θα μ'αποδιώξει, εγώ επέμενα να μην την αποχωριστώ και με πίστη μικρού παιδιού τα παρακαλούσα να παραμερίσουν.

"Εάν μπορούσαμε να βγαίναμε από τον εαυτό μας (από την αγάπη του εαυτού μας), θα βγαίναμε κι από την έλξη της γης και τότε πια θα βλέπαμε όλα τα πράγματα στην πραγματικότητα με το θεϊκό μάτι, καθαρά και βαθιά." (Άγιος Παϊσιος) 

Τούτη η θάλασσα πότε αχνοφαίνεται χλωμή και σμίγει ανεπαίσθητα με το μουντό ουρανό σβήνοντας με γομολάστιχα θαρρείς τον ορίζοντα, πότε λαμποκοπά, φλερτάρει με τον ήλιο και μαρμαίρει εδώ κι εκεί, σαν να γεννιούνται από τα βάθη της μικρά αστέρια. Κι όταν πάλι καθαρίζει η άχλυ του νοτιά, τότε φορά τα βαθυκύανα φορέματά της, τα επίσημα και δεσποτικά, που μαγνητίζουν ακόμη και κείνα τα βλέμματα που πασχίζουν ν'αφουγκραστούν τα χρώματα πέρα απ'τον ορίζοντα. Κι αν ξεγελαστείς και πλησιάσεις πιο κόντα τούτα τα νερά γίνονται διάφανα αλλά και συνάμα σμαραγδιά, τόσο, μα τόσο λαχταριστά... να βυθιστείς σ'αυτά και να ξεχάσεις...

Πόσο τα μάτια, λοιπόν, μας ξεγελούν, πόσα παιχνίδια μας παίζουν τούτες οι αισθήσεις! Πόσες αποχρώσεις έχει στην παλέτα του ο Θεός για να χρωματίσει τούτα τα διάφανα νερά που κι ο μεγαλύτερος καλλιτέχνης δε θα μπορούσε, όσο κι αν πάλευε, ν'αναπαράγει! Πόσες αποχρώσεις, άραγε, να κρύβει μια ψυχή; Πόσες άυλες αποχρώσεις, άραγε, μας κρύβουν οι αισθήσεις;

"Το θαύμα είναι μυστήριο και το μυαλό δε μπορεί να το ερμηνεύσει, αλλά μόνο ζήται. Για να ζήσει κανείς τα μυστήρια, θα πρέπει να απεκδυθεί τον παλιό του άνθρωπο, να επανέλθει κάτά κάποιο τρόπο στην πρώτη κατάσταση προ της πτώσεως, να έχει την αθωότητα και απλότητα, για να είναι η πίστη του ακλόνητη, και να πιστεύει απόλυτα ότι στο Θεό δεν υπάρχει τίποτε που να μη μπορεί να το κάνει. Όταν προχωρήσει κανείς στην αρχή με πίστη, χωρίς αμφιβολία, σιγά-σιγά θα έχει γεγονότα μικρά και μεγαλύτερα και τότε πια θα γίνει πιο πιστός, ζώντας τα θεία μυστήρια από κοντά, και τότε γίνεται θεολόγος, διότι δεν τα έπιασε με το μυαλό, αλλά τα έζησε στην πραγματικότητα." (Άγιος Παϊσιος) 

Σήμερα τούτος ο γλυκός ο φετινός Οκτώβρης μοιάζει σαν να μελαγχόλησε ξαφνικά. Ο ήλιος κρύφτηκε εντελώς κι έτσι μας αποκάλυψε όλη την ιδιοσυγκρασία του. Η ξυλόσομπα άρχισε να γουργουρίζει σιγανά και τα καφεδιά πλατανόφυλλα δε φαντάζουν πια παράταιρα στο τοπίο. Κι εγώ απέμεινα συντροφιά με τους λογισμούς μου ν'αποζητώ κείνο το χάδι που δεν το χωρά ο ορίζοντας, κείνη την κρυμμένη απόχρωση που αχνοφαίνεται μοναχά με τα μάτια του νου, που χρωματίζει μοναχά το άυλο...

"Η εξωτερική (κοσμική) δυστυχώς μόρφωση συνέχεια παραμορφώνει τους ανθρώπους, ακόμη και αυτή την όμορφη φύση του Θεού, και κάνει αφύσικη τη ζωή των ανθρώπων με το άγχος που τους προσθέτει συνέχεια [...] Όσοι δίνουν τα πρωτεία στην εσωτερική τους μόρφωση (της ψυχής) και χρησιμοποιούν και την εξωτερική μόρφωση για την εσωτερική, αυτοί γρήγορα μεταμορφώνονται πνευματικά, εάν ασκούνται και πνευματικά, και τότε βοηθούν πολύ κόσμο θετικά, διότι βγάζουν τον κόσμο από το άγχος της κολάσεως και τον οδηγούν στην Παραδεισένια αγαλλίαση. [...] Οι εσωτερικοί άνθρωποι, επειδή έχουν ταπείνωση, είναι τα αληθινά αστέρια που κινούνται ιλιγγιωδώς, αλλά αθόρυβα και ταπεινά, χωρίς να καταλαβαίνει κανείς πώς κινούνται, ενώ είναι μεγάλοι πλανήτες. Κρύβονται δε και στα βάθη του ουρανού και δίνουν την εντύπωση στους ανθρώπους ότι είναι αναμμένα κανδηλάκια με ταπεινό φως." (Άγιος Παϊσιος)

 

Εξάλλου, ακόμη και στον αισθητό κόσμο μας η ομορφιά, όπως κι η αγάπη, φωλιάζει στα πιο απλά....

"Η εσωτερική αγάπη πληροφορεί, διότι γλυκαίνει και όλο τον εξωτερικό ακόμη άνθρωπο και τον ομορφαίνει με τη θεία Χάρη, η οποία δεν κρύβεται, γιατί ακτινοβολεί." (Άγιος Παϊσιος)


"Ο κάθε άνθρωπος, φυσικά, θα πληρωθεί από το αφεντικό που εργάστηκε." (Άγιος Παϊσιος)

 

Καλό φθινόπωρο!

(Σημ. Τα αποσπάσματα από τις "Επιστολές" Αγίου Παϊσίου του Αγιορείτου, εκδόσεων Ιερού Ησυχαστηρίου "Ευαγγελιστής ο Ιωάννης ο Θεολόγος")

Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2009

ξημερώνοντας στην Αλόννησο...



(Ρουσούμ Γυαλός) 

Ξύπνησα προτού ξημερώσει προσπαθώντας ν'αφουγκραστώ τη θάλασσα... ένα νωχελικό πλατάγισμα χάιδεψε τ'αυτιά μου.. Άνοιξα τη μπαλκονόπορτα για να νιώσω την έντασή του, να οσμιστώ τη φύση του.. Κι ύστερα στρώθηκα στο κρεβάτι χουζουρεύοντας.. μισοκοιμισμένη, μισοξυπνητή, ρίχνοντας κάθε τόσο κλεφτές ματιές έξω.. Μοναχά η θάλασσα.. κανένας άλλος ήχος δεν της έκανε συντροφιά.. Λες κι όλη η πλάση κοιμότανε και μοναχά εκείνη, νυχτοφύλακας των ονείρων μας, κρατούσε το ρυθμό της ζωής, κρατούσε τα μπόσικα.. μέχρι να μας βρει το ξημέρωμα..

Ήλιος δε φάνηκε.. Η θέα στο νοτιά.. Γκριζογάλαζα σύννεφα σκιάζαν τις αχτίδες του..

Απ'το μικρό μώλο, κρυμμένο πίσω από τα βράχια, φάνηκε ένα ιστιοπλοϊκό.. κι ύστερα ένα καράβι.. Προστατευμένη γωνιά που αγκαλιάζουν τ'άκρα της στεριάς.. Κι ύστερα πάλι η θάλασσα, μοναχά η θάλασσα κι ας ξημέρωσε για τα καλά.. Κι ας ανοίξαν βλέφαρα ανθρώπων.. Σιγανά ανταλλάσσουν δυο κουβέντες, τόσο σιγανά, που μοναχά μπορώ να τους φαντάζομαι.. Δε σήμανε ακόμη η ώρα να διακόψουν το τραγούδι της..













Από το "Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου":

" Αλόννησος: Αναφέρεται υπό των αρχαίων ως μία των "Μαγνήτων νήσων", δηλαδή των Θεσσαλικών ή Βορείων Σποράδων. Ουδείς όμως εκ των γεωγράφων που την αναφέρουν (Πομπώνιος, Μέλας, Πλίνιος, Στράβων, Στεφ.Βυζάντιος), ή των ιστορικών (Πλούταρχος, Δημοσθένης, Αισχίνης) υποδεικνύουν ποία ακριβώς ήτο. Αναφέρουν εν τούτοις ότι υπήρξεν αιτία προστριβών μεταξύ Αθηναίων και Φιλίππου, ότι αυτός την υπέταξεν, ότι εξεφωνήθη δριμύς λόγος δια τούτο, ότι υπήρξε πειρατών φωλεά, εκ παραλλήλου δε ανεγνωρίσθη και ιδιαίτερον νόμισμά της, το υπ' αριθμ. 264 του καταλόγου Head. Ο Στράβων είναι κάπως ολιγότερον ασαφής, κατατάξας τας νήσους κατά σειράν γεωγραφικής διαδοχής: "Πρόκεινται δε των Μαγνήτων νήσοι συχναί μεν, αι δ' εν ονόματι Σκιάθος τε και Πεπάρηθος (Σκόπελος) και Ίκος, Αλόννησος τε και Σκύρος, ομωνύμους έχουσαι πόλεις". Και εδώ αρχίζει το μπλέξιμο: Μεταξύ Ίκου και Σκύρου πολλαί νήσοι μικραί υπάρχουν' ποία τούτων η Αλόννησος;

Το υπουργείον επί των Εσωτερικών, ονομάσαν επισήμως τας νήσους του αρτισυστάτου βασιλείου, μετωνόμασεν εις Αλόννησον την Ίκον, παριδόν ότι άλλη νήσος αρχαία και εις την ιδίαν συστάδα με την Ίκον έφερε το όνομα τούτο. Ο Μπουρσιάν την ταυτίζει με τα Σκάντζουρα. Ουδείς ανεμνήσθη το Πελαγονήσι, το άλλως Κυρά Παναγιά, παρά το ότι όπως η αρχαία Αλόννησος, υπήρξε κατά τον Αγώνα ιδίως, φωλεά πειρατών. Ο Λώλλιν πάλιν, με την εγγύτατα της ϊκου νησίδα Περιστέραν ή Ξερό' αλλά αυτή πάλιν ελέγετο Ευώνυμος. Τέλος, δύο δόκιμοι Έλληνες γεωγράφοι, οι Σκαβέντζος και Ιωάν.Σαρρής, την ταυτίζουν προς τας νησίδας Ψαθούραν- Ψαθονήσι, αίτινες κατα αυτούς ήσαν άλλοτε μία νήσος βασίζουν δε ούτοι την γνώμην των εις τα εξής: Εις το χθαμαλόν (14μετρ. μεγ. υψόμετρον) της Ψαθούρας' εις λείψαν τινά αρχαίου πολίσματος, το πλείστον του οποίου κατάκειται εις τον θαλάσσιον βυθόν' εις βεβαιώσεις Καλυμνίων δυτών, καθ' ας μεταξύ των επί του βυθού ερειπίων διακρίνονται ίχνη οδών, λείψανα οικιών, ουδοί θυρών, ερειπίων χάλκινος αμφορεύς. [...]"

Σάββατο 6 Δεκεμβρίου 2008

Θαλασσινέ μου Άη Νικόλα..

"Θαλασσινέ μου Άγιε, Καλέ μ' Άη Νικόλα,
εφτά κεράκια σού'φερα και σου τ'ανάβω όλα.
Θά'ρχομαι τώρα ταχτικά ν'ανάβω το καντήλι,
γι'αυτόν που έφυγε προχθές κουνώντας το μαντήλι.
Προστάτευέ τον Άγιε, των ναυτικών Προστάτη!
Και κάθε άλλος ναυτικός ας σ'έχει παραστάτη!"

(από τα "Αμοργιανά", Σύνδεσμος Αμοργινών, Μάρτιος 2007)

Σήμερα, 6 Δεκεμβρίου, γιορτάζουμε τον Άγιο Νικόλαο, τον Άγιο "της γης και του πελάγου", που φέρνει χιόνια στα βουνά, φουρτούνες στα πελάγη. Ο Άγιος Νικόλας, πέρα από άρχοντας του χειμώνα (βλ.Νικολοβάρβαρα: http://firikia.blogspot.com/2008/12/blog-post_05.html ), είναι ο κατ'εξοχήν προστάτης των ναυτικών μας.

Γράφει ο Γ.Α.Μέγας στο βιβλίο του "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας" : " [...] Για το λαό μας μάλιστα ο άγιος Νικόλας δεν είναι ο ονομαστός μητροπολίτης των Μύρων της Μ.Ασίας, αλλά κάποιος που ασκούσε το επάγγελμα του θαλασσινού. Ως καραβοκύρη παριστάνουν τον άγιο και οι αγιογράφοι. Σύμφωνα με τις λαϊκές παραδόσεις, τα ρούχα του είναι πάντοτε βρεγμένα απ'την άρμη, τα γένεια του στάζουν θάλασσα, το μέτωπό του είναι ιδρωμένο απ'την προσπάθεια να προφτάσει παντού, να βοηθήσει τα καράβια που θαλασσοπνίγονται. Πάρα πολλές είναι οι διηγήσεις για τα θαύματά του. Αλλά την προϋπόθεση για τη βοήθειά του, εκφράζει η παροιμία:
"-Άγιε Νικόλα βοήθα με!
-Κούνα και συ το χέρι σου. (ή -Σείσε και συ το πόδι σου.)"
Ο Άγιος Νικόλαος είναι κύριος των ανέμων και της τρικυμίας. Γι'αυτό πολλές είναι οι προσφορές, οι λιτανείες, και οι παρακλήσεις των ναυτικών μας σ'αυτόν. Η εικόνα του δε λείπει από κανένα ελληνικό πλοίο, μεγάλο ή μικρό.
Από τα κόλλυβα, που στέλνουν στην εκκλησία την ημέρα του αγίου Νικολάου, παίρνουν οι θαλασσινοί της Κίου, όταν ταξιδεύουν. Αν τους πιάσει τρικυμία, τα σκορπούν στη θάλασσα και λέγουν: Άι-Νικόλα μου, και πάψε την οργή σου! Και αμέσως παύει η τρικυμία.
Πιστεύουν και ότι:
Άμα ρίξουν στη θάλασσα από τα κόλλυβα του αγίου Νικολάου και βυθίσουν στη θάλασσα και την εικόνα του, αμέσως θα πνεύσει ο άνεμος, που έχουν κατά νου. (Μάδυτος)"
Στα "Λαογραφικά Σύμμεικτα Παξών" του Δημήτριου Λουκάτου, σώζεται η παρακάτω παράδοση, που προδίδει την ξεχωριστή θέση που κατείχε ο άγιος τούτος στην ψυχή του λαού μας:
"Ο Άη Νικόλας ήταν για τις ψυχές πρώτα, να τις παίρνει. Αλλά ο Άη Νικόλας πονούσε να τις παίρνει κι έβαλε το Μιχάλη. Είχανε στείλει τον Άη Νικόλα να πάρει την ψυχή ενός νέου. Εκείνος όμως εσυμπονούσε και πήρε την ψυχή μιανού γερόντου αντίς του νέου. Για αυτό ο Θεός τον έβγαλε απ'τη θέση και έβαλε το Μιχάλη που ήτανε πιο σκληρός."
καθώς κι επόμενη ιστορία
"Ο Άη Νικόλας είναι και καπετάνιος στο τιμόνι. Σε μια φουρτούνα τον είδε σε ένα φορτηγάκι πλοίο (έτσι μου λέγανε κάτι καπεταναίοι) ένα παιδί 15 χρονών. Τον είδε το παιδί αυτό το καμαρωτάκι πίσω στο τιμόνι και τσου λέει "Ένας καλόγηρος βαστάει τη ρόδα", μα εκείνοι δεν το βλέπανε. Το παιδί ήτανε αθώο."
που θυμίζει την υπέροχη διήγηση που διέσωσε ο Ανδρέας Καρκαβίτσας για τον Άη Νικόλα και το τιμόνι:
"Tο καράβι είναι κατασκεύασμα των διαβόλων. Έκαμαν ένα τρικούβερτο ξύλο κι εβγήκαν διαλαλητάδες σ' όλη τη γη: Eμπρός ελάτε ψυχές στριμμένες, παθιασμένοι κόσμοι, μάτια κλεισμένα στο μυστήριο, ελάτε μέσα και θα το γνωρίσετε αμέσως! Kαι αμέσως τα μάτια τα κλειστά, οι παθιασμένοι κόσμοι, οι στριμμένες ψυχές έτρεξαν κοπάδι από της γης τα πέρατα, κατέβηκαν στην ακρογιαλιά, εμπήκαν στο καράβι. Tι τόπους θα χαρούν, τι χαρές θα γνωρίσουν, πόσα χρήματα θα βγάλουν στη στιγμή!
Eκεί προβάλλει κι ένα γεροντάκι ταπεινό και παραπονιάρικο.
― Nά'μπω μέσα κι εγώ; ρωτάει τον καπετάνιο.
― Έμπα, του λέγει εκείνος, έμπα μέσα και συ, έμπα σύνταχα.
― Nα πάρω και το ξυλάκι μου μαζί;
― Πάρ' το το χάτσαλο.
Eμπήκε μέσα το γεροντάκι , έκατσε κατάνακρα στην πρύμη του καραβιού. Άνοιξαν οι ναυτοδιαβόλοι τα πανιά, έτριξαν τα ξάρτια, πήρε δρόμο στ' ανοιχτά το ξύλο.
― Kαλό μας κατευόδιο, ευχήθηκαν συνατοί τους οι ταξιδιώτες.
― Kαλό σας κατευόδιο, χα! χα! χα!... Kαλό σας κατευόδιο, χα! χα! χα!... εχούγιαξαν από πρύμη σε πλώρη οι ναυτοδιαβόλοι.
Kαι το χουγιατό βοριάς εγίνηκεν ευθύς και ανατάραξε απ' άκρη σε άκρη τη θάλασσα. Όρος το κύμα σηκώνεται μπροστά, πύργος ακλόνητος ψηλώνει πίσωθε, από τα πλάγια λύκοι χυμούν απάνω του. Eκέρωσαν οι ταξιδιώτες οι άμαθοι. Kαπνός εσκόρπισαν εμπρός τους οι χαρές, οι τόποι, τα χρήματα. Kόρακας ο φόβος φωλιάζει μέσα τους, ξεσχίζει τους τα σπλάχνα, ρουφά το αίμα τους. Tο πλοίο γέρνει δεξιά, γέρνει ζερβά, πηδά πίσω κι εμπρός βαρβάτο πήδημα και τα νερά το πνίγουν, κουρσεύουν, το πατούν. Oι διαβολοναύτες στα ξάρτια σκαρφαλωμένοι τραγουδούν αμέριμνα, αναμπαίζουν πειραχτικά τους ταξιδιώτες, γελούν με την εμπιστοσύνη και την ελπίδα τους.
― Kαλό ταξίδι, καλό κι αιώνιο! φωνάζουν πάντοτε.
Όμως το καράβι, όσο κι αν πατιέται και αν κινδυνεύει, δεν πνίγεται. Παλεύει κι ανδρειεύεται σαν να έχει ψυχή μέσα του. Ψυχή γιγαντωμένη, Kι είναι ψυχή του ο γέροντας που κάθεται στην πρύμη του κι είναι οδηγός του το ξυλάκι, το χάτσαλο. Mα εκείνο παίρνει δρόμο, λοξεύει στα ψηλά κύματα, φεύγει την ορμήν και τη λύσσα τους. Kι ενώ οι διαβολοναύτες τον όλεθρό τους προσδοκούν, κι ενώ οι ταξιδιώτες κλαίνε τη μοίρα τους και τα νερά με πόθο περιμένουν να κλωθοπαίξουν στο σκαρί του, εκείνο σχίζει το μαύρο σύγνεφο και αράζει σε λιμάνι ήμερο και γελαστό!
― Δόξα στον σωτήρα! δόξα στον γέροντα!... ξεσπά σύγκαιρα τρανή φωνή από το στόμα των ταξιδιωτών.
― Kατάρα! απαντά σαν αστροπέλεκο η φωνή των διαβόλων.
Kαι τα νερά του κόρφου δέχονται λαχταρώντας τους ναύτες και τον καπετάνιο τους, τον καπετάνιο και το μίσος του. Eσώθηκεν όμως ο κόσμος. Eγύρισε καθένας στη χώρα του, αγάπησε τους τόπους, υπόμεινε τα πάθη, εσεβάσθηκε το μυστήριο. Kαι δεν δοξολογά παρά τον Άι-Nικόλα, τον γέροντα.
Oι διαβόλοι έχτισαν το καράβι, μα ο Άι-Nικόλας έκαμε το τιμόνι του."
Τέλος, παραθέτω κι έναν ακόμη μύθο για τον άγιο που κατέγραψε ο λαογράφος μας Νικόλαος Πολίτης, στο δίτομο έργο του "Παραδόσεις":
"Κάτω απ'τη βορεινή κορυφή του Υμηττού, στην ανατολική ράχη, είναι μια σπηλιά που λέγεται Σπηλιά του λιονταριού, γιατί σ'αυτή κατοικούσε τον παλαιόν καιρό ένα φοβερό λεοντάρι που έφερνε μεγάλη καταστροφή γύρω. Απ'αυτό εμποδίζονταν οι χριστιανοί να πηγαίνουν στην εκκλησιά του αγίου Νικολάου, που είναι εκεί κοντά, δυτικά απ'την Κάντζα. Και η εκκλησιά έμενε έρημη και αλειτούργητη πολλά χρόνια.
Όταν μια φορά, την παραμονή του αγιού Νικολάου, εφάνη ο άγιος σε πολλούς χωριάτες στον ύπνο τους και τους είπε να πάνε το πρωί άφοβα στην εκκλησιά. Και πραγματικώς επήγαν. Το λεοντάρι, όταν μαζεύτηκαν στην εκκλησιά, όρμησε κατά πάνω τους να τους φάγει. Αλλά μόλις έφτασε μπροστά στην εκκλησιά, βγήκε από μέσα ο άγιος και το χτύπησε δυνατά και το μαρμάρωσε. Και έτσι μαρμαρωμένο είναι εκεί ως τα τώρα. (Αττική)"

Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2008

με νερό θαλασσινό...


" [...] Πού νά'χεις ξεχάσει, πάνω σε ποιό κομοδίνο, το φυλαχτό που σου κάρφωσε η μάνα σου στη φανέλα, κείνο το πρωινό πού'φευγες για πρώτη φορά... Υπάρχουνε δέντρα, κήποι, βουνά. Γλυκά τρεχούμενα νερά, πολυτρίχια, κρεβάτια που δεν κουνιούνται, γυναίκες που δε βάφονται, άντρες που δε βλαστημούνε. Ασπροβαμμένες κάμαρες στην εξοχή, δίχως περτσίνια και σταύρωσες στο ταβάνι. Ν'αλαργέψεις για λίγο από τούτα τα πράματα που συνήθισες να τα ψάχνεις τη νύχτα προτού κοιμηθείς, να τ'αγγίζεις, να τα μυρίζεσαι, να τα βλέπεις που κουνιούνται ώσπου να κλείσεις τα μάτια σου.[...]"
(Ν.Καββαδίας, "Βάρδια")


"Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό
στάλα τη στάλα συναγμένο απ' το κορμί σου
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό,
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.

Στρείδι ωκεάνιο αρραβωνίζεται το φως.
Γεύση από φλούδι του ροδιού, στυφό κυδώνι
κι ο άρρητος τόνος, πιο πικρός και πιο στυφός,
που εναποθέτανε στα βάζα οι Καρχηδόνιοι.

Πανί δερμάτινο, αλειμμένο με κερί,
οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι,
όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί
χτισμένο τότε στον Ευφράτη στη Φοινίκη.

Χόρτο ξανθό τρίποδο σκέπει μαντικό.
Κι ένα ποτάμι με ζεστή, λιωμένη πίσσα,
άγριο, ακαταμάχητο, απειλητικό,
ποτίζει τους αμαρτωλούς που σ' αγαπήσαν.

Rosso romano, πορφυρό της Δαμασκός,
δόξα του κρύσταλλου, κρασί απ' τη Σαντορίνη.
Ο ασκός να ρέει, κι ο Απόλλωνας βοσκός
να κολυμπάει τα βέλη του με διοσκουρίνη.

Σκουριά πυρόχρωμη στις μίνες του Σινά.
Οι κάβες της Γερακινής και το Στρατόνι.
Το επίχρισμα. Η άγια σκουριά που μας γερνά,
μας τρέφει, τρέφεται από μας και μας σκοτώνει.

Καντήλι, δισκοπότηρο χρυσό, αρτοφόρι.
'Αγια λαβίδα κι ιερή από λαμινάρια.
Μπροστά στη Πύλη, δυο δαιμόνοι σπαθοφόροι
και τρεις Αγγέλοι με σπασμένα τα κοντάρια.
~
Πούθ' έρχεσαι; Απ' τη Βαβυλώνα.
Πού πας; Στο μάτι του κυκλώνα.
Ποιαν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα.
Πώς τη λένε; Φάτα Μοργκάνα.
[...]"

(Ν.Καββαδίας, "Fata Morgana")

Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2008

κουβαδάκια...




Τρεις μέρες μετά από τον κατακλυσμό της Κυριακής, που αποχαιρέτησε τον Αύγουστο (βλ.:"κλειδοχρονιά" ανταριασμένη), βρέθηκα και πάλι στην αγαπημένη μου θαλασσινή γωνιά. Δεν την είχε αφήσει ανέγγιχτη η μανιασμένη καταιγίδα.. ορμητικός χείμαρρος κουβάλησε στην παραλία πέτρες, βότσαλα, χαλίκια, κλαριά, χώματα, ακόμη και κομμάτια από βράχια σπασμένα..
Και πώς να την αφήσει δηλαδή; Μήπως αφήνουνε και σε μας ανέγγιχτες τις ψυχές μας οι βροντές κι οι κεραυνοί του κόσμου τούτου;

Το καλοκαίρι πέρασε.. αδειάσανε τα μέρη μας από ανθρώπινες φιγούρες.. Μείναν μονάχα λιγοστοί.. Οι ακρογιαλιές αλαφρώσανε απ'τη στριμωξιά και το βάρος των παρατεταγμένων κορμιών, οι φωνές των γελαστών πιτσιρικάδων σβήσανε.. μοναχό το κύμα σιγομουρμουρά, φλερτάροντας τα λιοκαμένα πλατιά βότσαλα.. Τα κουβαδάκια τα μαζέψαμε ' πάει κι αυτό το όνειρο, τα αμμουδένια κάστρα σωριάστηκαν, του χρόνου θα τα ξαναφτιάξουμε πιο τρανά..




.. Κι εγώ είμαι λυπημένη, όχι τόσο που φεύγει ο Αύγουστος - κι ας είμαι τέκνο του καλοκαιριού - αλλά που φεύγουν άλλα και χάνονται, και σωριάζονται σαν τούτους τους πύργους, όσο και να προσπαθώ μέσα στις δυο παλάμες μου να τους συγκρατώ, να τους αγκαλιάζω θαρρείς.. Τί να σου κάνουν δυο παλάμες, πώς να εμποδίσουνε το χείμαρρο τον ορμητικό, τον αδίστακτο, να τους πάρει σβάρνα κατόπι του; Κι όμως επιμένω να τους κρατώ, γιατί, δεν ξέρεις ποτέ, ίσως ένας πεσμένος βράχος να του φράξει το μέτωπο, να του αλλάξει την πορεία στα πλάγια, να τον στρέψει μακριά...

Get this widget Track details eSnips Social DNA


Ίσως πάλι, γιατί τούτα της άμμου τα χρυσαφιά ψίχουλα που μένουνε ν'αστράφτουνε ανάμεσα στα δάχτυλά μου, καθώς στο πέρασμά του ο Απόλλωνας φεγγοβολά, είναι τόσο, μα τόσο, σημαντικά για μένα...

Πέμπτη 24 Ιουλίου 2008

ανάσες καλοκαιριού...

αφιερωμένο...



... Έτσι, σε μια γωνιά αραγμένη, πετούσα ψίχουλα στα καβούρια, κι από κανένα, πιο μακριά, στα ψάρια. Ένα κοριτσάκι, ίσαμε πέντε -άντε έξι το πολύ- χρονών ήρθε και κάθησε στο φυσικό βράχινο πεζούλι πάνω από τη λιμνούλα. Ροκάνιζε αργά και με ευλάβεια ένα μεγάλο μπισκότο. Κάποια στιγμή με κοίταξε. Του χαμογέλασα. Συνέχιζα να πετάω ψίχουλα στα ψαράκια. Τα κοίταζε. Το μπισκότο τελείωσε και το κοριτσάκι σηκώθηκε. Με ξανακοίταξε. Του ξαναχαμογέλασα. Μου χαμογέλασε κι εκείνο αμυδρά κι έφυγε.


Σε λίγο μετακινήθηκα εγώ στο άδειο βράχινο πεζουλάκι, με το τελευταίο κομμάτι του ψωμιού. Ξάφνου ένιωσα μια παρουσία να στέκεται ακίνητη από πίσω μου. Δε γύρισα να κοιτάξω. Απλώς μαζεύτηκα πιο δίπλα, έκανα χώρο και περίμενα. Λίγα δευτερόλεπτα μετά αποφάσισε να καθήσει, αμίλητα, σιωπηλά, όπως πριν. Τότε το κοίταξα και του χαμογέλασα και πάλι. Στα μικροσκοπικά του χεράκια κρατούσε σφικτά άλλο ένα μπισκότο κι ένα σάντουιτς. Συνέχισα να ταΐζω τα ψάρια κι αναρωτιόμουνα αν κι εκείνο θα τους πετούσε κανένα ψίχουλο. Σκεφτόμουνα πως εγώ στην ηλικία του ίσως πετούσα και το μισό μου σάντουιτς για να φάνε τα μικρά ψαράκια. Εκείνο τίποτα, καμία κίνηση προς το παρόν. Αμίλητο μασουλούσε. Μια γυναίκα προσπέρασε βιαστικά και του φώναξε «Τι κάνεις κοριτσάκι;». Το κοριτσάκι δεν απάντησε. Και τι να απαντήσει δηλαδή; Μήπως εκείνη που το ρώτησε περίμενε καμιά απάντηση; Το παιδί το ένιωσε, χωρίς να το ξέρει, και παρέμεινε σιωπηλό. Δεν το κοιτούσα ... παρατηρούσα μόνο τη σκιά του με την άκρη των ματιών μου ... και τάιζα τα ψάρια ...σιγά σιγά ...για να του δώσω χρόνο ... Μου πέρασε από το νου να του δώσω κι ένα κομμάτι από το ψωμί που κρατούσα. Ύστερα, όμως, σκέφτηκα ότι καλύτερα θά'ταν να μάθει να προσφέρει απ'το δικό του...
Ένιωσα μια κίνηση ... Ένα ψίχουλο είχε πέσει ντροπαλά προς τα κάτω ... εκεί που το νερό ίσα που έγλυφε το βράχο. Σε λίγο ένα άλλο ψιχουλάκι προσγειώθηκε λίγο πιο μακριά ... Ύστερα παύση ... Αναρωτιόμουν μήπως φοβόταν ότι δεν είχε τη δύναμη να τα πετάξει πιο μακριά, ότι τα ψάρια δε θα τα έφταναν και για τούτο ντρεπόταν και δίσταζε ... Δεν κοιτούσα ... Λίγο αργότερα ένα ακόμη προσγειώθηκε λίγο πιο βαθιά κι ένα ψαράκι τολμηρό κατάφερε να το πλησιάσει. Την κοίταξα και της χαμογέλασα ...με κοίταξε κι εκείνη και μου χαμογέλασε δειλά κι ένα ίχνος χαράς για την επιτυχία της φώτισε το συνεσταλμένο της βλέμμα ... Σε λίγο κι άλλο ψίχουλο πιο μακριά ...κι άλλα, τρία μαζί, προσγειώθηκαν στο νερό. Ήξερα ... αμέσως γύριζε το κεφαλάκι προς τα εμένα και περίμενε το σιωπηλό μου χαμόγελο ...όπως κι εγώ περίμενα το δικό της ... Κι έτσι για λίγα λεπτά ... μέχρι να τελειώσει το σάντουιτς και το μισόκιλο ψωμί, δυο ψυχές ανταμώσανε κάτω απ' τον ήλιο του καλοκαιριού, ταΐζοντας ψαράκια ...

Δευτέρα 14 Ιουλίου 2008

καβουράκια



Παραμονεύουν κάτω από τα βραχάκια, διστακτικά και φοβισμένα.. Ύστερα ξεστρατίζουνε στις πέτρες που λαμπυρίζουν ήλιο. Και μόλις αντιληφθούν τον ίσκιο σου, τσουπ, ξανατρυπώνουν να φυλαχτούν! Μια μπουκίτσα ψωμί τους δελεάζει.. Κάνεις ένα βήμα και τρέχουνε να τη γραπώσουν! Κι αμέσως μετά εξαφανίζονται στις βράχινες φωλιές τους! Κάποιοι πιο τολμηροί σε αφήνουνε να τους παρατηρείς καθώς μασουλούν, ψίχουλο-ψίχουλο που κόβουνε με τις δαγκάνες τους, μισοκρυμμένοι κάτω απ’τη σκιά.. Κάποιοι άλλοι, χάνονται μέσα στα μεγάλα βότσαλα να γευματίσουν με ασφάλεια.. Είναι κι ένας που στέκεται ακίνητος, αναποφάσιστος θαρρείς, προσμένοντας την επόμενη κίνησή σου… Κι ένας μάγκας που βιάζεται ν’αρπάξει τη μπουκιά του διπλανού του και να το σκάσει παρέα της.
Δυο πιτσιρίκια, με απόχη, καραδοκούν να τους βουτήξουν. Εκείνοι χώνονται πιο βαθιά, κάτω από τις πλάκες… Οι μικρότεροι βυθίζονται βιαστικά στα πετραδάκια τριγύρω.. Ένας περιδιαβαίνει αγέρωχος και, τελευταία στιγμή, τη γλιτώνει…



Μια μικρή κοινότητα στα λιμνάζοντα θαλασσινά νερά σε μια γωνιά της παραλίας. Πάντοτε περνώ να τους καλημερίσω με μια φέτα ψωμί κι ένα παιδιάστικο χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό μου. Το ρεύμα σέρνει την ψίχα μακριά, ξεχύνονται οι λιλιπούτειες γαριδούλες ν’αγκιστρωθούνε πάνω του τσιμπολογώντας… Πιο μακριά… Μικρά ψαράκια τώρα το περιτριγυρίζουν… Χάνεται…



Ο κάβουρας αρπάζει τον επόμενο σβώλο ψωμιού που προσγειώθηκε πλάι του από τον ουρανό, ξαναγυρίζει γρήγορα στην ορθάνοιχτη είσοδο του σπιτικού του - που αν και δεν έχει πόρτα, ούτε κλειδωνιά, δε θα μπορούσα να διαβώ ποτέ μου - με αφουγκράζεται και με κοιτάζει ερωτηματικά καθώς συνεχίζει λαίμαργα το γεύμα του…



Μια μικρή ολοζώντανη κοινότητα, εκεί δίπλα που ξεδιπλώνουμε τις πετσέτες μας κι αράζουμε τα κορμιά μας κάτω από τις ηλιαχτίδες.. Εκεί που νομίζουμε πως η ακτή έγινε σπιτικό μας κι η θάλασσα περιβόλι μας…

Κυριακή 6 Ιουλίου 2008

Δε φταίω εγώ που μεγαλώνω...

και για σένα Γιωτάκι...




Δεν είμαι'γω..



Δεν είμαι ‘γω το γαλάζιο που θωρείς στη θάλασσα
δεν είμαι ‘γω
εγώ ‘μαι ο πράσινος βυθός της
Βλέπεις τον ουρανό και σκιάζεσαι
τα σύννεφα και θαρρείς πως με γνωρίζεις
Δεν είμαι ‘γω
εγώ ‘μαι μοναχά μια βρεγμένη ηλιαχτίδα..

Παρασκευή 4 Ιουλίου 2008

μικρή Δονούσα

Ένας μικρός Παράδεισος κρυμμένος στις βαθυγάλαζες θάλασσες του Αιγαίου...



Ένα φιλόξενο λιμανάκι που συγκεντρώνει τους περισσότερους από τους λιγοστούς κατοίκους του νησιού.. Μια απίστευτη παραλία με πεντακάθαρα κρυστάλλινα νερά, εκεί δίπλα που δένει το καράβι. Κάπως έτσι, φαντάζομαι, θά'τανε τα μετέπειτα λιμάνια των νησιών μας, χρόνια πριν... Κι η αμμουδιά, κεντρικός άξονας που ενώνει τους οικισμούς του λιμανιού.. να βουλιάζεις ως τον αστράγαλο μέσα της για να φτάσεις στο αντικρινό ταβερνάκι...



Τ'άλλα τρία χωριά του νησιού, με τους, μετρημένους στα δάκτυλα, κατοίκους, φωλιασμένα σε μια φύση σχεδόν ανέγγιχτη...



Μια Ελλάδα από το παρελθόν, μια Ελλάδα πανέμορφη, ανθρώπινη, ακαταμάχητη...



Η θάλασσα διάφανη, καταγάλανη, μεθυστική...



Κι η ταμπέλα στο μαγαζάκι της Μερσίνης με τη μαγευτική θέα να μας θυμίζει τους στίχους του Βάρναλη:

"Να σ' αγναντεύω, θάλασσα,
να μη χορταίνω απ' το βουνό ψηλά
στρωτή και καταγάλανη και μέσα να πλουταίνω
απ' τα μαλάματά σου τα πολλά.

[...]

Έτσι να στέκω, θάλασσα, παντοτινέ έρωτά μου
με μάτια να σε χαίρομαι θολά
και νά 'ναι τα μελλούμενα στην άπλα σου μπροστά μου,
πίσω κι' αλάργα βάσανα πολλά.

Ως να με πάρεις κάποτε, μαργιόλα συ,
στους κόρφους σου αψηλά τους ανθισμένους
και να με πας πολύ μακριά απ' τη μαύρη τούτη Κόλαση,
μακριά πολύ κι' από τους μαύρους κολασμένους"

Κ.Βάρναλης