Κυριακή 7 Ιουνίου 2020

Κυριακή της Γονυκλισιάς και Ψυχοσάββατο (έθιμα της Πεντηκοστής)

"Το αρχαίο σκηνικό που θέλει τους κόσμους να επικοινωνούν επανέρχεται με τρόπο καταλυτικό κατά την Κυριακή της Γονοκλισάς. Οι ψυχές που βρίσκονται για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα στον Απάνω Κόσμο, ξεκινούν για τη μεγάλη κατάβαση, την επιστροφή. Την νύχτα του Σαββάτου όλα τα καντήλια ανάβουν στους τάφους. Κι επειδή το φως του καντηλιού μπορεί να μη φτάνει, φροντίζουν να καρφώνουν στην ταφόπλακα ένα μεγάλο κερί που το ανάβουν για να φωτίζει τον τάφο όλη την νύχτα. Το έθιμο μας είναι γνωστό από μερικά κισαμίτικα χωριά όπου επιβίωσε μέχρι και τις προηγούμενες δεκαετίες. Στα ίδια χωριά το θέαμα των ναών το πρωί της Κυριακής ήταν εντυπωσιακό. Στο πάτωμα, ανάμεσα στις πλάκες, κάρφωναν πολλά κεράκια, όσα και οι νεκροί της οικογένειας. Τα άναβαν και τα άφηναν εκεί μέχρι να καούν εντελώς και να σβήσουν. Έτσι "για νά'χει φως η ψυχή και να γυρίσει στον τόπο τζης". Η δοξασία που θέλει τις ψυχές να περνούν από στενά περάσματα κι από επικίνδυνες γέφυρες, όπως είναι "τση τρίχας το γιοφύρι", ωθεί τους ζωντανούς σε προσπάθειες υποβοήθησης των τεθνεώτων. Αν σκοντάψουν οι ψυχές, αν πέσουν από το γεφύρι, θα παραπονεθούν, όπως πιστεύεται στην Κρήτη. Χαρακτήρα μνημοσύνου έχουν τα κεράσματα που γίνονται στους ναούς εκείνη τη μέρα. Στις Καμάρες οι γυναίκες ζυμώνουν σταφιδόπιτες και τις προσφέρουν και στα Ανώγεια παλιότερα ζύμωναν τρία κουλούρια και τα πήγαιναν στην εκκλησιά μαζί μ'έναν ανθότυρο." (Νίκος Ψιλάκης, "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη", εκδόσεις Καρμάνωρ)

Πεντηκοστή- Ανώγεια Κρήτης
"Κυριακή της Πεντηκοστής - Ένα μοναδικό έθιμο των Ανωγείων: Οι γυναίκες τιμούν τους νεκρούς στολίζοντας ένα πανέρι με τρία γλυκά κουλούρια κι ένα ανθότυρο η τυρί στη μέση, με καρυδόφυλλα… και τριαντάφυλλα και τα πηγαίνουν στην εκκλησία προσφορά για αυτούς που έχουν φύγει. Το τυρί βρίσκεται εκεί καθώς τα Ανώγεια είναι Κτηνοτροφικό χωριό ενώ τα φύλλα της καρυδιάς συμβολίζουν την πικρή και στυφή γεύση που έχουν την ημέρα αυτή οι Ψυχές, τη μέρα που οι νεκροί επιστρέφουν στον Άδη. Τα τρία κουλούρια συμβολίζουν την Αγία Τριάδα. Μάλιστα στη συνέχεια επισκέπτονται οι γυναίκες το νεκροταφείο στολίζουν με φύλλα καρυδιάς τους τάφους και τους πλύνουν με αυτά. Μετά την λειτουργία οι προσφορές κόβονται και μοιράζονται στους πιστούς στην μνήμη των νεκρών. Σύμφωνα με τη λαϊκή θρησκευτική παράδοση, οι ψυχές των νεκρών ανεβαίνουν στον επάνω κόσμο κάθε ανάσταση για πενήντα μέρες. Πεντηκοστή δηλαδή είναι η τελευταία ημέρα του ταξιδιού των νεκρών, η μέρα που γυρίζουν πίσω. Την ώρα του γονατίσματος στην λειτουργία της εκκλησίας οι ψυχές των νεκρών γυρίζουν στον κάτω κόσμο, οι ζωντανοί κλείνουν τα μάτια τους ώστε να μη δουν τις ψυχές που λυπημένες γυρνούν στον Άδη. Εδώ στ’ Ανώγεια οι γυναίκες γονατίζουν πάνω σε φύλλα καρυδιάς γιατί συμβολίζουν την πικρία που κατέχει τις ψυχές των νεκρών την ημέρα αυτή, μιας και τα φύλλα είναι πικρά. Στην Αρχαία Ελλάδα πίστευαν, ότι η καρυδιά με το βαθύ πράσινο (μαυροπράσινο) χρώμα ήταν το δέντρο του θεού Πλούτωνα, και ότι μόνο αυτό υπήρχε στον Άδη, και πως στη σκιά του ξάπλωναν και αναπαύονταν οι ψυχές τους.Άρα είναι απόλυτα συναφές με τα έθιμα για τις ψυχές των νεκρών." (πατρός Ανδρέα Κεφαλογιάννη, μέσω ιστοσελίδας: creteplus.gr . Από την ίδια πηγή και οι δύο σχετικές φωτογραφίες)

Πεντηκοστή- Ανώγεια Κρήτης
"Προχωρημένα ανοιξιάτικο, το Ψυχοσάββατο αυτό (σημ. της παραμονής της Πεντηκοστής), σχεδόν καλοκαιρινό, και με τη μεταφυσική ψυχολογία των ημερών της Ανάστασης, που μόλις έληξαν με την Ανάληψη [...]. Από την Παρασκευή τ'απόγευμα, με την κοινή έξοδο στους τάφους, η Εκκλησία δέεται παντού για τις ψυχές "των απ' αιώνος κεκοιμημένων πατέρων και αδελφών ημών". [...] Φεύγουν οι ψυχές των νεκρών (σύμφωνα με τις νεοελληνικές- ευθυγραμισμένες με τη φύση, αλλά και με την Αναστάσιμη διδασκαλία- δοξασίες). Είχαν αρχίσει να ξυπνούν και να νοσταλγούν τον απάνω κόσμο, από τις μέρες του Τριωδίου, βγήκαν στην επιφάνεια, μαζί με το Χριστό, τη Λαμπρή, χάρηκαν τις πενήντα μέρες ως σήμερα, αλλά καιρός και η μοίρα τους να ξαναγυρίσουν στον κάτω κόσμο. [...] Αυτό το χρονικό ορόσημο του Ρουσαλιού (Σάββατο της Πεντηκοστής), της Πεντηκοστής, θλίβει τις ψυχές (όπως και τους ανθρώπους των) κατάβαθα:
"Όλα τα Σάββατα νά'ρθουν, να παν και να γυρίσουν, 
του Ρουσαλιού το Σάββατο, ποτές να μη γυρίσει!"
Η εκκλησία εξοικειώθηκε με τις δοξασίες αυτές (ελληνικές συνέχειες του μύθου της Περσεφόνης) και ευλογεί την "αποχώρηση" των νεκρών, παρηγορώντας έτσι τους ζωντανούς. [...]" (Δημήτριος Λουκάτος, "Συμπληρωματικά του Χειμώνα και της Άνοιξης", εκδόσεις Φιλιππότης)

(Από το βιβλίο του Νίκου Ψιλάκη: "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη")

"Κόλλυβα ή τεμάχια ψωμιού, τυριού και φαγητά στέλνονται στην εκκλησία και στα μνήματα και μοιράζονται στους φτωχούς. Η ιδέα, ότι την επομένη οι ψυχές κλείνονται πάλι στον Άδη, συγκινεί βαθιά τη λαϊκή ψυχή και τη συγκίνησή της εκφράζουν οι φράσεις:
"Όλα τα Σάββατα να'ρθούν, να'ρθούν και να περάσουν
του Μάη το Ψυχοσάββατο μην έρτει, μην περάσει!"
Και τη λαϊκή πίστη για τις τύχες των ψυχών μας δίνουν οι εξής λόγοι χωρικής της Θράκης: "Οι ψυχές αυτό το Ψυχοσάββατο δεν το θέλουν, γιατί την αυριανή τη μέρα θα πάνε πίσω στον τόπο τους και θα κλεισθούν μέσα και θα κλαίνε. Από το Πάσχα ως της Γονατιστής, είναι έξω, κάθουνται επάνω στα δέντρα και στα βλαστάρια του αμπελιού' γι'αυτό δεν κόφτουν ως τότε βλαστάρια, μήπως πέσουν οι ψυχές, που είναι καθισμένες επάνω σ'αυτά και κλάψουν. Δεν ξεραχνίζουν, γιατί κι εκεί κάθονται οι ψυχές, και τα απλωμένα ρούχα της πλύσης, ιδίως τα άσπρα, τα μαζεύνε, πριν βασιλέψει ο ήλιος, μην καθήσνε την νύχτα οι ψυχές. Αν τα ξεχάσουν μετά το ηλιοβασίλεμα, δεν τα μαζεύουνε, παρά την άλλη μέρα το πρωί τα νεροπερνάνε."[...]" (Γεωργίου Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας", εκδόσεις Οδυσσέας)

(Από το βιβλίο του Νίκου Ψιλάκη: "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη")

"Λέγανε παλιότερα και κάλαντα, για τους νεκρούς, την ημέρα αυτή, γυρίζοντας στα σπίτια τα παιδιά (που ήξεραν να κεντούν την ευαισθησία των μεγάλων) κι έψαλλαν ρυθμικά στίχους πένθιμους [...]:
-Είδαμε, δεν είδαμε, Θεός σχωρέσ'τους'
ξέρουμε, δεν ξέρουμε, Θεός σχωρέσ'τους,
τους φετινούς, τους περσινούς, τους αλησμονημένους.
Συνήθιζαν επίσης παλιότερα να μαζεύονται οι νοικοκυρές σ'ένα σπίτι, για την κοινή ετοιμασία των κολλύβων και των πρόσφορων για τους νεκρούς. Το πρωί της Παρασκευής μαζεύονταν οι πιο ηλικιωμένες στο σπίτι μιας νεότερης, όπου έφερναν αλεύρι, σιτάρι, κρασί, αλάτι... κι επίσης λιβάνι και κερί. Μοιράζονταν τις δουλειές: άλλη ζύμωνε, άλλη έβραζε το στάρι, άλλη έψηνε τα πρόσφορα. Τα κόλλυβα τα ετοίμαζαν με τέχνη. Δεν τους έβαζαν ζάχαρη, αλλά μαύρες σταφίδες. Η πιο γραμματισμένη θα γράψει σε χαρτιά, τα ονόματα που θέλουν όλες να δώσουν στον παπά, τα "ψυχοχάρτια", να τα διαβάσει. (Παλιά Θρακή, Σταμούλη). Από το μεσημέρι κι έπειτα δεν δουλεύουν την Παρασκευή αυτή, ούτε αύριο των Ψυχών. "Ο αέρας είναι πια γεμάτος ψυχές, που θα φύγουν, κι όποια εργασία κι αν κάμεις, μπορεί να τις χτυπήσεις, ή να τις ταράξεις. Δεν ξέρεις που κάθονται. Είναι τόσο ανάλαφρες, που μπορεί να βρίσκονται πάνω σε βλαστούς, πάνω σε απλωμένα ρούχα, ακόμα και πάνω σε αράχνες." [...]
Η λειτουργία της Πεντηκοστής είναι από τις πνευματικότερες της Εκκλησίας μας κι από τις πιο κατανυκτικές για τον ελληνικό λαό, που, όταν γονατίζει ομαδικά, σκέφτεται τους νεκρούς του. 
"Της Γονατιστής, γονάτιζαν πάνω σε καρυδόφυλλα (τρυφερά κλαδιά της εποχής)... Όποιος μποδίζονταν να πάει στην εκκλησιά, την ώρα που χτυπούσε η καμπάνα για το γονάτισμα, γονάτιζε στο κατώφλι της ξώπορτας του σπιτιού του ανάβοντας τρία κεράκια, για τις ψυχές (που θα περνούσαν)..." (Δημήτριος Λουκάτος, "Συμπληρωματικά του Χειμώνα και της Άνοιξης", εκδόσεις Φιλιππότης) 

"Έκφρασις", Φωτίου Κόντογλου, τ.Β', εκδόσεις Αστήρ
"Η Κυριακή της Πεντηκοστής λέγεται κοινώς Γονατιστή ή Γονοκλισιά, επειδή το ιδιαίτερο έθιμο της ημέρας, είναι η γονυκλισιά στην εκκλησία. Λέγεται και "τ'Αρσαλιού" ή "τ'Αϊκρουσαλιού" και ορισμένες από τις συνήθειες των πιστών κατά τα "γονατίσματα" αποτελούν πατροπαράδοτα έθιμα της αρχαίας λατρείας των νεκρών. [...] Στην Καστοριά "της Πεντηκοστής φέρνουν λουλούδια απ'το σπίτι τους και κρατούν κερί. Πέφτουν στα γόνατα, αφήνοντας τα λουλούδια μπροστά τους. Ανάβουν το κερί, για να φωτίζουν τους νεκρούς που περνάνε". Στο Ορεστικό Άργος "την ώρα που σκύβουν βάζουν στο στόμα πικρό λουλούδι, πέλινο (αρμπαρόριζα). Έτσι βρέθηκε. Αραδιάζουν τέτοιο και στο κόλλυβο." Στο Κωσταράζι "πρέπει να σκύψουν με κλεισμένα μάτια, στα οποία βάζουν φύλλα ή τριαντάφυλλα, για να μη βλέπουν καθόλου, επειδή αν την ώρα που περνούν οι πεθαμένοι έχουν ανοιχτά τα μάτια τους, γνωρίζουν, κλαίνε και λυπούνται και δε θέλουν να πάνε με τους άλλους στη σειρά." Στην Κορυτσά κλείνουν τα μάτια τους με φύλλα καρυδιάς, στις Μέτρες (Θράκης) "καθανίνας παγαίν' στν εκκλησιά μ'΄νεα κλωνί καρυδιά στο χέρ', για να το βάν' να γονατίσ' απάν. Είναι η μέρα που περνάνε οι ψυχές τση Τρίχας το Γιοφύρ' κι όσες είναι καθαρές μπαίν'νε στο μπαράδεισο, ειδεμή, πέφτνε μέσ' στ γκόλασ'."  Δεν λείπουν και οι προσφορές κολλύβων και άλλων τροφών, που μοιράζονται στους εκκλησιαζόμενους υπέρ των νεκρών. Π.χ. στην Αίνο "φέρουν εντός πινακίων διαφόρους πίτας και γαλατόπιτας, μετά δε την απόλυσιν της λειτουργίας παρακάθονται όλοι εις τον νάρθηκα, διανεμόμενοι τας πίτας προς συγχώρησιν των κεκοιμημένων". Στη Μάνη "την παραμονή του Ψυχοσαββάτου χύνουν έξω από το σπίτι κρασί και νερό ή θέτουν ψωμί, κερί, σπερνά και συγχρόνως χύνουν κρασί και νερό." 
Η ιερότητα της τελετής υποβάλλει και ενέργειες που δεν έχουν σχέση με τους νεκρούς, αλλά αποβλέπουν στην επίτευξη υγείας, καρποφορίας, κλπ. Νά μερικές από αυτές τις συνήθειες. Στην Κάρπαθο "παίρνουν το κλειδί του σπιτιού στην εκκλησία και την ώρα που διαβάζει ο παπάς τις ευ΄χες, το βάζουν στο κεφάλι των, για να μην πονεί, ή δαγκάνουν το κλειδί με τα δόντια των, να μην πονούν και να σιδερώσουν. Επίσης, πηγαίνοντας στην εκκλησία παίρνουν μια χούφτα χώμα, το δένουν στο μαντηλάκι τους και το βάζουν μπροστά στις εικόνες να 'φχολογηθεί. Κατόπιν το ρίχνουν στη ρίζα των δένδρων που δεν καρποφορούν, και διορθώνονται."" (Γεωργίου Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας", εκδόσεις Οδυσσέας)

"Έκφρασις", Φωτίου Κόντογλου, τ.Β', εκδόσεις Αστήρ

"Το γονάτισμα πάνω σε φύλλα καρυδιάς (πβ.: Η καρυδιά!δεν είναι άγνωστο στην Κρήτη. Υποθέτω ότι επιλέγονται φύλλα καρυδιάς λόγω του χρωματικού συμβολισμού τους. Αν τρίψει κανείς το πράσινο φύλλο ή το φλοιό του φρέσκου καρυδιού, τα χέρια του μαυρίζουν. Ο μαύρος κόσμος του Άδη υπάρχει στο υπόστρωμα των εθίμων αυτών και των χρωματικών συμβολισμών τους, αλλά το πράσινο φύλλο του φυλλοβόλου δέντρου φανερώνει την πίστη στην αναγέννηση και την ανάσταση. Τα τελευταία χρόνια συνηθίζεται να κρατούν λευκά μαντήλια στους ναούς και γονατίζουν πάνω σε αυτά. 
"Στη Σητεία πολλές γυναίκες βάζουν σε ένα μαντηλάκι χώμα και το αφήνουν κοντά στον παπά, εκεί που γονατίζει. Με αυτό το χώμα ραντίζουν το σπίτι για να φύγουν τα κακά. Επίσης, πηγαίνουν και ραντίζουν τα αμπέλια και τα δέντρα για να δώσουν πολλούς καρπούς."" (Νίκος Ψιλάκης, "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη", εκδόσεις Καρμάνωρ)
"Κατά την εορτήν της Πεντηκοστής τύπτουσι τα νώτα αλλήλων δια κλάδων καρύας ίνα εξέλθει εκ τους σώματος ο κακός δαίμων. Κατά την ώραν της γονυκλισίας εν τη εκκλησία θέτουσι λίθον επί της ράχεως, ίνα συμβολικώς δηλώσωσιν ότι θα αντέχωσιν εις τους κόπους του θέρους." (Αθανάσιου Μπούτουρα, "Προλήψεις του ελληνικού λαού", εκδόσεις Ελευθερουδάκης)
"Όπως σε όλες τις ανοιξιάτικες γιορτές, έτσι και στην Πεντηκοστή συνηθίζεται η έξοδος στην εξοχή, τα φαγοπότια, τα χτυπήματα με θαλερά κλαδιά, τα τραγούδια, οι χοροί. Αξιομνημόνευτο είναι ιδιαίτερα το έθιμο των βλαχοφώνων Ελλήνων της Γουδοβάσδας της Πίνδου: "Όλαι αι νεάνιδες, πλείσται γυναίκες και όχι ολίγοι νεανίαι" το απόγευμα της Πεντηκοστής ξεκινούν με τα φαγητά τους για το βουνό "για να μάσουν λάχανα". Το βράδυ το περνούν στην παλιά Γουδοβάσδα, όπου δειπνούν όλοι στο ίδιο σπίτι. Μετά το δείπνο "αλλάζουν τον παππού". Μια ηλικιωμένη γυναίκα μεταμφιέζεται σκεπάζοντας όλο της το σώμα με φύλλα, κλαδιά και λουλούδια' το πρόσωπό της το καλύπτει με λεπτοϋφαντη γάζα. Κρεμά στο λαιμό της μίαν άδεια νεροκολοκύθα, παίρνει στα χέρια της ένα ξύλο και χορεύει διαδοχικά με όλους τους άρρενες, σέρνοντας πάντοτε αυτή τον χορό, ενώ οι άλλες τραγουδούν. Η διασκέδαση συνεχίζεται όλη την νύχτα κάτω από το φως των δαδιών κι ελευθεροστομία δεν έχει όρια." (Γεωργίου Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας", εκδόσεις Οδυσσέας)

"Έκφρασις", Φωτίου Κόντογλου, τ.Α', εκδόσεις Αστήρ
"Υπερώον. Και μέσα εις αυτό οι δώδεκα Απόστολοι κάθονται εις ημικύκλιον κατά την τάξιν αυτών, ήγουν' πρώτοι ο Πέτρος και Παύλος εις το μέσον, κατόπιν ο Ανδρέας κι ο Σίμων, και καθεξής οι νεότεροι. Και άνωθεν αυτών φαίνεται ο ουρανός εις σχήμα τοξοειδές και δώδεκα ακτίνες εκπορευόμεναι προς αυτούς, και επάνω από την κεφαλήν του καθενός εξ αυτών γλώσσαι ωσεί πυρός καθεζόμεναι. Φαίνονται δε οι Απόστολοι ως συζητούντες μεταξύ των. Κάτωθεν του καθίσματος, επάνω εις το οποίον είναι καθισμένοι, εικονίζεται μορφή γέροντος με στέμμα εις στην κεφαλήν του και με οξύ ή στρογγύλον γένιον, κρατών με τας δύο χείρας του σινδόνη, μέσα εις το οποίον φαίνονται δώδεκα ειλητάρια, ήγουν χαρτιά τυλιγμένα. Ο γέρων αυτός παριστά τον Κόσμον, τα δε χαρτιά τους δώδεκα κλήρους οπού εκληρώθη η οικουμένη να κηρυχθεί ο λόγος του Θεού από τους Αποστόλους. [...]" (Φώτη Κόντογλου, "Έκφρασις, τ.Α'"", εκδόσεις Αστήρ)

Τρίτη 26 Μαΐου 2020

Αμαρυλλίς!



"Γω τραγουδώ τον έρωτα για την Αμαρυλλίδα*
[...]
Χαριτωμένη αγάπη μου, γλυκιά μου Αμαρυλλίδα,
γιατί στο φέγγος της σπηλιάς δεν φάνηκες, δεν ήρθες
και μένανε το φίλο σου, αυτόν που σ'αγαπάει, 
δεν με καλείς σαν πρότερα για νά'ρθω στη σπηλιά σου;
Θαρρώ πως με οχτρεύεσαι, τώρα θαρρώ πως κρίνεις
που έχω μύτη κυρτωτή και γένι σαν του τράγου'
αν έτσι με θωρείς εσύ θα κρεμαστώ στον πεύκο.
Έλα, καλή, και σού'φερα τα δέκα πρώτα μήλα,
θα ξαναπάω αύριο για να σου φέρω κι άλλα, 
βγες ρίξε μόνο μια ματιά να δεις πως υποφέρω.
Ω, να γινόμουν μέλισσα, το βουητό της νά'χα
και νά'μπαινα απ'τον κισσό και την πυκνή τη φτέρη
μες στη σπηλιά που κρύφτηκες και δεν σε είδα μέρες.


Τώρα γνώρισα τον Έρωτα, θεός σκληρός που είναι'
εβύζαξε απ'τους μαστούς της λιονταρίνας γάλα
μες στους δρυμούς που η μάνα του τον έθρεψε για χρόνια,
αυτός με καίει, με πονεί, τα κόκκαλα σουβλίζει.
Τον πόθο μέσα μου έσπειρες και δεν λυπάσαι τώρα,
ω μαυροφρύδα κοπελιά, αγκάλιασέ με λίγο,
έλα κοντά σε μένανε, γλυκά να σε φιλήσω. [...]


[...] Πονώ πολύ στην κεφαλή μα σένα δε σε μέλει.
Θα πάψω πια να τραγουδώ και χάμω θα ξαπλώσω, 
κι ας έρθουν λύκοι άγριοι να με κατασπαράξουν.
Ο θάνατός μου να γενεί, μέλι να σε γλυκάνει."
(Θεοκρίτου Ειδύλλια, "Κώμος", απόδοση: Ν. Νικολάου, εκδόσεις: Κάκτου)

[* Υπόθεση: Ένας γιδοβοσκός άφησε το κοπάδι του στην επίβλεψη του Τίτυρου, ενός βοσκόπουλου, και εκείνος παίζει τη φλογέρα του και τραγουδάει τον έρωτά του για τη βοσκοπούλα Αμαρυλλίδα, προσπαθώντας να τη συγκινήσει και να την πείσει να δεχτεί την αγάπη του. Η Αμαρυλλίς όμως δεν ανταποκρίνεται στο κάλεσμά του....]


Αμαρυλλίς, εκ του "αμαρύσσω"= λάμπω, στίλβω, αστράπτω, πβ. Ησιόδου (Θεογονία 287): "πῦρ ἀμαρύσσει ἐξ ὄσσων" ... ("Μέγα Λεξικόν όλης της Ελληνικής Γλώσσης", Δ. Δημητράκου)

Ο Π.Γ. Γεννάδιος σημειώνει στο "Φυτολογικόν Λεξικόν" του:
"Αμαρυλλίς (Amaryllis, τάξις Αμαρυλλιδωδών): περιλαμβάνει φυτά βολβόριζα, κοσμητικά' οι βολβοί των τοξικοί. Με τον οπόν του βολβού της Αμαρυλλίδος, της Διστίχου (A. Disticha) οι ιθαγενείς της Ν. Αφρικής δηλητηριάζουσι τα αγχέμαχα όπλα των. Λίαν κοσμητικόν είδος είναι η Αμαρυλλίς η Ευθάλεια (A. Beladona) ιθαγενές των Αντιλλών απαντών θεραπευόμενον υπό πολλάς διαφοράς, ως και Αμαρυλλίς η Καλλίστη (A. Sprekelia Formosissima), ιθαγενές του Μεξικού. / Αμαρυλλίς είναι το όνομα ποιμενίδος παρά Θεοκρίτω." 
Στην τάξη των Αμαρυλλιδωδών κατατάσσει και το Ιππέαστρον (Ippeastrum, τάξις Αμαρυλλιδωδών): Περιλαμβάνει υπέρ τα 50 είδη' φυτά βολβόριζα, λίαν κοσμητικά. [...] Μεταξύ των οποίων και το Ιππέαστρον το της Βασιλίσσης (Amaryllis Reginae)...

Σύμφωνα, πάλι, με το "Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου" (που περιλαμβάνει αναφορά και στο νεότερο ομώνυμο διήγημα του Δροσίνη) :


Όπως και νά'χει, πρόκειται για ένα πανέμορφο λουλούδι που φιλοξενώ και στη δική μου αυλή, εδώ και μερικά χρόνια, δωρεά ενός γείτονα που αραίωνε τις ασφυκτικά γεμάτες από βολβούς γλάστρες του. Από την πρώτη στιγμή που άνθισε και μου χαμογέλασε το ερωτεύτηκα! Πόσο μάλιστα εκείνον τον περισσευάμενο βολβό, τον στριμωγμένο μέσα σ'ένα μικρό μπογιατισμένο κονσερβοκούτι που δε δίστασε να μου χαρίσει τόσα άνθη στο παραθύρι μου:


Πάντα μ'εντυπωσιάζει με πόση λαχτάρα πολλαπλασιάζονται οι βολβοί τούτων μα κι άλλων πανέμορφων λουλουδιών, κάτω απ'το χώμα... πως γεννοβολούν "στα κρυφά" ολάκερη οικογένεια αγκαλιασμένη σφιχτά μέσα στη γη για να προβάλουν την επόμενη χρονιά ακόμη περισσότερα άνθη κάτω απ' την ανοιξιάτικη ματιά του ηλίου...


Πόση ομορφιά γεννιέται σαν ανταμώσει το βλέμμα του ήλιου με το δάκρυ τ'ουρανού... Πόση ομορφιά γεννάει τούτο το χάδι του Θεού... 

Σάββατο 28 Μαρτίου 2020

Χρώματα φόβου κι αγάπης (2)...

[συνέχεια του: Χρώματα φόβου κι αγάπης... ]

Ὅσοι τὸ χάλκεον χέρι
βαρὺ τοῦ φόβου αἰσθάνονται,
ζυγὸν δουλείας, ἂς ἔχωσι·
θέλει ἀρετὴν καὶ τόλμην
ἡ ἐλευθερία.
(Ανδρέας Κάλβος- Εις Σάμον)



"Αν ξαναζούσα, θά'θελα νά'μουν πουλί..." μού'πε η ξαδέρφη μου σε μια κουβέντα για τα χάλια τούτου του κόσμου. Εγώ, πάλι, δε βρήκα ούτε σ'αυτό παρηγοριά κι είπα πως δε θά'θελα μήτε να ξαναζήσω... Κι όσο το ξανασκέφτομαι, να βρω τί θά'θελα, θά'θελα μοναχά νά'μαι ελεύθερη από όλα τούτα που μας χάρισαν απλόχερα και μεις τα κάναμε κτήμα μας και ζωή μας για να ζούμε με φόβο μήπως τα χάσουμε, θά'θελα νά'μαι ελεύθερη από τούτο το ψέμα που μ'εγκλώβισε σε μια ζωγραφιά με χιλιάδες χρώματα, ελεύθερη να πετώ στο λευκό κι αχρωμάτιστο φως του Θεού.... Ίσως, μάλιστα, κάτι τέτοιο νά'θελε να πει κι εκείνη.

Αὐτὴ (καὶ ὁ μῦθος κρύπτει
νοῦν ἀληθείας) ἐπτέρωσε
τὸν Ἴκαρον· καὶ ἂν ἔπεσεν
ὁ πτερωθεὶς κ᾿ ἐπνίγη
θαλασσωμένος·

 Ἀφ᾿ ὑψηλὰ ὅμως ἔπεσε,
καὶ ἀπέθανεν ἐλεύθερος. -
Ἂν γένῃς σφάγιον ἄτιμον
ἑνὸς τυράννου, νόμιζε
φρικτὸν τὸν τάφον.
(Ανδρέας Κάλβος- [συνέχεια] Εις Σάμον)



Βρέχει ασταμάτητα μέρες τώρα στο βουνό των Κενταύρων. Θαρρείς κι οι λυγμοί μαζευτήκαν όλοι στα σύγνεφα τ'ουρανού. Τα σύννεφα που πάσχιζε να ξεπεράσει ένας Ίκαρος για να φτάσει ψηλά στον Ήλιο- μόνο που τα φτερά του ήταν φτιαγμένα από κερί...

"- Τα μάτια, δεν ξέρεις πως όταν τα στρέφει κανείς σε αντικείμενα που στην επιφάνειά τους δεν απλώνεται πια το φως της ημέρας, αλλά η νυχτερινή αντιφεγγιά, δεν καλοβλέπουν και μοιάζουν επάνω κάτω τυφλά, σαν να μην υπάρχει μέσα τους καθαρή όψη;
 - Μάλιστα, το ξέρω.
 - Όταν όμως θαρρώ, πέφτει επάνω των κατάλαμπρος ο ήλιος, τα βλέπουν ολοκάθαρα, και φαίνονται πως κι αυτά τα μάτια έχουν μέσα τους την όραση.
 - Πραγματικώς.
 - Το ίδιο λοιπόν να φανταστείς πως γίνεται και με την ψυχή' όταν στηρίζει το βλέμμα της επάνω σε κάτι που ολόλαμπρη πέφτει επάνω του η αλήθεια και το ον, τότε ολοκάθαρα το αντιλήφθηκε και το γνώρισε και φαίνεται πως έχει νου' όταν όμως το στρέφει σε πράγματα που είναι ανακατωμένα με το σκοτάδι, που γίνονται και χάνονται, τότε πια δε βλέπει καθαρά, σχηματίζει δοξασίες που αλλάζουν και πάνε άνω κάτω και μοιάζει τότε μ'έναν που δεν έχει νου.
 - Πραγματικώς μοιάζει.
 - Αυτό λοιπόν που χορηγεί στα νοητά αντικείμενα την αλήθεια και στην ψυχή τη δύναμη να τα γνωρίζει, αυτό να λες πως είναι η ιδέα του αγαθού, κι αυτό έχε στον νου σου πως είναι η αιτία της επιστήμης και της αλήθειας, όταν γίνεται αντικείμενο της γνώσης [...]
 [...]
 - Φαντάσου λοιπόν πως το αγαθό και ο ήλιος είνιαι, καθώς λέμε, δυο βασιλιάδες, ο ένας του νοητού κόσμου, κι ο άλλος τους ορατού [...]"

(Πλάτων- "Πολιτεία" 508c κ.ε., απόδοση: Ι.Γρυπάρη)

Πνίγομαι... Θέλω να μεταλάβω αγάπη και φως. Απ'το ίδιο κουτάλι μ'όσους πίστεψαν εκεί ψηλά, εκεί που δεν υπάρχουν πια χρώματα, εκεί που ο νους υπερβαίνει τον νου, εκεί που κατοικούν μοναχά ταπεινοί, μάρτυρες κι ήρωες... Ποιός άραγε κλείδωσε την ψυχή μου σε τούτα τα δεσμά; Πιο χαμηλά κι απ'το χαμηλό χορτάρι; Βλέπω το κλειδί μπροστά μου, κι αυτό το "μπροστά" φαντάζει τόσο μακρινό που δεν τολμούν τα δάχτυλα να το αγγίξουν. Κάτω απ'τους λυγμούς της βροχής τα βλαστάρια της πλάσης ξεπροβάλλουν. Η τροφή της γης μοναχά με τα δάκρυα τ'ουρανού σαν σμίξει τους δίνει ανάστημα. Τα κοιτώ κι αρχίζω ν'ανασαίνω...

"Όμως αφού κι αυτό το γένος το σκέπασε το χώμα,
Ένα άλλο πάλι, τέταρτο, επάνω στην πολύτροφη τη γη
ο Δίας, ο γιος του Κρόνου, έφτιαξε, πιο δίκαιο κι ανώτερο,
το θείο γένος των ηρώων. Λέγονται αυτοί ημίθεοι,
η προηγούμενη από μας γενιά πάνω στη γη τη δίχως όρια.
Και τούτους ο κακός πόλεμος και η φοβερή μάχη
άλλους κάτω απ'τα τείχη της Θήβας της εφτάπυλης, στη γη του Κάδμου,
τους αφάνισε, καθώς για του Οιδίποδα τα ποιμνία
(μήλα) πολεμούσαν,
κι άλλους με πλοία κι επάνω από της θάλασσας το μέγα χάσμα
οδηγώντας τους στην Τροία για χάρη της καλλίκομης Ελένης.
Άλλους εκεί τους σκέπασε το τέλος του θανάτου
κι άλλους ξέχωρα απ'τους ανθρώπους ζωή και τόπο ο Δίας τους έδωσε,
ο γιος του Κρόνου, στα πέρατα της γης τους έβαλε να μένουν.
Και κατοικούν ξέγνοιαστη έχοντας καρδιά
στις νήσους των μακάρων, πλάι στον Ωκεανό με τη βαθιά τη δίνη,
μακάριοι ήρωες που η σιτοδότρα γη τους δίνει
γλυκό σαν μέλι τον καρπό που θάλλει τρεις φορές το χρόνο
[...]
Μακάρι εγώ ανάμεσα στου πέμπτου γένους τους ανθρώπους
να μην ήμουν, μα είτε πιο μπροστά να πέθαινα ή ύστερα να γεννιόμουν.
Αφού τώρα πια το σιδερένιο υπάρχει γένος. Κι ούτε θα πάψουνε ποτέ
τη μέρα να κοπιάζουν και να δυστυχούν, να βασανίζονται την νύχτα
μα μέριμνες σκληρές σ'αυτούς οι θεοί θα δίνουν.
Όμως και σ'αυτούς ανάμικτα θα υπάρξουνε καλά με τα κακά.
Κι ο Δίας θ'αφανίσει και τούτο των θνητών το γένος,
την εποχή που σαν γεννιούνται οι άνθρωποι θα γίνονται ασπρομάλληδες.
Με τα παιδιά του όμοιος δε θα είναι ο πατέρας, μήτε με τον πατέρα τα παιδιά,
κι ούτε ο φιλοξενούμενος αγαπητός σ'αυτόν που τον φιλοξενεί,
στο σύντροφο ο σύντροφος, μήτε θα είναι ο αδερφός αγαπητός σαν πρώτα.
Μόλις γεράσουν οι γονείς τους θα τους ατιμάζουν,
θα τους κατηγορούν μιλώντας τους με λόγια φοβερά,
οι άθλιοι, την τιμωρία των θεών περιφρονώντας. Κι ούτε
στους γέροντες γονείς τους το χρέος που τους ανάθρεψαν θ'ανταποδίδουν.
Στη βία των χεριών το δίκιο τους. Κι ένας την πόλη του άλλου θ'αφανίσει.
Διόλου δε θα τιμάται ο πιστός στον όρκο τους, ο αγαθός,
ο δίκαιος, μα του κακού το δράστη θα τιμήσουν πιο πολύ και τον ακόλαστο.
Στη βία των χεριών το δίκαιο και η ντροπή θα είναι,
ο άντρας ο κακός θα βλάπτει τον καλύτερο,
θα τον κατηγορεί με λόγια διεστραμμένα, δίνοντας κι από πάνω όρκο.
Ο φθόνος χαιρέκακος, κακόγλωσσος, στην όψη μισητός,
θα συνοδεύει όλους τους ταλαίπωρους ανθρώπους.
Και τότε προς τον Όλυμπο απ'τη γη με τους πλατιούς τους δρόμους,
αφού σε άσπρα πέπλα το ωραίο σώμα τους καλύψουν,
θα παν να σμίξουνε με των αθανάτων το γένος, τους ανθρώπους πίσω αφήνοντας,
η Αιδώς και η Νέμεση. Και μόνο οι πόνοι οι θλιβεροί θα απομείνουν
στους θνητούς ανθρώπους. Κι απ'το κακό προφύλαξη δε θα υπάρχει."

(Ησίοδος- "Εργα και Ημέραι" 256κ.ε., απόδοση: Σ.Γκιργκένη)


Το χρώμα του φόβου λένε πως είναι το κίτρινο -κάτι σαν το "χλωρόν δέος" του Ομήρου- κι εκείνο της αγάπης και του έρωτα το πορφυρό - σαν το αίμα, τη ζωή, σαν το φονικό, τη βαθιά πληγή και το θάνατο, σαν τη θυσία. Σαν την Ανάσταση. Το μενεξεδί βαφτίστηκε πένθιμο, ανταύγεια χρωματιστή του άχρωμου μαύρου. 
Το πράσινο τό'κλεψε η φρεσκάδα των βλαστών, ενώ το καφεδί έντυσε των δέντρων τους αιωνόβιους κορμούς και τη γη των σπόρων κι όπου αλλού απλώνονται οι ρίζες μας να τις προφυλάξει. Λένε πως το ένα γαληνεύει και ζωογονεί, ενώ τ'άλλο δίδει σιγουριά και σταθερότητα.
Όσο για το αγνό λευκό της καθαρότητας, αντάμα με το γαλάζιο του ουρανού και της αδάμαστης θάλασσας, σμίγουν στ'ασβεστωμένα ξωκλήσια στα νησιά, στην ψυχή και στη σημαία μας....
Κείνο της πίστης ακόμα αναζητώ... Μα, ξέχασα, τούτη δεν έχει χρώματα, φτάνει στο φως και τα υπερβαίνει... 

 αὕτη δέ ἐστιν ἡ κρίσις, ὅτι τὸ φῶς ἐλήλυθεν εἰς τὸν κόσμον, καὶ ἠγάπησαν οἱ ἄνθρωποι μᾶλλον τὸ σκότος ἢ τὸ φῶς· ἦν γὰρ πονηρὰ αὐτῶν τὰ ἔργα. πᾶς γὰρ ὁ φαῦλα πράσσων μισεῖ τὸ φῶς καὶ οὐκ ἔρχεται πρὸς τὸ φῶς, ἵνα μὴ ἐλεγχθῇ τὰ ἔργα αὐτοῦ· ὁ δὲ ποιῶν τὴν ἀλήθειαν ἔρχεται πρὸς τὸ φῶς, ἵνα φανερωθῇ αὐτοῦ τὰ ἔργα, ὅτι ἐν Θεῷ ἐστιν εἰργασμένα.(Ιωάννου 3,19)


Θ'ανηφορίσω προς την πλατεία, αφού υπογράψω άδεια ειδική στον εαυτό μου μονάχη μου. Με λένε τάδε, μένω εδώ και τούτη την ώρα, ξεκινώ από το σπίτι για να πάω στο φαρμακείο. Α, ρε τρελογιατρέ, αν σου τό'λεγα τούτο μέρες πριν με πόσα χάπια θα με χαπάκωνες; Γελώ με τη σκέψη! Να μην ξεχάσω και την ταυτότητα! Χάσαμε που χάσαμε την ταυτότητά μας, ας κουβάλαμε μαζί και τούτο το δελτίο που είναι ό,τι μας απέμεινε για να μας προσδιορίζει... Μην και ξεχάσουμε ολωσδιόλου το ποιοί είμαστε -τουλάχιστον να απομείνει τ'όνομα και κάποιοι σκόρπιοι, αδιάφοροι για την πλάση αριθμοί... 

"ἐπεὶ οὖν τὰ παιδία κεκοινώνηκε σαρκὸς καὶ αἵματος, καὶ αὐτὸς παραπλησίως μετέσχε τῶν αὐτῶν, ἵνα διὰ τοῦ θανάτου καταργήσῃ τὸν τὸ κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τοῦτ᾿ ἔστι τὸν διάβολον, καὶ ἀπαλλάξῃ τούτους, ὅσοι φόβῳ θανάτου διὰ παντὸς τοῦ ζῆν ἔνοχοι ἦσαν δουλείας."(Παύλου- Προς Εβραίους 2,14)


Περπάτησα μες στη βροχή. Πήρα ακόμη μιαν ανάσα. Αντάλλαξα δυο λόγια, κι άλλα δυο. Έρημο το τοπίο. Μοναχά από κανένα αυτοκίνητο για προμήθεια "αγαθών πρώτης ανάγκης". Υπάρχει άραγε αγαθό υπέρτερο της ελευθερίας; ... Και δε μιλώ για το χαζόχαρτο που υπέγραψα, ούτε για τον κάθε νόμο που στο χέρι μας είναι ν'αλλάξει. Μιλώ για το φόβο, μοναχά για αυτόν.... Για αυτόν τον φόβο, που ανεξέλεγκτος, ορίζει όλα τα δεσμά. Για αυτό το φόβο που βγάζει στο φως τα πιο θηριώδη ένστικτα του ανθρώπου, τα πιο δειλά, τα πιο τιποτένια, ακόμη και τα πιο ανόητα. Που γίνεται σύμμαχος στα σκήπτρα κάθε λογής χθόνιων κι υποχθόνιων βασιλιάδων.
"Όλα τα δεινά έχουν γίνει μάλλον για να τρομοκρατούν αυτούς που τα περιμένουν, παρά να λυπούν αυτούς που πλήττουν. Ο φόβος είναι τόσο βλαβερός, ώστε πολλοί ήδη υφίστανται το κακό, προτού νά'ρθει, όπως λόγου χάριν αυτοί που ταλαιπωρούνται από την τρικυμία σε καράβι και δεν περίμεναν να βουλιάξει το πλοίο, αλλά αυτοκτόνησαν πριν..." 
(Διογένης- Στοβαίου Ανθολόγιον, απόδοση Χ.Θεοδωράτου)


Βαρέθηκα τόσο τούτη τη μουντάδα, μπούχισα από το τόσο γκρι. Φέρτε μου χρώματα να βάλω τον ήλιο ξανά στον ουρανό, σαν παιδική ζωγραφιά! Μ'ακτίνες μακριές, παράταιρες, ν'αγγίζουν κάθε πλάσμα πονεμένο! Και να του φτιάξω στο πρόσωπο ένα χαμόγελο τρανταχτό, να στέλνει την αγάπη του σ'όλη την πλάση. Μια θάλασσα και γλάρους να πετούν, κι ένα γλαράκι μικρό -τάχα το λένε Ιωνάθαν;- να παλεύει να φτάσει ψηλά, εκεί που μονάχα οι αετοί πλησιάζουν. Θα ζωγραφίσω κι ένα καράβι.
Θά'ναι εκείνο το καράβι της ζωής, το καράβι του Οδυσσέα που βολοδέρνει στα πέλαγα ποθώντας να επιστρέψει στην πατρίδα. Δε δοκίμασε το λωτό, δεν ξεγελάστηκε από της λησμονιάς την πλάνη. Μα τύφλωσε τον Κύκλωπα, κι αν σώθηκε (κρυμμένος κάτω απ'το πυκνόμαλλο αρνί), νέες δοκιμασίες τον καταδιώκουν. Πόσα μπορώ να στριμώξω, λοιπόν, σε μια ζωγραφιά; Νήπιοι εταίροι, ανοίγουν τον ασκό και σβήνει απ'τον ορίζοντα η Ιθάκη. Ανθρωποβόροι γίγαντες ξεπροβάλλουν κι η μάγισσα Κίρκη με το ραβδί που της ψυχής τα πάθη φανερώνει. Ο Κάτω Κόσμος, όπου αναγκάζεται να κατεβεί, να λάβει γνώση. Σειρήνες στα βράχια πλάνα του τραγουδούν, η Σκύλλα κι η Χάρυβδη του φράζουν το δρόμο- πρέπει, κάποια στιγμή, να διαλέξει τί θα θυσιάσει. Του Ήλιου το νησί από όπου ξεβράζεται πια μοναχός- αὐτῶν γὰρ σφετέρῃσιν ἀτασθαλίῃσιν ὄλοντο... Της Καλυψώς τα δεσμά κι επιτέλους τ'απόμακρο μυστηριώδες νησί (του βασιλιά με το άλκιμο νου), απ'όπου στον τόπο της ψυχής του θα μπορέσει να επιστρέψει... Ούτε, όμως, εκεί θα βρει αναπαμό...
Και το καράβι συνεχίζει να ταλαντεύεται στον φουρτουνιασμένο της γένεσης κόσμο... Και το μικρό γλαράκι πασχίζει να πετάξει ακόμη πιο ψηλά....
"Ας δούμε συνεπώς αν οι δειλοί είναι δυνατόν να είναι δίκαιοι. Τους αντιθέτους των, δηλαδή τους θρασείς, τους βρήκαμε πως είναι άδικοι, γιατί κάνουν πολλά δια της βίας. Λοιπόν η δειλία είναι διαφθορά έννομης αντιλήψεως περί του τί είναι δεινό και τί όχι, ή άγνοια των δεινών και των μη δεινών ή και εκείνων που δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Πώς λοιπόν είναι δυνατόν αυτοί που έχουν ενστερνισθεί αντιλήψεις εσφαλμένες και παράνομες να είναι δίκαιοι; Διότι προφανώς δεν είναι δυνατόν να βγάλουν για οτιδήποτε ορθά συμπεράσματα , αφού δεν επιτρέπει σ'αυτούς ο φόβος για τη ζωή τους να προβούν σε οποιαδήποτε έρευνα."(Ιεροκλής "Περί δικαιοσύνης"- Στοβαίου Ανθολόγιον, απόδοση Χ.Θεοδωράτου)


Κι όπως πάσχιζε το μικρό γλαράκι να φτάσει πιο μακριά, αντίκρυσε το μικρό ξωκλήσι στον ψηλό βράχο της ακροθαλασσιάς. Στάθηκε πάνω στον ξύλινο σταυρό κι αφουγκράστηκε. Άλλη ψυχή ζωντανή δεν υπήρχε εκειδά. Μα πόσες ανασαιμιές, προσευχές, δάκρυα κι ελπίδες σφράγιζε μέσα του τούτος ο πετρόχτιστος ναός! Έρημος πια, θαρρείς πως έλειψε το γένος των ανθρώπων...Το γλαράκι δεν ήξερε να ψάλλει, ούτε να τραγουδά. Κι έτσι φτερούγιζε μονάχα, κάνοντας κύκλους, να χαιρετίσει την Παναγιά που απόψε μονάχη γιόρταζε... Και μη με ρωτήσει κανείς, πώς ένα μικρό γλαράκι την είδε και την γνώρισε! Μη με ρωτήσει κανείς πως ένα γλαράκι θα μπορούσε να έχει πίστη! Με κούρασαν όλα αυτά... Μη με ρωτήσει κανείς πως βλέπουμε πέρα απ'τα χρώματα, ούτε να με ρωτήσει κανείς την ανάσα μου ποιός θέλω να ορίζει... Μη με ρωτήσει καν τί τούτα τα λόγια μπορεί να σημαίνουν...
"Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος..."


Υ.Γ. "Όποιος ελεύθερα συλλογάται, συλλογάται καλά." - Ρήγας Φεραίος

Κυριακή 22 Μαρτίου 2020

Χρώματα φόβου κι αγάπης...

- Αλήθεια, κατάλαβε;
- Κατάλαβε! Είναι, φαίνεται, το μυαλό των ανθρώπων όπως τα χρώματα τ' ουράνιου τόξου... Κάθε νοημοσύνη συντονίζεται και σε άλλες συχνότητες, όπως τα χρώματα της Ίριδας! Άλλος μπορεί να αντιληφθεί το κόκκινο, άλλος το θαλασσί...
Στάθηκε και με κοίταζε. Συνέχισα να μιλώ:
- Έτσι φαίνεται. Τώρα μόλις έκανα κι εγώ τους συνειρμούς. Κι όμως ναι, τούτο το κατάλαβε κάποιος που δεν λογίζεις έξυπνο, γιατί σε τούτες τις συχνότητες εκπέμπει το μυαλό του. Κι αυτό το "χρώμα" τό'δε, το αντιλήφθηκε το μυαλό του. Δες τους σκύλους: Ακούνε ήχους σε συχνότητες που εμείς δεν αντιλαμβανόμαστε. Έτσι και με την νοημοσύνη! Αλλουνού του κόβει εδώ κι αλλουνού εκεί. Είναι πόσα χρώματα μπορείς να δεις, πόσες συχνότητες αφουγκράζεσαι. Ίσως κάτι σαν αυτό που λέμε "πόσες οπτικές". Ένα ευέλικτο μυαλό θα δει και παραπάνω χρώματα...
Χάθηκα στους συλλογισμούς....
Και η αλήθεια; Η αλήθεια, λοιπόν, και επισήμως δε θά'χει χρώμα, θά'ναι διάφανο λευκό σαν το φως που περικλείει κι αγκαλιάζει όλα τα χρώματα....


Η άνοιξη χαμογελά. Οι ανεμώνες που κάθε χρονιά σηματοδοτούν τη λήξη του χειμώνα αρχίζουν να χλωμαίνουν στα λιοπερίβολα για να παραδώσουν τη σκυτάλη στα καθ'αυτό αγριολούλουδα του έαρος. Όλα συνεχίζουν το διάβα τους από τούτη τη ζωή σύμφωνα με το μερτικό που τους δώρισε η πλάση. Έτσι κι οι ανεμώνες. Γνωρίζουν καλά πότε να ξεπροβάλουν το κεφαλάκι τους απ' την εγκυμονούσα γη και να χαρούν τις ανασαιμιές τους κάτω απ'τις αχτίδες του ηλιάτορα. "Τώρα έφτασε η στιγμή..." μονολογούν με τα δικά λόγια και θαρεττά αναφαίνονται με το κορμάκι τους στητό να κυνηγάει το φως που καταφθάνει από ψηλά. Άλλες θα τανυόνται γαλήνια προς τον ήλιο μέχρι να χλωμιάσουν με τον καιρό και να μαραθούν, άλλες δε θα προλάβουν να χαμογελάσουν για πολύ στο περιβόλι μιας κι ένα χέρι ζήλεψε την ομορφιά τους και τις θέλησε δικές του, άλλες μπορεί να τσαλαπατηθούν από το βιαστικό διαβάτη, κι άλλες θα στολιστούν με δάκρυα απ'το μαύρο σύγνεφο που τσαλάκωσε τα λεπτεπίλεπτα πέταλά τους. Έρχονται και φεύγουν... Μα καμιά, δεν πιστεύω, να σκέφτηκε να ζητήσει κλουβί απ'το Θεό ή τον άνθρωπο για να την προφυλάξει...
"Μας έπιασε ο φόβος για τον ερχόμενο καιρό
Για την τύχη που θ' αγνάντευαν οι χτεσινές μας πράξεις
Και αγαπήσαμε αγαπήσαμε τα δέντρα
Τα πράγματα που στέκονται απά στο έδαφος
Ενώ ο άνεμος εμάς μας διώχνει."

(Γιώργος Σαραντάρης)

Όχι πως δε σκέφτονται. Όχι, όχι, εμάς μας βολεύει να το πιστεύουμε αυτό, καθώς δε μπορούμε ν'αφουγκραστούμε τα σκιρτήματά τους. Κι έχουν τη φρονιμάδα να μαζεύουν τα πεταλάκια τους προστατεύοντας το λιλιπούτειό τους πρόσωπο όταν σκοτεινιάσει ο ουρανός. Κι άλλοτε να χορεύουν στο ρυθμό του ανέμου για να μην τσακίσει το κορμί τους. Να χώνουν τις ρίζες τους βαθιά στη γη, πολλές φορές μέσα σε βράχους και κάτω από πετραδάκια για να σταθούν γερά. Μα καμιά, δεν πιστεύω να ονειρεύεται και να παρακαλά να σωθεί μέσα σ'ένα ανθοδοχείο μακριά απ'το χάδι της πλάσης για να γλιτώσει το τσαλαπάτημα του αδιάφορου διαβάτη...
"Μιαν από τις ανήλιαγες μέρες εκείνου του χειμώνα, ένα πρωί Σαββάτου, σωρός αυτοκίνητα και μοτοσυκλέτες εζώσανε το μικρό συνοικισμό του Λευτέρη, με τα τρύπια τενεκεδένια παράθυρα και τ’ αυλάκια των οχετών στο δρόμο. Και φωνές άγριες βγάνοντας, εκατεβήκανε άνθρωποι με χυμένη την όψη στο μολύβι και τα μαλλιά ολόισα ίδιο άχερο. Προστάζοντας να συναχτούν οι άντρες όλοι στο οικόπεδο με τις τσουκνίδες. Και ήταν αρματωμένοι από πάνου ώς κάτου, με τις μπούκες χαμηλά στραμμένες κατά το μπουλούκι. Και μεγάλος φόβος έπιανε τα παιδιά, επειδή τύχαινε, σχεδόν όλα, να κατέχουνε κάποιο μυστικό στην τσέπη ή στην ψυχή τους. Αλλά τρόπος άλλος δεν ήτανε, και χρέος την ανάγκη κάνοντας, λάβανε θέση στη γραμμή, και οι άνθρωποι με το μολύβι στην όψη, το άχερο στα μαλλιά και τα κοντά μαύρα ποδήματα, ξετυλίξανε γύρω τους το συρματόπλεγμα. Και κόψανε στα δύο τα σύγνεφα, όσο που το χιονόνερο άρχισε να πέφτει, και τα σαγόνια με κόπο κρατούσανε τα δόντια στη θέση τους, μήπως τους φύγουν ή σπάσουνε.
Τότε, από τ’ άλλο μέρος φάνηκε αργά βαδίζοντας να ’ρχεται Αυτός με το Σβησμένο Πρόσωπο, που σήκωνε το δάχτυλο κι οι ώρες ανατρίχιαζαν στο μεγάλο ρολόι των αγγέλων. Και σε όποιον λάχαινε να σταθεί μπροστά, ευθύς οι άλλοι τον αρπάζανε από τα μαλλιά και τον εσούρνανε χάμου πατώντας τον. Ώσπου έφτασε κάποτε η στιγμή να σταθεί και μπροστά στο Λευτέρη. Αλλά κείνος δε σάλεψε. Σήκωσε μόνο αργά τα μάτια του και τα πήγε μεμιάς τόσο μακριά —μακριά μέσα στο μέλλον του— που ο άλλος ένιωσε το σκούντημα κι έγειρε πίσω με κίντυνο να πέσει. Και σκυλιάζοντας, έκανε ν’ ανασηκώσει το μαύρο του πανί, ναν του φτύσει κατάμουτρα. Μα πάλι ο Λευτέρης δε σάλεψε.[...]"

(Οδυσσέας Ελύτης, "Άξιον Εστί- Ανάγνωσμα Τέταρτον")

Πόσο απολαμβάνω τον ήχο των βημάτων μου στο χωμάτινο μονοπάτι στη σιγαλιά. Μοναχά το κελάρυσμα των πουλιών ν'ακούγεται κι ο ήχος απ'τα πετραδάκια που σκιρτούν σε κάθε πατημασιά. Τούτα τα βήματα, τόσο ρυθμικά σα δείκτες παλιού ρολογιού, να θυμίζουν το χρόνο και τη θνητότητα που βαδίζει σ'αυτήν την απέραντη κι αέναη ομορφιά που, καθώς προχωρώ, πλημμυρίζει τους οφθαλμούς και το είναι μου...  Στη στροφή ατενίζω την καταγάλανη θάλασσα να σμίγει με τον ορίζοντα, πέρα μακριά, κι εγώ στο μυθικό βουνό ανάμεσα στα ασημένια ελιόφυλλα. 
- Θεέ μου, πώς έφτιαξες τόση ομορφιά;  Κι εμείς τόσο "δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα..."
"Φόβος οὐκ ἔστιν ἐν τῇ ἀγάπῃ, ἀλλ᾿ ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τὸν φόβον, ὅτι ὁ φόβος κόλασιν ἔχει, ὁ δὲ φοβούμενος οὐ τετελείωται ἐν τῇ ἀγάπῃ."
(Ιωάννου Α' 4,18)

Ξύπνησα από έναν εφιάλτη. Ήτανε, λέει, όλα να απαγορευτούν, όλα. Πώς ξεκίνησε τ'όνειρο δε θυμάμαι. Θυμάμαι μοναχά πως βρήκα έναν παπά σ'έναν χώρο απροσδιόριστο κι εγώ ήθελα, θυμάμαι, να του μιλήσω -ίσως να του εξομολογηθώ όλα τούτα που πλάκωναν την ψυχή μου- κι ήθελα απλά να γονατίσω και να βάλω τα κλάματα. Ο παπάς έφυγε πριν μ'ακούσει και γω βρέθηκα σ'έναν χωματόδρομο όπου δεν ακούγονταν πατημασιές -ούτε καν οι δικές μου- μην ξέροντας κατά που να κάνω. Κίνησα, θυμάμαι, για το σπίτι κι η μάνα μου φάνηκε ξαφνικά δίπλα μου να βαστάει ένα μωρό και να το παίρνω εγώ για να την ξαλαφρώσω. Κι είχε ένα όχι ανθρώπινο όνομα το μωρό, όπως κάποια κατοικίδια, και της λέω να του δώσουμε άλλο κι όπως τό'ψαχνα με το νου νομίζω είπα να τ'ονομάσουμε Ζωή. Μα, ύστερα, καθώς συλλογιζόμουνα, θέλησα να κάνω κατά την άλλη μεριά του δρόμου και της ξανάφησα το μωρό, να προλάβω νά'μαστε προετοιμασμένοι πριν με σταματήσουν... Κι όπως δεν ήξερα με σιγουριά κατά που να κάνω και πάσχιζα να δω το συμφερότερο με τη λογική, απ'την αγωνία ξύπνησα! "Όνειρο ήτανε ευτυχώς... όλα καλά... Μα... όχι, στάσου, δεν είναι μοναχά στ'όνειρο!" 
"Μέσα στὸν φόβο καὶ στὲς ὑποψίες,
μὲ ταραγμένο νοῦ καὶ τρομαγμένα μάτια,
λυώνουμε καὶ σχεδιάζουμε τὸ πῶς νὰ κάμουμε
γιὰ ν’ ἀποφύγουμε τὸν βέβαιο
τὸν κίνδυνο ποῦ ἔτσι φρικτὰ μᾶς ἀπειλεῖ.
Κι’ ὅμως λανθάνουμε, δὲν εἶν’ αὐτὸς στὸν δρόμο·
ψεύτικα ἦσαν τὰ μηνύματα
(ἢ δὲν τ’ ἀκούσαμε, ἢ δὲν τὰ νοιώσαμε καλά).
Ἄλλη καταστροφή, ποῦ δὲν τὴν φανταζόμεθαν,
ἐξαφνική, ραγδαία πέφτει ἐπάνω μας,
κι ἀνέτοιμους — ποῦ πιὰ καιρὸς — μᾶς συνεπαίρνει."
(Κωνσταντίνος Καβάφης, "Τελειωμένα")


- Πόσα χρώματα βλέπεις;
Κοιτάζω απ'το παράθυρο.
- Αλλάξαν οι αποχρώσεις τ'ουρανού σήμερα. Χλώμιασε το σκηνικό. Ο Παγασητικός έσβησε μες στο γαλοζόγκριζο του τοπίου. Γκρίζες κι οι σκεπές με τον σχιστόλιθο. Μοναχά η γη καταπράσινη με κίτρινες πινελιές εδώ κι εκεί, μικροσκοπικές φιγούρες από αγριολούλουδα. Κι η κερασιά που στολίστηκε με τα πρώτα της λευκά ανθάκια. 
Κυριακής της Σταυροπροσκυνήσεως σήμερα. Κυριακή Σταυρολουλουδιά κι ο σταυρός απέμεινε χωρίς λουλούδια... "Κύριε σώσον τον λαόν σου και ευλόγησον την κληρονομίαν σου..."  
«Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς˙ οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι» 
(Λούκ. 23,34)

- Φόβος δεν είναι η αγάπη, μη σε ξεγελούν, κλείσε τ'αυτιά σου! Μοναχά η αγάπη τον φόβο νικά...
Ο θεός του πολέμου Άρης κι η θεά του έρωτα και του σμιξίματος Αφροδίτη γέννησαν, λέει, δυο γιούς, τον Φόβο και τον Δείμο (=τρόμος). Τούτοι γινήκαν και δορυφόροι (δόρυ+φέρω) του πιστοί, μ' άλλα λόγια οπλισμένοι σωματοφύλακες.
Γέννησαν, όμως, και μια θυγατέρα, την Αρμονία... 
Κι η Γη συνεχίζει να περιστρέφεται γύρω απ'τον Ήλιο χρόνια τώρα, με την τροχιά της πάντα ανάμεσα σ'εκείνες του Άρη και της Αφροδίτης. Κι οι γιοι του συνεχίζονται να περιστρέφονται γύρω από αυτόν ως ακόλουθα και πιστά του ουράνια σώματα...
"Κι ὅπως τραβᾶ στὸν πόλεμο ὁ ανθρωποβόρος Ἄρης
κι ὁ Φόβος πλάι ἕπεται, γιος δυνατὸς κι ἀτρόμητος,
καρτερικὸ πολεμιστὴ ἀκόμη φευγατίζοντας..."

(Ομήρου Ιλιάς Ν299)

Κατηφορίζω ξανά με τον νου προς τα λιοπερίβολα. Μήπως συναπαντήσω ξανά στις ζωγραφιές του Θεού τη γαλήνη που μου ξέφυγε, την θυγατέρα Αρμονία. Μήπως κατορθώσω και μιμηθώ τα λιλιπούτεια ταπεινά πλάσματά του που με τόση σωφροσύνη διαφυλάσσουν ευλαβικά το μερτικό τους στη ζωή. Μήπως κι οσφρανθώ την Χάρη Του  κρυμμένη στα ροδοπέταλά τους. Μήπως κι ακούσω την Αλήθεια Του στους ύμνος των πουλιών. Αφουγκράζομαι ξανά τα βήματά μου πάνω στο ξερό χώμα του μονοπατιού. Να συντονίσω τους ακανόνιστους χτύπους της καρδιάς μου στο ρυθμό τους. Ν'αγγίξω για μια, έστω φευγαλέα στιγμή, με την θνητή μου ύπαρξη τη μελωδία της αιωνιότητας... Συγκεντρώνομαι ξανά στα βήματά μου...
"[...] Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἄλλαζαν πεζοδρόμιο ὅταν σὲ συναντοῦσαν
καὶ τώρα σὲ λοιδοροῦν γιατὶ, λέει, δὲν βαδίζεις ἴσιο δρόμο.
Φοβᾶμαι, φοβᾶμαι πολλοὺς ἀνθρώπους.
Φέτος φοβήθηκα ἀκόμη περισσότερο."

(Μανώλης Αναγνωστάκης, "Φοβάμαι")


Μπήκε η άνοιξη στο βουνό των άγριων και μέθυσων Κενταύρων. Ο Χείρων, από άλλη γενιά, μοναχός με τους εσσαεί μαθητές του διδάσκει και θεραπεύει στα ξεχασμένα μονοπάτια του. 
Γέρνω ξανά να δω απ'το παράθυρο. Στην κληματαριά σκάσαν τα πρώτα τρυφερά φυλλαράκια. Δισταχτικά, κουβαριασμένα ακόμη θαρρείς, ξεπροβάλλουν. Κι ο νεαρός ποιητής που χάθηκε τότε που πολεμούσαν για την πατρίδα και τη λευτεριά, μου σιγοτραγουδά:
"Δεν είμαστε ποιητές" σημαίνει: φεύγουμε
σημαίνει: εγκαταλείπουμε τον αγώνα
παρατάμε τη χαρά στους ανίδεους
τις γυναίκες στα φιλιά του ανέμου
και στη σκόνη του καιρού
σημαίνει πως φοβόμαστε
και η ζωή μας έγινε ξένη,
ο θάνατος βραχνάς"

(Γιώργος Σαραντάρης, "Δεν είμαστε ποιητές")

 

[Υ.Γ. βλ. και: Χρώματα φόβου κι αγάπης (2) ]

Κυριακή 1 Μαρτίου 2020

Καλό μήνα!

Καλό μήνα,

με δυο παλιότερες αναρτήσεις μου για την ημέρα αυτή,

μια για τα έθιμα του Μάρτη και της "Πρωτομαρτιάς", στον παρακάτω σύνδεσμο:

Ο Μάρτης, οι γριές, τα χελιδονίσματα κι ο "μαγικός" κύκλος!



και μια για τα έθιμα της Κυριακής της Τυρινής και τη "χάσκα" με το αυγό, στον παρακάτω σύνδεσμο:

Χάσκα και φωτιές!


Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2020

Της Τσικνοπέμπτης η δωρά... στον ουρανό ανεβαίνει!


"Στην κυριολεξία "αποκριά" σημαίνει το σταμάτημα της κρεωφαγίας (όπως και το λατινικό Καρναβάλι (carnem levare ή carnis levamem) και το Κυπριακό "Σήκωσες", που σημαίνουν να σηκώσουμε το κρέας από το τραπέζι). Αυτό θα γίνει, με το κλείσιμο της εβδομάδας το βράδυ της Κυριακής. Όλη τη βδομάδα αυτή η κρεωφαγία είναι στο αποκορύφωμά της, ιδιαίτερα το βράδυ της Πέμπτης, που γίνονται οι πρώτες οικογενειακές ή φιλικές συγκεντρώσεις και απαραίτητα τσικνίζεται και τσιγαρίζεται το κρέας και τα μεζεδάκια του σφαχτού για να αρχίσει το διαρκές γλέντι.
Η απαραίτητη αυτή ερεθιστική κουζίνα της Τσικνοπέφτης (που τη διαφημίζουν τώρα και οι ταβέρνες των εξωσπιτικών συγκεντρώσεων) έχει κι άλλες σημασίες, εκτός απ'τη γαστρονομική και εναρκτική: Αποβλέπει σε μία υπαρξιακή παρουσία του κάθε σπιτιού, που θα δώσει ένα "παρόν" λειτουργίας και ζωής, τόσο στην όλη κοινότητα ή γειτονιά (οικογενειακό γόητρο, στοιχειωδών δυνατοτήτων) όσο και στα υποτιθέμενα "κακά πνεύματα" (πολέμια της υγείας και της παραγωγής), που μπορεί να επιβουλεύονται την οικογένεια ή να τη θεωρήσουν φτωχή και ευάλωτη. Αυτό δεν είναι ίσως άσχετο με την απαραίτητη κνίσα των αρχαίων κρεατινών θυσιών, που έπρεπε να φτάσει -για ένα αντίδοτο- ως την αίσθηση των θεών.
Σήμερα, η Αποκριά και το Καρναβάλι έχουν χάσει την ετυμολογική έννοιά τους και σημαίνουν γενικότερα τη χρονική περίοδο των μεταμφιέσεων, του γλεντιού και των ελευθεριοτήτων, πριν απ'τη Σαρακοστή. Μασκαρέματα, χοροί, τραγούδια και σάτιρα ήταν παλιότερα δημιουργήματα και χαρές του λαού της υπαίθρου, αυθόρμητες και "ποιητικές". Τώρα τα πήρε στα χέρια της η "πολιτιστική"... Άρπυια και τα έκαμε "φεστιβάλ" αναπαραστάσεων, που νοθεύουν τις παραδοσιακές εμπνεύσεις."

(Δημήτρη Λουκάτου, "Συμπληρωματικά του χειμώνα και της άνοιξης", εκδόσεις Φιλιππότη)
~.~

"Αλλά η αρχή του Τριωδίου γίνεται κυρίως αισθητή την Πέμπτη της Κρεατινής, τη λεγόμενη Τσικνοπέφτη. Είναι η ημέρα που καθένας, και ο πιο φτωχός, "θα τσικνώσει τη γωνιά του", όπως λένε ' κάτι θα ψήσει στη φωτιά κι η τσίκνα απ'το ψημένο κρέας, χοιρινό ή άλλο, θα μοσχοβολήσει τον αέρα. Εκείνο το βράδυ, όπως και το Σάββατο βράδυ και την Κυριακή της Κρεατινής, οι συγγενείς τρώγουν όλοι μαζί. Κάθε οικογένεια ή μαγειρεύει σπίτι της κι έπειτα πηγαίνουν όλοι οι συγγενείς και τρώγουν στο ίδιο σπίτι, ή μαγειρεύουν σ'ένα σπίτι όλοι. Άμα φάγουν και πιουν, γίνονται μασκαράδες, χορεύουν και τραγουδούν. Και σαν μια οικογένεια, μαστόροι και καλφάδες διασκεδάζουν με τον ίδιο τρόπο την Τσικνοπέφτη στην Ήπειρο ' στο τραπέζι μάλιστα, που οι μαστόροι την ημέρα αυτή κάνουν στους μαθητές τους, μαστόροι και μαθητές θεωρούνται ίσοι."
(Γ.Α.Μέγα, "Ήθη και έθιμα της λαϊκής λατρείας", εκδόσεις Οδυσσέας)
 ~.~

"Μέχρι και τα μισά του 20ου αιώνα και, σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό, μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα οι Απόκριες αποτελούσαν περίοδο επιβεβαίωσης και τόνωσης των συγγενικών δεσμών. Παλιότερα το τελευταίο δεκαπενθήμερο (και σε μεταγενέστερες εποχές το τελευταίο δεκαήμερο) χαρακτηριζόταν από τις επαναλαμβανόμενες συνάξεις συγγενικών ομάδων, τις συνεστιάσεις και τη συμμετοχή σε ευωχικές εκδηλώσεις. [...] Ο κυρίρχος ρόλος των συγγενικών δεσμών εκφραζόταν μέσα από μία μεγάλη σειρά εθίμων και ιεραρχήσεων. [...] Το κρασί λειτουργούσε κατά τις ημέρες αυτές ως σύμβολο της κοινής καταγωγής, του κοινού αίματος, αφού η σχέση ανάμεσα στο κρασί και στο αίμα όχι μόνον είναι έκδηλη, αλλά ενισχύεται και από τη συμβολική μετουσίωση τουοίνου σε αίμα του Χριστού στην εκκλησία. [...]
Η Τσικνοπέμπτη αποτελεί το ουσιαστικό χρονικό ορόσημο από το οποίο αρχίζει η αποκριάτικη ευωχία. Είναι η Πέμπτη της "κρέτινης" εβδομάδας και [...] από αυτήν ξεκινούσαν οι επαναλαμβανόμενες οικογενειακές συνεστιάσεις. [...] Η συνήθως στερημένη αγροτοκτηνοτροφικήγ οικογένεια φρόντιζε να υπάρχουν "του Αβραάμ και Ισαάκ τα καλά", καλομαγειρεμένα και φροντισμένα. Σε περιοχές όπου υπήρχε το έθιμο να σφάζονται χοίροι την παραμονή ή το πρωί της Τσικνοπέμπτης, το τηγανισμένο συκώτι αποτελούσε εθιμικό φαγητό, όπως και άλλα παρασκευάσματα, συνήθως κρέας με βρούβες, που αφθονούν αυτή την εποχή. Το υποχρεωτικό κατά την παράδοση "τσίκνισμα" των φαγητών, όμως, δεν αφορούσε μόνο στο οφτό κρέας αλλά και στις πίτες. Αν έκανε κάποιος μια βόλτα στα κρητικά χωριά μέχρι και τη δεκαετία του 1960, εκτός απ'τις ομάδες των μασκαράδων, θα ξαφνιαζόταν απ'τη μυρωδιά της τηγανισμένης τυρόπιτας, στις κατά τόπους εντυπωσιακές και ευρηματικές εκδοχές της. 
Στις παραδοσιακές κοινωνίες της Κρήτης τη θεωρούσαν πολύ σημαντική ημέρα και οι άνθρωποι αντιμετώπιζαν ως χρέος τους τη διανομή φαγητού σε όσους είχαν ανάγκη. Η συνήθεια αυτή ξεκινά απ'τη συναίρεση του χρόνου (παρελθόν-παρόν), μια και η συνεστίαση ξεκινούσε απ'την ενθύμιση των προγόνων: "Καλώς εσμίξαμε κι εφέτος κι ο Θεός να συγχωρέσει τσ' αποθαμένους μας." 
Ακόμη και το κοινό τραπέζι διατηρούσε τα βασικά στοιχεία ενός μνημοσύνου. Σήκωναν τα ποτήρια "στη μακαρία ντως", θυμίαζαν το φαγητό και μοίραζαν ένα ή περισσότερα πιάτα σε φτωχές οικογένειες. Η πανελλήνια σχεδόν συνήθεια διανομής φαγητού ήταν περίπου τελετουργική στην Κρήτη. Ακόμη κι αν η οικογένεια- αποδέκτης του φαγητού δεν είχε ανάγκη, όφειλε να το δεχτεί με ευχαρίστηση, αφού γνώριζε ότι δινόταν για συγχώρηση των απόντων μελών της οικογένειας που το πρόσφερε. Φαίνεται πως υπήρχε παλαιότερα και η συνήθεια της ανταλλαγής των φαγητών, δηλαδή η οικογένεια που προσέφερε γινόταν ταυτόχρονα και αποδέκτης. Σε γενικές γραμμές και σε πολλά χωριά, το έθιμο διανομής φαγητού είχε προσλάβει καθολικό χαρακτήρα. Όλοι έδιναν σε όλους και έπαιρναν από όλους σε ένα σκηνικό έμπρακτης συγχώρεσης και ενότητας:
"Την Τσικνοπέμπτη ανοίγαμε τσι κουρούπες απού 'χαμε στο χώμα χωσμένες με την ξινομυτζήθρα. Κάνανε πίτες όλα τα σπίτια. Λένε πως πρέπει να δίνεις εκείνη τη μέρα στους φτωχούς. Και επειδή όλοι είναι περίπου το ίδιο και κανείς δε θέλει να τον νομίζουν φτωχό, δίνανε ο ένας στον άλλο. Όλα τα σπίτια μοίραζαν πίτες αναμεταξύ τους. Αν κοίταζες το απόγευμα στους δρόμους του χωριού θα έβλεπες μόνο γυναίκες να κουβαλούν πιάτα με μυζηθρόπιτες." (Γιάννης Σταματάκης, Καπετανιανά)
Μια πανελλήνια παροιμία που διασώζεται σε πολλές παραλλαγές δείχνει τη βαθύτερη σημασία του εθίμου:
"Της Τσικνοπέμπτης η δωρά και της Μεγάλης Πέμπτης
και της ημέρα της Λαμπρής, στον ουρανό ανεβαίνει."
Στην Κρήτη: 
"Της Τσικνοπέμπτης το Σταυρί και της Μεγάλης Πέμπτης
και της ημέρας της Λαμπρής εις τσ' ουρανούς εβρέθη."
"Τση Τσικνοπέφτης το μιστό και τση Μεγάλης Πέφτης
και του Μεγάλου Σάββατου στον ουρανό εβρέθη."
(μιστό= η αγαθοεργία, η ανιδιοτελής προσφορά, η ευεργεσία)
Η λειτουργία της εθιμικής δωρεάς, λοιπόν, ανάγεται στα νεκρικά έθιμα. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι στη βάση του αρχικού πυρήνα, αλλά και των μεταγενεστέρων επιβιώσεων, υπήρχε η ανάγκη του "συγχωρεμού". Οι ψυχές των νεκρών είναι παρούσες και μπορούν να απολαύσουν μία πράξη που γίνεται ειδικά σε αυτές. Εκείνος που έπαιρνε ένα πιάτο με φαγητό απαντούσε αμέσως με την ευχή του μνημοσύνου: "Ο Θεός να τως-ε συγχωρέσει". "
(Νίκου Ψιλάκη, "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη", εκδόσεις Καρμάνωρ)
~.~

"Η Πέμπτη της δευτέρας εβδομάδος της Κρεατινής, των Απόκρεων λέγεται Τσικνοπέμπτη και κατά πατροπαράδοτον έθιμο, κατ' αυτήν κάθε οικογένεια εύπορος ή πτωχή ψήνει εις την φωτιάν κρέας [...] του οποίου η "τσίκνα" * ευωδιάζει και μοσχομυρίζει τον αέρα της περιοχής [...] Εις το περιοδικόν "Λαογραφία", Τ.ΣΤ, σ.256, ο Χ. Κορύλλος γράφει: "Τσικνοπέφτη παρ'ημίν καλείται η Πέμπτη της απολυτής λεγομένης εβδομάδος των Απόκρεων. Καλείται δε ούτως, ως Πέμπτη της τσίκνας διότι την ημέραν εκείνην συνήθως σκοτώνουν [...] τα θρεφτάρια, τους οικόσιτους χοίρους. Επειδή δε ως ως επί το πολύ το κρέας αυτό τρώγεται εψημένον επί των ανθράκων ή επί σχάρας ή εις οβελίσκους και ψημένος αναδίδει τσίκναν, ωνομάσθη εκ τούτου η ημέρα Τσικνοπέφτη."
Παλαιότερον συνηθίζετο το βράδυ της "Τσικνοπέφτης" ως και το Σάββατον και την Κυριακήν της Κρεατινής, κάθε οικογένεια να πηγαίνει με τα φαγητά της μετημφιεσμένη εις το σπίτι άλλης οικογενείας, συγγενικής ή φιλικής, δια να διασκεδάσουν από κοινού και να συσφίγξουν έτσι και τους μεταξύ των δεσμούς. [...] Μετά το φαγητόν οι εορτασταί ήρχιζαν την διασκέδασιν και το γλέντι και με τα τραγούδια των τους χορούς, τα σκώμματα και τα αλληλοπειράγματα διήρχοντο την βραδιά των σκορπίζοντες το γέλιο, την χαράν και την ευθυμίαν."
* Ο Όμηρος λέγει:"κνίση δ'οὐρανόν ἵκεν ἑλισσομένη περὶ καπνῶ" (Α317), ήτοι ονομάζει την "τσίκναν" "κνίσαν".
(Φίλιππου Βρετάκου, "Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των")
~.~

"Κυρίως οι αποκριές με τις μεταμφιέσεις και τους χορούς άρχιζαν από την Τσικνοπέμπτη και μετά. Έτσι την ημέρα ετοίμαζαν τις κολοκυθόπιττες και τα φαγητά για το τραπέζι [...] Μαζεύονταν δε σε ένα σπίτι όλο σχεδόν το σόι και μετά το φαγητό άρχιζαν το χορό στον οποίο κυριαρχούσαν τα παλιά ωραία αποκριάτικα που τα χόρευαν μονότονα και κάθε τόσο χτυπούσαν τα πόδια στο πάτωμα, όταν επαναλάμβαναν τον στίχο, τον οποίο έλεγε ο πρώτος του χορού. Από την Τσικνοπέμπτη άρχιζαν να βγαίνουν και οι "μτσούνες', οι μασκαράδες δηλαδή, που ήταν κυρίως παιδιά τα οποία φορούσαν παλιά ρούχα και βάζαν στα πρόσωπά τους μαντήλια, ενώ κρεμούσαν κρεμμύδια, κουδούνια, κλπ [...] Βγαίνανε τα βράδια και επισκέπτονταν τα σπίτια του χωριού..."
(π.Κωνσταντίνου Καλλιανού, "Σεργιάνι σε ξεχασμένα μονοπάτια", έκδοση πολιτιστικού συλλόγου Νέου Κλήματος)
~.~

Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2020

Σαλάτα πορτοκάλι!


Χτυπάει το τηλέφωνο και για πολλοστή φορά διακρίνω στην αναγνώριση τον αριθμό του ΟΤΕ! Κι εκεί που για πολλοστή, και πάλι, φορά αρνούμαι να το σηκώσω, αναρωτιέμαι μήπως έχει λήξει το διετές μου "συμβόλαιο" -κι έτσι εξηγείται ο καταιγισμός των κλήσεων τούτων των ημερών- και κινδυνεύω ο επόμενος λογαριασμός να μου εμφανιστεί ημιδιπλασιασμένος καθώς δεν ανανέωσα με κάποιο από τα περίφημα πακέτα προσφορών τους. Οπότε αποφασίζω να το σηκώσω κι αναγκαστικά να ακούσω την αναμενόμενη περίφημη προσφορά τους με τα μυριάδες "μεγκα-πι-πι-ές" τους -που όσο και να πασχίζουν να με πείσουν δε φτάνουν "ακέραια" εδώ στο χωριουδάκι μας, αλλά και να φθάσουν δεν ανταποκρίνεται σε αυτά ο παλαιολιθικός υπολογιστής μου που παραμένει στους δικούς του ρυθμούς- κι ύστερα να ρωτήσω, κλασικά, πιο είναι το πιο φθηνό πακέτο με δωρεάν πρόσβαση στο διαδίκτυο και δωρεάν σταθερή τηλεφωνία.
Αφού, λοιπόν, ενημερώνομαι ότι είμαι ένας από τους προνομιούχους πελάτες τους που επέλεξαν για μια μοναδική προσφορά που δε θα τη δω να υφίσταται ούτε στην ιστοσελίδα τους ούτε πουθενά αλλού κι αρχίζω ενστικτωδώς να τρομοκρατούμαι αναλογιζόμενη ποιόν τρόπο βρήκανε πάλι να μου φάνε παραπάνω λεφτά, ο νεαρός με πληροφορεί πως με τα ίδια χρήματα που πληρώνω και τώρα συν ένα και μόνο ευρώ το μήνα θα έχω αναβάθμιση σταθερού, αναβάθμιση ταχύτητας στο διαδίκτυο, δωρεάν κλήσεις σε εικοσιτέσσερις χώρες του εξωτερικού, δωρεάν ώρες σε κινητά και εντελώς δωρεάν "κοσμοτέ τβ" με δωρεάν όλο τον ασύρματο εξοπλισμό, κλπ, κλπ. Ε, αυτή η προσφορά με ξεπερνούσε! Ενώ ήμουν προετοιμασμένη να του πω ευγενικά πως δε με ενδιαφέρουν τα παραπάνω "μεγκα-πι-πι-ές", ξέμεινα άξαφνα από επιχειρήματα και σιώπησα.
"Έχετε ξανακούσει τέτοια προσφορά; Και στην ίδια τιμή μάλιστα! Μέχρι τώρα σας τηλεφωνούσαν μόνο για πακέτα αναβάθμισης ταχύτητας και μάλιστα είκοσι ευρώ ακριβότερα, έτσι δεν είναι;" συνέχισε εκείνος το στενό μαρκάρισμα.
"Ναι, οπότε τώρα κάποιο λάκκο έχει η φάβα και ψάχνω να τον βρω!" απάντησα αυθόρμητα.
Τότε εκείνος ξαναπήρε μπροστά κι άρχισε να με βεβαιώνει ότι όλα αυτά ισχύουν και πως θα επιβεβαιωθούν με μέιλ που θα μου αποσταλεί και ότι μπορώ να κρατήσω το όνομά του και να τον καταγγείλω εάν πληρώσω έστω και πάνω από ένα ευρώ, κλπ, κλπ.
"Δε μπορώ να σας απαντήσω τώρα.", αποκρίθηκα.
"Μα τί σκέφτεστε; Το ένα ευρώ; Και με δωρεάν κοσμοτέ τβ; Μόνο με ένα ευρώ παραπάνω από όσα πληρώνετε τώρα!" είχε μείνει έκπληκτος με την επιμονή μου εκείνος.
"Δε με ενδιέφερε ποτέ το "κοσμοτέ τβ", ούτε με ενδιαφέρει η τηλεόραση γενικότερα."...
Έκλεισα το τηλέφωνο κι αναρωτιόμουν κι εγώ γιατί δε δέχτηκα την προσφορά. Το ένα ευρώ φυσικά δεν ήταν εκείνο που με απασχολούσε. Σίγουρα δε μου αρέσει να αποφασίζω υπό πίεση και στην όποια πίεση αντιδρώ. Σίγουρα όλες τούτες οι προσφορές που μας πλασάρουν από παντού με βρίσκουν δύσπιστη. Αλλά στην προκειμένη δεν νομίζω ότι μπορούσε νά'ναι αλλιώς, απλώς πουλάνε έτσι το πακέτο για να σε βάλουν στο τρυπάκι μιας μελλοντικής συνδρομής, να διατηρήσεις δηλαδή την παροχή κι όταν οι τιμές δε θά'ναι ίδιες. Οπότε, "Γιατί αρνήθηκες;", αναρωτήθηκα, "Τί φοβίες σ'έπιασαν; Επειδή σου τη δίνει η νοοτροπία αυτή που δε σου αφήνει το περιθώριο να σκεφτείς; Αφού σε συνέφερε! Μπορεί νά'βλεπες και καμιά καλή ταινία έτσι. Βρε μπας κι είσαι τελικά βλαμμένη; Γιατί είπες όχι;" προβληματίστηκα προς στιγμήν. "Μα ήθελα πρώτα να σκεφτώ αν θα με ενδιέφερε να παρακολουθώ την κοσμοτέ τβ..." φρόντισα αμέσως να μου δικαιολογηθώ. Κι ύστερα, ξαφνικά, φωτίστηκα "Για ένα ευρώ μου πουλάνε κάτι που δε χρειάζομαι. Μου το χαρίζουν τζάμπα. Μα δεν το χρειάζομαι... Αν έχω χρόνο προτιμώ να διαβάσω. Γιατί να πάρω κάτι που δεν το χρειάζομαι; Καθόλου βλαμμένη δεν είμαι λοιπόν. Υγιέστατη είμαι! Απέρριψα κάτι που απλά δεν το χρειάζομαι! Ας το χαρίσουν αλλού, σε εκείνους που το χρειάζονται!" .Ένα κύμα ανακούφισης με πλημμύρισε....


Πόσα θέλουμε; Πόσα ακόμη θέλουμε για να μας δένουν καθημερινά με ακόμη περισσότερες ανάγκες; Μας κάνουν πιο ευτυχισμένους όλα τούτα; Ή πιο ελεύθερους;  Όλα γίνονται σιγά-σιγά απαραίτητα κι ανάγκες... Σε φάση μεγάλης κούρασης και δη ψυχικής, τις προάλλες, αργά το βράδυ, πέτυχα μια εκπομπή μαγειρικής και ηλιθιωδώς χαζολόγησα. Κι απορούσα... Για ποιό λόγο, για να μαγειρέψει κάποιος και να πάρει τον περίφημο τίτλο του σεφ -που στις μέρες μας, μαζί με όλα τα άλλα παράλογα, προσδίδει τέτοιο μεγαλείο σ'αυτόν που τον κατέχει, που δεν είχαν ούτε οι πρίγκηπες των αλλοτινών καιρών- πρέπει να ανακατεύει τα πιο παράξενα υλικά και να προσθέτει άγνωστα κι εξωτικά αρωματικά, προσπαθώντας απλά και μόνο να πρωτοτυπήσει, ώστε να καταξιωθεί στα μάτια των κριτών και του κόσμου! Και το λέω εγώ που, μονίμως, στην κουζίνα αυτοσχεδιάζω! Για ποιόν λόγο αν δεν έχει βάλει ποτέ στο μενού του αποξηραμένα φύκια, παύει αυτόματα νά'ναι και καλός μάγειρας και η κουζίνα του απορρίπτεται; Αρκεί, φυσικά, να μην παραλείψει την καλλιτεχνική πινελιά σε ένα πιάτο για ανορεξικούς που δε θα μπορούσε να δελεάσει ούτε πεινασμένο σκύλο!


Θα ξανακάνω κι απόψε σαλάτα πορτοκάλι... Με πορτοκάλια ζουμερά κι αψέκαστα απ'την πορτοκαλιά μου. Την πορτοκαλιά του βαρελιού, που βρίσκεται προφυλαγμένη απ'το χειμώνα του βουνού στο υπόστεγο. Θα ψήσω κρεμμύδια και πατάτες στην ξυλόσομπα. Θα ξεκουκουτσιάσω κι ελιές ζαρωμένες από κείνες που μάζεψα κι έφτιαξα με τα χεράκια μου.  Θα περιχύσω με το αρωματικό παρθένο αγουρέλαιο που πληρώθηκα για τον κόπο μου... Θα την απολαύσω και θα χαζολογήσω τις φλόγες που φτερουγίζουν θαρρείς τυλίγοντας τα κουτσουμπάνια και αυθόρμητα θα ευχαριστήσω το Θεό που είμαι καλά και που αξιώνομαι την απαράμιλλη γεύση της απλότητας και που αυτή τη στιγμή δε χρειάζομαι καμία "τηλεφωνική προσφορά" για να περάσει κι αυτή η νύχτα....


Υ.Γ. Η σαλάτα πορτοκάλι, παλιό και σχεδόν ξεχασμένο παραδοσιακό έδεσμα της περιοχής. Τότε που ικανοποιούσαν τις ανάγκες τους ανακαλύπτοντας γεύσεις και δεν αναζητούσαν γεύσεις απλά για να δημιουργήσουν νέες επίπλαστες ανάγκες... (αν με εννοεί κανείς...)Συνηθίζεται και με πατάτα ψητή ή με κρεμμύδι ψητό (πάντα στο τζάκι ή στην ξυλόσομπα) και από πάνω τον νοστιμότατο ντόπιο πελτέ ντομάτας. Εγώ την "πειράζω" κατά καιρούς! Την έχω δοκιμάσει και με φύλλα άγριας ρόκας από τον κήπο μου, ελιές ζαρωμένες και κρεμμύδι. Απαραίτητο, προφανώς, το αλατάκι. Και σκέτη την αγαπώ, μοναχά αλατισμένη και με καλό ελαιόλαδο. Μια νότα δροσιάς ως συνοδευτικό...
Υ.Γ.2 Στις φωτογραφίες οι πατάτες από τις λιγοστές του κήπου μου... Με το φλούδι και ξεματιστές να τραβήξουν τ'αλατάκι και το αγουρέλαιο...