Παρασκευή, 25 Ιανουαρίου 2008

Αμοργός

στον κυρ-Γιώργη που έφυγε...


Ήταν τόσο γαλήνια όταν φτάσαμε που δεν τολμούσα να προσβάλω τη μαγεία της σιωπής, την απόκρυφη συνομιλία της φύσης, με τη βάρβαρη φωνή μου. Το νερό σιγοτραγουδούσε το δικό του σκοπό, τα κύματα φλέρταραν διακριτικά τα κοιμισμένα βραχάκια, ο αγέρας χόρευε σ' ένα δικό του παράξενο ρυθμό και τα βότσαλα ακτινοβολούσαν ήλιο. Κάτι κιτρινωπά πουλιά σκιάχτηκαν και τιτιβίζοντας ζωηρά χάθηκαν πίσω από μακρινά βράχια. Μια μύγα ζουζούνιζε επίμονα κι επιθετικά γύρω απ' το κορμί μου... Κι ο ήλιος, σιωπηλός και γενναιόδωρος, έστελνε απλόχερα τη θερμή του ενέργεια, δώρο ζωής στα απομακρυσμένα τέκνα του...
Πώς να μιλήσω; Πώς να προσθέσω μια ξένη πινελιά σε έναν αριστουργηματικό πίνακα; Διακριτικά ψάχνω μια θέση να ξαποστάσω στην εικόνα αυτή, να γίνω ένα...





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου