Σάββατο, 19 Ιανουαρίου 2008

Το περίπτερο


Γιατί μού'χει μείνει καρφωμένη στο νου η εικόνα τούτη, πέρα από τις τόσες άλλες; Δεν ξέρω... δεν είχε κάτι τόσο ιδιαίτερο ή ξεχωριστό... ούτε θα μπορούσε να ενταχθεί σε κάποια συγκεκριμένη μέρα, να τη συμπεριλάβει κάποια ημερομηνία.. Σε κείνο το περίπτερο πήγαινα συχνά, παιδί για καμιά σοκολάτα, όταν μεγάλωσα για τσιγάρα και πάντοτε για να αφήσω την καλημέρα μου... χρόνια... κοντά δυο δεκαετίες, το ίδιο πρόσωπο πίσω από το παραθυράκι, πότε να με κοιτά συνοφρυωμένο, πότε να μου χαμογελά, πότε μ'εκείνο το βλέμμα το αλλόκοσμο, το ταξιδιάρικο... Και πάντα θα ανταλλάσσαμε δυο κουβέντες παραπάνω, από τα καθημερινά τυπικά «τι κάνεις;», «τι κάνω;» και «καλά κρασιά»! 
Όταν ήμουνα πολύ μικρή, το περίπτερο τό'χε ο παππούς. Αμυδρά τον θυμάμαι... Θυμάμαι μόνο κάτι τσιχλίτσες πού'χε χύμα σ'ένα πλαστικό κυλινδρικό κουτί, σε σχέδιο μπάλας ποδοσφαίρου. Κι όταν μου περίσσευαν τίποτε ψιλά, αγόραζα από αυτές. Ένα πενηνταράκι η μία! Δε θυμάμαι νά'χα αγόρασε ποτέ τίποτά άλλο με πενηνταράκι... αυτή τη θύμιση έχω μονάχα από αυτό. Τη γεύση της τσιχλόφουσκας. Το πενηνταράκι γρήγορα καταργήθηκε και η τιμή της τσίχλας πήγε μια δραχμή. Κάπου τότε που είχα χάσει τον παππού μου. Κι ο γέρος περιπτεράς, που έκαναν τα καλοκαίρια παρέα, με είχε ρωτήσει τότε: «Ο παππούς σου δεν ήρθε;». «Έφυγε...» τού'χα απαντήσει, θά'μουν δε θά'μουν έξι χρονών... Μού'χει μείνει τούτο το «Έφυγε...» που είχα συλλαβίσει τότε... δεν ξέρω γιατί... Κι ούτε ξέρω γιατί δεν είπα «πέθανε», για παράδειγμα. Μετά από λίγο καιρό, «έφυγε» κι ο περιπτεράς ...; 
Κι ύστερα, για χρόνια, το ίδιο πρόσωπο... Κάθε, μα κάθε μέρα εκεί, σταθερά κι ο χρόνος περνούσε... Και μεγάλωνα... Κι έφευγα κι ερχόμουν κι εκείνος εκεί. Ένα με την πλατεία. Ένα με το γέρο πλάτανο. Κι εγώ να χαζολογώ και να πιάνουμε την κουβέντα. Και μού'δειχνε κάτι παράξενες μάρκες τσιγάρων, που δεν πολυκυκλοφορούσαν, με καπνό «σέρτικο, βαρύ, τον καλύτερον», που επέμενε να τις προμηθεύεται κι ας μην τις τιμούσε η περιορισμένη πελατεία του. Κι έτσι κάθε φορά που κανένας τουρίστας ρωτούσε με δισταγμό, αντικρίζοντας το παλιό ξύλινο περίπτερο του μικρού χωριού, «Μπας και έχετε...;», το πακέτο προσγειωνόταν με φόρα μπροστά του. Κανένας δεν έφευγε παραπονεμένος. Τουλάχιστον από τα προϊόντα. Γιατί τότε, τα περίπτερα δεν ήταν έτσι όπως σήμερα πολυφορτωμένα, αλλά εκείνο είχε μεγαλύτερη ποικιλία σε τσιγάρα, σοκολάτες και ζαχαρωτά ακόμα κι από κείνα τα διάφορα συνοικιακά της Αθήνας! 
Βέβαια, πολλοί έφευγαν παραπονεμένοι ή ακόμα κι οργισμένοι, για άλλο λόγο. Για τη σιωπή... Γιατί, όταν βαριόταν, δε μιλούσε. Ούτε μια καλημέρα του Θεού... Ούτε καν, να απαντήσει σε μια απλή απορία «Από πού πάνε για...;» ενός νέου επισκέπτη. Σιωπούσε και, μοναχά, σε κοίταζε με ένα ανέκφραστο, εγκλωβισμένο σε κρυφές εικόνες, βλέμμα. `Ασε που μπορούσε να πετάξει και κανένα σιχτίρισμα, αν επέμενες! Αλλά, εγώ δεν είχα τέτοιο πρόβλημα. Σε μένα μιλούσε και με τις ώρες... Κι αν κάποτε δε γούσταρε να πει καλημέρα, ας μην την έλεγε. Θα την άκουγα την επομένη διπλή, μ'άλλες λέξεις. Βέβαια, είχαμε κι εμείς μια φορά τσακωθεί... 
Ούτε που θυμάμαι τι συζητούσαμε κατά καιρούς... Για τους ανθρώπους, για τη μουσική, ακόμη και για τα αγριολάχανα που μαζεύουνε για να βράσουνε σαλάτα. `Αλλες φορές πάλι, σα να μη λέγαμε τίποτα, απλά χαζεύαμε τις μυρωδιές και τους ήχους γύρω μας. 
Αλλά μού'χει μείνει εκείνη η εικόνα... Χειμώνας... ερημιά... ξερά βρεγμένα πλατανόφυλλα στις γκρίζες πλάκες, κρύο τσουχτερό και σκοτάδι. Εγώ απ'έξω τυλιγμένη σ'ένα χοντρό παλτό, εκείνος μέσα με το παραθυράκι ανοιχτό, να κουβεντιάζουμε... Τσιγάρα νά'χα πάει να αγοράσω; Που θυμάμαι.. Θυμάμαι μονάχα που κάπως έτσι, μια τέτοια εικόνα ξόρκιζε τη μοναξιά της έρημης νύχτας στο χωριό...και το περίπτερο ήταν πάντα εκεί, ανοιχτό, φωτισμένο κι ας κόντευαν μεσάνυχτα, κι ας είχαν χαθεί τα βήματα των ανθρώπων μέσα στα ζεστά κονάκια, κι ας είχαν αποκοιμηθεί ακόμα κι οι σκιές...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου