Παρασκευή 8 Μαρτίου 2019

Τα προξενιά του Μπάκουρα!

αφιερωμένο στον κύριο Λι...

Άντε να δούμε αν θα τα καταφέρω! Γιατί βεβαίως-βεβαίως, στόχος μου είναι να γράψω αυτό πού'χω στο μυαλό μου, αλλά η δυσκολία μεγάλη. Μεγάλη διότι εγώ δεν αναφέρομαι σ'έναν κάποιον υποθετικό Κάγκουρα ενός νησιού, αλλά σε βιωματικά τεκταινόμενα που έλαβαν χώρα στον συγκεκριμένο τόπο. Ο νοών νοείτο, παραπάνω δεν ημπορώ να επεξηγήσω καθ'ότι δε φέρω ψευδώνυμο κι ο κόσμος είναι μικρός! Ευτυχώς, ο αγαπητός κύριος Λι με διευκόλυνε τα μάλα με την τελευταία ανάρτησή του που, κατ'αυτόν μεν κανονικά προηγούνταν της προηγηθείσας δικής μου, αλλά κατ'εμέ προηγείται κανονικότατα της σημερινής δικής μου! Με διευκόλυνε, διότι μπορώ να δανειστώ στοιχεία, χωρίς να εκτεθώ και να εκθέσω! Οπότε, όποιος π.χ. αναρωτηθεί στην πορεία ποιός στο καλό είναι ο Σωτηράκης, ξέρει που να ανατρέξει! Και όχι, δεν εμπνεύστηκα από την ανάρτησή του, δεν ήταν προσχεδιασμένο, απλά κάποια πράγματα βρίσκουν την ώρα και συμβαίνουν! Είναι αυτό το ρημάδι το τάιμινγκ που λέγαν κι οι παλιοί... Πολλά είπα για εισαγωγή....


Αυτός ο Μάρτης, τό'χω ξαναπεί, με δυσκολεύει, πολύ με δυσκολεύει τελευταίως! Έχει κάποιο απωθημένο μαζί μου, θαρρείς. Κι είναι άδικο γιατί εγώ πάντοτε τον εκτιμούσα και περίμενα πως και τί κάθε χρόνο να περάσει η μουρτζούφλα του χειμώνα και να καλωσορίσουμε την Άνοιξη με τον Ηλιάτορά της! Τέλος πάντων, φέτος, προς το παρόν παλεύεται, αλλά αυτό δε σημαίνει πως είναι κι ολότελα ανώδυνος. Άσε που είναι πολύ νωρίς ακόμη για συμπεράσματα...
Χθες, λοιπόν, είχαμε μια "επεμβασούλα" να την πω... η μητέρα δηλαδή. Ευτυχώς, δεν έχω παράπονο, καλά πήγανε τα πράγματα, αλλά επειδή αυτή η ιστορία δεν έχει τελειωμό κι επειδή τα ωραία μας ταμεία χαρίζουν συντάξεις και ασφαλισιμότητες αλλού κι αλλού (ως κι εκτός συνόρων), αλλά όχι στην περίπτωσή μας -κι ας πλήρωνε μια ζωή ο πατέρας μου χωρίς να προφτάσει καν να χαρεί την σύνταξή του- είναι ένα θεματάκι. Αλλά αυτό δεν είναι το θέμα μας. Το θέμα μας είναι ότι εγώ ήμουν άκρως προβληματισμένη. Κι επιπλέον, "ξυπνήσαν" και κάτι άλλα θεματάκια δικά μου -δεν εννοώ ψυχολογικά- κι όλα τούτα τ'άλυτα έπρεπε κάπως να λυθούν. Οπότε, καθώς σουρούπωνε, άραξα λίγο να ξεκουραστώ από τον μαραθώνιο της ημέρας και να διαχειριστώ τους προβληματισμούς μου. Κι ακούω, η καλή σου ξαφνικά, το Σωτηράκη στην αυλή να φωνάζει τη μητέρα. Σηκώνομαι ν'ανοίξω. "Καλησπέρα. Τί έγινε;". Ο Σωτηράκης σοβαρός-σοβαρός: "Η μητέρα σου είναι εδώ;". "Εδώ είναι." και πριν προλάβω να του εξηγήσω πως είναι λιγουλάκι ασθενής και ταλαιπωρημένη, εισέρχεται στην οικία και ξαναρχίζει να την φωνάζει δυνατά. Η μητέρα ανήσυχη εμφανίζεται απ'το δωμάτιό της: "Τί έγινε; Συμβαίνει κάτι;". Ο Σωτηράκης, ο μονίμως χαριέστατος, αφύσικα σοβαρός, τόσο που ο νους μας πήγε στο κακό. "Ναι, συμβαίνει. Πρέπει να σας μιλήσω κι εσείς θα κρίνετε..." ."Ε, πες μας ντε! Καλό ή κακό;"



Τον Σωτηράκη, όμως, δεν έχει νόημα να τον ζορίζεις. Γιατί, έτσι κι αλλιώς, οι διηγήσεις του έχουν μια άλφα ελάχιστη χρονική διάρκεια την οποία δεν παρεβαίνει ποτέ. Πώς μας λέγαν στο σχολείο; "Θα γράψετε μια έκθεση με χίλιες λέξεις." Ε, οι λέξεις θά'ναι οπωσδήποτε χίλιες. Η διήγηση δε μπορεί να πέσει σε λιγότερες των χιλίων λέξεων, ακόμη κι αν το θέμα αναλύεται με δύο, π.χ. στην ερώτηση: "Πού αγόρασες αυτό το εργαλείο;" Μόνο που δεν ακολουθεί τη δομή των κλασικών εκθέσεων. Στην περίπτωση μας οι τουλάχιστον εννιακόσιες εμπεριέχονται στον πρόλογο κι όχι στο κυρίως θέμα. Κι επιπλέον η έκθεση είναι "κυοφορούσα"! Δηλαδή, κυοφορεί παρενθέσεις οι οποίες αναλύονται και πάλι σε διήγημα χιλίων λέξεων τουλάχιστον έκαστη! Οπότε κανείς αποπροσανατολίζεται, αλλά ποτέ δεν πρέπει να κάνει το λάθος (που συνηθίζει η μητέρα μου, αλλά ευτυχώς χθες ήταν αρκετά ταλαιπωρημένη για να ζητάει εξηγήσεις) να θέσει ερώτημα προς διευκρίνηση! Τότε αντιλαμβάνεσαι ότι επίλογος δεν θα υπάρξει ποτέ! (Κάθε, μα κάθε φορά, μού'ρχεται στο νου η εικόνα από εκείνο το αριστούργημα -για μένα- του ελληνικού κινηματογράφου: "Η κυρά μας η μαμή", όπου σε μια στάση που κάνει το λεωφορείο που μεταφέρει το γιατρό με την οικογένεια στο χωριό της συζύγου, ο Παντελής Ζερβός προσπαθεί να εξηγήσει στον έκθαμβο Ορέστη Μακρή ποιός είναι ο μπατζανάκης του κουνιάδου του Φούτουλα!)


Καθόμαι, λοιπόν κι αναμένω παρατηρώντας το ανεξήγητα σοβαρό ύφος του Σωτηράκη, με χίλιες κακές σκέψεις στο μυαλό: "Τί στην ευχή συνέβη πάλι; Έλεος!".
"Στου Τάδε.... ήταν ο Γιώργης ο "Γλύκας" ή Παρλαπίπας και μίλαγε με τον τέτοιον που δουλεύει στον αποτέτοιον και δεν είναι ο έτσι, αλλά είναι ο αλλιώς... Κατάλαβες ποιός είναι ο τέτοιος; Όχι ο ένας με φουσκωτά μάγουλα, ούτε ο άλλος ο λιανός, ούτε εκείνος ο Αλβανάκος, ούτε..... κλπ, κλπ. Είναι κι ένας άλλος που δουλεύει στον αποτέτοιον, που είναι... κλπ,κλπ. ... και τον λένε Μπάκουρα! (Όχι, κύριε Λι, δεν μπρεδεύτηκα πάλι, στην προκειμένη τον Παναγιώτη τον λένε όντως Μπάκουρα κι όχι Κάγκουρα!) Κι εγώ τους άκουγα, αλλά δεν ξέραν πως τους άκουγα. Και έλεγε ο Γιώργης ο "Γλύκας" για την Αθήνα. Και ξέρεις πώς τα λέει ο Γιώργης ο "Γλύκας"....κλπ,κλπ... Και τον ρωτάει ο Μπάκουρας: "Εδώ στο χωριό ξέρεις κανένα καλό κορίτσι να μου γνωρίσεις;". Κι απαντά ο Γιώργης ο "Γλύκας": "Την Όλγα ξέρω!". "



Κι εκεί ο Σωτηράκης κάνει παύση και σοβαρεύει ακόμη περισσότερο, προσθέτοντας: "Εγώ όφειλα να σου τα πω! Εσύ θα κρίνεις!".
Κι εκεί κάνω παύση κι εγώ και βάζω τα γέλια! Περί κουτσομπολιού, λοιπόν, πρόκειται! "Άντε βρε Σωτηράκη και με ανησύχησες τζάμπα! Πες ό,τι θες, αφού δεν πρόκειται για θανατικά και νοσοκομεία, πάει καλώς!"
Ο Σωτηράκης, όμως, παρέμεινε εντυπωσιακά σοβαρός, και συνέχισε: "Τον ρωτάει, λοιπόν, ο Μπάκουρας ποιά είναι η Όλγα. Κι εκείνος απαντάει: "Να εκείνη που μένει εκειδά!" "Αυτήν;! Μα την έχω δει και μ'αρέσει!" κάνει ο Μπάκουρας."
Και τότε είναι που παρεμβαίνει ο Σωτηράκης! Εμφανίζεται στο ξαφνικό και τους διακόπτει, αφού μου εξηγεί: "Δε θά'φηνα τον Παρλαπίπα να λέει για σένα, καταλαβαίνεις! Χρειαζόταν κάποιος σοβαρός. Είπα: "Για την Όλγα θα μιλήσω εγώ! Αλλά πρώτα θα μου πεις αν σ'αρέσει σοβαρά και μιλάς για γάμο! Μόνο αν μιλάς για γάμο, κι όχι για γκομενιλίκια, θα αναλάβω εγώ να κανονίσω το θέμα και θα μιλήσω στη μητέρα της. Αλλιώς, ξέχασέ το!" Σωστά δε μίλησα;" ξανασταματά τη διήγηση ζητώντας επιβεβαίωση από τη μητέρα μου!


Αυτό ήταν! Είχα ξεχάσει πλέον επεμβάσεις, γιατρούς, προβλήματα, οικονομικά και προσπαθούσα να εστιάσω σε ποιά ελληνική ταινία είχα, ξαφνικά, μεταφερθεί! Και, ποιός, τέλος πάντων, ήταν αυτός ο Μπάκουρας που με είδε και ήθελε να με παντρευτεί! Γιατί, φυσικά, έτσι του απάντησε κατηγορηματικά του Σωτηράκη, αραδιάζοντας μάλιστα και τα προσόντα του: Πρώτον και κύριον, διευκρίνισε πως δε θέλει προίκα! Δεύτερον και βασικότατον, τόνισε να είμαι ήσυχη γιατί δε θα χρειάζεται να δουλεύω καθώς ο μισθός του φτάνει και για μένα (Μπράβο Μπάκουρα! Και για μένα και για την Παναγιώταινα;! Ένας μισθός στις μέρες μας; Κοίτα να δεις!... Γιατί, παρεμπιπτόντως, ο Παναγιώτης ο Μπάκουρας έχει και μια πρώην Παναγιώταινα μ'ένα τέκνο). Τρίτον και άκρως καταπληκτικόν, ότι έχει οικόπεδο στο Κάτω Κατσιλιέρι και μπορούμε να φτιάξουμε εκεί ένα σπιτικό! (Κι ότι είχα όνειρο να παρατήσω το σπιτάκι μου να πάω να ζήσω στο Κάτω Κατσιλιέρι ένα πράγμα! Αυτό, μάλιστα, είναι κίνητρο! Ν'αφήσω το βουνό του Χείρωνα, για το οποίο εγκατέλειψα την πρωτεύουσα, για να καταλήξω στο νεόδμητο στο Κάτω Κατσιλιέρι με τον Μπάκουρα!). Τέταρτον, ότι υπάρχει και σπίτι στην πολιτεία, αν θέλω! Αμέ! (Εκεί, είμαι σίγουρη, θα μένει κι η πεθερά!). Και, πέμπτον και "απογειωτικόν" (ναι, πλέον ξεφεύγουμε από την παλιά ελληνική ταινιά!), το οποίον μου ανέφερε πραγματικά εκστασιασμένος ο Σωτηράκης: "Ξέρει ΚΑΙ να μαγειρεύει ο Μπάκουρας!". Αυτό ομολογώ ουδέποτε τό'χω ξανακούσει ως προτεινόμενο προσόν σε προξενιό, ούτε σε ταινίες, ούτε σε βιβλία, ούτε σε παλιές ιστορίες! Εκεί, ναι, κάνουμε τη διαφορά! Είναι το μεγάλο μας ατού! (Κατ'εμέ θα προτιμούσα να πλένει τα πιάτα, βέβαια, γιατί με το μαγείρεμα έχω σχέση πάθους. Αλλά, δε βαριέσαι... εκεί θα κολλήσουμε!).
Όλα έχουν να κάνουν και με τη φάση στην οποία βρίσκεται κανείς. Οπότε ίσως είναι δύσκολο να γίνουν κατανοητές και οι όποιες αντιδράσεις μου. Πέρασα μια εφιαλτική χρονιά και έχω ένα σωρό θεματάκια να επιλύσω, οπότε το τελευταίο πράγμα με το οποίο θά'θελα να απασχολήσω το μυαλό μου είναι ο κάθε Μπάκουρας κι οι προσφορές του! Από την άλλη, μετά από αλλεπάλληλα πολιτισμικά και μη σοκ που έχω καταπιεί, έχω φτάσει στο σημείο που και γάιδαρο να δω να πετάει, δε θα μου κάνει εντύπωση. Το πολύ-πολύ να σκεφτώ ότι καβάλησε ένα ντρόουν! Εδώ έχει εμφανιστεί μια τρελή και λέει πως είναι κόρη της γιαγιάς μου! Το ότι η γιαγιά μου θά'πρεπε να την είχε γεννήσει πλησιάζοντας τα 70 δεν έχει καμία σημασία! Όχι μονάχα για την τρελή, αλλά και για την μπακάλισσα του χωριού (κι όχι μόνο!) που μου την κουβάλησε νυχτιάτικα σπίτι -και γάνιασα να την ξεφορτωθώ- ενώ στην απορία μου αν η γιαγιά μου ήταν η Σάρα απάντησε απαθέστατα: "Ξέρω γω; Τόσα γίνονται!" . Οπότε, τελευταίως, ίσως αντιδρώ σαν να βρίσκομαι μέσα σε κάποιο ψυχιατρείο. Γιατί, αντί να πω: "Δε με παρατάς Χριστιανέ μου με τον Μπάκουρα βραδιάτικα, μόλις ήρθαμε από την κλινική!", λυπήθηκα το σοβαρό ύφος του και την ενδόμυχη περηφάνεια του για τον σημαντικό του ρόλο κι απάντησα: "Αυτή τη στιγμή δε θέλω κανέναν Μπάκουρα. Έχω αρκετά προβλήματα. Πες του πως ευχαριστώ, αλλά δε με ενδιαφέρει κανείς." Τί τό'θελα;! Η έρ'μη η πρώην αστή! "Τί εννοείς δε σε ενδιαφέρει κανείς; Αυτό δε μπορώ να το πω. Θα νομίσει άλλα ο άνθρωπος... Όχι, δε γίνεται να το πω αυτό!"απάντησε σαστισμένος ο Σωτηράκης. Χρειάστηκα κάτι δευτερόλεπτα να "μεταφράσω" στο μυαλό μου τί θέλει να πει ο Σωτηράκης και συνειδητοποίησα πως στο δικό του μυαλό αυτό ερμηνευόταν σαν να έλεγε στο Μπάκουρα πως "έχω άλλα γούστα", γιατί αλλιώς θά'ταν ακατανόητο να μη με ενδιαφέρει κανένας Μπάκουρας! Αχ, Θεέ μου.... Αυτό μόνο δεν έχω ακούσει σ'αυτό το χωριό για μένα, αυτό μού'λειπε να ακούσω! "Ωραία, πες του ότι έχω προβλήματα, πες του ό,τι θες, φτάνει να καταλάβει ότι δεν ενδιαφέρομαι! Μην τον προσβάλουμε τον άνθρωπο (είμαι και ψυχοπονιάρα, τρομάρα μου), αλλά δεν..."



Αμ, δε που θα τελειώναμε εκεί! Ξεκίνησε καινούριο διήγημα- έκθεση! Τα του Σωτήρη και της Σωτηράκαινας με πάσα λεπτομέρεια (για χιλιοστή φορά) με γενικό συμπέρασμα- επίλογο πως είναι κατάρα να απομένεις μόνος σε τούτη τη ζωή! Δηλαδή, πως μόνο ένας Μπάκουρας με σώζει! Καθώς μάλιστα φαίνεται να είναι τόσο καλό παιδί, όσο καλή φάνηκε κι η Σωτηράκαινα κι αυτό είναι το σημαντικό. Δεν τον γνωρίζει σαφώς για να πάρει όρκο, αλλά αν τον εγνώριζε θα επέμενε περισσότερο, μου το διευκρίνισε! Όχι δεν υπήρχε σωτηρία... όχι, ό,τι κι αν έλεγα κατανοητή δε θα γινόμουν! Αναγκαστικά "κλείσαμε" μ'αυτό που κατάλαβε ο Σωτηράκης: "Θα του πω, λοιπόν, πως αυτές τις μέρες έχεις κάτι προβλήματα, αλλά μετά θα το σκεφτείς!". Δε μ'έπαιρνε να πω τίποτα άλλο. Η συζήτηση δε θα τελείωνε ποτέ! Ή έπρεπε να ουρλιάξω... Αλλά, όπως προείπα, δεν ήμουν σε τέτοια φάση κι εκείνες τις περίφημες σταγόνες- ανθοϊάματα που ανακάλυψα πως μου πρόσδιδαν έναν ιδιαίτερο εκνευρισμό στις αντιδράσεις μου, τις είχα, επ'αυτού, δυστυχώς σταματήσει μόλις την προηγουμένη. Δεν το καθυστερούσα μια μέρα κι εγώ;!


(Υ.Γ. Και ναι, όλα τούτα δεν είναι καθόλου της φαντασίας μου, σας το βεβαιώ!)

Παρασκευή 1 Μαρτίου 2019

Συνομιλώντας με τη ζωή και το θάνατο...



Και μπήκε ο Μάρτης, λοιπόν... Ο Μάρτης, που τού'χω μπόλικα φυλαγμένα, μιας και τις τελευταίες χρονιές μου βγάζει ένα πρόσωπο που δε θα τό'λεγες καθόλου φιλικό! Κι όσο κι αν μια ζωή αναμένω την Άνοιξη, αυτή τη φορά δε θα με πολυχάλαγε να τον προσπεράσουμε στα γρήγορα τον φιλοπόλεμο κι ιδιότροπο Μάρτη, τον αφιερωμένο, βεβαίως-βεβαίως, στον δεινότατο θεό του πολέμου Άρη (Mars). Όχι δεν είμαι προληπτική, ούτε προκατειλημμένη μαζί του, απλά έχω λόγους βάσιμους και σοβαρούς που, δυστυχώς, δε μπορούν να αναλυθούνε εδώ μέσα. Άσχετα, όμως, από τους παραπάνω λόγους, δε θα τό'λεγα και προς τιμήν του, που η μέρα σήμερα ξεκίνησε με μια κηδεία! Ολοκληρώθηκε, βέβαια, με τον εσπερινό για το αυριανό Ψυχοσάββατο και το σταράκι ("στάρι" λέμε εδώ τα κόλλυβα) για τις ψυχές των ξενιτεμένων στην Πέρα Όχθη, οπότε όλη τούτη η μέρα, η πρώτη του μηνός αφιερώθηκε στους "αποχωρήσαντες" του κόσμου τούτου...


Δυστυχώς, με το έμπα του 2019, ουκ ολίγοι γνωστοί μου "έφυγαν"... Οι περισσότεροι μπορεί να μην ήταν φίλοι ή ιδιαιτέρως κοντινοί, αλλά στα χωριά, νομίζω πως τα πράγματα βιώνονται τόσο διαφορετικά από ότι στις μεγαλουπόλεις -τουλάχιστον όταν δεν είσαι αναίσθητος!- όσον αφορά το θάνατο, που δε μένεις ανεπηρέαστος. Στις πόλεις χάνονται όλοι μέσα στο πλήθος και στην ανωνυμία, εδώ όλοι είναι κάποιοι, όλοι σχεδόν σημαίνουν κάτι για σένα, ακόμη κι αν δεν είναι φίλοι: Ο γείτονας, ο περιπτεράς, ο μαγαζάτορας, ο ψάλτης, ο πρόεδρος, ο παπάς κι η παπαδιά, ο ταχυδρόμος, τα πιτσιρίκια που σου τραγουδούν τα κάλαντα, η γιαγιά που σου φέρνει τα αυγά, ο παππούς που συναπαντάς κάθε μέρα στο ίδιο τραπεζάκι στο καφενείο, ο μπακάλης, ο υδραυλικός, ο υδρονομέας που σου φέρνει νερό να ποτίσεις τον κήπο σου, ο μπάρμπας με τον γαϊδαράκο, ο συγχωριανός που έτυχε δέκα φορές να βρεθείτε στο ξαφνικό να πίνετε τσιπουράκι συζητώντας αμπελοφιλοσοφίες, η παραπάνω γείτονισσα που κάθε φορά θα καλημερίσεις στο καλντερίμι ανηφορίζοντας στην πλατεία, ο άλλος που μαζεύατε δυο χρονιές παρέα ελιές, ο ψαράς που φέρνει κάθε μέρα με το αγροτικό την πραμάτεια του στα γύρω χωριά, ακόμη κι ο νεκροθάφτης! Όποιος και να χαθεί, πέρα κι εκτός των φιλικών σχέσεων που μπορείς νά'χεις ή να μην έχεις, είναι απώλεια! Είναι μια ψυχή μείον από την κοινότητα, μια καλημέρα λιγότερη, μια σχεδόν καθημερινή εικόνα που σβήνει, ένα τσούγκρισμα ποτηριού που δε θα ξανακουστεί, συν όλες τις πολύτιμες ιδιότητες που κουβαλάει ο καθείς και τον ξεχωρίζουν και τον χρίζουν χρήσιμο ή και ακόμη, άκρως απαραίτητο, σε μια μικρή κοινωνία.
Σήμερα, λοιπόν, ήμουν σε μια κηδεία σε ένα διπλανό χωριό. Πιο μικρό, πιο "δεμένο" και λιγότερο "μεταλλαγμένο" από το δικό μας, στο οποίο δικό μας κάποια ήθη έχουν αλωθεί λόγω τουρισμού, αλλά και λόγω φυσικά του "σύγχρονου τρόπου ζωής" που έχει εισβάλει κι εδώ μέσω τηλεόρασης, διαδικτύου και "ετεροδημοτών". Είχανε χάσει τον παπά τους, ενάμιση χρόνο πριν. Ίσως όποιος δεν έχει ζήσει σε χωριό, δε μπορεί να διανοηθεί, τί απώλεια είναι να λείψει παπάς από χωριό! Και δεν αναφέρομαι μόνο σε εκείνους που εκκλησιάζονται, για τους οποίους είναι ιδιαιτέρως λυπηρό να μην ακούγεται η καμπάνα την Κυριακή (κι αν σκεφτούμε κάποιες γιαγιάδες, ίσως είναι η μόνη τους ευκαιρία στη βδομάδα και για ένα συναπάντημα) κι ακόμη χειρότερο να μην μπορούν να απολαύσουν τους Ύμνους για την Παναγιά ή μια κατανυκτική Μεγάλη Βδομάδα, παρά στην καλύτερη μονάχα μιαν Ανάσταση με παπά σταλμένο από την πόλη να ξεπετάει τα λόγια βιαστικά για να γυρίσει πίσω στην οικογένειά του. Ακόμη κι ο Επιτάφιος της Μεγάλης Παρασκευής για να στολιστεί, που εδώ τουλάχιστον συρρέουν χιλιάδες επισκέπτες κάθε χρόνο για να τον θαυμάσουν ή και να τον ακολουθήσουν, θέλει μια οργάνωση και μια διαδικασία. Ακόμη και τα πανέμορφα πετρόχτιστα ξωκλήσια μας, θέλουν κάποιον να νοιάζεται και να φροντίζει για να μην ρημάξουν. Κι όταν δεν υπάρχει παπάς στο χωριό, για όλα τούτα και πόσα άλλα, δυσκολεύουν πολύ τα πράγματα... Μα νομίζω το χειρότερο είναι στο θάνατο...
Ίσως δεν το καταλάβαινει αυτό κάποιος που ζει στην Αθήνα. Γιατί ο άνθρωπος συνηθίζει και έτσι κι αλλιώς. Κι εγώ όταν μικρή έχασα τον πατέρα μου εκεί ζούσα, οπότε το θεώρησα δεδομένο πως μετά το νοσοκομείο θα βρεθώ σε ένα άγνωστο νεκροταφείο, όπου σε ένα μικρό δωμάτιο θα συναντήσω ένα σφραγισμένο κουτί στο οποίο θα μου πούνε πως είναι ο πατέρας μου μέσα, θα συνοδεύσουμε το κλειστό κουτί σε μια άγνωστη εκκλησία κι ένας άγνωστος παπάς που δε θα ξαναδώ ποτέ μου θα ψάλλει γρήγορα κι "εργολαβικά" τρόπον τινά τις ευχές γιατί έχει ο "επόμενος" σειρά και, αφού γίνει η ταφή, θα πιούμε καφέ βιαστικά, σαν να ξεπετάμε κάποια υποχρέωση, όλοι μαζί σ'ένα άγνωστο, ψυχρό χώρο που λειτουργεί μοναχά για τέτοιες περιπτώσεις... Τώρα που ζω εδώ, αυτό το σενάριο το θεωρώ παραπάνω κι από εφιαλτικό! Απάνθρωπο!
Ενώ στο χωριό, άμα συμβεί -Θεός φυλάξει- το κακό, θα ειδοποιήσεις τον παπά που σε ξέρει και τον ξέρεις και γνωρίζει τον άνθρωπό σου και, όσο νά'ναι, νοιάζεται γιατί είναι συγχωριανός του κι ίσως και φίλος ή συγγενής του, θα χτυπήσει την καμπάνα πένθιμα για το χωριό, θα έχεις τον άνθρωπό σου στο σπίτι να τον ξεπροβοδίσεις από κει με φίλους και συγγενείς (κι ας είναι και κάποιοι σπαστικοί!), θα τον πας στη γνώριμη εκκλησιά του χωριού σου να διαβαστεί, θα δεις το πρόσωπό του, θα τον αποχαιρετίσεις ανθρώπινα με ένα λουλούδι από τον κήπο σου, θα το συνοδεύσεις στο μικρό νεκροταφείο στον τόπο που έζησε κι αγάπησε και που όλοι στα γύρω μνήματα είναι γνωστοί, θα μαζευτείς στην πλατεία του χωριού ή ακόμη και στο σπίτι, να μνημονεύσεις τις στιγμές που ζήσατε αντάμα... Θα πιεις κι ένα κρασί... Πάντα όλα τούτα δύσκολα, αλλά τουλάχιστον πιο φυσιολογικά... Μ'όλο τους το τελετουργικό που αιώνες τώρα, συντρόφευε τις πονεμένες στιγμές της απώλειας. Την τελευταία φορά που κατέβηκα στην Αθήνα για κηδεία, απλά τρόμαξα! Ένα κλειστό κουτί, στη σειρά μαζί με άλλα ίδια κουτιά. Άγνωστοι μεταξύ αγνώστων. Κι ύστερα φούρια, τα λόγια μισά για να προλάβουν να "εξυπηρετηθούν" όλοι οι μεταβαίνοντες στον Κάτω Κόσμο,  χωρίς να ξέρουμε ποιοί πενθούν μαζί μας και ποιοί πενθούν τον διπλανό,  μετά σπρωξίδι σε κάτι στενοκοπιές, ένα λουλούδι που δε μ'άφησαν να πετάξω στο χώμα γιατί βιαζόντουσαν να πισωγυρίσουμε στο αδιέξοδο και, τέλος, σ'ένα καφενέ μπερδεμένοι κι ανακατεμένοι μ'άλλους να προλάβουμε να αδειάσουμε στα γρήγορα το φλιτζάνι με το νερουλό καφέ για να αδειάζουν κι οι καρέκλες για τους επόμενους! Τί νόημα έχει όλο τούτο;


Κι επανέρχομαι στο γειτονικό χωριό... Πού'χανε χάσει τον παπά τους. Έναν άνθρωπο, παλαιάς κοπής, που κρατούσε ενωμένο το χωριό, που το σπίτι του ήταν πάντοτε ανοιχτό για τους συγχωριανούς του κι όποιον τον είχε ανάγκη. Μού'χε κάνει τόσο εντύπωση πριν κάποια χρόνια που τον γνώρισα και πέρασα μέρος της ζωής μου εκεί. Όντως, εκεί, βίωσα στιγμές που μοναχά σε διηγήματα του Παπαδιαμάντη είχα αφουγκραστεί να υφίστανται... Από τα πανηγύρια, μέχρι και τις κηδείες... Κι όταν τον χάσανε, ήτανε σαν να χάθηκε η κεφαλή.. Σαν να χάσανε έναν κοινό πατέρα. Τόσο, που τό'νιωσα κι εγώ, η ξένη! Εκείνος ο καλός παπάς, όμως, είχε φροντίσει να αφήσει και καλή μαγιά ώστε να τον διαδεχτεί, να μη μείνει το χωριό ακέφαλο. Δεν είναι κι εύκολη απόφαση, όμως, να βάλεις το ράσο με όσα αυτό συνεπάγεται, ιδιαίτερα στη σημερινή εποχή, όσο κι αν αγαπάς την ιεροσύνη. (Αναφέρομαι, φυσικά, πάντα σε ανθρώπους με συνείδηση κι επίγνωση των πράξεών τους, αφήστε κατά μέρος τους συμφεροντολόγους κάθε λειτουργήματος ή κι επαγγέλματος.... Δεν έχω καμιά όρεξη να ασχοληθώ μ'αυτούς!) Σημασία έχει πως τελικά το αποφάσισε, κι εκείνος κι η γυναίκα του, για να μη μείνει η εκκλησιά του χωριού του κλειστή, κι οι συγχωριανοί χωρίς ένα σπιτικό ανοιχτό στη χαρά και στον πόνο τους. Κι όλο τούτο θέλει μια διαδικασία, την οποία και φυσικά δε θα αναλύσω τώρα, αλλά, σε γενικές γραμμές, αφού πάρει κάποιος το χρίσμα πρέπει και να μαθητεύσει για κάποια περίοδο ώστε να εξοικειωθεί με τον ρόλο του. Σήμερα, λοιπόν, θά'ταν η πρώτη μέρα που θα λειτουργούσε μόνος του στην εκκλησιά του χωριού, εν όψει του Ψυχοσάββατου, ο νέος παπάς. Κι όπως τά'φερε ο Μάρτης, τελικά, ξεκίνησε με μια Εξόδιο Ακολουθία...


Στεκόμουν δίπλα στην εκκλησιά και περίμενα... Ανηφόριζαν το δύσκολο καλντερίμι από το σπίτι του θανόντος. Μπροστά ο χωριανός παπάς ψέλνοντας συγκινημένος, ακολουθούσε η σορός στα χέρια βουρκωμένων φίλων και συγγενών και παραπίσω οι δικοί του άνθρωποι... Οι υπόλοιποι αναμέναμε εκεί.. Χωρίς καμιά βιασύνη για την περασμένη ώρα που ανέγραφε το κηδειόχαρτο, χωρίς επαγγελματίες να αναλαμβάνουν τα βάρη και το ρόλο των αγαπημένων του... Συγκινήθηκα διπλά... Δε μπορούσε νά'ναι αλλιώς... Όταν στη θύμισή μου τον βλέπω άλλοτε καβάλα στο άλογο για το χωράφι, άλλοτε να μου κάνει σινιάλο από το παραθύρι να "χτυπήσουμε" από ένα τσιπουράκι στο μικρό μπακάλικο κι άλλοτε να τον πειράζω και να γελά αλλά συνάμα νά μού'χει έτοιμη τη "σουβλερή" απάντηση κάτω απ'τα πυκνά μουστάκια του... απλά δεν ταίριαζε αλλιώς....
Χάσαμε τ'αυθεντικά... κι αρχίσαμε να τα χάνουμε κι απ'τα χωριά ακόμη... Μαζί με τους τελευταίους αυθεντικούς ανθρώπους... Χάνονται τ'απλά, τα όμορφα, τα αληθινά.. Και το χειρότερο είναι πως συνηθίζουμε... συνηθίζουμε τ' αφύσικα για φυσιολογικά, τα δήθεν για ουσία και τα φολκλόρ για παράδοση... βαφτίζουμε ανθρωπιά ό,τι πιο απάνθρωπο κι εστιάζουμε στην επιφάνεια και στις ταμπέλες κι όχι στο περιεχόμενο...  Συνηθίζουμε να περιφρονούμε ακόμη και το ταξίδι μας σ'αυτή τη ζωή, όπως και το ταξίδι μας προς το θάνατο. Κι αν είναι πρόοδος , δεν αντιλέγω, να βάζουμε πλάκα Πηλίου στις σκεπές των σπιτιών μας κι όχι το ταπεινό κεραμίδι, επειδή έτσι επιτάσσει η "παράδοση" του τόπου για να θαυμάζονται αρχιτεκτονικά ως "διατηρητέα", είναι τουλάχιστον κατάντια να εστιάζουμε μοναχά εκεί, μοναχά στην πέτρα, κι όχι στον άνθρωπο, στην ουσία της ζωής και του θανάτου του, όπου τα "ενδύουμε" όλα με κακοφτιαγμένη λαμαρίνα τελευταίας ποιότητας.


Μπήκε η Άνοιξη... Στο βουνό μας ο ήλιος ακόμη παλεύει να λιώσει τ'απομεινάρια του τελευταίου χιονιά... Μπήκε ο Μάρτης... Τα μπουμπούκια ξεπροβάλλουν δυναμικά, απτόητα από την παγωνιά του λευκού χιονιού, όπως κάθε Άνοιξη, όπως κάθε χρονιά τέτοια εποχή, σεβόμενα το ρόλο τους και την ουσία της ύπαρξής τους...
Καλή ανθοφορία, λοιπόν! Στον νου και στις ψυχές μας... Καλό μήνα Μάρτη!


Υ.Γ. Και για να μην ξεχνιόμαστε, καθ'ότι λαογραφικό το ιστολόγιο, για όποιον ενδιαφέρεται για τα του Μάρτη, μια παλαιότερη ανάρτηση εδώ: Ο Μάρτης, οι γριές, τα χελιδονίσματα κι ο "μαγικός" κύκλος!

Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2019

Μονοπάτια στο χιόνι (Νυχτερινό 5ο...)


Το βραδάκι, καθώς συνόδευα την Γρου στην αποθηκούλα της, ψιλοεκστασιάστηκα με τη γύρω ατμόσφαιρα! Είναι αυτό το μαγικό του χιονιού που φωτίζει την νύχτα, κι όταν μάλιστα δεν το 'χει τσιγκουνευτεί ο ουρανός! Κι είναι και τούτοι οι σκαφτοί διάδρομοι, να φανερώνουν γη σ'ένα λευκό τοπίο...  "Ώρα για Νυχτερινό" σκέφτηκα σαν να 'λεγα: "Καιρός για έμπνευση" και, αφού ταχτοποίησα το γατί ξαναβγήκα στα παγωμένα μονοπάτια με τη φωτογραφική μηχανή!


Έλα, όμως, που τούτη η ρούχλα κι η βαριεστημάρα που μ'έπιασε σήμερα, όλο έστηνε εμπόδια: "Κάτσε, να φάμε πρώτα κατιτίς...", κι ύστερα "Νωρίς είναι ακόμη... τα Νυχτερινά μου εξάλλου πάντοτε μεταμεσονύχτια είναι..." κι έπειτα "Ποιός σηκώνεται από τον καναπέ με την ξυλόσομπα να χουρχουρίζει δίπλα του για να πάει στο γραφείο ν'αρχίσει το νταραβέρι με τον πανάρχαιο υπολογιστή; Καλύτερα να πάρω στο χέρι το βιβλίο..." Και πέρασαν τα μεσάνυχτα για τα καλά, και με μισή καρδιά βρέθηκα τελικά μπροστά στην οθόνη μπας και με ξανασυνεπάρει η έμπνευση της στιγμής, χωρίς καν να έχω αποφασίσει αν θα γράψω κάτι ή δε θα γράψω!
Όσο το σκέφτομαι, ξέρω τί μου φταίει... Ήταν πολύ σύντομη η διαδρομή. Τόσο σύντομη που διέκοψε τις σκέψεις μου εν τη γενέσει. Τις άφησε μετέωρες στη θαλπωρή του ξύλου που σιγόκαιγε να σβαρνίζονται νωχελικά στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού. Κι άντε από κει να ξαναπιάσεις μετά το νήμα που θα σε φέρει στις εικόνες της κατάλευκης παγωνιάς! Μα, δεν πρόλαβα καν να νιώσω το κρύο! Μοναχά μου μείναν οι φωτογραφίες στο μυαλό. Οι διάδρομοι στο λευκό τοπίο, τ'ανοιχτά μονοπάτια που κουτάλιζαν το κάτασπρο στρώμα σαντιγύς, εκείνο το χέρι το παιδικό που μ'ένα κέρμα έξυσε τους ασβεστωμένους τοίχους κι από κάτω φανερώνονταν παλιές ζωγραφιές... Όπως και να το κάνεις, ήταν εντυπωσιακό!


Αγριεμένος ο χιονιάς τούτη τη φορά! Καμιά σχέση με τις Γαλήνιες Νιφάδες του Γενάρη. Φάνηκε με το ξημέρωμα προχθές το πρωί κι οι διαθέσεις του μαρτυρούσαν ολοκάθαρα τη συνέχεια. Ο αγέρας λυσσομανούσε απειλητικά, βούιζε και βρυχόταν και σου ξεσκέπαζε μονομιάς το κεφάλι, ριπές χιονιού μαστίγωναν το πρόσωπο να μη βλέπεις ούτε να προχωρήσεις μπροστά, ο ουρανός βαρύς, σκοτεινός κι ανταριασμένος, και τα φώτα της ανθρώπινης τεχνολογίας να παραδέρνουν με το μάνιασμα της φύσης και ν'αναβοσβήνουν κάθε πέντε λεπτά! Ευτυχώς, σε κανα δίωρο, το ρεύμα κόπηκε οριστικά, οπότε γλιτώσαμε τουλάχιστον από την αγωνία: "Ποιά συσκευή δε θα αντέξει και θα καεί!" κι από το καίριο διπλό δίλημμα: "Να βγάλω το ψυγείο από την πρίζα ή να μην το βγάλω; Να ξαναβάλω το ψυγείο στην πρίζα ή να μην το ξαναβάλω;" και απομείναμε με το ρητορικό: "Υπάρχει περίπτωση να φτιάξουν τη βλάβη με αυτή τη θεομηνία;"... Οπότε, συνεχίσαμε αναπόσπαστοι τις εργασίες μας. Κι αποφασίζοντας να μαγειρέψω, αντί, η καλή σου, να προσαρμοστώ στα δεδομένα και στις δυνατότητες της αγαπητής ξυλόσομπας με το φουρνάκι, εγώ επέμενα να εκτελέσω τη συνταγή που μου είχε καρφωθεί στο μυαλό (πάντα έτσι προκύπτουν οι συνταγές μου -εμπνεύσεις γαρ) η οποία προϋπόθετε τσιγάρισμα! Έτσι μπόρεσα να απασχοληθώ αρκετές ώρες, περιμένοντας να βράσει το νερό, αλλά και ξεκαπνίζοντας το ντουμάνι που -αναμενόμενα- προέκυψε από τις φαεινές ιδέες μου κι επιπλέον γκρινιάζοντας για αυτές... (Πάλι καλά που το φαγητό ήταν απολαυστικότατο!)
Το σούρουπο είδαμε ξανά το φως το αληθινόν, αλλά άμεσα επανήλθαμε στο πρωινό δίλημμα! Κάθε τόσο άρχιζαν τα φωτορυθμικά! Το δίλημμα, άρχισε να εμπλουτίζεται και να γίνεται πιο αγωνιώδες: "Να βγάλω τον καταψύκτη από την πρίζα ή να τον αφήσω μέχρι να ξανακοπεί; Γιατί δεν βλέπω γιατρειά.. Κι αν ξεπαγώσουν και πάνε χαμένα τόσα τρόφιμα (και, μάλιστα, βιολογικά και του κήπου μου!);". Τελικά έβγαλα το ψυγείο κι άφησα τον καταψύκτη. Και φυσικά, μετά τα μεσάνυχτα το ρεύμα ξανακόπηκε! Τώρα πια, όλο το χωριό ήτανε στο σκοτάδι...


Ξημέρωσε με τα ανεμοσούρια νά'χουν σκεπάσει τα πάντα. Όσους διαδρόμους είχα ανοίξει, είχανε σκεπαστεί ξανά. Ούτε πατημασιά γάτας δε φαινόταν... Αλλού το χιόνι έφτανε το μισό μέτρο, αλλού τους εξήντα πόντους, αλλού αρκετά περισσότερο! Καταπού βόλευε τον αγέρα να το παραχώσει! το σήκωνε από δω, τό'φερνε από κει... Θερμοκρασίες, ευτυχώς, γύρω στο μηδέν κι έτσι παντού παρέμενε ζηλευτό κι αφράτο. Βγήκα ξανά με το φτύαρι! Κι ύστερα αποφάσισα ν'ανεβώ στην πλατεία, να ξεχιονίσω το αυτοκίνητο που θά'χε καταντήσει παγωμένη τούρτα χιονιού. Ψυχή δεν είχε περάσει από το καλντερίμι κι ας κόντευε έντεκα. Απάτητα, παρθένα όλα... Βούλιαζα και, καθώς το χιόνι ξεπερνούσε τις γαλότσες μου, νιφάδες παγωνιάς τρυπώναν μέσα... Ο χιονιάς, όμως, είχε αρχίσει να κοπάζει. Τελικά, μετά το ξεχιόνισμα, κατέληξα παγωμένη στην πλατεία του χωριού να στοιβάζω τσιπουράκια! Αναμένοντας το φως... και με πλήρη πληροφόρηση για τους πυλώνες και τα πλατάνια που γκρεμίστηκαν! Αυτά είναι! Κόπηκε το ρεύμα και μαζεύτηκε -έστω λίγος- κόσμος μέσα στο χιονιά! Όπως τις παλιές καλές εποχές, που δε λουφάζαν όλοι στα σπιτικά τους, μπροστά σε οθόνες κι οθονίτσες και πίναμε και κανένα τσίπουρο έτσι στ'απρογραμμάτιστα...


Σκαλιστά μονοπάτια... Να, τώρα μού'ρθε στο νου: Σα γλυπτά που λαξεψε το ταπεινό φτυάρι και το πονεμένο μπράτσο στο χιονιά... Απλά, σεμνά, σιωπηλά γλυπτά.. Τα σημάδια μιας πορείας μέσα στην απέραντη φύση... τα βήματά μας... τ'αποτυπώματά μας... οι διακλαδώσεις κι οι διάδρομοι... εδώ εγώ, εσύ εκεί...
Μοναχά για ν'ανοίξει ο δρόμος, να μη σταματήσεις να περπατάς, να μη βουλιάξεις... να βγαίνει η ανάσα λιγότερο ζόρικη..
Φεγγοβολάει τριγύρω η πλάση στο σκοτάδι και εσύ χαράσσεις διαδρομές...


Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου 2019

Όσα βλαστήσαν απ'τη σπορά του αιθέρα...




"Απέραντη γη κι αιθέρα του Δία, 
ο ένας σας γεννήτορας ανθρώπων και θεών, 


κι η άλλη να δέχεται τις σταγόνες της βροχής
και να γεννά τους θνητούς, να γεννά τροφή
και κοπάδια θηρίων' κι έτσι, όχι άδικα,
μητέρα των πάντων να λογιέται.


Όσα γεννήθηκαν από τη γη,
πίσω στη γη πηγαίνουν πάλι,


κι όσα βλάστησαν απ'τη σπορά του αιθέρα
γυρνάνε πάλι στον πόλο του ουρανού'


τίποτα από όσα γεννιούνται δεν πεθαίνει, 
αλλά χωρίζοντας το ένα από το άλλο
παίρνουν άλλη μορφή..."

Ευριπίδου "Χρύσιππος", απόσπασμα 6 J.-L. = 839TrGF = 1181M
(απόδοση: Φιλολογική Ομάδα "Κάκτου")

Έτσι, γιατί μού'κατσε μέρες τώρα η φράση: 

"κι όσα βλαστήσαν απ'τη σπορά του αιθέρα
γυρνάνε πάλι στον πόλο του ουρανού..."

Αλλά και:

Ο μεν ανθρώπων... γενέτωρ...
Η δε... τίκτει θνητούς...

Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2019

Ο Άγιος Χαράλαμπος που κυνηγούσε τον Χάρο...

Λίγα λεπτά πριν περάσει η γιορτή του, είπα να προλάβω να τον τιμήσω μ'ένα κείμενο του Κρητικού λαογραφου μας Νίκου Ψιλάκη, που διάβασα σήμερα... Έτσι κι αλλιώς, εγώ έχω ξαναγράψει για τον φίλο μου τον Αη Χαραλάμπη παλιότερα:
...για το μικρό ταπεινό του ξωκλήσι και τα συναισθήματα που το χρωματίζαν στα μάτια μου...έντεκα χρόνια πριν!!! Αλλά και πιο μετά, για έθιμα και παραδόσεις που σχετίζονταν με τη γιορτή του:

Όπως και να το κάνουμε, τού'χω μιαν αδυναμία... Ίσως που σ' Άγιο Χαράλαμπο βαφτίστηκα από έναν νονό που λάτρευα κι έχασα πολύ νωρίς, ίσως που το προαύλιό του υπήρξε η πρώτη γειτονιά των παιδικών μου χρόνων, ίσως και που το μικρό του ξωκλήσι, εδώ, πάντα καταφέρνει να με συγκινεί... Ευτυχώς, φέτος, ο καιρός δε μας χάλασε το χατήρι και δεν απόμεινε μόνος και ξεχασμένος...



"Ο ΑΓΑΘΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ
ΠΟΥ ΚΑΤΕΒΑΙΝΕ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ
ΚΙ ΕΠΑΙΡΝΕ ΣΤΟ ΚΑΤΟΠΙ ΤΟΝ ΜΑΥΡΟ ΘΑΝΑΤΟ!"

Του ΝΙΚΟΥ ΨΙΛΑΚΗ 
Πηγή: Karmanor.gr

"Έτσι τον φαντάζονταν οι παλιότεροι τον Άγιο Χαραλάμπη. Γέρο, με κάτασπρα γένια, καλοστεκούμενο. Στο χέρι του κρατούσε μια βέργα γερή, όχι για ν' ακουμπά μα για να κυνηγά την πανούκλα.
Κάθε βράδυ, τα ίδια. Την ώρα που νύχτωνε φανερωνόταν εκείνο το "ειδεχθές γύναιον" των γραφών, μια καμπουριασμένη γριά, κακάσκημη, με νύχια σουβλερά, με δόντια σουβλερά, με μάτια που σπίθιζαν. Κι αλλοίμονο στο σπιτικό που θα διάλεγε να χτυπήσει την πόρτα του! Σαν τα θερισμένα στάχυα έπεφταν οι άνθρωποι κι αφανίζονταν. Ρήμαζαν πόλεις και χωριά, δεν προλάβαιναν οι παπάδες να θάφτουν.
Άλλοι πάλι λέγανε πως η πανούκλα ήταν τυφλή. Γυρνούσε τους δρόμους, σκουντουφλούσε, σκόνταφτε εδώ κι εκεί, δεν ήξερε μήτε ποιον ακουμπούσε μήτε σε ποια πόρτα σταματούσε.
Είδαν κι απόειδαν οι άνθρωποι, γύρισαν τον κόσμο και γύρεψαν γιατρικά. Τίποτα! Μέχρι που ανακάλυψαν τον ψαρογένη τον Χαραλάμπη. "Διώκτης απηνής" της πανούκλας ο γέρος!
Από τα όψιμα χρόνια της Βενετιάς άρχισαν να χτίζουν εκκλησιές και εικονοστάσια στα χωριά και στις πόλεις. Διάλεγαν πάντα τόπους έβγορους, για να μπορεί να κοιτάζει τριγύρω, σε μονοπάτια και δρόμους, σαν τους καλούς βιγλάτορες που δεν αφήνουν τον οχτρό να πατήσει τους τόπους τους. Άλλοι διάλεγαν τις εμπασιές των χωριών κι έχτιζαν τις εκκλησιές λίγο πριν από τα πρώτα σπίτια. Για να μπροσταρεύει ο γέρο-Χαραλάμπης το κακό και να μην το αφήνει να διαβαίνει.
Κι αν δεν υπήρχαν δρόμοι, κι ήταν οι τόποι τους αποκομμένοι από τη στεριά, έχτιζαν τα εικονοστάσια στις θαλασσινές εμπασιές. Να, όπως έκαμαν οι Σφακιανοί που έφραξαν ένα θαλασσόσπηλιο και τον έκαμαν ναό του Άη Χαραλάμπη. Γιατί εκεί, στα αποκομμένα Σφακιά, η πανούκλα ερχόταν από τη θάλασσα. Με γαλέρες και άλλα πλεούμενα. Όπως έκαμαν κι οι Βενετσιάνοι του Χάνδακα. Που έχτισαν έναν περίλαμπρο ναό κοντά στο λιμάνι και τον αφιέρωσαν στο δικό τους Χαραλάμπη, τον Άη Ρόκκο, εκείνον διάλεξαν οι Καθολικοί για προστάτη τους από τη νόσο τη λοιμική. Λίγο μετά έχτισαν κι οι ορθόδοξοι της ίδιας πόλης ένα καινούργιο κλίτος στον Άη Μαθιό, εγκάρσιο μα πανέμορφο.

Κοίταζαν οι παλιοί την εικόνα του γέρο Χαραλάμπη και γαλήνευαν οι ψυχές τους. Γαλήνιο ήταν το βλέμμα του γέρου, καλοσυνάτο. Ήξεραν, όμως, πως εκείνος ο ήρεμος γέρος δεν καταλάγιαζε. Μόλις έβλεπε τον οχτρό του να κοντοσιμώνει, αντάριαζε κι αγρίευε. Ήταν τότε που κατέβαινε από τις εικόνες, άφηνε πίσω τους τα χρώματα και τις ψιμυθιές των ζγουράφων, έπαιρνε τους δρόμους κι αλλοίμονο στο θανατικό, κι αλλοίμονο στην Πανώγλα την πίβουλη! Όποιος έτυχε να τον δει εκείνες τις ώρες είχε να διηγάται για χρόνια. Ανέμιζαν τα μαλλιά και τα γένια του σαν τη θάλασσα την αφρισμένη, ανέμιζαν τα ράσα του, έτρεχε σαν τον άνεμο στα σοκάκια.
Κάθε χωριό είχε και τον Χαραλάμπη του! Κι αν δεν μπορούσαν να χτίσουν εκκλησιά, έβαζαν τους ζγουράφους κι έφτιαχναν εικόνες. Κάθε τέμπλο και μια εικόνα του Γέροντα. Τον ιστορούσαν όμορφο, καθισμένο σε θρόνο. Και στο ειλητάρι του έγραφαν λόγια σαν και τούτα που διάβασα κάποτε στο μοναστήρι του Πρέβελη, στην εικόνα του Άη Χαραλάμπη, βέβαια:
ΔΟΣ ΚΥΡΙΕ ΕΥΧΗΝ ΚΑΙ ΧΑΡΙΝ ΤΟΙΣ ΕΧΟΥΣΙ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΜΟΥ
ΑΠΑΛΛΑΓΗΝ ΠΑΝΤΟΣ ΚΑΚΟΥ ΚΑΙ ΠΑΝΟΥΚΛΑΣ
Και για να 'ναι πιο σίγουροι οι ζγουράφοι του παλιού καιρού ιστορούσαν στην εικόνα το μέγα κατόρθωμα του Αγίου: Τον έβαζαν να τσαλαπατά μια δολερή μορφή, ένα "γύναιον πονηρόν", με νύχια μακριά, μαύρη σαν το κατράμι. Στέναζε η γριά κάτω από τα πόδια του αγαθού γέροντα, χτυπιόταν, μα δεν μπορούσε να φύγει. Όσο έμενε εκεί πατημένη, τόσο ησύχαζαν οι άνθρωποι. Το θανατικό δεν χτυπούσε τις πόρτες τους!
Νίκος Ψιλάκης, 10 του Φλεβάρη του 2016.
Χρόνια πολλά στους φίλους που γιορτάζουν, τους Χαραλάμπηδες!

* Στη φωτογραφία: Ο σπηλαιώδης ναός του Αγίου Χαραλάμπη στα Σφακιά."

Σάββατο 26 Ιανουαρίου 2019

μη λησμονάτε τη χώρα μου...


του Οδυσσέα Ελύτη

(αποσπάσματα από το "Άξιον Εστί"...)


Τον πλούτο δεν έδωκες ποτέ σε μένα
τον ολοένα ερημούμενο από τις φυλές των Hπείρων
και απ' αυτές πάλι αλαζονικά, ολοένα, δοξαζόμενο!
Έλαβε τον Βότρυ ο Βορράς
και τον Στάχυ ο Νότος
τη φορά του ανέμου εξαγοράζοντας
και των δέντρων τον κάματο δύο και τρεις φορές
ανόσια εξαργυρώνοντας.
Άλλο εγώ,
πάρεξ το θυμάρι στην καρφίδα του ήλιου δεν εγνώρισα
και πάρεξ
τη σταγόνα του νερού στ' άκοπα γένια μου δεν ένιωσα
μα τραχύ το μάγουλο έθεσα στο τραχύτερο της πέτρας
αιώνες κι αιώνες.
Eκοιμήθηκα πάνω στην έγνοια της αυριανής ημέρας
όπως ο στρατιώτης επάνω στο τουφέκι του.
Και τα ελέη της νύχτας ερεύνησα
όπως ο ασκητής το Θεό του.
Από τον ιδρώτα μου έδεσαν διαμάντι
και στα κρυφά μου αντικαταστήσανε
την παρθένα του βλέμματος.
Εζυγίσανε τη χαρά μου και τη βρήκανε, λέει, μικρή
και την πατήσανε χάμου σαν έντομο.
Τη χαρά μου χάμου πατήσανε και στην πέτρα μέσα την κλείσανε
και στερνά την πέτρα μου αφήσανε
τρομερή ζωγραφιά μου.
Με πελέκι βαρύ τη χτυπούν, με σκαρπέλο σκληρό την τρυπούν,
με καλέμι πικρό τη χαράζουν, την πέτρα μου.
Κι όσο τρώει την ύλη ο καιρός, τόσo βγαίνει πιο καθαρός
ο χρησμός απ' την όψη μου:

ΤΗΝ ΟΡΓΗ ΤΩΝ ΝEKPΩN ΝΑ ΦΟΒΑΣΤΕ
ΚΑΙ ΤΩN ΒΡAXΩΝ Τ' ΑΓΑΛΜΑΤΑ!


[...]Τότε ο Λευτέρης, που τύλιγε παρέκει τσιγάρο, καρτερικά, σαν να 'χε πάρει απάνω του την ανημπόρια ολάκερης της Οικουμένης, γύρισε και «Λοχία» είπε «τι βαρυγκομάς; Αυτοί πού ναι ταγμένοι για τη ρέγγα και το χαλβά, σ' αυτά πάντοτε θα ξαναγυρίζουν. Και οι άλλοι στα δεφτέρια τους που δεν έχουνε τελειωμό, και οι άλλοι στα κρεβάτια τους τα μαλακά που τα στρώνουν μα δεν τα ορίζουν. Αλλά κάτεχε ότι μονάχα κείνος που παλεύει το σκοτάδι μέσα του θα 'χει μεθαύριο μερτικό δικό του στον ήλιο». Και ο Ζώης: «Τι λοιπόν, θαρρείς ότι δεν έχω κι εγώ γυναίκα και χωράφια και βάσανα της καρδιάς που κάθομαι και φυλάγω δωνά στις εξορίες;» Του αποκρίθηκε ο Λευτέρης: «Αυτά που δεν αγαπά κανείς, αυτά, λοχία μου, να φοβάται, τι τα 'χει από τα πριν χαμένα κι ας τα σφίγγει όσο θέλει απάνω του. Αλλά τα πράγματα της καρδιάς τρόπος δεν είναι να χαθούν, έννοια σου, και γι' αυτά οι εξορίες δουλεύουν. Αργά-γρήγορα κείνοι που είναι ναν τα βρουν, θαν τα βρουν». Πάλι ρώτησε ο λοχίας ο Ζώης: «Και ποιος λες τάχα του λόγου σου ότι θαν τα βρει;» Τότε ο Λευτέρης, αργά, δείχνοντας με το δάχτυλο: «Εσύ κι εγώ κι ό,τι άλλο δείξει, αδερφέ μου, η ώρα ετούτη που μας ακούει». [...]


Τα θεμέλιά μου στα βουνά
και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους
και πάνω τους η μνήμη καίει
άκαυτη βάτος.
Μνήμη του λαού μου σε λένε Πίνδο και σε λένε Άθω.
Ταράζεται ο καιρός
κι απ' τα πόδια τις μέρες κρεμάζει
αδειάζοντας με πάταγο τα οστά των ταπεινωμένων.
Ποιοι, πώς, πότε ανέβηκαν την άβυσσο;
Ποιες, ποιων, πόσων οι στρατιές;
Τ' ουρανού το πρόσωπο γυρίζει κι οι εχθροί μου έφυγαν μακριά.
Μνήμη του λαού μου σε λένε Πίνδο και σε λένε Άθω.
Εσύ μόνη απ' τη φτέρνα τον άντρα γνωρίζεις
Εσύ μόνη απ' την κόψη της πέτρας μιλάς
Εσύ την όψη των αγίων οξύνεις
κι εσύ στου νερού των αιώνων την άκρη σύρεις
πασχαλιάν αναστάσιμη!
Αγγίζεις το νου μου και πονεί το βρέφος της Άνοιξης!
Τιμωρείς το χέρι μου και στα σκότη λευκαίνεται!
Πάντα πάντα περνάς τη φωτιά για να φτάσεις τη λάμψη.
Πάντα πάντα τη λάμψη περνάς
για να φτάσεις ψηλά τα βουνά τα χιονόδοξα.
Όμως τι τα βουνά; Ποιος και τι στα βουνά;
Τα θεμέλιά μου στα βουνά
και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους
και πάνω τους η μνήμη καίει
άκαυτη βάτος!
[...]


Ήρθαν
ντυμένοι «φίλοι»
αμέτρητες φορές οι εχθροί μου
το παμπάλαιο χώμα πατώντας.
Και το χώμα δεν έδεσε ποτέ με τη φτέρνα τους.
Έφεραν
τον Σοφό, τον Οικιστή και το Γεωμέτρη
Βίβλους γραμμάτων και αριθμών
την πάσα Υποταγή και Δύναμη
το παμπάλαιο φως εξουσιάζοντας.
Και το φως δεν έδεσε ποτέ με τη σκέπη τους.
Ούτε μέλισσα καν δε γελάστηκε το χρυσό ν' αρχινίσει παιχνίδι∙
ούτε ζέφυρος καν, τις λευκές να φουσκώσει ποδιές.
Έστησαν και θεμέλιωσαν
στις κορφές, στις κοιλάδες, στα πόρτα
πύργους κραταιούς κι επαύλεις
ξύλα κι άλλα πλεούμενα
τους Νόμους, τους θεσπίζοντας τα καλά και συμφέροντα
στο παμπάλαιο μέτρο εφαρμόζοντας.
Και το μέτρο δεν έδεσε ποτέ με τη σκέψη τους.
Ούτε καν ένα χνάρι θεού στην ψυχή τους σημάδι δεν άφησε∙
ούτε καν ένα βλέμμα ξωθιάς τη μιλιά τους δεν είπε να πάρει.
Έφτασαν
ντυμένοι «φίλοι»
αμέτρητες φορές οι εχθροί μου
τα παμπάλαια δώρα προσφέροντας.
Και τα δώρα τους άλλα δεν ήτανε
παρά μόνο σίδερο και φωτιά.
Στ' ανοιχτά που καρτέραγαν δάχτυλα
μόνον όπλα και σίδερο και φωτιά.
Μόνον όπλα και σίδερο και φωτιά.


Ήρθαν με τα χρυσά σιρίτια
τα πετεινά του Βορρά και της Ανατολής τα θηρία!
Και τη σάρκα μου στα δύο μοιράζοντας
και στερνά στο συκώτι μου επάνω ερίζοντας
έφυγαν.
«Γι' αυτούς» είπαν «ο καπνός της θυσίας
και για μας της φήμης ο καπνός
αμήν».
Και την ηχώ σταλμένη από τα περασμένα
όλοι ακούσαμε και γνωρίσαμε.
Την ηχώ γνωρίσαμε και ξανά
με στεγνή φωνή τραγουδήσαμε:
Για μας, για μας το ματωμένο σίδερο
και η τριπλά εργασμένη προδοσία.
Για μας η αυγή στο χάλκωμα
και τα δόντια τα σφιγμένα ως την ώρα την ύστερη
ο δόλος και τ' αόρατο γάγγαμο.
Για μας το σύρσιμο στη γης
ο κρυφός όρκος μες στα σκοτεινά
των ματιών η απονιά
και η ποτέ καμιά, καμιά ποτέ Ανταπόδοση.
Αδελφοί μάς εγέλασαν!
«Γι' αυτούς» είπαν, «ο καπνός της θυσίας
και για μας της φήμης ο καπνός
αμήν».
Αλλά συ μες στο χέρι μας το λύχνο του άστρου
με το λόγο σου άναψες, του αθώου στόμα
θύρα της Παράδεισος!
Την ισχύ του καπνού στο μέλλον βλέπουμε
της πνοής σου παίγνιο
και το κράτος και τη βασιλεία του!
[...]


Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ * και μυρσίνη συ δοξαστική
μη παρακαλώ σας μη * λησμονάτε τη χώρα μου!
Αετόμορφα έχει τα ψηλά βουνά * στα ηφαίστεια κλήματα σειρά
και τα σπίτια πιο λευκά * στου γλαυκού το γειτόνεμα!
Της Ασίας αν αγγίζει από τη μια * της Ευρώπης λίγο αν ακουμπά
στον αιθέρα στέκει να * και στη θάλασσα μόνη της!
Και δεν είναι μήτε ξένου λογισμός * και δικού της μήτε αγάπη μια
μόνο πένθος αχ παντού * και το φως ανελέητο!
Τα πικρά μου χέρια με τον Κεραυνό * τα γυρίζω πίσω απ' τον Καιρό
τους παλιούς φίλους καλώ * με φοβέρες και μ' αίματα!
Μα 'χουν όλα τα αίματα ξαντιμεθεί * κι οι φοβέρες αχ λατομηθεί
και στον έναν ο άλλος  μπαίνουν * εναντίον οι άνεμοι!
Της Δικαιοσύνης ήλιε νοητέ * και μυρσίνη συ δοξαστική
μη παρακαλώ σας μη * λησμονάτε τη χώρα μου!
[...]


Αυτός είναι
ο πάντοτε αφανής δικός μας Ιούδας!
Θύρες επτά τον καλύπτουνε
και στρατιές επτά παχύνονται στη διακονία του.
Μηχανές αέρος τον απάγουνε
και βαρύν από γούνα και ταρταρούγα
στα Ηλύσια μέσα και στους Λευκούς Οίκους τον αποθέτουνε.
Και γλώσσα καμιά δεν έχει, επειδή όλες δικές του -
Και γυναίκα καμιά, επειδή όλες δικές του -
ο Παντοδύναμος!
Θαυμάζουν οι αφελείς
και σιμά στη λάμψη του κρυστάλλου χαμογελούν οι μαυροφορεμένοι
και σκιρτούν των άντρων του Λυκαβηττού
οι ημίγυμνες τίγρισσες!
Αλλά πόρος κανείς για να περάσει ο ήλιος τη φήμη του στο μέλλον
Και ημέρα Κρίσεως καμιά, επειδή
εμείς αδελφοί, εμείς η μέρα της Κρίσεως
και δικό μας το χέρι που θ' αποθεωθεί -
καταπρόσωπο ρίχνοντας τα αργύρια!
[...]


Όπου, φωνάζω, και να βρίσκεστε, αδελφοί
όπου και να πατεί το πόδι σας
ανοίξετε μια βρύση
τη δική σας βρύση του Μαυρογένη.
Καλό το νερό
και πέτρινο το χέρι του μεσημεριού
που κρατεί τον ήλιο στην ανοιχτή παλάμη του.
Δροσερός ο κρουνός θ' αγαλλιάσω.
Η λαλιά που δεν ξέρει από ψέμα
μεγαλόφωνα το νου μου ν' απαγγείλει
ευανάγνωστα να γίνουν τα σωθικά μου.
Δεν μπορώ
η αγχόνη τα δέντρα μου εξουθένωσε
και τα μάτια μαυρίζουν.
Δεν αντέχω
και τα σταυροδρόμια που ήξερα έγιναν αδιέξοδα.
Σελδζούκοι ροπαλοφόροι καραδοκούν.
Χαγάνοι ορνεοκέφαλοι βυσσοδομούν.
Σκυλοκοίτες και νεκρόσιτοι κι ερεβομανείς
κοπροκρατουν το μέλλον.
Όπου και να σας βρίσκει το κακό, αδελφοί
όπου και να θολώνει ο νους σας
μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό
και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.
Η λαλιά που δεν ξέρει από ψέμα
θ' αναπαύσει το πρόσωπο του μαρτυρίου
με το λίγο βάμμα του γλαυκού στα χείλη.
Καλό το νερό
και πέτρινο το χέρι του μεσημεριού
που κρατεί τον ήλιο στην ανοιχτή παλάμη του.
Όπου και να πατεί το πόδι σας, φωνάζω
ανοίξετε, αδελφοί
μία βρύση ανοίξετε
τη δική σας βρύση του Μαυρογένη!
[...]



Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2019

Το κουτί της Πανδώρας

του Μ.Καραγάτση..

(από τα "Νεανικά Διηγήματα", εκδόσεις:  Εστία)



(Έργο του John William Waterhouse)


"ΘΥΜΑΣΤΕ ΤΟΝ ΜΥΘΟ ΤΗΣ ΠΑΝΔΩΡΑΣ; Ήταν η πρώτη γυναίκα του κόσμου, και σαν τέτοια έχει συγκεντρωμένες όλες εκείνες τις ευχάριστες ή δυσάρεστες ιδιότητες που έχει διασπείρει σήμερα στις απογόνους της. Ήταν ο παράδεισος και η κόλαση μαζί. Μια πραγματική ένωση, δυαδική μοναρχία, του Βασιλείου των Ουρανών και της Ηγεμονίας του Ερέβους.

Ο μύθος λέει, ότι τότε οι Θεοί αποφάσισαν να σπείρουν τα κακά στη Γη. Θαυμάζω την αφέλεια των προγόνων μας, αν μου επιτρέπεται να χαραχτηρίσω αφέλεια μια τέτοια επιπολαιότητα. Οι θεοί είχαν στείλει στη Γη τη γυναίκα, δεν υπήρχε λοιπόν ανάγκη να στείλουν και άλλα κακά, δεδομένου ότι η κοινή μας πρόγονος πρέπει να ήταν πλασμένη από μιαν πάστα κακίας, τύπου γάλακτος Νεστλέ, ευχάριστου και ιδίως συμπεπυκνωμένου.

Ή μήπως πάλι πλανώμαι; Διόλου απίθανο οι παμπόνηροι αυτοί Δαναοί, να πλάσαν τον μύθο έτσι, για να κολακέψουν τις ομηρικές συνεύνους των, στέλνοντας το απαίσιο κουτί κατόπιν, σαν είδος αναρχικής μπόμπας, κρυμμένης μέσα σε θήκη κοσμημάτων, και πληρωτέας contre-rembourcement.

Πάντως, ένα μεγάλο μέρος της ευθύνης το ρίξαν σε κάποιο Θεό, δεν θυμάμαι ποιον, γενικό αποδέχτη όλων των εκφράσεων των εσωτερικών αισθημάτων μας, που προκαλούν τα εξωτερικά γεγονότα, όπως όλοι οι θεοί άλλωστε. Αυτή λοιπόν η συκοφαντημένη Θεότης, έστειλε το κουτί με τα κακά στην Πανδώρα, και της είπε να μην τ’ ανοίξει, επ’ ουδενί λόγω. Αν σκεφθεί κανείς λογικά, θα δει ότι αυτή η απαγόρεψη, δεν χρησίμευε παρά για ένα πρόσχημα, που πίσω του θα κρυβόταν η τυχόν τύψη της θεϊκής συνείδησης. Εφόσον ο σκοπός του ήταν να σκορπίσει στον κόσμο κάθε δυσάρεστη ασχήμια, γιατί να διαλέξει για πλασιέ αυτή την αθώα γυναίκα; Ή μην ήταν τρόπος κι αυτός για να επαυξήσει την δύναμη του περιεχομένου του κουτιού, επιβάλλοντας ύπουλα στην Πανδώρα τη δυσφήμιση του φταίξιμου, που μοιρασμένη τη φέρνουν ώς σήμερα όλες οι απόγονοί της;

Η Πανδώρα το άνοιξε το κουτί. Δεν βάσταξε. Ήταν γυναίκα και σαν γυναίκα, περίεργη. Τα λοιπά περιττεύουν, και η συνέχεια είναι γνωστή και τετριμμένη. Σας υπενθυμίζω μόνον, ότι ενώ τα ελευθερωμένα κακά φύγαν και σκορπίστηκαν στα πέρατα της Οικουμένης, η Ελπίδα, το μορφινούχο αυτό καταπότιο, που χάρισαν οι δίκαιοι και πολυεύσπλαχνοι Θεοί στους ανθρώπους, μετά το πρώτο τους δώρο, τον καρκίνο της δυστυχίας, εθεώρησε καλό να καθίσει τεμπέλικα στην άκρη του κουτιού, χωρίς απολύτως καμιάν όρεξη να εκτελέσει την επανορθωτικήν εργασία του. Και κει βρίσκεται ακόμα.

Έτσι λοιπόν και μένα μια μέρα, άνοιξε μπροστά μου το κουτί που έκρυβε τα κακά της πολιτικής. Τις ασχημίες της ζωής τις ήξερα από καιρό. Μα φαίνεται ήμουν γεννημένος σκεπτικιστής, γιατί από τότε κοιτούσα τον κόσμο με φιλοσοφικήν αδιάφορη προσοχή. Μερικοί αυτό το λεν έλλειψη πνεύματος. Περιττόν να σας πω ότι διαφωνώ ριζικώς και εξ ενστίκτου.

Μόλις είχαν αρχίσει τότε τα πάθη, που κάμποσα χρόνια διαίρεσαν τον τόπο μας σε δύο στρατόπεδα. Ήμουν πολύ μικρός. Τα πολιτικά γεγονότα της εποχής μου τα σκεπάζει μια πυκνή ομίχλη μέσα μου. Το μόνο που θυμάμαι ήταν ότι είχαν γίνει εκλογές. Λεπτομέρειες μη μου ζητάτε. Δεν είμαι σε θέση να σας δώσω. Θυμάμαι μόνον ότι ήταν χειμώνας και ότι πήγαινα στο σχολείο, όπου με κρατούσαν σε διαρκή γοητεία τα μεγάλα μάτια και το αχνό πρόσωπο της κυρίας Νίτσας.

Πολλές φορές ώς τότε, είχα ακούσει την μητέρα μου τα δειλινά ή τα βράδια, όταν το γκρίζο χειμωνιάτικο φως έκοβε το προφίλ της στο άνοιγμα του παράθυρου, να μιλάει με την πίκρα της δοκιμασμένης γυναίκας για την πολιτική. Συνήθως δεν απευθυνόταν σε μένα, γιατί ακόμα δεν ήμουν σε θέση να υπεισέλθω στα μυστήρια αυτής της υπερεπιστήμης. Αλλά το θέμα ήταν φρικωδώς ενδιαφέρον. Άφηνα στη μέση το διάβασμα της Διάπλασης, και παρακολουθούσα τη συζήτηση, που το πιο μεγάλο μέρος της ήταν ένας ατέλειωτος μητρικός μονόλογος.

— Είναι γλυκιά και προδότρα σαν τη θάλασσα, ύπουλη σαν τη γυναίκα, έχει χίλια πρόσωπα και άπειρα χέρια σαν τον Βισνού, χέρια που χτυπούν, που εκλιπαρούν, που απειλούν, που ζητιανεύουν, που κολακεύουν, που γοητεύουν και που πιο συχνά κλέβουν. Είναι το Ινδικό Τριμουρτί, με τις μορφές της Δόξας, της Μετριότης, και της Αφάνειας. Ένστικτο, Επιστήμη και αρρώστια συγχρόνως, αναφαίνεται, κολλάει, μαθαίνεται. Δοξάζει την πιο περίφημη μηδενικότητα, και γελοιοποιεί το πιο δυνατό μυαλό. Είναι φωτεινή νύχτα, που μόνον οι νυχτάλοπες βλέπουν, βράχος που δοκιμάζονται οι χαρακτήρες με βραβείο την Αποτυχία, σαρκαστικό γέλιο του Δαίμονα που τον λευτέρωσες, ανοίγοντας το μπουκάλι με τη σφραγίδα του Σολομώντος...

Και ο μονόλογος εξακολουθούσε σε εικόνες που θα τις ζήλευαν οι Άραβες μυθογράφοι και οι διάδοχοι του Παρνασσού.

— Σπέρνει τη διχόνοια, χωρίζει οικογένειες, ψυχραίνει φίλους. Κάνει τον άνθρωπο μισητό και επιθυμητό. Είναι ο σίφουνας των κακών και της δυστυχίας...

Με μια λέξη, αν πιστεύαμε τυφλά τις διδαχές της μητέρας μου, η πολιτική ήταν το κουτί της Πανδώρας, ένα κουτί που μόνο τη φήμη του ήξερα, μα που το περιεχόμενό του ήταν ασαφές και προβληματικό. Και νά που μια μέρα, την επομένη Δευτέρα των εκλογών, το καπάκι άνοιξε, και τα κακά της πολιτικής φτερούγισαν μπρος στα μάτια μου, σαν μαύρα καλικαντζαράκια.

Η σκηνή στο σχολείο, στο διάλειμμα. Την πελώρια αυλή, τη φωτίζει ένας ήλιος παγωμένος. Οι αδύνατες γαμπίτσες των παιδιών παίρνουν τόνους μελιτζανιούς και κάτω από τις μυτίτσες κρέμεται ένα διάφανο διαμάντι.

Μέσα στο γραφείο οι «κυρίες», καθισμένες γύρω στη σόμπα, ακούν την κυρία διευθύντρια που διαβάζει στην εφημερίδα τα πρώτα αποτελέσματα. Από το ισόγειο παράθυρο βλέπω τις εξημμένες από φόβο και περιέργεια φυσιογνωμίες τους.

Το κρύο μάς περουνιάζει. Τα γυμνά γόνατά μου χτυπιούνται μ’ ένα κρότο κούφιων ξύλων. Μόνον ένα γερό τρέξιμο πάνω στην παγωμένη λάσπη μπορεί να μας δώσει μια ζωογονητική θερμότητα. Ρίχνω μιαν ανεύθυνη ιδέα.

— Παιδιά! Παίζουμε τους κλέφτες και τους χωροφύλακες;

Όλη η αυλή αντήχησε από χαρούμενες φωνές.

— Ναι, ναι, μπράβο Γιαννάκη, τους κλέφτες και τους χωροφύλακες. Εγώ θα γίνω χωροφύλακας! Εγώ κλέφτης! Εγώ αστυνόμος!

Είναι γνωστό, ότι η αναρχία είναι ένα από τα πιο μεγάλα κακά. Και καθώς βλέπετε μια φοβερή αναρχία απειλούσε το παιδικό μας παιχνίδι. Η διαίρεση και η διοργάνωση της ομοιογενούς αυτής δύναμης σε δύο στρατόπεδα αντίθετα δεν ήταν και πολύ εύκολο πράμα. Μόνο μια λύση υπήρχε. Ο από μηχανής Θεός, ο άνθρωπος της επιβολής, που παίρνοντας την αρχηγία των κλεφτών, χωρίς άλλο από προγονική κληρονομικότητα της λατρείας της ελευθερίας και περιφρόνηση στην ένοπλο δύναμη, θα διόριζε τον εντεταλμένο στην καταδίωξη αστυνόμο, παίρνοντας έτσι την ανώτερη αρχηγία και εποπτεία του παιχνιδιού.

Και ο άνθρωπος της πυγμής παρουσιάστηκε. Είναι ο νταής του σχολείου, ένας από τους μεγάλους της τετάρτης, μαύρος και άσκημος, που ακούει στα ονόματα Καραμπόλας, Μούμια, Στοκοφίσι και Ιππώνεια, το τελευταίο γιατί στο παιχνίδι «άλογο και καβαλάρης», αυτός διόριζε τ’ άλογα.

Μπήκε στη μέση και με μια κίνηση γιομάτη περιφρονητική μεγαλοπρέπεια επέβαλε την τάξη.

— Σκασμός, μυξιάρικα! Εγώ είμαι αρχιλήσταρχος!

Αφού με πραξικόπημα πήρε την αρχή, άρχισε να μοιράζει αξιώματα. Και πρώτα σκέφτηκε για το πρόσωπο του άξιου εχθρού του.

— Εσύ Γιαννάκη θα είσαι αστυνόμαρχος. Ο Γκαμήλας χωροφύλακας, ο Παπαδόπουλος ενωμοτάρχης. Για πρωτοπαλίκαρο παίρνω τον Πίπη...

Όλοι γυρίσαμε να ιδούμε τον εκλεχτό υπασπιστή του Αρχηγού. Μα ο Πίπης με τα χέρια στις τσέπες του πανταλονιού και τα πόδια ανοιγμένα κοιτούσε τον Καραμπόλα με ένα ύφος γιομάτο ειρωνεία και αυθάδεια.

— Ρε Ιππώνεια, μπας και νόμισες, πως εγώ ο γιος του συνταγματάρχη Τριαστέρη θα καταδεχτώ να γίνω πρωτοπαλίκαρο ενός Βασιλικού σαν και σένα. Άι στο διάολο ρε!

Και γυρίζοντας κατά το μέρος μας επρόσθεσε με άφατη αυτοπεποίθηση.

— Εγώ είμαι αρχιλήσταρχος, που είμαι και Βενιζελικός!

Ιερή οργή τάραξε από πάνω ίσαμε κάτω τον Καραμπόλα, ενώ εμείς άβουλο ποίμνιο περιμέναμε με αγωνία την εξέλιξη των γεγονότων.

— Ρε πουλημένε, που τολμάς και βάζεις στο στόμα σου τον βασιλιά, πέρνα από τον μαχαλά σαν σου βαστάει ρε, να γυρίσεις μπλε μαρέν στο ξύλο...

Και γυρίζοντας κατά το ακροατήριο, επιβεβαίωσε τη στερεότητα της θέσης του.

— Εγώ είμαι αρχιλήσταρχος!

Αλίμονο, όμως! Ο όχλος είναι άβουλος, και μόνον ένας ηρωισμός, μια αυτοθυσία, μπορεί να τον παρασύρει, κατά μιαν άποψη. Ο Καραμπόλας πρώτος κατάλαβε την ψυχολογία μας και έβαλε σ’ ενέργεια τα μεγάλα μέσα.

— Ο Βενιζέλος είναι γυαλάκιας.

Η μεγάλη ύβρις αντήχησε στον παγωμένο αέρα. Ο Πίπης ωχρίασε και χωρίς ν’ απαντήσει ρίχτηκε με γροθιές μπροστά στον Καραμπόλα, και οι δυο κυλίστηκαν στο χώμα, ενώ ο αχάριστος όχλος βλέποντας τους αρχηγούς να μαλλιοτραβιούνται ξέσπασε σε φωνές κανιβαλικής χαράς.

Το βράδυ, όπως πάντα η μητέρα, καθισμένη κοντά στο παράθυρο κεντούσε. Το έντονο προφίλ της ζωγραφιζόταν αδρά ανάμεσα στις σκοτεινές κουρτίνες. Μπήκα στην κάμαρα με σοβαρότητα και επιβολή. Ένιωθα πως ήμουν πιο μεγάλος, πιο πολύς. Ένα καινούριο φορτίο, ένα βάρος γνώσης, μου ’δινε μια μεγάλην ιδέα για τον εαυτό μου και άμετρο πεσιμισμό για τον κόσμο και τη ζωή.

Η μητέρα, όπως πάντα, με υποδέχτηκε με τη γλυκιά φωνή της.

— Καλώς τον Γιαννάκη μου, καλώς το χρυσό μου το παιδί. Είναι ευχαριστημένος ο μικρός μου από το σχολείο σήμερα;

Αυτό είναι αμφίβολο. Πολλά αισθήματα, και φοβερές επιρροές κλονίζουν την ψυχούλα του Γιαννάκη, του καλού παιδιού. Κάθουμαι στην καρεκλίτσα μου στα πόδια της μητέρας. Τα άσπρα χέρια της ανεβοκατεβαίνουν πάνω στο κέντημα. Είναι η ώρα των εκμυστηρεύσεων. Το σκοτάδι είναι καλός σύμβουλος, και η μητέρα καλός σύντροφος.

— Μαμά. Η πολιτική είναι κακό πράμα...

Η μητέρα με κοιτάει με έκπληξη πάνω από τα γυαλιά της.

— Και πώς το κατάλαβες Γιαννάκη;

Με άφατη σοβαρότητα της διηγούμαι τα φοβερά γεγονότα της ημέρας. Συμμερίζεται απόλυτα τη γνώμη μου και κουνάει συγκαταβατικά το κεφάλι. Μα νομίζω πως ένα αδιόρατο χαμόγελο τραβάει το χείλι της.

Η διήγηση τέλειωσε. Η μητέρα αναστενάζει. Και ξαναπιάνει το αιώνιο τροπάρι της, ενώ το σκοτάδι πέφτει σιγά σιγά στην κάμαρα.

— Είναι ωραία και κακιά σαν τη θάλασσα, γλυκιά και πικρή σαν όμορφη γυναίκα, ελαφριά και λαμπερή σαν σαπουνόφουσκα, επιθυμητή και φοβερή σαν μάγισσα. Είναι η στρίγκλα του βουνού, το χρυσό μήλο που το τρώει το σκουλήκι, η Βαβέλ της φιλίας, η μορφίνη της ματαιοδοξίας..."

1927

(Διαδικτυακά, εδώ: http://www.greek-language.gr)

Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2019

Ολοταχώς προς τη συμφορά...

του Χρήστου Γιανναρά...



Η ​τραγωδία μας των Ελλήνων σήμερα είναι ότι αντιλαμβανόμαστε τα όσα συμβαίνουν όχι με τη λογική μας, την κριτική λειτουργία του νου μας, αλλά με την παθητική κατανάλωση εντυπώσεων. Αυτή η απλή φρασούλα, που μπορεί να την εκλάβει κανείς σαν «σχήμα λόγου» ή έκφραση ρητορική, συνοψίζει μια συλλογική συμφορά.

Οσοι αναλαμβάνουν, χρυσοπληρωμένοι, να μετασκευάσουν αυτά που πραγματικά συμβαίνουν σε τεχνουργημένες «εντυπώσεις», με αντεστραμμένη την εικόνα της πραγματικότητας, είναι σπουδαγμένοι παραχαράκτες, περιζήτητοι στην «αγορά» –χάρη σε αυτούς οι παραγωγικές και ανταλλακτικές σχέσεις έχουν μετασχηματιστεί σε αρένα πολυμήχανης πανουργίας και απατεωνίας.

Εχουν την ικανότητα (και τις τεχνικές) να παρουσιάζουν το «αρνητικό» της φωτογραφίας σαν να είναι το θετικό: το άσπρο μαύρο, το μαύρο άσπρο. Εξουσιάζουν οι απατεώνες τις τηλεοπτικές οθόνες παραμυθιάζοντας με τερατώδη καμουφλαρισμένα ψεύδη, εκατομμύρια πολιτών, έγκαιρα ευνουχισμένων από τη σχολική τους «παιδεία». Οι τηλεοπτικές εντυπώσεις «μεταβολίζονται» άσκεπτα, άκριτα, παθητικά, σε «πολιτικές πεποιθήσεις».

Ετσι, η πιο χοντροκομμένη αναλήθεια παγιώνεται στις συνειδήσεις σαν ραφινάτη αλήθεια. Ακούνε οι Ελληνες τον κυρίως αυτουργό της πρόσφατης ιεροσυλίας (ασέλγειας στην ελληνικότητα της Μακεδονίας), πρωθυπουργό Τσίπρα, ή τους νηπιακά μωρόπιστους, προσήλυτους στην ιεροσυλία, βουλευτές (των ΑΝΕΛ ή του «ποτάμιου» αλαλούμ), τους ακούνε να αγλαΐζουν, με διθυραμβικές κενολογίες, την καθοδηγούμενη αυτοχειρία του Ελληνισμού. Και είναι σαν να διαβάζουν την Ιστορία τους με αντεστραμμένους τους ρόλους των ηρώων της:

Είναι σαν να ακούει ο πολίτης τον Κολοκοτρώνη «να τα βρίσκει» με τον Δράμαλη ή τον Ιμπραΐμ κερδίζοντας τον δόλιο έπαινο της Ιερής Συμμαχίας και την «καλή γειτονία» με τους αδίστακτους Οθωμανούς. Σαν να ακούει τον Ιωάννη Μεταξά να λέει ευπροσήγορο «ναι» στον Μουσολίνι και η Ελλάδα να αυτοπροσφέρεται στον «Αξονα» για να είναι αρεστή στους επικαιρικά ισχυρούς κερδίζοντας αύξηση του κατά κεφαλήν εισοδήματος. Ή σαν να ακούει ο Ελληνας σήμερα, ακόμα πιο πίσω, τον μακρινό Λεωνίδα να χλευάζει κάθε ενδεχόμενο αντίστασης στις Θερμοπύλες, αφού το ΝΑΤΟ και το Βερολίνο «επιτέλους θα διαβούνε».

Δεν είναι ρομαντική εικονολογία όλα αυτά – η συλλογική αξιοπρέπεια δεν προσφέρεται για ψυχολογική κατανάλωση. Ζούμε για πολλοστή φορά, τα ψηλαφητά συμπτώματα αρρώστιας μολυσματικής, σωστής λοιμικής, που τη λέμε αρχομανία, εξουσιολαγνεία. Προσοντούχοι συνάνθρωποι, αλλά και αδικημένες από τη φύση μετριότητες, κερδίζουν στη λοταρία της εμπορευματοποιημένης «δημοκρατίας» το λαχείο των εντυπώσεων και καταλαμβάνουν πόστο εξουσίας. Γεύονται την ηδονή και τη μέθη της δημοσιότητας, των τιμών, του πλούτου. Και υπερ-φρονούν ή παρα-φρονούν: αρρωσταίνουν βαρειά. Δέσμιοι εξάρτησης από τα παραισθησιογόνα της ανεξέλεγκτης ισχύος, δεν συστέλλονται όταν αυτοδιασύρονται με εξευτελιστικές παλινωδίες, βδελυρές ασυνέπειες, σαρδανάπαλες αλλαξοπιστίες.

Τιτλοφορούνται «ριζοσπαστικοί» Αριστεριστές, αλλά δεν διστάζουν ούτε στιγμή «να γλείψουν εκεί που έφτυναν»: Να ξεπουλήσουν ιδεολογίες, δόγματα και επαναστατικές παντιέρες, να αλλάξουν πολιτική ταυτότητα μέσα σε μια νύχτα, να αγνοήσουν λαϊκό δημοψήφισμα που οι ίδιοι προκάλεσαν, να μεταμορφωθούν, με ιλιγγιώδη αδιαντροπιά, σε χαμερπείς λακέδες των «Αγορών» και του ΝΑΤΟ, σε «φιλαράκια» της Μέρκελ. Και όλος αυτός ο αυτεξευτελισμός, μόνο για την ηδονή της εξουσίας.

Θα μπορούσαν να έχουν τον οίκτο μας, τη συμπόνια που γεννάει ένα τέτοιο κατάντημα συνανθρώπων μας. Αλλά, όταν για το αλκοολίκι τους και μόνο ξεπουλάνε με άθλια τεχνάσματα πατρώα γη και προγονική ιστορία, όταν ατιμάζουν ένα πανανθρώπινο θησαύρισμα πολιτισμού, η όποια ανοχή μας γίνεται συνενοχή. Είναι λογικά ξεκάθαρο, κραυγαλέα πρόδηλο: Αν «αναγνωρίζουμε» την ύπαρξη «μακεδονικής» εθνότητας και γλώσσας, αναγνωρίζουμε αυτονόητα τη Θεσσαλονίκη πρωτεύουσα των «Μακεδόνων» και τα σύνορα του σλαβο-αλβανικού κρατικού συμπιλήματος, στη Μελούνα. Αναγνωρίζουμε αυτονόητο κρατικό σύμβολο το άγαλμα του Μεγαλέξανδρου στην κεντρική πλατεία των Σκοπίων και το αστέρι της Βεργίνας στη σημαία τους.

Στα πλαίσια του παγκοσμιοποιημένου σήμερα πολιτισμού των «προκάτ» εντυπώσεων, η Ιστορία γράφεται όχι από συνεχιστές του Θουκυδίδη, αλλά από «οργανικούς διανοούμενους» μισθωμένους μανδαρίνους των «Αγορών» και του ΝΑΤΟ. Οι Ελλαδικοί, ανίατα εθελότυφλοι, παθιαζόμαστε μανιασμένοι, για να επανεκλεγεί ο επιδεικτικά εξαγορασμένος Τσίπρας ή ο κραυγαλέα ανεπαρκής Κυριάκος. Φώφη, Σταύρος, Χρυσαυγίτες και ανίατοι σταλινικοί συμπληρώνουν το σκηνικό της νεκροπομπής.

Περίπου ανάλογο ήταν το σκηνικό και όταν παραδίδαμε την Ανατολική Θράκη στους Τούρκους (μάλλον χωρίς να μας ζητηθεί), τη Βόρεια Ηπειρο στους Αλβανούς, την Ανατολική Ρωμυλία στους Βουλγάρους, τη Βόρεια Κύπρο στους Τούρκους. Πάντοτε έντεχνα πολωμένοι σε «ενδοτικούς» και «συνεπείς πατριώτες», πάντοτε παθιασμένοι από τη φανατισμένη πίστη μας σε «προκάτ» εντυπώσεις.

Η διακυβέρνησή μας από συμπολίτες μας με αρρωστημένο ψυχισμό ήταν συχνά προφανής. Σήμερα εξόφθαλμη.