Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2022

Άγιος Μάμας, ο προστάτης των βοσκών (παραδόσεις, έθιμα και πανηγύρια)

Εικονιζόμενος καβάλα σ'ένα λιοντάρι με μια γκλίτσα στο χέρι, ο νεαρός άγιος και μάρτυρας Άγιος Μάμας θεωρείται ο κατ'εξοχήν προστάτης των βοσκών και των κοπαδιών τους, αλλά και των υιοθετημένων παιδιών. Έζησε την εποχή των διωγμών (3ο αι.μ.Χ.) κι αφού οι γονείς του κυνηγήθηκαν και πέθαναν στη φυλακή, υιοθετήθηκε, βρέφος ακόμη, από μία Χριστιανή, την οποία καλούσε συνεχώς "μάμα" κι έτσι, σύμφωνα με την παράδοση, πήρε το όνομά του. (ή "Eν δε τω τετυπωμένω Ωρολογίω γράφεται, ότι ο Άγιος ούτος μετά την γέννησίν του έμεινεν άφωνος πέντε χρόνους. Έπειτα ελάλησε ρωμαϊστί: ήτοι λατινιστί την λέξιν ταύτην Mάμα. Διά τούτο και ωνομάσθη Mάμας."*) Σε ηλικία μόλις δεκαπέντε ετών μαρτύρησε και θανατώθηκε για την πίστη του.

 

"Στις 2 Σεπτεμβρίου είναι η γιορτή του Αγίου Μάμαντος, του προστάτη των βοσκών, που εικονίζεται μ'ένα στραβό ραβδί στο χέρι. Οι τσοπάνηδες τον θεωρούν καταδικό τους άγιο κι ανήμερα της γιορτής του δεν κάνουν καμιά βαριά δουλειά.
Σε πολλά δε μέρη γίνονται πανηγύρια με ξεχωριστή γραφικότητα, όπου πηγαίνουν γεροτσελιγκάδες και χορεύουν παλιά τσοπάνικα τραγούδια. Του πηγαίνουν τάματα, κυρίως αρνιά και κατσίκια, για νά'χει το δικό του κοπάδι. Έχοντας, λένε, ο άγιος το κοπάδι του παύει να παραπονιέται και να ζηλεύει τα δικά τους. Ύστερα τον λυπούνται κιόλας. Δε θέλουν μια που τον θεωρούν προστάτη τους να μην έχει τα δικά του ζωντανά. Είναι κρίμα απ'το Θεό, τους ακούς και ψιθυρίζουν. Έπειτα, λένε, όταν ο άγιος φυλάει τα δικά του ζωντανά, φυλάει και προσέχει και τα δικά τους.
Κάποτε ένας γιδάρης, ο γερο-Παναγής, απ'τη Γραμμένη Οξυά, μού'πε πως όταν γεννιούνται τα κατσίκια του το καλύτερο το τάζει στον άγιο Μάμαντα, για το καλό και την προκοπή του ζωντανού βιου του. 

"Το τάζω", μου είπε μ'αληθινή πίστη, "κι έχω σίγουρο το κοπάδι μου, μου το φυλάει ο άγιος από κάθε κακό κι από αγριοζούλαπα"." 

(Βασίλη Λαμνάτου, "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας", εκδόσεις "Δωδώνη")

Φωτίου Κόντογλου, "Έκφρασις της Ορθοδόξου Εικονογραφίας", τ.Α'

"Στις εικόνες του ο Άγιος Μάμας παριστάνεται συνήθως να ιππεύει πάνω σε λιοντάρι. Κατά την παράδοση, όταν ο βοσκός Μάμας κατέβαινε από το βουνό στην πόλη να παρουσιαστεί στον Διοικητή, κρατώντας να του προσφέρει κι ένα πρόβατο, υποχρεωτικό δώρο, κουράστηκε στο δρόμο, και τότε παρουσιάστηκε ένα λιοντάρι που τον πήρε στην ράχη του. Οι συμβολιστές ερμηνεύουν την παράσταση, ότι σημαίνει την αγιότητα μαζί και την δύναμη του Χριστιανισμού." (Δημήτρη Λουκάτου, "Τα φθινοπωρινά", εκδόσεις Φιλιππότη)

Μια αντίστοιχη παράδοση από την Κύπρο, αναφέρει:

"Στην Κύπρο ο άγιος Μάμας είναι ένας πολύ σεβαστός και δημοφιλής άγιος, Πολλοί ναοί και παρεκκλήσια, μα και χωριά φέρουν το όνομα του (Σ' όλη την Κύπρο 66 ναοί περίπου είναι αφιερωμένοι στον Άγιο Μάμα).. Αλλά και πολλές κυπριακές παραδόσεις κυκλοφορούν μεταξύ του λαού γύρω από την άγια μορφή του. Μια τέτοια παράδοση που δημιουργήθηκε, όπως φαίνεται, κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, δίνει μια πολύ όμορφη ερμηνεία της εικονογράφησης του αγίου, καβάλα σ' ένα λιοντάρι και μ' ένα αρνί στα χέρια. Σύμφωνα με τη σχετική παράδοση ο άγιος Μάμας ήταν ένας φτωχός ερημίτης, που ζούσε σε μια σπηλιά κοντά στην κωμόπολη Μόρφου. Μια χρονιά οι φοροθέτες τον έβαλαν να πληρώσει βαρύ κεφαλικό φόρο. Επειδή ο Άγιος αρνιόταν, κλήθηκε από τον διοικητή σε απολογία. Στον δρόμο που ερχόταν μαζί με τη συνοδεία των στρατιωτών που τον βρήκαν και τον ακολουθούσαν, ένα λιοντάρι πετάχτηκε μπροστά τους κι άρπαξε ένα αρνί, που κυνηγούσε. Ο Άγιος έκαμε νόημα στο θηρίο να σταματήσει, και ν' αφήσει το θύμα του. Το λιοντάρι υπάκουσε. Σταμάτησε με μιας, κι άρχισε να κουνάει την ουρά του, για να δείξει την υποταγή του. Ο αθλητής, κουρασμένος όπως ήταν από την οδοιπορία, πήρε το αρνί στα χέρια κι αφού καβαλίκεψε το θηρίο συνέχισε τον δρόμο του προς το Διοικητήριο... Όταν ο Διοικητής αντίκρυσε το απίθανο αυτό θέαμα, έδωκε διαταγή ν' αφήσουν ελεύθερο τον αθλητή και να τον απαλλάξουν απ' τη φορολογία σ' όλη του τη ζωή. Ο Άγιος αφήκε το αρνί σαν δώρο στον Διοικητή κι έφυγε." 

Υπάρχει, όμως, και η παράδοση που συνδέει το λιοντάρι με τα βασανιστήρια που υπέστη. Όταν, λένε, σώθηκε εκ θαύματος από τα βασανιστήρια που του έκαναν για να αλλαξοπιστήσει, ο έφηβος μάρτυρας βρέθηκε να ζει στα βουνά παρέα με λιοντάρια κι άγρια θηρία που εξημέρωσε. Τόσο πολύ που τα ελάφια κάθονταν και τα άρμεγε για να τραφεί. Τότε εξαπλώθηκε η φήμη του και κόσμος τον επισκεπτόταν. Οπότε οι διώκτες του τον εντόπισαν και τον ξαναέπιασαν για να τον βασανίσουν. Τον έριξαν σε άγρια θηρία για να τον κατασπαράξουν, αλλά εκείνα δεν τον πείραξαν. Κι ένα λιοντάρι τον δέχτηκε στη ράχη του για να τον μεταφέρει μακριά...

Mάμας ο περιβόητος και ποιμήν και Mάρτυς. O πρότερον μεν τας ελάφους αμέλγων κατεπειγομένας αλλήλων, (κάθε γαρ μία έλαφος εσπούδαζε να προλάβη από την άλλην, διά να δώση το βυζί της εις τον Mάρτυρα), ίνα ξένω γάλακτι τραφή δίκαιος

"Η λατρεία του παραμένει αξιόλογη στην Κύπρο. Στον ναό του της Μόρφου δείχνουν την λάρνακα του λειψάνου του, που έφτασε, λέει, μόνη της εκεί, πλέοντας απ'τη Μ.Ασία. Για την εκκλησία του αναφέρεται, ότι, όταν χτιζόταν, οι πέτρες συγκεντρώνονταν μόνες τους αποβραδίς. Επίσης, ότι στο πανηγύρι του ο Άγιος έστελνε εφτά αγριόγιδα να τα θυσιάσουν και να φάει ο κόσμος. [...] 

Έχουμε εκκλησίες του στη Χίο, Σκύρο, Κάρπαθο, Κάλυμνο, Μήλο, Νάξο, Σπέτσες, Κύθηρα καθώς και χωριά με το όνομά του στην Κρήτη, στην Τροιζηνία και στη Χαλκιδική. Έχουν και στην Πίνδο οι τσοπάνηδες την εικόνα του (Χαλίκι Ασπροποτάμου) και την λιτανεύουν στις στάνες όταν πέσει αρρώστια στα πρόβατα. 

Οι μητέρες επικαλούνται τον Άγιο Μάμα για τα παιδιά." 
(Δημήτρη Λουκάτου, "Τα φθινοπωρινά", εκδόσεις Φιλιππότη)

 


"Στον εορτασμό του Αγίου Μάμα, αγίου κατεξοχήν ποιμενικού, επικρατεί ο κυπριακός τόνος, ακόμα και με μια παραλλαγή της γνωστής παραδόσεως για το θεόπεμπτο θύμα: 

"Ο άης Μάμας ήταν βοσκός ' είχε πολλά χτηνά και όταν αποφάσισε κι έγινε άγιος, το κοπάδι του έμεινε ελεύθερο μέσα στα δάση και οι αίγες του έγιναν αγρινά και βρίσκονται ακόμα στο Τρόοδος. Την ημέρα που εγινότανε η εορτή του ερχότανε από το κοπάδι του τρία χτηνά και έπρεπε να σφάξουν τα δύο και το άλλο να το ξαπολύσουν. Σε μίαν εορτή τα έσφαξαν και τα τρία και από τότε δεν ξανάρθαν." (Κυπρ.11)

Ο ποιμενικός χαρακτήρας τους αγίου τονίζεται και στη μαρτυρία της Κρήτης, ιδιαίτερα όμως της Σκύρου: "Είναι τσοπάνης και στην εικόνα του τον ζωγραφίζουν με το στραβοράβδι στο χέρι. (σημ. Η παράσταση αυτή είναι σύμφωνη με το συναξάρι του αγίου ότι ήταν βοσκός. Π.Β. Φ.Κόντογλου, "Έκφρασις της Ορθοδόξου Εικονογραφίας, τ.Α': "Μάμας, νέος αγένειος, κρατών μικράν έλαφον και ποιμενικήν ράβδον"). Οι τσοπάνηδες του πάνε αρνιά, νά'χει κι εκείνος το κοπάδι του, να μην παραπονιέται και ζηλεύει, να τους φυλάει και τα δικά τους..."

Από την ίδια σκυριανή πληροφορία έχουμε ενδιαφέροντα στοιχεία για τον τρόπο τελέσεως της θυσίας: "Στο πανηγύρι του, την παραμονή το βράδυ, σφάζουν αρνιά κάτω από την καρυδιά. Γυρίζουν το κεφάλι του αρνιού κατά το ιερό της εκκλησίας, τ'ακουμπούν στο πεζούλι, πάνω από το μεγάλο άγνε (λυγαριά) και το σφάζουν, προσέχοντας το αίμα να τρέξεις μες στο αυλάκι το νερό. Το νερό του άι-Μάμα είναι σαν αγίασμα, βγαίνει κάτω απ'το ιερό της εκκλησίας. Έπειτα το κρεμούν από την καρυδιά... το κόβουν, το μαγειρεύουν όταν θα απολύσει ο εσπερινός, ο παπάς ευλογεί το τραπέζι και κάθονται όλοι και τρώνε, τραγουδούν και διασκεδάζουν". " (Γεωργίου Αικατερινίδη, "Νεοελληνικές αιματηρές θυσίες", Δελτίον ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας) 

Σήμερα, όλη αυτή η τελετουργία της θυσίας του ζώου (που μας "ξενίζει" κι "αγριεύει" συχνά) παραλείπεται μεν, αλλά δεν παραλείπεται το κοινό συμπόσιο που ακολουθεί τις θρησκευτικές πανήγυρεις είτε από κοινά καζάνια που μαγειρεύεται το κρέας συνήθως έξω από τους ναούς, είτε ακόμη και στις ταβέρνες της πλατείας του χωριού. Στα Αφροδίσια της Χίου ανήμερα του Αγίου Μάμα, προστάτη του χωριού, μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας, οι πιστοί συγκεντρώνονται στην πλατεία του σχολείου όπου παρατίθεται κατσικοπίλαφο, πανηγυρικό γεύμα το οποίο έχει παρασκευαστεί σε τέσσερα μεγάλα καζάνια από τους χωριανούς. Το βράδυ ακολουθεί γλέντι με ορχήστρα και μεζέδες που, και πάλι, ετοιμάζονται από τους χωριανούς για όλον τον κόσμο που παρευρίσκεται. Οι προετοιμασίες, μάλιστα, για τούτο το πανηγύρι ξεκινούν μια βδομάδα πριν με καθάρισμα και "άσπρισμα" όλου του χωριού. (βλ.: Πανηγύρι Αγίου Μάμα Αφροδισίων Χίου)

Στον Άγιο Μάμα της Χαλκιδικής, εκτός από το θρησκευτικό πανηγυρισμό, πραγματοποιείται μεγάλη εμποροπανήγυρις. Σημειώνει ο Δημήτρης Κουρμπέτης ("Το χωριό Άγιος Μάμας Χαλκιδικής"):
 

" Η εκκλησία του Αγίου Μάμαντος, σύμφωνα με την παράδοση, κτίσθηκε από μοναχούς του μετοχίου. Η παράδοση λέει ότι οι μοναχοί που διέμεναν στο μετόχι έβλεπαν τις νύχτες ένα φως σαν καντήλι μέσα στη θάλασσα, έψαξαν και ανέσυραν τελικά από το βυθό την εικόνα του Αγίου Μάμαντος. Καθώς επέστρεφαν στο μετόχι τους, τα βόδια που έσερναν τον αραμπά με την εικόνα ακινητοποιήθηκαν καθώς ανέβαιναν το ύψωμα έξω από το μετόχι. Παρ’ όλες τις προσπάθειες έμειναν ακίνητα, οι μοναχοί θεώρησαν ότι ήταν θέλημα του Αγίου και έκτισαν εκεί ένα μικρό εκκλησάκι όπου τοποθέτησαν την εικόνα του. Η εκκλησία με το πέρασμα των χρόνων υπέστη κατεδαφίσεις και ανακαινίσεις. [...]

... μπορούμε να συνάγουμε το συμπέρασμα ότι η πανήγυρη του Αγίου Μάμαντος αποτέλεσε ένα έθος που έγινε θεσμός, ξεκίνησε δηλαδή ως μια τοπική αγορά στην αρχή του Φθινοπώρου ήδη από την βυζαντινή εποχή για να μετατραπεί με το πέρασμα των αιώνων στην πανήγυρη των 19ου και 20ου αιώνων. Ο χώρος προσφερόταν για αγοραπωλησία ζώων επειδή διέθετε νερό και ήταν ανοικτός και προσβάσιμος για ζώα και ανθρώπους. Ο χρόνος διεξαγωγής του στην αρχή του Σεπτέμβρη ιδανικός, μετά το τέλος της σποράς και των άλλων καλοκαιρινών γεωργικών ασχολιών, ενώ ταυτόχρονα άρχιζε η προετοιμασία για τη νέα γεωργική χρονιά, της σποράς αλλά και για το χειμώνα, χρόνος κατάλληλος για να αγορασθούν και να πουληθούν ζώα. Έχουμε ένα χαρακτηριστικό παράλληλο με της γιορτές της πρώτης εβδομάδας του Σεπτέμβρη στην περιοχή της Καισάρειας της Καππαδοκίας ήδη από τους 4ο και 5ο αιώνα μ. Χ., περιοχή απ’ όπου ελκύει την καταγωγή του και το πρόσωπο του Αγίου Μάμα. Η Άννα Μαράβα–Χατζηνικολάου στη μονογραφία της για τον Άγιο Μάμαντα αναφέρει ότι οι γιορτές στην Καισάρεια πολύ πιθανόν να άρχιζαν την 1η του Σεπτέμβρη, αρχή της Ινδίκτου. Η συγκομιδή είχε πια γίνει, αρχίζει ξανά η σπορά , ο νέος κύκλος και η Εκκλησία εύχεται για ευνοϊκούς ανέμους, καλές βροχές, ευφορία της γης. Ο Μέγας Βασίλειος μάλιστα στην ομιλία του στη γιορτή του Αγίου Μάμαντα λέει: «η γαρ αυτή ημέρα ορίζει ημίν τον παρελθόντα κύκλον, και κεφαλή γίνεται πάλιν τω επερχομένω». [...]"

Λιτάνευση εικόνας Αγίου Μάμα- Χαλκιδική

Αλλά, ας μεταφερθούμε και στην Κρήτη, με τη μοναδική πένα του λαογράφου Νίκου Ψιλάκη:

"Μ'ένα ραβδί σαν κι αυτό που κρατούν οι βοσκοί στο ένα χέρι κι ένα αρνί στο άλλο ο Άγιος Μάμας, νέος, ωραίος, χωρίς γένεια αλλά με πρόσωπο σχεδόν παιδικό, εικονίζεται σε τοιχογραφίες ηλικίας πολλών αιώνων και σε φορητές εικόνες. η λατρεία του νεαρού Άγίου είναι ευρύτατα διαδεδομένη σε όλο το νησί, κυρίως σε περιοχές με ακμάζουσα κτηνοτροφία. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που πάνω στον Ψηλορείτη των χιλιάδων αιγοπροβάτων γινεται ένα από τα μεγαλύτερα πανηγύρια της περιοχής... ούτε που σε πολλά άλλα ψηλώματα θα δούμε ταπεινά εκκλησάκια αφιερωμένα στη χάρη του.[...] 

Πιστεύεται ότι ήταν βοσκός. Και ότι ζούσε στα βουνά "όπως κι εμείς οι βοσκοί, δεν εκατέβαινε στα χωριά και στσι πόλεις. Ειντά 'θελα κατεβεί να κάνει; Τα οζά μας καταλαβαίνουνε πιο καλά." Λόγια βοσκού απ'την οικογένεια των Σκουλάσων στο πανηγύρι του Αγίου στον Ψηλορείτη το 1994. Παρακολουθώντας αυτό το εντυπωσιακό σε συμμετοχή πανηγύρι είχαμε την ευκαιρία να ακούσουμε μερικές σπ΄τις πιο ενδιαφέρουσες λαϊκές απόψεις για την ταυτότητα του Αγίου! 

" Είναι ο άγιος των φτωχών και δεν έχει να κάνει ούτε με τους δεσποτάδες, ούτε με άρχοντες, ούτε με δημάρχους, ούτε με κανέναν άλλον." 

"Βοσκαρουδάκι στα όρη δεν ήτανε κι ας ήτανε κι αμούστακο που λέει και το τραγούδι; Κατέχει αυτός είντα ζωή κάνομε. Γι'αυτό όπου κι αν είναι βοσκός πρέπει να τον-ετιμά και να τον σέβεται."

"Το αρνί που κρατεί στην εικόνα άλλοι λένε πως το πήγαινε στο Διοικητή πεσκέσι, μα εγώ είχα ακούσει πως το πήγαινε στην εκκλησία και προπάτειε πολλές ώρες για να φτάσει. Όπου υπάρχει βοσκός πρέπει να κάνει το ίδιο, να βγάνει και τη μερίδα του Αγίου Μάμα και να πάει ένα τάξιμο στην εκκλησία."

"Μπορεί νά'τανε βοσκάκι μα εκάτεχε κι εγιάτρευε τα πρόβατα. Και του φέρνανε κι από άλλα κοπάδια, ξένα, και τα γιάτρευε κι αυτά. Και σήμερα άμα τάξεις στον Άγιο όλα πάνε καλά στο κοπάδι."

[...] Οι άντρες αναλαμβάνουν το ψήσιμο του περίφημου αντικρυστού και οι γυναίκες το μαγείρεμα σε μεγάλα καζάνια του κατεξοχήν εθιμικού φαγητού της ημέρας: κρέας κοκκινιστό με πατάτες. [...]

Τα τάματα που γίνονται προς τον Άγιο είναι σχεδόν κατ'αποκλειστικότητα ζώα αιγοπροβατοειδή. Τα πηγαίνουν και τα δένουν στο κερκέλι της εκκλησίας. Τελευταία τα δένουν και σε κάποιο δένδρο που βρίσκεται δίπλα στον ναό. Συνήθως οι βοσκοί ζητούν από τον ιερέα να διαβάσει την ευχή: "Είναι άνθρωποι που έχουν προβλήματα, άλλου αρρώστησε το κοπάδι, άλλος το φέρνει για καλό. Διαβάζω την ευχή του Αγίου Μάμα."

 

[... ] λαογραφικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η γιορτή του Αγίου στο Σελί Ρεθύμνου. Παλιότερα οι βοσκοί της περιοχής έφερναν τα πρόβατα στην εκκλησία. Ο παλιός εφημέριος του χωριού, π.Στυλιανός Χριστοδουλάκης πρόλαβε το χωράφι που βρίσκεται δίπλα από τον ναό γεμάτο πρόβατα κατά την ημέρα της γιορτής: 

"Καθένας από μας είχε και μερικά πρόβατα, δεκαπέντε, είκοσι ή και παραπάνω, χώρια οι βοσκοί που είχανε πολλά. Τα φέρνανε όλοι στην εκκλησία. Αποβραδίς εφέρνανε τα κουδούνια, τα βάζαμε κάτω από το τραπέζι του αγιασμού και ευλογούνταν. Θυμούμαι και τριάντα ακόμα μπορεί και σαράντα λέρια μαζεμένα. Ο παπάς επήγαινε με τον αγιασμό και τα ράντιζε όλα. Στο τέλος ο κάθε βισκός έπαιρνε το αγιασμένο λέρι και το πετούσε στο κοπάδι του για να πέσει επάνω σε ένα πρόβατο. Σ'αυτό το φορούσε κιόλας. Τα παλιότερα χρόνια εφέρνανε πολλά πρόβατα, μπορεί και κάθε βοσκός να θεωρούσε υποχρέωσή του να φέρει από ένα αρνί στον άγιο. Μερικά τα έσφαζε η εκκλησία και μοίραζε το κρέας στους προσκυνητές κι άλλα έβγανε στη δημοπρασία. Ακόμη πηγαίνουν πρόβατα στον Άγιο Μάμα...".[...]" 

(Νίκου Ψιλάκη, "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη", εκδόσεις Καρμάνωρ)

Η παράδοση λέει πως ο Άγιος Μάμας άφησε την τελευταία του πνοή όταν - εφόσον απέτυχαν να τον εξοντώσουν με όσα βασανιστήρια δοκίμασαν- του καρφώσαν μια τρίαινα στα σωθικά...  Στο "Συναξαριστή των Δώδεκα μηνών του ενιαυτού" του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου αναφέρεται για την 29η Ιουλίου: "Tη αυτή ημέρα ο Άγιος Mάρτυς Mάμας εν τη θαλάσση τελειούται. * Ως οία μύστης των αλιέων Mάμας/ Tολμά θαλάσσης εξερευνάν τα βάθη." (*πηγή: Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού) Αλλού πάλι αναφέρεται ότι η λάρνακα με τα οστά του πετάχτηκε στη θάλασσα κι έτσι έφτασε στην Κύπρο.  Ίσως με όλα τούτα να συνδέεται και το έθιμο που λαμβάνει χώρα στις Σπέτσες την ημέρα της εορτής του, όπου όλα τα παιδιά του νησιού ρίχνουν αυτοσχέδια μικρά καραβάκια με αναμμένα κεράκια στη θάλασσα στη μνήμη του Αγίου.

Στις Σπέτσες, ακόμη, τούτη την ημέρα πηγαίνουν τα άλογα στον ιερέα να τα αγιάσει, μιας και τον θεωρούν προστάτη και των ζώων αυτών. Το παραλιακό αυτό εκκλησάκι προς τιμή του Αγίου Μάμα λένε πως το έχτισε καπετάνιος του οποίου το καΐκι που κουβαλούσε μούστο έπεσε σε ξαφνική καταιγίδα ανάμεσα σε Σπέτσες και Κόστα, την παραμονή της ημέρας που γιόρταζε ο Άγιος. Εκείνος, όταν σώθηκε, έταξε να κτίσει εκκλησάκι στον Αγιο που τιμόταν την επόμενη μέρα χρησιμοποιώντας το μούστο αντί για νερό!

Χρόνια πολλά!

Κυριακή 10 Ιουλίου 2022

Τα τζίνια της αυλής

 


Πρέπει νά'ταν του Σταυρού που μας είχε καλέσει για καφεδάκι. Θαύμασα την περιποιημένη αυλή -ούτε ένα τόσο δα φυλλαράκι λησμονημένο- και τα λουλούδια. Κι αμέσως η ματιά μου καρφώθηκε σ'αυτά! Από παιδί είχα να τα συναπαντήσω! Μια χρονιά μοναχά βρήκα κάποια σε κάτι φυτώρια, μα ήταν αλλιώτικα, σαν καημένα' δεν παίρναν μπόι σαν και τούτα - μόνο τόσο όσο, θαρρείς, για να στέκονται στο γλαστράκι τους χωρίς να λυγάνε- και, ύστερα, τόσο φιλάσθενα - γρήγορα σταχτιάσαν κι αρρωστήσανε.

Έτρεξα να τη ρωτήσω:

"Έχεις τζίνια;!!"

"Τί τζίνια; Ποιά λες;"

"Τα λουλούδια, αυτά τα ψηλά με το μεγάλο ανθό. "

"Τις ντάλιες λες;"

"Όχι καλέ! Τ'άλλα. Εκεί!"

"Τους κεφαλάδες λες! Κεφαλάδες τα ξέρουμε εμείς!"

"Εγώ τζίνια τα ξέρω. Μας τα φύτευε η Δόξα όταν ήμουν παιδί. Είναι εκείνα τα ντόπια; Ρίχνεις σπόρο;"

"Ναι."

"Θα μου κρατήσεις να φυτέψω;"

"Θα σου κρατήσω."

Κι έτσι όταν μπήκε η άνοιξη, μαζί με τα κηπευτικά, έσπειρα με δέος πραγματικό και τα τζίνια μου και περίμενα να μεγαλώσουν. Δεν τά'σπειρα απ'ευθείας στο αυλάκι όπως έκανε η Δόξα και τα βρίσκαμε να ξεπροβάλουν τα κορμάκια τους καθώς ερχόμαστε για το καλοκαίρι, αλλά σ'ένα τελάρο πρώτα μέχρι να ξεπεταχτούν, από φόβο μη μου χαθούν, μην μπερδευτούν μ'αγριοχόρταρα, μην κάτι τα ενοχλήσει και δυσκολευτούν να ριζώσουν.

Και νά'τα τώρα, μετά από τόσα χρόνια, ξαναβρήκαν τη θέση τους κάτω από την αυλή του μικρού σπιτιού, να πασχίζουν να την ξεπεράσουν με το μπόι τους και να χρωματίζουν μ'όλες τους τις γλυκές αποχρώσεις το καλοκαίρι μου! 



Με ρώτησε ένας γέροντας: "Βλέπεις κακές εικόνες στην τηλεόραση... στο διαδίκτυο;" κι εγώ είχα απομείνει να τον κοιτάζω, μιας και δεν πήγε ο νους μου σε κάτι πονηρό, μα μοναχά αναλογιζόμουν πόσες "κακές" εικόνες ξεπροβάλλουν καθημερινά στα μάτια μου, η μια μετά την άλλη με το που θ'ανοίξω οποιοδήποτε μέσο επικοινωνίας. Και καλά, την τηλεόραση την έχω ξεχασμένη, αλλά και στο διαδίκτυο που θα περιηγηθώ τούτες οι εικόνες με κατακλύζουν ασταμάτητα: Αδικίες, βία, παραλογισμοί, ανωμαλίες, βιασμοί κι εκβιασμοί, δολοφονίες και ξυλοδαρμοί, πικρόχολοι και κακόψυχοι σχολιασμοί, φρίκη και ξεφτίλα της ανθρωπότητας... "Πώς να μη δω κακές εικόνες;" αναλογιζόμουνα. Δεν ξέρω πως μπορεί να ερμήνευσε τη σιωπή μου, αλλά αμέσως με συμβούλεψε: "Να μη βλέπεις κακές εικόνες, κορίτσι μου..."

Τριγύρω το χάος- κι ας με πει όποιος θέλει υπερβολική- και νιώθω να σκαλίζω μέσα σε τούτη τη βρωμιά να δω κάποιο κρυμμένο ανθάκι, ένα αληθινό χαμόγελο κι ένα καθαρό βλέμμα. Μιας και καθετί αγνό πλέον λασπολογείται τόσο άγρια, καλύπτεται με τόσο μένος και φανατισμό που μοναχά αναζητώντας την ευωδιά του μπορείς να το εντοπίσεις... 

Σ'έναν κόσμο που παραδόθηκε στο φόβο και καλλιέργησε τα πιο άγρια ένστικτά του για να τον αντιμετωπίσει, σε μια ρωμαϊκή αρένα ανθρωποφαγίας με πλαστούς και κίβδηλους ηθικισμούς και δικαιωματισμούς, σ'έναν κόσμο που καταρρέει ροκανίζοντας τις ρίζες και τις αξίες του στο όνομα μιας επίπλαστης καλοπέρασης, σε μια ανθρωπότητα που επιλέγει τα δεσμά στο όνομα της ελευθερίας, που έχει αποδεχτεί ως κοινή λογική τον παραλογισμό κι ως ζωή την επιβίωση, σε έναν κόσμο που έχει παραδοθεί στην πτώση του σφραγίζοντας με βουλοκέρι τα ώτα του μην τυχόν και μια κραυγή αλήθειας τον ξεβολέψει και χρειαστεί να δρασκελίσει δυο βήματα ανήφορο, που μαστιγώνει ό,τι στέκεται εμπόδιο στην κατρακύλα, που συνήθισε στα σκοτάδια και τον τυφλώνει το φως, προτιμώ να εστιάζω στην εικόνα από τα τζίνια της αυλής μου και να πορεύομαι σε κείνο το μονοπάτι της αυλής της μακαρίτισσας της κυρα-Δόξας με τ'αμέτρητα πολύχρωμα λουλούδια μες στις φρεσκοβαμμένες γλάστρες δεξιά κι αριστερά, με την ευωδιά και την απλότητα και νοικοκυροσύνη μιας άλλης εποχής που, όσα στραβά και να της καταλογίσει κανείς, οι λέξεις ακόμη κρατούσαν το νόημά τους και δεν είχαν στεφθεί άρχοντες η απόλυτη σύγχυση κι ο παραλογισμός. Γιατί:

"-Κι αν ήταν ανάγκη να παραβγεί μ'εκείνους τους παντοτινούς εκεί κάτω δεσμώτες λέγοντας τη γνώμη του για κείνες τις σκιές, ενώ ακόμη δε θα καλοδιάκρινε πριν αποκατασταθεί τέλεια η όρασή του, γιατί βέβαια δε θα χρειάζονταν και πολύ λίγος καιρός να ξανασυνηθίσει, δε θα τους έκανε να σκάσουν στα γέλια και δε θά'λεγαν γι'αυτόν πως γύρισε από κει πάνω π'ανέβηκε με χαλασμένα τα μάτια, και πως δεν αξίζει τον κόπο ούτε να δοκιμάσει κανείς ν'ανεβεί εκεί πάνω, κι αν κανείς επιχειρούσε να τους λύσει και να τους ανεβάσει, δε θα ήταν ικανοί και να τον σκοτώσουν ακόμα, αν μπορούσαν να τον πιάσουν στα χέρια;"
(Βλ. το σπήλαιο και οι δεσμώτες, Πλάτων, «Πολιτεία», βιβλίο Ζ', μετάφραση Ι.Γρυπάρη)

Επίκαιρο όσο ποτέ μου φαίνεται σήμερα το "σπήλαιο του Πλάτωνα". Κι ίσως το πιο τραγικό είναι ότι ο σημερινός άνθρωπος, ακόμη και διαβάζοντας τούτη την παραβολή (που το πιο πιθανό είναι να βαρεθεί ακόμη και να την αναγνώσει), δε θα μπορέσει ούτε καν να διδαχτεί κάτι απ'αυτήν γιατί έχει θρέψει τόσο εγωισμό μέσα του που θα του φανεί αδιανόητο έστω και να αναρωτηθεί μήπως κι εκείνος είναι ένας από τους δεσμώτες στα σκοτάδια, παρά θα θεωρήσει αυτόματα πως τούτο αφορά μοναχά τους διπλανούς του.



Αν βρισκόμαστε κάπου ανάμεσα στους στίχους της Οδύσσειας τώρα, αν ταξιδεύαμε παρέα με τον Οδυσσέα, μάλλον θα παραδέρναμε στα στενά της Σκύλλας και της Χάρυβδης, αφού πρώτα κατασπαράξαμε τους γλυκούς λωτούς της λησμονιάς, ανοίξαμε τον ασκό του Αιόλου, σαγηνευτήκαμε από την Κίρκη που μας μετέτρεψε σε άλογα τετράποδα κι αφεθήκαμε στο πλάνο τραγούδι των Σειρήνων. Στον οίκο μας κάνει κουμάντο ο Αντί-νοος (ο νους, του νοός) κι οι υπόλοιποι φιλήδονοι και θρασείς μνηστήρες κι ο γιος μας έχει αποδεχτεί την κατάσταση σιωπηλά....

 Κι αν κοπιάζοντας ο Οδυσσέας κατόρθωσε κι επέστρεψε στην Ιθάκη του κι είχε τη φρόνηση να τοξεύσει πρώτον τον Αντί-νοο για να βάλει σε μια τάξη το παλάτι του, πόσοι εταίροι του σώθηκαν; Ουδείς...

 ἀλλ' οὐδ' ὧς ἑτάρους ἐρρύσατο, ἱέμενός περ·
αὐτῶν γὰρ σφετέρῃσιν ἀτασθαλίῃσιν ὄλοντο,
νήπιοι, οἳ κατὰ βοῦς Ὑπερίονος Ἠελίοιο
ἤσθιον· αὐτὰρ ὁ τοῖσιν ἀφείλετο νόστιμον ἦμαρ. 

(Οδύσσεια Ομήρου α6-9)

- Πώς να μη βλέπω κακές εικόνες γέροντα; Το κακό το αφήσαμε να αμοληθεί παντού. Κι ενίοτε το βαπτίζουμε και καλό. Και βουτάμε στην κολυμπήθρα του τα παιδιά μας.... Ονομάσαμε ευλογία το εύκολο, το άνευ κόπου και καταλήξαμε εξαντλημένοι κι άδειοι να πνιγόμαστε στη ζωή μας που βάλτωσε. 

"Η ασκητική ζωή και οι ιδρώτες που την συνοδεύουν επινοήθηκαν από τους εραστές της αρετής, απλά για να αποτινάξουν από την ψυχή τους τα σάπια εκείνα στοιχεία της απάτης, που αυτοεγκαταστάθηκαν μέσα της μέσω των παγίδων των πέντε αισθήσεων. Δεν είναι σαν οι αρετές να εισάγονταν απ'έξω ως κάτι καινούριο, επειδή αυτές είναι ήδη μέσα μας από τη στιγμή της δημιουργίας μας. Ώστε όταν η απάτη εκδιωχθεί εντελώς από την ψυχή, τότε αυτή αφήνει να φανεί η λαμπρότητα και το μεγαλείο των φυσικών της αρετών. Έτσι την ασκητική ζωή δεν την ακολουθεί κανείς ούτε για να εισαγάγει ούτε για να δημιουργήσει αρετές, αλλά για να εξοστρακίσει (από την ανθρώπινη φύση) οτιδήποτε ο Θεός ουδέποτε εμφύτευσε ούτε δημιούργησε μέσα μας. Άρα, εκείνος που δεν είναι τρελός, είναι σώφρων κι εκείνος που δεν είναι ούτε δειλός, ούτε παράτολμος, αυτός είναι γενναίος και δυνατός. Συνεπώς, με την απομάκρυνση όλων των εμποδίων που αντιμάχονται τη φύση, παραμένουν και αναδεικνύονται μόνο τα συμβατά και συγγενεύοντα με αυτήν στοιχεία. Είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα με το να κάνουμε φανερή τη φυσική γυαλάδα και λαμπρότητα τψν ράβδων του σιδήρου απομακρύνοντας όλη τη σκουριά από την επιφάνειά τους." (Αγίου Μαξίμου Ομολογητού, από τη "Θεολογία της Φύσεως", εκδ. Αρμός)

 


Χαρά μικρού παιδιού με συνεπήρε όταν είδα τα κεφαλάκια τους ν'ανθίζουνε! Πόσες, μα πόσες αποχρώσεις! Κι άλλα με πέταλα πυκνά σε στρώσεις, άλλα πιο ντελικάτα, λεπτά. Κι όλα να πασχίζουν ακόμη να ξεπεράσουν το επίπεδο της αυλής. Να τη φωτίσουν με τα χρώματα και τα χαμόγελά τους... Να πλησιάσουν το φως του ήλιου. . Έτσι απλά, αληθινά κι ανόθευτα ακολουθώντας τη φύση τους... Κάπως έτσι αν μεγαλώναμε κι εμείς....

Παρασκευή 10 Ιουνίου 2022

Αντίο...

- Έι, χαζοπούλι του Πηλίου, έλα να σου φτιάξω καφεδάκι!

Η πρώτη ανάμνηση, τούτη η φωνή από την ταράτσα. Κι ύστερα το φλιτζάνι με τον ελληνικό και δίπλα η ρακή η "ψημένη"... 


Δεν τα πάω καλά με τις αναμνήσεις κι έτσι δυσκολεύομαι και στα τηλέφωνα... Κι έτσι κατέληξα να μάθω με τόση καθυστέρηση ότι τούτη η φωνή "συχωρέθηκε"... Ένα επιπρόσθετο "πνίξιμο" για την αμέλειά μου... που δεν συγχωρείται... Και δίπλα ένα σφηνάκι με την ψημένη ρακή. Το καταχωνιασμένο μπουκάλι είχε σημειωμένο πάνω "2008" και το όνομά της. 

Μια άλλη ζωή. Κύκλοι που κλείνω ερμητικά και τους θάβω βαθιά στο μπαουλοντίβανο. Σαν να θέλω να ξεφύγω από τις μνήμες τους, ίσως κι από εμένα. Γιατί τόσο πολύ;

Εκείνη η θέα από το μπαλκονάκι. Ν'αγναντεύεις το γαλάζιο και τις βάρκες που φιλοξενεί. Η λιτή και μεγαλειώδης κακαβιά με το ξύδι κι οι τόσες κουβέντες που ανταλλάσσαμε...  Σαν να μην είχα ανάγκη από ύπνο σ'εκείνο το νησί. Λες κι ο αγέρας πού'κανε τα σύννεφα να τρέχουνε, εξαφάνιζε και κάθε διάθεση για νωχέλεια.

Πόσους θά βρεις σε τούτη τη ζωή να νοιαστούν; Και πραγματικά να χαρούν με την παρουσία σου; Κι εγώ πάλι καθυστέρησα...

Είναι κάποιοι άνθρωποι ξεχωριστοί, ιδιαίτεροι που συναντάς εκεί που δεν το περιμένεις και αφήνουν στην ψυχή σου το στίγμα τους. Κι ας μη σας δένουν τα χρόνια συναναστροφής. Άνθρωποι που αποδέχεσαι μοναχά την ομορφιά τους, την ομορφιά της ψυχής.

Ένα πιάτο δίπλες με μέλι στο κομοδίνο για καλωσόρισμα στις δυόμιση τα ξημερώματα που δένει το καράβι. Η πόρτα του δωματίου με το κλειδί πάνω να με περιμένει να την ανοίξω μες στην νύχτα. Ποιά Ελλάδα γνώρισα και ποιά μου ετοιμάζουν; Ίσως για τούτο και το μπαουλοντίβανο. Ίσως και για άλλα πολλά που πονάνε. 

 Σήμερα, όμως, αναγκάστηκα και το άνοιξα για να ρίξω μια κλεφτή ματιά! Έκλεψα λίγες λέξεις -δεκαεπτά χρόνια πριν γραμμένες- γεμάτες αρμύρα και φως και βιάστηκα να το ξανακλείσω:

"Κατέβηκε η θεία Καλλιόπη επίσημα ντυμένη για τη βόλτα στα Κατάπολα («Ε, πάμε στην Πρωτεύουσα, πώς θα έρθω, σαν το γύφτο με τη ρόμπα;» μου είπε όταν την πείραξα) φορώντας το υπέροχο άσπρο κεντητό μαντήλι στο κεφάλι και χωρίς το μπαστούνι της που την είχε νευριάσει! Πρώτα περάσαμε να πληρώσει τη δόση του ηλιακού, ύστερα σταματήσαμε έξω από το κοσμηματοπωλείο που εκτελεί χρέη ταχυδρομείου και, τέλος, στο μπακάλικο του Λ. για να φορτώσουμε τα ψώνια. Από εκεί, επισκεφτήκαμε μια φιλενάδα της που κατοικεί σε ένα διπλανό γουστόζικο σπιτάκι με ένα κουκλίστικο κουζινάκι με γαλάζιο ταβάνι και ξυλοδεσιά κι ατελείωτες ανοιχτές πιατοθήκες στερεωμένες στον άσπρο τοίχο χιλιοφορτωμένες με κατσαρόλες, τεντζερέδες, πιάτα και γλυκά."

"Ανεβήκαμε στην κυρά Καλλιόπη που μας ετοίμασε αμοργιανό πρωινό˙ βρεγμένο παξιμάδι με λαδορίγανη, ντοματούλα και ντόπιο σκληρό τυρί… Μας μίλησε για τις αλυκές, πέρα από τις Πλάκες, που πήγαιναν και μάζευαν αλάτι, τον αφρίτη, τόσο αφράτο που θρυμματιζόταν στα δάχτυλα… Μέσα στις γούβες των βράχων, όταν η θάλασσα λάδωνε, κυρίως τον Ιούνιο, πήγαιναν, κι ακόμη μερικοί πάνε, με τα καϊκάκια και σεργιάνιζαν στις Αλυκές για να το μαζέψουν με το κουταλάκι της σούπας. Κι αν τύχαινε καμιά γούβα με πολύ, που το μάζευαν με τη χούφτα, κάναν χαρά μεγάλη… Μια φορά είχε πάει με τον πατέρα της, με τα μουλάρια. Κι είχε κάτι βράχια μυτερά και κοφτερά που σου τρυπούσαν το πέλμα. Κι όταν το κουβαλούσαν να το φορτώσουν , ήταν βαρύ, δεν άντεξε… Κι έκανε ο πατέρας δυο αγώγια…."

 


Σα να ταξιδεύω σ'άλλες ζωές, αιώνες πίσω... Πόσο άλλαξα τούτα τα χρόνια. Όχι η ουσία μου, όχι η ψυχή μου. Μοναχά τα μάτια της από τα τόσα δάκρυα. Πόσο, όμως, άλλαξε η ίδια η ζωή. Τούτο πονάει πιότερο απ'τα δάκρυα...


Ψυχοσάββατο ξημερώνει αύριο. Ας είναι αναπαυμένη η ψυχούλα σου. Έκανες τούτο τον κόσμο πιο όμορφο... Και συγχώρεσέ με, αν θες, που ήμουν μακριά....


Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2022

Οι καλόγεροι και η λατρεία του Διονύσου εν Θράκη- Γ. Βιζυηνού

 


"Οι καλόγεροι και η λατρεία του Διονύσου εν Θράκη": 

Ένα πολύτιμο κείμενο του Γεωργίου Βιζυηνού (1849-1896) το οποίο μας διασώζει ένα ξεχωριστό έθιμο που λάμβανε χώρα τις μέρες της Αποκριάς σε χωριά της Ανατολικής Θράκης κι είχε τις ρίζες του στην απώτατη αρχαιότητα... 

Η πένα του Βιζυηνού, όπως πάντα, ιδιαίτερη και μοναδική! 


































 (* Ολόκληρο το κείμενο - έχω παραλείψει αρκετές εισαγωγικές σελίδες- από τις εκδόσεις του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης: Γ.Μ. Βιζυηνός, "Στους δρόμους της λογιοσύνης" - κείμενα γνώσης, θεωρίας και κριτικής


Υ.Γ. Για τους ελάχιστους που πιθανώς θα ενδιαφέρονταν για παραπάνω πληροφορίες σχετικά με το έθιμο τούτο, μια παλαιότερη ανάρτησή μου εδώ: καλόγεροι κι άλλα πανάρχαια έθιμα της αποκριάς.. με υλικό από τον σπουδαίο λαογράφο της Θράκης Πολύδωρο Παπαχριστοδούλου.