Τετάρτη 28 Φεβρουαρίου 2024

Ο αδικημένος Άγιος Κασσιανός κι οι λαϊκές μας παραδόσεις!

"Ο άϊ-Κασσιανός παραπονιόταν στο Θεό γιατί μαθές, να κάνουν τόσες δόξες και πανηγύρια στον άϊ-Νικόλα... και για τον Κασσιανό, που κάποτε γλύτωσε ανθρώπους από τα θηρία (ίσως όταν γύριζε στα Μοναστήρια της Ανατολής) δεν εγνοιάστηκε κανείς, μηδέ για προσκύνημα, μηδέ για πανηγύρι! 
Την ίδια ώρα, νά και παρουσιάστηκε ο άϊ-Νικόλας βρεγμένος ίσα με το κόκκαλο κι αναμαλλιάρης. (Τον ερώτησ' ο Θεός πού ήταν.) Και άρχισε να λέει σε πόσα πέλαγα γύριζε και πόσα καράβια γλύτωσε με τους ανθρώπους των.
Τότε ο Θεός γυρίζει και λέει στον Κασσιανό: Τον είδες τον άγιο-Νικόλα; Μηδέ μέρα, μηδέ νύχτα ησυχάζει. Χώνεται, χειμώναν καιρό, μέσα στις φουρτούνες, για να γλυτώσει τον κόσμο, κι η βράκα του (όπως των ναυτικών) είναι πάντα βρεμένη. Και συ πια, που γλύτωσες μια φορά ανθρώπους από τα θεριά, κάθεσαι τώρα, σαν οκνός, στον Παράδεισο κι έχεις μούτρα, να παραπονιέσαι. Μάθε το λοιπόν, μια και καλή, πως ο κόσμος που κάνει τα πανηγύρια, ξέρει τί κάνει! 
Σώπασε ο Κασσιανός, αμ' ο Θεός τον τιμώρησε, να μη μπορεί να γιορτάζει κάθε χρόνο, μόνο μια φορά στα τέσσερα, άμα ο Φλεβάρης θα τραβά εικοσιεννιά." (Παναγιώτης Νικήτας, "Το Λεσβειακό Μηνολόγιο", Μυτιλήνη 1953)
Τούτη την παράδοση, παραθέτει ο λαογράφος μας Δημήτριος Λουκάτος στο έργο του "Συμπληρωματικά του Χειμώνα και της Άνοιξης" (εκδόσεις Φιλιππότη) και αναφέρει σχετικά:
"Είναι ο άγιος, που μόνο τα δίσεκτα έτη παρουσιάζεται η ημερομηνία της γιορτής του. Στα άλλα χρόνια συνεορτάζεται με τους αγίους της 28ης  Φεβρουαρίου. Ο λαός πιστεύει πως είναι τιμωρημένος από το Θεό γιατί, ενώ είχε κανονική τη λατρεία του, παραπονέθηκε ότι άλλοι άγιοι παίρνουν μεγάλες τιμές. [...] Η γενική αυτή παράδοση με σχετικές παραλλαγές κυκλοφορεί ιδιαίτερα στις Ορθόδοξες χώρες από τα βυζαντινά χρόνια. [...]"




Εμπνευσμένος από ετούτη την παράδοση, ο κλασικός λογοτέχνης μας Γεώργιος Βιζυηνός (1949-1896), έγραψε ένα πολύ ιδιαίτερο ποίημα, "Το συναξάρι του Αγίου Κασσιανού":

Ἀτθίδες Αὖραι (1884)

Συγγραφέας: Γεώργιος Βιζυηνός
ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΑΣΣΙΑΝΟΥ
(Δημώδης καλογηρικὴ παράδοσις.)


"Οἱ Ἅγιοι στὸν οὐρανὸ
συνάχθηκαν ἕνα πουρνὸ
’μπρὸς στοῦ Θεοῦ τὸ δῶμα.
Τάκ, τοῦκ! Τὴν θύρα του χτυποῦν:
Ἔχουνε κἄτι νὰ τοῦ ’ποῦν—
Μήπως κοιμᾶτ’ ἀκόμα;

“Καὶ βέβαια! Ἀπὸ τεμπελιὰ
κι’ ἀπὸ κοιμῆσ’ ἄλλη δουλειὰ
τοῦ Λόγου του δὲν κάνει!”
(Ὁ Ἅγιος Κασσιανὸς
τὸ εἶπε, ποῦ τοῦ καθενὸς
τὴν γνώμη προλαμβάνει.)

“Λέν, εἰς παμπάλαιον καιρὸν
πῶς μιὰ δουλειὰ ἐξ ἡμερῶν
ἐπῆρεν εἰς τὰ χέρια.
Κ’ ἔκτισε κῦμα καὶ στεριά,
κ’ ἔπλασ’ ἀνθρώπους καὶ θεριά,
κ’ ἐγυάλισε τ’ ἀστέρια.

“Μὰ σοῦ ἐπῆρεν ἀπ’ ἐκεῖ
γιὰ μιὰ μεγάλη Κυριακὴ
τὸν ἄπειρον αἰῶνα!
Ἐνῷ οἱ Ἅγιοι ’γδυτοί,
’ως καὶ στὴν ἴδια μας γιορτή,
δουλεύουμε γι’ Αὐτόνα!”

Πρὶν ἀποσώσῃ τὴν λαλιά,
ἀνοίγ’ ἡ θύρα μιὰ σταλιά,
καὶ βλέπ’ αὐτὸς κ’ οἱ ἄλλοι—
Δὲν ἐφαινότανε μορφή,
μὰ εἶδαν τ’ ἄσπρο τὸ σκουφί,
π’ ὁ Θεὸς τὴν νύχτα βάλλει.

Τοῦ Κόσμ’ Αὐτὸς τὴν μηχανή,
μὲ τὸ ποδάρι του κουνεῖ,
κι’ ἀλείφει μὲ τὸ χέρι·
Ἡ ’πουκαμίσα ποῦ φορεῖ
καὶ ἡ ’ματιά του μαρτυρεῖ
πῶς ’δούλευε νυχτέρι.

Ἅμα τὸ εἶδαν οἱ καλοί,
σὰν νᾆχαν ὅλοι μιὰ βουλή,
τὸ βλέμμα σκύβουν κάτω,
κι’ ἀρχίζουν μὲ πολλὴ βοή:
“Τὸν Κύριον πᾶσα πνοὴ
καὶ κτίσις αἰνεσάτω!”

Ὁ Θεὸς ἀκούει καὶ γελᾷ·
κι’ ἀνασκομπόνει στ’ ἀψηλὰ
τοῦ ῥούχου τὰ μανίκια:
“Καλὰ τὸ λέγουν οἱ θνητοί,
πῶς ὅπου λείπει τὸ γατί
χορεύουν τὰ ποντίκια!”

Κ’ ἐνῷ οἱ Ἅγιοι μὲ πολλὴ
τοῦ ψαλλουρίζουν συστολὴ
τ’ ἀτέλειωτο τροπάρι,
νίβγετ’ Ἐκεῖνος καθαρὰ
κι’ ἀλλάζει μέσα, καὶ φορᾷ
τὴν θεϊκή του χάρη.

Ἔπειτα γνεύει σιγανὰ
τ’ ἀγγέλου ποῦ τὸν διακονᾷ
ν’ ἀνοίξῃ πιὰ τὴν θύρα.
Μόλις τὴν εἶδαν ν’ ἀνοιγῇ,
ἐσκύψαν ὅλοι μὲ σιγή,
καὶ προσκυνοῦν στὴν γύρα.

Ὁ Πλάστης γνεύει ἄλλη μιά.
Κ’ ἦταν αὐτὸ ἐπιθυμιὰ
νὰ εἰσαχθοῦν στὸ ’σπίτι.
“Μόλις ἐδόθ’ ἡ προσταγή,
καὶ θὰ φιλήσῃ λὲς τὴν γῆ
ἡ μακρυά τους μύτη!

“Ἀρκεῖ! Ἀρκεῖ! Εὐχαριστῶ!
Σᾶς ἔχω χάριν, ἂν αὐτὸ
τὸ αἴσθημα σᾶς μένῃ,
κι’ ὅταν κανεὶς δὲν σᾶς τηρᾷ -
Καὶ σᾶς ’βρεθῇ καμμιὰ φορὰ
ἡ θύρα μου κλεισμένη.”

Ἕνας τὸν ἄλλο τους κυττᾷ
κ’ ἐκπεπληγμένος ἐρωτᾷ,
μὲ τὴν ’ματιὰ μονάχα:
Ποιός εἶν’ αὐτός, ὅπου τολμᾷ
τέτοι’ Ἀρχηγὸ νὰ μὴν τιμᾷ
ὅπου κι’ ἂν ἦναι τάχα;

“Ὁρίστε μέσ’ ἀγαπητοί!
Βεβαίως τρέχει κἄτι τὶ
σπουδαῖο στὴν Ἑλλάδα,
γιὰ νὰ ’ξυπνήσετε βιαστοὶ
ἀπὸ τὴν κλίνη τὴν ζεστή,
’σὲ τούτη τὴν κρυάδα!”

Καθεὶς σκουντᾷ καὶ προσπαθεῖ
νὰ πρωτὠμβῇ νὰ θρονιασθῇ
εἰς τοῦ Θεοῦ τὸ πλάγι.
Σταὶς πρόσχαραίς των ταὶς μορφαὶς
τὸ βλέπεις, ποῦ καλὸς καφὲς
τοὺς ’μύρισε καὶ τσάγι!

Σὰν ἐκαθῆσαν στὰ θρονιά,
κ’ ἐβούτησαν τὴν φρυγανιά,
καὶ ἤπιαν τὸ ζεστό τους—
Στρέφετ’ ὁ Πλάστης τοὺς κυττᾷ,
καὶ τὰ μαντάτα νὰ ῥωτᾷ
ἀρχίζ’ ἀπὸ τοὺς πρώτους:

Ἀπὸ τοὺς ἀξιωματικούς—
Αὐτοὺς τοὺς προτιμοῦν, ἀκοῦς,
κι’ ὁ Θεὸς καὶ ᾑ κοκκώναις.
Γιατὶ τοὺς ἔχουν γιὰ φρουρούς,
ποῦ κόφτουν δράκοντας κ’ ἐχθρούς—
Ἐπάνω σταὶς εἰκόναις.

Τὸν Ἁγι-Γεώργη τὸ λοιπὸν
ῥωτᾷ μὲ βλέμμα χαρωπόν:
“Τί νέ’ ἀπ’ τὴν Ἀθήνα;”
Αὐτός, τὸ χέρι του στ’ αὐτί,
καὶ μὲ μιὰ στάση κορδωτή:
“Τὰ ’ξεύρεις, λέγ’, ἐκεῖνα!

“Τὴν μάν’ αὐτοί, ποῦ τοὺς γεννᾷ,
τὴν ῥουκανοῦν παντοτεινά,
σὰν δένδρο τὰ σκουλούκια.
Καὶ πέρνουν, γι’ ἄπειρα πουγγιά,
ἐλεημοσύν’ ἀπ’ τὴν Φραγκιὰ
κι’ ἀπ’ τὴν Τουρκιά—Χαστούκια!”

Ἔπειτα στρέφει καὶ θωρεῖ
τ’ Ἁγί-Δημήτρη τὸ σκαρί,
ντρίτο, σὰν σπάθας θήκη.
Καί, “Τί μαντάτα, τὸν ῥωτᾷ,
ἀπ’ τῆς Ἠπείρου τ’ ἀνοιχτὰ
κι’ ἀπ’ τὴν Θεσσαλονίκη;”

“Καλά, τοῦ λέγ’, εὐχαριστῶ!
Μά, Προτεστάντη τὸν Χριστὸ
θὰ κάμουν αὐτοῦ πέρα,
κι’ ὅλους ἑμᾶς Αὐστριακούς—
Ἄν δὲν τοὺς βάλῃς τοὺς Γραικοὺς
’λίγο μυαλὸ μιὰ ’μέρα!”

Τότ’ ὁ Θεὸς στρεφογυρνᾷ
νὰ ’βρῇ μὲ ’μάτια γαλανὰ
τὸν Ἅγιο Νικόλα:
Αὐτὸς φροντίζει δι’ αὐτά.
Αὐτὸς τὴν Πίστ’ ὑπηρετᾷ—
Κι’ ἂς μὴν τὸ λέγει κι’ ὅλα.

Γυρνᾷ ’π’ ἐδώ, γυρνᾷ ’π’ ἐκεῖ—
Ὅλ’ εἶν’ αὐτοῦ οἱ συνοδικοί,
μόνον ἐκεῖνος ὄχι!
“’Ξεύρει κανείς σας, ποῦ κρατεῖ
Ἁγι-Νικόλας, καὶ γιατί
δὲν κάθεται στὴν κώχη;”

Ὅλοι τους γνέψιμο κοινὸ
στὸν Ἅγιο Κασσιανὸ
γιὰ ν’ ἀπαντήσῃ ῥίπτουν—
Αὐτὸς τοὺς ἔφερεν· αὐτὸς
ἂς ὁμιλήσῃ θαρρετὸς
ὅ τι ἐκεῖνοι κρύπτουν.

Αὐτὸς ’σηκώθ’ ἀπ’ τὸ θρονί:
“’Βλόγησον, Πάτερ!” Προσκυνεῖ,
καὶ λέγει μὲ τὴν μύτη.
“Μᾶς ἐρωτᾷς συχνὰ πυκνὰ
ὁ κόσμος κάτω πῶς περνᾷ
στ’ ἀπότρελό του ’σπίτι.

“Θαρρῶ, θὰ ἦταν πιὸ καλά,
ἄν ἐρωτοῦσες μιὰ βολὰ
καὶ δι’ ἑμᾶς ’δῶ πέρα.
Καλὰ θὰ ἦταν. Ἀλλὰ Σύ—
Μὰ αὐτὴν τὴν δόξα τὴν χρυσή—
Ἐπῆρ’ ὁ νοῦς Σ’ ἀγέρα!

“Τώρα μοῦ νοιώθει τὸ μυαλό,
γιατί κανεὶς τὸν πιὸ τρελό
θεότρελο τὸν κράζει!
Αὐτὸ βεβαίως θὰ δηλοῖ,
πῶς ἡ τρελάρα ἡ πολλὴ
τὴν φρόνησή Σου ’μοιάζει!

“Γκρεμνιέτ’ ὁ τόπος ποῦ πατᾷς,
καὶ Σὺ ’ξετάζεις κ’ ἐρωτᾷς
τί νέ’ ἀπ’ τὴν Ἑλλάδα;
Ἔχ! Καὶ νὰ ἤμουνα Θεός!
Νὰ φάγ’ ἐτοῦτος ὁ λαὸς
ζβερκιὰ καὶ μπαστουνάδα!

“Μώρ’ Χριστιανοί ’ναι τάχ’ αὐτοί,
καὶ πατριῶται θαρρετοί,
σὰν ἦταν ἡ γενιά τους;
Ἔχ! Καὶ νὰ εἶχα μιὰ νευρὰ
νὰ τοὺς ἀργάσω τὰ πλευρὰ
σαχλιὰ σὰν τὰ μυαλά τους!

“Μ’ αὐτὸ δὰ θἄρθῃ μοναχό,
σὰν στρέψ’ ὁ Χρόνος τὸν τροχὸ
ἀπ’ τοῦ Βοριᾶ τὰ μέρη,
καὶ τοὺς ἀλέσουν οἱ Ξανθοί,
σὰν ἅλας πὤχει μωρανθῇ,
σὰν ’ξέθυμο πιπέρι!

“Γι’ αὐτὸ συμπάθειο Σὲ ζητῶ,
ἂν μ’ ἔφυγε τὸ καθ’ αὐτὸ
τῆς ὁμιλίας νῆμα.
Μιὰ ἄλλ’ ἀνάγκη μᾶς βαστᾷ,
μᾶς ἔχει σύρ’ ἐδὼ ’μπροστὰ
στὸ θεϊκό Σου βῆμα.

“Ἁγι-Νικόλας μὲ χωρὶς
αἰτία κι’ ἀφορμὴ θαρρεῖς
λείπ’ ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς τόπους;
Παρὰ σκυφτὸς ἐδὼ μ’ ἑμᾶς,
προκρίν’ ἐκεῖνος τὰς τιμὰς
ποῦ παίρν’ ἀπ’ τοὺς ἀνθρώπους.

“Σὲ κάθε τέμπλος π’ ἀπαντᾷ
στήνει τὸν θρόνο του κοντὰ
στοῦ γυιοῦ Σου τὴν μητέρα!
Κ’ οἱ ναύταις, ὅταν κονδυλοῦν,
σ’ ἐκεῖνον κράζουν καὶ λαλοῦν
τὸ Τὴν τιμιωτέρα!

“Κ’ ἐνῷ ἡ φτώχεια δὲν ’μπορεῖ
γιὰ μᾶς νὰ κάψ’ ἕνα κερὶ
καὶ δυὸ κουκκιὰ θυμιάμα,
αὐτὸς συχνὰ πυκνὰ πουλεῖ,
ἀπ’ τὴν περίσσεια τὴν πολλή,
χρυσὸ τὸ κάθε τάμα!

“Νοεῖς βεβαίως, πῶς αὐτὰ
τὴν Πίστη βλάπτουν δυνατὰ
καὶ τὴν Ἁγιωσύνη.
Ἐνῷ δὲν ἔπρεπε, φρονῶ,
νὰ λείπ’ ’ως κι’ ἀπ’ τὸν οὐρανὸ
ἡ κοινοκτημοσύνη!

“Γιατί νὰ ἔχ’ αὐτὸς γιατί
τίμὴ καὶ δόξα, κ’ ἑορτὴ
λαμπρότερ’ ἀπὸ μένα;
Ἂς μᾶς τὸ ’πῇ ὀρθὰ κοφτὰ
τὰ δικαιώματά τ’ αὐτὰ
ποῦ τἄχ’ ἀποκτημένα!

“Ἂν ἦταν μάρτυς μὲ καρδιά—
Θἄλεγα: τέτοι’ ἀναποδιὰ
τὴν κάμνουν οἱ ἀνθρῶποι:
Σοῦ ’γδέρνουν κἄποιον σὰν σκυλί,
καὶ σὰν θεόν τους, οἱ μουρλοί,
τὸν προσκυνοῦν κατόπι!

“Ἂν ἦταν ἕνας ἀσκητής,
ἕνας σοφὸς ἢ ποιητής,
π’ ἀπέθαν’ ἀπ’ τὴν πεῖνα—
θἆχε κανεὶς ὑπομονή·
καὶ θἄλεγ’ ὅλ’ οἱ Χριστιανοὶ
πῶς εἶν’ ἀπ’ τὴν Ἀθήνα.

“Τὸ πνεῦμ’ ἀφήνουν νὰ πεινᾷ,
τὴν ἀρετὴ νὰ διακονᾷ—
Καὶ σὰν τὰ κακαρώσῃ,
πὰ στὸ στομάχι τ’ ἀδειανὸ
τῆς στήνουν μάρμαρο βουνό,
καὶ ψάλλουν ὅσοι ὅσοι!

“Μὰ τοῦτον—Δόξα σ’ ὁ Θεός—
στὴν γῆ τὸν εἶχεν ὁ λαὸς
Αὐθέντη καὶ Δεσπότη!
Γι’ αὐτάς, δὲν εἶπες, τὰς τιμάς,
οἱ πρῶτ’ εἶν’ ἔσχατοι ’σ’ ἑμᾶς,
κ’ οἱ ἔσχατ’ εἶναι πρῶτοι;—

“Μά, τὸ συνήθειο τὸ κακὸ
ἔγεινε πλέον φυσικὸ
στὸν Ἅγιο-Νικόλα!
Φιλόπρωτος χαμαὶ στὴν γῆ,
πρωτεῖα ’πάνω κυνηγεῖ
μὲ τὰ σωστά του ὅλα.

“Κι’ ἂν δὲν ’νοιασθῇς – Σὲ βεβαιῶ,
μᾶς τὸν καθίζουν γιὰ Θεὸ
στὸν ζβέρκο μας οἱ Σλαῦοι!
Καὶ θὲ νἀρθῇ μιὰ πρωϊνὴ
νὰ Σὲ σηκώσ’ ἀπ’ τὸ σκαμνί,
τὴν θέση νὰ Σοῦ λάβῃ!”

Ὁ Πλάστης π’ ἄκουεν αὐτὰ
τὰ γέλοια μέσα του βαστᾷ,
τὰ γένια του χαϊδεύει.
Μιὰ τὸν κατήγορο θωρεῖ,
μιὰ τὼν Ἁγίων τὸ σωρί—
Κἄτι τοὺς μαγερεύει!

Κατόπι: “Πράγματι, λαλεῖ,
εἶναι παράδοξο πολὺ
γιατί ἡ Χριστιανοσύνη
κεριὰ καὶ ’λάδια περισσά,
καὶ τόσα στέφανα χρυσὰ
’σ’ αὐτὸν τὸν Ἅγιο δίνει!

Καὶ ἀπὸ τοῦτα ποῦ θωρῶ,
εἰς τὰ Μετέωρα θαρρῶ
ποθεῖτε νὰ τὸν στείλω.—
Εἶναι στὴν σύνοδο κανεὶς
νὰ ’πῇ δυὸ λόγους εὐμενεῖς
γιὰ τὸν παλῃό μας φίλο;...

“Μά, ὅποιος κρίνει τὰ κοινά,
θαρρῶ, δὲν πρέπει νὰ ξεχνᾷ
καὶ τοῦ σοφοῦ τὴν γνώμη:
Πρὶν ἔρθῃ κι’ ἀπολογηθῇ
αὐτὸς ποῦ κατηγορηθῇ,
μὴν κάμῃς κρίσ’ ἀκόμη.

“Γι’ αὐτὸ καλὸ νομίζω ’γὼ
’σ’ ἕνα κλητῆρά μου γοργὸ
νὰ δώσουμε μιὰ κλήση,
ἕν’ ἔνταλμα δεσποτικό.
Καί, μὲ καλὸ ἢ μὲ κακό,
νὰ μᾶς τὸν κουβαλήσῃ.”

Κ’ ἐστράφη κ’ ἔγνεψε γλυκὰ
ἑνὸς ἀγγέλου, ποῦ ’γροικᾷ
τὸ πρᾶγμ’ αὐτοῦ ποῦ στέκει.
Κι’ αὐτὸς ἐπέταξε στὴν γῆ
μὲ τοῦ Θεοῦ τὴν προσταγή,
ὡσὰν ἀστροπελέκι.

Πρὶν ἢ τελειώσῃ μιὰ στιγμή,
τ’ Ἁγί-Νικόλα τὸ κορμὶ
πῶς ἔφερνεν ἐφάνη.
Καὶ στῆς στιγμῆς τὸ τέλος πιά,
σαχλιό, βρεμμένο σὰν σουπιά,
’μπρὸς στὸν Θεὸ τὸν βάνει.

“Συγνώμ’, Ἀφέντη μου, ζητῶ,
διότι, λέγει, περιττὸ
καιρὸν ἔχω ἀργήσει.
Μὲ τὰ γοργά μου τὰ φτερὰ
ἐπῆγα Νότο καὶ Βορρᾶ,
κι’ Ἀνατολὴ καὶ Δύση.

“Σ’ ὅλους ἐπῆγα τοὺς λαούς,
σ’ ὅλους ἐμβῆκα τοὺς ναούς—
Δὲν ηὗρα τὸν ἁτόν του.
Τέλος, κοντὰ ν’ ἀπελπισθῶ,
τὸν ξετρυπόνω στὸν βυθὸ
τοῦ Εὔξεινου τοῦ Πόντου!”

Ὁ Πλάστης τὸν καλοθωρεῖ
καὶ τὸν ῥωτᾷ μὲ ἱλαρή,
μὲ πατρικὴ φροντίδα:
“Ἁγι-Νικόλα, τὸ θωρῶ,
εἶσαι βρεμμένος στὸ νερὸ
’ως ’πάνω στὴν κουρίδα!

“Ἂν ἦν’ ἀλήθει’ αὐτὸ ποῦ ’πῶ—
στὴν Μοσχοβιὰ εἶχες σκοπὸ
ξανὰ νὰ ταξιδεύσῃς.
Κ’ ἐπήγαινες κολυμβητά,
γιατὶ δὲν ἤθελες λεπτὰ
γιὰ ναῦλο νὰ ’ξοδεύσῃς!

“Ὁρίστε; Τόσο φειδωλοὶ
δὲν ’βρίσκοντ’ Ἅγιοι πολλοί!...
Ἀλλ’ ὅμως, δὲν θυμόνω.
Θὰ οἱκονόμησες ξανὰ
γιὰ νὰ προικίσῃς ὀρφανά,
νὰ τὰ ’πανδρεύσῃς μόνο.”

Ἁγι-Νικόλας τουρτουρᾷ—
Σὰν ῥυάκια τρέχουν τὰ νερὰ
ἀπ’ τὸ χλωμὸ κορμί του!
Ὁ Πλάστης μιὰ τὸ βλέπ’ αὐτό,
καὶ μιὰ τηρᾷ τὸ κεντητὸ
τοῦ σαλονιοῦ χαλί του...

“Τὸ ἕνα χέρι σου κρατεῖ
κάτ’ ἀπ’ τὸ ῥάσσο κἄτι τί.”
Λέγ’ ὕστερα μὲ χάρη.
“Διορισμός, σὲ βεβαιῶ,
θὰ ἦν’ αὐτό!—Μήπως Θεὸ
σ’ ἐκάμαν οἱ Βουλγάροι;”

Ὁ Ἅγιος τότε, γιὰ νὰ ἰδῇ,
τοῦ ξεσκεπάζ’ ἕνα παιδὶ
μισοπνιγμέν’ ἀκόμα.
“Συμπάθειο, λέγει, ἂν αὐτὸ
παρουσιάζω τὸ θνητὸ
στ’ ἀθάνατό σου δῶμα.

“Εἶναι ἡ ἔβδομη ζωή,
ποῦ ἔχω σώσ’ ἀπ’ τὸ πρωΐ
ἀπ’ τὴν μεγάλη μπόρα.
Μιὰ τρίχ’ ἀκόμα νὰ πνιγῇ:
Γιατὶ μοῦ ἦλθ’ ἡ προσταγὴ
εἰς ἀκατάλληλ’ ὥρα!

“Πρὶν ἀναπνεύσῃ μιὰ σταλιά,
μὲ τρελαρπάζ’ ἀπ’ τὰ μαλιὰ
ὁ ἄγγελος, στοχάσου!
Γιὰ νὰ μὴν πέσ’ ἀπ’ τ’ ἁψηλά,
καὶ τοῦ σκορπήσουν τὰ μυαλά—
Τὸν ἔφερα ’μπροστά σου.”

Κ’ ἐνῷ ’κρατοῦσεν ἡ ’μιλιά,
ὁ Ἅγιος βλέπει τὴν δουλειά,
ποῦ ἐκτελεῖ συνήθως:
Πιάν’ ἀπ’ τὰ πόδια τὸ παιδί,
τ’ ἀναποδίζει μὲ σπουδή,
καὶ τὸ χτυπᾷ στὸ στῆθος.

Καὶ βλέπει τ’ ἁρμυρὰ ζουμιά,
ποῦ τρέχουν ἀπ’ τὴν μύτη μιά,
καὶ μιὰν ἀπὸ τὸ στόμα.
Κατόπι, στήνοντάς τ’ ὀρθά,
μ’ ὅλα τὰ μέσα προσπαθᾷ—
Δὲν ἀναπνέει ἀκόμα!

Τότε μὲ σκέψη περισσὴ
’βγάλλει τὴν θήκη τὴν χρυσή,
γεμάτη μὲ ταμπάκο.
Παίρνει μιὰ πρέζα, τὴν βαστᾷ
στὴν μύτη τοῦ παιδιοῦ ’μπροστά—
“Μύρισ’ το, βρὲ Γιαννάκο!”

Σὰν τὸ ’μυρίσθηκεν αὐτός,
τὸν ἔπιασ’ ἕνας φτερνητὸς
κ’ ἐπῆρε ’λίγ’ ἀγέρα.
Καὶ τοῦ ἀνοῖξαν στὴν στιγμὴ
οἱ νυχτωμένοι τ’ ὀφθαλμοὶ
καὶ εἶδε τὴν ἡμέρα!

Τότε ὁ Ὕψιστος γυρνᾷ
καὶ τοὺς Ἁγίους σκοτεινὰ
ἕνα πρὸς ἕνα βλέπει.
Καὶ μὲ τὸ πρόσωπο ’ξεινὸ
στὸν Ἅγιο Κασσιανὸ
τὴν ὁμιλία τρέπει.

“Θωρεῖς, τοῦ λέγει, διατί
ἔχει λαμπρότερη γιορτή,
κι’ ὁ κόσμος τὸν θυμιάζει;
Γιατὶ δὲν κεῖται στὸν σοφά,
νὰ τρῷ, νὰ πίνῃ, νὰ τρυφᾷ,
καὶ σκάνδαλα νὰ βάζῃ.

“Μόν’ καὶ στὸ κῦμα τὸ βαθύ,
κ’ εδὼ ’μπροστά μου προσπαθεῖ
γιὰ τὴν Χριστιανοσύνη.
Τί θαῦμα τὸ λοιπὸν αὐτὸν
ἀπ’ ὅλον σας τὸν συρφετὸν
ἂν προτιμοῦν κ’ ἐκεῖνοι;..

“Ἄ, ξεκουμπίσου μ’ ἀπ’ ἐδώ!
Καὶ ἄλλη μιὰ νὰ μὴ σὲ ἰδῶ
νὰ τσαμπουνᾷς ’δὼ πέρα!
Γιατὶ δὲν εὐκαιρῶ γι’ αὐτὰ
τ’ ἀνόητά σου χορατὰ
κάθε στιγμὴ καὶ ’μέρα.

“Κι’ ἄν δὲν σὲ παύω στὴν στιγμὴ
ἀπ’ τὴν Ἁγιωσύνη—Μὴ
τὸ ’πῇς ἀξιὰ δική σου.
Ἁγιότη πὤδωκ’ ὁ λαός,
δὲν εἰμπορεῖ οὔτ’ ὁ Θεὸς
νὰ τὴν ἐπάρῃ ’πίσου!..

“Γιὰ τὴν αὐθάδεια πλὴν αὐτή,
σοῦ μεταθέτω τὴν γιορτή.—
Τί ’μέρα σ’ ἔχω δώσει;
Φευρουαρίου ’κοσεννιά:
’Σὲ κάθε τέταρτη χρονιά—
Διὰ νὰ βάλῃς γνώση!”

ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ:

Τὴν περίεργον ταύτην παράδοσιν τὴν χρεωστῶ εἰς τὴν φιλίαν ἑνὸς τῶν τελειοδιδάκτων τῆς ἐν Χάλκῃ Θεολογικῆς Σχολῆς. Ἡ δηκτικὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ φαντασία, ἴσως ἡ ὑπερφίαλος φιλαστειότης αὐτῶν τῶν ἡρώων, μετέθεσεν εἰς τὸν οὐρανὸν τὰς συνήθεις σκηνὰς ῥᾳδιουργοῦντος φθόνου καὶ φιλοπρωτείας ἀνθρώπων, ὧν ὁ ἐπὶ γῆς βίος ὀνομάζεται οὐράνιος πολιτεία. Ἐν τῷ ποιήματι ὑπέδειξα μὲν τὸ φυσικὸν τῆς σκηνῆς ἔδαφος, δὲν ἠδυνάμην ὅμως νὰ ἐξαιρέσω τὴν τοῦ Θεοῦ παρουσίαν χωρὶς νὰ νοθεύσω τὴν παράδοσιν. Ἐν τούτοις ἐπεφύλαξα εἰς Αὐτὸν ἀξιοπρέπειαν μείζω ἢ ὅτι ποιεῖ τὸ ἀνέκδοτον, συνυποδείξας τὴν περὶ σπουδαιότερά τινα φροντίδα Του. Ἡ ἐποχὴ καθ’ ἣν ἔτυχε νὰ γράφω τὸ ποίημα μοὶ παρέσχε τὰς περὶ Ἑλλάδος παρεκβάσεις. Ἡ ἐπιθυμία τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ Θεοῦ (ὡς γεγηρακότος καὶ ξεκουτιασμένου) διὰ τοῦ Ἁγίου Νικολάου ἐπικρατεῖ ἀληθῶς παρὰ τοῖς ἀμαθέσι Σλαύοις. Οἱ ἐν Θρᾴκῃ Ἕλληνες τὴν ἀναφέρουν μόνον ὡς ἀπόδειξιν ἀνοήτου φυλετισμοῦ τῶν Βουλγάρων, οἵτινες ἀποδυσπετοῦσι μὲν τὸν ὑπὸ τῶν Ἑλλήνων γνωρισθέντα εἰς αὐτοὺς Θεόν, ἀδυνατοῦν ὅμως νὰ συλλάβωσιν αὐτοὶ τὴν ἰδέαν Ὄντος τινὸς ὑψηλοτέρου ἀπὸ τὸν ἐθνικὸν αὑτῶν Ἅγιον."


Ο Δημήτριος Λουκάτος ("Συμπληρωματικά του Χειμώνα και της Άνοιξης"), παρατηρεί: "Όλοι όμως οι ευρωπαϊκοί λαοί, ιδιαίτερα οι αγρότες, φοβούνται την 29η του Φεβρουαρίου, ως ανώμαλη και δυσοίωνη, αφού αυτή σημαδεύει κυριότατα το δίσεκτο έτος. Η ανωμαλία αυτή κάνει και τους Έλληνες να τα "ρίχνουν" όλα στον άγιο Κασσιανό, να τον λένε "γρουσούζη" ή "οκνό" και να δικαιολογούνε έτσι τη δική τους δεισιδαιμονία, που τό'χουν σε "κακό" να πιάσουν δουλειά την ημέρα αυτή. Για αυτό και λέμε συνήθως, ότι "τ'αγίου Κασσιανού γιορτάζουν οι οκνοί ή οι τεμπέληδες"."

Η Άλκη Κυριακίδου-Νέστορος ("Οι 12 μήνες, τα λαογραφικά", εκδόσεις: Μαλλιάρης-Παιδεία) αναφέρει:
Στη Μυτιλήνη... έλεγαν πως "Του Κασσιανού γιορτάζουν οι οκνοί" κι ότι "Αυτός βαστάει της οκνιάς τα κλειδιά". Η παράδοση από την οποία προέρχονται οι εκφράσεις αυτές είναι από τη Μυτιλήνη και λέει τα εξής:
Μια μέρα, σαν ο Χριστός γύριζε με τους δώδεκα αποστόλους, έκατσε σε ένα μέρος να ξεκουραστεί. Αμέσως λοιπόν, νά'σου και όλοι οι άγιοι πάνε κοντά του να του γυρέψουν δουλειά. Πάει ο άϊ-Νικόλας και του λέει:
- Χριστέ μου, για πες μου, τί θέλεις να κάνω;
Λέει ο Χριστός:
- Πάνε να δεις ποιά καράβια και καϊκια βολοδέρνουν κι απέ να τα σώζεις.
Πάει κι ο άϊ-Τρύφωνας και του λέει:
- Εγώ, τί θέλεις να κάνω;
Απαντάει ο Χριστός:
- Αμ' το κλαδευτήρι τό'χεις στη μέση σου και κρέμεται, λοιπόν, τί θέλεις και ρωτάς; Τράβα στα χωράφια και στ' αμπέλια και κάνε τη δουλειά σου' διώξε τις αρρώστιες απ'τα δένδρα κι όλα τα κακά. 
Εδεκεί, λοιπόν, πήγαν όλοι οι άγιοι στο Χριστό και κάναν τη δουλειά τους. Πίσω πίσω πήγε κι ο άγιος Κασσιανός και λέει:
- Εγώ, Χριστέ μου, τί να κάνω;
Γέλασε τότε ο Χριστός, δε βάσταξε και τού'πε:
-Αμ'εσύ είσαι που εισαι οκνός. Φύλαγε λοιπόν το Φλεβάρη κι άμα δεις και τραβάει εικοσιεννιά, έμπα μέσα στο εικοσιεννιά και κάνε τη δουλειά σου' πάλι, σα δεν έχει εικοσιεννιά κάτσε  απ'όξω."


Ιερός Ναός Αγίου Κασσιανού, Λευκωσία - φώτο: Αρ.Βικέτος



Συνεχίζει ο Δημήτρης Λουκάτος, "Ιδιοτυπία ελληνικότατη παρουσιάζουν μερικές προσθήκες στην παράδοση αγίου Κασσιανού που λένε ότι δεν παραπονέθηκε από μόνος του ο άγιος στο Θεό, αλλά τον παρακίνησε κάποιος... δικηγόρος, που κατάφερε να μπει στον Παράδεισο και σχεδίαζε να αναλάβει και... αγωγή."

"Διηγούνται ότι εις τον Παράδεισον εισήλθε κάποτε και ένας δικηγόρος κατά λάθος ως φαίνεται περιερχόμενος από τα διάφορα διαμερίσματα, συνάντησεν εις μια άκραν και τον Άγιον Κασσιανόν. Γενομένης συζητήσεως ο Άγιος παραπονείτο δια την ασημότητα και την αφάνεια αυτού, εν αντιθέσει προς την επισημότητα και την ισχύν άλλων Αγίων. Ο δικηγόρος έξυνε τα νύχια του από τη χαρά του πως βρήκε δουλειά και επεδοκίμαζε την γνώμην του Αγίου και κατ’ αρχάς μεν δειλά δειλά, κατόπιν δε εντονώτερα, τον συνεβούλευσε να αναφερθή εις τον Ιεχωβά και να ζητήση ικανοποίησιν ούτως ειπείν επί τω τέλει του να αποδοθή και προς αυτόν, ως Άγιον, η δέουσα τιμή και εν τω Κόσμω παρά τοις ανθρώποις και εν τω Παραδείσω παρά τω Θεώ. Ο Άγιος Κασσιανός κατ’ αρχάς εδίστασεν, αλλ’ εν τέλει παρεσύρθει από την ευγλωττίαν του θεμιστοπόλου και ελλείψει χαρτοσήμου, και λόγω ατελείας ισχυούσης εν τω Παραδείσω, συνετάγη, εφ' απλού αίτησις προς το Θεόν, επιζητούσα, ενί λόγω, την ανύψωσιν και του αιτούντος Αγίου Κασσιανού εις την επίζηλον θέσιν και των άλλων μεγάλων Αγίων και επεδόθη αυτοστιγμεί προς τον Άγιον Πέτρον δια τα περαιτέρω. Δεν εβράδυνε η ημέρα της δικασίμου. Ο Άγιος Κασσιανός ενεφανίσθη περιδεής προ της παντοδυναμίας του Πλάστου και προσκληθείς ανέπτυσσε δι' ακαταμάχητων επιχειρημάτων τα δικαιώματα αυτού ίνα εξισωθή προς τους άλλους Αγίους, ήτοι τον Άγιον Νικόλαον, τον Άγιον Γεώργιον κλπ, αφού και αυτός είναι Άγιος! Εν ηρεμία και πραότητι θεία ο Θεός ήκουε τα παράπονα και αντί άλλης απαντήσεως διέταξε τον Πέτρον ως διαγγελέα, να προσκαλέση πάραυτα τους Αγίους Νικόλαον και Γεώργιον, ίνα εμφανισθώσιν ενώπιον Αυτού. Δεν παρήλθον ολίγα λεπτά και κατέφθασαν διαγγελείς κομίζοντες τας ειδήσεις ότι ο μεν Άγιος Νικόλαος προσπαθεί εις τον ωκεανόν να διασώση εκ θυέλλης ποντιζόμενον πλοίον, ο δε Άγιος Γεώργιος παρίσταται να διασώση διωκομένους και μαχόμενους Χριστιανούς. Ηκούσατε Άγιε Κασσιανέ; Δεν μου λέγετε εσείς τι εκάνατε και ποιός σας συνεβούλευσε να συντάξετε αυτήν την αναφοράν; Ο Κασσιανός απαντά περιδεής και πτήσσων : - Εκάθημην εις μίαν άκραν του Παραδείσου, οπότε με επλησίασεν ένας πρώην δικηγόρος συνταξιούχος, και με παρέσυρε δια της ευγλωττίας του να συντάξω την αναφόραν και να ζητήσω τα δίκαία μου, άτινα, δήθεν, παρεγνωρίζοντο. – Καλά! Σε τιμωρώ να εορτάζης κατά τετραετίαν τα δίσεκτα έτη. Έκτοτε φαίνεται ότι εκολάζοντο οι ψευδείς μηνυταί, - Συ δε Άγιε Πέτρε, ουδέποτε πλέον να επιτρέψης να εισέλθη δικηγόρος εις τον Παράδεισον!"

Τάσσου Ζευγώλη, "Λαογραφικά σημειώματα (Νάξου)", 1950

Απολαυστικό είναι και το σχετικό διήγημα του ηπειρώτη Χρήστου Χρηστοβασίλη, "Ο Άγιος Κασσιανός" (σε Pdf εδώ: Κοσμόπολις), αν και νιώθω πλέον ότι με όλες τούτες τις παραδόσεις που φανερώθηκαν για να δικαιολογήσουν το ρόλο τούτης της 29ης Φεβρουαρίου κάθε δίσεκτο έτος, ο Άγιος αδικείται τελικά πολύ περισσότερο έτσι όπως παρουσιάζεται, παρά με το να εορτάζει μοναχά κάθε τέσσερα χρόνια!












 Αν και στην Ελλάδα, παρόλες όλες τούτες τις παραδόσεις, δεν είναι ιδιαίτερα γνωστός στον κόσμο, στην Κύπρο, υπάρχει ιστορικός ναός του στη Λευκωσία και κάθε χρόνο (εννοείται ακόμη και τα μη δίσεκτα!) εορτάζεται μεγαλοπρεπώς η μνήμη του!

Ιερός Ναός Αγίου Κασσιανού, Λευκωσία - φώτο: Αρ.Βικέτος

Ο πανέμορφος ιστορικός ναός βρίσκεται κοντά στη "νεκρή ζώνη της Λευκωσίας.

Ιερός Ναός Αγίου Κασσιανού, Λευκωσία - φώτο: Αρ.Βικέτος

Στην ιστοσελίδα Αγγελιαφόρος, από όπου κι οι φωτογραφίες του ναού, παρατίθεται και κείμενο του φιλολόγου Στέλιου Παπαντωνίου για την ιστορία του ναού, καθώς και η παρακάτω εικόνα:


Κι επειδή τελικά, παραείναι αδικημένος ο Άγιος Κασσιανός με το να του προσάπτουν όλα τα στραβά που απορρέουν από τη λαϊκή δεισιδαιμονία για τα έτη τα δίσεκτα, έως μάλιστα και αναίδεια και οκνηρία, δε μπορώ να τον αδικήσω κι εγώ αναφέροντας μοναχά τούτες τις παραδόσεις χωρίς να προσθέσω δυο-τρία στοιχεία υπέρ της προσωπικότητας και της αγιοσύνης του! Πόσο μάλλον όταν τούτη τη χρονιά συνέβη να γνωρίσω και να αγαπήσω τον ίδιο και το έργο του! 

"Ο Άγιος Κασσιανός είναι πνευματικό ανάστημα της Εκκλησίας μας που, αν και τιμάται απ'Αυτήν ως Άγιος, εν τούτοις παραμένει μέχρι των ημερών μας, στο ευρύ τουλάχιστον πλήρωμά Της, αρκετά άγνωστος. Αυτό θεωρούμε ότι κατά κύριο λόγο συμβαίνει επειδή δεν υπήρξε ανά τους αιώνες πρόσβαση στο συγγραφικό του έργο από όλους τους χριστιανούς, δεδομένου ότι ο Άγιος Κασσιανός συνέγραψε στην Λατινική." αναφέρει η εκδότρια μονή του έργου του "Συνομιλίες με τους πατέρες της ερήμου". Έζησε τον 4ο αιώνα κι από την πρώιμη νεανική ηλικία μαζί με τον αδελφικό του φίλο Γερμανό αποφάσισαν να ακολουθήσουν τη μοναχική ζωή και κοινοβίασαν σε κάποια Μονή της Βηθλεέμ. Οι δύο φίλοι, με την ευλογία των προεστώτων του κοινοβίου τους, επισκέφτηκαν τους αναχωρητές μοναχούς της Αιγύπτου για να βοηθηθούν πνευματικά και τούτες τις άκρως ενδιαφέρουσες συνομιλίες κατέγραψε ο Άγιος Κασσιανός για την ωφέλεια και άλλων Χριστιανών. Ακολουθεί ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από τούτο το έργο του Αββά Κασσιανού, το "Συνομιλίες με τους πατέρες της ερήμου", τόμος Α' , των εκδόσεων "Ετοιμασία" (Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου Καρέας):
 




Πέμπτη 25 Ιανουαρίου 2024

Ο πληγωμένος αετός - Γρηγόριος ο Θεολόγος

 "...Στην απελπισία τους τρέξανε στο Γρηγόριο. Κι αυτός έκανε το παν να αναπνεύσουν οι συμπατριώτες του. Ο έφορος ήταν χριστιανός κι όταν τώρα πήγε στη Ναζιανζό εκκλησιάστηκε. Εκεί ο Γρηγόριος όχι μόνο τον παρεκάλεσε, μα τον δίδαξε και πώς να ασκεί την εξουσία του. Του υπογράμμισε πως η εξουσία των αρχόντων υπάρχει μόνο για την ευταξία, για την αρμονική συνύπαρξη των ανθρώπων. Για όλα τα άλλα οφείλουμε υπακοή στο Θεό, ο οποίος και παραχωρεί την εξουσία."

"Οι θησαυροί του Αγίου Όρους"- εικονογραφημένα χειρόγραφα (Εκδοτική Αθηνών)

"Και ανάψανε αμέσως τα αίματα. Οι κληρικοί συνδαύλιζαν. Οι απλοί οπαδοί φωνάζανε. Σηκώνανε τα χέρια. Μουτζώνανε και απειλούσανε το Γρηγόριο, που τά'χε χαμένα. Δεν έβγαζε μιλιά. Οι αρειανοί της αποβάθρας όλο και αγρίευαν. Όλο και τον αποδοκίμαζαν. Μερικοί τον πλησιάσανε και τον έφτυναν. Δύο άνθρωποι από το σπίτι του Αβλαβίου κι ελάχιστοι ορθόδοξοι, που μάθανε και ήρθαν τον προστατέψανε από χέρια που υψώθηκαν να τον χτυπήσουν. Δε γλίτωσε όμως τις πέτρες. Όταν το αρειανό πλήθος είδε το ταπεινό και μουδιασμένο ανθρωπάκι να προχωράει κατά την πόλη φρένιασε περισσότερο, έχασε κάθε μέτρο. Ούρλιαζαν εναντίον του. Τού'δειχναν ότι πρέπει να γυρίσει πίσω, να φύγει... Πολλοί εξάλλου από θυμό, σκύψανε στη γη κι όποια πέτρα βρίσκανε την πέταγαν στον δύστυχο το Γρηγόριο. Τον χτυπήσαν πολλές, αλλά ευτυχώς αστοχήσαν οι μεγάλες. Έτσι, έστω και χτυπημένος, μπόρεσε να προχωρήσει, σκυφτός και τρομαγμένος."

"Πού θα εμφανιστούνε όμως οι ορθόδοξοι; Πού θα συναχτούνε για Λειτουργία; Γι'αυτούς δεν υπήρχε ναός. Ολόκληρη Κωνσταντινούπολη, με τριακόσιες περίπου χιλιάδες κατοίκους, με διακόσιες πενήντα χιλιάδες χριστιανούς, δεν είχε ορθόδοξο ναό. Οι αρειανοί τους είχαν πάρει όλους. Και τον πιο μικρό. Με τη βία διώξανε τους ορθοδόξους. Τους πήρανε τους ναούς και τιμωρήσανε τους κληρικούς τους. Οι λίγοι ορθόδοξοι που απομείνανε, για να λειτουργηθούν μαζεύονταν τις νύχτες εδώ και κει, έξω από τα τείχη, σε απόμερα αγροτόσπιτα και υπόγεια. Περισσότερο συνάζονταν έξω από την πόλη, για μεγαλύτερη ασφάλεια. Ακόμα και σε σπηλιές. Μόνο εκεί μπορούσαν ελεύθερα να λειτουργούνται. Τώρα όμως η παρουσία του Γρηγόριου τους έκανε αποφασιστικούς."


"Οι θησαυροί του Αγίου Όρους"- εικονογραφημένα χειρόγραφα (Εκδοτική Αθηνών)


"Επειδή σ'όλη την περιοχή κυκλοφορούσαν κακοδοξίες και αιρέσεις, έριχνε το βάρος στη θεολογία. Δηλαδή προσπαθούσε με κάθε τρόπο να δείξει ποιά είναι η αλήθεια. Γιατί όποιος έχει και ζει την αλήθεια, αυτός μόνο σώζεται."

"Λέγανε... και τί δε λέγανε εναντίον του. Όχι μόνο για τη διδασκαλία του, που γκρέμισε όσα δίδαξε ο Άρειος και ο Ευνόμιος, μα και για τη συμπεριφορά του. Αυτή τους ενοχλούσε ιδιαίτερα. Δημιουργούσε αντίθεση χτυπητή: Οι ηγέτες του αρειανισμού καλοτρώγανε και καλοπίνανε. Ο Γρηγόριος νήστευε αυστηρά και έτρωγε ελάχιστα. Όσο ένας προχωρημένος ασκητής. Εκείνοι τρέχανε και σκύβανε στους άρχοντες της Πόλης. Ο Γρηγόριος απέφευγε τα παλάτια των ισχυρών. Εκείνοι ντύνονταν πολυτελώς κι εμφανίζονταν με συνοδεία για να δείχνουνε τη δύναμή τους. Ο Γρηγόριος ντυνότανε απλά και φτωχικά. Το παρουσιαστικό του δεν είχε τίποτα το επιβλητικό, τίποτα το ιδιαίτερο."


"Δεν το καταλαβαίνετε; Πρέπει να γίνεις φως για να ιδείς το περισσότερο φως. Κι ο ανέτοιμος για κάτι τέτοιο θα σκοτιστεί τελείως μπροστά στο θείο φως."

"Αρκετά, το κακό έχει πολύ προχωρήσει. Πολλοί μιλάνε για τα θεία χωρίς περίσκεψη. Ενδιαφέρονται μόνο για ωραίες φράσεις, να εντυπωσιάζουν οι λόγοι τους... και να χειροκροτούνται. Ηδονίζονται με τις λογομαχίες.... [...] Μάθατε όλοι να μιλάτε για όλα κι ας έχετε βουνό την αμάθεια. Το θράσος είναι μεγάλο. Διδάσκετε χωρίς να γνωρίζετε και το μυστήριο της αλήθειας πέφτει χαμηλά, πέφτει στα μάτια του κόσμου.[...] Δεν είναι έργο του καθενός να θεολογεί, να φιλοσοφεί για το Θεό. Το έργο τούτο ανήκει μόνο σ'αυτούς που είναι δοκιμασμένοι, που έχουνε ζήσει τα θεία πράγματα, που έχουν καθαρίσει την ψυχή τους από την αμαρτία ή τουλάχιστον αγωνίζονται συνεχώς για την ψυχική τους καθαρότητα. Είναι φοβερά επικίνδυνο να πλησιάζει κανείς τον καθαρό Θεό χωρίς κι ο ίδιος να είναι καθαρός. Όπως όταν πέσουν οι καυτές ακτίνες του ηλίου σε μάτι άρρωστο' το μάτι τότε θα αρρωστήσει περισσότερο. Προσοχή, μην επιχειρείτε να θεολογείτε χωρίς προϋποθέσεις. Κι η κάθαρση πρώτη προϋπόθεση."

"Αν μπορείς, έχε το Θεό στο νου σου πιο συχνά κι από όσο αναπνέεις."

"Να τί σημαίνει να μελετάς και να ερμηνεύεις τη Γραφή. Να προχωράς πέρα και κάτω απ'το γράμμα. Το γράμμα δηλώνει την αλήθεια. Αυτή όμως είναι άπειρη και δε μπορεί να χωρέσει σε καμία λέξη, σε καμία γλώσσα, σε κανένα σχήμα. [...] Και η διάσχιση του γράμματος, η αναζήτηση του βάθους, γίνεται μόνο με την καθοδήγηση του ίδιου του Αγίου Πνεύματος."

"Δεν ξέρεις το βάθος του ανθρώπου, Κληδόνιε. Εκεί που γίνεται θρόνος φωτεινός του Αγίου Πνεύματος, εκεί φωλιάζει και η αμαρτία. Ο πειρασμός είναι πανούργος και μπορεί όσα δε βάζει ο νους μας."

"Δεν ξέρανε ότι δεν υπάρχουν όρια στην πνευματική άνοδο. Όσο πιο ψηλά φτάνει ο άνθρωπος, τόσο ψηλότερα ποθεί ν'ανέβει. Όσο πιο κοντά πάει στο Θεό, τόσο πιο πολύ νοσταλγεί το Θεό. Όσο περισσότερο φωτίζεται, τόσο πιο φωτεινός θέλει να γίνει. Στα ιερά όμως ταύτα πράγματα, υπάρχει τάξη απαραβίαστη. Ανεβαίνει και φωτίζεται ο άνθρωπος, μα το ανέβασμα και το φώτισμα τα χαρίζει ο Θεός. Τί κάνει ο άνθρωπος; Αυτός αγωνίζεται και ασκείται. Κάνει άσκηση επίπονη, για να απαλλαγεί από μικρά ή μεγάλα πάθη, ώστε να προσφέρει καρδιά και νου θρόνο λαμπρό στο Θεό. Με την άσκηση καθαρίζει τα λασπωμένα μάτια του για ν'ατενίσει απολαυστικά το φως του ηλίου."

"Οι θησαυροί του Αγίου Όρους"- εικονογραφημένα χειρόγραφα (Εκδοτική Αθηνών)

"Το Άγιο Πνεύμα τον οδήγησε στην αλήθεια. Τον φώτισε να δει ξάστερα, τί υπάρχει κάτω από τα λόγια και τα γεγονότα της Γραφής για το Χριστό. Και σαν γνήσιος φορέας της παράδοσης, ζούσε κάτι το συγκλονιστικό. Κι αυτό ήτανε ότι ο άνθρωπος στην Εκκλησία σώζεται ολόκληρος, σώμα και ψυχή (ή νους). Αφού, λοιπόν, σώζεται ολόκληρος, δε μπορεί παρά να προσλαμβάνεται ολόκληρος και κατά την ενανθρώπιση. Ό,τι δεν προσλαμβάνεται, δε σώζεται. Τό'λεγε και το ξανάλεγε ο Γρηγόριος αποφθεγματικά: Το "απρόσληπτον" και "αθεράπευτον", αδελφοί. Ο άνθρωπος έπεσε με τον προπάτορά του τον Αδάμ. Άφησε με τη θέλησή του, με το νου του, το Θεό και στράφηκε στο μηδέν, στην αμαρτία. Ο Θεός όμως τον αγαπάει τόσο πολύ που το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, ο Υιός και Λόγος ενανθρωπίζεται. Γίνεται άνθρωπος. Αυτό σημαίνει ότι ο Λόγος προσλαμβάνει ολόκληρη την ανθρώπινη ύπαρξη, ενώνεται μ'αυτήν κι έτσι τη θεώνει, τη σώζει. [...] Σκεφτείτε... ο Αδάμ αμάρτησε με τον νου. Στον νου όμως βρίσκεται κυρίως η εικόνα του Θεού και αυτήν αμαύρωσε."

"Εξηγούσε, λοιπόν, ότι έγινε ένωση, έγινε "σύγκρασις" πραγματική των δύο φύσεων. Έτσι στο ένα πρόσωπο, στη μία υπόσταση του Χριστού, έχουμε δύο φύσεις. Η ανθρώπινη ενώθηκε με τη θεία κι έτσι θεώθηκε. Γι'αυτό κι εμείς θεωνόμαστε και σωζόμαστε, όταν κοινωνούμε από το σώμα και το αίμα του Χριστού στη θεία Ευχαριστία."

"Στο Θεό το νου, στην άσκηση το σώμα, εκεί θα βρείτε αναπαμό και λευτεριά!"

'Ολα τα αποσπάσματα είναι από το εξαιρετικό έργο του Στυλιανού Παπαδοπούλου "Ο πληγωμένος αετός- Γρηγόριος ο Θεολόγος" (εκδόσεις: Αποστολική Διακονία)

Στυλιανού Γ. Παπαδοπούλου, "Ο πληγωμένος αετός Γρηγόριος ο Θεολόγος (εκδ. Αποστολική Διακονία)


Δευτέρα 1 Ιανουαρίου 2024

Ο δικός μας Άγιος Βασίλης....

 "Ο χειμώνας του 367/8 ήταν φαίνεται ο χειρότερος. Ο Βασίλειος έβγαινε στην πόλη και αρρώσταινε από το κακό που έβλεπε. Η πείνα... παντού η πείνα. Οι ναοί και αυτοί άδειαζαν. Οι πιστοί έμεναν άρρωστοι στα σπίτια τους ή δεν είχαν τις λίγες δυνάμεις που χρειαζόταν λίγη πεζοπορία. Η κατάσταση χτυπούσε αλύπητα τον ευαίσθητο Βασίλειο. Είχε μία λύση: την προσευχή. Ώρες ολόκληρες έπεφτε στα γόνατα. Εκλιπαρούσε το Θεό. Καλούσε τους πιστούς για παρακλήσεις στους ναούς.

Το θανατικό δεν υποχωρούσε. Και ό,τι τον συγκλόνισε βαθύτερα ήταν η συμφορά με τα παιδιά. Τα έβλεπε στην τρυφερή τους ηλικία να μαραίνονται, να σβήνουν, να χάνονται. Αυτό δεν το άντεξε. Αναστατώθηκε ως τα τρίσβαθά του. [...] Πήρε δύσκολη απόφαση για μεγάλο έργο. Θα δώσει ψωμί στα παιδιά. Κι όχι μόνο σ'αυτά. Θα τα σώσει από το θάνατο και τον εξευτελισμό. Πώς θα γίνει αυτό;[...]

Οι πλούσιοι κι οι μεγαλέμποροι της Καισάρειας την εποχή εκείνη είχαν καταντήσει απαίσια πληγή για το λαό. Προνοητικοί επιχειρηματίας καθώς ήσαν έβλεπαν την καταιγίδα που πλησίαζε και συνεχώς αποθήκευαν σιτάρι. Στοίβαζαν προϊόντα πρώτης ανάγκης και δεν τα πουλούσαν στις αγορές με συνηθισμένες τιμές.

Σαν άγρια πεινασμένα θηρία παραμόνευαν για το μεγάλο θύμα. Είχαν υπομονή γιατί το στομάχι τους ήταν γεμάτο. Τρόχιζαν τα σουβλερά τους νύχια και το ανάλγητο πνεύμα τους μεθόδευε την αφαίμαξη της φτωχολογιάς. Πόσο μικρός μπορεί να γίνει ο άνθρωπος!!!

Μόλις η έλλειψη τροφίμων κορυφώθηκε άνοιξαν προσεκτικά τις αποθήκες. Αλλά φυσικά για να κάνουν το σιχαμερό έργο της μαυραγοράς. Οι φτωχοί άνθρωποι ξεπουλούσαν το σπιτικό τους και τον εαυτό τους για ένα κομμάτι ψωμί. Και η νύφη της Καππαδοκίας, η όμορφη Καισάρεια κατήντησε πραγματική ζούγκλα. Οι πολλοί εξαγριώθηκαν για ένα κομμάτι ψωμί, οι λίγοι για ένα κομμάτι χρυσάφι. [...]

Στο χάος αυτό που οι δυνατοί γίνονται δυνατότεροι και οι αδύνατοι αδυνατότεροι έγινε το θαύμα. Η φοβερή αυτή τάξη πραγμάτων ανατράπηκε. Ένας μικρόσωμος καχεκτικός άνδρας υψώθηκε στη μέση του χάους. Τον μεγάλωσε ο Θεός τόσο που τον έβλεπαν όλοι.

Στα χέρια του ο Βασίλειος δε μπορούσε να κρατήσει μαστίγιο, μα ο λόγος του έγινε ανελέητος βούρδουλας. Τον σήκωνε απανωτά κι αλλοίμονο σ'αυτόν που είχε σημαδεύσει. Κι ενώ με το βούρδουλα του λόγου ξέσκιζε το πνεύμα των πλουσίων, την ίδια ώρα το μαλάκωνε με παρακάλια και παρηγοριά. 

Η Καισάρεια κλονίσθηκε συθέμελα. Η τρέλα του Βασιλείου δεν είχε όρια. Και όταν οι περισσότεροι τον πήραν για τρελό, τότε η χάρη του Θεού ημέρεψε λίγο τους πλουσίους και του εμπιστεύτηκαν σιτάρι. [...]

Όταν πια λύγισαν οι πλούσιοι άρχισε άλλο έργο. Πιο δύσκολο τούτο... Να συνάξει και να συντάξει τους επικίνδυνα πεινασμένους. Αυτούς που είχαν μεγαλύτερη, που ήσαν στα πρόθυρα του θανάτου. [...]

Οργάνωσε συνεργεία και σύναξε σε τόπο ευρύχωρο εκείνους που πεινούσαν περισσότερο. Και πριν από όλα τα παιδιά. Τα παιδιά πρώτα. [...] Στους πρόχειρους αυτούς καταυλισμούς χιλιάδες άνθρωποι έβρισκαν λίγο φαγητό για να συνέλθουν. [...]

Άλλα συνεργεία με επικεφαλής τον ίδιο το Βασίλειο γυρνούσαν για έρανο από αρχοντικό σε αρχοντικό, από αποθήκη σε αποθήκη. Μάζευαν κάθε είδος πρώτης ανάγκης, κάθε φαγώσιμο. Άλλα κουβαλούσαν στους ώμους κι άλλα φόρτωναν σε μουλάρια. Όλα έφταναν στον καταυλισμό. Εκεί σε καζάνια παρασκεύαζαν φαγητό...[ ...]

Λησμονήσαμε όμως και τις αρρώστιες. Θερίζουν όταν η πείνα εξασθενίζει τα σώματα. Καιρός τώρα να θυμηθούμε την άλλη επιστήμη του Βασιλείου. [...] νεαρός ο Βασίλειος σπούδασε στην Αθήνα και ιατρική [...] Εργάστηκε στον καταυλισμό ακόμη και σαν ιατρός. Έκανε ό,τι μπορούσε για να θεραπεύει τα σώματα. Ενδιαφερόταν για αυτά όπως ενδιαφερόταν και για τις ψυχές των ανθρώπων. [...]

Από τις ομιλίες του... στην εποχή του λιμού σώθηκαν τρεις...: Ο πλούτος είναι δώρο και μέσο για το καλό του ανθρώπου. Ο πλούσιος είναι διαχειριστής του πλούτου. Πρέπει να τον διοχετεύει όπου υπάρχει ανάγκη και όχι να τον απολαμβάνει μόνος του."

Οι θησαυροί του Αγίου Όρους- εικονογραφημένα χειρόγραφα


" Ο Ουάλης απέλυσε τους ασκούς της αιρέσεως παντού. Συνδυασμένες η βία και πονηριά του έδωσαν αποτελέσματα μεθυστικά. Σάρωσε την Ορθοδοξία και έσφιγγε τώρα σαν τανάλια την Καισάρεια. Είναι αλήθεια πως οι Καππαδόκες δεν είχαν γνωρίσει καλά τη βάναυση σκληρότητα του Ουάλη. Άκουγαν ό,τι συνέβαινε αλλού. Τους κοβόταν το αίμα. Τα διάφορα κέντρα της αυτοκρατορίας υποτάχθηκαν πράγματι στην πολιτική του αρειανόφρονα. Μα τούτο έγινε γιατί διώχθηκαν οι ορθόδοξοι, δημεύτηκαν οι περιουσίες τους, εξαναγκάσθηκαν, πιέσθηκαν με βίαια μέσα. Κι όσοι αντιστέκονταν αντικαταστάθηκαν. Η θηριωδία και το μίσος δεν είχαν όρια. [...] Το 371 είχε παραγίνει το κακό. Ο λαός είχε τρομοκρατηθεί. [...]

Οι πιέσεις στο Βασίλειο διαδέχονταν η μία την άλλη. Σήμερα τον προσέβαλαν. Αύριο του υπόσχονταν πολλά. [...] Τα τεχνάσματα δεν έφερναν αποτέλεσμα. Και ο Ουάλης βιαζόταν. Ήθελε να τελειώνει όσο γινόταν γρηγορότερα με την τελευταία εστία αντιστάσεως, με το Βασίλειο. Έτσι θα υποτάσσονταν αμέσως Καππαδοκία, Πόντος και Αρμενία. Αναγκάστηκε λοιπόν ο βασιλιάς να παίξει το τελευταίο του χαρτί. Έστειλε προπομπό στην Καισάρεια τον έπαρχο Μόδεστο, τον ύπαρχο των πραιτωριανών. Ήξερε τί έκανε.

Ο Μόδεστος ήταν από την άθλια εκείνη πάστα των ανθρώπων που γίνονται βασιλικότεροι του βασιλέως για να κρατήσουν τη θέση τους. Αδίστακτος κι απάνθρωπος για να υπηρετεί και να αρέσει στον αφέντη του. [...] Η αναμέτρηση με το Βασίλειο έγινε μάλλον στο δικαστήριο [...]

Ο χειμώνας της Καππαδοκίας έχει πέσει βαρύς. όλα ήσαν παγωμένα και έδειχναν ακίνητα. Ήταν προχωρημένος Δεκέμβριος. Στο σπίτι του ο Βασίλειος δεν είχε ανέσεις. Το κρύο τον περόνιαζε. Κινήθηκε όμως από μέσα του μια σπίθα που έγινε λίγο-λίγο φωτιά. Τον έκαιγε και τον δρόσιζε μαζί. Πώς; Κανείς δεν το καταλαβαίνει. Τον είδαν όμως το πρωί ιλαρό, γιορταστικό. [...]

... Με τα λόγια τούτα ο Βασίλειος φώτισε με δυνατό φως τον ισχυρό άρχοντα. Του έδειξε πόσο μικρός είναι και πόσο κωμική γίνεται η αυθάδειά του. Ο Μόδεστος το κατάλαβε. Ένιωσε να τον ξεγυμνώνουν, να του παίρνουν τη δύναμη με την οποία τρόμαζε τους μικρούς.

Άναψε και κόρωσε. Οι φλέβες του τινάχτηκαν. Το αίμα τους γύρευε να χυθεί στο πρόσωπο του ιλαρού, αγέρωχου άνδρα' να το κάψει, να το σκορπίσει. Μεμιάς ορθώθηκε στο θρόνο και σχεδόν άναρθρα φοβέρισε:

Μόδεστος: Δε φοβάσαι, λοιπόν, την εξουσία μου;

Βασίλειος: Μα, τί μπορείς να μου κάνεις; Τί πρόκειται να πάθω.

 Τώρα πια ο έπαρχος είχε χάσει ολότελα τον έλεγχο. Άθελά του η θηριωδία τον πήγαινε στον εξευτελισμό. Πάντα έτσι κάνει ο σατανάς. Εκεί οδηγεί τα θύματά του. Όρθιος και αγριώτερος απαντά στο ερώτημα του ιερού άνδρα:

Μόδεστος: Τί μπορώ; Ένα από τα πολλά που έχω δικαιοδοσία.

 Η ώρα του θριάμβου έφθασε για το Βασίλειο. Δεν την είχε προγραμματίσει. Απ'τη στιγμή όμως που δε φοβήθηκε την ανθρώπινη οργή, κέρδισε τον αγώνα. Τώρα του ήρθε να γελάσει, ειρωνικά. Δεν το έκανε.[...] Μα σαν αστραπή το πνεύμα του μειδίασε: "Θεέ μου, πόσο αφελείς είναι καμιά φορά οι άνθρωποι. Δεν βλέπει πως δεν έχω τίποτα από αυτά που μπορεί να βλάψει ο άνθρωπος τούτος;" ....

Βασίλειος: Ποιά είναι αυτά που θα πάθω, πέστα μου να τ' ακούσω.

Μόδεστος: Δήμευση της περιουσίας σου, εξορία, βασανιστήρια, θάνατο.

Βασίλειος: Με άλλο τίποτε φοβέρισέ με, αυτά δε με νοιάζουν.

Ο εξαγριωμένος έπαρχος ένιωσε τα λόγια τούτα μαχαίρι στα νεφρά του. [...] Όλα γύρω του χάνονταν. Από δυνατά γίνονται αδύνατα. Από ισχυρά, ανίσχυρα. Γιατί ο ίδιος μικραινε. Γινόταν αυτός που ήταν: μικρός. Μάζεψε τις δυνάμεις του όμως και ψέλλισε.

 Μόδεστος: Πώς γίνεται αυτό; Πώς και δε φοβάσαι;

Βασίλειος: Γιατί δε φοβάται δήμευση αυτός που δεν έχει τίποτα, εκτός από τριμμένα παλιά ρούχα και μερικά βιβλία. Αυτά είναι όλο το βιος μου, Μόδεστε! Η εξορία πάλι δε με τρομάζει γιατί δεν έχω τόπο δικό μου. Και η Καισάρεια στην οποία τώρα κατοικώ δεν είναι δική μου. Όπου κι αν με πετάξετε θα είναι τόπος του Θεού κι εγώ θα είμαι πάροικος και παρεπίδημος. 

Τα βασανιστήρια; Τί να κάνουν κι αυτά σε σώμα σαν το δικό μου! Ένα πρώτο χτύπημα θα δώσεις κι όλα τελιώσαν αμέσως. Αυτό είσαι ικανός να το κάνεις. Με απειλείς με θάνατο; Θα μου γίνεις ευεργέτης. Αυτό ποθώ κι εγώ, να πάω πιο γρήγορα στο Θεό, για τον οποίο ζω και αγωνίζομαι. Βιάζομαι να φτάσω στο Θεό μου, στον Πατέρα μου!

Ποιός θα μπορούσε να τρομάξει κάποιον που ζούσε και σκεπτόταν έτσι; Κανείς βέβαια! Πολύ περισσότερο ένα παλατιανό όργανο των αιρετικών. 

Ο Μόδεστος ομολόγησε μέσα του την ήττα. Το θηρίο νικήθηκε από τον ήμερο άνθρωπο. Κάθισε αποκαμωμένος στον ανώφελο θρόνο.[...]

"Νικηθήκαμε βασιλιά μου , από τον επίσκοπο αυτής εδώ της Εκκλησίας..." "
Οι θησαυροί του Αγίου Όρους- εικονογραφημένα χειρόγραφα


"Από το χειμώνα του 367/8, δούλευε στο μυαλό του ένα καταπληκτικό σχέδιο για μια πολιτεία που θα ανακούφιζε τον πόνο. Ο δυνατός αυτός άνθρωπος που άντεχε το δικό του σωματικό πόνο, λύγιζε στον πόνο του συνανθρώπου του και πάσχιζε να τον ανακουφίσει με κάθε τρόπο. Πόσος κόπος θα χρειαζόταν, πόσα έπρεπε να θυσιάσει... αυτά δε μετρούσαν, δεν τα υπολόγιζε. Φτάνει να έβλεπε λίγο χαμόγελο στο πρόσωπο του αρρώστου. 

Τώρα που ήταν πια αρχιεπίσκοπος της ξακουστής μα και ταλαίπωρης Καισάρειας ήταν αποφασισμένος να βάλει σε ενέργεια την ελπίδα του, το σχέδιό του δηλαδή. ...

Έλα όμως που όλα τα δαιμονικά τάγματα έπεσαν επάνω του να τον αφανίσουν... Αιρετικοί, κακόδοξοι, παλατιανοί, ο ίδιος ο αυτοκράτορας, οι μικρότητες των ορθοδόξων, η απαιδευσία του λαού, η ανελέητη αρρώστιά του' όλοι και όλα βάλθηκαν να του κόψουν το δρόμο. Οι δυνατοί όμως δε μικραίνουν. [...]

Στο πρώτο εξάμηνο της ακάνθινης τούτης χρονιάς (372) βρήκε το κουράγιο να θεμελιώσει το ελπιδοφόρο συγκρότημα. [...]"

 

Οι θησαυροί του Αγίου Όρους- εικονογραφημένα χειρόγραφα

"Κουράστηκε το φτωχικό δωμάτιο από την άσκηση του ιερού άντρα. Απόκαμε και το σώμα του τυλιγμένο ακόμα στο τρίχινο ράσο, χειμώνα καλοκαίρι. 

Όλα έβαλαν υπογραφή για το τέλος του. Ο κόσμος είχε κουρασθεί από τη δυνατή παρουσία του άνδρα. Ήταν τόσο μεγάλος που δεν τον άντεχε. Σιωπηλά ήθελε το θάνατό του. Το μεγαλείο του νεκρού δε χρειάζεται δύναμη να το σηκώσεις. Γιατί απλούστατα δεν το σηκώνεις. Αντίθετα ο άγιος νεκρός, το πνεύμα του άγιου νεκρού, σηκώνει το βάρος του ζωντανού κόσμου. Τον ενισχύει στη μαρτυρική επίγεια ζωή.

Την αλήθεια τούτη λίγοι άνθρωποι τη συνειδητοποιούν. Οι πολλοί κάτι ψυχανεμίζονται μα δεν την αποκρυπτογραφούν." 

(*αποσπάσματα από το εξαιρετικό έργο του Στυλιανού Παπαδόπουλου "Η ζωή ενός Μεγάλου- Βασίλειος Καισάρειας", εκδόσεις: Αποστολική Διακονία)


Καλή κι ευλογημένη χρονιά!