Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2007

Φλόγες...


(απόσπασμα από "Τα Παγανά" του Στρατή Μυριβήλη)
«... Οι άλλοι συζητούσαν κι έπιναν και κείνος, χουζουρεμένος στην πετσένια πολυθρόνα που του ήταν εκεί μέσα καθιερωμένη από πολλά χρόνια, έκανε χάζι να ξελοχίζουν τα χοντρά κούτσουρα, να καβουριάζουν σιγά-σιγά και να ξεκολνούν με ξερό τρίξιμο τα λέπια της πευκόφλουδας, που έχουν το χρώμα της σκουριάς. Το παιχνίδι της φωτιάς τόνε μάγευε πάντα, και τώρα δα το παρακολουθούσε με αχόρταγη προσοχή.
Οι φλόγες βγαίνανε στην αρχή μικρές, γαλανωπές και χρυσοπράσινες, αραδιάζοντας σαν φύλλα και σαν πεταλούδες. Οι μικρές γλώσσες γεννιόνταν τόσο ήμερες, σαν αυτές από το `Αγιο Πνεύμα, έτσι όπως κατεβαίνουνε στην κόμη των Αποστόλων πάνω στο κόνισμα της Πεντηκοστής. Έγλειφαν χαδιάρικα το ξύλο, αργά, ύπουλα, λες και αποζητούσαν με τούτες τις γαλυφιές να του αποκοιμίσουν κάθε προφύλαξη. Και ξαφνικά το κυρίευαν και το κούρσευαν, ξετρέχοντάς το θριαμβευτικά από τη μιαν άκρη ως την άλλη. Το έζωναν βιαστικά από παντού, τό 'ντυναν με κόκκινα και πορτοκαλιά λουλούδια, που ξεφύτρωναν το ένα μεσ' από την καρδιά τ' αλλουνού. Στο τέλος το δάγκαναν με τριγμούς, το μάσαγαν με λύσσα. Τότε τις έπιανε ένα χορευτικό δαιμόνιο, τις σπάραζε και τις τρέλαινε. Λύγιζαν ιδιότροπα απ' εδώ κι απ' εκεί, έσμιγαν και χώριζαν, έκαναν μαργιολιές, ορμούσαν όλες μαζί και καταλάγιαζαν φρόνιμα.
Δυο απ' αυτές, ξανθές με γαλάζια καρδιά, περπάταγαν ζευγαρωμένες πάνου στο ξύλο και, σαν έφτασαν στην άκρη και είδαν πως δεν είχε παραπέρα, άρχισαν κάτι απίστευτες ακροβασίες. Χαμήλωναν και σηκώνονταν, τρικύμιζαν τις χρυσές φούστες, μικρές χορεύτριες γεμάτες ξεχαλίνωτη φαντασία και σερπετάδα.
Στο τέλος έδωσαν μια, ξεκόλλησαν από το καρβουνιασμένο κούτσουρο και πήδηξαν ανάλαφρες η μια καταπόδι στην άλλη, χάθηκαν μέσα στην καπνοδόχη. Πέταξαν όρθιες σαν δυο χελιδόνια από φλόγα.
Ήτανε τα πνεύματα του δέντρου, που τα ξελεφτέρωσε από τη φυλακή του ξύλου η φωτιά, ξαπολύθηκαν και χίμηξαν τ' αψηλού. ...»    (Στρατής Μυριβήλης)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου