Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2011

Κόλιαντα (χριστουγεννιάτικα κάλαντα.. σαν παραμύθι απ'τα παλιά..)



(Αποσπάσματα από το πολύτιμο βιβλίο του Κώστα Καραπατάκη: "Το Δωδεκαήμερο. Παλιά Χριστουγεννιάτικα Ήθη και Έθιμα" ... Τότε που η ζωή -δύσκολη, ξεδύσκολη- ήταν και τραγούδι...) 

 
"Κάθε βράδυ, όλες τις μεγάλες κι' ατελείωτες νύχτες του χειμώνα, καθισμένοι γύρω, στο τζάκι, κοντά στη φωτιά, μαζί με τα παραμύθια τους και τα χωρατά τους, μάθαιναν και τα τραγούδια που θα λέγανε σ'όλες τις γιορτές του Δωδεκαμέρου.
Έτσι, οι πιο μεγάλοι, άντρες και γυναίκες, συνεχιστές της παράδοσης και της άγραφης ιστορίας των προγόνων τους, γίνονταν οι δάσκαλοι στα παιδιά τους, που με συγκεντρωμένη την προσοχή, όχι μόνο τα λόγια τους αρπάζανε, μα και τον ήχο τους και τα τσακίσματά τους ακόμα.
Σε κάθε σπίτι και το τραγούδι που ταίριαζε. Σε κάθε πρόσωπο και το κατάλληλο τραγούδι.
[...] Πολλές φορές, μόνα τους τα παιδιά, κλείνοντας τα σφαχτά τους στα μαντριά και ασφαλίζοντάς τα καλά από τους λύκους, συγκεντρώνονταν στην κεντρικότερη καλύβα της περιοχής και καθισμένα σταυροπόδι γύρω απ'τη φωτιά, έκαναν πρόβες, μαθαίνοντας τα τραγούδια, που θα λέγανε σε κάθε σπίτι.
Κι' όχι μονάχα τραγουδούσαν, μα κατάστρωναν και σχέδια και προγράμματα, για τις γιορτές και για τα σπίτια που θα περνούσαν. Το πρώτο τραγούδι που μάθαιναν όλοι, ήταν το τραγούδι της Μπάμπως, γιατί
αυτή θα ξαγρυπνούσε την ώρα που θα περνούσαν τα παιδιά, παλεύοντας να εξασφαλίσει το σπίτι από τους καλλικάντζαρους και τους "οξ από δω", κι' αυτήν θα φώναζαν τα παιδιά να τους ανοίξει.  

Κόλιαντα μπάμπω κόλιαντα
κι' εμένα μπάμπω κλούρα.

Στο μεταξύ κι' ώσπου να έρθουν τα κόλιαντα, τα παιδιά ετοίμαζαν τις"ματσούκες", γιατί χωρίς "ματσούκα" κανένα παιδι δεν μπορούσε να πάει στα "κόλιαντα", και στα "Σούρβα" ξαρμάτωτο.
Τις "ματσούκες", που σ'άλλα χωριά της ίδιας περιοχής, τις λέγαν "τζιομάκες", και σ'άλλα "τζιομπανίκες", στα χωριά των Βεντζίων και των Χασίων τις έφτιαχναν με χλωρά ξύλα, προτιμώντας πάντα το ξύλο της κρανιάς, που ήταν ίσιο και σκληρότερο απ' τ 'άλλα. [...]
Οι "ματσούκες", [...] έπρεπε να είναι από χλωρά ξύλα και με χοντρό κεφάλι στο τέλος, που άλλοι το λέγανε "ματσούκι" και άλλοι "τζιομάκι".
Τούτα τα ξύλα, δεν ήταν μόνο σύμβολα της γιορτής, που συμβολίζανε τα ραβδιά των ποιμένων της Βίβλου, μα και προστατευτικά τους μέσα, που θα τους προστάτευαν από τις επιθέσεις των σκυλιών και των παιδιών των άλλων χωριών, που θα επιχειρούσαν να περάσουν το σύνορο του χωριού τους με τη βία.

Μ'αυτές θα χτυπούσαν τις πόρτες των σπιτιών να τους ανοίξουν. Μ'αυτές θ'ανακάτευαν τη χόβολη της φωτιάς σε κάθε σπίτι, για να πούνε τις ευχές, που θάφερναν πλούτη, ζώα, γεια και "παράδες μίρμιρο", σαν τη στάχτη της φωτιάς.
Μ'αυτές θα χτυπούσαν τις νιόπαντρες, για να "παιδοκομήσουν" και μ'αυτές θα χτυπούσαν τ'αμπάρια με τα γεννήματα "για νάναι πάντα γεμάτα με μπερικέτια". Γι'αυτό και τις περιποιούνταν. Γι' αυτό και τις έφτιαχναν και δύο κύκλους στα πλάγια με μελάνη, που τους λέγανε "μάτια", αφού πρώτα τις πελεκούσαν με το σκεπάρνι και τις έκαναν στενές μπρος και πίσω και εξογκωμένες στα πλάγια.
Τα ξύλα τούτα τα "τοτεμικά", είχαν και μια ιδιότητα μέσα τους. Την ιδιότητα να μεταδίδουν τη δύναμή τους και τη γερωσύνη τους σ'όλα τα άψυχα και ζωντανά, που αγγίζανε. Γι'αυτό και χτυπούσαν τ'αμπάρια. Γι'αυτό και χτυπούσαν τις νύφες.

Έτσι, σαν μάθαιναν καλά τα τραγούδια τους κι' ετοίμαζαν και τις "ματσούκες" τους, έκαναν και την τελευταία πρόβα το βράδυ της παραμονής και περίμεναν με αγωνία πότε να φτάσουν τα μεσάνυχτα, για να ξεκινήσουν.
Πόσο μεγάλες και πόσο δύσκολα περνούσαν εκείνες οι τελευταίες ώρες! Πόσα όνειρα και πόσες ελπίδες δεν έκλειναν μέσα τους τότε τα παιδιά!
Οι τζιομπαναραίοι, που τα μαντριά τους ήταν μακριά και φοβόνταν μη δεν προφτάσουν να πάνε στο χωριό τη νύχτα, δεν κοιμόνταν καθόλου εκείνο το βράδυ. Η αγωνία δεν τους άφηνε να κοιμηθούν. Πόσο την περίμεναν τούτη τη βραδιά!
Όλο το χρόνο, σκορπισμένα στα κοπάδια και στους λόγγους, δεν είχαν κανέναν να μιλήσουν, παρά μονάχα τα σκυλιά και λίγους ανθρώπους που τυχόν θα συναντούσαν μέσα στο δάσος και στην ερημνιά.
Τώρα, πόσο χαίρονταν που θα ζούσαν μια μέρα στο χωριό με τους δικούς τους και ιδιαίτερα μ'όλα τα παιδιά του χωριού, που έκαναν καιρό ν'ανταμωθούν!
[...]

Στη Σαρακίνα νύχτα-νύχτα, σαν βλέπανε τα τζιομπανόπουλα την πούλια και τ'αλετροπόδια ν'ανεβαίνουν στον ουρανό και καταλάβαιναν πως πλησίαζαν τα μεσάνυχτα, άρπαζαν τις "ματσούκες", φορούσαν τα "γιακαλιά" ή τα "μαλλιότα" τους και με σηκωμένες τις "κατσιούλες" στο κεφάλι, για να μην κρυώνουν, ξεκινούσαν δυο-δυο, τρία-τρία μεσ' στο πυκνό σκοτάδι της νύχτας, χωρίς να λογαριάζουν λάσπες, χιόνια και παγωνιές. Κι' ώσπου να ξυπνήσουν τα άλλα, που έμεναν στο χωριό, εκείνα ανέβαιναν στο καμπαναριό και χτυπώντας την καμπάνα και το ξύλινο σήμαντρο, φώναζαν: Κόοοοοολιαντα! Κόοοοοολιαντα και Χριστός γεννιέται!!
Τα παιδιά που έμεναν στο χωριό και φιλοδοξούσαν αυτά πρώτα να χτυπήσουν την καμπάνα, σαν βλέπανε που τους προλάβαιναν οι "αγριοτζιομπαναραίοι", πετάγονταν πάνω, σαν αλαφιασμένα και γκρινιάζοντας τις "μπάμπες" τους, που δεν φρόντισαν να τα ξυπνήσουν πιο νωρίς, έριχναν λίγο νερό στα μάτια και με τις ματσούκες στο χέρι, φώναζαν τ'άλλα παιδιά της γειτονιάς και γρήγορα πήγαιναν στα "χαϊάτια" της εκκλησιάς, εκεί που συγκεντρώνονταν κάθε χρόνο.
[...] Έτσι, σαν βγάζανε και τον αρχηγό, ξεκινούσαν όλα μαζί για τα σπίτια του χωριού τραγουδώντας...
Πρώτα θα πήγαιναν στο σπίτι του παπά, ακολουθώντας κι' εδώ την αρχαία συνήθεια "πρώτον από Διός άρχεσθαι".
Ο παπάς, σαν αντιπρόσωπος του Θεού στο χωριό, θεωρούνταν το πιο σεβάσμιο και το πιο ιερό πρόσωπο. Η αρχή έπρεπε να γίνει απ'αυτόν, για να πάρουν την ευχή του και την ευλογία του.[...]




Η παπαδιά, ακούγοντας το τραγούδι και τα χτυπήματα της ξώπορτας, έβγαινε κι' άνοιγε τα παιδιά κρατώντας ένα αναμμένο δαδί στο χέρι κι' ο αρχηγός μπροστά και τ'άλλα κοντά, τραβούσε ίσια στο τζάκι και σκαλίζοντας τη φωτιά με τη ματσούκα του, έλεγε γρήγορα-γρήγορα και φωναχτά:
"Καλημέρα τ'ς αφεντιάς σας! Φέρου γεια, γεροσύνη χαρά! Αμπάρια μι τα στιάρια, βαένια μι κρασί, δερμάτια μι τυρί! Νύφις, γαμπρούς, φουράδις μι τα μπλάρια! Γιλάδις μι τα μ'σκάρια! Γίδις μι τα κατσίκια! Προυβατίνις μι τ'αρνιά! Μάνες μελίσσια! Γρόσια μι του διρμόν! Φλουριά μι του ταψί! Κλουσσαριές μι τα πλιά! Κύρκες, κυρκούλια, γκαβαμάρα στα τουρκούλια, αχώρια τουν Αλή! Προύκα τσιτσιτσί κι' κάτστι καταή!"
"Κάτστι, να κάτσ'ν οι κλουσσαριές", έλεγε τότε η παπαδιά και πήγαινε να φέρει τα "βλιάγματα".
Στο μεταξύ τα παιδιά, κάθονταν κάτω σταυροπόδι και τραγουδούσαν:




[...] Ο παπάς καθισμένος σταυροπόδι δίπλα στο τζάκι με τις πλάτες ακουμπησμένες στον οίχο, έλυνε τότε τη σακκούλα, που την είχε κραμασμένη μ'ένα σκοινί απ'το λαιμό, όπως συνηθίζαν εκείνα τα χρόνια και κερνούσε τον αρχηγό λέγοντας:
-Άϊντι κι τα χρουνάκια σας! Κι τ' χρόν' νάμαστε καλά!
-Κι τ' χρόοοοοοον'!!!
Φώναζαν τότε όλα μαζί τα παιδιά.
Η παπαδιά έφερνε τότε τα "βλιάγματα" σ'έναν δίσκο και τάριχνε στη ντραγατσίκα του αρχηγού ή τάριχνε κάτω στο πάτωμα και τα παιδιά σπρώχνοντας το ένα, το άλλο, τα μάζευαν από κάτω βελάζοντας. Άλλα βέλαζαν σαν αρνιά, άλλα σαν κατσίκια, άλλα μούγκριζαν σαν τα μοσκάρια, άλλα χλιμιντρούσαν σαν τ'άλογα και που και που ακουγόταν κανένα γκάρισμα, κανένα γαύγισμα και κανένα λάλημα πετεινού, για να συμπληρωθεί έτσι ο κύκλος των ζώων του σπιτιού. Γι'αυτό και τα κάστανα, τα καρύδια, τ'αμύγδαλα ή τα ξυλοκέρατα που έδιναν στα παιδιά, τα λέγανε "βλιάγματα" ή"βελαχτάρια" από το βέλεγμα που έκαναν.
Όλα αυτά, καθώς και οι κινήσεις που έκαναν τα παιδιά περπατώντας με τα τέσσερα στο πάτωμα, δεν ήταν, παρά συμβολισμός του πλούτου σε ζώα, κάθε λογίς, που μπορούσε να έχει ένα γεωκτηνοτροφικό σπίτι, όπως ήταν όλα τα σπίτια στα χωριά. [...]
Έτσι, σαν τελείωναν από το σπίτι του παπά και σηκώνονταν να φύγουν, τραγουδούσαν:




[...] Όπως στο σπίτι του παπά, έτσι έκαναν και στ'άλλα τα σπίτια, μόνο που στο κάθε σπίτι λέγαν το τραγούδι που ταίριαζε.

Αν το σπίτι που πήγαιναν ήταν τσελιγγόσπιτο, τότε τραγουδούσαν:
Σε τούτ' τα σπίτια τα ψηλά τα μαρμαροστρωμένα,
εδώχουν χίλια πρόβατα και δυο χιλιάδες γίδια.
Σαν το μελίσσι όντας περνούν, σαν το μελίσσι βάζουν
και σαν το ζερβομέλισσο βάζουνε τα κουδούνια [...]

[...] Αν σε κανένα σπίτι δεν τους άνοιγαν είτε από ιδιοτροπία είτε από τσιγκουνιά, τότε τα παιδιά του λούζανε για τα καλά με το τραγούδι:



Την ώρα που τα "τρανά τα παιδιά" σκορπούσαν για τα σπίτια τους, την ίδια ώρα ξεκινούσαν και τα μικρά, κάτω των 12 χρονών και πήγαιναν κι' αυτά παρέες-παρέες, με τις ματσούκες στο χέρι και τα σακκούλια κρεμασμένα στον ώμο, "για να κάνουν τα κόλιαντα" τραγουδώντας:
"Χριστούγεννα πρωτούγεννα, πρώτη γιορτή του χρόνου..."
[...] Οι νοικοκυρές μοιράζαν και σ'αυτά κάστανα, καρύδια κι' αμύγδαλα και κάτι μικρές "κλούρες", χωρίς τρύπα στη μέση. Τα παιδιά βελάζανε τότε, όπως και τα μεγάλα και τα "βλιάγματα" τα βάζανε στο σακκούλι. Αν οι "κλούρες" ήταν μεγαλύτερες με τρύπα στη μέση, τις λέγανε "κολιαντρίνες" και τις περνούσαν στον "κόλιαντρο", ένα ξυλαράκι ως 15 πόντους μακρύ δεμένο μ'ένα ασπροκόκκινο σκοινί από τη μέση, που τόδεναν από το μπροστινό μέρος του ζωναριού τους και τόριχναν πάνω από τον ώμο στις πλάτες. [...]
Τον "κόλιαντρο" τον ετοίμαζαν κι' αυτόν από νωρίς οι πατεράδες τους, όπως και τις ματσούκες και τον έφτιαχναν, σαν τετράπλευρο ορθογώνιο, που έμοιαζε με μικρό χάρακα. Στη μέση χάραζαν τότε μια "κόκκα" με το μαχαίρι και στις γωνίες έφτιαχναν κάτι μικρές κοκκίτσες, σαν δοντάκια.
Αν ανάμεσα στα μικρά ήταν και κανένα μεγαλύτερο κάπως αγόρι, που έπρεπε να είναι με τα μεγάλα, τότε οι γυναίκες τόπιαναν και το κρεμούσαν τον κόπανο -ένα χοντρό ξύλινο εργαλείο, που μ'αυτό χτυπούσαν τα μάλλινα ρούχα οι γυναίκες στο λάκκο (ρέμα) όταν έπλεναν- και του λέγανε:
- Τί κίντσεις κι συ μι τα μ'κρά; Ισύ ίσι για παντριά!
Αν πάλι, ανάμεσα στα μικρά, πήγαινε και κανένα μεγαλούτσικο κάπως κορίτσι και ανακατευόταν με τάγόρια, τότε οι γυναίκες, για να το μαλώσουν, το λέγανε:
- Τί κίντσεις κι συ μι τα παιδιά! Ή θέλ'ς να σι κατρανώσουμι!
Καμμιά φορά, τα κατράνωναν κιόλας, βάζοντας λίγη κατράνη στα νύχια και στις παλάμες των χεριών τους.
Το να κατρανώσουν ένα κορίτσι, ήταν μεγάλη προσβολή, γιατί ανακατευόταν με τ'αγόρια, πράγμα που απαγορευόταν, για λόγους τιμής. [...]
Στα Γρεβενά, τα κάλαντα τα λέγαν "κόλιντα" κι' έπαιρναν μέρος σ'αυτά παιδιά κάτω των 15 χρόνων, σχηματίζοντας μικρές παρέες κατά γειτονιές.





[...] Ευχαριστημένα ύστερα από τα φιλοδωρήματα που τους έδιναν, τραγουδούσαν:

Σε τούτ' το σπίτι πούρθαμε, πέτρα να μη ραγίσει
κι' ο νοικοκύρης του σπιτιού χρόνια πολλά να ζήσει.
Αν όμως σε κανένα σπίτι δεν τους άνοιγαν, τότε τραγουδούσαν:
Του κασσιδιάρη τ'άλογο στη βατσινιά δεμένο,
τα καλιακούδια το τσιμπούν κι' αυτό μον' καμαρώνει."

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου