Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2013

Η Αγια-Βαρβάρα, η ευλογιά, το μέλι και τα τρίστρατα!

Φτάσανε και πάλι τα Νικολοβάρβαρα ! Της Αγια-Βαρβάρας σήμερα, κι αν και παλαιότερα έχω ξαναγράψει περί των λαογραφικών της ημέρας τούτης, επειδή οι παραδόσεις του λαού μας είναι αστείρευτες, θα της αφιερώσω μία ακόμη ανάρτηση...

Η Αγια-Βαρβάρα κι η ευλογιά:

Σύμφωνα με μία από τις επικρατέστερες παραδόσεις, "η αγία Βαρβάρα ήταν από μικρή Χριστιανή, πολύ όμορφη. Ο πατέρας της ζήτησε να την παντρέψει με ειδωλολάτρη βασιλιά. Η αγία παρακάλεσε το Θεό, να βγάλει την "ευλογιά", να την ασχημίσει. Ο Θεός την άκουσε, και μαζί της έδωσε το χάρισμα να θεραπεύει ευλογιά και ιλαρά". [Θεσσαλία-Τύρναβος] Οι παραλλαγές ποικίλουν. Η παράδοση στη Σάμο καταγράφει: "Η αγία Βαρβάρα ήταν όμορφη κοπέλα, που άρσεσε σε πολλούς, ακόμα και στον πατέρα της. Την κηνύγησε κάποτε, για να της κάμει κακό. Αυτή έτρεχε και παρακαλούσε το Θεό να τη σώση. Ένας βράχος άνοιξε και την έκλεισε μέσα. Εκεί η αγία παρακάλεσε το Θεό να την κάμει ν'αρρωστήσει μ'ευλογιά, για να παραμορφωθεί και να μην την κυνηγούν. Έτσι κι έγινε. Όταν βγήκε από το βράχο δεν την αναγνώριζαν. Από τότε την επικαλούνται όσοι πάσχουν από λέπρα κι ευλογιά." (Δημητρίου Λουκάτου, "Συμπληρωματικά του χειμώνα και της άνοιξης")

Καταπληκτική είναι η παραλλαγή της κρητικής παράδοσης που διασώζει ο Νίκος Ψιλάκης στο έργο του "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη": "Στην Κρήτη πιστεύανε πως 
"έλαμπε σαν τον ήλιο η μούρη τζης, ήτανε όμορφη και την ερέγουνταν όλοι. Για να μην παντρευτεί έναν ειδωλολάτρη που την εζύγωνε, ήδωκε μια τση πέτρας και η πέτρα άνοιξε και μπήκε μέσα και έμεινε εκεί για να την ξεχάσουν. Τότες επαρακάλεσε το Θεό να της αλλάξει το πρόσωπο, να την κάμει άσκημη, να μη τζη σιμώνει κανένας. Ο Θεός τσή 'πεψε την Ευλογιά και αυτή τση έκαμε τζιμπήματα σα δαγκάματα στο πρόσωπο. Επέρασε καιρός και κανένας δεν την εγνώρισε. Ούτε ο πατέρας της την εγνώρισε. Επήγε στο σπίτι του ντυμένη ατζιγγάνα και την ελυπήθηκε που την είδε βλογιασμένη και τση πέταξε ένα κομμάτι ψωμί, αυτός που δεν έδινε ούτε τ'αγγέλου του νερό...".
Στην παραπάνω παράδοση η Ευλογιά δεν εμφανίζεται ως νόσημα, αλλά ως γυναίκα που προκαλεί δαγκώματα στο πρόσωπο και αφήνει μόνιμες ουλές. Η δοξασία αυτή είναι πανελλήνια. Ωστόσω, στην Κρήτη η Αγία Βαρβάρα, εκείνη που προκάλεσε την αρρώστια της 
"κρατεί μια βέργα και όπου δει την ευλογιά δεν την αφήνει ούτε να σταθεί. Όταν είδε τη μούρη τζης στον καθρέφτη εφοβήθηκε και έκλεισε με τα χέρια τα μάτια τζης για να μη θωρεί. Επαρακάλεσε, λοιπόν, το Θεό να τση δώσει τη χάρη να γιατρεύει την ευλογιά. Κι ο Θεός δεν τση χάλασε χατήρι." "

Η πικροδάφνη:

Ο Δημήτρης Λουκάτος σημειώνει και μια γοητευτική λεπτομέρεια από την αντίστοιχη παράδοση της Νάξου που συνδέει την αγία με τις πικροδάφνες! Η Βαρβάρα, ζητώντας να γίνει άσχημη, λυπάται και την ομορφιά της που δε θέλει να χαθεί ολότελα κι έτσι "απευθύνεται στα βουνά, στα δάση και στην πικροδάφνη και λέει:
-Πάρτε, όρη, τα κάλλη μου, και δάση τα μαλλιά μου,
κι εσείς, αγριοπικροφύλλαδα, πάρτε την ομορφιά μου."
Κι από τότε, λοιπόν, η πικροδάφνη πήρε την ομορφιά της και ανθίζει όμορφα λουλούδια!


Τα τρίστρατα:

"Στην Κρήτη συνήθιζαν να κάνουν δοξολογίες σε όλα τα τρίστρατα όταν διαφαινόταν απειλή επιδημίας. Και οι λιτανίες σταματούσαν υποχρεωτικά όχι μόνο στα σταυροδρόμια, όπως συνέβαινε σε όλες τις λιτανεύσεις, αλλά και στα τρίστρατα όπου έριχναν αγιασμό." (Νίκος Ψιλάκης, "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη")

Αλλά και σύμφωνα με το Λουκάτο, που παραθέτει στοιχεία από το έργο του Δημητρίου Αρχιγένη, "Η ζωή στη Σμύρνη", "μόλις φανερωνόταν στη Σμύρνη "συρμός", δηλ. επιδημία της ευλογιάς (που από φόβο την έλεγαν και "γλυκιά" και "μελογαλούσα"), οι φτωχογειτονιές ιδιαίτερα καλούσαν τον παπά γι'αγιασμό, που τον εδιάβαζε στη μέση του τρίστρατου, κι άγιαζε μ'αυτόν τον γύρω χώρο και τους ανθρώπους."

Το μέλι:

Και συνεχίζει το απόσπασμα του Λουκάτου: "Κι αφού έφευγε ο παπάς, οι νοικοκυρές που είχανε μικρά παιδιά, στήνανε στο τρίστρατο ένα τραπέζι χαμηλό, μεγάλο κι απάνω του ακουμπούσαν μια "λεγένη" μελό-γαλο και πανεράκια με φέτες από ψωμί ζεστοφούρνιστο. Τρεις μητέρες έπρεπε να παρασταθούν. (Δεν θυμίζουν τις Τρεις Μοίρες;). Η μία έκοβε τις φέτες το ψωμί' η άλλη βουτούσε την κάθε φέτα στο μελόγαλα' κι η τρίτη επασπάλιζε το μελόψωμο αυτό με κανέλλα και τό'δινε στο κάθε παιδί, που είχαν μαζευτεί. Και τού'λεγε να πει: ¨Μέλι και γάλα στη στράτα τση!" δηλ. της προσωποποιημένης Ευλογιάς."

Μια αντίστοιχη μικρασιατική εκδοχή (Σιγή, Μ.Ασίας) παραθέτει και ο Γεώργιος Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας"): "παίρνουν προζύμι και κάνουν μια πίτα με αλεύρι, την ψήνουν στο φούρνο και, άμα ψηθεί, την περιχάνε με το μέλι. Τη βάζουνε κατόπιν πάνω σ'ένα τραπέζι και το τραπέζι το βάζουν πάνω σ'ένα τριδρόμι. Εκεί πάει ο παπάς και κάνει παράκληση' κατόπιν την κόβει η νοικοκυρά και την μοιράζει στον κόσμο. Από το μέλι της πίτας κάνουν σταυρό στην πόρτα τους. Όσον καιρό είναι επιδημία η "ευλογημένη" μοιράζουν όλο γλυκά."

Όσο για την Κρήτη: "Το γλυκό της ημέρας της εορτής έχει πάντα μέλι. Σε πάρα πολλά χωριά της Κρήτης, ιδιαιτέρως σ'αυτά που υπήρχε ναός της Αγίας, συνήθιζαν να κάνουν λουκουμάδες. Μόνο στα παιδιά και στους αρρώστους έδιναν γάλα, επειδή πίστευαν ότι με μέλι και με γάλα γιατρεύεται η ευλογιά, άρα ο ίδιος συνδυασμός μπορεί και να αποτρέψει την αρρώστια. Οι μεγάλοι δεν έπιναν γάλα, λόγω σαρακοστής." (Νίκος Ψιλάκης, "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη")



Τα κόλλυβα:

Όμως πέρα από το μέλι και τις μελόπιτες, πολλαχού στον ελληνικό χώρο συνηθίζαν να ετοιμάζουν κόλλυβα ή κολλυβοζούμι σαν προσφορά. Ο Γεώργιος Μέγας, αναφερόμενος στο Μπαϊντίρι της Μ.Ασίας σημειώνει πως την παραμονή της γιορτής: "Οι γειτόνισσες κάθε σταυροδρομιού πήγαιναν η καθεμιά από κάτι που χρειάζουνταν, για να γίνει η "βαρβάρα", δηλαδή η εορτάσιμος πανσπερμία. Άλλη πήγαινε το στάρι, που το κοπάνιζαν εκεί "έξω στο σταυροδρόμι", άλλη τη ζάχαρη, τις σταφίδες, το αμύγδαλο, το καρύδι, τα μυρωδικά και "εκεί έξω την έβραζαν". Το πρωί φώναζαν έναν παπά να την διαβάσει και κατόπιν τη μοίραζαν στα σπίτια τους με τις ρετσελόκουπες.".



Και συνεχίζει παρακάτω: "Κόλλυβα, που λέγονται σπερνά, βράζουν την ημέρα της γιορτής τα περισσότερα σπίτια στο Αργοστόλη κ.α. και "τα πηγαίνουν μέσα σε κανίστρια αποβραδίς στον εσπερινό στην εκκλησία. Τα κάνουν για να τους φυλάει από την ευλογιά. Από τα διαβασμένα σπερνά παίρνουν ως 40 κλωνιά και τα περνούν με το βελόνι σε μια κλωστή, σαν χάνδρες. Γίνεται έτσι ένα μικρό κομπολόγι, περιδέραιο, που το βάζουν απάνω από το κεφάλι της αγ.Βαρβάρας (το κόνισμα του σπιτιού), κρεμασμένο από το ίδιο καρφί με το εικόνισμα. Εκεί μένει όλο το χρόνο κι είναι φυλαχτικό, να μη μπει η αρρώστια στο σπίτι."

Ανάλογα έθιμα καταγράφει κι ο Λουκάτος: "Στα χωριά της Ξάνθης, βράζουν σιτάρι, χυλωμένο με αλεύρι, με ζάχαρη και μυρωδικά, "τη βαρβάρα", όπως λένε, και τα μοιράζουν στα σπίτια." Στη Δράμα, όπου η αγία Βαρβάρα είναι και πολιούχος, "βρέχουν αποβραδίς σιτάρι, το κοπανίζουν να φύγει η φλούδα, το βράζουν μαζί με όσπρια, ώσπου να γίνει χυλός και το σερβίρουν σε κούπες. Στολίζουν την επιφάνεια του χυλού με σχέδια από ψίχα καρύδι, κανέλλα, γαρύφαλλο, να φάει όλη η οικογένεια, και το πρωί μοιράζουν τρεις κούπες σε τρία σπίτια που έχουν παιδιά. (Αν έχει κι η οικογένεια παιδιά μπορεί να λάβει από άλλους.)". Στα χωριά της Καβάλας, "φτιάχνουν πολτό από στάρι και όσπρια, σαν κολλυβόζουμο. Στο σιτάρι ρίχνουν από εννιά σπόρους(συμβολικός αριθμός, που επιδιώκεται πάντα μονός) του κάθε είδους όσπριο: φασόλια, φακές, ρεβύθι, καλαμπόκι κ.α. (θύμηση κι εδώ των σπυριών της αρρώστιας). Στον χυλό αποπάνω ρίχνουν ζάχαρη, κανέλλα, αμύγδαλα, καρύδια (ο γλυκασμός για την ευλογιά, που ευφημιστικά τη λέγανε "γλυκιά"). Τον πηχτό αυτό χυλό, που τον λένε "τα βάρβαρα", τον πήγαιναν παλιότερα στην εκκλησία, το πρωί, να λειτουργηθεί, κι ύστερα τον μοίραζαν ανταλλακτικά (μέσα σε πιάτα ή κούπες) σε εννιά (πάλι) σπίτια."



Από την άλλη, ο Νίκος Ψιλάκης μας πληροφορεί πως στην Κρήτη καθιερωμένο εθιμικό φαγητό τη μέρα τούτη, που πέφτει μέσα στη νηστεία των Χριστουγέννων, είναι τα ρεβύθια και πως "τα μικρότερα όσπρια (φακές, παπούλες) δε χρησιμοποιούνται εκείνη τη μέρα γιατί θυμίζουν σπυράκια"! Και παρατηρεί πως "ίσως η χρήση τους σε μια διαδεδομένη θεραπευτική πρακτική (το σκέπασμα των πληγών με ροβιθόζουμο) να έγινε αιτία ώστε να αποκτήσουν και προληπτικό χαρακτήρα."

Τα παιδιά και οι λοιπές παθήσεις:

Επιπλέον, "εκτός από την ευλογιά η Βαρβάρα θεωρήθηκε στην Κρήτη και προστάτιδα των παιδιών από άλλες αρρώστιες, όπως η ανεμοβλογιά και η ιλαρά, δηλαδή από νοσήματα που εκδηλώνονται συνήθως στην παιδική ηλικιά. Επίσης πιστευεται ότι προστατεύει από παθήσεις των οφθαλμών και από αιφνιδίους θανάτους." (Νίκος Ψιλάκης, "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη")

Πυροβολικό:

Αλλά η αγία Βαρβάρα είναι προστάτιδα και του Πυροβολικού. Αυτή η ιδιότητά της συνδέεται με την παράδοση πως ο ίδιος της ο πατέρας τη βασάνισε και τη σκότωσε (βλ. Οι παραδόσεις μας κι η Αγιά Βαρβάρα) και πως η Θεία Δίκη ήρθε πάνω του με μορφή κεραυνού! Σημειώνει ο Λουκάτος: "Η εικονογραφία της αγίας δείχνει την ίδια με κόκκινο ιμάτιο του αίματος και με ποτήριο του μαρτυρίου, και στο βάθος πίσω της τον πύργο "της φυλακής" με το τριπαράθυρο λουτρό, και κάποτε τη σφαγή από τον πατέρα της, με τον κεραυνό, που τον τιμώρησε." Και: "Πολλαπλή απόρροια από το γενικό συναξάρι της... είναι, από το ένα μέρος, η αναζήτηση της προστασίας της σε διάφορες σχετικές περιστάσεις (σε μολυσματικές αρρώστιες, σε αστραπόβροντα, σε πυρκαϊές, σε πολεμικούς βομβαρδισμούς, σε φυλακίσεις, σε καταπλάκωση ορυχείων,κ.α., κι από το άλλο η ανακύρηξή της σε πάτρωνα-προστάτρια σχετικών επαγγελμάτων και συντεχνιών, όπως των πυροβολητών, των πυροσβεστών, των μεταλλορύχων, αρχιτεκτόνων και οικοδόμων."

Η σκούπα:

Επίσης, μια δεισιδαιμονία που αναφέρει ο Μέγας για τη μέρα αυτή είναι πως "οι γυναίκες δε σκουπίζουν' την κρύβουν μάλιστα τη σκούπα "για τα παιδιά 'είναι καλό." (Καστοριά)."

Τα καραβάκια:

Στη Δράμα, όπου και είναι πολιούχος η Αγία, λαμβάνει χώρα κι ένα ακόμη ιδιαίτερο έθιμο (πηγή: http://local.e-history.gr/pages/viewpage.action?pageId=8487698, 2ο Γυμνάσιο Δράμας, Αναστάσης Παπουτσής):
"Το όνομα της περιοχής είναι συνδεδεμένο με την εκκλησία της Αγίας Βαρβάρας, πολιούχου της Δράμας, που υπάρχει στην περιοχή. Η σημερινή εκκλησία κτίστηκε το 1920 πάνω από τη λιμνούλα. Το ψηλό καμπαναριό της αντικατοπτρίζεται στο βυθό των νερών, στο χώρο που λένε ότι υπήρχε το παλιό εκκλησάκι. Η παράδοση διατηρεί ακόμα τους θρύλους γύρω από το χτίσιμο της εκκλησίας. Σύμφωνα με την παράδοση, κατά τους Βυζαντινούς χρόνους υπήρχε ένα εκκλησάκι στο χώρο που βρίσκεται σήμερα η λίμνη. Οι Τούρκοι, όταν κατέλαβαν την πόλη το 1380, το γκρέμισαν και στη θέση του προσπάθησαν να φτιάξουν ένα τζαμί. Με θαύμα της Αγίας Βαρβάρας όμως, κατά την ημέρα της γιορτής της πλημμύρισε η περιοχή και το κτίσμα δεν ολοκληρώθηκε ποτέ.
Οι κάτοικοι το θεώρησαν θαύμα της Αγίας -την οποία και ανακήρυξαν Πολιούχο της πόλης- καθιερώνοντας από τότε κάθε παραμονή της γιορτής της, στις 4 Δεκεμβρίου, το εξής έθιμο: πολλά νεαρά κορίτσια της πόλης πήγαιναν την παραμονή της γιορτής στον εσπερινό που τελούνταν και αφού έπεφτε το σούρουπο, άναβαν κεριά στον ανατολικό τοίχο της λίμνης. Όση ώρα καίγονταν τα κεριά, οι νεαρές κοπέλες προσεύχονταν για υγεία και ένα καλό "τυχερό", αφού η Αγία Βαρβάρα, εκτός από προστάτιδα του Πυροβολικού, ήταν και προστάτιδα των κοριτσιών που τις προφύλαγε από γλωσσοφαγιά και βοηθούσε τα τυχερά του γάμου τους. Πολλά μάλιστα από τα νεαρά κορίτσια τοποθετούσαν αναμμένα κεριά σε μικρές ξύλινες σανίδες και τα έριχναν στην λίμνη. Τότε εκφράζανε τις ευχές τους και, ανάλογα με την πορεία που θα είχε η σανίδα με τα κεριά, έβγαιναν αληθινές. Θεωρούσαν αποτυχία αν έσβηναν τα κεριά, αλλά αυτό δεν τις πτοούσε τόσο, αφού έτρεφαν την ελπίδα ότι εκείνο το βράδυ θα εμφανιζόταν η Αγία στον ύπνο τους και θα εκπλήρωνε τις ευχές τους. Την άλλη μέρα, ανήμερα της γιορτής και κοντά στο χάραμα, μαζεύονταν πάλι τα νεαρά κορίτσια στην λίμνη και αφού πλένονταν με τα νερά που θεωρούσαν ότι είχε αγιάσει η Αγία από το προηγούμενο βράδυ, καλημερίζονταν μεταξύ τους και έδιναν ευχές η μία στην άλλη. Έπειτα παρακολουθούσαν τη Θεία Λειτουργία και φεύγοντας έπαιρναν μαζί τους σε ειδικό σκεύος, λίγο από το αγιασμένο νερό της λίμνης.


Σήμερα, το έθιμο αυτό συνεχίζεται από δεκάδες παιδιά της πόλης. Την παραμονή της γιορτής τα μικρά παιδιά ρίχνουν καραβάκια στολισμένα με κεριά στη λιμνούλα. Γίνεται μάλιστα και διαγωνισμός και βραβεύεται το καλύτερο από αυτά.
Επίσης, το απόγευμα της παραμονής της γιορτής της Πολιούχου, δηλαδή στις 3 Δεκεμβρίου κάθε χρόνο, γίνεται λιτάνευση της Ιερής Εικόνας της Αγίας Βαρβάρας από το φερώνυμο ναό στους κεντρικούς δρόμους της πόλης.
Στη συνέχεια προσφέρεται η παραδοσιακή "βαρβάρα" (γλυκιά σούπα που μαγειρεύουν οι νοικοκυρές της Δράμας κάθε χρόνο) από την Ένωση Κυριών Δράμας και όλοι κατευθύνονται στη λίμνη, για να ρίξουν τα παιδιά τα καραβάκια τους."


Η Εκάτη:

Οι προσφορές κι οι αγιασμοί στα τρίστρατα (τριόδους), οι μελόπιτες και το μέλι, τα πολύσπορα, κλπ, υποδηλώνουν μια άμεση σύνδεση με αρχαιοελληνικά (προχριστιανικά) λατρευτικά έθιμα, μια σύνδεση/συνέχεια που, προφανώς, λαμβάνει χώρα σε πάρα πολλά από τα έθιμα και τις παραδόσεις του τόπου μας.
Η τρί-οδος που περικλύει τον διαχρονικά σημαντικό και συμβολικό αριθμό τρία και που συνδέεται και με άλλα εθιμικά στοιχεία, όπως το κάψιμο του πρωτομαγιάτικων στεφανιών του Άη Γιαννιού...
Τα πολύσπορα (ή κόλλυβα) που συνήθως έχουν να κάνουν με απαρχές καρπών και αποτελούσαν προσφορές και των αρχαίων μας προγόνων, όπως, π.χ., κατά τα πυανέψια)...
Το πολύτιμο και θεραπευτικό μέλι που προσφερόμενο ως "πλακούντας" ("μελόπιτα") ή ως "πελανός" (=παχύρρευστο μείγμα εξ αλεύρου, μέλιτος και ελαίου χεόμενον επί των βωμών ως προσφορά, ως θυσία εις τους θεούς//ομ. και καιόμενον επί των βωμών// ομ. αναφέρεται απλώς ως θυόμενος: Αισχ.Περσ.204 "αποτρόποισι δαίμοσι...θύσαι πελανόν", λεξικό Δ. Δημητράκου), ή ακόμη ως "μελίκρατο" (=κράμα τι μέλιτος και γάλακτος, προσφερόμενον εις τας ψυχάς των νεκρών και τους καταχθονίους θεούς: Οδ.κ519 "χοήν χείσθαι πάσιν νεκύεσσι, πρώτα μελικρήτω, μετέπειτα δε ηδέϊ οίνω", λεξικό Ι. Πανταζίδη)...

Σύμφωνα με το Γεώργιο Μέγα: «Θα ήταν πραγματικά δύσκολο να εξηγηθούν οιμελόπιτες, η πανσπερμία και η έκθεσή τους στο «τρίστρατο», αν δε μας βοηθούσαν οι γνώσεις μας για την αρχαία κουροτρόφο θεά, την Εκάτη. Οι Έλληνες πίστευαν πως η Εκάτη, ως ενοδία ή τριοδίτις θεά, ήταν εγκατεστημένη στα τρίστρατα, όπου προς το βράδυ, τις τελευταίες μέρες του μήνα, όταν δηλαδή άρχιζε η νέα σελήνη, τοποθετούσαν πάνω στους βωμούς και κάτω από τα αγάλματα τροφές για τη θεά, τα λεγόμενα «Εκαταία» ή τον «Εκάτης δείπνον». Αν λάβουμε υπόψη, ότι αυτός ο τρόπος ετοιμασίας και έκθεσης των προσφορών στην Αγία Βαρβάρα συναντάται ιδιαίτερα στη Μ.Ασία και ότι η λατρεία της Εκάτης επικρατούσε κυρίως εκεί (από όπου η τριοδίτις θεά μεταφέρθηκε νωρίς στην αρχαία Ελλάδα ως θεά της μαγείας) καταλαβαίνουμε ποια αρχαία θεότητα αντικατέστησε, ως βοηθός του ανθρώπου, η Αγία Βαρβάρα.»
Αλλά ας δούμε τί γράφει περιληπτικά και ο Αθανάσιος Σταγειρίτης στην "Ωγυγία" (ή Αρχαιολογία) του σχετικά με τα δείπνα της Εκάτης:


Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2013

Το παραμύθι της Χελιδόνας....

Η ιστορία - ή το μύθι-μύθι παραμύθι....- της Χελιδόνας από τις "Παραδόσεις" του λαογράφου μας Νικολάου Πολίτου....:



"Ένα παλικάρι αγαπούσε μια νέα που δεν έδινε καμιά προσοχή σ'αυτόν. Για την πάρει λοιπόν, τί κάμει; Άλλαξε τα ρούχα του και πουλούσε στους δρόμους μήλα. Ήλθε κι από κάτω απ'το σπίτι της αγαπητικιάς του και φώναζε: "Μήλα, μήλα καλά!". Εκείνη, δεν τον γνώρισε και τον ρωτά: "Πόσο τα δίνεις τα μήλα;". "Όλα, κυρά μου, τα δίνω για ένα σοινίκι κεχρί." λέει αυτός. "Καλά, έλα να τ'αγοράσουμε μεις." του λέει η νέα. Μπήκε αυτός, πήρε το σοινίκι, έδωσε τα μήλα. Aλλά κει που έκανε ν'αδειάσει το κεχρί, το έχυσε επιταυτού καταγής, κι εκάθησε ύστερα να το μαζέψει στο σάκο του σπυρί, σπυρί. Η νέα είδε αυτή την ανοησία του νέου κι εγέλασε, και του είπε πως δεν γίνεται αυτό, να μαζέψει έτσι όλο το κεχρί και να του δώσουν άλλο σοινίκι. Εκείνος όμως δεν εδέχτηκε, και είπε πως δεν μπορεί να κάμει αλλιώς, έτσι θα το μαζέψει. Κι eμάζωνε όσο που ενύχτωσε. Τότε παρεκάλεσε να τον αφήσουν να μείνει την νύχτα στο σπίτι για να τελειώσει τη δουλειά του. Εκείνοι δεν υποπτεύθηκαν τίποτα, και γι' αυτό δεν εδυσκολεύθηκαν να τον αφήσουν, τον ελεεινολογούσαν μόνο για την επιμονή του την ανόητη.

Όταν πήγαν όλοι να πλαγιάσουν, ο νέος παρατήρησε καλά που θα κοιμηθεί η αγαπητικιά του, και τα μεσάνυχτα μπήκε στην κάμαρή της, την άρπαξε, και έφυγε χωρίς να τον καταλάβει κανείς, ούτε η ίδια η νέα, γιατί εκοιμότουνε βαθιά. Σαν εξημέρωσε, τότε μόνο κατάλαβε πως δεν ήταν στο πατρικό της σπίτι αλλά σε ξένο, κοντά στον νέο εκείνο που την αγαπούσε χωρίς αυτή να τον αγαπά. Αμέσως εννοήσε την παγίδα που της έστησε, κι αποφάσισε να μην τον αφήσει να του περάσει ο σκοπός του. Αποφάσισε λοιπόν να μη βγάλει μιλιά. Έκαμε εκείνος χίλια δύο για να βγάλει ένα λόγο από το στόμα της, αλλά εστάθη αδύνατο: Εκείνη έμενε σα βουβή.


Έτσι επέρασε πολύς καιρός. Και αφού είδε ο νέος πως του κάκου εβασανίζετο, αποφάσισε να παντρευτεί άλλη, που να μιλεί τουλάχιστο. Εκεί που εγίνετο το στεφάνωμα, ήτανε μπρος και η νέα, και από την λύπη της την πολλή, ξεσυνοϊσμένη, δεν κατάλαβε πως η λαμπάδα που κρατούσε στα χέρια εκάη τόσο, που παρ'ολίγο να κάψει και τα δάχτυλά της. Η νύφη, σαν είδε αυτό, δεν εκρατήθη, και ανάσυρε το νύφιασμά της και της εφώναξε:

"Άϊ, καημένη! Αν είσαι β'βή και βώκου,

δεν είσαι και τυφλή τυφλώκου."

Η νέα, που έως τότε εκαμώνετο, επειράχθη πολύ και γυρίζει και λέει της νύφης: "Τρία χρόνια υπόφερα εγώ χωρίς να βγάλω μιλιά, κι εσύ μια στιγμή δε μπόρεσες να υποφέρεις χωρίς να μιλήσεις;". Ν'ακούσει ο νέος την αγαπημένη του να μιλεί, εχύθη απάνου της να την πιάσει. Την άρπαξε απ'τις πλεξίδες, αλλ' εκείνη γένηκε χελιδόνι και οι πλεξίδες έμειναν στα χέρια του αγαπητικού της. Μόνον δύο της απόμειναν, κι αυτές είναι η ψαλιδωτή ορά του χελιδονιού." (Στενήμαχος της Θράκης)

Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2013

Άγιος Ανδρέας ο "Τρυποτηγανάς", οι τηγανίτες κι οι απαρχές του λαδιού!

Τελευταία μέρα του Νοεμβρίου, ή "Αγ'Αντριά" όπως τον λεν, είναι του Αγίου Αντρέα, του επονομαζο μένου "Τρυποτηγανά", καθώς τη μέρα της γιορτής του συνηθίζανε να τηγανίζουν λαλαγγίτες ή λουκουμάδες και λέγαν πως όποια νοικοκυρά το αμελήσει τούτο το έθιμο θα της τρυπούσε ο άγιος το τηγάνι! Δεν είναι και παράξενο που η μέρα τούτη συνδυάστηκε με τηγανιτές λιχουδιές, καθώς είναι μέρα γιορτινή που πέφτει σε περίοδο νηστείας (βλ. Σφουγγάτε τα χειλούδια σας του Άη Φιλίππου διάβη..) και μάλιστα σε μια εποχή που βγαίνει το πρώτο λάδι της χρονιάς. Έτσι κι αλλιώς στα μέρη μας, με το πρώτο λάδι -όπως και με το τελευταίο- συνηθίζαν να φτιάχνουν λουκουμάδες και λαλαγγίτες για να γλυκαθούν και να το εγκαινιάσουν!


Πολύ σωστά σημειώνει ο Νίκος Ψιλάκης ("Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη", εκδόσεις Καρμανωρ) πως "Όποιος αρκείται στην ανάγνωση των συναξαρικών πηγών ίσως να μην κατανοήσει ποτέ γιατί συνδέθηκε με τα τηγάνια και τις τηγανίτες ο πρωτόκλητος μαθητής του Χριστού, ο ψαράς από τη Βησθαϊδά, που "όργωσε" τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία διδάσκοντας το λόγο του Διδασκάλου του. Θα το κατανοήσει μόνον αν θυμηθεί τους ειδικούς διαιτολογικούς κανόνες που ισχύουν κατά τις περιόδους των τεσσαρακοστών (η εορτή του Αγίου Ανδρέα πέφτει μέσα στη σαρακοστή των Χριστουγέννων) και αν παράλληλα παρακολουθήσει τη ζωή των αγροτικών κοινωνιών του ελληνικού χώρου, που αυτήν την περίοδο καταπιάνονται με την (κοπιώδη) συλλογή του ελαιοκάρπου."
Και συνεχίζει: "....Στα τέλη του μήνα, όμως, έπρεπε να έχουν αλεστεί οι πρώτες ελιές και να έχει φτάσει στο κάθε σπιτικό το καινούριο λάδι. Το τηγάνισμα κατά την ημέρα της γιορτής του Αγίου Ανδρέα (ή την παραμονή) έπρεπε να γίνει με λάδι από την καινούρια σοδειά. Η χρησιμοποίηση του καινούριου ελαιολάδου ενσωμάτωνε μια ιδιαίτερη τελετουργία. Συχνά έχυναν το λάδι στο τηγάνι σταυρωτά λέγοντας μιαν ευχή, όπως "καλοκατάλυτο" ή "και του χρόνου". Πιθανότατα πρόκειται για απήχηση των απαρχών, της συνήθειας να μοιράζονται οι πρώτοι καρποί της σοδειάς ή να προσφέρονται στους θεούς.
Οι απαρχές του ελαίου είναι ένα από τα πιο συγκινητικά έθιμα των ελαιοπαραγωγγικών περιοχών. Στη Μεσαρά 
"το πρώτο λάδι της χρονιάς δεν πήγαινε στο σπίτι, αν δεν σταματούσε εκείνος που το μετέφερε στην εκκλησία και να ανάψει με αυτό καντήλια...". 
Στο Λάστρο Σητείας 
"από το πρώτο λάδι πήγαιναν οπωσδήποτε ένα μπουκάλι ή ένα μίστατο, ανάλογα με το τί μπορούσε ο καθένας, στην εκκλησία. Το μίστατο ήταν σταμνί με πλατύ στόμιο και έβαζε εφτά οκάδες λάδι. .....Με το πρώτο λάδι έπρεπε να ανάψουν και το καντήλι του κάθε σπιτικού στο εικονοστάσι."
Εκτός από τις προσφορές στη θεότητα, το έθιμο απαιτούσε "μοίρασμα" των αγαθών που είχε στείλει η θεία ευλογία. Και ως καταλληλότερη μέρα γι'αυτό θεωρήθηκε η 30η Νοεμβρίου:
"πάσαι αι οικοδέσποιναι αφ' εσπέρας της εορτής ταύτης, ή και την πρωϊαν κατασκευάζουν τηγανίτας ή μελομακαρόνες κτλ. Όστις δε δεν κάνει τοιούτους, τρυπά το τηγάνιόν του ο άγιος, όθεν και τρυποτηγανάς επικαλείται..."
"Του Άι Αντρέα όποια γυναίκα δεν ψήσει τηγανίτους θα τρυπήσει το τηγάνι..."
Στις περιοχές όπου παρασκεύαζαν τηγανίτες φρόντιζαν να προσφέρουν από ένα πιάτο σε φιλικά ή συγγενικά σπίτια και, κυρίως, σε σπίτια που είχαν ανάγκη ή που δεν είχαν ελαιώνες. Η συνήθεια αυτή αποτελεί μία από τις πιο χαρακτηριστικές απηχήσεις των εθιμικών απαρχών. Το ίδιο ακριβώς γίνεται σε πολλές περιοχές του ελληνικού χώρου με το πρώτο ψωμί της χρονιάς....."

Αντίστοιχα καταγράφει κι ο Βασίλης Λαμνάτος ("Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας"): "Στις καλομέρες του Νοέμβρη γίνεται και το μάζεμα των ελιών, που θα δώσουν το πρωτολάδι κι απ'αυτό θα στείλουν οι νοικοκυραίοι ένα μπουκάλι στην εκκλησιά για το άναμμα των καντηλιών και για την ευλογία του παπά. Με το πρωτολάδι οι νοικοκυρές θα φτιάξουν πάλι και τηγανίτες και γλυκά., συνήθως χαλβά, για να τα μοιράσουν στη γειτονιά και σ'αυτούς που δεν έχουν λάδι. Θα τους δώσουν κιόλας και λίγο σ'ένα μπουκάλι, για να φτιάξουν καμιά λαχανόπιτα, να φάνε και να ευχηθούν και "του χρόνου πιότερο" ή "και του χρόνου να μην το χαρούν τα κιούπια"."

Ο λαογράφος μας Δημήτρης Λουκάτος ("Φθινοπωρινά"), μάλλον παραβλέπει το ρόλο της αγροτικής/ελαιοπαραγωγικής ζωής καθώς και της θρησκευτικής (σαρακοστή, νηστεία) σε τούτο το έθιμο και κάπως αόριστα αναφέρει πως "ίσως και στις δικές μας λουκουμάδες να κρύβεται κάποια μαγικοθρησκευτική (και εξευμενιστική) προφύλαξη για τη σπορά, με εκπρόσωπο τον άγιο Ανδρέα, που έλαχε να "κλείνει" την όλη φθινοπωρινή περίοδο." Και συνεχίζει γράφοντας πως "παραδίδεται, για τα παλαιότερα χρόνια των Πατρών, ότι συνήθιζαν να φτιάχνουν την παραμονή της γιορτής του αγίου Ανδρέα και "λαχανόπιτες", από τις οποίες έστελναν και στην εκκλησιά, για να μοιραστούν στους φτωχούς (Εξευμενιστικό κι αυτό και ίσως νεκρολατρευτικό έθιμο των "πλακούντων".)"  Προσωπικά πιστεύω πως κι αυτό το έθιμο στην Πάτρα έχει να κάνει και με την προσφορά των απαρχών του ελαίου, με το "μοίρασμα των αγαθών", κι ίσως κι ένα είδος "κοινής τράπεζας" (κάτι ανάλογο γίνεται ακόμη και στα "κουρμπάνια") που αφορά τον πρώτο καρπό σε μία περίοδο νηστείας που θα ήταν απαγορευτικό να μοιραστεί κάτι αρτύσιμο, οπότε η λαχανόπιτα (η οποία, παρεμπιπτόντως, φτιάχνεται από χόρτα τα οποία τέτοια εποχή ξεμυτίζουν στους αγρούς) ήταν το καταλληλότερο έδεσμα για την περίπτωση αυτή.
Ο Λουκάτος καταγράφει, επίσης, πως τη μέρα αυτή "Κάτι που θυμίζει τα πολυσπόρια της γιορτής των Εισοδίων (δηλ.της ίδιας αγροτικής περιόδου) είναι αυτό που γίνεται στην Ήπειρο, να βράζουν καλαμπόκι ("Αντριλούσια" ή "μπόλια") και να τα πηγαίνουν στην εκκλησιά να ευλογηθούν, ώστε ύστερα να τα μοιράσουν, για το καλό της χρονιάς, στον κόσμο. Στη Θράκη, έβραζαν επίσης, την ημέρα του αγ.Αντρέα, σιτάρι με ζάχαρη, σταφίδες κλπ.(δηλ.πανηγυρικά κόλλυβα) και τα μοίραζαν στον κόσμο. Στην Ακαρνανία έβραζαν (και βράζουν ακόμα) πραγματικά "πολυσπόρια", όπως της Παναγιάς, το ίδιο δε και στη Θεσσαλία, όπου τώρα τα λένε "Αντραλούσια". Όλα αυτά δείχνουν μαγικο-παραγωγικές ενέργειες της εποχής (τέλος σποράς, αναμονή της βλαστικής γονιμοποίησης)...." Ίσως τούτα τα πολυσπόρια να τα συνήθιζαν κυρίως σε μη ιδιαιτέρως ελαιοπαραγωγικές κοινωνίες, σε κοινωνίες που παρήγαγαν όσπρια και σιτηρά, καθώς ο Νοέμβριος είναι μήνας σποράς τούτων και ο Άγιος Αντρέας είχε τη φήμη, λόγω παρετυμολογίας του ονόματός του (Ανδρέας, ανδρείος, αντρειεύω)πως "αντρειεύει" το κρύο, την νύχτα (τη μεγαλώνει) και τα σπαρτά (τα μεγαλώνει, τ'αυξάνει). 
Αναφέρει ο Γεώργιος Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας") πως "Για να ενισχύσουν την αύξηση των σπαρτών και την καρποφορία, οι γεωργοί βράζουν, όπως και κατά τα Εισόδια της Θεοτόκου, πολυσπόρια (καλαμπόκι και στάρι μαζί) και "τα πάνε στην εκκλησία και τα διαβάζει ο παπάς' τό'χουν σε καλό, όπως λέγουν, να τα βλογήσει ο Θεός, να γίνουν περισσότερα παρέκεια. Τα μοιράζουν στα σπίτια, για ν'αντρειωθούν τα σπαρτά." (Ήπειρος)."

"Σ'τσι τριάντα, τ'αγι'Αντριός
αντρειεύεται το κρύο."

"-Βλάχε μου, πότ' εκρύωσες;
-Αυτού κοντά τ'αγι'Αντριός, του γέρο Νικολάου!"

Εδώ, πάντως, στο βουνό των Κενταύρων, άρχισε να αντρειεύει το κρύο και καθώς από αύριο επισήμως θα υποδεχτούμε το χειμώνα... "Καλό χειμώνα" εύχομαι νά'χουμε, και φτιάξτε και καμιά τηγανίτα να γλυκαθείτε λίγο... κι η μέρα το ζητά κι οι πίκρες που μας ποτίζουν!

Σάββατο 16 Νοεμβρίου 2013

Παραμύθια με σύγχρονους δράκοντες στων Κενταύρων το βουνό..


Μια φορά κι έναν καιρό σ'ένα μικρό βασίλειο στο βουνό των Κενταύρων, ζούσε ένας πρίγκιπας. Ένας πρίγκιπας διαφορετικός από τους άλλους, γιατί αν και ήταν παλικάρι δυνατό κι όμορφο, άξιο για πολλά, οι δικοί του τον είχαν από παιδί φυλακισμένο σε μια διάφανη γυάλα, έτσι ώστε να ξεγελιέται και να νομίζει πως είναι ελεύθερος, ενώ δεν ήταν. Το ριζικό του ήταν προαποφασισμένο' όλα τα αδέρφια του είχανε παντρευτεί και τούτος έπρεπε να μείνει να υπηρετάει τους δικούς του. Το πολύ-πολύ να βρίσκαν και για αυτόν μια νύφη βολική, να την παραχώσουν μες στη γυάλα κι αυτήν να τους κάνει τα κέφια. Κι έτσι περνούσαν τα χρόνια κι ο πρίγκιπας απέμενε μόνος κι έρημος να τριγυρίζει εδώ κι εκεί ψάχνοντας κάτι να τον συγκινήσει. Δε γνώριζε πως κάποιες δράκαινες κακιές δε θα τον άφηναν ποτέ να ξεφύγει απ'αυτό που του'χανε κλωσμένο ...

Να όμως που μια μέρα, καβάλα στ'άλογό του συνάντησε μια ξένη βασιλοπούλα που του φώτισε την καρδιά! Κι από τότε όλο έψαχνε να την ξαναβρεί. Ώσπου μια μέρα, μετά από καιρό, η μοίρα το'φερε να βρεθούν οι δυο τους και ν'αγαπηθούνε. Κι ο πρίγκιπας, αγιάτρευτα ερωτευμένος μετακόμισε στο παλάτι της για να χτίσουν εκεί τη φωλιά της αγάπης τους. Ίσως δεν υπήρχε πιο αγαπημένο κι ευτυχισμένο ζευγάρι στο βουνό των Κενταύρων. Μαζί δουλεύαν, μαζί διασκεδάζαν, μαζί καβάλα στ'άλογα οργώναν το βουνό, μαζί, σα μικρά παιδιά, ψάχναν να θαυμάσουν τ'αγριολούλουδα της άνοιξης ...μαζί χαίρονταν τα πάντα! Πίστεψαν πως τίποτα δε θα μπορούσε να τους χαλάσει τ'όνειρο, πίστεψαν πως ήταν φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλον και ριζικό τους να ανταμώσουν για να μοιραστούν τη ζωή τους που μέχρι τότε δεν είχε νόημα, ούτε για τον έναν, ούτε για τον άλλον ...

Αλλά λογάριαζαν δίχως να μπορούν να φανταστούν τι σχέδια υφαίναν πίσω από την πλάτη τους οι κακιές δράκαινες. Εκείνες που επιστρατεύτηκαν τα πάντα για να χωρίσουν το αγαπημένο ζευγάρι' ματζούνια, φίλτρα και δηλητήρια που σταλάζαν κρυφά και ύπουλα στον ανήξερο πρίγκιπα. Η ξένη βασιλοπούλα, ούτε καν μπορούσε να διανοηθεί όλα όσα γίνονταν εις βάρος της, αλλά σιγά-σιγά ανακάλυψε τη μεγάλη διάφανη γυάλα στην οποία είχαν εγκλωβίσει τον πρίγκιπά της και κόντευε να φυλακιστεί κι αυτή η ίδια κι άρχισε να διαμαρτύρεται. Η ανακάλυψή της αυτή τρόμαξε πολύ τους δικούς του που, ότι νόμιζαν ότι την είχαν γραπώσει κι αυτήν, είδαν ότι τους ξέφυγε και προσπαθούσε ν'ανοίξει τα μάτια του αγαπημένου της. Να του ανοίξει τα πελώρια φτερά του να πετάξει ψηλά.. Τότε ήταν που ξεκίνησε πραγματικός πόλεμος κατά της βασιλοπούλας, αλλά όχι πόλεμος φανερός, αλλά άκρως υπόγειος και ύπουλος. Την αρχηγία του ανέλαβε η Δράκαινα του μικρού βασιλείου, την οποία τρέμαν όλοι οι κάτοικοι για τα φαρμακερά της χείλη.

Τούτη η Δράκαινα, γέννημα θρέμμα του τόπου αυτού, κατοικούσε σε μια απόμερη δρακοσπηλιά κι εκεί είχε συγκεντρώσει όλη την ακολουθία της. Η ζωή της υπήρξε πολυτάραχη κι επικίνδυνη μιας και προσπαθούσε να καταβροχθίσει όλους τους άντρες του μικρού βασιλείου και να ξεκληρίσει τις λιγοστές οικογένειες μέχρι που οι κάτοικοι, για να γλιτώσουν από τη βουλιμία της, ρίξαν στα δίχτυα της ένα μικρό κι άβγαλτο παλικάρι και τον παντρέψανε μαζί της για να την ξεφορτωθούνε. Από τότε η Δράκαινα αυγάτισε την οικογένειά της που είχε υπό τον πλήρη της έλεγχο και μέσα από τη δρακοσπηλιά, ύφαινε τους δηλητηριώδεις της ιστούς ώστε να καταπιούν όποιον κακότυχο στραβοκύτταζε το μάτι της. Τούτα τα έμαθε η ξένη βασιλοπούλα, καθώς της τα ψιθύριζαν πολλοί κάτοικοι του μικρού βασιλείου, αλλά δε μπορούσε να φανταστεί ότι ο κυριότερος εχθρός της Δράκαινας ήταν η ίδια, ότι από την πρώτη στιγμή που έσμιξε με τον πρίγκιπά της η Δράκαινα και το επιτελείο της σχεδίαζαν την εξόντωσή της.

Βλέπετε, είχε την ατυχία ο πρίγκιπάς της να'χει συγγενέψει με τούτη τη Δράκαινα, μιας κι η κόρη της, η μικρή Δράκαινα, αντάξια διάδοχός της, είχε παντρευτεί τον έναν αδερφό του και του'χε φαρμακώσει εντελώς την ψυχή. Και σαν να μην έφτανε αυτό του'χε γεννοβολήσει και δυο μικρά δρακόπουλα, ολόϊδια με τη γιαγιά τους. Όλοι τούτοι προσπαθούσαν να ξεγελάσουν με κάθε τρόπο τη βασιλοπούλα μας, με προσποιητά χαμόγελα και ψεύτικες αγκαλιές. Κι ακόμα περισσότερο να ξεγελάσουν τον πρίγκιπα ότι, τάχα τον αγαπάνε κι αυτόν και τη βασιλοπούλα του, ώστε μετά μα φανούν πιστευτές οι διαβολές τους. Γιατί πίσω από την πλάτη τους είχαν επιστρατεύσει ολόκληρο στρατό για να διαβάλουν στα μάτια του τη βασιλοπούλα, για να τον πείσουν ότι δεν κάνει γι'αυτόν. Κι όσο περνούσε ο καιρός, υποχθόνια και σιωπηλά, ροκανίζαν με κάθε τρόπο τα θεμέλια της αγάπης τους ...

Από το μικρό βασίλειο, βρέθηκαν κάποιοι να προειδοποιήσουν τη βασιλοπούλα μας, αλλά κανείς δεν τόλμησε να προειδοποιήσει τον πρίγκιπα, από φόβο μη μαθευτεί και πέσει τ'όνομά του στο δηλητηριώδες σουφρωμένο στόμα της γερασμένης Δράκαινας.

Οι λόγοι τούτου του υπόγειου πολέμου ήταν φανεροί, είναι οι λόγοι που πάντοτε ακολουθούν το Κακό. Φθόνος και συμφέροντα ... Η γριά Δράκαινα που, παρά τα κρεμασμένα ξίγκια της, βγαίνοντας από τη δρακοσπηλιά της κυκλοφορούσε πάντα ντυμένη σαν να'τανε λυγερόκορμη πριγκίπισσα προκαλώντας τον κρυφό γέλωτα των κατοίκων, μαζί με τις θηλυκές διαδόχους της, θεωρούσαν πως ήταν οι μεγαλύτερες αρχόντισσες του μικρού βασιλείου. Πώς θα ανεχόντουσαν, λοιπόν, μια ξένη βασιλοπούλα, τόσο ανώτερή τους, να σμίξει με τον πρίγκιπα που τον θέλαν για πάντα υποτακτικό τους; Πόσο μάλλον, πώς θα τον άφηναν να κατοικεί στο παλάτι της ξένης βασιλοπούλας, όταν τόσα χρόνια είχαν επαναπαυθεί ότι εκείνος θα φρόντιζε τους γέροντες γονείς του, χωρίς να έχει καμία υποχρέωση η οικογένεια της Δράκαινας; Κι ακόμα περισσότερο πώς θα ανεχόντουσαν όλη η περιουσία του πρίγκιπα με την οποία η Δράκαινα υπολόγιζε να προικίσει της αντάξιες διαδόχους της, να περάσει στα χέρια κάποιου πιθανού απογόνου του; Όχι, ο πρίγκιπας έπρεπε να παραμείνει στο παλάτι των γονιών του, κλεισμένος στη διάφανη γυάλα του, να τους υπηρετεί όλους και να απομείνει άκληρος. Στη χειρότερη περίπτωση έπρεπε να τον παντρέψουν με μία δική της υποτακτική, ώστε να ακολουθεί πιστά τις εντολές τους.

Λόγια δηλητηριώδη και στρεβλά, βοτάνια φαρμακερά και πλάνα, φίλτρα παράξενα και μυστικά ανακατεύονταν μέσα στη δρακοσπηλιά. Οι δράκαινες κατόρθωσαν, με τούτα και με κείνα, να πιάσουν στον ιστό τους ακόμη και τη μάνα του πρίγκιπα που, όσο να'ναι, της κακόπεφτε ο γιος της να κοιμάται σ'άλλο παλάτι. Ο μόνος που γλίτωσε από τα κακά μάγια τους ήταν ο άλλος, ο καλόψυχος αδερφός του πρίγκιπα, ο μόνος που πραγματικά τον αγαπούσε και χαιρόταν να τον βλέπει ευτυχισμένο δίπλα στη βασιλοπούλα του. Αλλά ήταν μόνο αυτός κι η πριγκίπισσά του ενάντια σε τόσο Κακό ....

Τα μάγια, δυστυχώς, πιάσαν τόπο ... Ο καβαλάρης πρίγκιπας άρχισε να δηλητηριάζεται ... η βασιλοπούλα το'βλεπε στο βλέμμα του.. Προσπαθούσε να τον προειδοποιήσει, αλλά μάταια.. Τόσοι άνθρωποι και μάλιστα δικοί του, που τους εμπιστευόταν τυφλά, εργάζονταν εναντίον τους. Κι όταν μια φορά τσακώθηκαν, από τη δρακοσπηλιά δόθηκε η χαριστική βολή! Τον περικύκλωσαν και τον απομονώσαν από τη βασιλοπούλα του. Σφραγίσαν καλά τη διάφανη γυάλα, πελεκήσαν αδαμάντινα καρφιά τριγύρω, κι ενώ εκείνος ακόμη είχε τα υπάρχοντά του στο μικρό παλάτι της βασιλοπούλας του, του παραχώσαν μες στη σφραγισμένη γυάλα του μια υποτακτική τους για νύφη, παρουσιάζοντάς την ως τη μόνη σωτηρία του. Έτσι θα ξεφορτώνονταν μια και καλή τη βασιλοπούλα. Ο πρίγκιπας, όμως, άρχισε να ασφυκτιά και σ'αυτό δεν τους έκανε τη χάρη. Όσο και να του κακολογούσαν τη βασιλοπούλα του, εκείνος αυτήν είχε στην καρδιά του, όσο κι αν τον ποτίζαν τα μαγικά τους φίλτρα ώστε να τους υπακούει, όσο και να του μεταμορφώναν κάθε φόβο του σε γιγάντιο δαίμονα και έτσι παραλύαν τη θέλησή του για να τον εξουσιάζουνε, η ψυχή του διαμαρτυρόταν και πονούσε.. Κι ας μην ήταν πια ικανός να πάρει τη ζωή του στα χέρια του ... κι ας ήταν εγκλωβισμένος απόλυτα στη διάφανη γυάλα του ....

Έτσι, δυστυχώς, μια δράκαινα με το επιτελείο της κατάφερε να καταστρέψει μια τόσο όμορφη ιστορία αγάπης, αν και δεν κατόρθωσε να καταστρέψει την ίδια την αγάπη. Αυτή είναι η δύναμη του Κακού: ατρόμητη που ισοπεδώνει κάθε τι όμορφο στο διάβα της ... κι όμως, παρ'όλα τούτα, δε μπορεί να σβήσει τα πάντα ... γιατί αλλιώς δε θα'χε απομείνει τίποτα σ'αυτή τη ζωή που ν'αξίζει ... ...

Ίσως να μην είχαν άδικο οι παλιοί, που μιλούσαν στα παιδιά για ιστορίες όπου κακές μάγισσες μεταμορφώνανε τους πρίγκιπες σε βατράχια κι αρκούσε το φιλί της αγάπης μιας βασιλοπούλας για να ξαναπάρει ο πρίγκιπας την πρότερη μορφή του. Μονάχα, να, ξεχάσαν να μας εξιστορήσουν τι γίνεται όταν το φιλί της βασιλοπούλας έχει προηγηθεί από τα μάγια της μάγισσας ... Αν γνωρίζει κανείς, ας μου πει κι εμένα ..... μπας και ξεκινήσω να γράψω κανένα άλλο παραμύθι, πιο ευχάριστο ...

Υ.Γ.
 

Τρίτη 16 Ιουλίου 2013

Η αγια-Μαρίνα, τ'αλώνι του παπά κι ο βράχος των Νυμφών...

"Εκεί κοντά που μπαίνουνε στην Ταβιά, στο δημόσιο δρόμο χάμου, είναι νια τρούπα βαθιά, που πρώτα ήταν αλώνι. Άκου να ιδείς πως έγινε τούτο: Στις δεκαφτά τ'Αλωνάρη είναι η γιορτή της αγιά-Μαρίνας. Ένας παπάς είχε τη θημωνιά του εκεί κοντά στ'αλώνι του, κι έβανε τ'άλογα ανήμερα να πατήσουνε. Λέει, είν' αλαφρή γιορτή, δεν κάνει να καθόμαστ' άνεργοι, ξερά τα χέρια. Το μεσημέρι πλια, που ησύχασ' ο κόσμος, ο τραγόπαπας ακόμα αλώνιζε, και δώσ' του με τις φωνές εξεκούφαινε τον κόσμο. Μα σαν ήρθε ντάλα μεσημέρι, που δεν ακούς άλλη μιλιά εξόν από τουν τσιντσίρωνε, ο διαβολόπαπας- τα ίδια της συχωρεμένης και χειρότερα. Τότενες έβανε και την ντουάνα κι εστάθηκε απάνου όλορθος, και δώσ'του εψόφησε τ'άλογα. Εκείν' την ώρα, νά σου, μάτια μου, κι έρχεται νια όμορφη γυναίκα με χρυσά μαλλιά, ασπροφόρα, και χαιρετάει τον παπά. Εκείνος, τη δουλειά του: αλώνιζε και δεν της είπε μάιδ' ένα καλωσόρισες. Του λέει η γυναίκα: "Γιατί αλωνίζεις σήμερα, που είναι της αγιά-Μαρίνας;" "Μπα" λέει, "και τί; Θα σε βάνω γω ξεταστή τί κάνω; Έτσι θέλω κι αλωνίζω!" Δεν επρόφτασε να τελειώσει το λόγο, κι ακούγεται νια βουή, Παναϊά μου! Ελέγαμε πως έγινε σειγμός κι επεταχτήκαμε ούλοι στο πόδι. Πηγαίνουμε κατά τη μεριά π'ακούστηκε ο βρόντος, και τί γλέπουμε; Μια καταβόθρα, ε, άκωλη τον κατήφορο! Η γυναίκα εκείνη ήτανε η αγια-Μαρίνα, και είπε κι εσκίστηκε η γης, κι εκατάπιε και παπά κι άλογο κι αλώνι.
Άλλοι πάλι έχουν να πούνε πως δεν ήτανε η αγια-Μαρίνα, και πως ήτανε νια νεράιδα, που την έστειλε η Κυρά να χαντακώσει τον παπά, γιατ' εχούγιαζε ντάλα μεσημέρι και εχάλαγε την ησυχία τουν νεράιδωνε, που είχαν τότες τραπέζι." (Νικολάου Πολίτη,"Παραδόσεις Α', 61.Στου παπά τ'αλώνι", Δαβιά Μαντινείας)

Ο Νικόλαος Πολίτης αναφέρει ακόμη και μια "όμοια παράδοση που κυκλοφορούσε και για ένα τέλμα στο Αίγιο, γνωστό με το όνομα "Του παπά η λούτσα"", αλλά και κάνει λόγο και για μια παραλλαγή από την περιοχή του Άργους και καταλήγει πως "η αγία Μαρίνα αντικατέστησε στις ευσεβείς διηγήσεις άλλα πλάσματα της φαντασίας". ("Παραδόσεις Β'")

Αλλά κι ο Βασίλης Λαμνάτος ("Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας"), αφού τονίζει το φόβο των ξωμάχων να δουλέψουν τέτοια μέρα, καταγράφει μια παρόμοια ιστορία από την Αλωνίσταινα της Αρκαδίας: "Κάποτε την ημέρα της Αγίας Μαρίνας, αλώνιζε ένας παπάς με τ'άλογά του. Δεν πρόφτασαν νά'ρθουν τρεις γύρες αυτός και τ'άλογά του και τ'αλώνι άνοιξε και τον κατάπιε αυτόν και τα ζωντανά του. Κι από τότε, κάθε φορά της Αη-Μαρίνας ακούγεται το καταμεσήμερο ο παπάς να κλαίει και να λέει: "Α Μαρίνα, α!"."


Ο Γεώργιος Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας") σημειώνει: "Όπως φαίνεται , η παρετυμολογία του ονόματός της (Μαρίνα-μαραίνω) συντέλεσε, ώστε ο λαός να τρέφει προς την αγία, που μαρτύρησε το 262 στην Αντιόχεια, μεγάλο σεβασμό, αλλά και δεισιδαιμονικό φόβο (πρβλ την παροιμία:"Άγια Μαρίνα μάρανε, μάνα και θυγατέρα"). Κι επειδή η γιορτή της συμπίπτει με την εποχή της ωρίμανσης των σταφυλιών, η μνήμη της γιορτάζεται με εξόδους στ'αμπέλια και τους λαχανόκηπους και με προσφορές των πρώτων καρπών (σύκων, σταφυλιών, κλπ) στην εκκλησία. Γεμάτα λαό είναι τα πανηγύρια την ημέρα της γιορτής της και μεγάλα πλήθη συρρέουν στους ναούς της. Σε μερικούς τόπους, όπως στο Δεμάτι της Ηπείρου:
μετά τη λειτουργίαν θυσιάζεται βους και τέμνεται εις 30-32 τεμάχια, τα οποία διανέμονται εις τους απογόνους ισάριθμων οικογενειών, όσαι ήσαν προφανώς αι αρχικαί οικογένειαι του χωρίου. Μετά ταύτα παρατίθεται τράπεζα υπό παλαιάν δρυν, ένθα οι κάτοικοι ευωχούνται άδοντες και χορεύοντες.
Η αγία Μαρίνα προστατεύει και από τα βλαπτικά ζωύφια και στη γιορτή της γίνεται αγιασμός και ραντισμός των σπαρτών για τα σκαθάρια και άλλα "ζούμπερα"."

Ας περάσουμε και στην Κρήτη, όπου ο Νίκος Ψιλάκης ("Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη", εκδ. Καρμανωρ) μας πληροφορεί: "Οι 16 τοιχογραφημένοι ναοί της που βρίσκονται διάσπαρτοι σε όλη την Κρήτη, πριν από το 16ο αιώνα, τα μικρά και τα μεγάλα προσκυνήματα, τα αγιάσματα και τα μεγάλα πανηγύρια αποτελούν αδιάψευστους μάρτυρες της λατρείας της. [...] Το πιο σημαντικό στοιχείο για τη λαϊκή λατρεία προέρχεται πάλι από τις συναξαρικές πηγές και αναφέρει ότι η μικρή Μαρίνα κατάφερε να κατανικήσει τον διάβολο, που την είχε επισκεφτεί στη φυλακή, λίγο πριν τον αποκεφαλισμό της, χτυπώντας τον με σφυρί στο κεφάλι.
Για να κατανοήσουμε, όμως, το λατρευτικό πλαίσιο της μεγάλης αυτής εορτής ας επιστρέψομε στη Βόνη, στο πιο σημαντικό ίσως ιερό της Αγίας Μαρίνας στον ελληνικό χώρο. Οι παλαιότερες εικόνες λαϊκής τέχνης που υπάρχουν σήμερα στο μοναστήρι εικονίζουν τη Μαρίνα σε κίνηση. Με το ένα χέρι κρατά από τα μαλλιά τον διάβολο, που εικονίζεται ως δυσείδης ανδρική μορφή μαύρου χρώματος, και με το άλλο κρατά ένα σφυρί με το οποίο τον χτυπά. Στον παλιό ναό υπάρχει μια εικόνα αυτού του εικονογραφικού τύπου, κατάφορτη με χρυσά αφιερώματα, κοσμήματα και ρολόγια. Την ώρα που βρισκόμασταν δίπλα στην εικόνα αυτή στις 16 Ιουλίου 2004 ένας προσκυνητής είχε ήδη προσκυνήσει και ήταν έτοιμος να φύγει. Ξαφνικά τον είδαμε να επιστρέφει, να αγνοεί την πίεση των ανθρώπων που σχημάτιζαν τεράστια ουρά πίσω του, να βγάζει το ρολόι από το χέρι του και να το αποθέτει στην εικόνα. Δίπλα ήταν κι άλλα, όχι καινούρια, και έδιναν την εικόνα μιας αυθόρμητης προσφοράς που αποφασίζεται την τελευταία στιγμή χωρίς να έχει προηγηθεί σχετικό τάξιμο.



Στην κάτω δεξιά γωνία του εικονοστασίου οι καλόγριες έχουν τοποθετήσει ένα γυάλινο βάζο, μέσα στο οποίο διατηρείται εμβαπτισμένο σε συντηρητικό υγρό ένα μικρό φίδι. Ο επισκέπτης καταλαβαίνει αμέσως ότι δεν έχει τοποθετηθεί για προσκύνημα αλλά ως έκθεμα και ως τεκμήριο κάποιας λατρευτικής ή άλλης πράξης. Οι καλόγριες είναι πρόθυμες να διηγηθούν μιαν ευσεβή ιστορία που αναφέρει ότι μια γυναίκα τσιγγάνικης καταγωγής που διέμενε κοντά στη Θεσσαλονίκη ήρθε άρρωστη και με φουσκωμένη κοιλιά στο μοναστήρι όπου, μόλις σταυρώθηκε με λάδι από την καντήλα της Αγίας, γέννησε ("έπεσε από μέσα της") αυτό το φίδι. Η χριστιανική συμβολική έχει υιοθετήσει την ιουδαϊκή αντίληψη για το φίδι το οποίο θεωρεί έκφραση του διαβόλου. Η αντίληψη αυτή έχει περάσει στη λαϊκή θρησκεία, που αγνοεί τον αρχαιοελληνικό συμβολισμό του όφεως, ως έκφραση των χθονίων θεοτήτων και των δυνάμεων που σχετίζονται με τη βλάστηση. Στην περίπτωση της Βόνης το φίδι λειτουργεί ως έξεθεμα που παραπέμπει στο κατά παράδοση θαύμα. [...] Η Αγία εξακολουθεί να μάχεται και να κατανικά το διάβολο.[...]"

Η Αγία Μαρίνα, λοιπόν, από τη μια θεωρείται ότι προστατεύει τα χωράφια από όλα τα ζούμπερα και τα διαόλια που καταστρέφουν τους καρπούς των σπαρτών, κι από την άλλη θεωρείται ότι προστατεύει τον άνθρωπο από τα δαιμόνια που "τρώνε" την ψυχή του. Καθώς η ίδια κατανίκησε το διάβολο, έγινε μεμιάς προστάτης του ανθρώπου από το κακό, το κακό που μπορεί να του στείλουν οι άλλοι ("Η Μαρίνα μαραίνει το κακό το μάτι"), αλλά και τον κακό δαίμονα που μπορεί να στοιχειώσει στην ψυχή του κι έτσι αναφέρεται ως θεραπεύτρια κάθε ψυχικής νόσου και διαταραχής. Ακόμη καταγράφεται ως προστάτιδα των παιδιών (πρβλ προστάτιδα των καρπών) και δη των καχεκτικών και άρρωστων, ιδιαίτερα τις εποχές που θανατηφόρες επιδημίες θέριζαν τα νεογνά και βρέφη ως πιο ευάλωτα, ίσως διότι με παρετυμολογία του ονόματός της βεβαίωνε πως μπορεί να "μαράνει" τα κακά σπυριά και την ασθένεια. 
Γράφει σχετικά ο Δημήτρης Λουκάτος ("Τα καλοκαιρινά") διηγούμενος "το μεγάλο πανηγύρι που γίνεται στο χώρο του Θησείου, κάθε καλοκαίρι, την παραμονή κι ανήμερα της Αγιά-Μαρίνας".:
"Είναι γνωστή η μεγάλη τώρα ενοριακή εκκλησιά της Αγίας Μαρίνας, που από μικρό παλιό εκκλησάκι, πάνω στο βράχο των Νυμφών (σημ.: πάλι οι νεράιδες μπροστά μας!), έγινε μεγαλόπρεπη κι ανταγωνιστική, με τους πολλούς τρούλους της, πιο κάτω από τους θόλους του νεοκλασσικού Αστεροσκοπείου.
Ο βράχος και το εκκλησάκι μένουν ακόμη πυρήνες αναλλοίωτοι της παλιάς λατρείας, όταν από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας έρχονταν εδώ προσκυνητές μητέρες έγκυες, μητέρες με παιδιά, περνούσαν τη νύχτα τους στον χώρο της εκκλησιάς και παρακαλούσαν την Αγιά-Μαρίνα να τους χαρίσει τον καλό τοκετό, ή να δώσει γεροσύνη στα "μαραμένα" άρρωστα παιδιά τους.
Είναι γνωστό, πως από το ίδιο της το όνομα η Αγία Μαρίνα καλείται να γιατρεύει κάθε "μαραμένο" και καχεκτικό κορμί, ή να "μαραίνει" την αρρώστια τους και να "μαρανίσκει" τα παιδιά, δηλ. να τα ησυχάζει και να τους δίνει ύπνο, όταν βασανίζονται από κάποια αρρώστια. Έχουμε μαρτυρίες, πως έρχονταν πάντα προσκυνητές, απ' όλη την Αττική, εδώ στην Αγία-Μαρίνα του Θησείου, και περνούσαν τη νύχτα τους στον γραφικό τούτο βράχο, που είναι γεωλογικά όμοιος με το βράχο της Ακρόπολης και της Πνύκας, ζεστός από τον ήλιο του καλοκαιριού, γεμάτος απαλές κοιλότητες, κατάλληλες για "εγκοιμήσεις" (κάποτε δάπεδα από αρχαίους χώρους λαξευτούς), ή γλιστερές επιφάνειες για μαγικές "κατολισθήσεις"(*). Έφερναν τα παιδιά τους και τους άλλαζαν τα ρούχα μπροστά στην εικόνα της Αγίας (διώχνοντας έτσι την αρρώστια από πάνω τους), ή τα αφιέρωναν για ένα χρόνο στην εκκλησιά και τα ρασοφορούσαν. Ύστερα ξάπλωναν όλοι, με τα ρούχα και τις κουβέρτες τους, πάνω στο βράχο και περνούσαν τη νύχτα ακούοντας την ολονύχτια ψαλτική, ή ζητώντας με τη νέα αυτή "εγκοίμηση" τον ύπνο της θεραπείας...[...]
....κοιτάζοντας πάνω σ'όλη την έκταση του λευκού απλωτού βράχου, που κατηφορίζει ως τον μεγάλο δρόμο του Θησείου, θα δούμε παντού πλήθος προσκυνητές, που έχουν ξαπλώσει κατά γης, πάνω σε κουβέρτες και σε προσκέφαλα, έχουν πιάσει το χώρο με μια "εγκατάσταση" οικογενειακή, και περιμένουν τη νύχτα για να "τελέσουν" την ιερή τους "εγκοίμηση", αυτοί και τα παιδιά τους. Έχουν πάρει μαζί τους ελάχιστα φαγώσιμα και νερό, που με πραγματική νηστευτική εγκράτεια -σαν τους αρχαίους στα μεγάλα Ιερά- θα τα χρησιμοποιήσουν, για να περάσουν τη νύχτα τους, ενώ πολλοί θα μεταλάβουν ίσως το πρωί....
Στο διάστημα της ολονυχτίας, καθώς θ'ακούνε την ψαλτική, κάτω από τα άστρα του δικού τους ουρανού, ή και μέσα στο θρησκευτικό ύπνο τους, κάποια φωνή από την εκκλησία θα τους φέρει το συγκινητικό μήνυμα, πως ένας παράλυτος, ένα παιδάκι, μία άρρωστη... δέχτηκαν τη θαυματουργή επίσκεψη της αγίας...
Τούτην τη νύχτα στέκεται ξάγρυπνη από αντίκρυ κι η Ακρόπολη. Βιάζεται να ξοφλήσει αποβραδίς με τον ζαλιστικό για τα μνημεία της "Ήχο και φως", και όταν ξαναβρίσκει την ησυχία του τοπίου της πλησιάζει λες και ψιθυρίζει στους πανηγυριστές του λόφου των Νυμφών (σε "ήχο", που δε μπορεί να τον συλλάβει εύκολα ο Τουρισμός):
"Σας ευχαριστώ που συνεχίζετε κάτι δικό μου! Έχω χαρεί τόσες παρόμοιες γιορτές εδώ πάνω στο χώρο μου! Αλήθεια, πόσο μου ζωντανεύετε την ελληνική θύμιση!" "
(*) "Εις το ΒΑ πέρας του λεγομένου λόφου των Νυμφών εν Αθήναις, εν τω οποίω υπάρχουσι πολλά ίχνη παλαιοτάτων οικήσεων λελαξευμένων εν τω βράχω [...]Το μέρος τούτο λέγεται "Κυλίστρα", από της συνηθείας των Αθηναίων γυναικών καθήμεναι επί της κορυφής να κατολισθαίνωσι μέχρι της βάσεως' εκ της συνηθείας δε ταύτης δια της συνεχούς επί μακρούς χρόνους προστριβής προήλθε και η λείανσις της πέτρας. Κατά τους νεωτάτους χρόνους κατολισθαίνουν αι επίτοκοι γυναίκες, νομίζουσαι ότι ούτως ευκολύνουσι τον τοκετό, παλαιότερον δ'όμως η συνήθεια είχεν άλλον, συγγενή πάντως, σκοπόν. [...]



[...] Οι μύθοι ούτοι φέρονται ως τροποποίησις αρχικού απλουστέρου μύθου περί γεννήσεως ανθρώπων εκ λίθων, προσάγοντες αιτιολογίαν και εξήγησιν αυτού, ήτοι αποδίδοντες κυρίως την γέννησιν εις την επενέργειαν σπέρματος πεσόντος επί του λίθου. Ο απλούς δ'όμως και πρωτογενής τύπος του μύθου ανευρίσκεται όχι μόνο εις τους ελληνικούς περί της δημιουργίας ανθρώπων μετά τον επί Δευκαλίωνος κατακλυσμόν, αλλά και παρ' άλλοις λαοίς [...]" (Νικολάου Πολίτου, Λαογραφικά Σύμμεικτα Β', "ΩΚΥΤΟΚΙΑ")

Το αγίασμα και το λάδι από το καντήλι της αγια-Μαρίνας θεωρούνται θεραπευτικά. Όπως μας πληροφορεί ο Νίκος Ψιλάκης, στη Βόνη, με το αγίασμα από την πηγή που υπάρχει στο ιερό, συνήθιζαν να ζυμώνουν ψωμί χωρίς τη χρήση προζυμιού, δηλαδή το νερό αυτό είχε την ιδιότητα να προκαλεί από μόνο του ζύμωση.

Τέλος, ας αναφέρω και μια ακόμη ιστοριούλα σχετική με την αγία Μαρίνα που αφηγείται ο Βασίλης Λαμνάτος στο βιβλίο του "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας": "Η Αγία Μαρίνα είναι ακόμα και "νεροφανερούσα" μού'πε ένας λεβεντόγερος στο Κεφαλοχώρι Πλάτανο Ναυπακτίας, πριν δεκα πέντε περίπου χρόνια από τη στιγμή που γράφω τούτο μου το γραφτό. Να, τι μου διηγήθηκε τότες:
 "Κοιμόμουνα μεσημέρι στο χωράφι μου Φτελιά κι είδα στον ύπνο μου μια όμορφη κοπέλα να μου δείχνει, σαν τώρα δα με το χέρι της το μέρος που θά'σκαβα και θά'βρισκα νερό. Σάλεψε ο νους μου στ'όνειρο, πετάχτηκα και νόμιζα πως το ζάω. Την άλλη μέρα πήρα τον κασμά μου κι άρχισα να σκάβω. Έσκαψα θυμάμαι δυο μέρες και την τρίτη, χτυπώντας μια πέτρα που βρήκα σφηνωμένη βαθιά, τί να ιδώ, δάκρυσε ο τόπος όλος. Το νεράκι της Αγίας Μαρίνας είπα, έκανα το σταυρό μου και φίλησα τρεις φορές το χώμα. Από τότε στη γιορτή της δεν έλειψα ούτε μια φορά από την εκκλησιά". 
Δοξασμένο νά'ναι τ'όνομά της, είπε το γεροντάκι και σώπασε μ'ένα χαμόγελο πού'σβηνε αχνά στο στόμα του, αχνά και θεϊκά."


Παραμονή της αγίας Μαρίνας απόψε... Καθώς σουρούπωνε σιγά-σιγά έλαβε χώρα η αρτοκλασία στα ξωκλήσια της, εδώ στο Πήλιο. Ήταν λίγα χρόνια πριν, όταν, ακολουθώντας μια διαδρομή γεμάτη παράξενους κι έντονους συμβολισμούς, κατέληξα, επιστρέφοντας, στη θύρα της. Τότε ίσως πρώτη φορά παρατήρησα την εικόνα: "Η αγία Μαρίνα υποτάσσει το δαίμονα"... και μού'κανε εντύπωση. Δε γνώριζα την ιστορία της. Δεν την είδα και καθαρά, εκεί ψηλά που βρισκόταν. Την παραλλήλισα ξαφνικά με τον Άη Γιώργη και το δράκοντα. Σα μικρό παιδί έψαχνα να βρω το συμβολισμό τούτο λίγο πριν το τέρμα της παράξενης διαδρομής μου. Δεν έχει, ίσως, σημασία πως τον ερμήνευσα τότε, που ξαφνικά ανθίσαν στη ζωή μου πανέμορφα λιβάδια. Ακολούθησε μια έναρξη, τώρα μάλλον σημαίνει η λήξη. Όπως και νά'χει, όλοι μας έχουμε να υποτάξουμε κάποιον δαίμονα στη ζωή μας...

Πέμπτη 4 Ιουλίου 2013

Αλωνάρης... (καθώς διαβαίνουμε τον Ιούλιο)

Πάει και ο Ιούνιος, ο Θεριστής... "Ό,τι σπείρεις, θα θερίσεις!" λέει ο λαός."Σπέρνεις ανέμους, θα θερίσεις θύελλες!" Ενίοτε, βέβαια, μια χαρά σπέρνεις τους σπόρους σου, αλλά το χωράφι είναι γεμάτο κρυμμένα ζιζάνια κι ο αγώνας δρόμου για να τα ξεπατώσεις σε εξαντλεί, οι καιρικές συνθήκες είναι κι αυτές εναντίον σου, ο φθονερός γείτονας σε σαμποτάρει (*) και έτσι βρίσκεσαι με μια συγκομιδή χειρότερη κι από θύελλα! Και μπήκαμε στον Αλωνάρη, στην καρδιά του καλοκαιριού, όπου το θερμόμετρο ανεβαίνει κι ήρθε η ώρα να διαχωριστούν "δια της τριβής" οι σπόροι των δημητριακών "από του περιβλήματος", κοινώς να κάνεις ένα καλό ξεδιάλεγμα και, με κόπο πάντα φυσικά, να συγκεντρώσεις τον όσο πολύτιμο καρπό και να πετάξεις όλα τ'άχρηστα. Ακόμη κι αν ο καρπός είναι ελάχιστος, καλύτερα να μείνεις νηστικός και να τον φυλάξεις για την επόμενη σπορά, καθώς η Περσεφόνη θα έχει ήδη κατηφορίσει στα παλάτια του Άδη.
Κι αν το γνωμικό "προστάζει":"το Μάη πίνε το νερό, το Θεριστή το ξύδι, τον Αλωνάρη το κρασί να γίνεις παλληκάρι", αφού το μπουγέλωμα το φάγαμε και ξύδι μπόλικο μας τρατάρανε, μένει να δούμε αν θα γίνουμε παλικάρια!


(*) Σημειώνει ο Φίλιππος Βρετάκος ("Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των"): "Την πρώτη ημέρα του αλωνισμού συνηθίζετο εις πολλά μέρη της Ελλάδος να αφήνουν οι αγρόται εις την μέσην του αλωνιού όρθιον ένα δεμάτι σίτου, την τελευταίαν δε ημέραν αυτού να σταυρώνουν τον σωρόν του σίτου με το πτύον (φτυάρι) ή τον λιχνιστήρα, πέριξ δε του σταυρού να χαράσσουν ένα κύκλον, επειδή επίστευον ότι έτσι ασφαλίζουν τους καρπούς από την βασκανίαν ή από κάθε άλλην κακήν επήρειαν." Κατόπιν, καρφώναν το φτυάρι ή το λιχνιστήρα στο μέσο του σωρού και τελούσαν "καταχύσματα", δηλαδή λαμβάναν καρπό απ'το σωρό και τον έριχναν στο φτυάρι ή στο λιχνιστήρα κι ευχόντουσαν "και του χρόνου" να μπήξουν το φτυάρι τους στο σωρό του σίτου. Αυτή η διαδικασία, γινόταν από την αρχαιότητα, καθώς, όπως τονίζει κι ο Ν.Γ.Πολίτης ("Λαογραφία", Γ') αναφέρεται ήδη από το Θεόκριτο (για περιοχή της νήσου Κω) στα "Ειδύλλιά" του:
"Άραγε μας κεράσατε τέτοιο ποτό, ω Νύμφες,
στης Αλωίδας Δήμητρας πλάι εις το βωμό της;
Ας μπήξω πάλι στο σωρό ένα μεγάλο φτυάρι
κι αυτή γελώντας να κρατεί στάχυα και ανεμώνες."
("Θαλύσια", στ.154-7, απόδοση Ν.Νικολάου)

Ακόμη, αναφέρει ο Φίλιππος Βρετάκος, πως οι σχολιαστές βεβαιώνουν ότι το έθιμο τούτο ήταν παλαιότατο, ανάγοντες την πρώτη αρχή αυτού εις τον Τριπτόλεμο."Ειώθασι γαρ εκτρίψαντες τους καρπούς και σωρούς ποιήσαντες το πτύον πήσσει" και"Όταν δε λικμώνται και σωρεύωσι τον πυρόν (το σίτο), κατά μέσον πηγνύουσι το πτύον (φτυάρι) και την θρινάκην (το γεωργικό εργαλείο προς λίκνιση του σίτου, το λιχνιστήρα) κατέθεντο. Την δε αιτίαν είχον εκ Τριπτολέμου." (Σχολ.Θεοκρ.Ζ, 155-156). "Εν Κω παρέμεινεν η συνήθεια αύτη μέχρι και σήμερον."
Και προσθέτει ο Γ.Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας"):"Χαρακτηριστικό είναι στην περίπτωση αυτή το προσκύνημα του σιταριού, που βρίσκουμε στ'αλωνιστικά έθιμα των Κρητικών του Λασιθίου. Εκεί:
"άμα 'πολιχνίσουνε τον καρπό, τόνε σταίνουνε σωρό. Του κάνουνε ένα σταυρό στη μέση και κατόπιν ένα στεφάνι [κύκλο] γύρω γύρω. Ύστερα καρφώνουνε την παλάμη στη μέση στο σταυρό με το χέρι της , κι είναι η χούφτα [το πλατύ μέρος] επάνω. Κάνουνε ύστερα τρεις μετάνοιες και πιάνουνε μια χαχαλιά καρπό, τον προσκυνούνε και ύστερα τόνε χύνουνε πάνω από την παλάμη. Ξανακάνουνε τρεις μετάνοιες κι αρχίζουνε να σακιάζουνε τον καρπό."
Η περιγραφή όσων τελούνται στο τέλος του αλωνισμού στα χωριά της Εύβοιας (που μας διέσωσε ο Γ.Δροσίνης (1)) είναι απήχηση των Θαλυσίων (2)της αρχαίας γιορτής για τη συγκομιδή των καρπών. Στις Γούβες της Ευβοίας, λέγει, αφού βάλουν το "λιώμα" σε ένα μακρουλό και ψηλό σωρό, που λέγεται "λαμνί",
η οικοδέσποινα κρατούσα λάγηνον προσφέρει ύδωρ είς ένα έκαστον, ίνα νιφθεί, κι εκείνος νιπτόμενος ραντίζει το γέννημα και το αλώνιον κύκλω, ευχόμενος και του χρόνου! Εν τέλει δ' η οικοδέσποινα πλαγίως κρατούσα την λάγηνον, δρομαίως περιτρέχει τον σωρόν, χωρίς να πέση ουδέ σταγών ύδατος κατά γης, ευχομένη και αυτή να γίνει του χρόνου τόσος ο σωρός, όσος είναι ο κύκλος, τον οποίον έκαμε.
Με το νίψιμο των χεριών όσων περευρίσκονται στον αλωνισμό και με τον ραντισμό της σοδειάς με νερό, καθώς και με την εικονική διαγραφή μεγάλου κύκλου γύρω από τον σωρό, και τη σοδειά ασφαλίζουν από την επίδραση του κακού, αλλά και την καλή χρονιοά για τον ερχόμενο χρόνο προμαντεύουν. Με τις ίδιες προφυλάξεις γίνεται στο τέλος "το μέτρημα και το σήκωμα του σωρού". [...]

Τέλος ως έκφραση ευχαριστιών και θυσία προς το πνεύμα της βλάστησης πρέπει να θεωρηθεί προσφορά του πρώτου ψωμιού της συγκομιδής, προσφορά που απευθύνεται είτε στη νύμφη του νερού είτε στον ξένοιαστο τζίτζικα. Ιδού οι σχετικές ειδήσεις. Στα Τοπόλια της Δυτικής Κρήτης
άμα θερίζουν, από τον πρώτο καρπό που θα ζυμώσουν κάνουν ένα κουλούρι και το πάνε στη βρύση και το κρεμούν στην κουτσουνάρα [κρουνό] της βρύσης, που τρέχει το νερό, για να τρέξουνε ετσά τα καλά και στο σπίτι. Όποιος πάει πρώτος να γεμίσει παίρνει το κουλούρι.
Η ίδια συνήθεια συναντάται και στον Δρυμό της Μακεδονίας. Στο Σαμόκοβο της Ανατ.Θράκης:
την πρώτη πίτα, που ζυμώνουν από το νέο ψωμί, τη λένε τζιτζιροκούλικο, γιατί ανήκει στο τζίτζιρα, που τραγουδεί, κατά την λαϊκήν δοξασίαν:
Θερίσετ' αλωνίσετε,
δεματοκουβανήσετε
κι εγώ το κουλικάκι μου
θέλω να μου το δώσετε.
Στη Λακκοβίκια της Μακεδονίας το:
τζιτζιρόκλικο το φέρουν αι γυναίκες εις την βρύσιν ή εις φρέαρ. Εκεί δε, αφ' ου το βρέξουν με νερόν της βρύσης, το διανέμουν εις τους παρατυχόντας, οι οποίοι εύχονται τα βέλτιστα."


(1):

(2): Θαλύσια:"ιερά, εκ του θάλλω (= βλασταίνω, ανθίζω), θυσία ευχαριστήριος δια το θέρος, προσφορά των απαρχών της γεωργίας, γινομένη κατ'αρχάς εις πάντας τους θεούς (μετέπειτα δε εις μόνην την Δήμητρα, πρβλ Θεοκρ.Ειδ.7,3)" ("Ομηρικό Λεξικό", Πανταζίδη)


ή, σε απόδοση Ι.Πολυλά:
"Ότι η χρυσόθρονη Άρτεμις πληγή τους είχε στείλει 
ότι απαρχές του θερισμού δεν πρόσφερεν εκείνης
ο Οινεύς' κι εχαίροντο οι θεοί την εκατόμβην όλοι,
αλλ'όχι η κόρη του Διός...."

Ενώ, στην πορεία της ιστορίας, οι απαρχές των σιτηρών προσφέρονταν στη θεά Δήμητρα, οπως καταγράφει κι ο Θεόκριτος:
"Γιορτάζαν τα Θαλύσια, τη Δήμητρα τιμώντας..."
"Πάμε για τα Θαλύσια από το δρόμο τούτο'
Εκεί τραπέζι κάνουνε οι δυο μας οι φίλοι,
την ευτυχία αρχίζοντας, για το πολύ το μέτρο,
που η πεπλοφόρα Δήμητρα έδωσε στη σοδειά τους."
(Θεοκρίτου, "Θαλύσια", απόδοση: Ν.Νικολάου)

Επανερχόμαστε στον Ιούλιο, που εκτός από "Αλωνάρης" ή "Αλωνιστής" είναι και"Χορτοθέρης" ή "Χορτοκόπος" αλλά και "Γυαλιστής" ή "Γυαλινός" (με παρετυμολογία του γυαλίζω= ωριμάζω, επειδή κατ' αυτόν αρχίζουν να γυαλίζουν οι ρώγες των σταφυλιών και να ωριμάζουν τα φρούτα), καθώς και "Χασκόμηνας" ή"Φουσκόμηνας", επειδή ωριμάζουν τα σύκα. Ο Ιούλης λέγεται και "Αϊλιάς" λόγω της γιορτής του Προφήτη Ηλία, αλλά και "Αϊκήρυκος", "Αγιαμαρίνα" κι "Αη-Μιλιανός" λόγω των εορτών των ομώνυμων αγίων στο διάβα του. Κάποιοι, μάλιστα, στα ορεινά, τον λένε και "Θεριστή" σαν τον Ιούνη, γιατί εκεί συχνά εξακολουθεί ο θερισμός, λόγω των διαφορετικών καιρικών συνθηκών. (Μες στο μήνα τούτο, μεταξύ άλλων, γιορτάζει ο Άη Λιάς, η  Αγία Παρασκευή, ο Άγιος Παντελεήμονας, οι Άγιοι Ανάργυροι, η Αγία Κυριακή, ο Άη Προκόπης, η Αγία Μαρίνα....)

Οι βροχές τούτο το μήνα είναι σπανιότατες, αλλά αν συμβούν μπορεί να αποβούν και καταστροφικές, γι'αυτό ο λαός λέει:
"Τον Αλωνάρη έβρεχε στον ποντισμένο τόπο"
(σημ. Βρετάκου: ποντισμένος= ο επάρατος, ο δυστυχής)
ή και:
"Τον Αλωνάρη έβρεχε στον ποτισμένο τόπο." 
Ακόμη λέγεται:
"Τον Αλωνάρη δούλευε καλόν Χειμώνα νά'χεις!",
αλλά και
"Χιόνισε μες στο Γενάρη, νά οι χαρές του Αλωνάρη!"
"Που μοχτάει το χειμώνα, χαίρεται τον Αλωνάρη." 
Την επίσημη ονομασία του τη δώσαν προς τιμήν του Ιουλίου Καίσαρα, ενώ, στο περίπου, αντιστοιχούσε με το μήνα Εκατομβαιώνα των αρχαίων Ελλήνων, ο οποίος ονομαζόταν έτσι διότι κατ'αυτόν τελούνταν τα "Εκατόμβαια", θυσία δηλαδή εκατό βοών, προς τιμήν του "ηλιακού" Απόλλωνα.
Καλό μας μήνα!

Δευτέρα 17 Ιουνίου 2013

Κούρος και κορόιδα!


[Αλλιώς σχεδίαζα να την κάνω αυτή την εγγραφή, που αφορά ένα ιδιαίτερα αγαπημένο μου θέμα, κι αλλιώς μου προέκυψε. Με άλλο φωτογραφικό υλικό και, προπαντώς, με άλλη διάθεση - η εκλειπούσα ήταν αρκετά χιουμοριστική, θα έλεγα. Αλλά υπολόγιζα, χωρίς τον ξενοδόχο! Λάθος, μέγα λάθος... Αλλά, βλέπεις, όταν γύρω σου συμβαίνουν χίλια μύρια τραγικά -πρώτον και κύριον ο τόπος σου κι ο λαός σου να βιάζεται ασύστολα- κι όταν και σε ατομικό επίπεδο έχουν πέσει φάσκελα απανωτά (κάποιος με καταριέται... τον ξέρω... -όχι, όχι δεν τού'χω κάνει κάποιο κακό... απλά προσπάθησα ματαιοπονώντας να σώσω όσα δε σώζονται, γιατί όταν κανείς δεν έχει ιερό ούτε όσιο και κυττάει μοναχά το τομάρι του καταστρέφοντας γύρω του ζωές και πας να τον σταματήσεις... όσο νά'ναι, θα βγάλει το άχτι του πάνω σου-.. αλλά δεν είμαι ποτισμένη με το ίδιο δηλητήριο για να πάρω δείγμα και να βρω το αντίδοτο)... όταν λοιπόν γύρω σου συμβαίνουν όλα τούτα και δε θες να το βάλεις κάτω και γουστάρεις να χαμογελάς κόντρα στον άνεμο, πιάνεσαι ακόμη και από δυο κορδελάκια για να τα καταφέρεις! Κι ίσως γίνεσαι κομματάκι ονειροπαρμένη... ή μάλλον καλύτερα να το πω, μικρό παιδί που θα χαρείς μ'αυτά τα απλά κορδελάκια σου! Κι έτσι ξεχνάς τον ξενοδόχο που καραδοκεί στη γωνία να στη χαλάσει! Γιατί είναι εκεί και περιμένει να μη χάσει την ευκαιρία, να σου δείξει με κάθε τρόπο πως εκείνος κρατάει τα κλειδιά στα χέρια... και πως όσο κι αν πασχίζεις να μπεις απ'το παράθυρο, εκείνος χωρίς να γίνει αντιληπτός, ύπουλα και μουλωχτά, θα δώσει μια κλωτσιά στη σκάλα να σε γκρεμίσει! Και θα σε βγάλει και τρελή αν τον ενοχοποιήσεις! Πώς συμβαίνει μόνο εσύ να τσάκωσες το χαιρέκακο βλέμμα του την ώρα που, "κατά λάθος", σκουντούφλησε κι έριξε την κλωτσιά; Για "κουρόγιδα" (βλέπε σημείωση στο τέλος) μας περνάς ξενοδόχε; Ή νομίζεις ότι θ'αποκάμουμε επειδή μας στέλνεις μονίμως "να κουρευτούμε", κατά Πανταζίδη (βλέπε πάλι σημείωση).... Η παρένθεση κλείνει, και, συγχωρέστε με, αλλά η κατάσταση είναι "πάρ' το αυγό και κούρευτο" καθώς μονίμως "πάω για μαλλί και βγαίνω κουρεμένη" κι έπρεπε κι εγώ κάπου κομματάκι να εκτονωθώ για να μην πάρω τα βουνά, που λέει ο λόγος δηλαδή... γιατί τα βουνά τα πήρα χρόνια πριν... αλλά, φαίνεται, πως όπως λέει ο σοφός λαός "η τρέλα πάει στα βουνά"... κι είναι ωραία η τρέλα η καλή, αλλά κάπου-κάπου ξεφυτρώνει και μια άλλη, φαρμακερή κι άρρωστη, που δεν παλεύεται με τίποτα!]

Επανέρχομαι στον κούρο, λοιπόν, κι επειδή, όπως έγινε, δεν έχω διάθεση να περιγράψω τη δική μου μικρή εμπειρία, θα περάσω κατευθείαν στην πένα μιας πηλιορείτισσας γιαγιάς που είχε το μεράκι στα τελευταία χρόνια της ζωής της να καταγράψει γλαφυρά κάποιες από τις αναμνήσεις της. Από τις "Αναμνήσεις και εικόνες μιας ζωής" της Μαρίας Γιαννιού, λοιπόν:

"Θα περιγράψω με λίγα λόγια πως κουρεύανε τα κοπάδια, τα παλιά χρόνια. Αυτή τη μέρα την έζησα κι εγώ και θέλω να τη διηγηθώ. Την άνοιξη, όταν ζέσταινε καλά ο καιρός, τα κοπάδια τα κουρεύανε για να μη ζεσταίνονται και για το μαλλί. Το χρησιμοποιούσαν για πολλά πράγματα: κάναν κάπες, γιατί η τρίχα είναι σκληρή και η βροχή δε στέκεται πάνω, γλιστράει και μένουν στεγνές, κάναν τρουβάδες, δισάκια, κιλίμια, κλπ.
Όταν γίνονταν κούρος, καλούσαν όποιους ήθελαν. Σε κάποιο κούρο κάλεσαν κάποιον από τη γειτονιά μας. Ήμουνα φίλη με την κόρη τους και πήραν κι εμένα. Θα πηγαίναμε πολύ ψηλά, "στου Αντωνάκη το ίσιωμα", με τα πόδια. Ξεκινήσαμε πολύ πρωί, πριν να βγει ο ήλιος, και πήραμε το δρόμο για το βουνό. Τα σπάρτα ανθισμένα, η αγράμπελη ανθισμένη, οι δρόμοι γεμάτοι αγριολούλουδα. Το πρωινό αεράκι που φυσούσε, σκόρπιζε τα αρώματα και μοσχοβολούσε όλος ο τόπος. Τα αηδονάκια κελαηδούσαν και διάφορα πουλάκια πετούσαν πάνω από τα κεφάλια μας. Πιο πέρα βλέπω μια αλεπού που έτρεχε. Όλα αυτά στο παιδικό μου μυαλό, μου φαίνονταν μαγεμένα. Στο δρόμο βρήκαμε και τους άλλους. Φορτωμένα τα ζώα με φαγητά, μπουκάλια με κρασιά και τσίπουτρα. Είχαν ένα γραμμόφωνο, γιατί τότε δεν υπήρχαν ράδια.

Κάποια στιγμή φτάσαμε. Ήταν ένα μεγάλο ίσιωμα. Σε μια άκρη ήταν τα μανδριά με τα γίδια. Γύρω-γύρω ήταν γεμάτο οξιές και μεγάλα πλατάνια. Κάτω από τα πλατάνια περνούθσε ένα πολύ μεγάλο αυλάκι με νερό ολοκάθαρο και παγωμένο, έβαζες τα χέρια και πάγωναν. Εκεί βάλαν τα κρασιά και τα τσίπουρα να κρυώσουν.
Έξω από το μανδρί ήταν οι άνδρες που κουρεύανε τα ζώα. Τα καλύτερα τραγιά τα κουρεύανε με σχέδιο, τα κάνανε διάφορες ψαλιδιές και ήταν πολύ όμορφα. Πιο πέρα άλλοι ψήναν στις σούβλες τα κατσίκια και μοσχοβολούσε το βουνό από ψητό. Πιο πέρα άλλος χτυπούσε βούτυρο' αφού αρμέξανε τα γίδια το πρωί, το γάλα το κάνανε βούτυρο. Είχαν ένα κάδο, ένα βαρελάκι ξύλινο, στενόμακρο, κάτω στενό και πάνω πιο φαρδύ. Βάζανε το γάλα, είχαν ένα κοντάρι, τον τάλαρο, έτσι το λέγανε' το κοντάρι ξύτλινο και κάτω στο κοντάρι ήταν καρφωμένος ένας στρογγυλός ξύλινος δίσκος κι αυτός είχε διάφορες τρύπες. Έπαιρναν το κοντάρι και χτυπούσαν με το δίσκο το γάλα. Αυτός ο δίσκος τα έκανε όλα. Το χτυπούσαν πολύ ώρα και μαζευόταν στην κορυφή το βούτυρο. Το ραντίζανε με κρύο νερό και το μαζεύανε, το κάνανε μπάλες και το βάζανε σε μια κατσαρόλα.
Κάτω απ'τα πλατάνια κόβανε κλωνάρια, τα στρώνανε κάτων και επάνω φτέρες και βάζανε κουβέρτες να καθίσουμε. Το γραμμόφωνο έπαιζε, άλλοι χόρευαν, άλλοι τραγουδούσαν.
Κλείνω τα μάτια και τα βλέπω όλα μπροστά μου. Βλέπω τον ευαυτό μου με ένα θαλασσί φουστανάκι, να τρέχω να μαζεύω αγριολούλουδα. Την όμορφη αυτή μέρα δε θα την ξεχάσω. Ό,τι έχω ζήσει στα παιδικά μου χρόνια δεν τα ξεχνώ.
Αφού ψηθήκανε τα κρέατα, στρώσανε τραπέζια. Όλοι ήρθαν στο κέφι από το κρασί, ύψωναν τα ποτήρια κι εύχονταν στο νοικοκύρη "να ζήσεις, να χιλιάσεις τα γίδια, πάντα άξιος" και το γλέντι συνεχιζόταν. Αντιλαλούσαν οι πλαγιές από φωνές και τραγούδια μέσα στο βουνίσιο αυτόν παράδεισο. Τέτοιο βούτυρο δεν είχα φάει και ούτε ξανάφαγα. Τέτοια γεύση και άρωμα δεν την ξαναδοκίμασα.
Αφού πέρασε η ώρα τα μαζεύτανε και αρχίσαμε να φεύγουμε. Πήραμε το δρόμο για το χωριό. Τα κουδούνια χτυπούσαν τόσο όμορφα, μια παράξενη υπαίθρια μουσική ακουγόταν. Στάθηκα και τα κοίταζα όλα γύρω, δεν χόρταινα να τα βλέπω και έλεγα "θα ξανάρθω άλλη φορά". Κι όμως δεν ξαναπήγα. Αλλά η εικόνα του έμεινε ζωντανή στο μυαλό μου.
Όλη η παρέα με τραγούδια φτάσαμε στο χωριό.
"Βουνό, δεν σε ξαναείδα
και όμως σαν ηλιαχτίδα
μες στην ψυχή μου ζεις.""



Αλλά, ας δούμε και την όμορφη περιγραφή του Βασίλη Λαμνάτου ("Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας"):
















Σημείωσις:

Εκ του αρχαιοτάτου (αρχ.ρήμα κείρω) όσο και σύγχρονου "κούρος" ή "κουρά", το κουρείο, ο κουρέας και τα συναφή, αλλά και το κορόιδο ή κουρόγιδο! Είσαι σαν κουρεμένο γίδι, ένα πράγμα!

Καταγράφει ο Πανταζίδης στο "Ομηρικό λεξικό" του στο λήμμα "κείρω": Α), 1) κείρω, αποκείρω, κουρεύω..., 2) κατατρώγω, καταβιβρώσκω, επί ζώων, 3)μεταφορικά: τρώγω, φθείρω, κατασπαταλώ... Και Β) κουρεύομαι, κόπτω την κόμην μου, ίνα προσφέρω αυτήν θύμα εις τον νεκρόν. (Εντευθεν ίσως έλαβε την αρχήν η της καθομιλουμένης κατάρα "να κουρεύεσαι! να κουρεύεται!", ισοδύναμος προς την άλλην "να χαθής, να χαθή, ή να πάη στ'ανάθεμα", όχι διότι πάσα κουρά φέρει ελάττωσιν και ζημίαν, κατά τον Κοραήν, αλλά μάλλον διότι σημαίνει: να πενθήση, να χάση τινά φίλτατον, ώστε να αναγκασθή να κόψη την κόμην του, εν γένει να δυστυχήση.)

Τετάρτη 5 Ιουνίου 2013

η ζωή που περνάει και χάνεται...

... η στιγμή που ποτέ δεν πιάνεται.. 


σήμερα........






η ζωή μου όλη σήμερα....






χθες αλλιώτικα σκεφτόμουνα...






το αύριο ονειρευόμουνα....



Σήμερα... η ζωή μου όλη σήμερα...
όσα πέρασαν δε μείνανε... κι όσα έρχονται δε γίνανε...