Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2020

Έθιμα και παραδόσεις του Δωδεκαήμερου της παλιάς Αθήνας (Χριστούγεννα & Πρωτοχρονιά)

Κάλαντα, Αθήνα 1950-60-Βούλα Παπαϊωάννου
 

Συνήθως, όταν αναφερόμαστε σε έθιμα και παραδόσεις ο νους μας πάει στην ύπαιθρο και στην επαρχία. Έτσι σπάνια κανείς πετυχαίνει αναφορές για τα της πρωτευούσης. Προφανώς γιατί τα περισσότερα σβήσανε νωρίς... Ας πάρουμε μια "λαογραφική γεύση", λοιπόν, από τον εορτασμό του Δωδεκαημέρου στην παλιά Αθήνα από την πένα του Δημητρίου Καμπούρογλου (1852-1942) και τα σπουδαία έργα του "Αἱ παλαιαὶ  Άθῆναι" και "Ἰστορία τῶν Ἀθηναίων -Τουρκοκρατία" (τρίτομο):

Νικηφόρου Λύτρα-Τα κάλαντα (1872)

"Τὸ Δωδεκαήμερον ἤρχιζεν ἀπό τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων καὶ ἐτελείωνε τὴν παραμονὴν τῶν Φώτων. Κατ' αὐτὸ ἰδίως ἐσωρεύθησαν αἱ πλεῖσται θρησκευτικαὶ προλήψεις, δοξασίαι, δεισιδαιμονίαι καὶ ἐορτασμοί. Ἐλέγετο δὲ κοινῶς "τοῦ Κολοβελονίου" ' διότι κατ' αὐτὰς τὰς ἠμέρας ἤρχοντο οἱ καταχθόνιοι οὖτοι Δαίμονες [...] " ("Η ιστορία των Αθηναίων", τόμος Γ'")

(Δ.Γρηγορίου Καμπούρογλου, "Η ιστορία των Αθηναίων", τόμος Α'")


 "Τότε ἐπέρχεται η στρατιὰ τοῦ Βάκχου, ἠ ὁποία ἀοράτως κρυφοζῇ εἰς τοὺς δρυμοὺς καὶ εἰς τὰ κάρκαρα [...], τότε τὰ μεσάνυχτα τῆς παραμονῆς ἐπέρχοναι κατὰ τῆς πόλεως διὰ νὰ παρενοχλήσουν ἰδίως τοὺς αὐστηροὺς τηρητὰς  τοῦ νἐου θρησκεύματος: τὶς γρῃές. Ἅν δὲ εἰσέρχονται διὰ τῆς καπνοδόχης, τοῦτο συμβαίνει, διότι ἡ πορτίτσα εἶναι ἀσφαλῶς κλεισμένη καὶ Σταυρὸς διὰ κατραμίου εἰς τὸ ὑπέρυθρον σχηματισμένος. [...] Καὶ ἐν τούτοις τὸ ὄρθιον καὶ εἰδικὸν ξύλον τὸ ὀποῖον τοποθετεῖ ἡ γραῖα εἰς τὴν παραφωτιὰν, δίδουσα κ' εἰς αὐτὸ τοῦ Καλικαντζάρου το ὄνομα: Κολοβελόνη ἐν Ἀθήναις ἀποκαλουμένου -ὡς ἀπεδείξαμεν ἀλλοτε [...] πρόκειται περί τῆς αὐτῆς λέξεως, ἀφοῦ καὶ αὐτὸ τὸ αἰχμηρὰ φύλλα ἔχον δένδρον: ὁ Κέντρος λέγεται καὶ Κάντζαρος- τὸ ξύλον αὐτὸν τῆς παραφωτιὰς καιόμενον δημιουργεῖ πολύτιμον τέφραν τὴν ὁποίαν ἐπιμελῶς περισυλλέγουσα ἡ γρῃὰ ραντίζει μὲ αὐτὴν τὸ ἀμπελάκι της." ("Αι παλαιαί Αθήναι")

καλικάντζαροι

"Τότε, ὅλες ᾑ ψυχαὶς, καλαὶς καὶ κακαίς, εἶναι στὴ γῆ - λύμα τὰ δαιμόνια. ᾙ καλαὶς βλέπουν τοὺς συγγενεῖς των ποῦ τοὺς ἔχουν ἀποθυμίσῃ καὶ ᾑ κακαὶς εἶναι οἱ κολοβελόνηδες. Εἴχαν δὲ καὶ ἄσβυστο-ἀκοίμητο- καντῆλι διὰ τῂς ψυχαὶς καὶ δεν ἐνυκτέρευον ' μιὰ πεθερὰ ὄμως δὲν 'μποροῦσε νὰ βλέπῃ τὴ νύφη της νὰ κάθεται τὸ βράδυ σταυροχεριασμένη καὶ τῆς λέει "ἔλα νύφη νὰ ξεμματίσωμε κουκιὰ" καὶ καθήσανε στὴν παραφωτιὰ ' μόνε βλέπουν εὐθὺς καὶ κατεβαίνουν ἀπό τὰ κεραμίδια δύο ἄγριοι κολοβελόνηδες' ὁ ἕνας κρατοῦσε ματσοῦκι καὶ ὁ ἄλλος καλάμι. Καὶ ἐκεῖνος ποῦ κρατοῦσε τὸ καλάμι ἐδειρε τὴ νύφη χωρὶς νὰ πονέσῃ καὶ πολὺ, καὶ ὁ ἄλλος ποῦ κρατοῦσε τὴν ματσοῦκα κατασκότωσε τὴ γρηὰ στὸ ξύλο. Κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν ταύτην τῆς ποινῆς ἐτραγώδουν διὰ φωνῆς δαιμονιώδους τὸ ἆσμα:

"Παρωρίταις εἴμαστε,

παράωρα γυρίζομε

κουκκιὰ δὲν ξομματίζομε.

Βάρα τὴ γρηὰ μὲ τὴ ματσοῦκα

καὶ τὴν νειὰ μὲ τὴν καλάμα.""

("Η ιστορία των Αθηναίων", τόμος Γ' & Α"')

Κάλαντα, Αθήνα 1950-Κωνσταντίνος Μεγαλοκονόμος

 

" Τὸ κατὰ τὴν παραμονὴν τῶν Χριστουγέννων ψαλλόμενον ὑπὸ τῶν παίδων ἐν Ἀθήναις ᾇσμα δὲν εἷναι τὸ γνωστὸν: "Καλὴν ἐσπὲραν ἄρχοντες, κ.τ.λ.", ἀλλ' ἕτερόν τι ἔχον οὕτω: 

Χριστόγεννα, πρωτόγεννα, πρώτη γιορτὴ τοῦ κόσμου,

ὀποῦ 'γεννήθη ὅ Χριστὸς νὰ σὠσῃ τοὺς ἀνθρὠπους.

Στὸ μέλι ἐγεννήθηκε, στὸ γάλα ἀναθράφη.

Τὸ μέλι τρῶν' οἱ ἀρχοντες, τὸ γάλα οἱ ἀφεντάδες.

.............................................................................

Καὶ βάλε τὸ χεράκι σου στὴν ἀργυρῆ σου τσέπη' 

ἀν εἶναι χίλια, δός μάς τα, κι' ἀν εἶν' καὶ δυὸ χιλιάδες

ἀν εἶναι τρεῖς καὶ τέσσαρες, κι' αὐτὰ μὴν τὰ λυπᾶσαι.

Σ'αὐτὸ τὸ σπῆτι ποὔρθαμε πέτρα νὰ μὴ ραϊσῃ

κι' ὁ νοικοκύρης τοῦ σπιτιοῦ χρόνους πολλοὺς νὰ ζήσῃ." *

 ("Η ιστορία των Αθηναίων", τόμος Α'")

[* π.β. : ευχετήρια κάλαντα Φώτων στο Πήλιο- "καλησπερίσματα" ]

κάλαντα-μοιρασιά, Αθήνα 1950-Δημήτρης Χαρισιάδης

"Τὴν ἥμέραν τοῦ Ἀγίου Βασιλείου κατ' ἐξαίρεσιν δὲν ἐσκούπιζον, ἔκρυπτον μάλιστα τὴν σκοῦπα, τὸ θυμάρι ὅπως τὴν ἔλεγον, καὶ οὔτε ἀνέφερον τὸ ὄνομὰ του. 

Ἐπήγαινον δὲ εἰς τὴν ἐκκλησίαν, κρύπτοντες εἰς τὰ θυλάκιά των ἔν ρόδι καὶ ἐπιστρέφοντες ἐσπαζον τοῦτο εἰς τὸ μέσον τῆς αὐλῆς λέγοντες: "Χρόνια πολλὰ κι' εὐτυχισμένα".

Τὴν μεσημβρίαν ἔκοπτεν ὁ οἰκοδεσπότης τὴν βασιλόπητταν εἰς τὰ τέσσερα σταυροειδῶς. 

Μετὰ τὸ τέλος τοῦ φαγητοῦ τὸ τραπέζι ἐστρώνετο ἐκ νέου καὶ ὅστις τοὺς ἐπεσκέπτετο ἐλάμβανε κάτι ἐξ αὐτοῦ, συνήθως γλύκισμα.

Δῶρα ἄλλα πλὴν χρυσῶν νομισμάτων δὲν ἐδίδοντο. Χάριν τῆς ἐπικρατούσης κατὰ την ἡμέραν ταύτην ἐλευθεριότητος ἔλεγον τὴν παροιμιώδη ἔκφρασιν, "Ὀ Άϊ Βασίλης κάμπος μὲ τὰ λουλούδια"." ("Η ιστορία των Αθηναίων", τόμος Γ'")

 

Σπυρίδωνος Βικάτου - Χριστουγεννιάτικο δένδρο (προ 1932)

("Η ιστορία των Αθηναίων", τόμος Α'")

 

"Πολὺ χαρακτηριστικὴ εἷναι ἡ πρὸς τὸν Γεννάρην -Καλαντάρην- ἀπευθυνομένη ἰδίως προσφώνησι:

Κατὰ τὸ δεῖπνον δηλ. τῆς παραμονῆς τὰ κορίτσια τοῦ σπιτιοῦ τὴν πρώτην μπουκιὰ ποῦ ἔβαζαν εἰς τὸ στόμα των τὴν ἀπέσυρον μὲ τρόπον καὶ τὴν ἐφύλαττον μὲ προσοχή. Οἱ γεροντότεροι προσποιοῦντο ὅτι δὲν ἀντιλαμβάνοντο τοῦτο. Ὅταν δὲ ἐπήγαιναν νὰ κοιμηθοῦν αἱ κόραι, ἐτοποθέτουν τὴν μπουκιά των αὐτὴν κάτω ἀπὸ τὸ προσκέφαλόν των. Μὲ τὸ πρῶτον ὄνειρον -αὐτὸ ἧτο σημαντικὸν καὶ μυστηριῶδες- ἐξυπνοῦσαν, ἔπαιρναν τὴν μπουκιὰ ποῦ ἦτο κάτω ἀπὸ τὸ μαξιλάρι των, ἄνοιγον τὸ παράθυρον, τὴν ἐπετοῦσαν καὶ προσφωνοῦσαν ὡς ἐξῆς:                           

Ὥ Γεννάρη Καλαντάρη

καὶ καλὰ καλαντισμένε!

Ἐκεῖ στὴ Γέννα ποῦ θὰ πᾷς καὶ κεῖ ποῦ θὰ γυρίσῃς,

ἐκεῖ 'ναι ᾑ Μοίραις τῶν Μοιρῶν καὶ ἡ δική μου ἡ Μοῖρα.

Ἄν εἶναι πλούσια καὶ καλή, πές της νἀρθῇ να μ'εὕρῃ,

κι' ἄν εἶναι καὶ πεντάφτωχη, πάλι νἀρθῇ νὰ μ' εὕρῃ."

("Αι παλαιαί Αθήναι")

 

κουραμπιέδες -Βούλα Παπαϊωάννου

(Σημ. Τα κείμενα του Καμπούρογλου αφορούν, προφανώς, εποχές παλαιότερες εκείνων που απεικονίζουν οι φωτογραφίες (από το αρχείου Μουσείου Μπενάκη). Βέβαια εκείνα τα χρόνια δεν ήταν έτσι ραγδαία η εξέλιξη και οι αλλαγές στον κοινωνικό βίο, στα ήθη και στα έθιμα...)

6 σχόλια:

  1. Λαογραφίας συνέχεια λοιπόν.
    Σήμερα Όλγα πάμε Αθήνα ναι; Εν ολίγοις, στα μέρη μας. Όμως μια δεκαετία πίσω από αυτήν των παιδικών μου χρόνων. Στα 1950-60. Μια ακόμα όμορφη παρουσίαση σε μια πρωτεύουσα που σπαράσσονταν από τις πληγές του πολέμου και την τρομοκρατία του "κράτους των δοσίλογων και των νικητών". Πολύ σκληρές μέρες πράγματι για το λαό μας και με βαρύτατες σκιές.
    Συμπληρώνουμε λοιπόν τις στιγμές μας και με αυτήν την όμορφη αναφορά.
    Θα ήθελα να κατέβουμε λίγο στη δεκαετία 1965-70. Θα το ήθελα πολύ.
    Όλγα μου, διατηρώ άσβεστη την έλξη για το γραπτό σου και τα όμορφα συναισθήματα στα οποία μας βάζει.
    Φιλιά πολλά καλή μου και Καλές γιορτές να έχεις.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Μια δεκαετία πίσω από αυτήν των παιδικών σου χρόνων είναι οι φωτογραφίες, Γιάννη μου. (Όντως τί εποχή κι αυτή... σκληρές μέρες... ας ευχηθούμε να μην επανέλθουν...) Τα κείμενα του Καμπούρογλου πρέπει να αναφέρονται σε πολύ παλαιότερα χρόνια! Βέβαια, κάποια από αυτά τα έθιμα θά'χαν παραμείνει κι αργότερα, αλλά δεν ξέρω να σε κατατοπίσω ποιά και μέχρι πότε. Σκέψου πως για τα "κάλανδα" αναφέρει πως "τα λαϊκά ταῦτα στιχουργήματα τῶν Ἀθηνῶν" κατόρθωσε να τα διασώσει βοηθούμενος "ἀπό τὴν μνήμην τῆς ἡμετέρας μητρός". Κι ο Καμπούρογλου γεννήθηκε το 1852!
      Αχ, κι εγώ θά'θελα να δω πως εξελίχθηκαν όλες τούτες οι παραδόσεις τις επόμενες δεκαετίες, μα δεν έχω βρει κάποιες πηγές! Εσύ πρέπει να μας πεις τί αναμνήσεις έχεις! Πρέπει να το ψάξω... Η μάνα μου θυμάται νά'ρχονται οι πρόσκοποι με καραβάκι να λένε τα κάλαντα! Φτιάχναν φάτνη από χοντρό γκρι "χασαπόχαρτο". "Χιόνι" από βαμβάκι στο δέντρο και λεπτούτσικα κεράκια αντί για λαμπάκια! Την Πρωτοχρονιά οι παππούδες τους τους δίναν χρήματα. Και θυμάται και τους τροχονόμους στους δρόμους που τους αφήναν πακέτα μεγάλα- δώρα Χριστουγέννων.
      Καλό βράδυ!
      Καλά Χριστούγεννα!

      Διαγραφή
    2. Αυτό με τους τους τροχονόμους ....βουνό τις γιορτινές μέρες το θυμάμαι πάρα πολύ καλά. Χαρακτηριστικές φιγούρες εκείνης της εποχής οι τροχονόμοι. Κατά τα άλλα έχω κάνει μια ανάλογη ανάρτηση στο ΗΔΥΠΟΤΟ για τις δικές μας γιορτινές μέρες με αναφορά στο τι ακριβώς είχαμε τότε.
      Δική σου Όλγα μου: https://idipoton.blogspot.com/2020/12/xmas-personal-memories.html
      Την καλησπέρα μου κορίτσι μου.

      Διαγραφή
    3. Από κει έρχομαι! Πολύ καλά έκανες!!! Πολύ όμορφη! Καλό βράδυ...

      Διαγραφή
  2. Τι ωραία και αυτά μια και δεν γνώρισα τίποτε εκτός από τα κάλαντα. Ούτε η μητέρα μου μου είπε ποτέ ούτε η γιαγιά. Μάλλον ή δεν πίστευαν για τους καλικάντζαρους ή δεν ήξεραν για την μπουκιά κάτω από το μαξιλάρι. Πολύ ωραίες πληροφορίες για την Αθήνα μου γεννήθηκα και ζω. Ευχαριστούμε Όλγα μου
    Καλές γιορτές να έχουμε ασυννέφιαστες

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ε, μα δικαιούταν κι η Αθήνα μια ανάρτηση λαογραφική, Αννούλα μου! Το έθιμο της "μπουκιάς κάτω από το μαξιλάρι" πρέπει να είναι πολύ παλιό, Άννα μου. Το αναφέρει στην "Ιστορία των Αθηναίων" για την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Ποιός ξέρει πόσο παρέμεινε! Βέβαια αντίστοιχα έθιμα "μαντικής" (που έχουν να κάνουν με "μοίρα" και "γαμπρούς"!) καταγράφονται πολλά σε όλη την Ελλάδα και σχετίζονται με διάφορες εορτές. Δε θα μού'κανε εντύπωση η πρώτη μπουκιά που αναφέρει ο Καμπούρογλου να αφορά τη Βασιλόπιτα (λίγο παράξενο να αφορούσε φαγητό και να τη βάζαν κάτω από το μαξιλάρι!). Με πολλών λογιών πίτες συνηθιζόταν αυτό, όπως αργότερα, π.χ., και με τα κουφέτα! ... Και για του λόγου το αληθές, τώρα που τα ξανασκάλισα -γιατί δεν έχω και μνήμη ελέφαντα!- ο Λουκάτος γράφει: "Κι εσύ κορίτσι, που θέλεις να ονειρευτείς στον ύπνο σου αν θα πάρεις πλούσιον άντρα ή φτωχό, κρύψε κρυφά, χωρίς κανένας να σε δει, την πρώτη σου μπουκιά απ' τη βασιλόπιτα του τραπεζιού." (δες εδώ, αν θες: Ο Γενάρης, οι Μοίρες και το κυνηγητό της Τύχης...: https://firikia.blogspot.com/2018/03/blog-post_90.html)
      Όσο για τους καλικαντζάρους, δεν ξέρω αν είχατε τζάκι στην Αθήνα, γιατί τούτοι και τα έθιμά τους νομίζω πάνε πακέτο με την πυροστιά και το μεγάλο κουτσουμπάνι! Χωρίς καμινάδα, εξάλλου, τί φόβο νά'χεις και να τους μελετάς;!!!!
      Καλά Χριστούγεννα!

      Διαγραφή