Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιαννιού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιαννιού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2013

Ο "Μουντζούρης" του Πηλίου..

Με αφορμή ένα μέιλ που έλαβα για να γνωστοποιήσω εδώ την κυκλοφορία του ημερολογίου του Πολιτιστικού Εξωραϊστικού Συλλόγου Αγίου Γεωργίου Νηλείας το οποίο για το 2014 είναι αφιερωμένο στο "Μουτζούρη", θεώρησα καλό να αναρτήσω μια εγγραφή που να αφορά γενικότερα το τραινάκι του Πηλίου μας, εμπλουτισμένη με λόγια και εικόνες που βαδίζουν στα χνάρια της τροχιάς του...


Καταρχάς, μια εισαγωγή για την "πορεία" του Μουντζούρη στο χρόνο, από την ιστοσελίδα http://milies.org.gr/, που αποτελεί πρωτοβουλία του Πολιτιστικού κι Εξωραϊστικού Συλλόγου Μηλεών :

"Ο ιστορικός σιδηρόδρομος Βόλου - Μηλεών, το τραινάκι του Πηλίου, όπως είναι πιο γνωστό, κατασκευάστηκε σε δύο στάδια. Η κατασκευή της γραμμής άρχισε το 1881, και το πρώτο κομμάτι - μέχρι τα Λεχώνια - παραδόθηκε το 1896. Το υπόλοιπο - μέχρι τις Μηλιές - κατασκευάστηκε στην συνέχεια, και παραδόθηκε το 1903.

Ο θρυλικός πλέον "Μουτζούρης" συνέδεσε το εμποροβιομηχανικό κέντρο του Βόλου με την εύφορη και πλούσια περιοχή του Δυτικού Πηλίου, στις πλαγιές και στους ελαιώνες του βουνού των Κενταύρων.
Μέχρι την κατάργησή του το 1971, το τραινάκι,με τις 5 βελγικές του ατμομηχανές - "Μηλέαι", "Ιάσων", "Πήλιον", "Βόλος", & "Τσαγκαράδα" τα ονόματά τους - τα ξύλινα και χωρίς ιδιαίτερες ανέσεις βαγόνια του - χειμερινά και ειδικού τύπου θερινά, για το καλοκαίρι -, υπήρξε σημείο αναφοράς για την ευρύτερη περιοχή. 


 

Η εικόνα του να ανηφορίζει τις πλαγιές του βουνού προς τις Μηλιές, διασχίζοντας πανέμορφα τοπία, σφυρίζοντας με τον χαρακτηριστικό ήχο της σφυρίχτρας του και ξεφυσώντας καπνό από το φουγάρο της μηχανής του, αποτέλεσε ιδιαίτερα χαρακτηριστική και φιλική εικόνα τόσο για τους κατοίκους της περιοχής - οι οποίοι κυριολεκτικά το λάτρεψαν - όσο και για τους επισκέπτες, για τους οποίους το ταξίδι μαζί του αποτέλεσε ευχάριστη εμπειρία. Αξίζει να σημειωθεί, ότι μέχρι την κατάργησή του, το 1971, ελάχιστες ήταν οι περιπτώσεις που το τραινάκι δεν έκανε το δρομολόγιό του προς τις Μηλιές. Ακόμα και στα δύσκολα χρόνια της κατοχής, ή ακόμα και στην πλέον δύσκολη βαρυχειμωνιά - όταν το χιόνι απέκλειε κάθε οδική πρόσβαση προς το χωριό -, το τραινάκι ήταν πάντα συνεπέστατο στις διαδρομές του. Παλαιότερα, τα δρομολόγια ήταν πυκνότερα, καθώς στην γραμμή κυκλοφορούσαν 2 τραίνα, με αντίθετη κατεύθυνση - ένα από Βόλο προς Μηλιές και ένα αντίστροφα από Μηλιές προς Βόλο - η διασταύρωση των συρμών γινόταν είτε στην Γατζέα είτε στα Λεχώνια. Χαρακτηριστική επίσης εικόνα αποτελεί η ανάμνηση του τραίνου κατάμεστου με παιδιά / μαθητές σχολείων του Βόλου, κρεμασμένων σαν σταφύλια στα θερινά - ανοιχτά, καθώς γύρω είχαν μόνο πραστατευτικά κάγκελα - βαγόνια του, να ανηφορίζει προς τις Μηλιές, την περίοδο των σχολικών εκδρομών, περνώντας μέσα από τους ολάνθιστους και κατάφυτους οπωρώνες των Λεχωνίων.


Μετά την κατάργηση του το 1971 έγιναν προσπάθειες για την επαναλειτουργία του σαν (μουσειακού) τουριστικού σιδηροδρόμου σε ένα περιβάλλον ιδιαίτερης φυσικής ομορφιάς. Μετά από σημαντικά έργα ανακατασκευής μέρους της υποδομής, μπήκε και πάλι σε λειτουργία το 1996, ενώ από το 1985 κηρύχτηκε ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο.
Η γραμμή του, έχει πλάτος 60 εκ., είναι η στενότερη σιδηροδρομική γραμμή στην Ελλάδα και μια από τις στενότερες στον κόσμο. Η διαδρομή Άνω Λεχωνίων - Μηλεών, μέσα σε καταπράσινες πλαγιές και με την πανέμορφη θέα του Παγασητικού, περνάει μέσα από γραφικές πέτρινες καμάρες πάνω από οκτώ λιθόκτιστες γέφυρες με πελεκητή μαρμαρόπετρα (δίτοξες, τρίτοξες και μια πεντάτοξη) καθώς και από μια μεταλλική γέφυρα όπου η καμπύλη γραμμή γράφεται μέσα σε ευθύγραμμο φορέα, σύμφωνα με τα σχέδια φημισμένων γεφυροποιών της εποχής. Την ευθύνη κατασκευής της γραμμής είχε ο φημισμένος Ιταλός μηχανικός Εβαρίστο ντε Κίρικο. Ήταν ο πατέρας του διάσημου υπερρεαλιστή ζωγράφου Τζιόρτζιο ντε Κίρικο, που αποτύπωσε την φιγούρα του μικρού τρένου σε μερικούς από τους διάσημους πλέον πίνακές του.


Ο Σταθμός στις Μηλιές χτίστηκε το 1902 και τα επίσημα εγκαίνια του τραίνου γιορτάστηκαν δύο χρόνια αργότερα, στο "Στάδιο" του χωριού, κάτω από τη Μηλιώτικη Σχολή, με την παρουσία όλων των κατοίκων και πολλών επισήμων, ενώ κυμάτιζαν η ελληνική και ιταλική σημαία.
Το τραινάκι που επαναδρομολογήθηκε το 1996 στη γραμμή Άνω Λεχώνια - Μηλιές, μήκους 15 χλμ., αναχωρεί στις 11.30 από το σταθμό Άνω Λεχωνίων και στις 16:30 από το σταθμό Μηλεών. Η διαδρομή διαρκεί 90 λεπτά , με 15λεπτη στάση στην Άνω Γατζέα και η μέγιστη ταχύτητά του είναι 20 χλμ. την ώρα."

[Οι φωτογραφίες από την ίδια ιστοσελίδα, 1η φωτ.: Κ.Ανδρουλιδάκη (λεύκωμα Ελληνικοί Σιδηρόδρομοι), 2η & 3η φωτ.: Θ. Γκαβαρδίνα, 4η φωτ.: Ν.Βαβανέλου]


Το τραινάκι μας δεν "ξέφυγε" ούτε από την πένα του λογοτέχνη μας Μενελάου Λουντέμη:


(από το "Βόλος, ένας αιώνας", Α' τόμος, Δημοτικό Κέντρο Ιστορίας και Τεκμηρίωσης Βόλου)

και η διαδρομή του δεν άφησε ασυγκίνητο ούτε τον έτερο συγγραφέα μας Ι.Μ.Παναγιωτόπουλο:


(από το "Βόλος, ένας αιώνας", Α' τόμος, Δημοτικό Κέντρο Ιστορίας και Τεκμηρίωσης Βόλου)

Οι αναμνήσεις της Μαρίας Γιαννιού ("Αναμνήσεις και εικόνες μιας ζωής") μας ταξιδεύουν, παρέα με το τραινάκι, με τρόπο μοναδικό σε μιαν άλλη εποχή, για αυτό και τις αναρτώ ξανά εδώ (βλ. και: Το τραινάκι του Πηλίου σ'ένα ταξίδι στο χρόνο.. ):

"Ένα γνωστό και αγαπημένο σφύριγμα ακούγεται' το τραινάκι μας, ύστερα από πολλά χρόνια, ξαναγύρισε στο χωριό μας. Πόσες αξέχαστες στιγμές, πόσες αναμνήσεις ξαναγύρισαν στο μυαλό μου. Ξαναθυμήθηκα τα παιδικά μου χρόνια, ξανάζησα τις καλές και τις κακές στιγμές που έζησα. Αυτό ήταν το μόνο μέσο συγκοινωνίας που εξυπηρετούσε όλο το Ανατολικό Πήλιο' ο μουντζούρης, ο καρβούνης, έτσι τον λέγαμε.
Με πόση χαρά περιμέναμε όλα τα παιδιά να μας πάρουν οι γονείς μας, να μας πάνε στο Βόλο. Σε όλη τη διαδρομή να είμαστε στα παράθυρα και να μη χορταίνουμε να κοιτάζουμε έξω και με κομμένη την ανάσα να περνάμε τη σιδερένια γέφυρα. Πιο πέρα προχωρώντας προς τη Γατζέα υπάρχει ένα τούνελ που περνάει μέσα το τραίνο. Περνώντας μέσα, η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει. Κρατούσα τη Μητέρα μου από το χέρι και αυτή γελούσε. "Μητέρα αργούμε;". "Μη φοβάσαι, μου έλεγε, πλησιάζουμε" και όταν έβλεπα να διαλύεται το σκοτάδι και να βγαίνουμε στο φως πηδούσα από τη χαρά μου και φώναζα. Όλα αυτά στο παιδικό μου μυαλό ήταν ωραία, ήταν φανταστικά και θα μου μείνουν αξέχαστα. Για μας τα παιδιά ήταν Ό,τι ωραιότερο περιμέναμε. Όταν θα πήγαινα στο Βόλο, όλη τη νύχτα έμενα άγρυπνη, ώσπου να φέξει για να βρεθώ στο σταθμό. Ας ξαναγύριζαν εκείνα τα χρόνια.
Με πόση χαρά χαρά περιμέναμε έναν δικό μας άνθρωπο να έρθει από το Βόλο, να μας φέρει ένα δωράκι, ένα σακουλάκι καραμέλες, που τόσο λαχταρούσαμε εκείνα τα χρόνια, που τις βλέπαμε στα μάτια μας μια φορά το χρόνο. Τρέχαμε στο Σταθμό να περιμένουμε το μουντζούρη, να μας φέρει τα δωράκια μας' με χιόνια, με βροχές δε σταματούσε ποτέ.
Όλα τα ανατολικά χωριά του Πηλίου για να πάνε στο Βόλο έπρεπε να έρθουν στις Μηλιές. Έπαιρναν τα ζώα του (άλογα, γαϊδουράκια), φόρτωναν τα δισάκια τους και έρχονταν στο σταθμό. Εκεί υπήρχε ξενοδοχείο φαγητού και ύπνου και ένας μεγάλος στάβλος το λεγόμενο χάνι. Βάζαν τα ζώα τους μέσα, παίρναν τα δισάκια τους και τραβούσαν για το Βόλο. Όταν γύριζαν, φόρτωναν τα πράγματά τους στα ζώα τους και επέστρεφαν στα χωριά τους, μέσα στο κρύο στα χιόνια. Άλλος τρόπος δεν υπήρχε να εξυπηρετηθούν.
Μα το 1932 έχασαν τη ζωή τους τρία άτομα. Ήταν Απρίλης και εβδομάδα των Βαϊων. Ο καιρός ήταν κακός. Αυτά τα άτομα δεν υπολόγισαν καλά τον καιρό, φόρτωσαν τα ζώα τους και ξεκίνησαν για τα πίσω χωριά. Είχε αρχίσει να χιονίζει. Βγαίνοντας απ'το χωριό μας τους έπιασε μια μεγάλη χιονοθύελλα. Δε μπόρεσαν να αντέξουν, τους σκέπασε το χιόνι στη θέση Κακό Ρέμα' εκεί άφησαν την τελευταία τους πνοή. Τους θάψαμε τη Μεγάλη Δευτέρα. Αυτό δεν το ξεχνώ, γιατί τότε παπάς του χωριού μας ήταν ο παππούς μου, ο παπα-Δουζένης. Ήταν γέρος και άρρωστος και δεν του επέτρεπαν να πάει στην κηδεία, μέσα στα χιόνια. Δεν άκουσε κανένα. "Εγώ, είπε, θα κάνω το χρέος μου κι ας πεθάνω". Πήγε στον τόπο που ξεψύχησαν να τους διαβάσει και τους συνόδεψε ως τον τάφο. Γυρίζοντας στο σπίτι έπεσε με υψηλό πυρετό. Σε τρεις ημέρες πέθανε' τον θάψαμε τη Μεγάλη Παρασκευή.
Ήρθε το '40, το μεγάλο ΟΧΙ. Ο πόλεμος στην Αλβανία, εκείνο δε θα το ξεχάσω. Όλη την ημέρα την περνούσαμε στο σταθμό. Το τραίνο αγκομαχώντας και σφυρίζοντας πηγαινοερχόταν μεταφέροντας τα φανταράκια μας στο μέτωπο από το Πήλιο. Ήταν στιγμές που δεν ξεχνιούνται. Φωνές, κλάματα και τραγούδια. Μανάδες να αγκαλιάζουν τα παιδιά τους και να κλαίνε. Γυναίκες κρατώντας τα μωρά στην αγκαλιά τους να αποχαιρετούν τους άντρες τους, να κουνούν τα μαντήλια και να φωνάζουν "Στο καλό και η Παναγιά μαζί σας". "Και με τη Νίκη". Οι νέοι στα παράθυρα να κουνούν τα μαντήλια τους και να τραγουδούν στις κοπέλες. "Έχετε γεια βρυσούλες κι εσείς Μηλιωτοπούλες..." και όταν ξεκινούσε το τραίνο, εκείνο το σφύριγμα σου έσφιγγε και σου πάγωνε την καρδιά. Τα κλάματα, οι φωνές και τα σφυρίγματα δεν έχουν σβήσει ακόμα από τα αυτιά μου. Στα φορτηγά βαγόνια βάζανε τα καλύτερα άλογα και τα τραβούσαν για το μέτωπο.
Τί να πρωτοθυμηθείς αγαπημένο μου τραινάκι! Τώρα έχουν άλλα μέσα να εξυπηρετηθούν, κούρσες, μεγάλα αυτοκίνητα και εσένα που τόσο μας εξυπηρέτησες σε έχουν ξεχάσει, σε έχουν παραμερίσει. Εσύ όμως σφύριζε όσο μπορείς, μη σταματάς, για μας τους γέρους που ζήσαμε μαζί και δε σε ξεχνάμε να σφυρίζεις μουντζούρη, να ξυπνάν μέσα μας όλες οι καλές και οι κακές στιγμές που ζήσαμε μαζί, καρβούνη μας.
Λένε οι παππούδες, όταν πρωτοήρθε το τραίνο στο χωριό, είχαν μαζευτεί όλοι και το περιμένανε να το δουν. Όταν το αντίκρισαν, όλοι κάναν το σταυρό τους "Δεν είναι καλό, Θεού έργο" λέγανε "είναι δαιμονικό" είχαν σαστίσει να βλέπουν να περπατάει στο δρόμο και να σφυρίζει, να φυσάει σαν δράκος "Θα μας χάσει ο Θεός" λέγανε."



Τέλος, παραθέτω το ενημερωτικό κείμενο από τον Πολιτιστικό και Εξωραϊστικό Σύλλογο Αγίου Γεωργίου Νηλείας για την έκδοση του ημερολογίου:

Το Ημερολόγιο του Μουντζούρη για το 2014:

Το πετυχημένο συναπάντημα του Μουντζούρη με τις εκδηλώσεις του 3ου Φεστιβάλ Αφήγησης «Παραμύθια και Μύθοι στου Κένταυρου τη ράχη» στον Άγιο Γεώργιο της Νηλείας και την ευρύτερη περιοχή του τον περασμένο Αύγουστο, ανέδειξε τη διαχρονική σημαντικότητα του τραίνου για το Πήλιο ως ξεχωριστής και αναγνωρίσιμης πολιτιστικής φιγούρας. Η συμμετοχή του ως τιμώμενο «πρόσωπο» για τα 110 χρόνια παρουσίας του στο βουνό των Κενταύρων, με τις αφηγήσεις στους σιδηροδρομικούς σταθμούς, δεν αποτέλεσε μια ευκαιριακή ένταξη στις κυρίαρχες επετειακές λογικές. Ιδιαίτερα στις μέρες μας που η ιδιοκτησιακή του ταυτότητα απειλείται από δρομολογήσεις πώλησης και εκχώρησης στα παζάρια των αγορών, η μνήμη μπορεί και πρέπει να αποτελέσει ισχυρό και αναγκαίο ανάχωμα ιστορικό, κοινωνικό και πολιτιστικό.
Οι συρμοί του Μουντζούρη συνομίλησαν με τους καημούς και τα όνειρα των παππούδων και των πατεράδων μας και κουβάλησαν πλήθος εμπορευμάτων, ανθρώπων μα και ιστοριών που μετέφεραν με τη σειρά τους σκέψεις, προσδοκίες και βιώματα. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια κινήθηκαν και οι πρωτοβουλίες ένταξης του τραίνου στο πρόγραμμα του φεστιβάλ από τον Πολιτιστικό-Εξωραϊστικό Σύλλογο Αγίου Γεωργίου Νηλείας «Ο Κένταυρος» αλλά και η έκδοση ενός καλαίσθητου ημερολογίου με 2014 ευχές-διαδρομές στου νέου χρόνου τα αταξίδευτα μα αναγγελμένα δρομολόγια.
Οι φωτογραφίες που κοσμούν τον κάθε μήνα αποτελούν αποτύπωση της διαδρομής που έγινε το καλοκαίρι του 2013, στη μέρα που φεστιβαλικά αφιερώθηκε ειδικά στον Μουντζούρη. Παραχωρήθηκαν ευγενικά από τους Ζήση Λυχναρά, Μαρία Καραθανάση-Λυχναρά και Γιώργο Τόπακα που αποθανάτισαν με τη φωτογραφική τους ευαισθησία και τη δημιουργική τους ματιά τη διαδρομή Άνω Λεχώνια-Μηλιές. Υπάρχουν επίσης παλιές ασπρόμαυρες και επιχρωματισμένες πινελιές του παρελθόντος για να μνημονευτούν τα 110 χρόνια συνύπαρξης του τραίνου-συντοπίτη μας με το πηλιορείτικο φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον υπονοώντας την αναζήτηση της συνέχειας σε αυτή τη μακρόχρονη σχέση κοινής πορείας, συμβίωσης και αλληλεπίδρασης.
Πληροφορίες-διάθεση: Δημήτρης Ραμματάς 6973215361 και Κώστας Κανταρτζής 6972307506.

Δευτέρα 17 Ιουνίου 2013

Κούρος και κορόιδα!


[Αλλιώς σχεδίαζα να την κάνω αυτή την εγγραφή, που αφορά ένα ιδιαίτερα αγαπημένο μου θέμα, κι αλλιώς μου προέκυψε. Με άλλο φωτογραφικό υλικό και, προπαντώς, με άλλη διάθεση - η εκλειπούσα ήταν αρκετά χιουμοριστική, θα έλεγα. Αλλά υπολόγιζα, χωρίς τον ξενοδόχο! Λάθος, μέγα λάθος... Αλλά, βλέπεις, όταν γύρω σου συμβαίνουν χίλια μύρια τραγικά -πρώτον και κύριον ο τόπος σου κι ο λαός σου να βιάζεται ασύστολα- κι όταν και σε ατομικό επίπεδο έχουν πέσει φάσκελα απανωτά (κάποιος με καταριέται... τον ξέρω... -όχι, όχι δεν τού'χω κάνει κάποιο κακό... απλά προσπάθησα ματαιοπονώντας να σώσω όσα δε σώζονται, γιατί όταν κανείς δεν έχει ιερό ούτε όσιο και κυττάει μοναχά το τομάρι του καταστρέφοντας γύρω του ζωές και πας να τον σταματήσεις... όσο νά'ναι, θα βγάλει το άχτι του πάνω σου-.. αλλά δεν είμαι ποτισμένη με το ίδιο δηλητήριο για να πάρω δείγμα και να βρω το αντίδοτο)... όταν λοιπόν γύρω σου συμβαίνουν όλα τούτα και δε θες να το βάλεις κάτω και γουστάρεις να χαμογελάς κόντρα στον άνεμο, πιάνεσαι ακόμη και από δυο κορδελάκια για να τα καταφέρεις! Κι ίσως γίνεσαι κομματάκι ονειροπαρμένη... ή μάλλον καλύτερα να το πω, μικρό παιδί που θα χαρείς μ'αυτά τα απλά κορδελάκια σου! Κι έτσι ξεχνάς τον ξενοδόχο που καραδοκεί στη γωνία να στη χαλάσει! Γιατί είναι εκεί και περιμένει να μη χάσει την ευκαιρία, να σου δείξει με κάθε τρόπο πως εκείνος κρατάει τα κλειδιά στα χέρια... και πως όσο κι αν πασχίζεις να μπεις απ'το παράθυρο, εκείνος χωρίς να γίνει αντιληπτός, ύπουλα και μουλωχτά, θα δώσει μια κλωτσιά στη σκάλα να σε γκρεμίσει! Και θα σε βγάλει και τρελή αν τον ενοχοποιήσεις! Πώς συμβαίνει μόνο εσύ να τσάκωσες το χαιρέκακο βλέμμα του την ώρα που, "κατά λάθος", σκουντούφλησε κι έριξε την κλωτσιά; Για "κουρόγιδα" (βλέπε σημείωση στο τέλος) μας περνάς ξενοδόχε; Ή νομίζεις ότι θ'αποκάμουμε επειδή μας στέλνεις μονίμως "να κουρευτούμε", κατά Πανταζίδη (βλέπε πάλι σημείωση).... Η παρένθεση κλείνει, και, συγχωρέστε με, αλλά η κατάσταση είναι "πάρ' το αυγό και κούρευτο" καθώς μονίμως "πάω για μαλλί και βγαίνω κουρεμένη" κι έπρεπε κι εγώ κάπου κομματάκι να εκτονωθώ για να μην πάρω τα βουνά, που λέει ο λόγος δηλαδή... γιατί τα βουνά τα πήρα χρόνια πριν... αλλά, φαίνεται, πως όπως λέει ο σοφός λαός "η τρέλα πάει στα βουνά"... κι είναι ωραία η τρέλα η καλή, αλλά κάπου-κάπου ξεφυτρώνει και μια άλλη, φαρμακερή κι άρρωστη, που δεν παλεύεται με τίποτα!]

Επανέρχομαι στον κούρο, λοιπόν, κι επειδή, όπως έγινε, δεν έχω διάθεση να περιγράψω τη δική μου μικρή εμπειρία, θα περάσω κατευθείαν στην πένα μιας πηλιορείτισσας γιαγιάς που είχε το μεράκι στα τελευταία χρόνια της ζωής της να καταγράψει γλαφυρά κάποιες από τις αναμνήσεις της. Από τις "Αναμνήσεις και εικόνες μιας ζωής" της Μαρίας Γιαννιού, λοιπόν:

"Θα περιγράψω με λίγα λόγια πως κουρεύανε τα κοπάδια, τα παλιά χρόνια. Αυτή τη μέρα την έζησα κι εγώ και θέλω να τη διηγηθώ. Την άνοιξη, όταν ζέσταινε καλά ο καιρός, τα κοπάδια τα κουρεύανε για να μη ζεσταίνονται και για το μαλλί. Το χρησιμοποιούσαν για πολλά πράγματα: κάναν κάπες, γιατί η τρίχα είναι σκληρή και η βροχή δε στέκεται πάνω, γλιστράει και μένουν στεγνές, κάναν τρουβάδες, δισάκια, κιλίμια, κλπ.
Όταν γίνονταν κούρος, καλούσαν όποιους ήθελαν. Σε κάποιο κούρο κάλεσαν κάποιον από τη γειτονιά μας. Ήμουνα φίλη με την κόρη τους και πήραν κι εμένα. Θα πηγαίναμε πολύ ψηλά, "στου Αντωνάκη το ίσιωμα", με τα πόδια. Ξεκινήσαμε πολύ πρωί, πριν να βγει ο ήλιος, και πήραμε το δρόμο για το βουνό. Τα σπάρτα ανθισμένα, η αγράμπελη ανθισμένη, οι δρόμοι γεμάτοι αγριολούλουδα. Το πρωινό αεράκι που φυσούσε, σκόρπιζε τα αρώματα και μοσχοβολούσε όλος ο τόπος. Τα αηδονάκια κελαηδούσαν και διάφορα πουλάκια πετούσαν πάνω από τα κεφάλια μας. Πιο πέρα βλέπω μια αλεπού που έτρεχε. Όλα αυτά στο παιδικό μου μυαλό, μου φαίνονταν μαγεμένα. Στο δρόμο βρήκαμε και τους άλλους. Φορτωμένα τα ζώα με φαγητά, μπουκάλια με κρασιά και τσίπουτρα. Είχαν ένα γραμμόφωνο, γιατί τότε δεν υπήρχαν ράδια.

Κάποια στιγμή φτάσαμε. Ήταν ένα μεγάλο ίσιωμα. Σε μια άκρη ήταν τα μανδριά με τα γίδια. Γύρω-γύρω ήταν γεμάτο οξιές και μεγάλα πλατάνια. Κάτω από τα πλατάνια περνούθσε ένα πολύ μεγάλο αυλάκι με νερό ολοκάθαρο και παγωμένο, έβαζες τα χέρια και πάγωναν. Εκεί βάλαν τα κρασιά και τα τσίπουρα να κρυώσουν.
Έξω από το μανδρί ήταν οι άνδρες που κουρεύανε τα ζώα. Τα καλύτερα τραγιά τα κουρεύανε με σχέδιο, τα κάνανε διάφορες ψαλιδιές και ήταν πολύ όμορφα. Πιο πέρα άλλοι ψήναν στις σούβλες τα κατσίκια και μοσχοβολούσε το βουνό από ψητό. Πιο πέρα άλλος χτυπούσε βούτυρο' αφού αρμέξανε τα γίδια το πρωί, το γάλα το κάνανε βούτυρο. Είχαν ένα κάδο, ένα βαρελάκι ξύλινο, στενόμακρο, κάτω στενό και πάνω πιο φαρδύ. Βάζανε το γάλα, είχαν ένα κοντάρι, τον τάλαρο, έτσι το λέγανε' το κοντάρι ξύτλινο και κάτω στο κοντάρι ήταν καρφωμένος ένας στρογγυλός ξύλινος δίσκος κι αυτός είχε διάφορες τρύπες. Έπαιρναν το κοντάρι και χτυπούσαν με το δίσκο το γάλα. Αυτός ο δίσκος τα έκανε όλα. Το χτυπούσαν πολύ ώρα και μαζευόταν στην κορυφή το βούτυρο. Το ραντίζανε με κρύο νερό και το μαζεύανε, το κάνανε μπάλες και το βάζανε σε μια κατσαρόλα.
Κάτω απ'τα πλατάνια κόβανε κλωνάρια, τα στρώνανε κάτων και επάνω φτέρες και βάζανε κουβέρτες να καθίσουμε. Το γραμμόφωνο έπαιζε, άλλοι χόρευαν, άλλοι τραγουδούσαν.
Κλείνω τα μάτια και τα βλέπω όλα μπροστά μου. Βλέπω τον ευαυτό μου με ένα θαλασσί φουστανάκι, να τρέχω να μαζεύω αγριολούλουδα. Την όμορφη αυτή μέρα δε θα την ξεχάσω. Ό,τι έχω ζήσει στα παιδικά μου χρόνια δεν τα ξεχνώ.
Αφού ψηθήκανε τα κρέατα, στρώσανε τραπέζια. Όλοι ήρθαν στο κέφι από το κρασί, ύψωναν τα ποτήρια κι εύχονταν στο νοικοκύρη "να ζήσεις, να χιλιάσεις τα γίδια, πάντα άξιος" και το γλέντι συνεχιζόταν. Αντιλαλούσαν οι πλαγιές από φωνές και τραγούδια μέσα στο βουνίσιο αυτόν παράδεισο. Τέτοιο βούτυρο δεν είχα φάει και ούτε ξανάφαγα. Τέτοια γεύση και άρωμα δεν την ξαναδοκίμασα.
Αφού πέρασε η ώρα τα μαζεύτανε και αρχίσαμε να φεύγουμε. Πήραμε το δρόμο για το χωριό. Τα κουδούνια χτυπούσαν τόσο όμορφα, μια παράξενη υπαίθρια μουσική ακουγόταν. Στάθηκα και τα κοίταζα όλα γύρω, δεν χόρταινα να τα βλέπω και έλεγα "θα ξανάρθω άλλη φορά". Κι όμως δεν ξαναπήγα. Αλλά η εικόνα του έμεινε ζωντανή στο μυαλό μου.
Όλη η παρέα με τραγούδια φτάσαμε στο χωριό.
"Βουνό, δεν σε ξαναείδα
και όμως σαν ηλιαχτίδα
μες στην ψυχή μου ζεις.""



Αλλά, ας δούμε και την όμορφη περιγραφή του Βασίλη Λαμνάτου ("Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας"):
















Σημείωσις:

Εκ του αρχαιοτάτου (αρχ.ρήμα κείρω) όσο και σύγχρονου "κούρος" ή "κουρά", το κουρείο, ο κουρέας και τα συναφή, αλλά και το κορόιδο ή κουρόγιδο! Είσαι σαν κουρεμένο γίδι, ένα πράγμα!

Καταγράφει ο Πανταζίδης στο "Ομηρικό λεξικό" του στο λήμμα "κείρω": Α), 1) κείρω, αποκείρω, κουρεύω..., 2) κατατρώγω, καταβιβρώσκω, επί ζώων, 3)μεταφορικά: τρώγω, φθείρω, κατασπαταλώ... Και Β) κουρεύομαι, κόπτω την κόμην μου, ίνα προσφέρω αυτήν θύμα εις τον νεκρόν. (Εντευθεν ίσως έλαβε την αρχήν η της καθομιλουμένης κατάρα "να κουρεύεσαι! να κουρεύεται!", ισοδύναμος προς την άλλην "να χαθής, να χαθή, ή να πάη στ'ανάθεμα", όχι διότι πάσα κουρά φέρει ελάττωσιν και ζημίαν, κατά τον Κοραήν, αλλά μάλλον διότι σημαίνει: να πενθήση, να χάση τινά φίλτατον, ώστε να αναγκασθή να κόψη την κόμην του, εν γένει να δυστυχήση.)

Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2009

28η Οκτωβρίου.. απ'τις αναμνήσεις μιας ελληνικής ψυχής..

28η Οκτωβρίου...

Μέρα τιμής για εκείνους που πολέμησαν για την Ελλάδα και την Ελευθερία... 


Θα αναρτήσω και πάλι εδώ, τις αναμνήσεις μιας γιαγιάς από ένα χωριό που κατέθεσε στο χαρτί λίγα χρόνια πριν, με τα λίγα γράμματα που πρόλαβε να γράψει, αλλά με ολάκερη την ψυχή της. Όπως τα έζησε, όπως τα ένιωσε και με τη συγκίνηση που διαπότιζαν την καρδιά της τόσα χρόνια μετά οι ίδιες τις οι αναμνήσεις, η αγάπη της κι η περηφάνια της για τον τόπο τούτο που τη γέννησε...

"Είμαι 80 χρόνων. Η μέρα που ξημέρωσε είναι η 28η Οκτωβρίου. Οι καμπάνες που χτύπησαν με γύρισαν πίσω πριν 65 χρόνια, τότε που ήμουνα 15 χρονών.

Ήτανε ημέρα Δευτέρα, πρωί, όλοι είχαν ξεκινήσει για δουλειές. Ήταν εποχή που μαζεύαμε τα μήλα. Η μητέρα κι ο πατέρας ετοιμάζονταν για μήλα. Ξαφνικά άρχισαν να χτυπούν οι καμπάνες κάπως παράξενα. Όλοι τρέχανε στους δρόμους και ρωτούσαν τι έγινε. Τηλέφωνα δεν είχαμε, ράδια, τηλεόραση ' τρέχανε στην πλατεία. Η είδηση ήρθε στην αστυνομία. Σε λίγο φώναζαν όλοι "πόλεμος! πόλεμος!". Η Ιταλία είχε μπει μέσα στην Πίνδο. Ο Μεταξάς είπε ένα μεγάλο ΟΧΙ και έγινε επιστράτευση. Όλοι οι άνδρες γύρισαν στα σπίτια τους. Ετοιμάζονταν και τραβούσαν στο σταθμό, για το τραίνο. Άλλο μέσο δεν υπήρχε να φύγουν. Τα ανατολικά χωριά έρχονταν εδώ. Άλλη συγκοινωνία δεν είχε. Μανάδες με τα παιδιά τους, γυναίκες με τους άντρες τους, έρχονταν να τους ξεπροβοδίσουν, να τους αγκαλιάσουν, να τους ευχηθούν να γυρίσουν με το καλό και νικητές. Το τι γινόταν στο σταθμό δεν περιγράφεται. Μανάδες να κρατούν τα παιδιά τους αγκαλιά, να κλαίνε. Μια γυναίκα κρατούσε ένα μικρό από το χέρι και ήταν έτοιμη να γεννήσει το δεύτερο ' να έχει τον άντρα της αγκαλιά και να κλαίει. Οι άντρες στα παράθυρα του τραίνου να κουνούν τα μαντήλια και να τραγουδούν.[...] Κλάματα, φωνές τραγούδια, σου τρυπούσαν το μυαλό. Στα φορτηγά βαγόνια βάζαν τα καλύτερα άλογα και τραβούσαν για το μέτωπο χωρίς να ξέρουν κι αυτά τι τα περίμενε. Και όταν ξεκηνούσε το τραίνο αγκομαχώντας και σφυρίζοντας σου πάγωνε την ψυχή. Εγώ με την αδελφή μου, πιασμένες από το χέρι, κοιτάζαμε όλα αυτά παγωμένες, γιατί δεν ξέραμε τι θα πει πόλεμος. Τότε που είδαν τα μάτια μου την καταστροφή, το θάνατο, τη φρίκη, τον πόνο, το κλάμα, τότε ένιωσα μέσα μου τι θα πει πόλεμος.

Οι Ιταλοί είχαν μπει μέσα στο ελληνικό έδαφος. Έρχονταν με σκοπό ότι θα τους δεχτούμε, θα τους αφήναμε να περάσουν ' έτσι τους είχαν πει. Αλλά εδώ τα βρήκαν μαύρα. Οι φαντάροι, οι τσολιάδες, η αθάνατη ελληνική ψυχή, τους έμασε το κυνηγητό. Αυτοί δεν αντιστάθηκαν, φεύγανε όσο μπορούσαν, φωνάζοντας οι τσολιάδες "Αέρα". Οι γυναίκες βγήκαν στα βουνά και κουβαλούσαν τροφή και πολεμοφόδια, "οι Σουλιώτισσες" ξαναγεννήθηκαν στα βουνά της Πίνδου. Όταν τους βγάλανε από το ελληνικό έδαφος, τότε άρχισαν να αντιστέκονται, αλλά όχι και πολύ. Και κάθε μέρα χτυπούσαν οι καμπάνες, παίρναμε ένα χωριό ένα ύψωμα. Οι καμπάνες δε σταματούσαν να χτυπούν. Τρέχαμε στους δρόμους, φωνάζαμε, τραγουδούσαμε.

Μια μέρα στη γειτονιά ένας γέρος έκλαιγε, είχε παιδί στο μέτωπο. Του λέγω "Γιατί μπάρμπα-Γιωργάκη κλαις; Πήραμε την Κλεισούρα.", "Αχ! Μαριώ μου", λεει, "για να χτυπούν οι καμπάνες δεν ξέρεις πόσα παιδάκια πέσανε."

Κάθε ημέρα προχωρούσαμε. Όλος ο κόσμος μιλούσε για την Ελλάδα, θρίαμβος! Ένας Άγγλος, ο Ουϊνστον Τσώρτσιλ, είπε "οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες".

[...]

Κι αφού φτάσαμε στα Τίρανα και φωνάζαμε θα τους πετάξουμε στη θάλασσα, έγινε κάτι που ο κόσμος γύρισε πάνω κάτω. Μεγάλη καταστροφή, ξαναχτυπούσαν οι καμπάνες, οι Γερμανοί μπαίνανε στην Ελλάδα και μας χτυπούσαν πισώπλατα. Εμείς, μια χούφτα άνθρωποι, τί να κάνουμε; Τα εκατομμύρια των Ιταλών να πολεμούμε μπροστά ή τα διπλά των Γερμανών που χτυπούσαν πίσω μας; Ούτε στρατό είχαμεε, ούτε τα καταραμένα όπλα τους. Αναγκάστηκε ο στρατός να οπισθοχωρήσει, πληγωμένος, αλλά με το κεφάλι ψηλά, νικητές, όχι νικημένοι.

[...]

Οι φάλαγγες κατέβηκαν στην Αθήνα, μπήκαν μέσα, ανέβηκαν στην Ακρόπολη, κατέβασαν τη Σημαία μας, ύψωσαν τη δική τους. Ο κόσμος πάγωσε. Και άρχισε η καταστροφή. Πήραν στα χέρια τους τα πάντα και κυβερνούσε ο αγκυλωτός σταυρός.

[...]

Η πείνα θέριζε τους πάντες. Εδώ στα χωριά είχαμε λάδι, μαζεύαμε χόρτα και τρώγαμε. Ψωμί δεν είχαμε. Με ελιές και χόρτα περνούσαμε. Στον κάμπο είχανε ψωμί, δεν είχανε λάδι. Στις πόλεις δεν είχαν τίποτα. Στα πεζοδρόμια και στις πόρτες των σπιτιών έβλεπες σκελετωμένα κορμιά, Μετά άρχισε η μαύρη αγορά, είδος με είδος: μια οκά λάδι - μια οκά αλεύρι, μια οκά λάδι - μια οκά πατάτες, δράμα η κατάσταση. Στις πόλεις δίνανε κουστούμια, χρυσαφικά, για λίγο αλεύρι, λίγο καλαμπόκι. Από αρρώστιες είχε γεμίσει ο κόσμος, φάρμακα πουθενά, πεθαίνανε αβοήθητοι, όπως τα σκυλιά στους δρόμους.

Τότε άρχισε η Αντίσταση. Οι άνδρες που πολέμησαν και οπισθοχώρησαν δεν το άντεξαν αυτό, πήραν τα όπλα και βγήκαν στα βουνά. Όπου περνούσαν Γερμανοί βγαίναν και χτυπούσαν και αν σκότωναν Γερμανό, αυτοί μπαίνανε μέσα στο χωριό, μαζεύαν τους άνδρες, τους εκτελούσαν και το καίγανε. Παντού φωτιά, παντού αίμα. Ήρθαν και στο χωριό μας, βγήκαν έξω από το χωριό και τους χτύπησαν και σκότωσαν ένα αξιωματικό. Αυτοί μπήκαν, μάζεψαν όσους άντρες βρήκαν και τους εκτέλεσαν στο σιδηροδρομικό σταθμό. Εκεί τους θάψανε και κάνανε το μνημείο τους. Κάψανε και το χωριό μας. Μέσα στα σπίτια κάψανε τρία άτομα: μια γριούλα στη γειτονιά μας και μια μάνα με το γιο της. Το παιδί ήταν παράλυτο, η μάνα προσπαθούσε να το βγάλει, δε μπορούσε. Αγκάλιασε το παιδί της και κάηκαν μαζί. Τους βρήκαν καμένους αγκαλιασμένους. Τέτοιοι κακούργοι, αιμοβόροι, στην ψυχή τους δεν υπήρχε ίχνος ανθρωπιάς, βάρβαρος λαός.

[...]

Ώσπου έφτασε η ευλογημένη ώρα που οι Γερμανοί θα φεύγαν από τη χώρα μας. Άρχισαν σιγά σιγά να ξεπαστρεύουν τον τόπο μας από τα καταραμένα όπλα τους και να φεύγουν. Φεύγοντας κάναν όσες ζημιές μπορούσαν. Αφού ξεκρέμασαν τη σημαία τους από την Ακρόπολη, υψώσαμε τη δική μας. Τότε, αυτό που έγινε δε μπορεί να το διηγηθεί κανένας. Όλοι με τις Σημαίες στα χέρια τρέχανε στους δρόμους φωνάζοντας, τραγουδώντας. Όλοι βγάλαμε τις Σημαίεες στα παράθυρα. Τρέχω κι εγώ, βγάζω τη Σημαία από το μπαούλο, την παίρνω και τρέχω στο παράθυρο. Το ανοίγω, ο αέρας που φυσούσε μοσχοβολούσε Λευτεριά.Την ύψωσα όσο πιο ψηλά μπορούσα και τραγουδούσα κλαίγοντας: "Σε γνωρίζω από την κόψη...". Η γερμανική μπότα έπαψε να πατά τα άγια χώματά μας, η γη μας ανάσανε και άρχισε να φυτρώνει το καταπράσινο χορταράκι, αγνό και μοσχοβολούσε. Τα πάντα χαμογελούσαν, όλος ο κόσμος μοσχοβολούσε Λευτεριά. Οι αδικοχαμένες αθάνατες ψυχούλες που πέσανε στα δύσκολα αυτά χρόνια πλανιόνταν αθόρυβα ανάμεσά μας και γιόρταζαν και αυτές μαζί μας. Στιγμές αξέχαστες ' ελευθεροι, αγκαλιασμένοι, τρέχαμε στους δρόμους τραγουδώντας. Περασμένα που δεν ξεχνιούνται ποτέ, στιγμές φρίκης, στιγμές χαράς."

(Μαρία Γιαννιού, "Αναμνήσεις και εικόνες μιας ζωής")


Δευτέρα 27 Απριλίου 2009

Το τραινάκι του Πηλίου σ'ένα ταξίδι στο χρόνο..



Το τραινάκι του Πηλίου, ο παλιός Μουντζούρης, που σήμερα, καθώς έχει επαναλειτουργήσει τα τελευταία χρόνια, τα Σαββατοκύριακα των καλοκαιρινών μηνών (συνήθως τα δρομολόγια ξεκινούν μετά το Πάσχα) προσφέρει στους επισκέπτες του βουνού των Κενταύρων την πανέμορφη εμπειρία της διαδρομής Λεχωνίων-Μηλεών, κάποτε, στις αρχές του περασμένου αιώνα, αποτελούσε το μοναδικό μεταφορικό μέσο που ένωνε τα χωριά του ανατολικού Πηλίου με την πρωτεύουσα του νομού. Κι αν αφεθούμε στις αναμνήσεις της γιαγιάς-Μαρίας, που ευτυχώς φρόντισε να μας τις αφήσει καταγεγραμμένες σαν πολύτιμο, παλιό φυλαχτό, νομίζω πως τούτο το τραινάκι μπορεί να μας χαρίσει ένα μοναδικό ταξίδι σε μιαν άλλη εποχή...:


"Ένα γνωστό και αγαπημένο σφύριγμα ακούγεται' το τραινάκι μας, ύστερα από πολλά χρόνια, ξαναγύρισε στο χωριό μας. Πόσες αξέχαστες στιγμές, πόσες αναμνήσεις ξαναγύρισαν στο μυαλό μου. Ξαναθυμήθηκα τα παιδικά μου χρόνια, ξανάζησα τις καλές και τις κακές στιγμές που έζησα. Αυτό ήταν το μόνο μέσο συγκοινωνίας που εξυπηρετούσε όλο το Ανατολικό Πήλιο' ο μουντζούρης, ο καρβούνης, έτσι τον λέγαμε.


Με πόση χαρά περιμέναμε όλα τα παιδιά να μας πάρουν οι γονείς μας, να μας πάνε στο Βόλο. Σε όλη τη διαδρομή να είμαστε στα παράθυρα και να μη χορταίνουμε να κοιτάζουμε έξω και με κομμένη την ανάσα να περνάμε τη σιδερένια γέφυρα. Πιο πέρα προχωρώντας προς τη Γατζέα υπάρχει ένα τούνελ που περνάει μέσα το τραίνο. Περνώντας μέσα, η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει. Κρατούσα τη Μητέρα μου από το χέρι και αυτή γελούσε. "Μητέρα αργούμε;". "Μη φοβάσαι, μου έλεγε, πλησιάζουμε" και όταν έβλεπα να διαλύεται το σκοτάδι και να βγαίνουμε στο φως πηδούσα από τη χαρά μου και φώναζα. Όλα αυτά στο παιδικό μου μυαλό ήταν ωραία, ήταν φανταστικά και θα μου μείνουν αξέχαστα. Για μας τα παιδιά ήταν Ό,τι ωραιότερο περιμέναμε. Όταν θα πήγαινα στο Βόλο, όλη τη νύχτα έμενα άγρυπνη, ώσπου να φέξει για να βρεθώ στο σταθμό. Ας ξαναγύριζαν εκείνα τα χρόνια.

Με πόση χαρά χαρά περιμέναμε έναν δικό μας άνθρωπο να έρθει από το Βόλο, να μας φέρει ένα δωράκι, ένα σακουλάκι καραμέλες, που τόσο λαχταρούσαμε εκείνα τα χρόνια, που τις βλέπαμε στα μάτια μας μια φορά το χρόνο. Τρέχαμε στο Σταθμό να περιμένουμε το μουντζούρη, να μας φέρει τα δωράκια μας' με χιόνια, με βροχές δε σταματούσε ποτέ.


Όλα τα ανατολικά χωριά του Πηλίου για να πάνε στο Βόλο έπρεπε να έρθουν στις Μηλιές. Έπαιρναν τα ζώα του (άλογα, γαϊδουράκια), φόρτωναν τα δισάκια τους και έρχονταν στο σταθμό. Εκεί υπήρχε ξενοδοχείο φαγητού και ύπνου και ένας μεγάλος στάβλος το λεγόμενο χάνι. Βάζαν τα ζώα τους μέσα, παίρναν τα δισάκια τους και τραβούσαν για το Βόλο. Όταν γύριζαν, φόρτωναν τα πράγματά τους στα ζώα τους και επέστρεφαν στα χωριά τους, μέσα στο κρύο στα χιόνια. Άλλος τρόπος δεν υπήρχε να εξυπηρετηθούν.

Μα το 1932 έχασαν τη ζωή τους τρία άτομα. Ήταν Απρίλης και εβδομάδα των Βαϊων. Ο καιρός ήταν κακός. Αυτά τα άτομα δεν υπολόγισαν καλά τον καιρό, φόρτωσαν τα ζώα τους και ξεκίνησαν για τα πίσω χωριά. Είχε αρχίσει να χιονίζει. Βγαίνοντας απ'το χωριό μας τους έπιασε μια μεγάλη χιονοθύελλα. Δε μπόρεσαν να αντέξουν, τους σκέπασε το χιόνι στη θέση Κακό Ρέμα' εκεί άφησαν την τελευταία τους πνοή. Τους θάψαμε τη Μεγάλη Δευτέρα. Αυτό δεν το ξεχνώ, γιατί τότε παπάς του χωριού μας ήταν ο παππούς μου, ο παπα-Δουζένης. Ήταν γέρος και άρρωστος και δεν του επέτρεπαν να πάει στην κηδεία, μέσα στα χιόνια. Δεν άκουσε κανένα. "Εγώ, είπε, θα κάνω το χρέος μου κι ας πεθάνω". Πήγε στον τόπο που ξεψύχησαν να τους διαβάσει και τους συνόδεψε ως τον τάφο. Γυρίζοντας στο σπίτι έπεσε με υψηλό πυρετό. Σε τρεις ημέρες πέθανε' τον θάψαμε τη Μεγάλη Παρασκευή.

Ήρθε το '40, το μεγάλο ΟΧΙ. Ο πόλεμος στην Αλβανία, εκείνο δε θα το ξεχάσω. Όλη την ημέρα την περνούσαμε στο σταθμό. Το τραίνο αγκομαχώντας και σφυρίζοντας πηγαινοερχόταν μεταφέροντας τα φανταράκια μας στο μέτωπο από το Πήλιο. Ήταν στιγμές που δεν ξεχνιούνται. Φωνές, κλάματα και τραγούδια. Μανάδες να αγκαλιάζουν τα παιδιά τους και να κλαίνε. Γυναίκες κρατώντας τα μωρά στην αγκαλιά τους να αποχαιρετούν τους άντρες τους, να κουνούν τα μαντήλια και να φωνάζουν "Στο καλό και η Παναγιά μαζί σας". "Και με τη Νίκη". Οι νέοι στα παράθυρα να κουνούν τα μαντήλια τους και να τραγουδούν στις κοπέλες. "Έχετε γεια βρυσούλες κι εσείς Μηλιωτοπούλες..." και όταν ξεκινούσε το τραίνο, εκείνο το σφύριγμα σου έσφιγγε και σου πάγωνε την καρδιά. Τα κλάματα, οι φωνές και τα σφυρίγματα δεν έχουν σβήσει ακόμα από τα αυτιά μου. Στα φορτηγά βαγόνια βάζανε τα καλύτερα άλογα και τα τραβούσαν για το μέτωπο.


Τί να πρωτοθυμηθείς αγαπημένο μου τραινάκι! Τώρα έχουν άλλα μέσα να εξυπηρετηθούν, κούρσες, μεγάλα αυτοκίνητα και εσένα που τόσο μας εξυπηρέτησες σε έχουν ξεχάσει, σε έχουν παραμερίσει. Εσύ όμως σφύριζε όσο μπορείς, μη σταματάς, για μας τους γέρους που ζήσαμε μαζί και δε σε ξεχνάμε να σφυρίζεις μουντζούρη, να ξυπνάν μέσα μας όλες οι καλές και οι κακές στιγμές που ζήσαμε μαζί, καρβούνη μας.

Λένε οι παππούδες, όταν πρωτοήρθε το τραίνο στο χωριό, είχαν μαζευτεί όλοι και το περιμένανε να το δουν. Όταν το αντίκρισαν, όλοι κάναν το σταυρό τους "Δεν είναι καλό, Θεού έργο" λέγανε "είναι δαιμονικό" είχαν σαστίσει να βλέπουν να περπατάει στο δρόμο και να σφυρίζει, να φυσάει σαν δράκος "Θα μας χάσει ο Θεός" λέγανε."

(Μαρία Γιαννιού, "Αναμνήσεις και εικόνες μιας ζωής")

(*** Οι τρεις παλιές φωτογραφίες είναι από το βιβλίο της Ελένης-Φαίης Σταμάτη, "Μηλιές, κώμη του Πηλίου όρους")

Τρίτη 28 Οκτωβρίου 2008

28η Οκτωβρίου: μέσα απ'τα μάτια μιας γιαγιάς..



"Είμαι 80 χρόνων. Η μέρα που ξημέρωσε είναι η 28η Οκτωβρίου. Οι καμπάνες που χτύπησαν με γύρισαν πίσω πριν 65 χρόνια, τότε που ήμουνα 15 χρονών.
Ήτανε ημέρα Δευτέρα, πρωί, όλοι είχαν ξεκινήσει για δουλειές. Ήταν εποχή που μαζεύαμε τα μήλα. Η μητέρα κι ο πατέρας ετοιμάζονταν για μήλα. Ξαφνικά άρχισαν να χτυπούν οι καμπάνες κάπως παράξενα. Όλοι τρέχανε στους δρόμους και ρωτούσαν τι έγινε. Τηλέφωνα δεν είχαμε, ράδια, τηλεόραση ' τρέχανε στην πλατεία. Η είδηση ήρθε στην αστυνομία. Σε λίγο φώναζαν όλοι "πόλεμος! πόλεμος!". Η Ιταλία είχε μπει μέσα στην Πίνδο. Ο Μεταξάς είπε ένα μεγάλο ΟΧΙ και έγινε επιστράτευση. Όλοι οι άνδρες γύρισαν στα σπίτια τους. Ετοιμάζονταν και τραβούσαν στο σταθμό, για το τραίνο. Άλλο μέσο δεν υπήρχε να φύγουν. Τα ανατολικά χωριά έρχονταν εδώ. Άλλη συγκοινωνία δεν είχε. Μανάδες με τα παιδιά τους, γυναίκες με τους άντρες τους, έρχονταν να τους ξεπροβοδίσουν, να τους αγκαλιάσουν, να τους ευχηθούν να γυρίσουν με το καλό και νικητές. Το τι γινόταν στο σταθμό δεν περιγράφεται. Μανάδες να κρατούν τα παιδιά τους αγκαλιά, να κλαίνε. Μι αγυναίκα κρατούσε ένα μικρό από το χέρι και ήταν έτοιμη να γεννήσει το δεύτερο ' να έχει τον άντρα της αγκαλιά και να κλαίει. Οι άντρες στα παράθυρα του τραίνου να κουνούν τα μαντήλια και να τραγουδούν.[...] Κλάματα, φωνές τραγούδια, σου τρυπούσαν το μυαλό. Στα φορτηγά βαγόνια βάζαν τα καλύτερα άλογα και τραβούσαν για το μέτωπο χωρίς να ξέρουν κι αυτά τι τα περίμενε. Και όταν ξεκηνούσε το τραίνο αγκομαχώντας και σφυρίζοντας σου πάγωνε την ψυχή. Εγώ με την αδελφή μου, πιασμένες από το χέρι, κοιτάζαμε όλα αυτά παγωμένες, γιατί δεν ξέραμε τι θα πει πόλεμος. Τότε που είδαν τα μάτια μου την καταστροφή, το θάνατο, τη φρίκη, τον πόνο, το κλάμα, τότε ένιωσα μέσα μου τι θα πει πόλεμος.



Οι Ιταλοί είχαν μπει μέσα στο ελληνικό έδαφος. Έρχονταν με σκοπό ότι θα τους δεχτούμε, θα τους αφήναμε να περάσουν ' έτσι τους είχαν πει. Αλλά εδώ τα βρήκαν μαύρα. Οι φαντάροι, οι τσολιάδες, η αθάνατη ελληνική ψυχή, τους έμασε το κυνηγητό. Αυτοί δεν αντιστάθηκαν, φεύγανε όσο μπορούσαν, φωνάζοντας οι τσολιάδες "Αέρα". Οι γυναίκες βγήκαν στα βουνά και κουβαλούσαν τροφή και πολεμοφόδια, "οι Σουλιώτισσες" ξαναγεννήθηκαν στα βουνά της Πίνδου. Όταν τους βγάλανε από το ελληνικό έδαφος, τότε άρχισαν να αντιστέκονται, αλλά όχι και πολύ. Και κάθε μέρα χτυπούσαν οι καμπάνες, παίρναμε ένα χωριό ένα ύψωμα. Οι καμπάνες δε σταματούσαν να χτυπούν. Τρέχαμε στους δρόμους, φωνάζαμε, τραγουδούσαμε.

Μια μέρα στη γειτονιά ένας γέρος έκλαιγε, είχε παιδί στο μέτωπο. Του λέγω "Γιατί μπάρμπα-Γιωργάκη κλαις; Πήραμε την Κλεισούρα.", "Αχ! Μαριώ μου", λεει, "για να χτυπούν οι καμπάνες δεν ξέρεις πόσα παιδάκια πέσανε."



Κάθε ημέρα προχωρούσαμε. Όλος ο κόσμος μιλούσε για την Ελλάδα, θρίαμβος! Ένας Άγγλος, ο Ουϊνστον Τσώρτσιλ, είπε "οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες".
[...]


Κι αφού φτάσαμε στα Τίρανα και φωνάζαμε θα τους πετάξουμε στη θάλασσα, έγινε κάτι που ο κόσμος γύρισε πάνω κάτω. Μεγάλη καταστροφή, ξαναχτυπούσαν οι καμπάνες, οι Γερμανοί μπαίνανε στην Ελλάδα και μας χτυπούσαν πισώπλατα. Εμείς, μια χούφτα άνθρωποι, τί να κάνουμε; Τα εκατομμύρια των Ιταλών να πολεμούμε μπροστά ή τα διπλά των Γερμανών που χτυπούσαν πίσω μας; Ούτε στρατό είχαμεε, ούτε τα καταραμένα όπλα τους. Αναγκάστηκε ο στρατός να οπισθοχωρήσει, πληγωμένος, αλλά με το κεφάλι ψηλά, νικητές, όχι νικημένοι.
[...]


Οι φάλαγγες κατέβηκαν στην Αθήνα, μπήκαν μέσα, ανέβηκαν στην Ακρόπολη, κατέβασαν τη Σημαία μας, ύψωσαν τη δική τους. Ο κόσμος πάγωσε. Και άρχισε η καταστροφή. Πήραν στα χέρια τους τα πάντα και κυβερνούσε ο αγκυλωτός σταυρός.
[...]


Η πείνα θέριζε τους πάντες. Εδώ στα χωριά είχαμε λάδι, μαζεύαμε χόρτα και τρώγαμε. Ψωμί δεν είχαμε. Με ελιές και χόρτα περνούσαμε. Στον κάμπο είχανε ψωμί, δεν είχανε λάδι. Στις πόλεις δεν είχαν τίποτα. Στα πεζοδρόμια και στις πόρτες των σπιτιών έβλεπες σκελετωμένα κορμιά, Μετά άρχισε η μαύρη αγορά, είδος με είδος: μια οκά λάδι - μια οκά αλεύρι, μια οκά λάδι - μια οκά πατάτες, δράμα η κατάσταση. Στις πόλεις δίνανε κουστούμια, χρυσαφικά, για λίγο αλεύρι, λίγο καλαμπόκι. Από αρρώστιες είχε γεμίσει ο κόσμος, φάρμακα πουθενά, πεθαίνανε αβοήθητοι, όπως τα σκυλιά στους δρόμους.

Τότε άρχισε η Αντίσταση. Οι άνδρες που πολέμησαν και οπισθοχώρησαν δεν το άντεξαν αυτό, πήραν τα όπλα και βγήκαν στα βουνά. Όπου περνούσαν Γερμανοί βγαίναν και χτυπούσαν και αν σκότωναν Γερμανό, αυτοί μπαίνανε μέσα στο χωριό, μαζεύαν τους άνδρες, τους εκτελούσαν και το καίγανε. Παντού φωτιά, παντού αίμα. Ήρθαν και στο χωριό μας, βγήκαν έξω από το χωριό και τους χτύπησαν και σκότωσαν ένα αξιωματικό. Αυτοί μπήκαν, μάζεψαν όσους άντρες βρήκαν και τους εκτέλεσαν στο σιδηροδρομικό σταθμό. Εκεί τους θάψανε και κάνανε το μνημείο τους. Κάψανε και το χωριό μας. Μέσα στα σπίτια κάψανε τρία άτομα: μια γριούλα στη γειτονιά μας και μια μάνα με το γιο της. Το παιδί ήταν παράλυτο, η μάνα προσπαθούσε να το βγάλει, δε μπορούσε. Αγκάλιασε το παιδί της και κάηκαν μαζί. Τους βρήκαν καμένους αγκαλιασμένους. Τέτοιοι κακούργοι, αιμοβόροι, στην ψυχή τους δεν υπήρχε ίχνος ανθρωπιάς, βάρβαρος λαός.
[...]


Ώσπου έφτασε η ευλογημένη ώρα που οι Γερμανοί θα φεύγαν από τη χώρα μας. Άρχισαν σιγά σιγά να ξεπαστρεύουν τον τόπο μας από τα καταραμένα όπλα τους και να φεύγουν. Φεύγοντας κάναν όσες ζημιές μπορούσαν. Αφού ξεκρέμασαν τη σημαία τους από την Ακρόπολη, υψώσαμε τη δική μας. Τότε, αυτό που έγινε δε μπορεί να το διηγηθεί κανένας. Όλοι με τις Σημαίες στα χέρια τρέχανε στους δρόμους φωνάζοντας, τραγουδώντας. Όλοι βγάλαμε τις Σημαίεες στα παράθυρα. Τρέχω κι εγώ, βγάζω τη Σημαία από το μπαούλο, την παίρνω και τρέχω στο παράθυρο. Το ανοίγω, ο αέρας που φυσούσε μοσχοβολούσε Λευτεριά.Την ύψωσα όσο πιο ψηλά μπορούσα και τραγουδούσα κλαίγοντας: "Σε γνωρίζω από την κόψη...". Η γερμανική μπότα έπαψε να πατά τα άγια χώματά μας, η γη μας ανάσανε και άρχισε να φυτρώνει το καταπράσινο χορταράκι, αγνό και μοσχοβολούσε. Τα πάντα χαμογελούσαν, όλος ο κόσμος μοσχοβολούσε Λευτεριά. Οι αδικοχαμένες αθάνατες ψυχούλες που πέσανε στα δύσκολα αυτά χρόνια πλανιόνταν αθόρυβα ανάμεσά μας και γιόρταζαν και αυτές μαζί μας. Στιγμές αξέχαστες ' ελευθεροι, αγκαλιασμένοι, τρέχαμε στους δρόμους τραγουδώντας. Περασμένα που δεν ξεχνιούνται ποτέ, στιγμές φρίκης, στιγμές χαράς."

Μαρία Γιαννιού, "Αναμνήσεις και εικόνες μιας ζωής"

(*οι πίνακες του Αλέξανδρου Αλεξανδράκη)

Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2007

Τα νυχτέρια...


γραμμένο από το χέρι της πηλιορείτισσας Μαρίας Α. Γιαννιού ("Αναμνήσεις και εικόνες μιας ζωής") πριν κάποια χρόνια...

"Όταν βράδιαζε και η νύχτα άπλωνε σιγά-σιγά το σκοτάδι, όλες οι κοπέλες της γειτονιάς, μαζεύονταν σε κάποιο σπίτι για το νυχτέρι να φτιάσουν τα προικιά τους -πότε στο ένα σπίτι, πότε στο άλλο. Την ημέρα δούλευαν στα χωράφια, στα αμπέλια. Τα προικιά τα κάναν τη νύχτα... με γέλια, με τραγούδια, με πειράγματα περνούσαν την ώρα τους. Η μια κεντούσε, η άλλη έπλεκε, γνέθαν να υφάνουν σεντόνια, άλλη ύφανε τις καρπέτες, τα κιλίμια. `Επλεκαν δαντέλες για σεντόνια, για μαξιλάρια και λέγανε «ποιος θα είναι αυτός ο τυχερός που θα κοιμηθεί πάνω στο μαξιλάρι;».
Περίμεναν να έρθει η γιορτή των Αγίων Θεοδώρων (βλ. Ο `Aγιος Θόδωρος και το φανέρωμα του γαμπρού), να βάλουν σιτάρι κάτω από το μαξιλάρι τους να ιδούν το γαμπρό. Να γίνει γάμος, να πάρουν κουφέτο από την τσέπη του γαμπρού, να το βάλουν κάτω από το μαξιλάρι τους, να ιδούν στον ύπνο τους το γαμπρό και τα βράδια στο νυχτέρι να τα λένε, να γελούν...
Στη γιορτή των Αγίων Σαράντα (βλ. Οι Σαράντα, ο γαμπρός, το γεφύρι και η αρμυρόκ'λουρα!)γύριζαν γύρω από το σπίτι, μάζευαν ξυλαράκια, πήγαιναν σε ένα αυλάκι και κανένα γεφυράκι, βάζανε μετάνοιες και παρακαλούσαν τους Αγίους να περάσει ο γαμπρός πάνω από το γεφύρι, να τον ιδούν στον ύπνο τους. Και λέγοντας όλα αυτά και τραγουδώντας, το αδράχτι στριφογύριζε και οι βελόνες και ο κορσές πάλευαν στα δάχτυλα των κοριτσιών και το χτένι στον αργαλειό χτυπούσε σα να συνόδευε το τραγούδι τους. Και άρχιζαν τα κουτσομπολιά: «Τα μάθατε; Ο Γιάννης αγαπάει τη Λενιώ. Αν δεν του τη δώσουνε, θα την κλέψει." Και μια νύχτα έγινε απαγωγή. Τους κυνηγούσαν να τους πιάσουν. Ο Γιάννης έτρεχε μπροστά και η Λενιώ από πίσω και φώναζε «Γιάννη μ' , Γιάννη μ' , εσύ δρομάς κι εγώ δε βλέπω. Παντρειά ήταν αυτή απόψε;». Και λέγοντας και τραγουδώντας, η ώρα περνούσε και γύριζαν στα σπίτια τους με την ευχή να ανταμώσουν το άλλο βράδυ, να συνεχίσουν το νυχτέρι τους, να γελάσουν, να τραγουδήσουν...
Πλέκοντας και κεντώντας τα προικιά τους, έπλεκαν και κεντούσαν τα όνειρά τους, τα όνειρα που κάνει κάθε κοπέλα για τη ζωή της."