Δευτέρα 20 Ιουλίου 2009

Το κουπί του Άι-Λια κι ο Οδυσσέας..

"Μία από τις μεγαλύτερες γιορτές του Ιουλίου είναι του Προφήτη Ηλία (20 Ιουλίου). Ο προφήτης θεωρείται έφορος της βροχής, των βροντών και των κεραυνών. Αυτόν επικαλούνται οι Κύπριοι χωρικοί, όταν αλωνίζουν, "για να πέψει τον αέραν του" και του προσφέρουν θυσία "μίαν τηγανιάν", την οποίαν εκθέτουν σε μέρος ψηλό, μέχρι να φυσήξει άνεμος. Σ'αυτόν θυσιάζουν οι Έλληνες χωρικοί της Βορ.Θράκης, που μετανάστευσαν το 1923 στη Μακεδονία, για να στείλει τη βροχή του. Αλλά η θυσία τους (κουρμπάνι χωριανική)
δε γίνεται κατά την εορτήν του αγίου, διότι η βροχή τότε δε χρειάζεται' γίνεται μετά τον άι-Γιώργη και πριν του αγίου Αθανασίου (2 Μαϊου), όποια Δευτέρα τύχει, να γιορτάσουν επίτηδες, να τιμήσουν τον Προφήτη Ηλία, να τους λυπηθεί ο Θεός και να βρέξει. Σφάζουν 10-15 πρόβατα αρσενικά όλα.

Την προηγουμένη ημέρα γίνεται δέηση, η λεγόμενη περπερούνα'
τα κορίτσια στολίζουν ένα ορφανό κορίτσι με πράσινα χόρτα και πηγαίνοντας στο ποτάμι βρέχονται όλα με τα ρούχα τους και με ένα μπακιράκι νερό γυρίζουν χορεύοντας και τραγουδώντας την Περπερούνα σε όλο το χωριό." (Γ.Α.Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")


"Κι όταν αστράφτει και βροντά, είναι πάλι ο Προφήτης που τρέχει στον ουρανό με το αμάξι του καταδιώκοντας κάποιο δράκο ή το διάβολο και έχοντας ως όπλο του τον κεραυνό. Γι'αυτό κι ο Προφήτης Ηλίας λατρεύεται πάνω στις κορυφές των βουνών. Έτσι πολλές κορυφές των ελληνικών βουνών έχουν τ'όνομα τ'άι-Λιά και στις περισσότερες είναι χτισμένα ξωκλήσια, αφιερωμένα σ'αυτόν. Το γνωστότερο είναι αυτό που βρίσκεται πάνω στην ψηλότερη κορυφή του Ταϋγέτου, ο οποίος λέγεται κοινώς Αγιολιάς. Την ημέρα της γιορτής του προσκυνητές σκαρφαλώνουν με κόπο στην κορυφή εκείνη και ανάβουν το βράδυ μεγάλη φωτιά, όπου ρίχνουν άφθονο λιβάνι ως αφιέρωμα στον άγιο Ηλία. Όταν δουν τη φωτιά εκείνη όσοι που κατοικούν στις γύρω περιοχές, ανάβουν φωτιές με χόρτα και άχυρα και πανηγυρίζουν χορεύοντας γύρω απ'αυτές ή πηδώντας από πάνω τους. [...]

Το γεγονός, ότι ο άγιος λατρεύεται σχεδόν αποκλειστικά πάνω στις κορυφές, ο λαός το εξηγεί με διάφορους τρόπους' είναι στα ψηλά, λέγουν, για τον καιρό, για τη βροχή, σύμφωνα με την πίστη ότι ο Προφήτης είναι έφορος της βροχής και των ανέμων. Το εξηγούν με την εξής παράδοση:

Ο άι-Λίας ήταν ναύτης και, επειδή έπαθε πολλά στη θάλασσα και πολλές φορές εκόντεψε να πνιγεί, εβαρέθη τα ταξίδια και αποφάσισε να πάει εις μέρος που να μην ηξεύρουν τι είναι θάλασσα και τί είναι καράβια. Βάνει το λοιπόν στον ώμο το κουπί του και βγαίνει στη στεριά, και όποιον απαντούσε τον ερωτούσε τι είναι αυτό που βαστάει. Όσο του έλεγαν Κουπί τραβούσε ψηλότερα' ώσπου έφτασε στην κορφή του βουνού. Ρωτάει τους ανθρώπους που εύρε κει τί είναι, και του λένε Ξύλο. Κατάλαβε λοιπόν πως αυτοί δεν είχαν ιδεί ποτέ τους κουπί και έμεινε μαζί τους εκεί στα ψηλά. " (Γ.Α.Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")


"Η παράδοση αυτή δεν είναι δημιούργημα του σημερινού λαού' όλα της τα στοιχεία τα βρίσκουμε στον αρχαίο μύθο, το σχετικό με τον εξιλασμό του Οδυσσέα. Όπως είναι γνωστό, στη Νέκυια της Οδύσσειας (λ121 κ.ε.) ο ήρωας, αφού σκοτώσει τους μνηστήρες, παρακινείται απ'τον Τειρεσία να πάρει ένα κουπί και να πάει σε τόπο, όπου οι άνθρωποι δε γνωρίζουν τι είναι θάλασσα, πλοίο και κουπί' θα καταλάβει πότε πρέπει να σταματήσει, όταν συναντήσει έναν οδοιπόρο που θα του πει, πως το κουπί είναι φτυάρι. Τότε να μπήξει το κουπί στη γη και να θυσιάσει στον Ποσειδώνα. Προφανώς διασκευή του αρχαίου μύθου είναι η νεοελληνική παράδοση που θέλει να εξηγήσει διατί τον άι-Λια τον βάνουν πάντα στα ψηλώματα." (Γ.Α.Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")


(η εικόνα από το "Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν λεξικόν Ηλίου")


"Αλλά όπως απέδειξε ήδη ο Ν.Γ.Πολίτης (Λαογρ.Σύμμ.Β'147) η λατρεία του αγίου πάνω στις κορυφές των βουνών είναι υπόλειμμα της αρχαίας θρησκείας, καθώς ο άγιος Ηλίας συνταυτίστηκε με τον ήλιο. Ο χριστιανικός δηλαδή άγιος Ηλίας μπορεί λόγω των ιδιοτήτων που του αποδίνονται, να θεωρείται αντικαταστάτης του κεραύνιου και νεφεληγερέτη Δία, αλλά συνδέεται και με τον Ήλιο, με τον οποίο ταυτίζεται κατά το όνομα, αλλά έχει κι άλλες πολλές ομοιότητες. Άλλωστε και στην αρχαιότητα ο Ήλιος ταυτιζόταν με το Δία, που ως θεός των μετεωρολογικών φαινομένων λατρευόταν πάνω στις βουνοκορφές. Επειδή λοιπόν κι ο ήλιος όταν ανατέλλει, φαίνεται να ανεβαίνει λαμπρός απ'τις κορυφές που φωτίζει πρώτες με τις ακτίνες του, αλλά και ο "όμβριος και ερίγδουπος" θεός που σηκώνει την κακοκαιρία στη διάρκεια των καταιγίδων, φαίνεται να έχει την έδρα του πάνω στις βουνοκορφές, αυτές ήταν οι πιο κατάλληλες και για τη λατρεία του αγίου Ηλία, με την οποία η εκχριστιανισμένοι Έλληνες αντικατέστησαν τη λατρεία του θεού Ηλίου." (Γ.Α.Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")

Δευτέρα 13 Ιουλίου 2009

στη Σαμοθράκη...

"Όμως τυφλοσκοπιάν δεν είχεν ο κραταιός γαιοσείστης' (Ποσειδών)

γιατί εκείνος θαυμάζων καθόταν τον πόλεμο και την μάχην

υψού επ'ακροτάτης κορυφής της δασώδους Σάμου

της Θρακικής' γιατί από εκεί εφαίνετο πάσα η Ίδη,

εφαίνετο και του Πριάμου η πόλις και οι νήες των Αχαιών.

Εκεί αυτός έξω από την θάλασσαν ελθών καθέζετο, λυπόταν τους Αχαιούς

από τους Τρώες δαμαζόμενους, και με τον Δία κρατερά θύμωνε."
(Ομήρου Ιλιάς, Ν10-16, απόδοση Κώστα Δούκα)

Πέμπτη 25 Ιουνίου 2009

"Να λείπει το βύσσινο!" (γλυκό και λικέρ)


Γέμισε ο κήπος μου βυσσινιές... Ήταν λίγα μόνο χρόνια πριν, όταν μια γιαγιά γειτόνισσα με ρώτησε "Εσύ που τ'αγαπάς, θέλεις μια βυσσινιά; Φύτρωσε δίπλα στη δικιά μου και δε χωρά!" Καταχάρηκα! "Θέλω! Πώς δε θέλω;!".. Τη στρίμωξα σε μια γωνιά της πολυφυτεμένης γης μου και, καθώς ήταν μικρούλα ακόμη, την πρώτη χρονιά έφτιαξε μοναχά τρία βύσσινα για τα οποία ήμουν πολύ υπερήφανη! Τώρα, πώς τα τρία εκείνα βύσσινα γίνανε τρεις καινούριες βυσσινιές και πώς σιγά-σιγά, ξεφύτρωσαν τριγύρω μικρά δεντράκια, ούτε πρόλαβα να το καταλάβω! Τώρα ρωτώ εγώ όποιον τ'αγαπά, "Θέλεις μια βυσσινιά;"


Το βύσσινο γίνεται το καλύτερο γλυκό, το πιο εύγευστο ηδύποτο και, φυσικά, υπέροχη βυσσινάδα. Το γλυκό, κλασσικά, φτιάχνεται με αναλογία φρούτου προς ζάχαρης 1:1, δηλαδή για ένα φλιτζάνι (ξεκουκουτσιασμένο με προσοχή με τη φουρκέτα) βύσσινο, ένα φλιτζάνι ζάχαρη. Τα βάζουμε στην κατσαρόλα κι όταν πάρουν βράση χαμηλώνουμε τη φωτιά και ξαφρίζουμε με την τρυπητή κουτάλα. Το αφήνουμε μέχρι να "δέσει", αφού στο τέλος προσθέσουμε και λίγο χυμό λεμονάκι για να μη ζαχαρώσει το γλυκό.

Όσο για το λικεράκι είναι, ομολογουμένως, το ωραιότερο του είδους!


Εδώ στα χωριά μας, στο Πήλιο, τρία είναι τα συνηθέστερα χειροποίητα λικέρ που θα σε κεράσουν σε κάποιο σπίτικο: Το "βερίκοκο" (βλέπε: κουκούτσια από βερίκοκο...), το "καρυδάκι" και το "κερασώ" που δεν είναι φτιαγμένο από κεράσια (βλέπε: κεράσια, κερασάδα, γλυκό και λικέρ κεράσι..), αλλά από βύσσινα.

Εξάλλου, βυσσινιά ή βυσσινέα, ονομάζεται η "προύμνη η κέρασος" ή "κέρασος η οξύκαρπος ή οξύχυμος".

Η λέξη "βυσσινιά" είναι μεταγενέστερη και αντλεί την ονομασία της (σύμφωνα με το λεξικό "Τεγόπουλου-Φυτράκη") από το αρχαίο επίθετο "βύσσινος"(εκ βύσσου κατασκευασμένος), όπου "βύσσος" είναι είδος λεπτού και πολύτιμου νήματος εκ ξανθού λιναρίου.

Αναφέρει ο Άνθιμος Γαζής στο "Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης":


Το λεξικό "Σουίδα", από την άλλη, συσχετίζει το "βυσσόν" με το πορφυρό χρώμα:



Το "κερασώ", κατά τη γνώμη μου, παίρνει τα πρωτεία! Εγώ το φτιάχνω ως εξής:

Σ'ένα γυάλινο δοχείο ρίχνουμε 750 γραμμάρια βύσσινο, 500 γραμμαρια κονιάκ, 300 γραμμάρια ζάχαρη, ένα ξυλαράκι κανέλας και μισό κουταλάκι γαρύφαλα. Το δοχείο το τοποθετούμε στον ήλιο για περίπου ένα μήνα, ανακατεύοντας κατά διαστήματα τα υλικά για να διαλυθεί η ζάχαρη. Ύστερα σουρώνουμε το περιεχόμενο και φιλτράρουμε το λικέρ που έχει σχηματιστεί μέσα από βαμβάκι (προφανώς στερεωμένο σε κάποιο χωνί), ώστε να συγκρατηθούν τυχόν υπολείμματα φρούτου. Το ηδύποτό μας είναι πλέον έτοιμο και το διατηρούμε μέσα σε γυάλινα καλοσφράγιστα μπουκαλάκια.


Άντε, και στην υγειά μας!

(Α, κι όπως αναφέρει το "Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ελευθερουδάκη", "Το απόσταγμα των βυσσίνων χρησιμεύει και ως συστατικόν καθαρκτικών αναμείξεων κατάλληλων προς νόσους φλογιστικάς.")

Τρίτη 23 Ιουνίου 2009

του άι-Γιαννιού του Λιοτροπιού, του Λαμπαδάρη, του Κλήδονα

"... Με τον Ιούνιο όμως συμπίπτει η ακμή του καλοκαιριού, οι θερινές ροπές του ηλίου, που θεωρούνται σημαντική και ορισμένες φορές επικίνδυνη καμπή του χρόνου.[...] Όσα αρχαία έθιμα ανάγονται στις θερινές τροπές του ηλίου συνδέθηκαν με το Γενέθλιον του Ιωάννου του Πρόδρομου (24 Ιουνίου).
Η συσχέτιση δεν έγινε χωρίς λόγο. Κατά τον ευαγγελιστή Λουκά (1,26-36) ο Ιωάννης ο Πρόδρομος ήταν έξι μήνες μεγαλύτερος από τον Ιησού. Αφού λοιπόν η γέννηση του Χριστού ορίστηκε από την εκκλησία στις 25 Δεκεμβρίου, δηλαδή κατά τις χειμερινές τροπές του ηλίου, επόμενο ήταν το Γενέθλιον του Ιωάννου του Προδρόμου να συμπέσει με την 24 Ιουνίου, δηλαδή κατά τις θερινές τροπές του ηλίου...[...]" (Γ.Α.Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")


 ηλιοστάσια ( ήλιος + στάση, ίσταμαι=στέκομαι) ή ηλιοτρόπια (ήλιος + τροπή, τρέπομαι) είναι τα σημεία της εκλειπτικής τα έχοντα την μέγιστη απόσταση από τον ισημερινό, δηλαδή όταν ο ήλιος βρίσκεται σε αυτά έχει τη μέγιστη αυτού απόκλιση. Ονομάστηκαν δε έτσι, γιατί ο ήλιος κινούμενος επί της εκλειπτικής απομακρύνεται διαρκώς από τον ισημερινό μέχρις ότου φθάσει στα ηλιοστάσια, οπότε και έχει τη μέγιστη απόκλιση. Εκεί στέκεται και αρχίζει να τρέπεται πάλι προς τον ισημερινό.

"[...] Σε πολλά μέρη η γιορτή λέγεται κοινώς τ'αϊ-Γιαννιού του Λιοτροπιού (Κύθνος) ή Λιτροπίου (Κύμη) ή Λουτρόπου (Σινώπη) ή Αλιτροπιού (Λέσβος) και επικρατεί η πίστη ότι ο ήλιος της μέρας αυτής "τρέμει ή γυρίζει και είναι θαμπερός". Γι'αυτό σηκώνονται πρωί, για να δουν τον ήλιο που γυρίζει σα μύλος ή σαν τροχός (π.χ. στην Κομοτηνή της Θράκης). Στη Σινώπη μάλιστα διανυκτέρευαν κατά ομάδες τρώγοντας, πίνοντας και χορεύοντας όλη τη νύχτα και το πρωί, μόλις χάραζε, έβαζαν τη μαγείρισσα μες στο καζάνι, περνούσαν ξύλα από τα χέρια του καζανιού και τη σηκώναν τέσσερις. Οι άλλοι χορεύαν και με το χορό πηγαίνανε ως τη Φοινικίδα [εξοχή της Σινώπης]. Εκεί περιμένανε να βγει ο ήλιος, να δούνε τον ήλιο πως γυρνά εκείνη τη μέρα και βγαίνει. Πάλι με το χορό γύριζαν πίσω και πήγαιναν στην εκκλησιά.

Στα Νένητα Χίου άμα εξέλθουν της εκκλησίας, συνέρχονται καθ'ομάδας εις τ'αλώνια και, αφού φάγωσι διάφορα οπωρικά, αρχίζουν να συστρέφονται (να κουρδουβαλίζουν) μέχρι της μεσημβρίας.

Στην Οινόη Πόντου, μικροί παίδες περιέρχονται τας οικίας και ρίπτοντες εις αυτά λαλάτσια (λιθαράκια) επάδουσι εν χορώ: "Τρόπου, τρόπου, ήλιε, που γυρίζουν τα λαλάτσια, σα μέτερα και σα σέτερα..."

Το ηλιακό αυτό φαινόμενο ήταν φυσικό να προκαλέσει και δεισιδαιμονικούς φόβους και γενικές απαγορεύσεις. Έτσι τη μέρα αυτή δεν αρχίζουν καμιά δουλειά, επειδή, όπως λέγουν, είναι λιτρόπι. Και:


όποια μέρα πέσει το Λιοτρόπι τ'Αϊ-Γιαννιού τη φυλάνε όλο το χρόνο' δεν κάνουν γάμους, δεν κόβουν ρούχα, δεν φυτεύουν, δεν αρχίζουν σπορά. Είναι κακιά μέρα κι ό,τι αρχινήσεις, δεν πάει εμπρός (Σκύρος).


Χαρακτηριστικό έθιμο της γιορτής είναι, όπως γνωρίζουμε, οι φωτιές τ'Αϊ-Γιαννιού (κοινώς: φανοί, οφανοί, αφανοί, καλαφωνοί, κ.τ.λ.), από τις οποίες ο άγιος λέγεται και Φανιστής (Χίος) ή Λαμπαδάρης (Αθήνα) ή Λαμπροφόρος (Κύπρος). Την παραμονή δηλαδή ανάβουν στους δρόμους ή μπροστά από κάθε σπίτι με καλαμιές ή παλιοκοφίνια μια ή τρεις φωτιές, τις οποίες πηδούν, ενώ ταυτόχρονα λέγουν: Όξω ψύλλοι και κοριοί, μέσα η ρόγα η χρυσή (Λήμνος) ή Να πηδήσω τη φωτιά, μη με πιάσ' η αρρώστια (Πυλία). Στην Κάρπαθο οι γυναίκες καθώς πηδούν τους καλαφωνούς, αναφωνούν: "το (β)άρος μου μετάξυ" ή το "(β)άρος μου νά'ναι μάλαμα για το σπίτι". Αλλά την έννοια του εθίμου αποδίδει η αναφώνηση: "Αφήνω τον κακό χρόνο και πάω στον καλύτερο".


Αν θυμηθούμε την ανάλογη αρχαία φράση "Έφυγον κακόν, εύρον άμεινον", καταλαβαίνουμε την αρχική σημασία του πηδήματος των φωτιών: να καθαρθούν δηλαδή με τη δύναμη της φωτιάς οι άνθρωποι και απαλλαγμένοι από κάθε κακό να μπουν καθαροί και ακμαίοι στη νέα περίοδο του χρόνου (έθιμο καθαρτήριο και διαβατήριο).[...]


Σε πολλά μέρη στη φωτιά ρίχνουν το στεφάνι της Πρωτομαγιάς ή το στεφάνι του Άϊ-Γιάννη της περασμένης χρονιάς, ενώ τη στάχτη τη μεταχειρίζονται για αποτρεπτικούς και μαντευτικούς σκοπούς.[...]" (Γ.Α.Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")




"Δεν ξεχνάει βέβαια κανείς την πυρολατρική καταγωγή της "φωτιάς" ούτε την ηλιολατρική τοποθέτηση του εθίμου γύρω από τις θερινές ηλιακές τροπές. Βασικά όμως πρέπει να σκεφτόμαστε τη συμβολική έννοια του "καθαρμού", που έχει η φωτιά αυτή, όπως όλες οι φωτιές (ακόμη και με τη χριστιανική αντίληψη), και που έφτασε να γεννάει την πίστη ότι, αν αναφτεί σ'ένα ξάγναντο, μπορεί να επιδράσει ευεργετικά σ'όλη την περιοχή που φωτίζει....[...]


Ένα έθιμο που κατάφερε τόσους αιώνες, παρ'όλες τις συχνές "πολεμικές", να επιζήσει, δεν είναι δικαίωμα της δικής μας γενιάς να το σβήσει. Έχουμε χρέος όχι μόνο να το ανεχόμαστε αλλά και να το βοηθούμε στις εκδηλώσεις του. Στην εποχή μας μάλιστα, με το μηχανικό ρυθμό και τις πολύπλυρες υπερφροντίδες, είναι παρήγορη η παρουσία ενός χαρούμενου και διαχρονικού εθίμου, που ενώνει αιώνες και γενιές.


Οι φωτιές που θ'αναφτούν αύριο το βράδυ στις πολιτείες και στα χωριά μας θα είναι ένας συγκινητικός δεσμός του σήμερα με το χθες. Τα μάτια των παιδιών, που θα λάμπουν χαρούμενα μπροστά στις φλόγες, τα μάτια των μεγάλων που θα τα παρακολουθούν στα πηδήματά τους, θα είναι μια ωραία παραδοσιακή προσοχή σε μια σχεδόν πανανθρώπινη γιορτή. Δεν είναι μικρή δουλειά να σκέφτεσαι, ότι ανάβοντας μια μικρή φωτιά έξω από το σπίτι σου, συνδέεσε με τους αιώνες που πέρασαν, έστω και με τους κοντινούς σου προγόνους, καθώς και με πολλούς άλλους λαούς, που την ίδια ώρα ανάβουν τη φωτιά της ημερομηνίας αυτής και χαίρονται παρόμοια το θέαμα και το συμβολισμό της..." (Δημ. Λουκάτου, "Τα καλοκαιρινά")



"[...] Σε μια τόσο σημαντική καμπή του χρόνου φυσικό είναι να θέλει κανείς να ρίξει ένα βλέμμα στο μέλλον. Είναι λοιπόν πάρα πολλές οι μαντείες της παραμονής και της 24 Ιουνίου. Ο λαός μάλιστα πιστεύει, ότι ο αϊ-Γιάννης φέρνει τύχες' για αυτό "έπρεπε από την παραμονή να ξεσκονίσουν, να σφουγγαρίσουν, να περιμένουν τις τύχεις" (Σινώπη). Γι' αυτό ο άϊ-Γιάννης λέγεται και Ριζικάρης. Και επειδή ο συνηθέστερος τρόπος, με τον οποίο ο Άγιος φανερώνει το ριζικό, δηλαδή την τύχη του κάθε ανθρώπου, είναι ο κλήδονας, ονομάζεται και άι-Γιάννης ο Κλήδονας (Νάξος) ή Ριζικάρης. [...] (Γ.Α.Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")

Αναφέρει το σπουδάιο "Μέγα λεξικόν όλης της ελληνικής γλώσσης", του Δημητράκου:

κληδών: "Το δε κληδών ουκ έχει το ιώτα, επειδή ουκ έστιν από του κληϊζω, αλλ' από του κλω, του σημαίνοντος το καλώ, γέγονε κλήσω και κληδών", φήμη, φωνή περιέχουσα πρόρρησιν, μήνυμα, υπόδειξιν περί μέλλοντος, γεν. φωνή, ρήσις μαντική, παρ' Ομήρω εν τη σημασία ευτυχίας μήνυμα εκ λόγου συναγόμενον: Οδ.Σ 117 "Χαίρεν δε κλεηδόνι δίος Οδυσσεύς"..[...], Παυσ.9,11,17, "μαντικήν δε καθέστηκεν αυτόθι από κληδόνων", 2) είδησις, αγγελία, φήμη περί τινός, διάδοσις [...], 3)φήμη ένδοξος, κλέος, ξάκουσμα..[...] κ.λ.π.

Ο Κώστας Λιάπης, καταγράφει τα έθιμα του Κλήδονα στο Πήλιο, στο βιβλίο του "Ώρες του Πηλίου":

Στα "Αμοργιανά" (τεύχος 12), καταγράφονται στίχοι από το τραγούδι του κλήδονα, που τραγουδούσαν τα κορίτσια μεταξύ τους κατά τη διαδικασία:



Ενώ, ο Δημήτρης Λουκάτος, στα "Καλοκαιρινά" του, αναφέρεται στις "Νυφούλες" του Κλήδονα:



Αμέτρητα τα έθιμα για τη μέρες τούτες, τις μέρες του θερινού ηλιοστασίου, τις μέρες του άι-Γιάννη του Λαμπαδάρη, του Λιοτρόπου, του Κλήδονα.. αμέτρητες οι παραλλαγές, αλλά και οι καταγραφές τους.. όλες όμως με κοινή ρίζα στα βάθη των αιώνων..

Αναφέρει ακόμη ο λαογράφος Γεώργιος Μέγας τα κυριότερα είδη αυτής της μαντικής που λάμβανε χώρα αυτή τη μέρα: Την ονειρομαντεία με την αρμυροκουλούρα που παρασκευαζόταν με το αμίλητο νερό κι αλεύρι παρμένο από τρεις Μαρίες, την τεφρομαντεία με στάχτη από τρεις φωτιές, την κατοπτρομαντεία, τη μολυβδομαντεία, την αυγομαντεία, την υδατομαντεία, κ.λ.π.

Παραθέτει, επιπλέον, άλλες συνήθειες των ημερών αυτών, όπως τη συλλογή λουλουδιών, των λεγομένων "αγιάννηδων" και το κρέμασμα μπουκέτου ή στεφάνου στα σπίτια, τους αγυρμούς παιδιών που κρατούν λουλούδια ("καλογιάννηδες") κι ένα δοχείο νερό και χορεύοντας και τραγουδώντας, ρίχνουν νερό στα καλύβια, την έναρξη των μπάνιων στη θάλασσα, τη συγκομιδή ρίγανης (Άι-Γιάννης Ριγανάς) κι άλλα πολλά κι ενδιαφέροντα, αλλά, δυστυχώς, ξεχασμένα..

Παρασκευή 5 Ιουνίου 2009

σαν νά'χε σκαλώσει στο λαιμό του κανένα στυφό μέσπιλο..

Μέσπιλον ή Μούσμουλο...


Όταν ήμουν παιδί κι ερχόμουν στο Πήλιο μοναχά για διακοπές, στο απέναντι -τότε εγκαταλελειμένο- κτήμα δέσποζε μια θεόρατη - τουλάχιστον για τα μάτια μου- μουσμουλιά! Η εικόνα της μού'χει μείνει.. Ογκώδης, αγέρωχη με φύλλωμα πυκνό, και τα μουσμουλάκια να τη χρωματίζουν με τις πορτοκαλιές τους ανταύγειες κάπου εκεί ψηλά.. δύσκολα να τα φτάσεις...
Εγώ μεγάλωσα, η μουσμουλιά γέρασε και αρρώστησε..
Υπάρχουν, όμως, κι άλλες μουσμουλιές στο χωριό, και τούτες τις μέρες μας προσφέρουν απλόχερα τον ιδιαίτερο καρπό τους, που, ίσως να μην είναι και τόσο δημοφιλής κι ίσως να παραείναι κι ευαίσθητος ώστε να καταστεί αρκετά εμπορεύσιμος, είναι όμως αγνός, φρέσκος και ζουμερός, έτοιμος να μας δροσίζει και να μας γλυκάνει τις τελευταίες μέρες της άνοιξης και τις πρώτες του καλοκαιριού..
Πλούσιος σε βιταμίνες (Α, C) και σε ασβέστιο, φώσφορο και κάλιο, πλούσιος σε ίνες, καταπολεμά τις εντερικές διαταραχές, αλλά και τις διαταραχές του νευρικού συστήματος.


Μούσμουλον, από το μεσαιωνικό μούσπουλον και τούτο από το μέσπουλον που ανάγεται στο αρχαιοελληνικό μέσπιλον...
Αναφέρει το "Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης, Liddell-Scott":
μεσπίλη: "μεσπιλιά", "μουσμουλιά", Θεοφρ.π. Φυτ.Ιστ. 3.15,6
και
μέσπιλον: το, το δέντρον και ο καρπός της μεσπίλης, Αρχίλ.169, Άμφις εν Αδήλ.6, Διοσκ.1.169.

Τούτο το "μέσπιλον" αναφέρει και ο Γεώργιος Βιζυηνός στο διήγημά του, "Το μόνον της ζωής του ταξίδιον"... κι όσο και να μην έχει σχέση με το φρούτο το συγκεκριμένο απόσπασμα, παρά μονάχα αναφέρεται σε μια πρόταση μεταφορικά ("..του φαινόταν, πως έχει σκαλώσει στο λαιμό του κανένα στυφό μέσπιλο.."), αφορμή παίρνω για να το αναρτήσω εδώ.. Η πένα του Βιζυηνού πάντα μοναδική κι ιδιαίτερη, το διήγημα αυτό ένα από τα ωραιότερα της λογοτεχνίας μας.. ενώ το απόσπασμα τούτο ταξιδεύει την ψυχή σ'άλλες εποχές... δύσκολες, αλλά πιο αγνές.. ποτισμένες μ'αρώματα παραμυθιών κι ελπίδας.. τότε που ακόμη τα παιδιά τα φρούτα τα τρώγανε μόλις χρυσίζανε στις φυλλωσιές, παίζοντας και σκαρφαλώνοντας στα δέντρα...




Τρίτη 2 Ιουνίου 2009

Φιλύρα... νύμφη και φλαμουριά


Τρεις μέρες με φώναζε ο γείτονάς μου να πάω να μαζέψω τίλιο από τη φλαμουριά του.. "Άντε, θα πας; Θα πάει χαμένο τόσο φλαμούρι!.." Εγώ πνιγόμουν στις διάφορες εργασίες, είχα κι ένα τράβηγμα στον αυχένα που με είχε τσακίσει κι άντε να σκαρφαλώνω σε δέντρα έτσι.. κατάφερε να με αγχώσει ο άτιμος! "Ουφ.. ουφ.. αύριο το πρωί! Δε θα την προλάβω λες ανθισμένη;" και την πρόλαβα! Έτσι, προχθές πήγα και μαζεψα το τίλιο της χρονιάς! Το άπλωσα σ'ένα μεγάλο δίσκο νά ξεραθεί για να το φυλάξω αργότερα στα γυάλινα βαζάκια μου... Κι όσο σκεφτόμουν το φλαμούρι τόσες μέρες, άρχισα να αναρωτιέμαι για την ετυμολογία του, για τις ιδιότητές του -πέραν από τις κάτι λίγες που γνώριζα- και για ό,τι σχετικό.. Και μόλις βρήκα λίγο χρόνο, άρχισα να το ψάχνω.. Κι όταν αρχίζω να ψάχνω εγώ.. συνήθως καταλήγω με ένα δωμάτιο γεμάτο ανοιγμένα δεκάδες λεξικά, εγκυκλοπαίδειες και βιβλία.. Κι από αλλού ξεκινώ, αλλού καταλήγω... νέες απορίες μου γεννιούνται.. Για τους ελαχίστους που ίσως και να ενδιαφέρονται σχετικά, παραθέτω κάποια από τα σχετικά στοιχεία που μελέτησα:


Καταρχάς τίλιο και φλαμουριά -για όσους δεν το γνωρίζουν- είναι το ένα και το αυτό. Λέγεται ακόμη και φιλουργιά, σφεντάμι, φιλύρα, φιλούρα και λίπα.
Η ονομασία τίλιο, προέρχεται από την αντίστοιχη ιταλική tiglio, που πάρθηκε από το λατινικό tilia, η προέλευση του οποίου είναι η αρχαιοελληνική πτελέα (φτελιά). (Μείζον ελληνικό λεξικό, "Τεγόπουλου-Φυτράκη").
Το ίδιο λεξικό, ετυμολογεί το φλαμούρι από το μεσαιωνικό φλαμούριον, υποκοριστικό του φλάμουρον και ορίζει ως φλαμούρι, το δέντρο φιλύρα και το ξύλο του/ το αφέψημα από το τίλιο/ τα φύλλα του δέντρου αυτού.
Και πάμε στη φιλύρα:
Αναφέρει το "Μέγα λεξικόν όλης της ελληνικής γλώσσης" του Δ. Δημητράκου:



και, στη συνέχεια, το "Ετυμολογικόν μέγα" (Etymologicon magnum lexicon"):

Αναφέρει κι ο Άνθιμος Γαζής στο "Λεξικόν της ελληνικής γλώσσης":

Φιλύρα, λοιπόν, ή φιλύρη, φιλουριά ή φελιουριά ("εν Θράκη νυν", όπως αναφέρει το "Μέγαν λεξικόν της ελληνικής γλώσσης Liddell- Scott") και, τέλος, φλαμουριά...
Φιλύρα, όμως, ονομαζόταν κι η μανούλα του Κενταύρου Χείρωνα!! (βλ.Κένταυρος Χείρωνας) .. Ο Χείρων, ο διάσημος Κένταυρος, θεραπευτής και παιδαγωγός των ηρώων της μυθολογίας μας, που ο καλπασμός του ακόμα διακρίνεται στο βουνό μας, στο Πήλιον όρος, από όσους δεν έχουν ξεχάσει ν'αφουγκράζονται τους μύθους και τη μουσική τους... ήταν γιος του Κρόνου και της Ωκεανίδας Φιλύρας. Ο Κρόνος, μεταμορφωμένος σε άλογο, για να μην τον πάρει χαμπάρι η νόμιμη σύζυγός του Ρέα, έσμιξε με την όμορφη νύμφη Φιλύρα και γέννησε το Χείρωνα, ένα πλάσμα παράξενο, διαφορετικό.. από τη μέση και πάνω με μορφή ανθρώπινη.. από τη μέση και κάτω με μορφή ίππου...
Μια εκδοχή του μύθου, λοιπόν, μάλλον μεταγενέστερη, που την αναφέρει ο Αθανάσιος Σταγειρίτης στο έργο του "Ωγυγία ή Αρχαιολογία" (1815), συνδέει το μύθο της Φιλύρας με το δέντρο φλαμουριά, καθώς εμφανίζει τη Νύμφη απελπισμένη που έφερε στον κόσμο ένα "τέρας" να ζητάει από τους θεούς, να τη μεταμορφώσουν σε δέντρο κι εκείνοι να την εισακούνε και να τη μεταμορφώνουν σε φλαμουριά...:

Τώρα, βέβαια, κάποια λεξικά, ταυτίζουν και τη μελία με το δέντρο φιλύρα, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία....
Όσον αφορά, όμως, τις ιδιότητες τούτου του δέντρου, ο Κώστας Μπαζαίος ("100 βότανα, 2000 θεραπείες"), είναι άκρως κατατοπιστικός. Μεταξύ άλλων αναφέρει:
"[...] Οι αρχαίοι γιατροί χρησιμοποιούσαν τους καρπούς ως φάρμακο κατά των αερίων της κοιλιάς. Ο Διοσκουρίδης έλεγε ότι ο χυμός των φύλλων και τα φύλλα σε επιθέματα θεραπεύουν δαγκώματα φιδιών, ενώ ο Πλίνιος συμπλήρωσε ότι τα φίδια δεν τολμούν να πλησιάσουν ούτε στη σκιά του δέντρου. Κι ακόμη, πολλοί χωρικοί διατηρούν τους καρπούς της φλαμουριάς σε ξύδι και αλάτι και τους τρώνε όπως την κάπαρη. [...]
Το αφέψημά της χρησιμοποιείται σε ρευματισμούς και αρθριτικά (διαλύει το ουρικό οξύ), αλλά και σε υδρωπικία, κυστίτιδα, δυσκοιλιότητα, δυσπεψία, στην απόφραξη της σπλήνας και του ήπατος. Τα φύλλα της είναι ελαφρά διουρητικά και αντιπυρετικά.
[...] Το έκχυμα και το αφέψημα των φύλλων είναι καταπραϋντικά και ελαφρά υπνωτικά για νευρασθενικούς, υστερικούς, υποχονδριακούς. Είναι και σπασμολυτικά, σε ημικρανίες, νευρικούς εμετούς. Εκτός από χολαγωγό, ένα ποτήρι αφέψημα φλούδας κάθε πρωί είναι καλό αποτέλεσμα κατά της ουρίας των διαβητικών, της αρτηριοσκλήρωσης, της ισχυαλγίας και του λουμπάγκο.
Με αφέψημα φύλλων και λουλουδιών πλένουμε τις φακίδες και τις ρυτίδες του προσώπου, για να εξαλειφθούν και τα μαλλιά (τα τονώνει και βοηθάει την ανάπτυξή τους).. [...]"

Παρασκευή 29 Μαΐου 2009

Μαρμαρωμένος Βασιλιάς

29 Μαϊου 1453, Η άλωσις της Κωνσταντινούπολης...

Κωνσταντίνος Παλαιολόγος- πίνακας Θεοφίλου Χατζημιχαήλ

"...[...].. Στις 25 Μαϊου ο Μωάμεθ έστειλε πρεσβεία στον Κωνσταντίνο με την ακόλουθη πρόταση: να του παραδώσει την Πόλη και σε αντάλλαγμα να μεταβεί στην Πελοπόννησο, όπου θα έχει περισσότερα εδάφη, για να ζήσει σαν ανεξάρτητος ηγεμόνας. Η απάντηση του Κωνσταντίνου, όπως την παραθέτει ο Δούκας, είναι όντως Λεωνίδειος: "Την δε πόλιν σοι δούναι ουκ εμόν εστιν ούτε άλλου των κατοικούντων. Κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως (με τη θέλησή μας) αποθανούμεν εν ταύτη και ου φεισόμεθα της ζωής ημών."

Βέβαια, σε σύσκεψη του Κωνσταντίνου με τους επιτελείς του είχε συζητηθεί το σχέδιο φυγής του αυτοκράτορα στη Δύση για να οργανώσει εκεί σταυροφορία για την σωτηρία της Ανατολής. Ο Κωνσταντίνος όμως δεν εννοεί να εξευτελιστεί, όπως ο πατέρας του και ο αδελφός του. Έχει κατανοήσει αυτό που θα γράψει ο Σολωμός:

"Δεν είν' εύκολες οι θύρες
όταν η χρεία (ανάγκη) τες κουρταλεί (χτυπά)"

Ο Μωάμεθ, μη βλέποντας άλλη λύση, αρχίζει την ετοιμασία για την τελική έφοδο. Το στρατόπεδό του είναι σε συνεχή πυρετό. Στις 28 Μαϊου τα πάντα είναι έτοιμα. Ο σουλτάνος υπόσχεται στους στρατιώτες τριήμερη λεηλασία, αν καταλάβουν την Πόλη. Αυτοί πέφτουν για ύπνο νωρίς, για να είναι έτοιμοι για την επίθεση που θ'αρχίσει πριν την αυγή. Την ίδια ημέρα ο Κωνσταντίνος λειτουργήθηκε στην Αγία Σοφία, κοινώνησε των αχράντων μυστηρίων κι εξεφώνησε μνημειώδη λόγο προς τους πιστούς συμμαχητές του:


Στις 3 μετά τα μεσάνυχτα της Τρίτης, 29 Μαϊου 1453, εκδηλώθηκε η επίθεση των Τούρκων και από τη θάλασσα (τα θαλάσσια τείχη ήσαν πιο ευπρόσβλητα) και από την ξηρά. Αλλά τα αποτελέσματα στην αρχή ήσαν αρνητικά. Το ξημέρωμα βρήκε τους υπερασπιστές να είναι νικητές. Είχαν αναχαιτήσει τρεις επιθέσεις. Κάποια στιγμή ο Κωνσταντίνος περιχαρής κραύγασε: " Η νίκη ελπίζω εις τον Θεόν του είναι ημετέρα". Αλλά δυο ατυχή περιστατικά ανέτρεψαν την κατάσταση. Ανάμεσα στις 8 και 9 το πρωί, όταν η μάχη άκριτη έβραζε, ο Ιουστινιάνης, που ήταν ο στύλος της άμυνας, τραυματίστηκε από βέλος σοβαρά και αποχώρησε. Οι σύντροφοί του τον μετέφεραν κρυφά σ'ένα πλοίο, αλλά καθ'οδόν προς τη Χίο εξέπνευσε. Η αποχώρησή του προκάλεσε μούδιασμα στους υπερασπιστές που μάχονταν στην Πύλη του Ρωμανού. Ο σουλτάνος που παρακολουθούσε από κοντά την εξέλιξη της μάχης, κατάλαβε την κάμψη και άρχισε κι αυτός, κατά τη μαρτυρία του Κριτόβουλου, να κραυγάζει: "Έχομεν, ο φίλοι, την Πόλην, έχομεν...(...).. ολίγον πόνον έτι και η πόλις εάλω". Το δεύτερο ατυχές συμβάν ήταν η παραβίαση της Κερκόπορτας, μιας βοηθητικής θυρίδας, από τις λεγόμενες κρυφές, που είτε από άγνοια, είτε από αμέλεια, είτε από προδοσία (ο λαός αυτό πίστευε και πιστεύει) βρέθηκε ανοιχτή και από αυτήν εισέδυσαν αρχικά 50 γενίτσαροι που άνοιξαν μια μεγαλύτερη πύλη από την οποία χύμηξε ορμητικά ο τουρκικός στρατός. Γίνεται μάχη φοβερή σώμα με σώμα. Όλοι οι μαχόμενοι γύρω απ'τον Κωνσταντίνο πέφτουν νεκροί κι ο αυτοκράτορας μένει μόνος του. Ορμά κι αυτός κραυγάζοντας: "Η πόλις αλίσκεται και εγώ ζω έτι; Ουκ έστι τις των Χριστιανών λαβείν την κεφαλήν εμού;" Ο Πασπάτης γράφει για το ηρωικό τέλος του: "Τότε Τούρκος έπληξε τον βασιλέα κατά πρόσωπον, κι άλλος όπισθεν έδωσεν ετέραν πληγήν. Κατέπεσεν ο βασιλεύς εκ του ίππου και εξέπνευσεν επί των αυτόθι πτωμάτων φίλων και εχθρών...[...]"

(* Συγκινητική ήταν η σκηνή, όταν ο Κωνσταντίνος μετά την Αγία Σοφία πήγε στο παλάτι και κάλεσε όλο το προσωπικό και του ζήτησε συγχώρεση για ότι κακό είχε κάνει. "Ει και από ξύλου άνθρωπος ή εκ πέτρας ην ουκ ηδύνατο μη θρηνήσαι", γράφει ο Σφραντζής.)"

(απόσπασμα του Σαράντου Ι. Καργάκου, "Μαθήματα Νεώτερης Ιστορίας")



Τη λαϊκή παράδοση για το Μαρμαρωμένο Βασιλιά, καταγράφει ο λαογράφος μας Νικόλαος Γ.Πολίτης στο δίτομο έργο του "Παραδόσεις":