Παρασκευή 22 Αυγούστου 2014

Νυχτερινό 3ο...


Πρώτες ώρες μετά τα μεσάνυχτα και γυρνάς σπίτι... μέρα κοπιαστική.. ούτε στιγμή ανάπαυσης.. κι ύστερα μια έξοδος στο χαλαρό κι όμορφο... κι ενώ θα ετοιμαζόσουν να οριζοντιωθείς ακαριαία, να... σε πιάνει πως δεν..., να... ζητάς συντροφιά στην αυλή... κι ένα λικεράκι βύσσινο... και γιατί όχι;.. πόσο καιρό έχεις να την αφουγκραστείς νύχτα; Όσο για το λικεράκι.. κοντεύεις να ξεχάσεις τη γεύση του...πώς το θυμήθηκες τώρα; Και τί περίεργο, μες στο σκοτάδι μοιάζουν τα λουλούδια νά'χουν πολλαπλασιαστεί -κι έτσι είναι, άλλο αν τα συνήθισες πολλά μοναχά στο φως της μέρας... Μια γλυκιά θαλπωρή, άλλο αν δεν έχει τη δύναμη να εισχωρήσει βαθύτερα.. Με περικύκλωσαν τα τσαμπιά κι αντίκρυ οι φασολιές σκαρφαλώνουν στην πέτρα, του Γιαννάκη οι φασολιές και των παραμυθιών...

Θεωρητικά θά'ταν ώρα απολογισμού, αλλά ποιός έχει τα κουράγια; Εξάλλου προς τί; Ίσως θες και να τον αποφύγεις έτσι που γίναν τα πράγματα και βαδίζουν μονάχα χωρίς να ρωτούν πώς και γιατί.. Είναι κι αυτό μια εμπειρία... καλώς ή κακώς θα δείξει... αποποιείσαι την ευθύνη υποτίθεται.. αλλά αφού εσύ είσαι που θα υποστείς τις όποιες συνέπειες, σε ποιόν να δώσεις λογαριασμό;

Γλυκόξινο το λικεράκι.. τελικά μια χαρά δένει με την ψυχολογία τις βραδιάς.. Εξάλλου εκατό συν ένας ψυχίατροι σε κυκλώσαν σήμερα και γελάσαμε η παρέα με το σκηνικό κι ας αποδείχτηκαν μονάχα εφτά (πάντα συν ένας!).

Τα τριζόνια συναυλία αρμονική... η βραδιά ζεστή, πολύ ζεστή, ούτε η ρεματιά δεν της αντιστέκεται... μοναχά ένα σκυλί να γαυγίζει επίμονα, να ταράζει τις χορδές, τα νεύρα.. ευτυχώς κάποια στιγμή σταμάτησε.. Ο Μορφέας σου χτυπά την πλάτη, γέρνουν τα βλέφαρά σου κι εσύ επιμένεις, ξανά και ξανά, να προσπαθείς να κρατήσεις ακίνητη για δευτερόλεπτα τη μηχανή να φωτογραφίσεις τούτα τα φύλλα που σου θυμίζουν λαγουδάκι... το φλας, βλέπεις, σκοτώνει το θέατρο σκιών της νύχτας και ο λαγός τρυπώνει στο δάσος και χάνεται...


Τρίτη 17 Ιουνίου 2014

Μούρα και "Μαντζούνια" πηλιορείτικα!


Ομολογώ πως τόσα χρόνια τά'χα αγνοήσει! Δεν "έπεσαν" και στο μάτι μου, στο δρόμο μου -όπως θες πες το. Κι έτσι όταν πριν κανα-δυο χρόνια άκουσα για το"μαντζούνι" τους απόρησα. "Ποιό ματζούνι;" ρώτησα με τη φαντασία μου να ταξιδεύει σε γριές μάγισσες ν'ανακατεύουν βοτάνια κι ουρές σαύρας σε μαύρα πελώρια καζάνια. "Από τα μούρα ντε!" Πέρασαν λίγα δευτερόλεπτα για να συλλάβω πως η έννοια που έδινα εγώ στο "ματζούνι" (κάποιος κομπογιαννίτικος ή μη ημιφαρμακευτικός πολτός) δεν ταυτιζόταν με την έννοια που έδιναν εδώ, η οποία είναι απόλυτα συγκεκριμένη: "φάρμακο από μούρα για στόμα και αμυγδαλές". Ε, ήταν να μην το μάθω κι αυτό! Κι αν πέρσι δε μού'κατσαν τα μούρα, ούτε τα "μαντζούνια" -καθώς με καταδίωκαν άλλες μάγισσες, μ'άλλες "συνταγές"- φέτος τα κατάφερα! Η αλήθεια είναι ότι δε βρήκα κανέναν να μου να μου το δείξει στην ολοκληρωμένη του μορφή -όσοι το γνώριζαν, κάποτε το είχαν φτιάξει καιρό τώρα ή το θυμόντουσαν από καμιά παλιά- αλλά νομίζω πως το πέτυχα. Εξάλλου, δεν είναι και πολύπλοκη η διαδικασία. Τη μεγαλύτερη ταλαιπωρία την τρως για να συλλέξεις τον καρπό, ειδικά όταν δεν έχεις τη δυνατότητα ν'απλώσει κανένα καθαρό νάυλον κάτω από τη μουριά, να τινάξεις τα κλαριά και να τον μαζέψεις, αλλά χώνεσαι μέσα σε βάτα προσπαθώντας να απελπισμένα να φτάσεις ό,τι μπορείς χωρίς να το κάνεις πουρέ στο χέρι σου και χωρίς να μεταμορφωθείς σε κατα συρροήν δολοφόνο! Κάτι που, ω ναι, τελικά δεν το αποφεύγεις, καθώς ο χυμός των μαύρων μούρων -τα οποία είναι και αυτά που μας ενδιαφέρουν- βάφει, κι όχι απλώς βάφει, σε πασαλείβει μ'ένα ζουμί κατακόκκινο σαν αίμα σαν μόλις ν'αναστήθηκες από τροχαίο! (Ευτυχώς στο πλύσιμο ξεβάφει!)


Κατ'αρχάς πρέπει να βρεις μια προσιτή μαύρη μουριά. Ύστερα να επιδοθείς στο άθλημα -ανάλογα των συνθηκών- αποφασισμένος ότι για ένα μικροσκοπικό βαζάκι "μαντζούνι" χρειάζονται πάρα πολλά μούρα! Αν έχεις ξυλόσομπα με μάτι εκτός σπιτιού (εξωτερικό κουζινάκι) ή κάτι αντίστοιχο είσαι τυχερός. (Αν έχεις μες στο σπίτι δεν το συζητώ, καθ'ότι οι θερμοκρασίες λόγω εποχής απαγορευτικές...) Αλλιώς, πρέπει να πάρεις απόφαση ότι το μάτι της κουζίνας παρέα με τη ΔΕΗ θα κάψει για αρκετές ωρίτσες! Επίσης, καλό είναι τα μούρα να τα μαζέψεις σ'ένα κουβά κι όχι σε τίποτα πλαστικές σακούλες που θα σε πασαλείψουν χειρότερα.


Από κει και πέρα τα πράγματα είναι απλά. Έξω από το σπίτι πάντα (!), τα βάζεις σ'ένα τρυπητό με μια λεκάνη από κάτω και τα ζουπάς μέχρι να βγάλουν όλο το χυμό τους. Ε, θέλει λιγάκι υπομονή! Εναλλακτική παίζει μ'αυτά τα μηχανηματάκια για πελτέ που περνάς τη ντομάτα και συγκρατεί τους σπόρους. Τότε, όμως, το μαντζούνι θα βγει σε μια άλλη μορφή, καθώς θα συγκρατεί και μπόλικη ψίχα. Οι απόψεις σχετικά διϊστανται, καθώς άλλοι μού'παν πως παίρνεις μόνο τον καθαρό χυμό να γίνει σα σιρόπι, άλλοι πως προσπαθείς να βάλεις κι όση ψίχα μπορείς, κι άλλοι πως η γιαγιά τους τά'βραζε ολόκληρα, ακόμη και με το σπόρο. Φαντάζομαι, όπως και νά'χει, οι ιδιότητες παραμένουν ιδιότητες!


Ρίχνεις το χυμό σε μια κατσαρόλα και δίχως να προσθέσεις τίποτα τον σιγοβράζεις με προσοχή (κι όποτε χρειάζεται ανακάτεμα, να μην κολλήσει) μέχρι να γίνει είτε ένα πολύ πηκτό σιρόπι -όχι τόσο, βέβαια, ώστε όταν κρυώσει να πάρει τη μορφή κόλλας- σαν παχύρρευστο μέλι, είτε ένα πολύ πηκτό "μαρμελαδέ" σκεύασμα, στην περίπτωση που εμπεριέχει κι αρκετή ψίχα. Τούτο το μαντζούνι, το φυλάς σε μικροσκοπικά βαζάκια και είναι ιδανικό για κάθε περίπτωση στοματίτιδας ή αμυγδαλίτιδας. Με μια μικρή επάλειψη στο πάσχων σημείο εξαλείφει τις άφθρες ή άλλα αντίστοιχα στοματικά έλκη κι επίσης αντιμετωπίζει τον στοματικό έρπη. Επιπλέον βοηθάει σε διάφορες παθήσεις του φάρυγγα, είτε "πιπιλώντας" στο λαιμό ένα κουταλάκι του γλυκού από το σκεύασμα, είτε με τον παλιό παραδοσιακό τρόπο που μου αναφέρανε πολλοί "στα παιδιά στις πρησμένες αμυγδαλές βάζουμε πάνω λίγο μαντζούνι και το πατάμε να μείνει εκεί" κι η φλεγμονή υποχωρεί.


Δεν ξέρω αν ακούγονται λίγο υπερβολικά αυτά, πάντως εμένα με διαβεβαίωσαν όσοι το έχουν δοκιμάσει και δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω τις θεραπευτικές ιδιότητες του μούρου, ιδιαίτερα όταν είναι συμπυκνωμένο σε τέτοιο βαθμό κι όταν μάλιστα στις μέρες μας, διαρκώς εμφανίζονται έρευνες που εγκωμιάζουν τις ευεργετικές ιδιότητες κάθε είδους μούρου (από το κοινό και τα βατόμουρα, μέχρι τα κράνα και το σαμπούκο και τόσα άλλα εγχώρια και ξενικά) για τον ανθρώπινο οργανισμό.
Εξάλλου, με μια ματιά που έριξα στα κιτάπια μου, διαπίστωσα με χαρά ότι κι ο ιατρός της αρχαιότητας Γαληνός αναφέρεται, τρόπον τινά, στο πηλιορείτικο μαντζούνι στο έργο του "Περί των εν ταις τροφαίς δυνάμεων", γράφοντας "[Β11 (585)]: Το όνομα, λοιπόν, των μούρων είναι κάπως γνωστό στους περισσότερους, αν όχι για τίποτα άλλο, τουλάχιστον λόγω του φαρμάκου για το στόμα, το οποίο ονομάζεται φάρμακο από μούρα και περιέχει τον χυμό τους." Αναφέρει κι ο Π.Γ.Γεννάδιος εις το "Φυτολογικόν Λεξικόν" του για τον "καρπόν της μελαίνης μορέας": "Εξ αυτής παρασκευάζονται γλυκά και σεράπιον φαρμακευτικόν (φρμ.Syrupum Mororum), χρησιμοποιείται δε ενίοτε αύτη και προς βαφήν ποτών τινων."
Μετά από όλα αυτά, βάλθηκα να ψάχνω στο διαδίκτυο για επιπλέον ιδιότητες του μούρου... Τα πράγματα δεν είναι απόλυτα ξεκάθαρα καθώς η γενική ονομασία "μούρο" αντιστοιχεί σε πολλά είδη, ως και το βατόμουρο ή το σαμπούκο. Έμεινα με την εντύπωση πως τουλάχιστον τα κοκκινόμαυρα μούρα πρέπει νά'χουν παραπλήσιες ιδιότητες, μερικές εξ αυτών:
- Είναι πλούσια σε βιταμίνη C αλλά και Ε και σε τανίνες.
- Πλούσια σε φλαβονοειδή (που, όπως καταγράφει η wikipedia, τα συστατικά αυτά προσδίδουν στα φυτά έντονα χρώματα και διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην προστασία τους από παθογόνους μικροοργανισμούς, υπεριώδη ακτινοβολία και φυτοφάγα ζώα) των οποίων η δράση είναι σπασμολυτική, διουρητική, ανθελμινθική, αλλά και αντικαρκινική, αντιγηραντική και προστατευτική για την καρδιά. Οι ανθοκυανίνες (φλαβονοειδείς χρωστικές) που περιέχουν αποτελούν διατροφικά αντιοξειδωτικά κι έχουν αντιφλεγμωνώδεις ιδιότητες, μειώνουν την πηκτικότητα των αιμοπεταλίων εμποδίζοντας το σχηματισμό θρόμβων, προστατεύουν από διαβήτη τύπου 2, κλπ, κλπ.
- Περιέχουν λουτεϊνη η οποία δρα προστατευτικά στον οφθαλμό και δρα κατά την εκφύλιση της ωχράς κηλίδας και φυλλικό οξύ (που συνίσταται για τις εγκυμονούσες).
- Γενικότερα, θεωρείται ότι καταπολεμούν τις ουρολοιμώξεις, προστατεύουν το έντερο, βελτιώνουν τη μνήμη, βοηθούν την καρδιά, ενισχύουν το ανοσοποιητικό και αποτελούν ασπίδα κατά του καρκίνου.
Την ανθελμινθική τους δράση (κατά των σκουληκιών του εντέρου) καταγράφει και ο Αθήναιος ("Δειπνοσοφισταί" Β52) αναφέροντας πως "Ο Δίφιλος πάλι ο Σίφνιος ιατρός γράφει ως εξής:"Τα δε συκάμινα, τα οποία και μούρα λέγονται, είναι μεν μετρίως εύχυμα, ολιγότροφα όμως και ευστόμαχα και ευκοίλια. Ιδίως δε όσα εκ τούτων είναι αγουρωπά εκβάλλουν τας ελμίνθας." "
Και μάλιστα ο Αθήναιος συνεχίζει μ'ένα παράξενο περιστατικό σχετικό με τα μούρα: "Ο Πύθερμος διηγείται, καθώς αναφέρει ο Ηγήσανδρος, ότι κατά τους χρόνους του, αι συκομορέαι δεν παρήγαγον καρπούς επί είκοσι έτη, και ότι επήλθεν επιδημία ποδάγρας τόσο μεγάλη ώστε όχι μόνο άνδρες προσβλήθηκαν υπ' αυτής και επιάσθησαν, αλλά και παίδες και κόραι και ευνούχοι, ακόμη δε και γυναίκες. Κατήντησε δε να προσβάλη το κακόν τούτο και τα ποίμνια εις τοιούτον βαθμόν, ώστε τα δύο τρίτα των προβάτων να πιασθούν από την ασθένειαν αυτήν." Κι επειδή μου κίνησε την περιέργεια αυτή η τόσο απόλυτη συσχέτιση της απουσίας μούρων από τη διατροφή με την γενικευμένη κρίση ουρικής αρθρίτιδας (ποδάγρας), άρχισα να γκουγκλάρω σχετικά και διαπίστωσα πως, όντως, τα μούρα όπως και τα κεράσια και πιθανά και άλλα φρούτα με έντονο κόκκινο σκούρο χρώμα θεωρούνται σύμφωνα με νέες μελέτες πως έχουν προστατευτική δράση (και, κατά κάποιους, μάλιστα, θεραπευτική) κατά των κρίσεων ουρικής αρθρίτιδας!

Πάντως, πέραν όλων τούτων μπορώ να πω πως, εκτός από "ματζούνια", γίνονται και υπέροχη μαρμελάδα!


Όσο για την ονομασία τους, "μούρο" και "μουριά" ή στα αρχαία "μόρον" και "μορέα", εκ του "μόριον", καθώς τα μούρα αποτελούνται από πολλούς κόκκους (μόρια). Επίσης ονομάζονται "συκάμινα" και το δέντρο "συκαμινιά" ή "συκομορέα" (το σύκο, κατά το "Μεγάλο Ετυμολογικόν",  "παρά το σεύω, το ορμώ' ορμητική γαρ έστι").
Υ.Γ. χμ... Και μην ξεχνάμε τους μεταξοσκώληκες! Που τόσο προτιμούν τις μουριές... Από μουριά και το μετάξι... :)
Υ.Γ. 2. Κι αυτός ο συνειρμός: "μόρον" (=μούρο) και "μόρος" (=μοίρα). Πολύ με προβληματίσαν τούτες οι μουριές...

Παρασκευή 23 Μαΐου 2014

Νυχτερινό 2ο...

Είναι όμορφο τελικά να χτυπά το τηλέφωνο λίγο πριν τα μεσάνυχτα, εκεί που έχεις ψιλοαποφασίσει πως "θα τη βγάλεις σπίτι απόψε χαλαρά" κι ένα βεραντάκι -είναι η ρημάδα η εικόνα που έπλασες προτού καν προλάβεις ν'αφουγκραστείς τη λέξη- να σου κάνει την ανατροπή, να ντύνεσαι σε δευτερόλεπτα και να μαρσάρεις για το διπλανό χωριό βιαστικά, μην τυχόν και δεν προλάβεις... Να προλάβεις τί; Ένα βεραντάκι με μια καραφίτσα τσίπουρο και δυο-τρεις φίλους.. τί καλύτερο;
Είναι περίεργο να ζεις σ'ένα παραμύθι... πόσο μάλλον να πρωταγωνιστείς. Κι ένα μεγάλο μπέρδεμα πότε η αυταπάτη γίνεται ένα με την πραγματικότητα και πότε ανηλεώς διαχωρίζονται! Κι όμως επιμένεις κι όπου σε βγάλει.. θά'ταν όλα τόσο ανιαρά χωρίς αυτό και, για νά'μαι κι απόλυτα ειλικρινής, το "τίποτα" που απέμεινε ως παρακαταθήκη της τελευταίας χρονιάς δεν παλεύεται χωρίς το παραμύθι του!
Βασιλιάδες και δράκοι παρελαύνουν καθημερινά κι εσύ χρωστάς στον εαυτό σου να τους αντιμετωπίσεις -έχεις τουλάχιστον αυτό το άλλοθι- κι όπως και νά'χει δεν είναι εύκολα τα πράγματα για μια πριγκιποπούλα ξενομερίτισσα, χωρίς σύμμαχο την καλή νεράιδα νονά, να περιδιαβαίνει με την άμαξα, που ώρες-ώρες φαντάζει σαν ευάλωτη κολοκύθα, σ'ολάνθιστα λιβάδια με κρυμμένα ναρκοπέδια! Τούτο το μοσχοβόλημα σε παρασύρει - θες δε θες- κι ονειρεύεσαι κι είναι στιγμές που ξεχνάς τί καραδοκεί, αλλά -γαμώ την τύχη σου!- κείνες είναι μοναχά οι στιγμές που αγάπησες!
Κι ύστερα πάλι πίσω ν'αναλογίζεσαι και να διαλογίζεσαι και μοναχή σου ν'αναρωτιέσαι... Πλάκα-πλάκα έχει και το ενδιαφέρον του να σ'εντυπωσιάζει ο ίδιος σου ο εαυτός με τις υπερβάσεις του, αλλά είναι φορές που κι η ίδια σου η στάση σε διχάζει.
Όσο ζει, λοιπόν, κανείς, όντως μαθαίνει! Ακόμη και τον ίδιο του τον εαυτό. Θέλει, μονάχα, λιγάκι τόλμη και ντομπροσύνη. Λίγο μαγκιά. Αλλιώς περιπλέκεσαι σε άλλου είδους παραμύθια, που δεν έχουν καμία σχέση με το δικό μου, κι αποπνέουν πεθαμένο σκώρο και ναφθαλίνη, μιζέρια κι εγωπαθή κακομοιριά... Σαν τους "αγαπημένους" δράκους μου που δε σταμάτησαν να με κυνηγούν, που εξακολουθούν να φυτοζωούν σαν τα παρασιτικά φυτά, χωρίς όμως καν να χαρίζουν τριγύρω τους ένα, έστω ασήμαντο λουλούδι, παρά μονάχα κιτρινισμένο δηλητήριο. Τί χαζό και τί γελοίο συνάμα! Όταν μπορεί να υπάρξει τόση ομορφιά, ακόμα και σ'ένα μικρό βεραντάκι, να αναλώνονται σε τόσα εξευτελιστικά τερτίπια και να παρελαύνουν σαν κορδωμένες πομφόλυγες! Ώρες-ώρες θέλω τόσο να γελάσω! Και γελώ! Κι έχει πλάκα που αρχίσαν κι άλλοι να γελάνε παρέα μου! Μα είναι ξεκαρδιστικό το θέαμα.. Εξάλλου το πρόβλημα είναι αλλού.. αλλά χρειάζεται μάτια αετού για να εστιάσεις κι όχι βατοκρυμμένου χαμελαίοντα που νομίζει πως αλλάζοντας χρώμα γίνεται και άνθρωπος...
Κι επανέρχομαι στο βεραντάκι... Όμορφη νύχτα απόψε, γλυκιά.. μετά από πολύ καιρό. Ζέστανε.. Και τα χαμόγελα ζεστά. Τί παραπάνω; Η δράκαινα και τα δρακάκια κρυμμένα στη δρακοσπηλιά τους και τριγύρω μόνο χαμόγελα ζεστά.. Βραδιά για βασιλόπουλα και βασιλοπούλες απόψε. Κι αν κάτι δεν πήγε καλά, θα πάει αύριο... (αχ, αν ήξερες..).. μη στεναχωριέσαι... εξάλλου, πώς αλλιώς θα συνεχίσει το παραμύθι;

Δευτέρα 17 Μαρτίου 2014

Ο Μάρτης, οι γριές, τα χελιδονίσματα κι ο "μαγικός" κύκλος!

"Μια φορά κι έναν καιρό αποφασίσανε οι δώδεκα μήνες να βαν'νε κρασί σ'ένα βαγένι, για να πίν'νε όποτε των έκαν' όρεξη. "Έτσι λοιπόν" είπεν ο Μάρτης, "εγώ θα ρίξω πρώτα στο βαγένι, και ύστερα ρίχνετε και σεις". "Καλά, συ ρίξε" είπαν οι άλλοι. Και έτσι έγινε. Έριξεν εκείνος στο βαγένι μούστο πρώτα και ύστερα οι άλλοι. Όταν λοιπόν εψήθη το κρασί, είπε πάλι ο Μάρτης: "Εγώ έριξα πρώτα, πρώτα θ'αρχίσω να πίνω". "Βέβαια" είπαν οι άλλοι. Έτσι λοιπόν ετρούπησε το βαγένι στο κάτω μέρος, και άρχισε και έπινε, ώσπου τό'πιε όλο και δεν άφησε στάλα.Κατόπιν ήρθε η σειρά του Απρίλη να πάει στο βαγένι να πιάσει κρασί. Παγαίνει, το βρίσκει άδειο. Θυμώνει, το λέει στους άλλους συντρόφους του. Τ'ακούνε κείνοι, θυμών'νε, σκέφτονται τί να κάν'νε. Τέλος, μένουν σύφωνοι μεταξύ τους να τον τιμωρήσει ο Γενάρης για την κατεργαριά που των έκανε. Τον πιάνει λοιπόν ο Γενάρης και του τραβάει ένα ξύλο, που είπε αμάν. Του παίρνει και το υπούργημα: άρχιζε δηλαδή πρώτα το νέο έτος από το Μάρτη, και τώρ' αρχίζει από το Γενάρη. Αυτό είναι το υπούργημα που του πήρε.Όταν λοιπόν θυμάται το παιχνίδι που των έφτιασε, που ήπιε το κρασί δηλαδή, γελάει, και ο καιρός ξαστερώνει. Όταν θυμάται πάλι το ξύλο πό'φαγε, κλαίει και βρέχει."(Κορινθία, Νικολάου Πολίτη "Παραδόσεις" Α991)
Έτσι, λοιπόν, εξηγεί η παράδοση του λαού μας πως έχασε ο Μάρτης την πρωτοκαθεδρία κι από πρώτος μήνας του έτους στο παλιό ρωμαϊκό ημερολόγιο, ως και πρώτος μήνας της άνοιξης, μετατέθηκε σε τρίτος με τις μεταρρυθμίσεις του Ιουλίου Καίσαρος. Παράλληλα δικαιολογεί και το κυκλοθυμικό του ταπεραμέντο, καθώς είναι απρόβλεπτος και μια φλερτάρει με το χειμώνα, μια με την άνοιξη και την καλοκαιρία. Δεν τού'χει βγει τζάμπα και τ'όνομα:
"Ο Μάρτης ο πεντάγνωμος, πέντε φορές εχιόνιζε και πάλι το μετάνιωσε πως δεν εξαναχιόνισε!"
Γι' αυτό και:
 "Ξύλα φύλαγε το Μάρτη, να μην κάψεις τα παλούκια!"
αφού:
 "Μάρτης γδάρτης και κακός παλουκοκάφτης!"
καθώς:
 "Ο Μάρτης και χάδια κάνει, πότε κλαίει και πότε γελάει."

Όμως, οι παραδόσεις του λαού μας είναι πολλές, κι άλλες δίνουν άλλη εξήγηση για τα τερτίπια του Μάρτη μας:
"Οι μήνες ηβουληθήκανε μια μέρα να βρει καθενείς τωνε από μια γυναίκα να την πάρει για να μην είναι έτσι έρημοι και σκοτεινοί, χωρίς καμιά παρηγοριά στο σπιτικό τους. Όλοι ηβάλανε προξενητάδες και ηβρήκε καθένας τη δικιά του. Ο Μάρτης όμως εγελάστηκε κι επήρε μια χανούμισσα. Είχε γρικητά πως οι Τουρκάλες είναι όμορφες, και γι' αυτό παντρεύτηκε ανεξέταστα.Ω μεγαλοδύναμέ μου, ίντα γίνηκε τη βραδιά που η γυναίκα του ήβγαλε το γιασεμάκι που ήκρυβγε τη μούρη της! Ο Μάρτης εμαλλιοτραβιούντανε από το καμό του, ήκλαιε σα μωρό παιδί. Η γυναίκα του ήταν άσκημη, γριά, κουτσοδόντα, στην κεφαλή της ούτε μία τρίχα δεν είχε από τα γεροντάματα. "Μωρή πανούκλα" της λέει θυμωμένος, "να μη γυρνάς να με θωρείς, γιατί θα σε ξαντερίσω!". Η γυναίκα του όμως δεν τον άκουσε, κι όποτε γυρνά και τον βλέπει, ο Μάρτης από το θυμό του ξαπολά τους αέρηδες και τις βροχές και φουσκώνει τις θάλασσες."(Σίφνος, Νικολάου Πολίτη "Παραδόσεις" Α998)

Αλλά δεν είναι μοναχά η γυναίκα του η γριά που ευθύνεται για το θυμό του, αλλά κι άλλη μια που του περηφανεύτηκε κι έτσι εκείνος, για να την τιμωρήσει, έκλεψε τρεις μέρες από το γείτονά του το Φλεβάρη και τον άφησε κουτσό!:
"Ήταν μια φορά μια γριά, κι είχε κάτι κατσικάκια. Ο Μάρτης τότες είχε 28 ημέρες κι ο Φλεβάρης 31. Ήρθε εκείνη την εποχή ο Μάρτης κι επέρασε χωρίς να κάμει χειμώνα. Και η γριά, από τη χαρά της που βγήκανε πέρα καλά τα κατσικάκια της, εγελάστη και είπε: "Στην πομπή σου, γερο-Μάρτη, τ'αρνοκατσικάκια μου καλά τα πέρασα." Καθώς τ'άκουσεν αυτά τα λόγια ο γερο-Μάρτης, εθύμωσε και στη στιγμή δανείζεται τρεις ημέρες από το Φλεβάρη, το γείτονά του, και αρχίζει ένα σορόκο, π'έκαμε τη γριά να χωθεί από κάτου από ένα κακάβι και να φωνάζει: "Κάτσι, κάτσι, κάτσι!" γιατί έλεγε ότ' εχόρευαν τα κατσικάκια επάνου στο κακάβι. Τα κατσικάκια της γριάς εψόφησαν απ'το σορόκο κι από τότε έχει ο Μάρτης 31 ημέρες και ο Φλεβάρης 28.Ένεκα γι' αυτό πό'παθε εκείνη η γριά, τις τρεις ύστερες ημέρες του Μάρτη τις λένε ημέρες των γριών. Και ονοματίζουνε κάθε μία από δαύτες και με τ'όνομα μιανής από τις πλιο ηλικιωμένες γριές του χωριού' κι αν τύχει καλή η ημέρα λεν πως και η γριά είναι καλή, κι αν γίνει κακοκαιρία, λεν πως απ'την κακία της έγινε."(Σοποτόν του Δήμου Αροανίας των Καλαβρύτων, Νικολάου Πολίτη "Παραδόσεις" Α301).
Οι παραδόσεις που συγκεντρώνει ο λαογράφος μας Νικόλαος Πολίτης για το μήνα τούτο είναι απολαυστικές και πλούσιες σε τοπικές παραλλαγές. Σημειώνει σχετικά κι ο Φίλιππος Βρετάκος ("Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των"):
"Χαρακτηριστικόν του κατά τον μήνα Μάρτιον ευμετάβλητου των καιρικών συνθηκών είναι και αι καλούμεναι "μέρες της γριάς", αι οποίαι, κατά την παράδοσιν, οφείλουν την ονομασίαν των εις το εξής γεγονός: Αι τρεις πρώται ημέραι του Μαρτίου θεωρούνται αποφράδες και καλούνται "Δρίμες", εις τινά δε μέρη θεωρούνται ως τοιαύται και οι τρεις μεσαίαι και αι τρεις τελευταίαι ημέραι του Μαρτίου, αλλαχού δε όλοαι αι Τετάρται και Παρασκευαί του, κατά τας οποίας "οι γριές" προφητεύουν δια τον καιρόν, θεωρούσαι μίαν εξ αυτών ως ιδικήν των, όταν ο καιρός της ημέρας αυτής ταυτίζεται προς τον χαρακτήρα της."


Μην ξεχνάμε, επίσης, ότι ο μήνας Μάρτιος οφείλει το όνομά του στον πολεμοχαρή θεό Άρη (Mars= Άρης) ["που ελατρεύετο ως θεός του πολέμου και της ευετηρίας (της καλής εσοδείας), επειδή προήγε την βλάστησιν των αγρών δια των ανέμων του"] στον οποίο και ήταν αφιερωμένος, οπότε δεν μπορεί να μην κληρονόμησε και κάποια από τα χούγια του!

Παρ'όλο που από 46π.Χ. με το νεό ημερολόγιο που όρισε ο Ιούλιος Καίσαρα (δια του Έλληνα αστρονόμου Σωσιγένους), ο Μάρτης έχασε την πρωτιά του και ορίστηκε η 1η Ιανουαρίου ως Πρωτοχρονιά, ο Ιωσήφ Βρυέννιος (ΙΕ' αιών) "βεβαιοί ότι ο πρώτος των 12 μηνών ήτο ο Μάρτιος ως και εκ του γεγονότος ότι ενιαχού η πρώτη Μαρτίου εθεωρείτο η πρώτη ημέρα του έτους, κατά την οποία εψάλλοντο Κάλανδα. Γνωστόν άλλως τε είναι ότι παρά βυζαντινοίς το μεν πολιτικόν έτος ήρχιζεν από της 1ης Μαρτίου, το δε θρησκευτικόν, και δη από του 313μ.Χ., από πρώτης Σεπτεμβρίου." (Φαιδ. Κουκουλέ, "Βυζαντινών βίος και πολιτισμός, τ.Β')

Πάντως ο ερχομός του Μάρτη και επομένως της Άνοιξης πανηγυριζόταν με άσματα από τα παιδιά από τα αρχαία χρόνια. Όπως σημειώνει κι ο Νικόλαος Πολίτης ("Λαογραφικά Σύμμεικτα, Α'", σελ.72):
"Η επάνοδος του έαρος, ήτις και κατά την αρχαιότητα παρέσχεν αφορμήν εις την διάπλασιν πολλών μύθων και την σύστασιν εορτών, επανηγυρίζετο όχι προ μακρού χρόνου πανταχού της Ελλάδος υπό των παίδων. Ούτοι κατά την πρώτην Μαρτίου περιήρχοντο τας οικίας άδοντες ασμάτια μικρόν αλλήλων παραλλάσσοντα, όπως τύχωσι παρά της οικοδεσποίνης κερματίου τινός ή αυγών ή άλλων φιλοδωρημάτων. Ο πρώτο δε του ομίλου εκράτει ενιαχού φαιροειδή στέφανον ανθέων, επί του οποίου περιεστρέφετο υποκινούμενον ξύλινον ομοίωμα χελιδόνος. Η συνήθεια αύτη είναι αρχαία' ο Αθήναιος και τινες άλλοι συγγραφείς αναφέρουσι ότι εν Ρόδω κατά τον Βοηδρομιώνα μήνα παιδία περιήρχοντο τας οικίας άδοντα ασμάτιον τι, το οποίον μας περιέσωσεν ο αυτός συγγραφεύς. [...] Η παιδική αύτη εορτή εκαλείτο χελιδονισμός ή χελιδόνια, και οι παίδες χελιδονισταί."


Ο Γεώργιος Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας") καταγράφει ένα τραγούδι από τα "χελιδονίσματα" στις Μέτρες της Θράκης όπου: 

"δύο παιδιά παίρνουν ένα καλάθι, το γεμίζουν φύλλα κισσού και περνούν μέσα από αυτό ένα ραβδί' στην άκρη του ραβδιού προσαρμόζουν τη χελιδόνα, ένα ξύλινο ομοίωμα πτηνού. Γύρω στον λαιμό της χελιδόνας υπάρχουν κουδουνάκια, που ηχούν, καθώς κινείται το ραβδί από το οποίο αυτή κρέμεται. Τα παιδιά με το καλάθι της χελιδόνας πηγαίνουν από σπίτι σε σπίτι και τραγουδούν:
Ήρθε, ήρθε χελιδόνα
ήρθε κι άλλη μελιηδόνα,
κάθισε και λάλησε,
και γλυκά κελάδησε:
Μάρτη, Μάρτη μου καλέ,
και Φλεβάρη φοβερέ,
κι αν φλεγίσεις κι αν τσικνίσεις,
καλοκαίρι θα μυρίσεις.
Κι αν χιονίσεις κι αν κακίσεις,
πάλιν άνοιξιν θ'ανθίσεις.
Θάλασσαν επέρασα
και στεριάν δεν ξέχασα,
κύματα κι αν έσχισα,
έσπειρα, 'κονόμησα.
Έφυγα κι αφήκα σύκα,
και σταυρόν και θημωνίτσα,
κι ήρθα τώρα κιηύρα φύτρα,
κι ηύρα χόρτα, σπάρτα, βλίτρα,
βλίτρα, βλίτρα, φύτρα, φύτρα.
Συ, καλή νοικοκυρά,
έμπα στο κελάρι σου,
φέρ' αυγά περδικωτά,
και πουλιά σαρακοστά,
δώσε και μιαν ορνιθίτσα,
φέρε και μια κουλουρίτσα...
Μέσα 'δω πού'ρθαμε τώρα,
μέσα γεια, μέσα χαρά,
στον αφέντη, στην κυρά,
στα παιδιά και στους γονείς
σ'όλους τους τους συγγενείς.
Μέσα Μάρτης, έξω ψύλλοι,
έξ' οχτροί, σας τρών' οι σκύλοι.
Μέσα φίλοι, μέσα φτήνεια,
και χαρές, χοροί, παιγνίδια.
Η νοικοκυρά παίρνει λίγα φύλλα κισσού από το καλάθι της χελιδόνας, τα τοποθετεί στο κοτέτσι, για να "γεννούν πολλά αυγά" οι κότες, και δίνει ένα ή δύο αυγά στα παιδιά που ξεκινούν για άλλο σπίτι. Όπως είναι γνωστό, ο βαθυπράσινος κισσός είναι σύμβολο της αειθαλούς βλαστήσεως και θεωρείται μέσο ικανό να μεταδώσει τη θαλερότητα και τη γονιμότητα στις όρνιθες και τα άλλα ζώα. Πρόκειται για έθιμο που κατάγεται από την αρχαιότητα, όπως αποδεικνύει το "χελιδόνισμα", δηλαδή το τραγούδι της χελιδόνας, που μας παρέδωσε ο Αθήναιος (Η, 60) γύρω στα 200μ.Χ., αλλά ανάγεται σε πολύ παλιότερα χρόνια. Το τραγουδούσαν στη Ρόδο, στην αρχή της άνοιξης, παιδιά που περιέφεραν τη χελιδόνα ζητώντας χαρίσματα. Η ομοιότητα του τραγουδιού με το σημερινό, ομοιότητα όχι μόνο εννοιολογική αλλά και εν μέρει λεκτική, είναι ολοφάνερη."


Πέρα από τα χελιδονίσματα, παλαιότερα με πλήθος ακόμη εθίμων ο λαός υποδεχόταν το Μάρτη και την Άνοιξη. Οι νοικοκυρές απαραιτήτως από την παραμονή καθαρίζαν το σπίτι, ρίχναν τα σκουπίδια έξω, σπάζοντας, μάλιστα κάποιο παλιό πήλινο αγγείο για να φύγει το κακό κι ο χειμώνας. Βέβαια, φόβος και τρόμος με τον ερχομό της άνοιξης αποτελούσαν (χμ... και συχνά συνεχίζουν ν'αποτελούν!) οι ψύλλοι και τα διάφορα συναφή ζωύφια για αυτό και το "όξω ψύλλοι και κοριοί" αποτελεί ένα σύνηθες στιχάκι που ενσωματώνεται σε διάφορα λαϊκά ευχετήρια άσματα της εποχής. Επιπλέον, όπως και σε άλλες παρεμφερείς εορτές, συνήθιζαν να "χτυπούν" ανθρώπους και ζώα με χλωρά κλαδιά, σκυλλοκρέμυδα ή ασφοδέλους ή και με κλήματα ώστε να μεταδοθεί η θαλερότητα κι η γονιμότητά τους. Και, καθώς σημειώνει ο Μέγας
"όπως κάθε αρχή στη ροή του χρόνου, έτσι και η πρώτη Μαρτίου θεωρείται ότι προσφέρεται και για μετεωρολογικές και μαντικές παρατηρήσεις. Οι παρατηρήσεις για τον καιρό, τα λεγόμενα μερομήνια, διοργανώνονται από τις γυναίκες."


Όμως ένα από τα γνωστότερα έθιμα της 1ης Μαρτίου που, εν μέρει, έχει επιβιώσει και στις μέρες μας είναι το βραχιολάκι με την κόκκινη και τη λευκή κλωστή που δένουμε στο χέρι για προστασία. Άκρως ενδιαφέροντα είναι όσα αναφέρει σχετικά ο Νίκος Ψιλάκης στη μελέτη που κάνει στο βιβλίο του "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη" (εκδόσεις Καρμάνωρ):

"[...] Δε γνωρίζουμε από ποιάν εποχή καθιερώθηκε το έθιμο να δένονται κλωστές στους καρπούς των χεριών κατά την πρώτη μέρα του Μάρτη. Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος ψέγει όσους χρησιμοποιούσαν φυλακτά και άλλα προστατευτικά μέσα για να αντιμετωπίσουν το κακό. Πίστευε ότι αρκούσε μόνον ο σταυρός. Ωστόσω, ανάμεσα στα προστατευτικά μαγικά μέσα συγκαταλέγει και τον "κόκκινο στήμονα", την κλωστή που δένουν στα χέρια τους οι άνθρωποι ως μέσον προστασίας. [...] Στα χρόνια του Ιωσήφ του Βρυεννίου, λόγιου μοναχού του 14ου αιώνα, φαίνεται πως ήταν συνηθισμένη πρακτική να φορούν "περιάμματα" (φυλακτά)". [...]
Μέχρι την περίοδο του Μεσοπολέμου σε πολλά χωριά της Κρήτης το πλέξιμο του "μάρτη" γινόταν με τρόπο σχεδόν τελετουργικό...[...] Οι γυναίκες λοιπόν, που αναλάμβαναν το πλέξιμο του "μάρτη" πρόσεχαν να δουλέψουν μόνο νύχτα, κρυφά, χωρίς να δει κανείς τί κάνουν, προστατευμένες από τον ήλιο και το φως της ημέρας. Μαζεύονταν την τελευταία νύχτα του Φλεβάρη, έπλεκαν τις κλωστές και στη συνέχεια τις "αστροφέγγιζαν", δηλαδή τις άφηναν έξω από το σπίτι για να εκτεθούν όλη τη νύχτα στο -ευεργετικό για την περίσταση- φως του φεγγαριού και των άστρων. [...]
Το πρωί της πρώτης μέρας του Μάρτη η κλωστή είχε αποκτήσει πλέον τις μυστικές ιδιότητες που απαιτούνταν ώστε να προστατευτεί επαρκώς εκείνος που θα τη φορούσε. [...] Συνηθώς κρεμούσαν τις κλωστές σε τριανταφυλλιές ή σε ροδιές. [...] Τα τριαντάφυλλα είχαν συνήθως κόκκινο χρώμα όπως και οι καρποί της ροδιάς, δηλαδή το επιθυμητό χρώμα του προσώπου, το χρώμα που δηλώνει υγεία και ευεξία. [...] Ειδικά για τα κορίτσια, η τριανταφυλλιά μπορούσε να μεταδώσει μέσω της κλωστής την ομορφιά των ρόδων της. [..] Για τους ίδιους ακριβώς λόγους συνήθιζαν σε πολλές ελληνικές περιοχές να βγάζουν τις κλωστές (μαρτάκια) μετά το τέλος του μήνα και να τις κρεμούν στις τριανταφυλλιές λέγοντας:
"Ρόδο μου, πάρ' το μάρτη μου και δώσ' μου τη θωριά σου" (Μαλεβίζι).[...]
Ο "μάρτης" μπορούσε να προστατέψει αποτελεσματικά από τον ήλιο του πρώτου μήνα της άνοιξης που, σύμφωνα με τη λαϊκή αντίληψη είναι καταστροφικός και μπορεί να προκαλέσει μαύρισμα του προσώπου, δηλαδή να "ασχημίσει" τις κοπελιές, δεδομένου ότι η λευκότητα συνάδει με τις παραδοσιακές περί ομορφιάς αντιλήψεις:
"Απού'χει κόρην ακριβή
του Μάρτη ήλιος μην τη δει
του Μάρτη και τ' Απρίλη
γιατί την ασκημίζει."
[...] Αν και η ερμηνεία του Ν.Πολίτη περί καταγωγής του εθίμου από τα Ελευσίνια μυστήρια είναι ενδιαφέρουσα, η αρχαία συνήθεια δε φαίνεται να έχει κάποιον άμεσο συσχετισμό με τα νεότερα έθιμα. Η "κρόκη" των αρχαίων μυστών τους καθιστούσε εμφανείς, τους έκανε να ξεχωρίζουν. Αν παρείχε προστασία στο μύστη αυτό γινόταν λόγω της ιερότητας που εξασφάλιζε η επαφή με τα ιερά και τα όσια. Η κλωστή είναι το μαγικό μέσον που η επαφή μαζί του εξασφαλίζει προστασία στον φέροντα. Ωστόσω, στην περίπτωση του "μάρτη" έχουμε μια κλωστή με δύο (ή και περισσότερα) χρώματα που ενώνονται στις άκρες (η αρχή συμπίπτει με το τέλος της) και σχηματίζει κύκλο. Σχηματίζει δηλαδή έναν προστατευτικό κλοιό γύρω από το μέλος (και, κατά γενίκευση, το όλον, το σώμα) του ανθρώπου που τον φορεί. [...] Ο κύκλος είναι το σχήμα εκείνο που έχει την ιδιότητα να δημιουργεί ένα ανεξάρτητο τμήμα μέσα στο χώρο, δηλαδή έναν καινούριο χώρο τον οποίο απομονώνει από τον υπόλοιπο.
Στη νεοελληνική εθιμολογία έχουν επιβιώσει πολλά παραδείγματα μαγικού κύκλου που σχηματίζεται γύρω από αντικείμενα, οικήματα ή οικισμούς. Επομένως, η κλωστή του Μάρτη περικλείει τον φέροντα και σχηματίζει γύρω του προστατευτικό κλοιό, δηλαδή απομονώνει το ζωτικό του χώρο από τον υπόλοιπο, ακόμα κι από τις επικίνδυνες μαρτιάτικες ακτίνες του ήλιου, αλλά και από κάθε ανεπιθύμητη μαγική επαφή που μπορεί να υπάρχει στο περιβάλλον. Παράλληλα ακόμα ο ίδιος κύκλος μπορεί να εμποδίσει την έξοδο από την περίμετρό του εσωτερικών δυνάμεων οι οποίες υπάρχουν στο ανθρώπινο σώμα. [...]
Η δίχρωμη κλωστή παρέμενε δεμένη στον καρπό του χεριού μέχρι το τέλος του μήνα, αν και σε μερικές περιπτώσεις τη διατηρούσαν μέχρι το βράδυ της Ανάστασης, μέχρι τη μέρα που θα έβλεπαν για πρώτη φορά χελιδόνια ή για επτά ή δώδεκα μέρες. Μετά τη φύλασσαν περιμένοντας το Μεγάλο Σάββατο για να την κάψουν στις αναστάσιμες φωτιές, στη "φουνάρα" ή τον "ορφανό", όπως λέγεται στην Κρήτη η φωτιά με την οποία καίνε το ομοίωμα του Ιούδα. Άλλοι συνήθιζαν να καίνε τον "μάρτη" με τη φωτιά της λαμπάδας που κρατούσαν την ώρα του "Χριστός Ανέστη", δηλαδή τον έκαιγαν με το καινούριο "αναστάσιμο" φως...Αλλού έκαιγαν το 'μάρτη" σε μια άλλη γιορτή μετάβασης, στις φωτιές Άι Γιάννη. Στο Αμάρι συνήθιζαν να κερμούν την κλωστή στα εικονίσματα του σπιτιού και να την ξαναβάζουν στο χέρι το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης. Και στην Κίσαμο την έβγαζαν από το χέρι όταν έβλεπαν το πρώτο χελιδόνι, στο οποίο και την πρόσφεραν "για να χτίσει τη φωλιά του". [...]"


Ο Μάρτιος είναι γνωστός με πλήθος λαϊκών ονομασιών, όπως "Ανοιξιάτης","Πεντάγνωμος" (ένεκα των συχνών καιρικών μεταβολών του),"Πασσαλοκάφτης" ή "Παλουκοκάφτης" (μιας και συχνά ο κόσμος έχοντας ξεμείνε από ξύλα, για να αντιμετωπίσει το δριμύ ψύχος του αναγκάζεται να κάψει παλούκια), "Ξεροκοφινάς", "Λωλομάρτης", "Δίμουρος", "Δίγαμος","Γδάρτης", "Πουλιαντέρης" (γιατί το μήνα τούτο οι όρνιθες εκκολάπτουν τα πουλιά τους), "Κλάψας" ή "Κλαψιάρης" ή "Κλαψομάρτης" (γιατί είναι μελαγχολικός και βροχερός), "Φυτευτής", "Βλαστάρης", "Σαρακοστιανός" (καθώς "Λείπει ο Μάρτης απ'τη Σαρακοστή;"), "Βαγγελιώτης" (λόγω της γιορτής του Ευαγγελισμού), ενώ πάμπολλες είναι και οι παροιμίες που τον αφορούν, όπως:
"Τα λόγια σου είναι ψεύτικα σαν του Μαρτιού το χιόνι,
οπού το ρίχνει αποβραδίς και το πρωί το λιώνει!"
"Τα παλιά παλούκια καίει και καινούρια πάει και φέρνει!"
"Ποιός έχει κόρη ακριβή, το Μάρτη ήλιος μην τη δει!"
"Κάλλιο Μάρτης στα δαυλιά, παρά στα προσηλιακά!"
"Μάρτης έβρεχε, θεριστής τραγούδαγε!"
"Ο Μάρτης το πρωί το ψόφησε κι ως το βράδυ το βρώμισε!"
"Ο Μάρτης βρέχει, ποτέ μην πάψει!"
"Απ'τον Μάρτη καλοκαίρι, κι απ'τον Αύγουστο χειμώνα!"
"Ο Μάρτης κι αν εχιόνισε, γρήγορα θα μαυρίσει!"
"Ο Μάρτης και σαν έβρεχε, πάλι θε να κρατήσει!"
"Τον Μάρτη κι αν τον αγαπάς, φίλο να μην τον κάνεις!"
"Ο Μάρτης βρέχει κι ο θεριστής χαίρεται!"
"Μη σε γελάσει ο Μάρτης την αυγή και χάσεις την ημέρα!"
"Ο καλός ο Μάρτης στα κάρβουνα κι ο κακός στον ήλιο!"
"Ο ήλιος του Μαρτιού τρυπάει το κέρατο του βουγιού!"
"Κάλλιο η μάνα σου να σε κλάψει, παρά ο ήλιος του Μάρτη να σε κάψει!"
"Το Μάρτη ξύλα φύλασσε κι άχερα τω βουγιώ σου,
μην κάψεις παρατσάφαρα τα τζένια τω σπιθιώ σου!"
"Του Μάρτη τ' απόι σίδερα κι ανθρώπους κόβγει!"
"Ο Μάρτης είναι δίμουρος για κείνο τον γαμπά σου!"
"Το Μάρτη ξύλα φύλασσε, το Μάη το κριθάρη,
και του Απρίλη τ'άχερα μην χάσεις το ζευγάρι!"
"Μάρτης είναι μια θα κλαίει, Μάρτης είναι μια θα γελά!"
"Σαν κάνει ο Μάρτης δυο νερά κι Απρίλης άλλο ένα,
χαράς σε κείνο το ζευγά πού'χει πολλά σπαρμένα!"
"Μαρθιού χιονιές, λαγού πορδές!"
"Του Μαρταπρίλη τα νερά πηλά και χώματά 'ναι!"

Νυχτερινό...

Ψαχούλευα με το χέρι μηχανικά, άφαντο το πακέτο... "Τ'άφησα στο αυτοκίνητο ή μπας και τό'καψα στη σόμπα νομίζοντάς το άδειο; Έτσι που ήμουν... Πώς τα θυμάμαι στην τσάντα μου;" Ήθελα να μη χάσω το τέλος της ταινίας, ήθελα και τη συντροφιά του τσιγάρου. Κι άντε να ντύνεσαι και να τρέχεις μες στα μαύρα σκοτάδια στην πλατεία μήπως τα βρεις στο αυτοκίνητο. Ούτε την ώρα δεν κοίταξα. Δεν είχα διάθεση να σιχτιρίσω ούτε το μυαλό μου το σκορπισμένο.
Ροζ πιτζαμούλα, ροζ αθλητικό -ποτέ μου να μην έχω φορέσει τόσα ροζ, ούτε παιδάκι!- κουκουλώθηκα στο παλτό και πήρα βιαστικά τον ανήφορο. Σαν ν'αγριεύτηκα λίγο- ώρες μικρές- αλλά μου πέρασε σε κλάσματα δευτερολέπτου. Μαθημένη... εγώ κι η σκιά μου.. χρόνια τώρα..Πολλά χρόνια είχε να μου φαντάξει η πλατεία έτσι μαγική. Από κείνο το φιλί; Ούτε τα σκυλιά δε γαυγίζαν. Μονάχα το νερό πού'τρεχε και τα βήματά μου συνομιλούσαν με το φεγγάρι. Ολόφωτο έστεκε, θαρρείς, ακριβώς πάνω μου. Άρπαξα το πακέτο με ανακούφιση. "Εδώ ήταν." Στάθηκα στη μέση της πλατείας μαγνητισμένη απ'την όμορφη νυχτιά. Έκανα πίσω, να κάτσω στο παγκάκι ν'ανάψω ένα τσιγάρο- κρίμα να μην το απολαύσω εδώ... "Ποιό παγκάκι;" αναρωτήθηκα αμέσως. Αφού ξυλώθηκε το παγκάκι όταν κόπηκε κι ο πλάτανος, ο παλιός. Κι όμως στο νου μου, για δευτερόλεπτα, φάνταζε η πλατεία των παιδικών χρόνων. "Κι εδώ δίπλα η βρύση...Μπροστά της χορεύαν στα πανηγύρια.."
Τώρα ένα σκασμένο πεζούλι στάθηκε το παγκάκι μου. Γύρω απ'τον πλάτανο κι αυτό, τον καινούριο. Ξεκολλήσαν οι πλάκες. Γιατί δεν τις κολλούν; Εκλογές έχουμε! Γιατί τίποτε καινούριο δεν κρατά; Όλα σαρίζονται; Οι παλιοί πώς τα φτιάχναν; Μα τί λέω! Κοίτα πως θέριεψε το πλατάνι.. προβάλλουν προς τα πάνω κι οι ρίζες του. Οι ρίζες του τινάζουν το πεζουλάκι.. δεν έχει νόημα να τις κολλήσουν. Άραγε οι παλιοί θα χτίζαν πεζουλάκι γύρω απ'τον πλάτανο, γεμισμένο με χώμα; Ή είχαν περισσότερο μυαλό; Περισσότερη επικοινωνία με τη φύση; Γι' αυτό είχαν βάλει το παγκάκι.. Μα τί σκέφτομαι! Είδες δύναμη οι ρίζες;! Οι ρίζες.. οι ρίζες μας... Στο νου μού'ρθε το σχολείο... οι ρίζες μας... οι βάσεις μας... Τί πήγε στραβά τελικά;
Κοίταξα μπροστά μου... Πόσα χρόνια σε τούτη την πλατεία.. Ένα όνειρο νά'χεις μια ζωή και να το βλέπεις να χάνεται. Όπως τα χρόνια. Πώς πέρασαν; Και τ'όνειρο έχει τόσο απομακρυνθεί. Να το προλαβαίνω ακόμη; Μοναχά που δεν είναι στο χέρι μου..Κι ο χρόνος τρέχει.. Ναι, ρε γαμώ το, αυτό με πονάει απ'όλα πιο πολύ..
Το τσιγάρο σώθηκε. Ένα σκυλί άρχισε να γαυγίζει μπάσα. Σηκώθηκα να φύγω. Αναλογιζόμενη τις ρίζες του πλατάνου. Γιατί άραγε; Τις ρίζες και το παγκάκι. Λες και το κλειδί είναι τρυπωμένο εκεί. Με τί θα επιλέξεις να περιβάλεις έναν πλάτανο. Τί θα διαλέξεις και τί θ'απομείνει ανάλογα με την επιλογή σου. Κάτι μου διαφεύγει πάλι... ξανά και ξανά..κι όμως το κλειδί είναι κάπου εκεί..

Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2014

Ο έρωτας της Αλκυόνης κι οι Αλκυονίδες μέρες...

Δεν χειμώνιασε ακόμη στο βουνό των Κενταύρων... σαν ν'ακολούθησε στα μουλωχτά η άνοιξη το φθινόπωρο και να παλεύει το χειμώνα να τον κάνει πέρα! Κι όσο κι αν κι εγώ δεν τον πολυσυμπαθώ, καλά θά'τανε η κυρα-Άνοιξη να περιμένει τη σειρά της, γιατί χωρίς τις αγρίλες του, τίποτα δε θα πάει καλά όταν καλοκαιριάσει! Άσε που αν μας εμφανιστεί σε λάθος σειρά, νευριασμένος για το παραγκώνισμά του, θα μας τα καταστρέψει όλα...


Όπως και νά'χει, τέτοιο καιρό, διανύουμε κι "Αλκυονίδες μέρες". Μέρες που, μέσα στην καρδιά του χειμώνα, ο ήλιος λάμπει, για να γεννήσει, κατά πως λέει η παράδοση, άφοβα τα αυγά της η βιαστική Αλκυόνη, που δεν προσμένει σαν τ'άλλα πουλιά να καλοκαιρέψει....


Γι'αυτό, γράφει κι ο Πλούταρχος πως ιδιαιτέρως την αγαπούν οι άνθρωποι μιας και χάρη σ'αυτήν επτά μέρες κι επτά νύκτες στην ακμή του χειμώνα καλοσυνεύει ο καιρός και πλέουν άφοβα...

Η Αλκυόνη (αλς=θάλασσα & κύω=κυοφορώ), λοιπόν, η κόρη του Αιόλου (αιόλος=ορμητικός) που ήταν ο θεός των ανέμων και της Αιγιάλης (αιγιαλός=παραλία) υπήρξε γυναίκα του Κήυκα, βασιλιά της Τραχινίας. Ήταν τόσο αγαπημένο ζευγάρι που, όταν κάποια στιγμή ο Κήυξ σκοτώθηκε από τη λύπη της έπεσε στη θάλασσα και η Ήρα τη μεταμόρφωσε στο ομώνυμο θαλάσσιο πτηνό.
"Ο Κήυξ και η Αλκυόνη μετεμορφώθησαν εις τας Αλκυόνας, όρνεα αχώριστα δια τον αμοιβαίο έρωτα, και σύμβολα του γαμηλίου έρωτος' επειδή είχον κι εκείνοι τοιούτον έρωτα προς αλλήλους." ( Αθανασίου Σταγειρίτη, "Ωγυγία ή Αρχαιολογία Α' " σελ. 219)
Αλκυόνη (Alcedo atthis) (φωτ.: Χρύσα Τόλη)
Έτσι τιμήθηκε από τους θεούς για τη φιλανδρία της και τη μεγάλη της αγάπη κι όταν ετοιμάζεται να γεννήσει, στα μέσα του χειμώνα, ο καιρός καλοσυνεύει:
"Είναι θαλάσσιον πτηνόν, ω Χαιρέφων, το οποίον ονομάζεται Αλκυών και το οποίον αιωνίως θρηνολογεί και κλαίει. Περί της Αλκυώνος υπάρχει παλαιός μύθος, κατά τον οποίον υπήρξέ ποτε γυνή, θυγάτηρ Αιόλου του Έλληνος, η οποία εθρήνει τον αποθανόντα πολυφίλητον και νεαρόν σύζυγον αυτής, Κήυκα τον Τραχίνιον υιόν Εωσφόρου του αστέρος, λαμπρού πατρός, λαμπρόν υιόν, έπειτα δε κατά τινα θείαν θέλησιν μεταμορφωθείσα εις πτηνόν περιϊπταται και πλανάται εις τας θαλάσσας ζητούσα εκείνον, τον οποίον δεν ηδυνήθη να εύρη πλανωμένη ανά την γην. [...] Δεν είνε μεγάλο, αλλά μεγάλως ετιμήθη δια την φιλανδρίαν της υπό των θεών' διότι όταν τα πτηνά αυτά γεννούν ο κόσμος διέρχεται τας Αλκυωνίδας λεγομένας ημέρας, αι οποίαι αν και συμπίπτουν με το μέσον του χειμώνος είνε εξαιρετικώς καλοκαιριναί.[...]" (Λουκιανού, "Αλκυών ή Περί μεταμορφώσεως"1 & 2, απόδοση: Ιωάννου Κονδυλάκη)

Όπως μας πληροφορεί κι ο Πλούταρχος και το ομώνυμο πτηνό, η μεταμορφωμένη Αλκυόνη, εξακολουθεί να ξεχωρίζει για τη φιλανδρία της, μένοντας πιστή στο σύντροφό της, τον οποίον δεν παραμελεί ούτε εγκαταλείπει όταν βαρύνει και γεράσει, αλλά τον μεταφέρει στους ώμους της και τον φροντίζει μέχρι τέλους.....


Βέβαια, ο Απολλόδωρος ("Βιβλιοθήκη Α'", 7,3) δίνει μια άλλη εκδοχή για τη μεταμόρφωση του ζευγαριού, πώς από τη μεγάλη αγάπη τους ξιπάστηκαν και καλούσε ο ένας τον άλλον με τα ονόματα Ζευς και Ήρα, κι έτσι ο Δίας τους μεταμόρφωσε σε πουλιά. Όπως και νά'χει η αγάπη τους παρέμεινε στην ιστορία και τούτες οι μέρες ηλιοφάνειας μες στο καταχείμωνο ακόμη και σήμερα λέγονται Αλκυονίδες προς τιμήν της...

"Κι οι Αλκυόνες να ηρεμούν στο νότο και στον εύρο
το κύμα που ως το βυθό τα φύκια αναταράζει,
οι αλκυόνες π'αγαπούν οι γαλανές Νηριίδες
πιότερο απ'όλα τ'άλλα τα πουλιά, όπως και οι ψαράδες."
(Θεοκρίτου "Ειδύλλια", Θαλύσια 57, απόδοση: Ν.Νικολάου)

Υπάρχει, όμως και έτερη Αλκυόνη, μία από τις Πλειάδες (οπότε και καταστερισμένη ως το άστρο "η Ταύρου", το λαμπρότερο των Πλειάδων), θυγατέρα του Άτλαντα και της Πλειόνης, την οποία αγάπησε ο Ποσειδώνας και γέννησε από αυτόν τρία παιδιά: την Αίθουσα, τον Υριέα και τον Υπερήνορα.

Ο Όμηρος χαρακτηρίζει με το "επώνυμο" Αλκυόνη την Κλεοπάτρα, θυγατέρα του Ίδου και της Μάρπησσας και γυναικός του Μελεάγρου (Ιλιάς Ι 563, απόδοση: Ι.Πολυλά):


Όπως διευκρυνίζει κι ο Πανταζίδης ("Ομηρικό λεξικό"): "Οι θρήνοι ούτοι του πτηνού αποτελούσι κάλλιστον όρον συγκρίσεως προς την θλίψιν και τους θρήνους της μητρός Μαρπήσσης δια την υπό του Απόλλωνος γενομένην αρπαγήν της θυγατρός Κλεοπάτρας, ήτις και δια τούτο επωνομάσθη υπό των γονέων αυτής Αλκυόνη."


"Η Αλκυών, το σπαθωτό και γρήγορο πουλί,
περνά κοντά στη θάλασσα, και, μόλις την εγγίζει,
πάλι σηκώνεται ψηλά και πάλι φτερουγίζει
και δεν ακούει τη θάλασσα που πάντα την καλεί,
η Αλκυών, το σπαθωτό και γρήγορο πουλί,
όπου περνά απ΄ τη θάλασσα και μόλις την εγγίζει.
Η Ευτυχία, το σπαθωτό και γρήγορο πουλί,
μέσ΄ στην καρδιά μας έρχεται, και μόλις την εγγίζει,
πάλι σηκώνεται ψηλά και πάλι φτερουγίζει
και δεν ακούει και την καρδιά που πάντα την καλεί,
Η Ευτυχία, το σπαθωτό και γρήγορο πουλί,
όπου περνάει απ΄ την καρδιά και μόλις την εγγίζει."
(Ιωάννου Πολέμη)

Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2014

Φόβος, αγάπη, κι άλλα ατάκτως ερριμένα...

"Έπειτα με τον Άρη που τις ασπίδες διατρυπά η Κυθέρεια (Αφροδίτη) γέννησε τον Φόβο και τον Δείμο, οι οποίοι κλονίζουν τις πυκνές φάλαγγες των ανδρών στον κρυερό πόλεμο μαζί με τον Άρη τον πορθητή των πόλεων, και την Αρμονία, που ο μεγαλόκαρδος Κάδμος την πήρε σύζυγό του." 
(Ησιόδου "Θεογονία 934", απόδοση: Α.Τζαφερόπουλου)

"Μας έπιασε ο φόβος για τον ερχόμενο καιρό
Για την τύχη που θ' αγνάντευαν οι χτεσινές μας πράξεις
Και αγαπήσαμε αγαπήσαμε τα δέντρα
Τα πράγματα που στέκονται απά στο έδαφος
Ενώ ο άνεμος εμάς μας διώχνει."
(Γιώργος Σαραντάρης)

"Και παραδεχόμεθα μεν ότι ορθαί κρίσεις είναι έμφυται εις τον άνθρωπον, διότι η φύσις εμπνέει εις αυτόν το αίσθημα παντός το οποίον είναι καλόν' αλλ' οι φιλόσοφοι διαφέρουν των κοινών ανθρώπων, διότι έχουν τας κρίσεις των σταθεράς και αμεταβλήτους κατά τας εναντιότητας της τύχης. [...] "Διότι ο φόβος, όπως λέγει ο Θουκυδίδης, όχι μόνον μας κάμνει να λησμονώμεν εκείνα τα οποία εμάθαμεν, αλλά μας αφαιρεί και πάσαν προαίρεσιν και φιλοτιμίαν και ενέργειαν, εάν η φιλοσοφία δεν μας έχη οχυρώσει με δεσμούς και με κανόνας της διαγωγής μας αμεταβλήτους".." 
(Πλουτάρχου, "Περί της Αλεξάνδρου τύχης ή Αρετής", απόδοση:Π.Ρώτας-Α.Κατσούρος)


"Κι όπως ο ανθρωποβόρος Άρης στον πόλεμο προχωρεί,
και μαζί του ο Φόβος προσφιλής γιος κρατερός κι ατρόμητος
έπεται, και φευγατίζει ("εφόβησε") ακόμα και καρτερόψυχο πολεμιστήν"
(Ομήρου Ιλιάς 298, απόδοση: Κ.Δούκα)



Η συνείδηση στέκει μόνη επάνω από τον φόβο. (Βίας)

"Ο Σωκράτης όταν τον ρώτησαν τί είναι δύναμη, είπε: "κίνηση της ψυχής μαζί με το σώμα". "
(Στοβαίου "Ανθολόγιον Β, ζ16, απόδοση Χρ.Θεοδωράτου)

"Αλλά είναι ωραίο να επιχειρεί κανείς τα ωραία, κι ό,τι του συμβεί να πάθει, να το πάθει."
(Πλάτωνος, Φαίδρος 274β)

Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2014

Ο Γενάρης, οι Μοίρες και το κυνηγητό της Τύχης...

"Ένας πατέρα κεφαλή,

δώδεκα γιοι ποδάρια
και κάθε γιος στη ράχη του
έχει τριάντα κόρες.
Καθε βραδύ πεθαίνει η μια
ταχιά γεννιέται η άλλη..."

Νέα χρονιά, νέος μήνας...

Γράφει ο Βασίλης Λαμνάτος ("Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας"): "Ο Γενάρης είναι ο πιο ψυχρός και πιο βροχερός μήνας του Χειμώνα. Με το έμπα του, ξεσκίζει τα πέλαγα και σωριάζει στα βουνά αμέτρητα χιόνια. Τα κρύα του κρυσταλλώνουν τις λιθαρόβρυσες κι οι αγέρηδές του μουγκρίζουν στις στέγες των σπιτιών, σα λαβωμένα θηρία. Κανένας άλλος μήνας δεν θυμώνει τόσο πολύ όσο ο Γενάρης. Λες κι έχει προηγούμενα με τους ανθρώπους και τα ζωντανά της φύσης.
Το παγερό του χνώτο σε φτάνει, όπου κι αν βρίσκεσαι, και σε περονιάζει ως το κόκαλο. Οι άνθρωποι ντύνονται σαν τα κρεμμύδια και τις μακρές του βραδιές κάθονται ανάγυρα στα παραγώνια και σοφίζονται ένα σωρό παραμύθια κι ιστορίες. Κουβεντιάζουν ολάκερες ώρες και παίρνουν σβάρνα όλες τις πτυχές της ζωής. Και τί δε λένε! Αρχίζουν απ'τον πέρα μαχαλά και φτάνουν ως τον δώθε. Πώς να μεσιάσουν τούτες οι νύχτες! Γι'αυτό από μερικές θ'ακούσεις να λένε πως: "Οι γεναριάτικες νύχτες, για να περάσουν, θέλουν συντροφιά και κουβέντα."


Τσαρούχης, "Γενάρης"
Την πρώτη μέρα του Γενάρη οι άνθρωποι γιορτάζουν την αλλαγή του χρόνου και τον Άη-Βασίλη. Τον κατάκοπο κι ασπρομάλλη Γέροντα, που φέρνει, από μακριά, τα δώρα στα αθώα παιδιά και σκορπάει καινούρια όνειρα και νιόφαντες ελπίδες στις σκέψεις και στις καρδιές των μεγάλων ανθρώπων. Η αρχιμέρα αυτή τούτο το μήνα, με τη διπλή γιορτή, πανηγυρίζεται, απ' άκρη σ' άκρη, με ιδιαίτερη χαρά και σπάνια ξεφαντώματα.
Ο λαός μας την πρώτη μέρα του Γενάρη τη θέλει συννεφιασμένη και κρυερή "για να μην μπορέσει να λιάσει η αρκούδα τ'αρκουδόπουλά της", γιατί τό'χει σε κακό. Οι ξώμαχοί μας πιστεύουν πως άμα τα λιάσει, η χρονιά δε θα πάει καλά. Θα φέρει πολλά ανάποδα.
Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς τα παιδιά γυρίζουν στα σπίτια και λένε τα κάλαντα με το θαμποχάραμα. [...]
Μόλις τελειώσουν το τραγούδισμα τα παιδιά, οι νοικοκυρές τα φιλεύουν νομίσματα και γλυκά κι εκείνα φεύγουν χαρούμενα γι' άλλα σπίτια και γι' άλλες γειτονιές.
Ιδιαίτερο χαρακτήρα γιορτασμού παίρνει η αλλαγή της χρονιάς, στα χειμαδιοκόνακα. Η Πρωτοχρονιά για τους τσελιγκάδες, γι' αυτούς τους ανθρώπους των βουνών μας, έχει μεγάλη σημασία και θεωρείται ξεχωριστή μέρα μέσα στο πέρασμα του χρόνου. Απ' την παραμονή, κιολας, της αρχιμηνιάς αρχίζουν οι προετοιμασίες και τ'αναστατώματα στα τσελιγκάτα. [...]
Σύνταχα της Πρωτοχρονιάς, πριν ακόμα καλοφέξει, πηγαίνουν κι απιθώνουν στις πετρόβρυσες, στις ξυλόβρυσες και στα κρεμάμενα λαγγαδίσια νερά γλυκά κι άλλα ζαχαρωτά για τις μοίρες της χρονιάς. Κι αυτές, αφού λούσουν και χτενίσουν τα μαλλιά τους, τρώνε τα γλυκά κι ύστερα σκορπίζουνε μέσα στο θαμποσκόταδο, χορεύοντας και χαμηλοτραγουδώντας.
Οι τσοπαναραίοι πιστεύουν πως αυτό, δηλαδή το φάγωμα των καλουδιών απ' τις μοίρες, είναι καλό σημάδι για την καινούρια χρονιά. "Γλυκάθηκαν οι τύχες, γλύκανε κι ο χρόνος", τους ακούς να λένε ' "θα μας πάει καλά η χρονιά και τα πράγματά μας θα προκόψουν".
Αν, όμως, τα πιάσει το πρωί τούτα τα ζαχαρωτά και δεν τα φάγουν οι ειμαρμένες, αυτό είναι κακό σημάδι για τους τσελιγκάδες. Πιστεύουν πως η χρονιά θά'ναι κακιά κι ανάποδη. Πως θα φέρει πολλά παιδέματα, κακοπάθειες και πεθαμούς.
Την αρχιχρονιά, αυτός που θά'ρθει στα κονάκια, εύχονται όλοι τους νά'χει καλό ποδαρικό. Πρωτομπαίνοντας δε μέσα στο καλύβι τους, πρεπει να πατήσει με το δεξί του πόδι, για το καλό του χρόνου. Το πρωί, πάλι, τις πόρτες απ'τα κατοικιά των ζωντανών τις πρωτοπιάνουν και τις πρωτανοίγουν, μικρές βλαχούλες για να γεννιούνται τ'αρνοκάτσια θηλυκά. "Θηλ'κά", θα τ'ακούσεις απ'τον τσοπάνη.
Για τον ίδιο σκοπό, πάλι, ταϊζουν τα γιδοπρόβατά τους και φακή την ημέρα αυτή. Μ'όλα αυτά οι τσοπάνηδες πιστεύουν πως φέρνουν γούρι στα μαντριά τους κι αυγατίζουν τα κοπάδια τους.
Την ημέρα της Πρωτοχρονιάς κι ο πιο ανάποδος μπιστικός μπαίνοντας στο μαντρί του, θα κάνει το σταυρό του και θα σιγοειπεί και μιαν ευχή: "Καλή χρονιά με το κοπάδι μου και μ'όλο το βιος μου". [...]"




Γράφει κι ο Δημήτρης Λουκάτος ("Χριστουγεννιάτικα και των Γιορτών") για "της τύχης το κυνηγητό":
""Ο λαός πλάθει μες στα όνειρά του κόσμους καλύτερους από τούτον τον πεζό, όπου ζει και βασανίζεται" (Γιάννης Βλαχογιάννης)
Πλάθει και ποθεί και κυνηγάει τους κόσμους αυτούς μ'όποιον τρόπο μπορέσει. Όσο κι αν βλέπει να περνούν τα χρόνια του "ίδια πάντα κι απαράλλαχτα", όσο κι αν αναγκάζεται να ομολογεί πως "κάθε πέρσι και καλύτερα", κρατάει πάντα τις ελπίδες του γερές για τα μελλοντικά και κυνηγάει το καλύτερο και περιμένει... [...]
Ο λαός -χρόνια τώρα με την παράδοση και τη λαχτάρα- έχει μάθει καλά τα τερτίπια του κυνηγητού της Τύχης, τα μυστικά για το κάλεσμα και τη φιλία της. Κι αν δεν το καταφέρει να τη φέρει κοντά του από μονάχη της, βάνει σ'ενέργεια άλλους τρόπους μαγικούς, που την κάνουν, λέει, θέλοντας και μη να του χαρίσει, έστω και για μια χρονιά, την ευτυχία. [...]

Πώς να περάσω Ανατολή, πώς να περάσω Δύση,
να πά' να βρω την Τύχη μου να με παρηγορήσει;
Σηκώνει τα παιδιά της απ'τα χαράματα η νοικοκυρά, τα πλένει, τα φρεσκαλλάζει, τα καμαρώνει παστρικά και ροδοκόκκινα' νά'ναι καλά, να ξυπνάνε έτσι χαρούμενα και γερά όλον τον χρόνο. Βάζει το γιο του ο πατέρας να δουλέψει από πρωί την τέχνη του, ν'ανοίξει ένα βιβλίο, να διαβάσει λίγο' να γίνει προκομμένος μέσα στη χρονιά, όχι τεμπέλης κι άπραγος δίχως γνώση. Ο κάθε νοικοκύρης σήμερα, έχει δεν έχει, θα βάλει όλα του τα δυνατά να τα βολέψει πλουσιοπάροχα, να φάνε τα παιδιά του και τα ζώα άφθονα κι αρχοντικά. Χαρούμενοι όλοι τους μπρος στα αγαθά τους, πρέπει να περάσουν τούτην την "χρονιάρα" μέρα ευχαριστημένοι. Δεν πρέπει να γκρινιάζουν, δεν πρέπει να πικραθούν, δεν πρέπει να πεινάσουν. Να μη μελετήσουν καν τις λέξεις τις κακές -φτώχεια, κρύο, φυλακή, ξυπολισιά, ψύλλοι, περονόσπορος, χτικιό, θανατικό- που όλον τον χρόνο τους βασανίζουν. Σήμερα, μελετάνε μόνο το καλό. Ποιός ξέρει! Μπορεί η Τύχη να ξεγελαστεί και να το πάρει απόφαση, πως μπήκε πια στο σπίτι τους η γειάκαι η καλοπέραση.[...]
-"Κι εσύ κορίτσι, που θέλεις να ονειρευτείς στον ύπνο σου αν θα πάρεις πλούσιον άντρα ή φτωχό, κρύψε κρυφά, χωρίς κανένας να σε δει, την πρώτη σου μπουκιά απ' τη βασιλόπιτα του τραπεζιού. Και σαν κλειστείς μονάχη σου στην κάμαρά σου, άλειψέ τηνε με μέλι και με βούτυρο, άνοιξε το παράθυρο που βλέπει κατά το Βοριά, και στάσου εκεί, την ώρα τα μεσάνυχτα, και πες:
Ω Γενάρη, καλαντάρη, και καλά καλαντισμένε,
εκεί στις Άκριες που θα πας, κι εκεί που θα γυρίσεις
εκεί 'ναι οι Μοίρες των Μοιρών και η δική μου Μοίρα'
αν είναι πλούσια και καλή, πες της να'ρθεί να μ'εύρει,
αν είναι και πεντάφτωχη, πάλι να'ρθεί να μ'εύρει.
Κοιμήσου ύστερα, με τη μπουκιά αφημένη στο παράθυρο, και θα δεις στον ύπνο σου αυτό που ευχήθηκες."
Ο Ιανουάριος, ο πρώτος μήνας του έτους, οφείλει το όνομά του στη θεότητα των Ρωμαίων Ιανό.

"Διπρόσωπος θεός της Ιταλίας. Είναι ο θεός κάθε αρχής, και στις
ρωμαϊκές προσευχές αναφερόταν πρώτος [...] Δεύτερη ιδιότητα του Ιανού ήταν του φρουρού και του προστάτη των δημόσιων εσόδων και εξόδων. Για αυτό και τα ιερά του βρίσκονταν κοντά στις πύλες και σ'όλες τις διασταυρώσεις. [...] Το περίεργο είναι πως ο Ιανουάριος ήταν αρχικά ο ενδέκατος μήνας του ρωμαϊκού έτους και μόνο αργότερα έγινε ο πρώτος." (από το "Λεξικό του αρχαίου κόσμου", Λάμψα)

Γράφει για το Γενάρη κι ο Φίλιππος Βρετάκος ("Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των"): "...όνομα που έδωσαν στον Ιανουάριο προς τιμήν του θεού Janus, που ήτο θεός της ειρήνης και του πολέμου." Ο βασιλιάς Νουμάς (715-672π.Χ.) "προς τιμήν του Ιανού ανήγειρεν είς την αγοράν της Ρώμης ναόν, ο οποίος εσυμβόλιζε την αρχήν και το τέλος της βλαστήσεως και είχε τας πύλας του εν καιρώ μεν πολέμου ανοικτάς, εν καιρώ δε ειρήνης κλειστάς. Επί του ναού ο Νουμάς ετοποθέτησε και άγαλμα του θεού Ιανού, όπου παρίστατο διπρόσωπος, και το μεν ένα πρόσωπον έβλεπε προς Ανατολάς, το δ'άλλο προς Δυσμάς." Όσο για την αντιστοιχία του με το Αττικό ημερολόγιο, ο Ιανουάριος, πάνω-κάτω, αντιστοιχούσε με τον αρχαίο μήνα "Γαμηλιών" κατά τον οποίο γίνονταν και οι περισσότεροι γάμοι. Κι όσο για τις δημώδεις ονομασίες του ο Βρετάκος μας πληροφορεί πως λέγεται "Γενάρης, αλλά και εσφαλμένα Γεννάρης εκ παρετυμολογίας προς το "γέννα", Μεσοχείμωνος, Κρυαρίτης (επειδή κατ'αυτόν δυναμώνει το κρύο), Κλαδευτής (διότι είναι κατάλληλος δια την κλάδευσιν μήνας), Καλαντάρης ή Καλεντέρης, Τρανός, Μέγας μήνας ή Μεγαλομηνάς(κατ'αντίθεσιν προς τον Φεβρουάριον που λέγεται Μικρός ή Κουτσός)."


Ο Μιχάλης Γρηγοράκης ("Κρητικά λαογραφικά για τους μήνες") μας δίνει κι άλλες λαϊκές ονομασίες του απ'την Κρήτη, όπως "Κατσουλομήνας, γιατί τότε οι γάτες οργιάζουν, Χειμωνιάρης, γιατί ο χειμώνας έχει μπει για τα καλά, Γεννολοήτης, γιατί τότε γεννοβολάνε τα κοπάδια". Σύμφωνα με τις ονομασίες αυτές, είναι κι οι περισσότερες παροιμίες που αφορούν το Γενάρη:
Γενάρη μήνα κλάδευγε, φεγγάρι μην ξετάζεις.
Το Γενάρη κόψε κλήμα και φεγγάρι μη γυρέψεις. 
Χιόνι πέφτει το Γενάρη, χαρές θά'ν' τον Αλωνάρη.
Χιόνιασ' έβρεξε ο Γενάρης, ούλοι οι μύλοι μας αλέθουν.
Χειμωνιάτικη η Γέννα, καλοκαιρινή χαρά.
Χαράς τα Γέννα τα στεγνά, τα Φώτα χιονισμένα, και τη Λαμπρή βρεχούμενη, τ'αμπάρια γεμισμένα. 
Το Γενάρη το ζευγάρι, διάβολος θε να το πάρει.
(επειδή κατά το Γενάρη η αροτρίωση είναι παράκαιρη κι ανώφελη) 
Ο Γενάρης κι αν γεννά του καλοκαιριού μηνά.
Ο Γενάρης κι αν γεννάται, του Καλοκαιριού θυμάται.
(αφορούν τις Αλκυωνίδες μέρες) 
Κόψε ξύλο το Γενάρη και μην καρτερείς φεγγάρι.
Γενάρη, Καλαντάρη, τα κορίτσια σου πού τά'χεις στα θολόσταχτα κρυμμένα;
Ο λαγός και το περδίκι κι ο κακός ο νοικοκύρης τον Γενάρη χαίρονται. 
Κότα, χήνα το Γενάρη και παπί τον Αλωνάρη.
(για τη διατροφή) 
Όποιος θε να βαμβακώσει, το Γενάρη θε να οργώσει.
(ειδικά για το βαμβάκι) 
Αδελφέ Μιχάλη, τώρα το Γενάρη, οι δυο ένας γίνονται κι ο μοναχός κουβάρι.
(επειδή το ψύχος είναι δριμύ.)
Στσοι δεκαεφτά του Γεναριού, είν' κερά τ' Αγιαντωνιού. Τοτεσές κερά μαντόνα, είν' η φούρια του χειμώνα

Καλό μήνα, καλή χρονιά!

Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2013

Η πηλιορείτικη κότα της Πρωτοχρονιάς!

Ένα από τα παραδοσιακά και δημοφιλή εδέσματα του Δωδεκάμερου, ιδιαιτέρως της Πρωτοχρονιάς αλλά συχνά και των Χριστουγέννων εδώ στο Πήλιο είναι η γεμιστή κότα. Φαγητό που συναντάμε και σε άλλες περιοχές της Ελλάδος τούτες τις γιορτινές μέρες.Κι αν και πλέον η παραλλαγές στη γέμιση ποικίλλουν με τους διάφορους νεωτερισμούς, βασικό συστατικό νοστιμιάς αποτελεί πάντα το πηλιορείτικο κάστανο. Αλλά ας δούμε πως τη φτιάχνει μια φίλη, ακολουθώντας τη συνταγή που έμαθε από τη "μανιά" (γιαγιά) της:

Καταρχάς, η γέμιση:


"Τσιγαρίζουμε σ'ελαιόλαδο τα συκωτάκια και το στομαχάκι ψιλοκομμένα με κρεμμυδάκι. Προσθέτουμε αλατοπίπερο, λίγο μαϊντανό και τα κάστανα (ωμά, ξεφλουδισμένα φυσικά) να τσιγαριστούν κι αυτά και τέλος ρίχνουμε κομματάκια τυρί (φέτα)."


Όσο για την κότα, αφού την καθαρίζουμε και την πλένουμε καλά, "ράβουμε πρώτα το "γκαργκαλιάνο" (λάρυγγα) και την τρυπούλα που αφήνει η "γάσγα" ("σακουλάκι")


και μετά γεμίζουμε και ράβουμε από πίσω".


Κι είναι έτοιμη για βράσιμο.


Σε νεράκι με λίγο αλάτι, πιπέρι και λαδάκι την καπακώνουμε και τη βράζουμε όλη νύχτα σε χαμηλή φωτιά.


"Τη βράζαμε νύχτα όταν έσβηνε το τζάκι με λίγη φωτιά για να μην ανοίξει η "γιόμιση". Ένα δαυλί έπρεπε νά'χει από κάτω." 'Ετσι, σιγά-σιγά και σκεπασμένη ροδίζει.

Κι ύστερα το πρωί:
"Την βγάζεις την κότα και φτιάχνεις το ζουμάκι σουπίτσα με ρυζάκι ή μανεστρούλα. Ανοίγεις την κότα και σε μια πιατελίτσα δίπλα βάζεις τη γέμιση."

Σημειώνει κι ο πηλιορείτης λαογράφος μας Κώστας Λιάπης ("Διατροφή και μαγειρέματα στο παλιό παραδοσιακό Πήλιο"):
"Τα Χριστούγεννα, λοιπόν, συνήθιζαν να τρώνε κότα σούπα και ψητό χοιρινό κρέας (το ψήσιμο γινόταν στη χόβολη του τζακιού). Υπήρχε, όμως, κι εποχή που τη μέρα αυτή έτρωγαν χοιρινό με πρασοσέλινο, ή όποιο άλλο κρέας με πιλάφι, μαγείρεμα που το έλεγαν μάλιστα "τ' Χριστού το φαϊ". Την Πρωτοχρονιά η συνήθεια ήταν και είναι να φτιάχνουν κότα ή και "κούρκο" (γαλοπούλα), γεμιστή με κάστανα, καρύδια, σταφίδες, κιμά, κρομμύδι, πιπέρι και μαϊδανό, όλα καβουρδισμένα."
Η κότα, όμως, τούτες τις μέρες πρωταγωνιστεί και αλλαχού. Άλλο αν ,πολλές φορές, εδώ και χρόνια, αντικαταστάθηκε με την ξενόφερτη γαλοπούλα. Παρατηρεί ο λαογράφος Δημήτρης Λουκάτος ("Χριστουγεννιάτικα και των γιορτών"):
"Ήταν φυσικό, το ξενικό και καλοθρεμμένο αυτό πουλερικό (η γαλοπούλα) ν'αποτελεί κι ένα καλό δώρο (πεσκέσι) για φίλους ή ισχυρούς άρχοντες τις μέρες των Χριστουγέννων, που από παλιά απαιτούσαν στο γεύμα τους όρνιθα ή πετεινό. Οι παλιές παροιμίες έλεγαν: "Κότα πίτα τον Γενάρη (που είναι παχιά τα πουλερικά) και παπί τον Αλωνάρη." Ή, στον Πόντο: "Του Χριστού, όλ'αναλλάζουνε' και τα πετεινάρια σφάζουνε". [...]
Από την Κέρκυρα έχουμε περιγραφή, σχετικά πρόσφατη (1934), για τον αρχοντομαγείρευτο γάλο, που τον παραγέμιζαν με σταφίδες, κανέλα, γαρούφαλο, κουκουνάρα, και που τον "βάφτιζαν" τελετουργικά στο ζεστό νερό την παραμονή των Χριστουγέννων, φωνάζοντας τη λέξη "Χρίστος" (για να μην πουν Χριστός), καθιστώντας τον έτσι ευλογητικό φαγητό. Ο πολύς λαός όμως παντού εσυνέχιζε να περνά τα Χριστούγεννα με βραστή όρνιθα ή πετεινό (καπόνι), που έδιναν την εποχή αυτή και καλό ζουμί, και μόνο σε περίπτωση αρραβώνας προσπαθούσε να στείλει γαλόπουλο στο σπίτι της αρραβωνιαστικιάς."

Ο Ι.Κρίκελλος ("Το Δωδεκαήμερο στη Χαλκιδική") σημειώνει: "Στη Βάλτα μολονότι το κρέας αφθονούσε μετά τη σφαγή του γουρουνιού, εντούτοις έσφαζαν κι ένα μικρό πετεινάρι «για να ματώσ' του σπίτ'». Κατάλοιπο, προφανώς, των αρχαίων θυσιών, για εξευμενισμό των δαιμόνων, προκειμένου να χαρίσουν καλοχρονιά στους σπιτικούς."

Όσο για τη γεμιστή πρωτοχρονιάτικη κότα, σίγουρα η γέμισή της, πέραν της νοστιμιάς, κρύβει και έναν συμβολισμό για την υποδοχή της νέας χρονιάς. Εξάλλου, στο πρωτοχρονιάτικο τραπέζι είθισται να παρατίθεται το πιο πλούσιο γεύμα, ώστε από τη χρονιά που θα ακολουθήσει να μη λείψει τίποτα. Μια κότα γεμιστή, θα μπορούσε να πει κανείς "εμπλουτισμένη", και μάλιστα με γέμιση που αποτελείται από καρπούς (κάστανα, καρύδια, κουκουνάρια, μύγδαλα, σταφίδες, κ.α., ανάλογα τον τόπο και την παραλλαγή) δε μπορεί να μην υποδηλώνει την ευχή της οικογένειας για ευκαρπία και την ελπίδα της ότι θα υποδεχτεί ένα νέον έτος πλούσιο σε κάθε λογής αγαθά.

Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2013

Ο Άγιος Στέφανος, τα στέφανα και τα κουρμπάνια.

Του Αγίου Στεφάνου σήμερα, προστάτου των στεφάνων και των νιόπαντρων ζευγαριών. 
Ο Δημήτριος Λουκάτος ("Συμπληρωματικά του χειμώνα και της άνοιξης") καταγράφει σχετικά:
"Η χριστιανική υμνογραφία έπαιξε λυρικά με το όνομα του αγίου αυτού, μιλώντας για στέφανο του μαρτυρίου του:
Λόγων στεφάνοις στέφω Στέφανον, ον προέστεψαν λίθοι!...
και: 
Δεύτε Στέφανον ενδόξως στεφανώσωμεν.
Αυτή η ένδοξη εναλλαγή στεφάνων και στεφανώματος, μαζί με τη νεανική ηλικία και μορφή του πρωτομάρτυρα, που κι οι ίδιοι οι δικαστές του τον αντίκρυσαν σε μια στιγμή να έχει "πρόσωπον αγγέλου" (κι αυτό μας το δίνουν επίσης οι μεγάλοι αγιογράφοι) έκαμε ώστε ο άγιος Στέφανος να θεωρείται και προστάτης των νιόπαντρων ζευγαριών, η να τον επικαλούνται, με προσκόμιση λουλουδιών, οι ανύπαντρες κοπέλες.



Νομίζω ότι δεν είναι άσχετη με τη νεανικότητα του αγίου και με τον μεταφυσικό συμβολισμό του στεφάνου του, η εντονότερη λατρεία του από τον γυναικείο κόσμο, κι η αφιέρωση γυναικείων Μοναστηριών στ' όνομά του (Μετέωρα, Χίος, Αττική, Θεσσαλονίκη)."

Λέγεται, ακόμη, πως πολλά νιόπαντρα ζευγάρια του αφιέρωναν τα στέφανά τους, ώστε "νά'χουν καλά στέφανα", καλό γάμο.

Στα Ψαχνά Ευβοίας, στο εκκλησάκι του Αγίου Στεφάνου, υπάρχει τό εξής έθιμο, που κράτησε κυρίως μέχρι τη δεκαετία του '70, "όποια κοπέλα ή άνδρας δε μπορούσε να βρει γαμπρό ή νύφη αντίστοιχα, πήγαινε στο εξωκκλήσι του Αγίου και άφηνε μπροστά στην Ωραία Πύλη δεμένο (κόμπος) μανδήλι με χρήματα μέσα. Όποιος πιστός το έβρισκε, το έλυνε, έπαιρνε τα χρήματα και ταυτόχρονα "ελευθερωνόταν" η τύχη αυτού που άφησε το μανδήλι." Επίσης, τη μέρα αυτή "οι παντρεμένες γυναίκες βγάζουν τα στέφανά τους στο φως της ημέρας για να τα καθαρίσουν και να τα θυμιατίσουν." (πηγή: http://psahnaevia.blogspot.gr/2012/12/2.html)

Η γιορτή του Αγίου Στεφάνου, όμως, συνδέεται και με τα χοιροσφάγια (βλ.καιΤα χοιροσφάγια των Χριστουγέννων), καθώς σε πολλά μέρη της Ελλάδος συνηθιζόταν τούτη τη μέρα να σφάζουν τα γουρούνια, αντί τις παραμονές των Χριστουγέννων, γι'αυτό και αρκετή την ονόμαζαν "γουρουνοστέφανο". Ιδιαιτέρως για την περιοχή της Χαλκιδικής ο Ιωακείμ Κρικέλικος ("Το Δωδεκαήμερο στη Χαλκιδική" - σε ηλεκτρονική μορφή εδώ: http://www.halkidikinews.gr/dodeka/) αναφέρει:
"Του Αγίου Στεφάνου: Μεγάλη μέρα για την Αρναία, που γιορτάζει τον πολιούχο της Άγιο σημαντική όμως μέρα και για τα πιο πολλά χωριά της Χαλκιδικής, αφού σήμερα σφάζουν τα γουρούνια, εις ανάμνηση, λένε, της σφαγής των δεκατεσσάρων χιλιάδων νηπίων από τον Ηρώδη ή του λιθοβολισμού του αγίου Στεφάνου.
Πιθανότατα το έθιμο της σφαγής του οικόσιτου χοίρου ανάγεται στους ρωμαϊκούς χρόνους, τότε που οι γεωργοί θυσίαζαν, κατά τα «Σατουρνάλια» (17-25 Δεκεμβρίου), προς τιμή του Κρόνου και της Δήμητρας, χοίρο για την ευφορία της γης.
Σίγουρα, πάντως, έσφαζαν το γουρούνι τα Χριστούγεννα οι Χαλκιδικιώτες, διότι και το κρύο επέτρεπε τη διατήρηση του χοιρινού κρέατος για πολύ καιρό και να φάνε δεν είχαν· και οι "αλείξουρις" αυτές ημέρες χρειάζονταν πολύ και καλό φαγητό· «φαγούσ'μου ήταν κι δ'λειές δεν είχαν».
Η σφαγή του γουρουνιού, από παρέα φίλων και γειτόνων, ήταν όντως τελετουργική: λίγο πριν τη σφαγή, το έβγαζαν από το «κουμάσι» για να περπατήσει, «να σκνίσ'» ελεύθερα και να «χαρεί», προτού θανατωθεί. Ευθύς μετά το σφάξιμο, η νοικοκυρά το θύμιαζε μ' ένα κεραμίδι "για να φύγουν τα μαϊκά" τα κάρβουνα από το αυτοσχέδιο θυμιατό τα έριχνε μετά στο λαιμό του χοίρου «για την ψυχή του ζώου αλλού, «έβαζαν στο στόμα του γουρουνιού κώνο («κουκ'νάρα») καλαμποκιού, για να μένει ανοιχτό (ίσως για να βγει πιο εύκολα η η ψυχή του!) σ' άλλα πάλι χωριά, τα κάρβουνα με το θυμίαμα τα έριχναν στα αυτιά του γουρουνιού, για να φύγουν οι Καλικάντζαροι αλλού, τέλος, θυμίαμα και κρεμμύδι έβαζαν στο στόμα του, για να έχει γλυκό και νόστιμο κρέας.
Η θυσία του ζώου γίνεται, σίγουρα, με προφύλαξη, αγνείες, καθαρμούς και εξιλαστικές πράξεις, που συναντούμε σε πανάρχαιες τοτεμικές τελετουργίες, όπως λ.χ. στα «Βουφόνια» των αρχαίων, έτσι ώστε οι θύτες να γλιτώνουν από το κρίμα.
Μετά το γδάρσιμο και τον τεμαχισμό, τα παιδιά έπαιρναν τη «φούσκα» του (ουροδόχο κύστη), αφού πρώτα «τα έδειχναν» (τα γεννητικά τους όργανα), την τρίβανε στη στάχτη για να μαλακώσει, τη φούσκωναν και έπαιζαν με τούτο το αυθεντικό και ανθεκτικό μπαλόνι.
Ακολουθούσε το θυσιαστικό συμπόσιο: τη μέρα αυτή έτρωγαν το μαύρο συκώτι, μαγειρεμένο με κρεμμύδια και κόκκινο πιπέρι. Το άσπρο το έτρωγαν την Πρωτοχρονιά.
Τις επόμενες μέρες οι νοικοκυρές έβγαζαν τη λίγδα (λίπος), έφτιαχναν τις «τσιγαρίδες» ή «πιτσουρούδις» (τσιγαρισμένα κομμάτια κρέατος και λίπους μαζί), γέμιζαν τα λουκάνικα καθάριζαν τις «ουματιές» ή "ματιές", αλάτιζαν τον παστό και έφτιαχναν από τηγανισμένα κομμάτια κρέατος, λίπους και λουκάνικων τον «πασπαλά» (καβουρμά), που τον φύλασσαν σε πήλινα δοχεία, τις «βουτνάρες», για το θέρο.
Και επειδή από "του γ'ρούν' τίπουτι δεν πιτχιέτι", στην Κασσάνδρα φτιάχνανε:
1) «μπάμπου», με το στομάχι του χοίρου που καθαριζόταν καλά, παραγεμιζόταν με «γιουμίδια» (γλυκό τραχανό, μυρωδικά, ψιλοκομμένο και ζεματιστό πνευμόνι) και τρωγόταν τη δεύτερη ή την τρίτη μέρα μετά το σφάξιμο,
2) τον «αϊτό», με τα «τραγανάδια» (χόνδρινα μέρη) του στήθους, που τεμαχίζονταν, βράζονταν με γλυκό τραχανό και γίνονταν πίτα, και
3) τον «πατσιά», με το κεφάλι και τα πόδια του γουρουνιού, που μαγειρευόταν την παραμονή της Πρωτοχρονιάς.
Οι νοικοκυραίοι, τέλος, το δέρμα του γουρουνιού το καθάριζαν, το τέντωναν και το άπλωναν να ξεραθεί. Απ' αυτό αργότερα έφτιαχναν τα «γρουνουτσάρ'χα»."


Ο Γεώργιος Αικατερινίδης, στο έργο του "Νεοελληνικές αιματηρές θυσίες", αναφέρεται, επίσης, σε θυσίες ζώων την ημέρα τούτη:


Αναφορά σε κουρμπάνι, δηλαδή σε "θυσία ζώου", αλλά και σε άλλες παραδόσεις κατά την ημέρα του Αγίου Στεφάνου κάνει και η Αργυρώ Μάμαλη-Κοπάνου στο βιβλίο της "Αντέτια Δωδεκαημέρου":
"Την τρίτη ημέρα μετά τα Χριστούγεννα, γιορταζόταν ο Άγιος Στέφανος, ιδιαίτερα στην Καππαδοκία. Στο Γκέλβερι, ήταν προστάτης των παντοπωλών και στα Φάρασα, ο "Ε-Στέφανος" λατρευόταν σε κάτζι (βράχο), όπου ήταν και η σπηλιά που αγίασε. Η συνοικία του Αγίου Στεφάνου ήταν ένα παραλιακό προάστιο της Κωνσταντινούπολης, στην Προποντίδα, που τιμούσε ιδιαίτερα τη μνήμη του Αγίου. Χαρακτηριστικό έθιμο του πανηγυριού ήταν τα τάματα που έφερναν Ρωμιοί, Τούρκοι κι Αρμένιοι, ζώα στολισμένα με χρυσές κλωστές που θυσίαζαν στον αυλόγυρο κι έπειτα άλειφαν χέρια και πρόσωπο με το αίμα της θυσίας "για το καλό", όπως πίστευαν. Ήταν ένα κουρμπάνι (θυσία ζώου) που γινόταν, όπως και άλλα, στη λατρεία των Αγίων, το οποίο όμως διατηρήθηκε μέχρι τα νεώτερα χρόνια.
Στον Πόντο, στο χωριό Χατσάβερα της Ροδόπολης, υπήρχε ναός του Αγίου μέσα σε σπηλιά. Στη γιορτή γινόταν τοπικό πανηγύρι και οι κάτοικοι έσφαζαν πρόβατα και δαμάλια για να φιλέψουν τους προσκυνητές. Ο Άγιος, πίστευαν, "από πέτρα γεννήθηκε κι από πέτρα πέθανε". Σύμφωνα με την παράδοση, την τρίτη μέρα των Χριστουγέννων, τρεις γυναίκες πήγαν για επίσκεψη στην Παναγία που ήταν λεχώνα. Οι δύο είχαν από ένα παιδί στην αγκαλιά και η τρίτη που δεν είχε, πήρε μια πέτρα από το δρόμο και τη φάσκιωσε. Η Παναγία ρώτησε ποιά ήταν τα ονόματα των παιδιών των γυναικών. Οι δύο πρώτες απάντησαν, η τρίτη όμως αποκρίθηκε δειλά: Στέφανος. "Το πιστεύω", είπε η Παναγία, "ας είναι Στέφανος τ'όνομά του". Λυπήθηκε την άτεκνη γυναίκα κι έκανε το θαύμα της. Έτσι έγινε ο Αϊ-Στέφανος, που από πέτρα γεννήθηκε και από πέτρα θανατώθηκε (με λιθοβολισμό)."

Ίσως, μάλιστα, με βάση αυτήν την τελευταία παράδοση, κάποιοι να τον θεωρούν και προστάτη "για την ευτοκία και ευτεκνία".
Τέλος, στον Άγιο Γεώργιο της Χίου (πηγή: http://www.alithia.gr/newspaper/2005/30122005/30122005,13619.html): "Ανήμερα του Αγίου Στεφάνου οι άντρες του χωριού κατέβαιναν στην πόλη κρατώντας έναν «τουρβά», έναν τρίχινο υφαντό σάκκο όπου συνήθως τοποθετούσαν τα ψώνια. Κατέβαιναν εκείνη τη μέρα στη χώρα, πουλούσαν τις ελιές τους, τις «τρούπες» και ψώνιζαν τα αναγκαία για το σπιτικό τους. Αυτός ο τουρβάς γέμιζε με καλούδια κάθε λογής. Kαρύδια, ακόμη και πατσά. Ο κάθε νοικοκύρης έκανε την κουμπανία του», θυμάται ένας κάτοικος του χωριού" .