Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οδυσσεύς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οδυσσεύς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2021

εκ των ένδον...

"Μπορούσαν κάποτε να μιλάνε τόσο ελεύθερα δημόσια εε;...." 

Πραγματικά με σόκαρε η απάντηση της μικρής (πρωτοετούς φοιτήτριας) φιλενάδας μου, όταν της έστειλα ένα δίλεπτο της Μαλβίνας που μιλούσε τότε για "εθνική απονεύρωση" (για να πονέσουμε λιγότερο όταν χάσουμε το δοντάκι μας...): "Και πώς θα γίνει αυτή η απονεύρωση; Από ποιούς θα γίνει; Ε, από ανθρώπους που νομίζουν ότι η χώρα μας είναι μια ευρωπαϊκή εταιρεία, αγνοώντας την αιματηρή ιστορία της.... Από πληρωμένους κονδυλοφόρους...."

Θα μου πεις, τουλάχιστον αν είσαι έστω και λίγο σκεπτόμενος: "Πού το περίεργο της απάντησης; Γιατί σε σόκαρε; Εσύ η ίδια δεν το νιώθεις καλά ότι ελευθερία λόγου δεν υπάρχει πλέον; Ακόμη και στο διαδίκτυο οι όποιες αναρτήσεις "αντιφρονούντων" διαγράφονται, αποκλείονται, λοιδορούνται, εξαφανίζονται...". Ναι, αλλά ίσως είναι διαφορετικό το να συνειδητοποιείς με ποιό τρόπο έχει αποτυπωθεί όλο τούτο σ'ένα νέο παιδί. Ουσιαστικά με σόκαρε που, κατα βάθος, σοκαρίστηκε που μπορούσαν να είναι τα πράγματα αλλιώς! Όπως με σοκάρουν πράγματα που τους διδάσκουν στο Πανεπιστήμιο, όπως επίσης και πράγματα που δεν τους διδάσκουν, πράγματα ουσιώδη που εντελώς αγνοούν και τους αφήνουν να αγνοούν, εκείνους που προετοιμάζονται για να διδάξουν τις επόμενες γενιές μας... Όπως με σοκάρουν κι όσα γίνονται γύρω μου και επικρατεί άκρα του τάφου σιγή...

Κι ύστερα σκέφτηκα το "πως γράφω" τα τελευταία χρόνια εγώ, και το "πως έγραφα" δεκατέσσερα χρόνια πριν που πρωτοξεκίνησα. Πόσο πιο "σιωπηρά" και "κεκαλυμμένα" τώρα... Τόσο κεκαλυμμένα που όταν αποτυπώνω την κραυγή μου στις λέξεις, λαμβάνω σχόλια για την "ομορφιά των τοπίων" που περιγράφω... Κι αναρωτιέμαι ύστερα: κανείς δεν κατάλαβε ή κανείς δε θέλει ή δεν αντέχει να καταλάβει; Τό'χα κρύψει εγώ τόσο καλά, ή είδαν εκείνοι μονάχα αυτό που θέλησαν να δουν;

Όταν ήμουν λίγο μεγαλύτερη από κείνη, οι ΗΠΑ βομβάρδιζαν το Αφγανιστάν. Με είχε πιάσει φρίκη και τότε ήμουν πολύ πιο εκρηκτική... Σε μια κουβέντα με έναν, αρκετά μεγαλύτερό μου φίλο, που εκτιμούσα, κοντέψαμε να τσακωθούμε. "Μα για το καλό τους το κάνουν. Να τους γλυτώσουν από τους Ταλιμπάν." έλεγε πραγματικά ικανοποιημένος. "Για το καλό τους; Νοιάζονται τόσο για το καλό τους; Σοβαρολογείς;" μου είχε ανέβει το αίμα στο κεφάλι, ακριβώς επειδή τον εκτιμούσα και, μάλιστα, για την ευαισθησία του. Τον ζόρισα τόσο με τον οργισμένο μου αντίλογο που στο τέλος μου ομολόγησε "Τί θες τώρα; Εγώ δεν αντέχω να το δω όπως το βλέπεις εσύ! Αν το συλλάβω έτσι στο μυαλό μου, απλά δε μπορώ να το αντέξω! Οπότε θέλω να σκέφτομαι πως το κάνουν όντως για το καλό τους."

Σαφώς δε μεταφέρω ακριβώς τα λόγια, μετά από τόσα χρόνια, αλλά το νόημά τους. Κι αυτό το νόημα μού'μεινε. Και πάντα αναρωτιέμαι για τους άλλους -αλλά σε μερικές περιπτώσεις ακόμη και για τον ίδιο μου τον εαυτό- αν πράγματα ολοφάνερα, δεν τα αναγνωρίζουν, ακριβώς επειδή δεν αντέχουν να μπουν σε αυτή τη διαδικασία κι έτσι αποδέχονται όποια εναλλακτική ερμηνεία τους προτείνεται (και, μάλιστα, από το όποιο "Σύστημα" την προωθεί) αρκεί να είναι πιο διαχειρίσιμη μέσα τους, πιο "εύπεπτη", πιο ανώδυνη και πιο "βολική" στην τελική. Και τούτο, πλέον, παρατηρώ πως γίνεται κατά κόρον. Εξάλλου ο σύγχρονος άνθρωπος είναι τόσο τσιτωμένος, τόσο βομβαρδισμένος με μαυρίλα και φρίκη, τόσο πνιγμένος από φόβο, ανασφάλεια, θλίψη κι οργή ["Ὑπὲρ τοῦ ῥυσθῆναι ἡμᾶς ἀπὸ πάσης θλίψεως, ὀργῆς, κινδύνου καὶ ἀνάγκης, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν"...] που δεν αντέχει άλλες επιβαρυντικές, για την ψυχική του υγεία, σκέψεις που, ίσως, οδηγούν σ'επικίνδυνα μονοπάτια γι'αυτήν. Κι έτσι μπαίνουμε σ'ένα φαύλο κύκλο... Κι η γάγγραινα προχωρεί...

"Ἄνδρα μοι ἔννεπε, Μοῦσα, πολύτροπον, ὃς μάλα πολλὰ
πλάγχθη, ἐπεὶ Τροίης ἱερὸν πτολίεθρον ἔπερσεν·
πολλῶν δ᾿ ἀνθρώπων ἴδεν ἄστεα καὶ νόον ἔγνω,
πολλὰ δ᾿ ὅ γ᾿ ἐν πόντῳ πάθεν ἄλγεα ὃν κατὰ θυμόν,
ἀρνύμενος ἥν τε ψυχὴν καὶ νόστον ἑταίρων.
ἀλλ᾿ οὐδ᾿ ὣς ἑτάρους ἐρρύσατο, ἱέμενός περ·
αὐτῶν γὰρ σφετέρῃσιν ἀτασθαλίῃσιν ὄλοντο,
νήπιοι, οἳ κατὰ βοῦς Ὑπερίονος Ἠελίοιο
ἤσθιον· αὐτὰρ ὁ τοῖσιν ἀφείλετο νόστιμον ἦμαρ.
τῶν ἁμόθεν γε, θεά, θύγατερ Διός, εἰπὲ καὶ ἡμῖν."

(Ομήρου Οδύσσεια α1-10)

Ιστόρησέ μου Μούσα τον άνδρα τον πολύτροπο που τόσο πολύ περι-πλανήθηκε, αφού της Τροίας την ιερή πόλη πόρθησε' πολλών ανθρώπων τον νου και τις πόλεις γνώρισε, πολλά άλγη έπαθε στον πόντο κατά θυμόν, αγωνιζόμενος να διασώσει την ψυχή του και την επάνοδο των εταίρων του. Αλλά όσο και να το επιθυμούσε δεν έσωσε τους εταίρους του' διότι εκείνοι από δικές τους ατασθαλίες εξολοθρεύτηκαν- οι νήπιοι, που καταβρόχθισαν τα θηλυκά βόδια του Υπερίονος Ηλίου και τότε εκείνος τους αφαίρεσε τη μέρα της επιστροφής... Κάποια από τούτα, θεά, θυγάτέρα τους Διός, πες και σ'εμάς....

 



Αγωνιζόμενος να σώσει την ψυχή του...

Ιστόρησέ μου, Μούσα, λοιπόν, για τούτον τον άνδρα που παράδερνε στη θάλασσα, αφ'ότου κατέστρεψε την ιερή πόλη της Τροίας, τούτον τον άνδρα που περιπλανιότανε χρόνια παλεύοντας να σώσει την ψυχή του και τους συντρόφους του και μετά από τόσες δοκιμασίες κατόρθωσε μονάχος να επιστρέψει στην πατρική γη που τόσο ποθούσε. Κι όσοι σύντροφοι τού'χαν απομείνει μετά από τις πρώτες δοκιμασίες, χαθήκαν κι εκείνοι από δικά τους σφάλματα, όσο κι αν τούτος πάλευε να τους προστατεύσει, όσο κι αν τους συμβούλευε σοφά να μην αγγίξουν τα όσια κι ιερά του Ηλίου για να κατευνάσουν την ακόρεστη, ζωώδη πείνα τους....


Μέρες καλοκαιρινές στο βουνό των μέθυσων Κενταύρων αλλά και του σοφού Κενταύρου Χείρωνα. Θαρρείς κι ο καιρός παραλογίστηκε για να ταιριάξει με τους παράλογους ανθρώπους. Άραγε ο Ήλιος βάλθηκε να μας ξεγελάσει για τις ατασθαλίες μας, απατηλά να χορτάσει την ακόρεστη ανάγκη μας για φως μέσα στα σκοτάδια που οι ίδιοι πλάσαμε για να ζούμε;

"Μπορούσαν κάποτε να μιλάνε τόσο ελεύθερα δημόσια εε;...." 

Με βρίσκω πλέον να σιωπώ κι αναρωτιέμαι... Φταίει το μήνυμα που διοχετεύεται μεθοδευμένα και παντί τρόπω κι έχει στοιχειώσει τη συνείδησή μας πως έτσι κι αλλιώς "είμαστε με δεμένα τα χέρια" και "δε μπορούμε να κάνουμε τίποτα πια", παρά μονάχα να παρακολουθούμε τη ροή των γεγονότων...; Ή μήπως τόσο κουράστηκα από τους ανθρώπους που δεν αντέχω να ριψοκινδυνέψω ν'ακούσω έστω κάτι ακόμα, κάτι το ελάχιστο σα σχόλιο που να επιβεβαιώνει το θέατρο του παραλόγου που με περιστοιχίζει; Γιατί έχει κι η ψυχή μου τα όριά της. Κι οι συνεχόμενες υπερβάσεις έχουν καταντήσει άκρως εξουθενωτικές. 

Μ'ανησυχεί λιγουλάκι, βεβαίως, που χθες το βράδυ μια φράση του Δαμασκηνού (κι ας τη βιώνω ως μια καθοριστικά θλιβερή διαπίστωση) μου χάρισε και μια περίεργη ανακούφιση, καθώς επιτέλους αποτυπώθηκε με λέξεις μια κάποια απάντηση σε μια διαχρονική απορία μου. 

"Επειδή λοιπόν ο Θεός μας δημιούργησε για την αφθαρσία, όταν αθετήσαμε τη σωτήρια εντολή του μας καταδίκασε στη φθορά του θανάτου, για να μην είναι το κακό αθάνατο." (Ιωάννου Δαμασκηνού, "Έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου πίστεως- Δ")

[υποσημείωση Ν.Ματσούκα:"Βασική και χαρακτηριστική άποψη της πατερικής θεολογίας' ο θάνατος δεν είναι τιμωρία με την καθαρή νομική έννοια, αλλά μια έσχατη παραχώρηση της θείας φιλανθρωπίας ώστε το κακό να μη γίνει αθάνατο."]

Κι όταν θέλησα να φανταστώ τούτη την ανθρωπότητα (πόσο μάλλον εκείνους που μας κυβερνούν κι αποφασίζουν για μένα, χωρίς εμένα) με το "δώρο" της αθανασίας στα χέρια της και το συναίσθημα ήταν τόσο τρομακτικό που δε μπόρεσα καν να το κάνω εικόνα. 

"Μπορούσαν κάποτε να μιλάνε τόσο ελεύθερα δημόσια εε;...." 

Τώρα σαν τί να πείς;

Πώς το εμβόλιο μπορεί και νά'χει μακροχρόνιες παρενέργειες, οι οποίες δεν έχουν καν μελετηθεί; Αμέσως θα σε κατατάξουν στους "αρνητές" κι άρα στους "ψεκασμένους"...

Τώρα σαν τί να πεις;

Πως σύσσωμοι οι κυβερνώντες ξεπούλησαν τη Μακεδονία κι ετοιμάζονται να ξεπουλήσουν και τη μισή Ελλάδα; Αμέσως θα σε κατατάξουν στους "ακροδεξιούς φασίστες" και στους "Χρυσαυγίτες".

Να πείς τί;

Πως δεν είναι όλοι τούτοι που εισβάλουν στη χώρα μας ταλαιπωρημένοι πρόσφυγες, αλλά οι περισσότεροι είναι αδίστακτοι εγκληματίες; Εκεί τελείωσες! Έχεις θεωρηθεί, τουλάχιστον, απάνθρωπο τέρας κι έχεις άμεσα καταταχτεί στους ρατσιστές-φασίστες (των οποίων μάλιστα "η ζωή δεν έχει ουδεμία αξία" όπως έχει αποφανθεί ο "φιλάνθρωπος όχλος των ανθρωπιστών"), οπότε και να θελήσεις να εξηγήσεις τί θες να πεις, ουδείς ενδιαφέρεται να ακούσει, αλλά σε "στολίζουν" με τα χυδαιότερα επίθετα όλοι τούτοι που θεωρούν εαυτούς τάχα "δημοκρατικούς" και "αυτοκλητους" υποστηρικτές του ανθρώπινου δικαίου και της ελευθερίας"! Πού να τολμήσεις να μιλήσεις! Π.χ., το πολύ απλό: ότι δυστυχώς περιμαζεύουμε μαζί με τους αληθινούς πρόσφυγες τους ίδιους τους σφαγείς τους, τους ίδιους τους υπαίτιους δηλαδή που κάποιοι άνθρωποι ξερριζώθηκαν από τον τόπο τους, καταστράφηκαν, βιάστηκαν, μαρτυρήσανε, σκοτώθηκαν, εξαθλιώθηκαν.... τους οποίους και βαφτίζουμε επίσης "ταλαιπωρημένους πρόσφυγες"... όχι, είναι αδύνατον να το κάνουν εικόνα οι περισσότεροι! Θα πέσουν να σε φάνε! Θα σε ταυτίσουν με κάτι ελάχιστους (θέλω να πιστεύω) διαταραγμένους υπανθρώπους που, για ακατανόητο λόγο, μισούν κάθε τί ξένο προς αυτούς. Ναι ρε φίλε, αλλά αν ένας τσοπάνης περιμαζέψει στη στάνη του τα πρόβατα της γειτονικής στάνης που δέχτηκαν επίθεση από λύκους και κατακρεουργήθηκαν, δε θα περιμαζέψει και τους λύκους μαζί, μην τυχόν κι ο βασιλιάς των ζώων τον πει ρατσιστή! Τόσο απλό είναι.... Ούτε θα διοχετεύσει σε όλες τις στάνες του χωριού μαζί με τα κατατρεγμένα πρόβατα τους λύκους που τα κυνηγούν! Κι ας είναι ο μεγαλύτερος φιλόζωος! Θα περιμαζέψει μοναχά τα κυνηγημένα πρόβατα, δε θ'αφήσει τις θύρες ανοιχτές κι όποιον πάρει ο Χάρος! Πόσο πια απλά να το πω;

Και πάει λέγοντας... Οπότε, γιατί να μιλήσεις; 

Η κοινή λογική έμαθε να σιωπά γιατί βρίσκεται αντιμέτωπη με τους χιλιάδες αυλικούς του βασιλιά (βλ."Τα καινούρια ρούχα του αυτοκράτορα", Χανς Κρίστιαν Άντερσεν) που ήταν γυμνός, μα κανείς δεν τολμούσε να του το πει καθώς σύμφωνα με τον περίφημο ράφτη του "τούτα τα ρούχα ήτανε αόρατα και μπορούσαν μονάχα να τα δουν όσοι ήταν έξυπνοι"... Κι αν κάποιοι αφελείς κι ανασφαλείς δεν τολμούσαν αναλογιζόμενοι ότι θα φανεί λειψή η νοημοσύνη τους, κάποιοι άλλοι δεν τολμούσαν από φόβο μην τον θυμώσουν και τους τιμωρήσει, ενώ άλλοι εδράττοντο, πανευτυχείς, της ευκαιρίας να παραδεχτούν πως τάχα τα βλέπουν μοναχά για να τον κολακεύσουν και να επωφεληθούν... Κι αν ανάμεσα σε όλους αυτούς βρεθεί κι από κανένα μικρό παιδί ν'αναφωνήσει "Κοιτάξτε! Ο βασιλιάς είναι γυμνός! Θα κρυώσει!", θα πέσουν αυτοστιγμεί χιλιάδες "αυλικοί" και "ειδικοί" να το φιμώσουνε....

"Έπειτα, ο βασιλιάς διέταξε να βγουν όλοι στους δρόμους για να θαυμάσουν τα καινούρια του ρούχα. Καθώς περνούσε ανάμεσα στους υπηκόους του, που είχαν μείνει άφωνοι, φώναζε καμαρώνοντας:
– Μόνο όσοι είναι έξυπνοι μπορούν να δουν τα ρούχα μου!
Και οι καημένοι οι άνθρωποι χειροκροτούσαν και φώναζαν ενθουσιασμένοι ότι τα καινούρια ρούχα του βασιλιά ήταν καταπληκτικά!"

 

Και να πω τί; 

 Ότι κουράστηκα να ζω στο θέατρο του παραλόγου;

Να μιλήσω για αυτά που με απασχολούν; Πώς; Να πω τί;

Ότι ανησυχώ για την πατρίδα μου, παραθέτοντας αναγκαστικά πρώτα έναν απολογητικό πρόλογο όπου θα οφείλω να διευκρυνίσω πρώτα το αυτονόητο για να μην παρεξηγηθώ, δηλαδή πως δεν είμαι φασίστρια, ρατσίστρια, ακροδεξιά, ξενοφοβική κι οτιδήποτε άλλο από όλες αυτές τις μυριάδες ταμπέλες που σου τοποθετεί το "σύστημα" μεμιάς μόλις αναφέρεις τη λέξη "πατρίδα", αφού πρώτα, μεταξύ άλλων, άφησε ανενόχλητη μια εγκληματική οργάνωση να την καπηλευτεί για να μπορέσει, εκ των υστέρων, να την ταυτίσει μαζί της; 

Λυπάμαι παίδες αλλά βαριέμαι να εξηγώ διαρκώς τα αυτονόητα και σιχαίνομαι να μπαίνω στη διαδικασία να απολογούμαι επειδή η κοινωνία μας (οι άνθρωποί της) αποδέχτηκαν την απόλυτη σύγχυση και διαστρέβλωση των εννοιών... Σιχαίνομαι, μάλιστα, ακόμη περισσότερο με τη σκέψη πως θα προσπαθούσα να πείσω πως δεν είμαι φασίστρια όλους εκείνους τους "μη φασίστες" που έσπευσαν να ευχηθούν με τόσο μένος και  ακραία ηδυπάθεια αλλά και ανεξάντλητη χυδαία δημιουργικότητα (βλ.σκίτσα, κολάζ, ανεκδοτάκια, κλπ), "καλό βιασμό" από τους συγκρατούμενούς τους στα μέλη της γνωστής εγκληματικής οργάνωσης που, εννοείται δικαίως (ναι!ναι! πάλι επιβάλλεται, για να μην παρεξηγηθώ, να το διευκρινίσω ότι θεωρώ πως δικαίως δικάστηκαν και δεν επιβραβεύω κανέναν με φονικά και σαδιστικά ένστικτα!) δικάστηκαν. Κυριολεκτικά φρίκαρα κι έμεινα ν'αναρωτιέμαι ποιοί είναι τελικά οι περισσότερο φασίστες... Γιατί, προσωπικά, δε θα διανοούμουν ποτέ ότι θα αισθανθώ ηδονή με το βιασμό οποιουδήποτε πλάσματος, ακόμη κι αν αυτό το πλάσμα μου ήταν απεχθέστατο! Ίσως επειδή εγώ είμαι η φασίστρια!....

"Στο στρατόπεδο των Αιγινητών, στις Πλαταιές, βρισκόταν ο Λάμπων του Πυθέου [...] Αυτός έχοντας μια ανοσιώτατη πρόταση πήγε στον Παυσανία και... του είπε: "Υιέ του Κλεομβρότου, έχεις κατορθώσει ένα έργο πολύ μεγάλο... κι ο θεός σου έδωσε το προνόμιο να σώσεις την Ελλάδα [...] Όταν ο Λεωνίδας σκοτώθηκε στις Θερμοπύλες, ο Μαρδόνιος και ο Ξέρξης του έκοψαν το κεφάλι και το έμπηξαν σε έναν πάσσαλο. Εάν λοιπόν ανταποδώσεις με τον ίδιο τρόπο, θα επαινεθείς [...] εάν ανασκολοπίσεις το Μαρδόνιο, θα έχεις πάρει εκδίκηση για το θείο σου [...]" ... Εκείνος όμως του αποκρίθηκε..."Ξένε Αιγινήτη [...] αφού σήκωσες ψηλά εμένα, την πατρίδα μου και το έργο μου, έπειτα με έριξες κάτω στο τίποτε, συμβουλεύοντάς με να κακοποιήσω έναν νεκρό και λέγοντάς μου ότι, αν το κάνω, θα αυξηθεί η φήμη μου. Αυτά αρμόζουν περισσότερο στους βαρβάρους κι όχι στους Έλληνες' κι όταν τα κάμνουν οι βάρβαροι τους κακοχαρακτηρίζουμε. Με τέτοια κακοποίηση νεκρού ούτε στους Αιγινήτες εύχομαι να αρέσω ούτε σε όσους αυτά είναι αρεστά [...] με παρόμοια πρόταση μην ξαναπαρουσιαστείς μπροστά μου.... και να είσαι ευχαριστημένος που φεύγεις χωρίς να πάθεις τίποτε." (Ηροδότου, "Ιστοριών Θ'-78", απόδοση: Α.Τζαφερόπουλου)

"Μπορούσαν κάποτε να μιλάνε τόσο ελεύθερα δημόσια εε;...." 

Ναι, μπορούσαν!

Όταν οι λέξεις κι οι έννοιες δεν είχαν χάσει εντελώς το νοημά τους! Όταν δεν αλωνίζαν χιλιάδες ρουφιάνοι -με συρφετό πορωμένων κι αδαών κανίβαλων να τους ακολουθούν- να παραποιούν και να λογοκρίνουν κάθε λέξη σου και το νόημά της, όταν δεν είχαμε καταντήσει (ο καθένας για διαφορετικούς λόγους) σαν τους αυλικούς και το λαό εκείνου του γυμνού βασιλιά του παραμυθιού- που, σαν όλα τα παραμύθια κρύβει μοναχά αλήθειες!

Για κάθε λέξη που ενοχλεί θα πέσουν οι κανίβαλοι κάθε είδους να σε φάνε.... Όλοι τούτοι που τάχα μάχονται για τον άνθρωπο και τις ελευθερίες του, για το δικαίωμά του στη ζωή, στη διαφορετικότητα, στα μπρόκολα με τις κόκκινες βούλες! Όλοι τούτοι που δε μπορούν ν'ανεχτούν ούτε για ένα λεπτό τη όποια δική σου διαφωνία, το δικό σου δικαίωμα στην ελευθερία της σκέψης σου!  Όλοι αυτοί, λοιπόν, είναι έτοιμοι -μεταφορικά, αλλά και κυριολεκτικά αν είχαν τη δυνατότητα- να σε κατασπαράξουν αν πεις έστω και μια κουβέντα που αντιβαίνει στην προσωπική τους αντίληψη περί "σωστού" και "πολιτικής ορθότητας"! Όλοι εκείνοι που τάχα έχουν συστρατευτεί για να υποστηρίζουν το δικαίωμα στη "διαφορετική άποψη"...

Δεν έχω καμιά όρεξη να μιλάω πλέον, λοιπόν, και τό'χω κόψει το άθλημα. Ούτε δημόσια, ούτε καν ιδιωτικά. Πλην ελαχίστων εξαιρέσεων. Πάνε χρόνια που προτιμώ τα σιγοψιθυρίσματα με το κύμα της θάλασσας, τις αχτίδες του ήλιου, τ'άνθη της λεμονιάς, το γουργούρισμα της γάτας μου και, ενίοτε, δυο κουβέντες με τη μικρή φιλενάδα μου που δεν έχει προλάβει ακόμη να της κάψει τα εγκεφαλικά κύτταρα η συστηματική "πλύση εγκεφάλου και συνειδήσεως" της εποχής μας... Απλά, κάποια στιγμή κανείς φορτώνει... και παραφορτώνει θά'λεγα... και μπορεί να βγάλει μια κραυγή... έτσι, για να εκτονωθούν οι λέξεις χορεύοντας με τον ήχο, για να ακουστεί η φωνή και να σιγουρέψει πως ακόμη οι χορδές του πάλλονται και δε φιμώθηκε ολότελα, για να προσλάβουν οι σκέψεις του χρώματα, για να...  μετανιώσει τελικά που το άνοιξε το ρημάδι και να επιβεβαιωθεί η επιλογή της σιωπής του!

Σήμερα με δυο μάσκες κι αύριο με τέσσερις! Μεθαύριο ντυμένοι αστροναύτες! Και σε ειδικά ανήλιαγα λαγούμια, μη σου πω! Αρκεί να γλυτώσουμε....

"...Πρώτα, λοιπόν, έβλεπαν και του κάκου έβλεπαν,

άκουγαν και δεν άκουγαν, μα όμοιοι με μορφές ονείρων

ζούσαν σ'όλο το μάκρος της ζωής τους κι ανακάτωναν άστοχα τα πάντα,

κι ούτε πλιθόχτιστα προσήλια σπίτια ξέραν,ούτε τα ξύλα να δουλεύουν,

αλλά, σαν τ'αχαμνά μυρμήγκια κάτου από τη γης, τρυπώνανε μέσα σ'ανήλια σπήλια.

Και μήτε του χειμώνα είχαν κανένα βέβαιο σημάδι, 

μήτε της ανθομυρισμένης άνοιξης, μήτε του καρπερού καλοκαιριού,

μα δίχως κρίση εκπορευόντουσαν στην τύχη...."

(Αισχύλου, "Προμηθεύς Δεσμώτης" 447-456, απόδοση: Τάκη Μπάρλα)


Με ξεπερνά το να υπογράφω στον εαυτό μου (ή να στέλνω μήνυμα για να πάρω έγκριση από το πουθενά, ως εναλλακτική) για να πάω στο γιατρό μου ή να κάνω μια βόλτα στο βουνό! Έχει αρχίσει να με τρελαίνει αυτό, λέμε! Με τρελαίνει να είμαι υποχρεωμένη να κάνω κάτι εντελώς παράλογο! Το οποίο δε με προφυλάσσει από τίποτα απολύτως! Ίσα και μόνο για να αυτογελοιοποιούμαι! Μιας κι όποιος θέλει να βγει και να κυκλοφορήσει βγαίνει, αρκεί να στείλει ένα sms! Καθώς με την έγκριση του sms όλα είναι o.k.! Π.χ. πατάς "για αγορά αγαθών πρώτης ανάγκης" και πας στο μπάρμπα του το Σπύρο να κατεβάσεις τσίπουρα. Αν είσαι φύσει νομοταγής κλείνεσαι στους τέσσερις τοίχους, αν έχεις θράσος, κάνεις ό,τι γουστάρεις! Αν έχεις θράσος αλλά και λεφτά, εκεί δε σε σταματά κανείς! Οπότε, το θέμα είναι απλώς να σου σπάσουν τον τσαμπουκά και να σε εξευτελίσουν! Γιατί αλλιώς δεν εξηγείται. Κλείνουν, λέει, τα σύνορα των νομών. Κι εδώ στις γιορτές γεμίσαμε κόσμο! Όπως και τούτο το Σαββατοκύριακο και πόσα άλλα!  Ποιοί; Πώς; Όποιοι κι όπως θέλαν! Οι ματσωμένοι, έτσι κι αλλιώς, ούτε καν ενδιαφέρονται για το τρακοσάρι (τόσα δίναν σε κάθε έξοδό τους σε εστιατόριο όταν ήταν ανοιχτά), οι ελεύθεροι επαγγελματίες (δικηγόροι, αρχιτέκτονες, καλλιτέχνες, κλπ) έχουν το "άλλοθι" του ελεύθερου επαγγέλματος κι όπου θέλουν πάνε "για λόγους εργασίας" (μιας κι από περιέργεια ρώτησα), άλλοι τη βολεύουν με "πλαστά" χαρτιά από γιατρούς, και πάει λέγοντας...  Και δεν αναφέρομαι αυτή τη στιγμή στο αν κάναν καλά ή άσκημα, αλλά στο ότι δεν έχει κανένα νόημα όλη αυτή η ανούσια αστυνόμευση πέραν του εξευτελισμού μας! Και πως την πληρώνουν όσοι δεν έχουν θράσος ή και λεφτά. Όπως φοιτητές που κάναν μονάχοι Χριστούγεννα στην πρωτεύουσα και δεν ήρθαν στους δικούς στους στο χωριό, από φόβο μήπως τους αφήσουν να επιστρέψουν και χρεωθούν κανένα πρόστιμο. Όπως η κοπέλα που έχασε τη δουλειά της και το σπίτι της κι ήρθε για να μείνει σε συγγενικό πρόσωπο κι έφαγε πρόστιμο γιατί "δεν είχε λόγο που να εμπίπτει στις εξαιρέσεις μετακίνησης" ! Αλλά η τύπισσα που μας ήρθε από το εξωτερικό και κάνει τις διακοπούλες της (κυκλοφορώντας μάλιστα και χωρίς μάσκα) έχει λόγο που "εμπίπτει" φαίνεται, γιατί ούτε έφαγε πρόστιμο, ούτε τη σταμάτησε κανείς! Οπότε, ποιός δουλεύει ποιόν; Όποιος έχει συνείδηση, έτσι κι αλλιώς θα προσέχει, είναι αυτονόητο! Θα τηρεί τα μέτρα υγιεινής και θά'χει τον νου του! Όποιος δεν έχει συνείδηση, έτσι κι αλλιώς θα κάνει ό,τι γουστάρει! Οπότε για ποιόν η αστυνόμευση; Για τον, έτσι κι αλλιώς, νομιμόφρονα;  Ή, έτσι, για τον τσαμπουκά της εξουσίας; Για το σπάσιμο νεύρων του πολίτη; Για να συνηθίζουμε;  Όχι, δεν καταγγέλω όποιον ήρθε στο χωριό μας με "πλάγια μέσα", γιατί οι περισσότεροι ήρθαν και μένουν σπιτάκι τους και πάνε καμιά βόλτα στα μονοπάτια να μην τρελαθούν κι ίσως και καλά κάνανε. Καταγγέλω το παράλογο μιας αστυνόμευσης που είναι εντελώς ανούσια (πέραν του "ταξική"- ο έχων να πληρώσει απαλλάσσεται), κι απλά τρομοκρατεί τους μη έχοντες και τους νομοταγείς κι επιπλέον δίνει την εξουσία σε κάθε τυχόν κομπλεξικό άτομο στο χώρο της αστυνομίας (ευτυχώς που οι περισσότεροι δεν είναι τέτοιοι) να βγάλει τα απωθημένα του σε κάθε "αδύναμο" πολίτη, όπως έναν συνταξιούχο παππού που τον ψαρώσαν και τον γράψανε επειδή είχε έντυπη βεβαίωση και δεν είχε στείλει sms (ο οποίος, δυστυχώς αλλά και δικαιολογημένα, δεν είχε και τη διαύγεια, την τόλμη και τη γνώση να τους στείλει στον αγύριστο, μιας και το χαρτί που κρατούσε ήταν υπεραρκετό!), ή μια γυναίκα που ξαπόστασε στη βόλτα της σ'ένα παγκάκι! Καταγγέλω το παράλογο της αστυνόμευσης στον ιερέα που πήγε μονάχος να πετάξει το σταυρό στα νερά να τ'αγιάσει* και του την πέσανε λες κι ήταν εγκληματίας κατά της δημόσιας υγείας, όσο και στον ερασιτέχνη ψαρά που τον εμποδίζουν να πάει στο γυαλό παρέα με το καλάμι του! (* Το πιο τραγικό: Από κάτω από μια τέτοια δημοσίευση μιλιούνια οι αγριεμένοι κανίβαλοι να ωρύονται με μένος για την εκκλησία ως μέγιστη εστία μετάδοσης! Ενώ παντού γίνεται ο κακός χαμός! Για κανένα τζαμί, πουθενά δεν είδα να γίνεται καμία νύξη... Είναι θέμα "πολιτικής ορθότητας", βλέπεις... εκεί, θά'μαστε "ρατσιστές" αν μιλούσαμε...) Έχουμε εντελώς τρελαθεί;

Κατευθυνόμενες φανατισμένες αγέλες καραδοκούν να κατασπαράξουν όποιον έχει αντίθετη άποψη! Έχει καταντήσει ανατριχιαστικό πια! Αν αρνηθείς να κάνεις το εμβόλιο, θεωρείσαι έξαφνα εχθρός του λαού και της δημόσιας υγείας! Και δε θα μπει στον κόπο να σε ρωτήσει κανείς αν λόγοι υγείας το επιβάλλουν να μην εμβολιαστείς ή αν, τέλος πάντων, έχεις κάποια σοβαρά επιχειρήματα. (Λες και δεν είναι από μόνο του αρκετά σοβαρό, ότι η pfizer αποποιείται κάθε ευθύνη για όποια μελλοντική παρενέργεια παρουσιαστεί... και, αναμενόμενο, εφόσον είναι ακόμη σε πειραματικό στάδιο. Hallo, δεν είναι φιλανθρωπικές εταιρείες οι φαρμακοβιομηχανίες!) Είδα ανάρτηση σοβαρότατου, κατά τα άλλα, ατόμου, να ωρύεται εναντίον όσων υγειονομικών δε δέχονται να εμβολιαστούν και να προσθέτει ειρωνικότατα ότι εάν τους λέγαν πως έπρεπε να εμβολιαστούν για να μη χάσουν το Καρναβάλι της Πάτρας, εκεί δε θα φέρναν αντίρρηση! Ποιά είσαι εσύ κυρά μου που ισοπεδώνεις έτσι τον άλλον; Γνωρίζεις τί προβληματισμούς έχει; Ποιές γνώσεις και σκέψεις που εσύ αγνοείς τον οδηγούν στο να είναι επιφυλακτικός; Και γίνατε όλοι παπαγαλάκια των " Μ.Μ.Ε. ειδικών"; Το γιατρό ειδικά, αλλά και κάθε άνθρωπο. Αλλά πόσο μάλλον τον γιατρό που φέρει τόση ευθύνη... κι αν δεν είναι ασυνείδητος, οφείλει να είναι τουλάχιστον επιφυλακτικός! [Δόξα τω Θεώ, οι γιατροί που, μετά μεγίστης προσοχής, επέλεξα να εμπιστευτώ, δεν ανήκουν στη φάρα των ασυνείδητων "παπαγάλων". Άλλος επέλεξε το ρίσκο του εμβολιασμού ως προτιμότερο, άλλος του μη εμβολιασμού. Αλλά όλοι μου μίλησαν προβληματισμένοι για τις όποιες επιφυλάξεις τους. Από κανέναν δεν άκουσα, αυτό ανεύθυνο κι εξωφρενικό που ακούω από άλλους: "Εννοείται θα εμβολιαστείς, δεν υπάρχει περίπτωση να πάθεις τίποτα. Μην ακούω αηδίες!", όταν η ίδια η φαρμακευτική δε γνωρίζει και νίπτει τας χείρας της!] Αλλά το θέμα μου δεν είναι αυτό, το θέμα μου είναι αυτή η "υποχρεωτικότητα" που προωθείται "για το καλό μας" κι η διαρκής επιβολή νέων περιοριστικών μέτρων αλλά και αντισυνταγματικών νόμων "για το καλό μας" που, μάλιστα,  γίνεται "μετά κλάδων και βαϊων" αποδεκτή από το "πόπολο"

Κάθε μέρα μπροστά μου και καινούριες περιπτώσεις: 5000ευρω στον πρόεδρο του συλλόγου πεζοπόρων γιατί πήγαν στα βουνά να περπατήσουν (σκορπισμένοι, όχι ολοι μαζί) και 300 σε καθε πεζοπόρο που πετύχανε, μετά απο καταγγελία! Κι ο πρωθυπουργός παρεάκι είχε πάρει τα βουνά και πόζαρε! 300 ευρώ στη γιαγιάκα που περπατούσε χωρίς χαρτί για να μην τρελαθεί μόνη της στο σπίτι παρέα με τα φαντάσματα των αδικοχαμένων παιδιών της και τον Ευαγγελάτο! Κι οι έχοντες εδώ να βολταρουν Αθήνα- Πήλιο στο χαλαρό χωρίς να 'χουν δώσει ποτέ τσακιστή δεκάρα! Όπως, καλή ώρα, τα τραπεζώματα με τον πρωθυπουργό! Κι εγώ να αγχώνομαι σα μαλακας όταν κατεβαίνω Βόλο μην πέσω σε κανέναν βλαμμένο και το πληρώσω χρυσό που πρέπει να συνδυάσω γιατρούς και τράπεζες και ψώνια κι άλλες χίλιες δυο και θέλω και δυο ώρες πήγαινε-έλα από το χωριό! Ή πρέπει, για να αισθάνομαι ακόμα πιο μαλακας, σε κάθε βήμα μου να στέλνω μήνυμα διαφορετικό; Και να περπατώ μονάχη στα έρημα καλντερίμια με τη μάσκα να κρέμεται και να μου τραβάει τ'αυτιά, μη και σπάσει ο διάολος το ποδάρι και την πάθω σαν τον άλλον που του την είχαν στήσει στα ρουμάνια! Και να απαγορεύεται, λέει, να βγω να πετάξω τα σκουπίδια μετά τις εννιά για να μη διασπείρω τον ιό και μες στα λεωφορεία να είναι στουμπισμενοι σαν τις σαρδέλες! Αν δεν είναι αυτό παράλογο τί είναι; Αν αυτό δε λέγεται χούντα, τότε τί λέγεται;

Και μέσα σ'αυτό το, αξιοζήλευτο για κάθε δικτατορική κυβέρνηση, περιβάλλον τρομοκρατίας και σύγχυσης και συνεχούς επιβολής νέων περιοριστικών μέτρων τα πλείονα εκ των οποίων δεν έχουν ουδεμία λογική κι επιστημονική βάση (τα Σ/Κ να κλείνει νωρίτερα η αγορά και να συνωστίζονται περισσότεροι στα σούπερ μάρκετ για να προλάβουν να ψωνίσουν, κλπ) κι αποτελούν το θέατρο του παραλόγου, ενώ αλλάζουν αλλεπάλληλα και πάλι χωρίς καμία λογική (μετά τις 6 το απόγευμα δε μπορείς να παραγγείλεις σουβλάκι για το σπίτι, πριν μπορείς... τελικά και μετά μπορείς...κλπ), όπου καταργούνται με κάθε τρόπο οι ελευθερίες μας "για το καλό μας", επιβάλλεται λογοκρισία "για το καλό μας", ευδοκιμούν πάσης φύσεως ρουφιάνοι, και πάλι "για το καλό μας", κι όπου οδηγούμαστε -συν τοις άλλοις- και σε παγκοσμίου επιπέδου φτωχοποίηση του λαού, ποιός εχέφρων νους δε βλέπει πλέον ότι δεν πρόκειται απλά για έναν φονικό ιό και μια πανδημία;  Κι όλα αυτά, για πρώτη φορά στα χρονικά, σε παγκόσμιο επίπεδο, με λίγες παραλλαγές. Είναι θέμα "συνομωσιολογίας";! Πρέπει νά'σαι τουλάχιστον τυφλός για να μην το βλέπεις! Για ποιά ελευθερία μιλάμε όταν (το πλέον αηδές!) επιβραβεύεται ο κάθε ρουφιάνος ως "υπεύθυνος πολίτης" που θα καταγγείλει το γείτονά του, τον οποίον αντιπαθεί, ότι μάζεψε στο σπίτι πέντε άτομα και να εισβάλει η αστυνομία! Που θα καταγγείλει τον παπά, τον οποίο απεχθάνεται, ότι μετέλαβε ένα παιδάκι μετά την κεκλεισμένων θυρών λειτουργία! Που θα καταγγείλει τον Καθηγητή του πως οι απόψεις του είναι "αιρετικές" (ότι εναντιώνονται, δηλαδή, στην πλύση εγκεφάλου που τρώμε καθημερινά) -και θα καταφέρει κιόλας να του ακυρώσει τη διδασκαλία και να τον αναγκάσει να παραιτηθεί! Ο θρίαμβος της ρουφιανιάς, της λογοκρισίας, του φασισμού και της κακεντρέχειας! Ποιά ελευθερία λόγου και ποιά ελευθερία κινήσεων; Ο κάθε αδαής κι αμόρφωτος Ευαγγελάτος να τρομοκρατεί με τα μάτια γουρλωμένα και με αδιαμφισβήτητο κύρος "υπέρ-ειδικού" και να πληρώνεται αδρά για τούτο! Κι η αντίθετη άποψη να φιμώνεται και να εξευτελίζεται! Ας είναι και λάθος, ρε αδερφέ! Γιατί να μην ακουστεί;! Να θυμίσω πως "για το καλό μας", για να μας προστατεύσουν δηλαδή, κάποτε ρίχνανε βιβλία στην πυρά; Τώρα κατεβάζουν αναρτήσεις και κλείνουν μικρόφωνα! Τότε καίγανε μάγισσες, τώρα εξευτελίζουν και εξαφανίζουν από το προσκήνιο ανθρώπους! Και στο χέρι του κάθε κακομοίρη η κάμερα του κινητού και εν αναμονή να φωτογραφίσουμε όποιον παραβιάσει στο ελάχιστο το οτιδήποτε, να τον καταδώσουμε, να τον δημοσιοποιήσουμε και να συλλέξουμε και ένα τσούρμο οργισμένων πολιτών που θα μας επευφημήσουν και θα "λιντσάρουν" λεκτικά τον άμοιρο "εγκληματία"! Κι η Εξουσία πανευτυχής να περνά τους αντισυνταγματικούς νόμους της με την επιδοκιμασία του τρομοκρατημένου όχλου! "Κλείστε τα όλα!", αρκεί να μην έχω εγώ μαγαζί, να μην κινδυνεύω εγώ και τα παιδιά μου να πεινάσουμε και να βρεθούμε στο δρόμο να κοιμόμαστε στα παγκάκια!

Η οικονομική κατάρρευση έρχεται... η απόλυτη φτωχοποίηση του λαού, επίσης, έρχεται... η φρίκη της πείνας καταφθάνει... Τα λεφτά θα μαζευτούν στα χέρια των πολύ ολίγων κι εκλεκτών κι οι πολλοί θα εξαθλιωθούν εντελώς. Κι όλα τούτα σε παγκόσμιο επίπεδο.  Δεν είναι θέμα "συνομωσιολογίας", είναι θέμα απλής μαθηματικής σκέψης δημοτικού. Αλλά ο ανθρώπινος εγκέφαλος αρνείται να δει την επόμενη μέρα και στέκει μοναχά στο σήμερα, στο φονικό ιό. Λες και μας έταξε κανείς πως είμαστε αθάνατοι!

"[...] Έτσι στη σκότεινη ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί.
Σαν τα σκουλήκια, κάθε φτέρνα
όπου μας εύρει μας πατεί.
Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,
προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!"

(Κώστα Βάρναλη, "Οι μοιραίοι")

"Υγεία, μόνο υγεία!" ακούω πλέον από παντού σαν ευχή. Ε, όχι ρε παιδιά, ακόμη κι ο σκύλος, που θεωρείται ζώον ά-λογον το γνωρίζει αυτό: Αν είναι μια ζωή να την περάσει δεμένος στο παλούκι, δεν του αρκεί η υγεία! Κι έχω περάσει πάρα πολλά με την υγεία μου για να ξέρω να εκτιμώ την αξία της! (Άσε που η υγεία είναι συνάρτηση και της ψυχολογικής μας κατάστασης που, των περισσοτέρων, πάσχει σφόδρα με όλα τούτα.... Ασε που ο κόσμος πεθαίνει από χιλιάδες άλλα νοσήματα καθώς χειρουργεία διαρκώς αναβάλλονται, χρόνια πάσχοντες και καρκινοπαθείς αφήνονται στο έλεος του Θεού, προληπτικές εξετάσεις δε γίνονται κι ο κόσμος δεν τολμάει πια ούτε καν να πλησιάσει τα νοσοκομεία- τα οποία εξάλλου και καμιά κυβέρνηση δεν νοιάστηκε να επανδρώσει... πόσο μάλιστα η σημερινή! Γιατί η σωτηρία μας έγκειται στο να μην κυκλοφορούμε μετά τις 6 το βράδυ, κουφάλες!)

Αν είναι να ζω έτσι (Γιατί όλο τούτο φαίνεται πως δεν έχει τελειωμό! Κι αν έχει, τότε θά'ρθει κι άλλο και θα μας έχουν πλέον "εκπαιδευμένους"), αν είναι να τρέμω μη γεράσω (Γιατί το μπούλινγκ που υφίστανται οι περισσότεροι ηλικιωμένοι με ξεπερνά! Ανήμποροι να φέρουν και την παραμικρή αντίσταση κι απαγορεύεται να ξεμυτίσουν! Οφείλουν να μείνουν αποκλεισμένοι σε τέσσερις τοίχους για τα τελευταία χρόνια της ζωής τους! Ούτε ν'ανάψουν ένα κερί στην εκκλησιά για παρηγοριά! Άσε πλέον τους στυγνούς εκβιασμούς από τα τέκνα τους για το εμβόλιο, πως αν αρνηθούν δε θα ξαναδούν τα εγγόνια τους κλπ. Το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης σ'όλο του το μεγαλείο! ), αν είναι να τρέμω μην αρρωστήσω από οτιδήποτε (Γιατί θα απαγορεύεται να με πλησιάσει οικείος μου και από πεταμένη σ'ένα θάλαμο νοσοκομείου ίσως τελικά θα βρεθώ πεταμένη μέσα σε μια γυαλιστερή αποστειρωμένη σακούλα για να μην κολλήσει το παρθένο χώμα τον ιό- Ω, τί ύψιστη ύβρις κατά των νεκρών τέτοιο τέλος και τέτοια ταφή! O tempora, o mores!)... όχι, δεν έχει καμία αξία! Πιο πιθανό, βέβαια, είναι να φύγω από καρκίνο, αλλά όλα τούτα και πάλι, δυστυχώς, θα ωφείλω να τα ανεχτώ! Μας έταξε κανείς πως είμαστε αθάνατοι, ξαναρωτώ; 


"Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία", θυμούνται σε κάθε επέτειο το σύνθημα κι αποδίδουν "φόρο τιμής"... Η παιδεία, πάει, ισοπεδώθηκε πλήρως από όταν περνάς κάθε τάξη του σχολείου ακόμη και με κόλλα λευκή (θες δε θες προβιβάζεσαι πλέον), όταν στην νεότερη ιστορία της τρίτης Λυκείου διδάσκεσαι για το τραπεζικό σύστημα της νεότερης Ελλάδας κι όχι για την Επανάσταση του 1821, όταν μαθαίνεις να παπαγαλίζεις ακόμη και το κόμμα και σου απαγορεύεται η κριτική σκέψη, όταν εισάγεσαι στο Πανεπιστήμιο με 3 στα 20 κι όταν, εν μέσω κορωνοϊού, δίνεις εξετάσεις για το πτυχίο σου από το σπίτι, αντιγράφοντας, κατά βούληση, ό,τι θες από το βιβλίο ή τον συμφοιτητή σου! Μια νέα εντελώς αμόρφωτη χειραγωγίσιμη μάζα βολικότατη, μέσα στην άγνοιά της, για κάθε εξουσία! Και με την ψευδαίσθηση ότι τα πτυχία της αντιστοιχούν σε συμπυκνωμένη σοφία! Νάτοι οι μελλοντικοί "ειδικοί"! Το ψωμί πάει κι αυτό... ωσονούπω έρχεται η πείνα... Κι όσο για την ελευθερία... κάθε μέρα χάνουμε και μιαν απόχρωσή της... κι όλοι σιωπούν...

Οι μόνες φωνές που ακούγονται είναι οι αντίλαλοι της εξουσίας, τα "παπαγαλάκια" του φόβου.

Κι ο μόνος αντίλογος που επιτρέπεται να ακουστεί είναι τον πλέον ακραίων και τρελαμένων ζαβών τις οποίες κι επιτρέπουν να αντιλαλούν σαν ηχώ για να μπορούν να τις ταυτίσουν με τους όποιους προβληματισμούς των σκεπτόμενων ώστε να τσουβαλιάζουν ύστερα, όσους έχουν ενστάσεις, ως ψεκασμένους!

Η κοινή λογική... σιωπά... (πλην ελαχίστων φωτεινών εξαιρέσεων.) Γιατί δε μπορώ να πιστέψω πως χάθηκε! Αλλά πως αρνείται ν'αναμιχθεί σε τούτο τον κυκεώνα!

Κι έτσι αποφάσισα να της δώσω για λίγο το βήμα. Κι ας την κατασπαράξουν τα όρνια! Έτσι, βρε αδερφέ, να μην νομίζουμε πως χάθηκε από προσώπου γης. Αλλά και για να μην νομίζει η μικρή μου φίλη πως σήμερα δε μπορεί κάποιος να μιλάει ελεύθερα δημόσια... Πολύ μου κακοφάνηκε να παραδίδω μια τέτοια εικόνα, έναν τέτοιον κόσμο στα παιδιά... μα πάρα πολύ... αφάνταστα πολύ! Οπότε, κι ας μην είχα καμιά, μα απολύτως καμιά  διάθεση, αποφάσισα να κάνω μια παύση της σιωπής και να μιλήσω....

Σάββατο 28 Μαρτίου 2020

Χρώματα φόβου κι αγάπης (2)...

[συνέχεια του: Χρώματα φόβου κι αγάπης... ]

Ὅσοι τὸ χάλκεον χέρι
βαρὺ τοῦ φόβου αἰσθάνονται,
ζυγὸν δουλείας, ἂς ἔχωσι·
θέλει ἀρετὴν καὶ τόλμην
ἡ ἐλευθερία.
(Ανδρέας Κάλβος- Εις Σάμον)



"Αν ξαναζούσα, θά'θελα νά'μουν πουλί..." μού'πε η ξαδέρφη μου σε μια κουβέντα για τα χάλια τούτου του κόσμου. Εγώ, πάλι, δε βρήκα ούτε σ'αυτό παρηγοριά κι είπα πως δε θά'θελα μήτε να ξαναζήσω... Κι όσο το ξανασκέφτομαι, να βρω τί θά'θελα, θά'θελα μοναχά νά'μαι ελεύθερη από όλα τούτα που μας χάρισαν απλόχερα και μεις τα κάναμε κτήμα μας και ζωή μας για να ζούμε με φόβο μήπως τα χάσουμε, θά'θελα νά'μαι ελεύθερη από τούτο το ψέμα που μ'εγκλώβισε σε μια ζωγραφιά με χιλιάδες χρώματα, ελεύθερη να πετώ στο λευκό κι αχρωμάτιστο φως του Θεού.... Ίσως, μάλιστα, κάτι τέτοιο νά'θελε να πει κι εκείνη.

Αὐτὴ (καὶ ὁ μῦθος κρύπτει
νοῦν ἀληθείας) ἐπτέρωσε
τὸν Ἴκαρον· καὶ ἂν ἔπεσεν
ὁ πτερωθεὶς κ᾿ ἐπνίγη
θαλασσωμένος·

 Ἀφ᾿ ὑψηλὰ ὅμως ἔπεσε,
καὶ ἀπέθανεν ἐλεύθερος. -
Ἂν γένῃς σφάγιον ἄτιμον
ἑνὸς τυράννου, νόμιζε
φρικτὸν τὸν τάφον.
(Ανδρέας Κάλβος- [συνέχεια] Εις Σάμον)



Βρέχει ασταμάτητα μέρες τώρα στο βουνό των Κενταύρων. Θαρρείς κι οι λυγμοί μαζευτήκαν όλοι στα σύγνεφα τ'ουρανού. Τα σύννεφα που πάσχιζε να ξεπεράσει ένας Ίκαρος για να φτάσει ψηλά στον Ήλιο- μόνο που τα φτερά του ήταν φτιαγμένα από κερί...

"- Τα μάτια, δεν ξέρεις πως όταν τα στρέφει κανείς σε αντικείμενα που στην επιφάνειά τους δεν απλώνεται πια το φως της ημέρας, αλλά η νυχτερινή αντιφεγγιά, δεν καλοβλέπουν και μοιάζουν επάνω κάτω τυφλά, σαν να μην υπάρχει μέσα τους καθαρή όψη;
 - Μάλιστα, το ξέρω.
 - Όταν όμως θαρρώ, πέφτει επάνω των κατάλαμπρος ο ήλιος, τα βλέπουν ολοκάθαρα, και φαίνονται πως κι αυτά τα μάτια έχουν μέσα τους την όραση.
 - Πραγματικώς.
 - Το ίδιο λοιπόν να φανταστείς πως γίνεται και με την ψυχή' όταν στηρίζει το βλέμμα της επάνω σε κάτι που ολόλαμπρη πέφτει επάνω του η αλήθεια και το ον, τότε ολοκάθαρα το αντιλήφθηκε και το γνώρισε και φαίνεται πως έχει νου' όταν όμως το στρέφει σε πράγματα που είναι ανακατωμένα με το σκοτάδι, που γίνονται και χάνονται, τότε πια δε βλέπει καθαρά, σχηματίζει δοξασίες που αλλάζουν και πάνε άνω κάτω και μοιάζει τότε μ'έναν που δεν έχει νου.
 - Πραγματικώς μοιάζει.
 - Αυτό λοιπόν που χορηγεί στα νοητά αντικείμενα την αλήθεια και στην ψυχή τη δύναμη να τα γνωρίζει, αυτό να λες πως είναι η ιδέα του αγαθού, κι αυτό έχε στον νου σου πως είναι η αιτία της επιστήμης και της αλήθειας, όταν γίνεται αντικείμενο της γνώσης [...]
 [...]
 - Φαντάσου λοιπόν πως το αγαθό και ο ήλιος είνιαι, καθώς λέμε, δυο βασιλιάδες, ο ένας του νοητού κόσμου, κι ο άλλος τους ορατού [...]"

(Πλάτων- "Πολιτεία" 508c κ.ε., απόδοση: Ι.Γρυπάρη)

Πνίγομαι... Θέλω να μεταλάβω αγάπη και φως. Απ'το ίδιο κουτάλι μ'όσους πίστεψαν εκεί ψηλά, εκεί που δεν υπάρχουν πια χρώματα, εκεί που ο νους υπερβαίνει τον νου, εκεί που κατοικούν μοναχά ταπεινοί, μάρτυρες κι ήρωες... Ποιός άραγε κλείδωσε την ψυχή μου σε τούτα τα δεσμά; Πιο χαμηλά κι απ'το χαμηλό χορτάρι; Βλέπω το κλειδί μπροστά μου, κι αυτό το "μπροστά" φαντάζει τόσο μακρινό που δεν τολμούν τα δάχτυλα να το αγγίξουν. Κάτω απ'τους λυγμούς της βροχής τα βλαστάρια της πλάσης ξεπροβάλλουν. Η τροφή της γης μοναχά με τα δάκρυα τ'ουρανού σαν σμίξει τους δίνει ανάστημα. Τα κοιτώ κι αρχίζω ν'ανασαίνω...

"Όμως αφού κι αυτό το γένος το σκέπασε το χώμα,
Ένα άλλο πάλι, τέταρτο, επάνω στην πολύτροφη τη γη
ο Δίας, ο γιος του Κρόνου, έφτιαξε, πιο δίκαιο κι ανώτερο,
το θείο γένος των ηρώων. Λέγονται αυτοί ημίθεοι,
η προηγούμενη από μας γενιά πάνω στη γη τη δίχως όρια.
Και τούτους ο κακός πόλεμος και η φοβερή μάχη
άλλους κάτω απ'τα τείχη της Θήβας της εφτάπυλης, στη γη του Κάδμου,
τους αφάνισε, καθώς για του Οιδίποδα τα ποιμνία
(μήλα) πολεμούσαν,
κι άλλους με πλοία κι επάνω από της θάλασσας το μέγα χάσμα
οδηγώντας τους στην Τροία για χάρη της καλλίκομης Ελένης.
Άλλους εκεί τους σκέπασε το τέλος του θανάτου
κι άλλους ξέχωρα απ'τους ανθρώπους ζωή και τόπο ο Δίας τους έδωσε,
ο γιος του Κρόνου, στα πέρατα της γης τους έβαλε να μένουν.
Και κατοικούν ξέγνοιαστη έχοντας καρδιά
στις νήσους των μακάρων, πλάι στον Ωκεανό με τη βαθιά τη δίνη,
μακάριοι ήρωες που η σιτοδότρα γη τους δίνει
γλυκό σαν μέλι τον καρπό που θάλλει τρεις φορές το χρόνο
[...]
Μακάρι εγώ ανάμεσα στου πέμπτου γένους τους ανθρώπους
να μην ήμουν, μα είτε πιο μπροστά να πέθαινα ή ύστερα να γεννιόμουν.
Αφού τώρα πια το σιδερένιο υπάρχει γένος. Κι ούτε θα πάψουνε ποτέ
τη μέρα να κοπιάζουν και να δυστυχούν, να βασανίζονται την νύχτα
μα μέριμνες σκληρές σ'αυτούς οι θεοί θα δίνουν.
Όμως και σ'αυτούς ανάμικτα θα υπάρξουνε καλά με τα κακά.
Κι ο Δίας θ'αφανίσει και τούτο των θνητών το γένος,
την εποχή που σαν γεννιούνται οι άνθρωποι θα γίνονται ασπρομάλληδες.
Με τα παιδιά του όμοιος δε θα είναι ο πατέρας, μήτε με τον πατέρα τα παιδιά,
κι ούτε ο φιλοξενούμενος αγαπητός σ'αυτόν που τον φιλοξενεί,
στο σύντροφο ο σύντροφος, μήτε θα είναι ο αδερφός αγαπητός σαν πρώτα.
Μόλις γεράσουν οι γονείς τους θα τους ατιμάζουν,
θα τους κατηγορούν μιλώντας τους με λόγια φοβερά,
οι άθλιοι, την τιμωρία των θεών περιφρονώντας. Κι ούτε
στους γέροντες γονείς τους το χρέος που τους ανάθρεψαν θ'ανταποδίδουν.
Στη βία των χεριών το δίκιο τους. Κι ένας την πόλη του άλλου θ'αφανίσει.
Διόλου δε θα τιμάται ο πιστός στον όρκο τους, ο αγαθός,
ο δίκαιος, μα του κακού το δράστη θα τιμήσουν πιο πολύ και τον ακόλαστο.
Στη βία των χεριών το δίκαιο και η ντροπή θα είναι,
ο άντρας ο κακός θα βλάπτει τον καλύτερο,
θα τον κατηγορεί με λόγια διεστραμμένα, δίνοντας κι από πάνω όρκο.
Ο φθόνος χαιρέκακος, κακόγλωσσος, στην όψη μισητός,
θα συνοδεύει όλους τους ταλαίπωρους ανθρώπους.
Και τότε προς τον Όλυμπο απ'τη γη με τους πλατιούς τους δρόμους,
αφού σε άσπρα πέπλα το ωραίο σώμα τους καλύψουν,
θα παν να σμίξουνε με των αθανάτων το γένος, τους ανθρώπους πίσω αφήνοντας,
η Αιδώς και η Νέμεση. Και μόνο οι πόνοι οι θλιβεροί θα απομείνουν
στους θνητούς ανθρώπους. Κι απ'το κακό προφύλαξη δε θα υπάρχει."

(Ησίοδος- "Εργα και Ημέραι" 256κ.ε., απόδοση: Σ.Γκιργκένη)


Το χρώμα του φόβου λένε πως είναι το κίτρινο -κάτι σαν το "χλωρόν δέος" του Ομήρου- κι εκείνο της αγάπης και του έρωτα το πορφυρό - σαν το αίμα, τη ζωή, σαν το φονικό, τη βαθιά πληγή και το θάνατο, σαν τη θυσία. Σαν την Ανάσταση. Το μενεξεδί βαφτίστηκε πένθιμο, ανταύγεια χρωματιστή του άχρωμου μαύρου. 
Το πράσινο τό'κλεψε η φρεσκάδα των βλαστών, ενώ το καφεδί έντυσε των δέντρων τους αιωνόβιους κορμούς και τη γη των σπόρων κι όπου αλλού απλώνονται οι ρίζες μας να τις προφυλάξει. Λένε πως το ένα γαληνεύει και ζωογονεί, ενώ τ'άλλο δίδει σιγουριά και σταθερότητα.
Όσο για το αγνό λευκό της καθαρότητας, αντάμα με το γαλάζιο του ουρανού και της αδάμαστης θάλασσας, σμίγουν στ'ασβεστωμένα ξωκλήσια στα νησιά, στην ψυχή και στη σημαία μας....
Κείνο της πίστης ακόμα αναζητώ... Μα, ξέχασα, τούτη δεν έχει χρώματα, φτάνει στο φως και τα υπερβαίνει... 

 αὕτη δέ ἐστιν ἡ κρίσις, ὅτι τὸ φῶς ἐλήλυθεν εἰς τὸν κόσμον, καὶ ἠγάπησαν οἱ ἄνθρωποι μᾶλλον τὸ σκότος ἢ τὸ φῶς· ἦν γὰρ πονηρὰ αὐτῶν τὰ ἔργα. πᾶς γὰρ ὁ φαῦλα πράσσων μισεῖ τὸ φῶς καὶ οὐκ ἔρχεται πρὸς τὸ φῶς, ἵνα μὴ ἐλεγχθῇ τὰ ἔργα αὐτοῦ· ὁ δὲ ποιῶν τὴν ἀλήθειαν ἔρχεται πρὸς τὸ φῶς, ἵνα φανερωθῇ αὐτοῦ τὰ ἔργα, ὅτι ἐν Θεῷ ἐστιν εἰργασμένα.(Ιωάννου 3,19)


Θ'ανηφορίσω προς την πλατεία, αφού υπογράψω άδεια ειδική στον εαυτό μου μονάχη μου. Με λένε τάδε, μένω εδώ και τούτη την ώρα, ξεκινώ από το σπίτι για να πάω στο φαρμακείο. Α, ρε τρελογιατρέ, αν σου τό'λεγα τούτο μέρες πριν με πόσα χάπια θα με χαπάκωνες; Γελώ με τη σκέψη! Να μην ξεχάσω και την ταυτότητα! Χάσαμε που χάσαμε την ταυτότητά μας, ας κουβάλαμε μαζί και τούτο το δελτίο που είναι ό,τι μας απέμεινε για να μας προσδιορίζει... Μην και ξεχάσουμε ολωσδιόλου το ποιοί είμαστε -τουλάχιστον να απομείνει τ'όνομα και κάποιοι σκόρπιοι, αδιάφοροι για την πλάση αριθμοί... 

"ἐπεὶ οὖν τὰ παιδία κεκοινώνηκε σαρκὸς καὶ αἵματος, καὶ αὐτὸς παραπλησίως μετέσχε τῶν αὐτῶν, ἵνα διὰ τοῦ θανάτου καταργήσῃ τὸν τὸ κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τοῦτ᾿ ἔστι τὸν διάβολον, καὶ ἀπαλλάξῃ τούτους, ὅσοι φόβῳ θανάτου διὰ παντὸς τοῦ ζῆν ἔνοχοι ἦσαν δουλείας."(Παύλου- Προς Εβραίους 2,14)


Περπάτησα μες στη βροχή. Πήρα ακόμη μιαν ανάσα. Αντάλλαξα δυο λόγια, κι άλλα δυο. Έρημο το τοπίο. Μοναχά από κανένα αυτοκίνητο για προμήθεια "αγαθών πρώτης ανάγκης". Υπάρχει άραγε αγαθό υπέρτερο της ελευθερίας; ... Και δε μιλώ για το χαζόχαρτο που υπέγραψα, ούτε για τον κάθε νόμο που στο χέρι μας είναι ν'αλλάξει. Μιλώ για το φόβο, μοναχά για αυτόν.... Για αυτόν τον φόβο, που ανεξέλεγκτος, ορίζει όλα τα δεσμά. Για αυτό το φόβο που βγάζει στο φως τα πιο θηριώδη ένστικτα του ανθρώπου, τα πιο δειλά, τα πιο τιποτένια, ακόμη και τα πιο ανόητα. Που γίνεται σύμμαχος στα σκήπτρα κάθε λογής χθόνιων κι υποχθόνιων βασιλιάδων.
"Όλα τα δεινά έχουν γίνει μάλλον για να τρομοκρατούν αυτούς που τα περιμένουν, παρά να λυπούν αυτούς που πλήττουν. Ο φόβος είναι τόσο βλαβερός, ώστε πολλοί ήδη υφίστανται το κακό, προτού νά'ρθει, όπως λόγου χάριν αυτοί που ταλαιπωρούνται από την τρικυμία σε καράβι και δεν περίμεναν να βουλιάξει το πλοίο, αλλά αυτοκτόνησαν πριν..." 
(Διογένης- Στοβαίου Ανθολόγιον, απόδοση Χ.Θεοδωράτου)


Βαρέθηκα τόσο τούτη τη μουντάδα, μπούχισα από το τόσο γκρι. Φέρτε μου χρώματα να βάλω τον ήλιο ξανά στον ουρανό, σαν παιδική ζωγραφιά! Μ'ακτίνες μακριές, παράταιρες, ν'αγγίζουν κάθε πλάσμα πονεμένο! Και να του φτιάξω στο πρόσωπο ένα χαμόγελο τρανταχτό, να στέλνει την αγάπη του σ'όλη την πλάση. Μια θάλασσα και γλάρους να πετούν, κι ένα γλαράκι μικρό -τάχα το λένε Ιωνάθαν;- να παλεύει να φτάσει ψηλά, εκεί που μονάχα οι αετοί πλησιάζουν. Θα ζωγραφίσω κι ένα καράβι.
Θά'ναι εκείνο το καράβι της ζωής, το καράβι του Οδυσσέα που βολοδέρνει στα πέλαγα ποθώντας να επιστρέψει στην πατρίδα. Δε δοκίμασε το λωτό, δεν ξεγελάστηκε από της λησμονιάς την πλάνη. Μα τύφλωσε τον Κύκλωπα, κι αν σώθηκε (κρυμμένος κάτω απ'το πυκνόμαλλο αρνί), νέες δοκιμασίες τον καταδιώκουν. Πόσα μπορώ να στριμώξω, λοιπόν, σε μια ζωγραφιά; Νήπιοι εταίροι, ανοίγουν τον ασκό και σβήνει απ'τον ορίζοντα η Ιθάκη. Ανθρωποβόροι γίγαντες ξεπροβάλλουν κι η μάγισσα Κίρκη με το ραβδί που της ψυχής τα πάθη φανερώνει. Ο Κάτω Κόσμος, όπου αναγκάζεται να κατεβεί, να λάβει γνώση. Σειρήνες στα βράχια πλάνα του τραγουδούν, η Σκύλλα κι η Χάρυβδη του φράζουν το δρόμο- πρέπει, κάποια στιγμή, να διαλέξει τί θα θυσιάσει. Του Ήλιου το νησί από όπου ξεβράζεται πια μοναχός- αὐτῶν γὰρ σφετέρῃσιν ἀτασθαλίῃσιν ὄλοντο... Της Καλυψώς τα δεσμά κι επιτέλους τ'απόμακρο μυστηριώδες νησί (του βασιλιά με το άλκιμο νου), απ'όπου στον τόπο της ψυχής του θα μπορέσει να επιστρέψει... Ούτε, όμως, εκεί θα βρει αναπαμό...
Και το καράβι συνεχίζει να ταλαντεύεται στον φουρτουνιασμένο της γένεσης κόσμο... Και το μικρό γλαράκι πασχίζει να πετάξει ακόμη πιο ψηλά....
"Ας δούμε συνεπώς αν οι δειλοί είναι δυνατόν να είναι δίκαιοι. Τους αντιθέτους των, δηλαδή τους θρασείς, τους βρήκαμε πως είναι άδικοι, γιατί κάνουν πολλά δια της βίας. Λοιπόν η δειλία είναι διαφθορά έννομης αντιλήψεως περί του τί είναι δεινό και τί όχι, ή άγνοια των δεινών και των μη δεινών ή και εκείνων που δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Πώς λοιπόν είναι δυνατόν αυτοί που έχουν ενστερνισθεί αντιλήψεις εσφαλμένες και παράνομες να είναι δίκαιοι; Διότι προφανώς δεν είναι δυνατόν να βγάλουν για οτιδήποτε ορθά συμπεράσματα , αφού δεν επιτρέπει σ'αυτούς ο φόβος για τη ζωή τους να προβούν σε οποιαδήποτε έρευνα."(Ιεροκλής "Περί δικαιοσύνης"- Στοβαίου Ανθολόγιον, απόδοση Χ.Θεοδωράτου)


Κι όπως πάσχιζε το μικρό γλαράκι να φτάσει πιο μακριά, αντίκρυσε το μικρό ξωκλήσι στον ψηλό βράχο της ακροθαλασσιάς. Στάθηκε πάνω στον ξύλινο σταυρό κι αφουγκράστηκε. Άλλη ψυχή ζωντανή δεν υπήρχε εκειδά. Μα πόσες ανασαιμιές, προσευχές, δάκρυα κι ελπίδες σφράγιζε μέσα του τούτος ο πετρόχτιστος ναός! Έρημος πια, θαρρείς πως έλειψε το γένος των ανθρώπων...Το γλαράκι δεν ήξερε να ψάλλει, ούτε να τραγουδά. Κι έτσι φτερούγιζε μονάχα, κάνοντας κύκλους, να χαιρετίσει την Παναγιά που απόψε μονάχη γιόρταζε... Και μη με ρωτήσει κανείς, πώς ένα μικρό γλαράκι την είδε και την γνώρισε! Μη με ρωτήσει κανείς πως ένα γλαράκι θα μπορούσε να έχει πίστη! Με κούρασαν όλα αυτά... Μη με ρωτήσει κανείς πως βλέπουμε πέρα απ'τα χρώματα, ούτε να με ρωτήσει κανείς την ανάσα μου ποιός θέλω να ορίζει... Μη με ρωτήσει καν τί τούτα τα λόγια μπορεί να σημαίνουν...
"Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος..."


Υ.Γ. "Όποιος ελεύθερα συλλογάται, συλλογάται καλά." - Ρήγας Φεραίος

Σάββατο 21 Ιουλίου 2012

Άρωμα Ιθάκης....




Σαν πρόβαλε το φωτερό τ΄ αστέρι που στα ουράνια 
της νυχτογέννητης αυγής πρωτομηνάει τη φέξει, 
το πλοίο το πελαγόδρομο ζύγωνε πια στο Θιάκι. 
Βρίσκετ΄ εκεί του Φόρκυνα, του πελαγήσου γέρου, 
κάποιο λιμάνι, και σ΄ αυτό δυο κάβοι που προβάλλουν, 
βραχόσπαρτοι, προς την μπασιά του λιμανιού συγκλίνουν, 
κι όξω κρατούν τα κύματα που οι τρικυμιές σηκώνουν‡ 
μα μέσα τα καλόφτιαστα συχάζουνε καράβια, 
δίχως δεσίματα, άμα μπουν και βρούνε αραξοβόλι. 
Είναι κι ελιά μακρόφυλλη βαθιά μες στο λιμάνι‡ 
και δίπλα της αχνόθαμπη σπηλιά χαριτωμένη, 
ιερό λημέρι των Νυφών που λέγουνται Ναϊάδες. 
Κροντήρια και διπλόχερες λαγήνες εκεί βρίσκεις, 
που τα μελίσσια μέσα τους πηγαίνουν και φωλιάζουν. 
Είναι και πέτρινοι αργαλειοί περίτρανοι, που οι Νύφες 
φαίνουν σκουτιά πορφυρωτά που βλέπεις και θαμάζεις. 
Έχει κι αστείρευτα νερά, και θύρες δυο‡ μια θύρα 
προς το Βοριά που δύνουνται ν΄ αυλίζουνται και ανθρώποι, 
κι η άλλη, θεϊκιά, προς το Νοτιά, που ανθρώποι δεν περνάνε, 
μόνε είναι των αθάνατων η θύρα εκείνη δρόμος. 
Αυτά από πριν γνωρίζοντας μπήκαν εκεί ν΄ αράξουν, 
και το καράβι στη στεριά έξω έπεσε ως τη μέση‡ 
με τέτοια ορμή το σπρώχνανε στα ομπρός οι λαμνοκόποι. 
και στη στεριά σα βγήκανε απ΄ το γερό καράβι, 
πρώτ΄ απ΄ το πλοίο το κουφωτό τον Οδυσσέα σηκώσαν‡ 
με το σεντόνι το λινό και το λαμπρό στρωσίδι 
στην αμμουδιά τον έθεσαν καθώς βαριοκοιμόταν, 
κι ύστερα βγάλαν τα καλά που οι Φαίακες του δώκαν 
που ερχόταν με της Αθηνάς τη χάρη στη πατρίδα.

(Ομήρου "Οδύσσεια" ν93-121, απόδοση Α.Εφταλιώτη)



Είμ΄ ο Δυσσέας, του Λαέρτη ο γιος, που ξέρουν όλοι οι ανθρώποι 
τους δόλους μου, κι η δόξα μου στον ουρανό ανεβαίνει. 
και κατοικώ στο λιόλουστο το Θιάκι, που έχει απάνω 
το Νήριτο, τρανό βουνό που σειεί αψηλά τα φύλλα, 
κι ολόγυρα πολλά νησιά το ΄να κοντά ΄ναι στ΄ άλλο, 
η Σάμη και το Δουλιχιό, κι η Ζάκυνθο η δεντράτη. 
Ετούτη χάμου απλώνεται στα πέλαγα της Δύσης, 
τ΄ άλλα νησιά ΄ναι ξέχωρα, στ΄ ανάβλεμμα του ήλιου. 
Πέτρες γεμάτο, μα καλό λεβέντες για να βγάζει. 
Άλλο απ΄ τη γης μου πιο γλυκό δεν ξέρω εγώ στον κόσμο.

(Ομήρου "Οδύσσεια" ι19-28, απόδοση Α.Εφταλιώτη)







Πέμπτη 17 Φεβρουαρίου 2011

Μενεξέδες...



Εκεί που η πλάση θαρρείς κι έχει αποκοιμηθεί και ψάχνεις έστω ένα τόσο δα λουλουδάκι να στολίσεις τη ματιά σου, εκεί που ο χειμώνας έχει για τα καλά στρογγυλοκαθίσει στο βουνό σου και το τοπίο σαν να έχει πέσει σε λήθαργο βαρύ, ξαφνικά, ένα πρωινό, διακρίνεις ανάμεσα στη μουντή πρασινάδα μικροσκοπικές μωβ πινελιές να αποδιώχνουν αμίλητα, αλλά σθεναρά, τη μονοτονία... Ποτέ δεν τους έχω πετύχει να προβάλλουνε χωρίς το δάκρυ της βροχής, ποτέ δεν τους θυμήθηκα χωρίς δυο πεταλάκια τους μουλιασμένα.. Πρωτοπόροι, θαρρείς βιαστικοί, αντιμέτωποι πάντα με το τσουχτερό κρύο, με τα τερτίπια του Φλεβάρη, που ανοίγει τις φλέβες του και ρίχνει ποταμούς βροχής, που τραμπαλίζεται κι αλλάζει και χαρίζει κι ενδιάμεσα κάτι απότομες εμβόλιμες λιακάδες που τους τσουρουφλάνε..

Σήμερα τους παρατήρησα, το πρωί.. σήμερα που πάλι κάποια ψυχή μας αποχαιρέτησε για την πέρα όχθη.. κι έτσι μου φάνηκαν πένθιμοι ντυμένοι στα μωβιά, σαν να βάλθηκαν να στολίζουν τη γειτονιά με τις μεγαλοβδομαδιάτικες μενεξεδιές κορδέλες τους... 


Ιον το εύοσμον.. κοινώς μενεξές.. Ιον εκ του "ίος=μόνος, καθώς φύεται μόνον" μας πληροφορεί η Άννα Τζιροπούλου ("Ο εν τη λέξει λόγος") ή "παρά το ανιέναι ταχέως" (ιών, ιούσα, ιόν, μετοχή του είμι= πορεύομαι...).

Με άλλα λόγια φυτρώνουν μόνοι.. γεννιούνται μόνοι.. Κι ύστερα μαζεύονται παρεούλες-παρεούλες, γειτονιές-γειτονιές... μέχρι και πάλι να σβήσουν.. μόνοι, όπως όλοι μας..


Μενεξές.. με πλήθος φαρμακευτικές ιδιότητες, γνωστές από την αρχαιότητα.. Ακόμα κι ο Ιπποκράτης τον συνιστούσε. Σήμερα, πάλι, παστωνόμαστε με χιλιάδες φάρμακα, όχι τίποτα άλλο, για να "φύγουμε" χαπακωμένοι.. μιας κι άλλο από αρρώστιες και θανατικά, δεν ακούω πλέον..




(Ομήρου Οδύσσεια, ε)


Καλό ταξίδι γειτόνισσα .......... 

Παρασκευή 12 Μαρτίου 2010

πατρίδα..

Γιάννη Ρίτσου, Ρωμιοσύνη (αποσπάσματα):






Οδυσσέα Ελύτη, Άξιον Εστί (απόσπασμα):








Ανδρέα Κάλβου, Ο Ωκεανός (αποσπάσματα):





Ομήρου, Οδύσσεια (α55-59):


Δευτέρα 20 Ιουλίου 2009

Το κουπί του Άι-Λια κι ο Οδυσσέας..

"Μία από τις μεγαλύτερες γιορτές του Ιουλίου είναι του Προφήτη Ηλία (20 Ιουλίου). Ο προφήτης θεωρείται έφορος της βροχής, των βροντών και των κεραυνών. Αυτόν επικαλούνται οι Κύπριοι χωρικοί, όταν αλωνίζουν, "για να πέψει τον αέραν του" και του προσφέρουν θυσία "μίαν τηγανιάν", την οποίαν εκθέτουν σε μέρος ψηλό, μέχρι να φυσήξει άνεμος. Σ'αυτόν θυσιάζουν οι Έλληνες χωρικοί της Βορ.Θράκης, που μετανάστευσαν το 1923 στη Μακεδονία, για να στείλει τη βροχή του. Αλλά η θυσία τους (κουρμπάνι χωριανική)
δε γίνεται κατά την εορτήν του αγίου, διότι η βροχή τότε δε χρειάζεται' γίνεται μετά τον άι-Γιώργη και πριν του αγίου Αθανασίου (2 Μαϊου), όποια Δευτέρα τύχει, να γιορτάσουν επίτηδες, να τιμήσουν τον Προφήτη Ηλία, να τους λυπηθεί ο Θεός και να βρέξει. Σφάζουν 10-15 πρόβατα αρσενικά όλα.

Την προηγουμένη ημέρα γίνεται δέηση, η λεγόμενη περπερούνα'
τα κορίτσια στολίζουν ένα ορφανό κορίτσι με πράσινα χόρτα και πηγαίνοντας στο ποτάμι βρέχονται όλα με τα ρούχα τους και με ένα μπακιράκι νερό γυρίζουν χορεύοντας και τραγουδώντας την Περπερούνα σε όλο το χωριό." (Γ.Α.Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")


"Κι όταν αστράφτει και βροντά, είναι πάλι ο Προφήτης που τρέχει στον ουρανό με το αμάξι του καταδιώκοντας κάποιο δράκο ή το διάβολο και έχοντας ως όπλο του τον κεραυνό. Γι'αυτό κι ο Προφήτης Ηλίας λατρεύεται πάνω στις κορυφές των βουνών. Έτσι πολλές κορυφές των ελληνικών βουνών έχουν τ'όνομα τ'άι-Λιά και στις περισσότερες είναι χτισμένα ξωκλήσια, αφιερωμένα σ'αυτόν. Το γνωστότερο είναι αυτό που βρίσκεται πάνω στην ψηλότερη κορυφή του Ταϋγέτου, ο οποίος λέγεται κοινώς Αγιολιάς. Την ημέρα της γιορτής του προσκυνητές σκαρφαλώνουν με κόπο στην κορυφή εκείνη και ανάβουν το βράδυ μεγάλη φωτιά, όπου ρίχνουν άφθονο λιβάνι ως αφιέρωμα στον άγιο Ηλία. Όταν δουν τη φωτιά εκείνη όσοι που κατοικούν στις γύρω περιοχές, ανάβουν φωτιές με χόρτα και άχυρα και πανηγυρίζουν χορεύοντας γύρω απ'αυτές ή πηδώντας από πάνω τους. [...]

Το γεγονός, ότι ο άγιος λατρεύεται σχεδόν αποκλειστικά πάνω στις κορυφές, ο λαός το εξηγεί με διάφορους τρόπους' είναι στα ψηλά, λέγουν, για τον καιρό, για τη βροχή, σύμφωνα με την πίστη ότι ο Προφήτης είναι έφορος της βροχής και των ανέμων. Το εξηγούν με την εξής παράδοση:

Ο άι-Λίας ήταν ναύτης και, επειδή έπαθε πολλά στη θάλασσα και πολλές φορές εκόντεψε να πνιγεί, εβαρέθη τα ταξίδια και αποφάσισε να πάει εις μέρος που να μην ηξεύρουν τι είναι θάλασσα και τί είναι καράβια. Βάνει το λοιπόν στον ώμο το κουπί του και βγαίνει στη στεριά, και όποιον απαντούσε τον ερωτούσε τι είναι αυτό που βαστάει. Όσο του έλεγαν Κουπί τραβούσε ψηλότερα' ώσπου έφτασε στην κορφή του βουνού. Ρωτάει τους ανθρώπους που εύρε κει τί είναι, και του λένε Ξύλο. Κατάλαβε λοιπόν πως αυτοί δεν είχαν ιδεί ποτέ τους κουπί και έμεινε μαζί τους εκεί στα ψηλά. " (Γ.Α.Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")


"Η παράδοση αυτή δεν είναι δημιούργημα του σημερινού λαού' όλα της τα στοιχεία τα βρίσκουμε στον αρχαίο μύθο, το σχετικό με τον εξιλασμό του Οδυσσέα. Όπως είναι γνωστό, στη Νέκυια της Οδύσσειας (λ121 κ.ε.) ο ήρωας, αφού σκοτώσει τους μνηστήρες, παρακινείται απ'τον Τειρεσία να πάρει ένα κουπί και να πάει σε τόπο, όπου οι άνθρωποι δε γνωρίζουν τι είναι θάλασσα, πλοίο και κουπί' θα καταλάβει πότε πρέπει να σταματήσει, όταν συναντήσει έναν οδοιπόρο που θα του πει, πως το κουπί είναι φτυάρι. Τότε να μπήξει το κουπί στη γη και να θυσιάσει στον Ποσειδώνα. Προφανώς διασκευή του αρχαίου μύθου είναι η νεοελληνική παράδοση που θέλει να εξηγήσει διατί τον άι-Λια τον βάνουν πάντα στα ψηλώματα." (Γ.Α.Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")


(η εικόνα από το "Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν λεξικόν Ηλίου")


"Αλλά όπως απέδειξε ήδη ο Ν.Γ.Πολίτης (Λαογρ.Σύμμ.Β'147) η λατρεία του αγίου πάνω στις κορυφές των βουνών είναι υπόλειμμα της αρχαίας θρησκείας, καθώς ο άγιος Ηλίας συνταυτίστηκε με τον ήλιο. Ο χριστιανικός δηλαδή άγιος Ηλίας μπορεί λόγω των ιδιοτήτων που του αποδίνονται, να θεωρείται αντικαταστάτης του κεραύνιου και νεφεληγερέτη Δία, αλλά συνδέεται και με τον Ήλιο, με τον οποίο ταυτίζεται κατά το όνομα, αλλά έχει κι άλλες πολλές ομοιότητες. Άλλωστε και στην αρχαιότητα ο Ήλιος ταυτιζόταν με το Δία, που ως θεός των μετεωρολογικών φαινομένων λατρευόταν πάνω στις βουνοκορφές. Επειδή λοιπόν κι ο ήλιος όταν ανατέλλει, φαίνεται να ανεβαίνει λαμπρός απ'τις κορυφές που φωτίζει πρώτες με τις ακτίνες του, αλλά και ο "όμβριος και ερίγδουπος" θεός που σηκώνει την κακοκαιρία στη διάρκεια των καταιγίδων, φαίνεται να έχει την έδρα του πάνω στις βουνοκορφές, αυτές ήταν οι πιο κατάλληλες και για τη λατρεία του αγίου Ηλία, με την οποία η εκχριστιανισμένοι Έλληνες αντικατέστησαν τη λατρεία του θεού Ηλίου." (Γ.Α.Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")