Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2007

Τα πεινασμένα τσακάλια


Ένα απόσπασμα από την "Αιολική Γη" του Ηλία Βενέζη...
... Έρχονταν άλλες νύχτες, κι αυτές ήταν οι πιο πολλές, που ο Μεγάλος Δράκος, αποκάνοντας να φιλεύει και να κοιμίζει τα τσακάλια, τ'άφηνε να ξεχυθούν στον κάμπο, στην οργωμένη γη, να φάνε και να χορτάσουν. Την άνοιξη, όταν οι καρποί ακόμα δεν είχαν γϊνει, η επιδρομή τους ήτο ακίνδυνη, και κανένας στο κτήμα δε νοιαζόταν για αυτήν. Ακούγαμε τ'άγρια ουρλιαχτά τουτς μακριά στο βάθος, αδύνατα στην αρχή, και τα περιμένανμε με αγωνία και φόβο.
-Θά'ρθουν άραγες ίσαμε δω;...
[...]
Ερχόταν σπαραχτική και ιερή, μες στην ησυχία της γης, η φωνή της πείνας. Ποτέ σπαραγμός ανθρώπου, ποτές οδύνη θανάτου δεν αντήχησε έτσι άγρια. Τίποτα απ'όσα ξέραμε δε μπορούσε να είναι όμοιο μ'αυτό. Τα φύλλα ριγούσαν και σώπαιναν απάνω στα δέντρα, οι στάλες της δροσιάς, χτυπημένες απότομα στον αγέρα σταματούσαν να πέφτουν στη γη, οι ρίζες δε σάλευαν στα έγκατα, τα άστρα πια δεν πορεύονταν, οι υπόγειες φλέβες των νερών πάγωσαν- επειδή στα Κιμιντένια, θεότητα σκληρή κι αλύπητη ήρθε η πείνα. Ήμαστε τότε μικρά παιδιά, η καλή γη μας έδινε σπόρους και τα δέντρα καρπούς, δεν ξέραμε ακόμα τι ήταν η πείνα. Όμως είχαμε την καθαρή καρδιά μας οδηγό καλό, γι'αυτό όλα τα μυστικά του κόσμου μπορούσαν να βρουν μέσα μας χώρο φιλικό, μπορούσαμε να αιστανθούμε και να εννοήσουμε. Μες στην ασφάλεια των ψηλών τοίχων που μας προφυλάγανε, κάτω από τη σκιά του μεγάλου δέντρου -του παππού μας- που μας έσκεπε, δε γινόμαστε σαν τους μεγάλους ανθρώπους, που όταν εκείνοι δεν υποφέρνουνε είναι ανελέητοι και αδιάφοροι. Ζούσαμε όσο γίνεται δυνατά το δράμα της νύχτας.
- Αχ πια! πρώτη πάντα ξεσπούσε η Αγάπη, επειδή ήταν πιο αδύνατη και πιο ευαίσθητη απ'όλους.
`Αρχιζε να κλαίει σπαραχτικά, με λυγμούς. Βλέποντάς την παίρναμε κι εμείς θάρρος, η `Αρτεμη, η Λένα κι εγώ, αρχίζαμε να κλαίμε όλοι μαζί και να ξεφωνίζουμε.
- Γιατί να πεινάνε τα τσακάλια; Γιατί να πεινάνε τα τσακάλια;
Γινόταν τότε πανδαιμόνιο μέγα: απέξω να ουρλιάζουν τ'αγρίμια και μέσα εμείς να οδυρόμαστε. Ο παππούς στην αρχή γελούσε με αυτά τα ξεσπάσματα της παιδικής καρδιάς, ενώ η μητέρα  μας κι η γιαγιά τρέχαν να μας χαϊδέψουν και να μας μερώσουν.
- Γιαννακό! έλεγε σοβαρή η γιαγιά. Μην το κάνεις αυτό! Δεν τα βλέπεις; έλεγε κι έδειχνε το σπαραγμό μας.
Πολύ σπάνια του μιλούσε σ'αυτόν τον τόνο, σα να τον μάλωνε. Κι εκείνος τότε γινόταν απότομα σοβαρός, σαν άνθρωπος που έσφαλε, και σταματούσε να γελά.
- Ελάτε! Ελάτε τώρα! Ησυχάστε! μας καταπράυνε η γιαγιά. Θα βρει τροφή και για τα τσακάλια ο Θεός. Είναι καλός και θά 'βρει. Πηγαίνετε να κοιμηθείτε.
Πολύ αργά οι φωνές των τσακαλιών σβήνανε. Πια δεν ακουγόταν τίποτα. Κάναμε την προσευχή μας για να κοιμηθούμε και παρακαλούσαμε, όπως πάντα, το Θεό να φυλάει τον παππού, τη γιαγιά, τον πατέρα μας , τη μητέρα μας, τα δέντρα κι όλους τους ανθρώπους. Πέφταμε, μα ο ύπνος δε μας έπαιρνε. Ερχόταν και βάραινε απάνω στα ματόκλαδά μας, όμως βάζαμε όλη τη δύναμη να τον διώξουμε ίσαμε να βεβαιωθούμε πως τα τσακάλια πια φύγανε. Και τότες, όταν πια ήμαστε σίγουροι πως φύγανε, ψιθυρίζαμε μέσα μας ξανά την προσευχή μας και, πλάι στους ανθρώπους και στα δέντρα, παρακαλούσαμε και για τα πεινασμένα τσακάλια του κόσμου...
Ηλίας Βενέζης, "Αιολική Γη"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου