Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2010

Καθώς μπαίνει το Τριώδιο... (λαογραφικά και άλλα..)

Ο Γενάρης μας εγκαταλείπει σιγά-σιγά, κοντοζυγώνει ο Κουτσοφλέβαρος κι από αύριο μπαίνουμε στη δεύτερη βδομάδα του Τριωδίου...

"Φτάνοντας ο Φλεβάρης", γράφει ο λαογράφος μας Βασίλης Λαμνάτος ("Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας"), "κουβαλάει στους άρχοντες των βουνών μας κι ένα σωρό χαρές. Τους τρανεύει τη νοσταλγία τους, τους χαρίζει παρηγοριά με τα ηλιόγελά του και τους φέρνει πιο κοντά στο βλαχοξεκίνημα για τα καλοκαιριάτικα λημέρια, τους ανοίγει το Τριώδιο με το γιόρτασμα των τριών εβδομάδων και τους οδηγεί ολόισια στην εβδομάδα της Προφανής, της Κρεατινής με την Τσικνοπέμπτη και στην εβδομάδα της Τυρηνής, που θα την ακούσεις και "μακαρωνού", απ'το στόμα του λαού μας. Την Κρεατινή, από μερικούς τσοπάνηδες, θα την ακούσεις και "συγκόκκαλη". Αυτός ο μήνας πάλι, καθώς διαβαίνει μέρα με τη μέρα και μαζεύει ο καιρός, φέρνει και τις τελευταίες Αποκριές με την Καθαρή Δευτέρα ή Καθαροδευτέρα."


Σημειώνει ο έτερος λαογράφος μας Γεώργιος Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας"): "Οι Απόκριες, όπως παντού, είναι και στην Ελλάδα περίοδος ευθυμίας και διασκεδάσεων. Πριν μπει στο πέλαγος της Μεγάλης Σαρακοστής, ο χριστιανός, που θα νηστεύει και θα πενθήσει εφτά ολόκληρες εβδομάδες -ούτε γάμοι, ούτε χοροί και πανηγύρια γίνονται, ούτε φορούν κοσμήματα οι γυναίκες στο διάστημα αυτό- αισθάνεται την ανάγκη να διασκεδάσει, να κάνει κάθε είδους τρέλα. Για αυτό άλλοτε η αρχή του Τρωδίου αναγγελλόταν είτε με πυροβολισμούς είτε με το δημόσιο τελάλη είτε με τα τύμπανα. Π.χ. στην Ύδρα,

η αποκριά μπαίνει με τα ταμπούρλα' την ημέρα του αγίου Αντωνίου (17 Ιανουαρίου) αρχίζουνε και βαράνε τα ταμπούρλα σ'όλες τις γειτονιές και γίνεται ένας μεγάλος αλαλαγμός.

Στη Λάστα της Γορτυνίας, ένας φώναζε δυνατά, ότι πλησιάζουν οι απόκριες και

όποιος δεν έχει θρεφτάρι ν'αγοράσει.

Γιατί αποκριά και φαγοπότι και πρώτη φροντίδα πρέπει να είναι η προμήθεια του σφαχτού. Κάθε σπίτι τώρα πρέπει να ματώσει, δηλαδή κάτι να σφάξει. Σφάζουν κυρίως γουρούνι και σε πολλούς τόπους, όπως στην Πελοπόννησο, εξετάζουν τα σπλάχνα του (σπλήνα, χολή, καρδιά) και βγάζουν από αυτά μαντεύματα για το μέλλον."

Συμπληρώνει ο Βασίλης Λαμνάτος, "Απόκριες για τους ξωμάχους μας, αλλά πιο πολύ για τους τσοπάνηδες και τους τσελιγκάδες μας, θα ειπεί άφθονο φαγοπότι και τρικούβερτο ξεφάντωμα. Θα ειπεί σωστό πανηγύρι, πού'χει μεταβατικό κυρίως χαρακτήρα, γιατί απ'τη χειμωνιάτικη περίοδο, οι πραματολόοι κι όλοι μας, μπαίνουμε στην ανοιξιάτικη. "

Η πρώτη βδομάδα των αποκριών, ξεκινάει την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου μέχρι την Κυριακή του Ασώτου, που μπαίνουμε στο Τριώδιο. Τούτη η βδομάδα "όταν αρχίζουν και σφάζουν τους χοίρους που έχουν και θρέφουν για το σκοπό αυτό, λέγεται Προφωνή ή Προφωνέσιμη, επειδή, όπως είπαμε, σε παλιότερα χρόνια κάποιος από ένα μέρος ψηλό προφωνούσε, δηλαδή διαλαλούσε, ότι αρχίζουν οι απόκριες. Βυζαντινή παροιμία λέγει: προφωνούμαι σοι, πτωχέ, το σακίν σου πώλησον, την εορτή διάβασον, δηλαδή παραγγέλει στο φτωχό να εξοικονομήσει τ'απαιτούμενα χρήματα, πουλώντας στην ανάγκη το σακάκι του, για να περάσει κι αυτός τη γιορτή. Μια όμως νεότερη παροιμία, ναξιακή, συνιστά κάτι απλούστερο: προφωνεύγω σε, φτωχέ, κι αν δεν έχεις ν'αγοράσεις, κλέψε. Οπωσδήποτε δηλαδή πρέπει και ο πιο φτωχός να κάνει αποκριά, να φάγει κρέας. Η εβδομάδα αυτή λέγεται και αμολητή ή απολυτή, επειδή

τότε απολύονται οι ψυχές των αποθαμένων και βγαίνουν στον Απάνω κόσμο." (Γ.Α.Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")

Η δεύτερη εβδομάδα, από της Κυριακής του Ασώτου, μέχρι την Κυριακή της Κρεωφάγου -δηλαδή εκείνη που ξεκινάει αύριο- ονομάζεται Κρεατινή ή ολόκριγια, επειδή τότε οι Χριστιανοί δεν κρατούν Τετάρτη και Παρακευή, αλλά τρώνε "ό,τι νά'ναι".

Τέλος, η τρίτη βδομάδα, της Τυρινής, που ξεκινά την Κυριακή της Κρεωφάγου και τελειώνει την Κυριακή της Τυροφάγου, την παραμονή δηλαδή της Καθαράς Δευτέρας, λέγεται έτσι επειδή κατά τη διάρκεια αυτής καταλύονται κυρίως τα τυροκομικά, μέχρι, μάλιστα, εξαντλήσεώς τους, αφού αμέσως μετά ακολουθεί η αυστηρή νηστεία της Σαρακοστής. Είναι κι η τελευταία βδομάδα των Απόκρεω, η οποία και γιορτάζεται περισσότερο από όλες, με γλέντια και ξεφαντώματα, μασκαρέματα και καρναβάλια. Αναρίθμητα είναι τα έθιμα της εβδομάδας αυτής, κι ιδιαίτερα της τελευταίας Κυριακής της Αποκριάς, που οι ρίζες τους χάνονται πίσω στους αιώνες, τότε ακόμη που αρχαίοι μας πρόγονοι γιορτάζαν προς τιμήν του θεού Διονύσου...

Μας ταξιδεύει ο Βασίλης Λαμνάτος ("Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας") με την όμορφη γραφή του..: "Γι'αυτό τέτοιες μέρες Αποκριάς, ιδιαίτερα εδώ στα κονάκια των τσελιγκάδων, έχεις να ιδείς πολλές ετοιμασίες και να νιώσεις αμέτρητες κι ανείπωτες χαρές. Απ'άκρη, σ'άκρη σ'όλα τα βλαχοκονάκια ετοιμάζονται, από βλαχούλες και βλάχισσες, λογής-λογής φαγητά: Γαλατόπιτες, τραχανόπιτες, τυρόπιτες, κοτόπουλα ψητά στη γάστρα, αρνιά καπαμά, τυριά, ένα σωρό καλόγευστα και πεντανόστιμα φαγητά.

Όλα αυτά γίνονται τ'απόγευμα ανήμερα της Αποκριάς...Αυτή τη μέρα δε γιορτάζουν ποτέ ξέχωρα μόνα τους τα τσοπανοκάλυβα. Σμίγουν δυο, τρία, τέσσερα μαζί, ανάλογα κι αποκριεύουν αγαπημένα και όμορφα. [...]

Τις Μεγάλες Αποκριές, ετσιδά, όπως λένε οι τσελιγκάδες τις Απόκριες της Μεγάλης Σαρακοστής για να τις ξεχωρίζουν απ'τις Μικρές Αποκριές του Σαρανταήμερου, ανοίγουν και το φυλαχτάρι. Κι αυτό είναι ανέρωτο κρασί, ιδιαίτερα φτιαγμένο, που το φυλάνε σε ξεχωριστό βαρέλι για τ'αποκριάτικο τραπέζι.

Αυτό το κρασί από δαύτους, θα τ'ακούσεις και αποκριάτικο κρασί. Ακόμα θα το πάρει τ'αυτί σου και "μαντρίσιο". Τό'χουν, δηλαδή, για το μαντρί, για τους τσοπάνους μαθές και για τους περαστικούς αυτής της μέρας. Τούτο εδώ το πιόμα είναι σπάνιο σε γεύση' αγνοκράσι δυνατό και καλόπιοτο. Το βάζεις στο στόμα σου και μυρίζει άρωμα. Γι'αυτό το κρασί οι τσελιγκάδες λένε πως τραγουδάει μοναχό του, πως λέει πολλά κι ωραία τραγούδια:

Αγγέλω μ' κραίν' η μάνα σου

δεν ξέρω τι σε θέλει.

Σε θέλ' Αγγέλω μ' για νερό

να πας στα παλικάρια.

Τα παλικάρια κι αν διψούν

στη βρύσ' να παν' να πιούνε

κι εγώ θα πάω για κέντισμα

με τ'άλλα τα κορίτσια."

Τούτο το κρασί, το φυλαχτάρι που αναφέρει ο Βασίλης Λαμνάτος, που το κρατούσαν φυλαγμένο και κλειστό σε χωριστό βαρέλι, για να το πρωτοανοίξουν την επίσημη αυτή μέρα της Αποκριάς, μού'φερε στο νου τα Πιθοίγια, την τελετή του ανοίγματος των πίθων του νέου οίνου, που λάμβανε χώρα στην αρχαία Ελλάδα κατά την ενδεκάτη μέρα του μηνός Ανθεστηριώνος κατά τον εορτασμό των Ανθεστηρίων (που συνέπεφταν, πάνω-κάτω με τη δική μας περίοδο της Αποκριάς) προς τιμήν του θεού Διονύσου...



("Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης", Δ.Δημητράκου)


Δεν υπάρχουν σχόλια: