Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2007

`Αννα...


Της Αγίας Άννας σήμερα... μητέρας της Παναγιάς...

Χρόνια πολλά σ' όλες τις Αννούλες... και, πρώτα από όλα, στη μητέρα μου...

Της Αγίας Άννας, που "ανασαίνει" η μέρα, καθώς πλησιάζει ο καιρός που θα αρχίσει αυτή να μεγαλώνει εις βάρος της σκοτεινιάς...

Κι εδώ, η Αγία Άννα στην αγαπημένη Αμοργό του απέραντου γαλάζιου...


Το τραγούδι, φυσικά, αφιερωμένο...

Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 2007

Σάββατο κι απόβραδο...

Και το τραγούδι αυτό, όχι μονάχα απλά επειδή είναι Σαββατόβραδο απόψε, αλλά για πολλούς και διάφορους λόγους δικούς μου, άσχετους μεταξύ τους με μια πρώτη ματιά, σχετικούς ίσως από κάποιο άλλο πρίσμα, τους οποίους θα δυσκολευόμουν πολύ να εξηγήσω εδώ... εξάλλου, τί νόημα θα είχε άραγε; Σαββατόβραδο απόψε...για άλλους μια βραδινή έξοδος, για άλλους μοναχικό, για άλλους ευχάριστο κι ελπιδοφόρο, για άλλους νοσταλγικό, μελαγχολικό, πληκτικό ή ακόμα και θανατηφόρα πνιγηρό... όπως και νά'χει, το κομμάτι αφιερωμένο σε όσους θά 'θελαν να το ακούσουν...

βράζοντας τα τσίπουρα...


Και μιας και θυμήθηκα τα καζάνια χθες το βράδυ, μού 'ρθε στο μυαλό κάποιο χειμωνιάτικο γιόμα που βράζαμε τσίπουρα στου φίλου μου του Ν. Είχε παγωνιά, καταχείμωνο, μες στο δωδεκαήμερο των Χριστουγέννων. Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει και ψιλούτσικες υγρές νιφάδες χόρευαν κάτω απ' το βλέμμα ενός ήλιου που χανόταν πίσω απ' το βουνό... Χιονόνερο... Και μεις στην «παράγκα», κάτω απ' το σπίτι, δίπλα στα καζάνια που βράζανε... Και δώσ' του κι άλλες κλάρες στη φωτιά, κι άντε άλλη μια καζανιά... Το άρωμα μεθυστικό να διαχέεται παντού... και κάθε τόσο να δοκιμάζουμε κι από ένα ποτηράκι για να ζεσταθεί το μουδιασμένο απ' το κρύο κορμί και να γελάσει η καρδιά μας. Βάζουνε διάφορα αρωματικά στο τσίπουρο εδώ... μπόλικο γλυκάνισο, μήλα, σύκα, από καμιά πορτοκαλόφλουδα, μια χούφτα κριθάρι και καλαμπόκι, ένα κρεμμυδάκι... και, άντε μια γουλιά ακόμη... Μας πήρε η νύχτα κι ανάψανε τα κάρβουνα στην ψησταριά, δίπλα στα καζάνια. Κι οι μυρωδιές να κάνουν πανηγύρι... Τ' άρωμα του χειμώνα, του ξύλου που καιγόταν και της φωτιάς, το οινόπνευμα να διαπερνά τα ρουθούνια και να σε πλημμυρίζει κι ύστερα το γλυκάνισο να μπερδεύεται με την τσίκνα του χωριάτικου λουκάνικου που τσιτσίριζε παραδίπλα... Κι άντε στην υγειά μας, και του χρόνου... κι άντε νά 'μαστε καλά κι ένα ποτηράκι ακόμα...

Παρασκευή 7 Δεκεμβρίου 2007

στην υγειά μας..

Δύσκολη νύχτα... Σηκώνει τσιπουράκι μπόλικο... Άντε, να βάλουμε τα καζάνια να βράζουνε, λοιπόν... και στην υγειά μας!

Δάφνη


Κάποτε ήτανε μια Νύμφη, κόρη του Πηνειού ποταμού, ξακουσμένη παντού για την ομορφιά της. Η Νύμφη τούτη ολημερίς κυνηγούσε στα δάση, σαν τη θεά `Αρτεμη, και κουβέντα δεν ήθελε να ακούσει για τα τόσα παλικάρια που την πολιορκούσαν. `Αδικα πάσχιζε ο πατέρας της, ο ποταμός, να την πείσει να παντρευτεί, να του χαρίσει εγγόνια. Εκείνη προτιμούσε να τρέχει ελεύθερη κι αγνή στα βουνά και να ασχολείται μονάχα με το κυνήγι. Η Νύμφη αυτή ονομαζόταν Δάφνη.

Κάποια μέρα, όμως, έτυχε να την ανταμώσει ο Απόλλωνας, ο οποίος ξετρελάθηκε από την ομορφιά της και θέλησε να την κάνει δική του. Εκείνη, για να γλιτώσει από τον πόθο του θεού και να παραμείνει παρθένα, έτρεξε να του ξεφύγει. Κι ο Απόλλωνας, γιος του πανίσχυρου Δία, έτρεξε στο κατόπι της προσπαθώντας να τη μεταπείσει. Αμετάπειστη η Δάφνη, πιο γρήγορος στα πόδια, όμως, ο θεός, καταφέρνει να τη φτάσει. Και τη στιγμή που εκείνος απλώνει τα χέρια του να τη γραπώσει, απελπισμένη η Δάφνη επικαλείται τη βοήθεια του πατέρα της του Πηνειού ώστε να τη γλιτώσει. Ο ποταμός τότε, για να κάνει τη χάρη στην κόρη του, τη μεταμόρφωσε σε δέντρο. Τα πόδια της έγιναν ρίζες, το σώμα της κορμός, τα χέρια της έγιναν κλαριά και τα μαλλιά της φύλλα. Κι έτσι ο θεός αγκάλιασε ένα δέντρο. Ήταν, όμως, τέτοιο το πάθος του για κείνην που της βροντοφώναξε «Αφού δε θέλησες να γίνεις γυναίκα μου, από δω και πέρα θα είσαι το δέντρο μου το αγαπημένο. Θα στεφανώνω με τους κλώνους σου τα μαλλιά μου, τη λύρα και τη φαρέτρα μου!» Κι έτσι η δάφνη έγινε του Απόλλωνα το ιερό φυτό...

Οπότε η δάφνη έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο στη λατρεία του θεού Απόλλωνα. Φύλλα δάφνης μασούσε η Πυθία πριν ανέβει στο δαφνοστεφανωμένο τρίποδα για να δώσει χρησμό, με δάφνη στεφάνωναν τους νικητές των Πυθικών αγώνων, με δάφνη εξάγνισε ο Απόλλωνας τον Ορέστη από το φόνο της μητέρας του κ.λ.π, κ.λ.π.... Μάλιστα, λένε, πως είχε τόσο στενά συνδεθεί με την προστασία από το κακό, αλλά και με τη δόξα, που αν ξεραινόταν κάποιος θάμνος δάφνης, το είχαν για άσκημο οιωνό.

Οι ιδιότητες της δάφνης, θεωρούνταν και θεωρούνται ακόμη φαρμακευτικές. Παλιά χρησιμοποιούσαν το δαφνόλαδο για επαλείψεις στο δέρμα των ζώων, ώστε να καταπολεμήσουν τις ψείρες καθώς και άλλα παράσιτα. Κάποιοι χωρικοί πλένουν ακόμη τα ζώα τους με νερό από βρασμένα δαφνόφυλλα για να μην τα πλησιάζουν οι αλογόμυγες. Το 19ο αιώνα γιατροί τη χρησιμοποιούσαν με μορφή επιθεμάτων σε φαρυγγίτιδα και ιγμορίτιδα, κι ακόμα και σήμερα, το αφέψημά της, χρησιμοποιείται από πολλούς για γαργάρες και πλύσεις στόματος σε πονόλαιμους και διάφορες στοματικές μολύνσεις. Ακόμη κάνουν ζεστές κομπρέσες με δαφνόζουμο σε αποστήματα ή νευραλγίες. Η συμβολή της είναι πολύ σημαντική στην καταπολέμηση της γαστρίτιδας και άλλων στομαχικών διαταραχών, όπως η αεροφαγία. (Δεν είναι τόσο τυχαίο που την προσθέτουν σαν αρωματικό στις φακές ή στη φασολάδα.) Η σκόνη ξερών δαφνόφυλλων σταματά τη ρινορραγία. Το λούσιμο με νερό στο οποίο έχουν βράσει φύλλα και καρποί της δάφνης δυναμώνει, σκουραίνει και γυαλίζει τα μαλλιά. Και τόσα άλλα ακόμη...

Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2007

Του Αϊ Νικόλα, των ναυτικών και του χιονιού


Παγωνιά σήμερα... Το περίμενα... Του Αϊ Νικόλα, βλέπεις! Από τότε που εγκαταστάθηκα μόνιμα σε τούτο το χωριό, έμαθα πως ο `Αγιος Νικόλας δεν είναι μονάχα ο προστάτης των θαλασσινών, αλλά κι ο άρχοντας του χειμώνα. Από τις 6 Δεκεμβρίου, λοιπόν, περιμένουμε τα πρώτα χιόνια. Τόσο πολύ τον έχω συνδυάσει τούτο τον `Αγιο με την έναρξη της βαρυχειμωνιάς, που το μυαλουδάκι μου είναι αδύνατον να διανοηθεί χιονόπτωση πριν από τη μέρα της γιορτής του. Από την άλλη, με το που θα πάει 6 του Δεκέμβρη, από μέρα σε μέρα την προσμένω. Η πεποίθησή μου αυτή ισχυροποιήθηκε έτσι τους πρώτους εκείνους χειμώνες που πέρασα στο χωριό, που λες και τά 'χανε κανονισμένα, ο `Αγιος των ναυτικών κι ο ουρανός και, κάθε φορά, ανήμερα της γιορτής του ένα πέπλο λευκό σκέπαζε το τοπίο. Έκτοτε, βέβαια, υπήρξαν και χρονιές που δε χιόνισε την ίδια μέρα, αλλά πάντοτε θα χιόνιζε λίγες μέρες μετά και ποτέ νωρίτερα!

Αργότερα έμαθα πως δεν είμαι μόνο εγώ και οι ντόπιοι τούτου του τόπου που συνδυάζουμε τον `Αγιο Νικόλαο με τις πρώτες παγωμένες νιφάδες, αλλά πως η ίδια αντίληψη επικρατεί και στην παράδοση του λαού μας.

«`Αγιος Νικόλας έρχεται τα χιόνια φορτωμένος» λέει ο λαός.

Κι ακόμα ακούγονται ένα σωρό παροιμίες για τα «Νικολοβάρβαρα» (τις τρεις αυτές γιορτές στην αρχή του Δεκέμβρη) :

«Η Βαρβάρα βαρβαρώνει (το κρύο), ο Αϊ Σάββας σαβανώνει κι ο Αϊ Νικόλας παραχώνει (το χιόνι).»

«Αγιά Βαρβάρα γέννησε (το χιόνι), Αϊ Σάββας το εδέχθη και Αϊ Νικόλας έτρεξε να πάει να το βαφτίσει.»

«Τα Νικολοβάρβαρα σιμά στο στάβλο!» (σαν προειδοποίηση για τους ψυχρούς αέρηδες που φυσούν αυτές τις μέρες)

«Αγιά Βαρβάρα μίλησε και Σάββας απεκρίθη:

-Μαζέψτε ξύλα κι άχυρα και σύρτε και στο μύλο,

γιατί Αϊ Νικόλας έρχεται στα χιόνια φορτωμένος!»

Του Αγίου Νικολάου, λοιπόν, σήμερα, «πού 'ναι της γης και του πελάγου», κύριος των ανέμων, της τρικυμίας και της παγωνιάς, του Αγίου Νικολάου, κατεξοχήν προστάτη των ναυτικών, που για να τον εξευμενίσουν πετούσαν κόλλυβα στη θάλασσα ανήμερα της γιορτής του και βύθιζαν την εικόνα του μες στο νερό, που τον επικαλούνται οι θαλασσινοί στις δύσκολες ώρες και τάζουν τάματα στο όνομά του, του Αγίου Νικολάου, του «καραβοκύρη» και «χιονιά» και πολιούχου του αγαπημένου μου Βόλου. 
Χρόνια πολλά και πανέμορφα σε όσους και όσες γιορτάζουν σήμερα και φυσικά ιδιαιτέρως στο Νίκο μας (Τέρα Άμου ) από τη Νίσυρο.

Τρίτη 4 Δεκεμβρίου 2007

Οι παραδόσεις μας κι η Αγιά Βαρβάρα

«Η Βαρβάρα βαρβαρώνει» λέει ο λαός, καθώς συνηθίζει να συνδυάζει ομόηχες λέξεις κι έτσι τη φαντάζεται, αν μη τι άλλο, ως μια Αγία ιδιαίτερα δυναμική. Με τούτη τη δυναμική Αγία, λοιπόν, συνδέονται εντυπωσιακά πολλές παραδόσεις, έθιμα και δοξασίες του λαού μας κάποια από τα οποία, κρύβουν φυσικά και αρχαιοελληνικές ρίζες.


Η Αγία Βαρβάρα, πάνω από όλα, θεωρείται προστάτιδα των παιδιών από την ευλογιά, αλλά κι από άλλες κακιές αρρώστιες. Τούτο στηρίζεται στην παράδοση που λέει πως ο πατέρας της, που ήταν φανατικός εθνικός, είχε τέτοιο μίσος για τους Χριστιανούς που, για να την κάνει να αρνηθεί την πίστη της την έκλεισε σε ένα πύργο όπου τη βασάνιζε τόσο, ώστε εκείνη να αρρωστήσει και να βγάλει σπυριά σε όλο της το σώμα. Τότε μάλιστα, την πέταξε σε ένα καζάνι για να καεί, όμως έγινε το θαύμα κι εκείνη, όχι μόνο δε κάηκε, αλλά έσβησαν και τα σπυριά από το κορμί της! Για το λόγο αυτό, οι μανάδες, εκείνες τις εποχές που ευλογιά θέριζε σαν επιδημία, έκαναν προσφορές στο όνομά της, ώστε να προστατεύσει τα παιδιά τους από την αρρώστια κι από τις άσκημες αυλακώσεις που προκαλούσε στα τρυφερά τους προσωπάκια. Έτσι, της έφτιαχναν μελόπιτες και πολυσπόρια, αλλά και κολλυβόζουμο, που τό 'λεγαν «βαρβάρα» προς τιμήν της.

Το έθιμο αυτό λέγεται πως κρατάει από την εποχή που ο σατανικός νους του πατέρα της, του Διόσκουρου, βάλθηκε να εξοντώσει του Χριστιανούς δηλητηριάζοντας το ψωμί τους. (`Αλλη εκδοχή, πάλι, μιλάει για τους Τούρκους κι όχι για το Διόσκουρο.) Το μυστικό, όμως, το έμαθε η κόρη του και ειδοποίησε τους Χριστιανούς να αποφύγουν εκείνες τις μέρες το ψωμί και να αρκούνται στο να βράζουν και να τρώνε ό,τι καρπούς είχαν φυλαγμένους στο σπίτι τους. Κι έτσι, ανήμερα της γιορτής της, οι νοικοκυρές συνήθιζαν να ετοιμάζουν τη «βαρβάρα», βάζοντας στάρι και διάφορους καρπούς (καρύδια, μύγδαλα, ρόδια, σταφίδες) ή φρούτα (συνήθως μήλο) ψιλοκομμένα και μπόλικα μυρωδικά, όπως κανέλα.

Αναφέρεται πως σε μέρη της Μικρασίας, τη «βαρβάρα» μαζεύονταν οι γειτόνισσες και την έφτιαχναν, την παραμονή, σε ένα σταυροδρόμι. Κι ύστερα το πρωί, φώναζαν τον παπά να τη διαβάσει, στο ίδιο εκείνο τρίστρατο. Αντίστοιχα, αλλού έφτιαχναν τη μελόπιτα (πίτα που αφού ψηθεί περίχυναν με μέλι) την οποία το τοποθετούσαν σε ένα τραπέζι και την πήγαιναν και πάλι σε ένα τρίστρατο όπου ερχόταν ο παπάς να τη ευλογήσει. Από το μέλι της πίτας αυτής έκαναν κι ένα σταυρό στην πόρτα τους.

Κι εδώ νομίζω αξίζει να παρατεθεί ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Γ.Α.Μέγα «Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας» : «Θα ήταν πραγματικά δύσκολο να εξηγηθούν οι μελόπιτες, η πανσπερμία και η έκθεσή τους στο «τρίστρατο», αν δε μας βοηθούσαν οι γνώσεις μας για την αρχαίακουροτρόφο θεά, την Εκάτη. Οι Έλληνες πίστευαν πως η Εκάτη, ως ενοδία ήτριοδίτις θεά, ήταν εγκατεστημένη στα τρίστρατα, όπου προς το βράδυ, τις τελευταίες μέρες του μήνα, όταν δηλαδή άρχιζε η νέα σελήνη, τοποθετούσαν πάνω στους βωμούς και κάτω από τα αγάλματα τροφές για τη θεά, τα λεγόμενα «Εκαταία» ή τον «Εκάτης δείπνον». Αν λάβουμε υπόψη, ότι αυτός ο τρόπος ετοιμασίας και έκθεσης των προσφορών στην Αγία Βαρβάρα συναντάται ιδιαίτερα στη Μ.Ασία και ότι η λατρεία της Εκάτης επικρατούσε κυρίως εκεί (από όπου η τριοδίτις θεά μεταφέρθηκε νωρίς στην αρχαία Ελλάδα ως θεά της μαγείας) καταλαβαίνουμε ποια αρχαία θεότητα αντικατέστησε, ως βοηθός του ανθρώπου, η Αγία Βαρβάρα.»

Παράλληλα, εκτός από τα παραπάνω, η Αγία Βαρβάρα έχει καθιερωθεί και προστάτιδα του Πυροβολικού μας, λόγω της παράδοσης που ακουγόταν σε σχέση με το θάνατό της. Καθώς έχασε τη ζωή της από τον ίδιο της τον πατέρα και φανατικό ειδωλολάτρη κι ενώ εκείνος την αποκεφάλισε με το ξίφος του, η Θεία Δίκη, με μορφή κεραυνού, λέγεται πως έπεσε πάνω του και τον έκαψε. Αυτόν τον τιμωρό κεραυνό συμβολίζουν τα πυρά του Πυροβολικού και για το λόγο αυτό καθιερώθηκε προστάτιδά του το 1829. Μάλιστα, προς τιμήν της, προσφέρονται και λουκουμάδες, επειδή μοιάζουν με τα τότε σφαιρικά βλήματα των πυροβόλων.

(βλ. και: Η Αγια-Βαρβάρα, η ευλογιά, το μέλι και τα τρίστρατα!)

Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2007

Σαββατοκύριακο στην εξοχή!



Πρωινό Σαββάτου στο χωριό... εγώ σπίτι, η μάνα μου σε κάποια δουλειά, ένα χιλιόμετρο πιο πέρα... Με παίρνει στο κινητό από αριθμό άγνωστο: «Έλα, το κινητό μού 'σβησε και δεν ανοίγει. Θα έρθεις να με πάρεις στις δύο που θα έχω τελειώσει; Μη με ξεχάσεις και δεν έχω και τηλέφωνο εδώ!» Οπότε, κατά τις δύο παρά ανεβαίνω πλατεία για να πάρω το αυτοκίνητο. Αμ, δε! Κλεισμένο το αυτοκίνητο από κάποιον άγνωστο και πανικός στο πάρκιν! «Μπας και καταφέρω να βάλω μπρος το παλιό της μάνας μου;» αναρωτήθηκα και άλλαξα κατεύθυνση. Αμ, δε! Την άκουσα τη μπαταρία να ξεψυχάει... Και που να βάζεις τώρα μπρος πάλι με τα καλώδια, που να βρεις αυτοκίνητο με μπαταρία διαθέσιμη, όταν επικρατεί το χάος... Και πάνω που αναλογιζόμουνα τι να κάνω, εμφανίζεται ο τύπος που με είχε κλείσει και παίρνει το αυτοκίνητο από μπροστά. Ωραία! Δεν τού 'πα τίποτα του ανθρώπου, δε βαριέσαι, αφού δεν άργησε και να φανεί κι αφού τώρα μπορούσα να φύγω... Αμ, δε! Πάω να βγω από το πάρκιν, ο ίδιος τύπος σταματημένος μου έκλεινε την έξοδο. Τι έγινε πάλι; Βγαίνω έξω να δω... Α, θά 'θελε να στρίψει αριστερά το χρυσό μου, κι από τα αριστερά ερχόταν ολόκληρο πούλμαν και που να χωρέσει να περάσει. Τι να κάνουμε, θά 'τρωγα εγώ το πούλμαν στη μάπα, που θα τό 'χα μπροστά μου στρίβοντας δεξιά σε αυτό το θεόστενο δρόμο. Περνάει το πούλμαν, το οποίο το ακολουθεί ουρά αυτοκινήτων. Άντε να περάσουν όλοι τούτοι, να πάρουμε σειρά κι εμείς! Αμ, δε! Το πούλμαν ξάφνου σταματάει μπροστά μας και δεν κινείται. Ξαναβγαίνω να δω. Ένας τύπος με φορτοεκφορτώσεις του είχε κόψει την πορεία. Ωραία ώρα διάλεξες φίλε μου! Έχω αρχίσει να εκνευρίζομαι λίγο κι ακόμη περισσότερο καθώς σκέφτομαι ότι πλησίαζε η ώρα που θα κατέφθανε το υπεραστικό λεωφορείο από την αντίθετη μεριά και τότε, τη βάψαμε!. Αποφασίζει ο «φορτοεκφορτώσεις» να βάλει μπρος. Αμ, δε! Δεν πρόλαβε να έρθει το υπεραστικό, άλλο πούλμαν ανηφόριζε από τα δεξιά. Υπέροχα! Κι οι ουρές αυτοκινήτων ευτυχισμένων τουριστών που αποδράσανε στην εξοχή για το Σ/Κ να έχουν φρικάρει καθώς είχαν φρακάρει όλο το χωριό κι από τις δυο μεριές. Εντωμεταξύ, όλο το μπλοκάρισμα μπροστά στην αστυνομία. Απτόητοι οι αστυνομικοί μας, σε νιρβάνα όπως πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις, κανείς δεν εμφανίστηκε να ρυθμίσει λίγο την κυκλοφορία...
Ήδη έχει περάσει μισή ώρα από τη στιγμή που βγήκα από το σπίτι μου. Και πάνω που αναρωτιέμαι πώς να ειδοποιήσω τη μάνα μου πως πιο γρήγορα θα φτάσει στο χωριό με τα πόδια, παρά αν με περιμένει μες την παγωνιά, διακρίνω κάποια κίνηση. Αμ, δε! Προχωράμε, λοιπόν, πέντε μέτρα και σταματάμε ξανά. Και νά 'θελα, ήταν πλέον αδύνατον να επιστρέψω στο πάρκιν! Σιγά-σιγά, όμως, αρχίζει να ξεμπλοκάρει η κατάσταση. Και τότε βλέπω το δεύτερο λεωφορείο που ο οδηγός του, μάγος τιμονιού και ψυχραιμίας, το είχε στριμώξει στο πιο απίστευτο σημείο, με τον πλέον απίστευτο τρόπο, για να μπορέσουμε να περάσουμε. Ήρωας! Νά 'ναι καλά ο άνθρωπος! `Αλλη ουρά, βέβαια, από την άλλη πλευρά... ξυστά περνούσαν όλα τα αυτοκίνητα... Και μόλις στρίβω και ξεμπλοκάρω από το χαμό, νά 'σου και το υπεραστικό! Δύο λεπτά νωρίτερα να είχε ανέβει, εκεί θα βρισκόμουν ακόμη! Πάλι καλά! Βέβαια, θα το ξαναπετύχαινα στην επιστροφή, δεν τη γλίτωνα... `Ασε που δε θά 'βρισκα και πάρκιν για δείγμα! Κι όσο τα σκεφτόμουν αυτά είχα πλέον για τα καλά εκνευριστεί! Κι έτσι κι έγινε. Και φυσικά το πέτυχα! Να το ακολουθεί ένα φορτηγό κι η κλασική ουρά αυτοκινήτων. Και φυσικά φτάνω στο πάρκιν και θέση γιοκ. Και προχωράω προς τα πάνω, όπου βρω να το αφήσω. Και τότε νά 'σου κι άλλο πούλμαν να μου κλείνει το δρόμο σταματημένο για να κατέβει ένα τσούρμο καταχαρούμενων τουριστών με το πάσο τους! Αυτοί μάλιστα! Δεν καταλαβαίνουν Χριστό... Μακάριοι... Αυτοί είναι οι μόνοι, τελικά, που μπορούν να περάσουν ένα χαλαρό Σαββατοκύριακο στην εξοχή μας....

Σάββατο 1 Δεκεμβρίου 2007

ο χειμώνας κι εγώ!




Πάλι συννεφιά, πάλι μουντάδα... Είναι κάποιοι άνθρωποι που γαληνεύουν με τον καιρό αυτό, που ευχαριστιούνται. Μαζί με αυτούς κι οι αγαπητές μου σαρανταποδαρούσες, που βρίσκουν τη χαρά τους να κυκλοφορούν σε ένα κλίμα απόλυτης υγρασίας... Εγώ πάλι, μελαγχολώ... καθόλου δε μου αρέσει. Που κρύφτηκε ο ήλιος μου; Ο προστάτης μου; Ο σύντροφός μου; Και μ' άφησε μόνη σε αυτή την καταχνιά...

Εδώ, συνήθως ο χειμώνας είναι βαρύς και το καλοκαίρι δροσερό... Καθόλου του γούστου μου συνεπώς. Εγώ αποζητώ έναν ήλιο να με τσουρουφλάει και να μου φωτίζει τη μέρα... Έτσι, πέρσι, ευχήθηκα με όλη μου την ψυχή να μην κάνει χειμώνα. Δεν νομίζω ότι είχε κανείς λόγο να εισακούσει τις προσευχές μου αυτές, παρόλα αυτά, χειμώνα δεν έκανε! Αληθινό χειμώνα, δηλαδή. Αλλά και πάλι, από τη μύτη μας το έβγαλε! Όλα τα ζούμπερα επιβιώσαν, καθώς οι θερμοκρασίες παρέμειναν υψηλές και μας βρήκε η άνοιξη με εκατομμύρια παράσιτα να ροκανίζουν λαίμαργα δέντρα, λουλούδια και κηπευτικά... Ποιές ψείρες Γιωτάκι;; Εκεί να δεις! Όλος ο μικρόκοσμος στον κήπο μου! Ακαταμάχητος, να ξεζουμίζει τα πάντα! Ούτε ένα κεράσι δε φάγαμε. Πιο πολύ το κρέας από το φρούτο!

Κι έρχεται και το καλοκαίρι κι ο τόπος θεόξερος... η χαρά της φωτιάς! Κι η δική μας απελπισία...

Οπότε, πού να τολμήσω να ευχηθώ για φέτος ήπιο χειμώνα;; Τρόμος με πιάνει! Κάτι χειρότερο κι από τη θέα της σαρανταποδαρούσας!

Ελά όμως που δεν την αντέχω αυτή τη μούχλα. Αυτό το θλιβερό σκηνικό... αυτή τη μελαγχολία... Είμαστε που είμαστε στην απομόνωση... Ποιός να κυκλοφορήσει με τόση βροχή... με τα καλντερίμια να θυμίζουν καταρράκτες, το στραβοχυμένο πάρκιν κάτι σα βάλτο και τα μπατζάκια μες στη λάσπη για να μπεις στο αυτοκίνητο; Μένουμε εμείς, τα σαλιγκάρια κι οι σαρανταποδαρούσες... Κι άντε με τα σαλιγκάρια, έχουμε καλές σχέσεις, κι ας μου καταβροχθίζουν τα μαρούλια... Με τις άλλες, τις ακατανόμαστες;;;

Το θέμα ίσως ρυθμιζόταν αν έβρεχε μόνο τη νύχτα. Την ώρα που κοιμάμαι... Και μετά, ο φίλος μου ο ήλιος να μας καλημερίζει... Αλλά, ποιός με ακούει εμένα; Κι ας κάνει και παγωνιά, χρειάζεται... Πρέπει, δηλαδή να ρίξει και δυο μέτρα χιόνι; Ας το ριξει σε δόσεις! Να το χαρούμε κι εμείς, να χαρεί κι αυτό! Όχι να σκάβουμε σαν είλωτες για να απεγκλωβιστούμε! Και μετά να παγώνει στους μικροσκοπικούς διαδρόμους που ανοίγουμε και να κάνουμε τσουλήθρα! Και καλή η τσουλήθρα...δε βαριέσαι... Τις ρουκέτες που έχουν αμολήσει όλοι οι σκύλοι του χωριού στα στενά μονοπατάκια, πώς τις αποφεύγεις, μου λες; Όταν μάλιστα κουβαλάς και τις σακούλες με τα ψώνια και προσγειώνεσαι με τον κώλο και τα χέρια ψηλά! Κι αναρωτιέσαι... να αφήσω τα ψώνια να προσγειωθούν στις ρουκέτες ή να πέσω εγώ; Πριν προλάβεις να το σκεφτείς, έχεις πέσει πάνω τους και εσύ και τα τρόφιμα από το μπακάλη! `Αντε, καλή όρεξη μετά..

Κι άμα σε πιάνει και το κλειστοφοβικό το δικό μου... άσ' τα να πάνε! Να σκάβεις τούνελ κι η χιονοθύελλα να τα κλείνει στο μισάωρο! Και πως θα βγεις στην πλατεία, να δεις κανέναν άνθρωπο; Γιατί μπορεί να μη θες να δεις κανέναν μπροστά σου ως τη στιγμή που δε μπορείς να ανοίξεις την πόρτα σου από το χιόνι. Ε, τότε, εμένα με πιάνει μια απίστευτη κοινωνικότητα. Και σκάβω σαν τρελή για να βγω στην πιάτσα. Αλλά οι υπόλοιποι δεν κουβαλάνε τη δική μου τρέλα και μένουν κουρνιασμένοι στα σπιτάκια τους. Και βρίσκω μόνο τον σχεδόν ενενηντάχρονο περιπτερά να μου λέει "Βρε, θηρίο! Πώς ανέβηκες μέχρι εδώ με τόσο χιόνι;" κι εγώ απορημένη και κατάπληκτη να τον κοιτάζω και να τον ξανακοιτάζω και να αναρωτιέμαι πιο μαγικό ραβδάκι τον μετέφερε από την άλλη άκρη του χωριού μέσα στο περίπτερό του, περιτριγυρισμένο από ενάμιση μέτρο χιόνι...

Άντε, καλό μήνα νά'χουμε και καλό χειμώνα!

απλώς για μια καληνύχτα...