Κάπως έτσι ξεκινά να μας ταξιδεύει στα πηλιορείτικα ευχετήρια τραγούδια του προπερασμένου αιώνα ο
με πηγές δύο ανέκδοτα χειρόγραφα των αρχών του 1900 που, όπως ο ίδιος χαρακτηριστικά τονίζει:
, από ομάδες αντρών, στις πλαγιές του Πηλίου. Ακόμη και σήμερα, που τόσα έθιμα αιώνων πρόλαβαν και χάθηκαν στη λήθη μέσα σε μια γενιά, τα
θα αντιλαλήσουν και πάλι στο βουνό μας, μόλις ο ήλιος κρυφτεί, λίγο πριν ξημερώσει η μεγάλη μέρα του Αγιασμού των Υδάτων.
Τα δημοτικά μας τραγούδια, η ποίηση του λαού μας που έχει καταγεγραμμένες τις ρίζες της από την εποχή του Ομήρου (ακόμη και το
), ενός λαού που, πάντοτε και σε κάθε περίσταση, εκδήλωνε το συναίσθημα μελωδικά, που τερπόταν με το στίχο και το τραγούδι
Τα τραγούδια, λοιπόν, αυτά, όσο και αν τά'χουμε παραγκωνίσει, εκείνα κάποια στιγμή θα ξεπροβάλουν δυναμικά και θα μας παρασύρουν με το σθένος της αυθεντικότητάς τους.
Γράφει ο Σκουβαράς:
"Και συνεχίζουμε με το μηλιώτικο τραγούδι, που τοποθετεί το νοικοκύρη μέσα σ'ένα μυθικό, ρομαντικό κι ακριτικό ακόμα πλαίσιο, γεμάτο λεβεντιά κι αρχοντιά. [...]:
Αφέντη, αφεντούτσικε, πέντε φορές αφέντη'
πέντε κρατούν το μαύρο σου, πέντε τον καλλιγώνουν,
και άλλοι πέντε τον κρατούν, να καβαλλ'κέψει ο αφέντης.
Κι ο αφέντης καβαλλίκεψε στ'αστέρι το μουλάρι'
αστέρ' είχε στη μύτη του, φεγγάρι στο λαιμό του,
και πίσω στην κουβέρτα του τρεις φραγκοπούλες παίζουν.
Η μια παίζει τον ταμπουρά, κι η άλλη το λαγούτο.
Η τρίτη η μικρότερη παίζει με τον αφέντη.
Παίζοντας, χορατεύοντας, αποκοιμήθ'κε ο αφέντης.
Φέρτε νταούλια να βροντάν, ζουρνάδες να φωνάζουν,
για να ξυπνήσει ο αφέντης μας να λύσει το μαντήλι.
Λύσε το, αφέντη, λύσε το τ'αργυρομάντηλό σου.
Αν έχεις άσπρα δος μας τα, φλωριά μην τα λυπάσαι'
αν έχεις και γλυκό κρασί, κέρνα τα παλληκάρια,
κέρνα τ', αφέντη, κέρνα τα, να σε πολυχρονίσουν.
Να ζήσεις χρόνους εκατό κι πάν'από διακόσιους,
κι απ'τους διακόσιους κι ύστερα ν'ασπρίσεις να γεράσεις
ν'άσπρίσεις σαν τον Ελυμπο, σαν τ'άσπρο περιστέρι.
Στο μεταξύ η νοικοκυρά ετοιμάζει τα κεράσματα. Καράφες με κρασί και τσίπουρο πάνε κι έρχονται' τα πιατικά κροτούνε. Ώρα είναι να εγκωμιάσουν και την κυρά' απ'τα χέρια της άλλωστε, κρέμεται και των λαρυγγιών η τέρψη. Συνεχίζουμε μηλιώτικα:
Πολλά είπαμε για τον αφέντ', ας πουμ' και την κυρά μας.
Κυρά μ', όταν στολίζεσαι να πας στον αγιασμό σου,
βάλε τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι αστήθι,
και του κοράκου το φτερό βάλε καγκελοφρύδι.
Όταν κινήσεις για να πας-'στακός αρματωμένος-
παραμεράτ', αρχόντισσες και σεις αρχοντοπούλες.
Εγώ είμαι μια κυρά καλή και πάω στον αγιασμό μου.
[...]
Αν υπάρχει κόρη στο σπίτι, οι τραγουδιστές δεν παραλείπουν να στιχοπλέξουν και σ'αυτήν τα παινέδια τους [...]:
Πολλά είπαμε για την κυρά, ας πούμ' και για την κόρη.
Έχεις μια κόρη όμορφη ωσάν την περιστέρα,
προξενητάδες έρχονται από την Ιγγλιτέρα,
ρωτάνε και ξαναρωτάν για νάβρουν τέτοια κόρη,
στο δαχτυλίδι να διαβεί στη βέργα να περάσει
απάν' σε δίκοπο σπαθί να διπλωθεί να κάτσει.
Γύρευ'ν' αμπέλια ατρύγητα μ'όλους τους τρυγητάδες,
γυρεύ'ν' χωράφια αθέριστα μ'όλους τους θεριστάδες,
γυρεύουν και τη θάλασσα με όλα τα καράβια,
γυρεύον και τον κυρ-Βοριά να τα καλαρμενίζει.
Στην περίπτωση της νιας και όμορφης, τα κάλαντα της Αγιάς, μαρτυρούν κάτι οδυνηρότερο κι άγνωστο για τα πηλιορείτικα χωριά, που στα χρόνια της τουρκοκρατίας, όντας κατοχυρωμένα με προνόμια, σπάνια έβλεπαν να τα επισκέπτονται Τούρκοι. Τ'αντίθετο γινόταν στην περιφέρεια της Αγιάς και στον κάμπο της Λάρισας, όπου η όμορφη και νέα κόρη κιντύνευε από την οθωμανική ασυδοσία, τις βιαιοπραγίες και την "γιανιτσαρικήν ωμότητα", όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο Κωνσταντίνος Κόυμας. Να κι οι στίχοι που αφορούν "εις κορίτσι 18 ετών" -κατά την τιτ΄λοφόρηση του Αγιώτη ανθολόγου:
Φραγκίτσα εδώ, φραγκίτσα εκεί, Φραγκίτσα πάει στη βρύση.
Γιανίτσαρος τη σταύρωσε, με τ'άσπρο το σαρίκι.
- Φραγκίτσα, δις μας φίλημα, Φραγκίτσα δις μας μάτι!
-Πώς να σε δώσω φίλημα, πώς να σε δώσω μάτι;
Εσύ είσαι ένας γιανίτσαρος κι εγώ μια ρουμιοπούλα'
εσύ προσκ'νας εις το τζαμί κι εγώ στην εκκλησία."
(
Βαγγέλη Σκουβαρά, "Από το λειμώνα της παράδοσης")
Τούτα τα ευχετήρια κάλαντα τελειωμό δεν έχουν! Άλλα για την κόρη, άλλα για το γιο, άλλα για τον γραμματιζούμενο, άλλα για το μωρό, άλλα για τον παππού και τη γιαγιά κι ύστερα λογιω-λογιώ αυτοσχεδιασμοί -πετυχημένοι που αναπαράγονταν- για τους νιόπαντρους, τους αρραβωνιασμένους, τον παπά και την παπαδιά, τον επίτροπο, τον πρόεδρο, το γιατρό, τον τσέλιγκα και τον ναυτικό, τον ταβερνιάρη και τον πρωτομάστορα.... Πολλά από τούτα τα καταγράφει ο
Κώστας Λιάπης στο δίτομο έργο του
"Το δημοτικό τραγούδι στη Μαγνησία", όπως τούτο προς το
"γεμιτζή" (ναυτικό) από το
Κεραμίδι Πηλίου (
με μικρές παραλλαγές καταγεγραμμένο και σε άλλα χωριά):
"Σένα σι πρέπει, αφέντη μου, καράβι ν'αρματώσεις,
στην πλώρη να βάλης μάλαμα, στην πρύμνη το ασήμι,
και μεσ'στη μέση του καραβιού καρέκλα καρυδένια,
για ν'ακουμπάη η μέση σου η μαργαριταρένια"
ή τούτο για το
βοσκό (Άγιος Λαυρέντιος Πηλίου):
"Εδώ σε τούτες τις αυλές, τες μαρμαροστρωμένς,
εδώ'χουν χίλια πρόβατα και τρεις χιλιάδες γίδια.
Σαν κάνουν τον ανήφορο, γιομίζ' ο λόγγος όλος'
σαν πιάνουν τον κατήφορο, γιομίζ' ο κάμπος όλος.
Σαν το μυρμήγκι περπατούν, σαν το μελίσσι βάζουν,
σαν τον αφρό της θάλασσας αφρίζουν τα καρδάρια.
Εμείς ολίγα τάπαμε κι ο Θεός να τ'αβγαταίνει."
και αυτό για τον
παπά του χωριού
(Κερασιά Πηλίου)
"Εδώ κοιμάται ένας παπάς, με τα χαρτιά στην τσέπη.
-Σήκω σαπάνω, Δέσποτα, και μη βαριοκοιμάσαι,
όλα τα κ΄στρα σήμαναν κι οι εκκλησιές διαβάζουν
και η δική σου εκκλησιά στέκεται μαραμένη."