Πέμπτη, 25 Μαρτίου 2010

Φωτιά και τσεκούρι!

Τιμάμε σήμερα τη μνήμη όλων εκείνων των Ελλήνων που αγωνίστηκαν για να λευτερωθεί ο τόπος μας, όλων εκείνων των αληθινών ηρώων που έδωσαν την τελευταία ρανίδα του αίματός τους και έταξαν την ίδια τους την ψυχή στα ιδανικά της πατρίδας και της λευτεριάς...


"Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάστασι, δεν εσυλλογισθήκαμε, ούτε πόσοι ήμεθα, ούτε πως δεν έχομε άρματα, ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις, ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε "πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιτοκάραβα βατσέλα", αλλά ως μια βροχή, έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και οι κληρικού, και οι προεστοί, και οι καπεταναίοι, και οι πεπαιδευμένοι, και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό, και εκάμαμε την Επανάστασι." (Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, "Ο λόγος στην Πνύκα" προς το Ελληνικόν
Γυμνάσιον)

Εις τον τόπο τούτο, οπού εγώ πατώ σήμερα, επατούσαν και εδημηγορούσαν τον παλαιό καιρό άνδρες σοφοί, και άνδρες με τους οποίους δεν είμαι άξιος να συγκριθώ και ούτε να φθάσω τα ίχνη των. Εγώ επιθυμούσα να σας ιδώ, παιδιά μου, εις την μεγάλη δόξα των προπατόρων μας, και έρχομαι να σας ειπώ, όσα εις τον καιρό του αγώνος και προ αυτού και ύστερα απ' αυτόν ο ίδιος επαρατήρησα, και απ' αυτά να κάμωμε συμπερασμούς και δια την μέλλουσαν ευτυχίαν σας, μολονότι ο Θεός μόνος ηξεύρει τα μέλλοντα.[...] Εις τον τόπον, τον οποίον κατοικούμε, εκατοικούσαν οι παλαιοί Έλληνες, από τους οποίους και ημείς καταγόμεθα και ελάβαμε το όνομα τούτο.(Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, "Ο λόγος στην Πνύκα" προς το Ελληνικόν Γυμνάσιον)

«Αυτό οπού μας φοβερίζεις, να μας κόψης και κάψης τα καρποφόρα δέντρα μας, δεν είναι της πολεμικής έργον, διατί τα άψυχα δένδρα δεν εναντιώνονται εις κανένα, μόνον οι άνθρωποι οπού εναντιώνονται έχουνε στρατεύματα και σκλαβώνεις, και έτσι είναι το δίκαιον του πολέμου ...όχι τα κλαδιά να μας κόψης, όχι τα δένδρα, όχι τα σπίτια που μας έκαψες, μόνον πέτρα απάνω στην πέτρα να μην μείνη, ημείς δεν προσκυνούμεν. Τι τα δένδρα μας αν μας τα κόψης, και κάψης την γην δεν θέλει την σηκώσης και η ίδια η γης που τα έθρεψε, αυτή η ίδια γη μένει δική μας και τα ματακάνει. Μόνον ένας Έλληνας να μείνη, πάντα θα πολεμούμε και μην ελπίζης πως την γην μας θα την κάμης δική σου, βγάλτο από το νου σου». (Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, "Απομνημονεύματα", απάντησις προς τον Ιμπραήμ)

«O Ιμπραΐμης μου επαράγγειλε μια φορά διατί δεν στέκω να πολεμήσωμεν (κατά μέτωπον). Εγώ του αποκρίθηκα, ας πάρη πεντακόσιους, χίλιους, και παίρνω και εγώ άλλους τόσους, και τότε πολεμούμε, ή αν θέλη ας έλθη και να μονομαχήσωμεν οι δύο. Αυτός δεν με αποκρίθηκε εις κανένα. Και αν ήθελε το δεχθή το έκαμνα με όλην την καρδιάν, διότι έλεγα αν χανόμουν, ας πήγαινα, αν τον χαλούσα, εγλύτωνα το έθνος μου». (Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, "Απομνημονεύματα")

"Εις τον καιρό του προσκυνήματος εφοβήθηκα μόνο δια την πατρίδα μου, όχι άλλη φορά, ούτε εις τας αρχάς, ούτε εις τον καιρό του Δράμαλη, όπου ήλθε με τριάντα χιλιάδες στράτευμα εκλεκτό, ούτε ποτέ, μόνο εις το προσκύνημα εφοβήθηκα. Η Ρούμελη ήτον όλη προσκυνημένη, η Αθήνα πεσμένη, τα ρουμελιώτικα στρατεύματα διαλυμένα, μόνον η Πελοπόννησος ήταν μεινεμένη με τα δυο νησιά Ύδρα και Σπέτσαις, οπού είχαν δύναμιν. Ο Κιουταχής είχε πάρει προσκυνοχάρτια, επάσχιζε να πάρη κι ο Ιμπραϊμης δια να στείλη εις την Κωνσταντινούπολιν, και όταν ή ο μινίστρος της Αγγλίας ή άλλης δυνάμεως εμεσίτευαν εις τον Σουλτάνον δια την Ελλάδα, να τους αποκριθή, ποιά Ελλάδα; Η Ελλάς είναι προσκυνημένη, και να τα προσκυνοχάρτια τους. Εκτός από μερικοί κακοί άνθρωποι, ιδού οι άλλοι επροσκύνησαν. Τότε αι δυνάμεις δεν είχαν τίποτε να αποκριθούν, και ημείς εχανόμεθα." (Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, "Απομνημονεύματα")

«Εγώ όντας εβγήκα εις τον Άγιον Γεώργιον, έγραψα γράμματα εις τον Γενναίον και εις τον Κολλιόπουλον, οπού ήταν συνταγμένοι, και επετάχθηκσν εις το Λιβάρτζι, την επαρχία την προσκυνημένη (Καλαβρύτων), και τους διέταξα: «Τσεκούρι και φωτιά εις τους προσκυνημένους!» Και έτσι επέρασαν εις το Λιβάρτζι. Τότε έστειλεν ο Μπραϊμης καταπατητάδες, να ιδή που είμαι και τί ασκέρι έχω, και έδωσε ενός Ρωμιού τριακόσια μπαρμπούτια, δια να μάθη πού είμαι και να μου ριχθή επάνω, και εγώ τον έπιασα και έσπειλα εις την δημοσιά και τον εκρέμασα, εις τα Καλάβρυτα, δύο ώρες απ' έξω. Τον εκρέμασα με ένα χαρτί που έλεγε το φταίξιμό του: «Προδότης του Έθνους»»(Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, "Απομνημονεύματα") 

Δεν υπάρχουν σχόλια: