Παρασκευή 23 Μαΐου 2014

Νυχτερινό 2ο...

Είναι όμορφο τελικά να χτυπά το τηλέφωνο λίγο πριν τα μεσάνυχτα, εκεί που έχεις ψιλοαποφασίσει πως "θα τη βγάλεις σπίτι απόψε χαλαρά" κι ένα βεραντάκι -είναι η ρημάδα η εικόνα που έπλασες προτού καν προλάβεις ν'αφουγκραστείς τη λέξη- να σου κάνει την ανατροπή, να ντύνεσαι σε δευτερόλεπτα και να μαρσάρεις για το διπλανό χωριό βιαστικά, μην τυχόν και δεν προλάβεις... Να προλάβεις τί; Ένα βεραντάκι με μια καραφίτσα τσίπουρο και δυο-τρεις φίλους.. τί καλύτερο;
Είναι περίεργο να ζεις σ'ένα παραμύθι... πόσο μάλλον να πρωταγωνιστείς. Κι ένα μεγάλο μπέρδεμα πότε η αυταπάτη γίνεται ένα με την πραγματικότητα και πότε ανηλεώς διαχωρίζονται! Κι όμως επιμένεις κι όπου σε βγάλει.. θά'ταν όλα τόσο ανιαρά χωρίς αυτό και, για νά'μαι κι απόλυτα ειλικρινής, το "τίποτα" που απέμεινε ως παρακαταθήκη της τελευταίας χρονιάς δεν παλεύεται χωρίς το παραμύθι του!
Βασιλιάδες και δράκοι παρελαύνουν καθημερινά κι εσύ χρωστάς στον εαυτό σου να τους αντιμετωπίσεις -έχεις τουλάχιστον αυτό το άλλοθι- κι όπως και νά'χει δεν είναι εύκολα τα πράγματα για μια πριγκιποπούλα ξενομερίτισσα, χωρίς σύμμαχο την καλή νεράιδα νονά, να περιδιαβαίνει με την άμαξα, που ώρες-ώρες φαντάζει σαν ευάλωτη κολοκύθα, σ'ολάνθιστα λιβάδια με κρυμμένα ναρκοπέδια! Τούτο το μοσχοβόλημα σε παρασύρει - θες δε θες- κι ονειρεύεσαι κι είναι στιγμές που ξεχνάς τί καραδοκεί, αλλά -γαμώ την τύχη σου!- κείνες είναι μοναχά οι στιγμές που αγάπησες!
Κι ύστερα πάλι πίσω ν'αναλογίζεσαι και να διαλογίζεσαι και μοναχή σου ν'αναρωτιέσαι... Πλάκα-πλάκα έχει και το ενδιαφέρον του να σ'εντυπωσιάζει ο ίδιος σου ο εαυτός με τις υπερβάσεις του, αλλά είναι φορές που κι η ίδια σου η στάση σε διχάζει.
Όσο ζει, λοιπόν, κανείς, όντως μαθαίνει! Ακόμη και τον ίδιο του τον εαυτό. Θέλει, μονάχα, λιγάκι τόλμη και ντομπροσύνη. Λίγο μαγκιά. Αλλιώς περιπλέκεσαι σε άλλου είδους παραμύθια, που δεν έχουν καμία σχέση με το δικό μου, κι αποπνέουν πεθαμένο σκώρο και ναφθαλίνη, μιζέρια κι εγωπαθή κακομοιριά... Σαν τους "αγαπημένους" δράκους μου που δε σταμάτησαν να με κυνηγούν, που εξακολουθούν να φυτοζωούν σαν τα παρασιτικά φυτά, χωρίς όμως καν να χαρίζουν τριγύρω τους ένα, έστω ασήμαντο λουλούδι, παρά μονάχα κιτρινισμένο δηλητήριο. Τί χαζό και τί γελοίο συνάμα! Όταν μπορεί να υπάρξει τόση ομορφιά, ακόμα και σ'ένα μικρό βεραντάκι, να αναλώνονται σε τόσα εξευτελιστικά τερτίπια και να παρελαύνουν σαν κορδωμένες πομφόλυγες! Ώρες-ώρες θέλω τόσο να γελάσω! Και γελώ! Κι έχει πλάκα που αρχίσαν κι άλλοι να γελάνε παρέα μου! Μα είναι ξεκαρδιστικό το θέαμα.. Εξάλλου το πρόβλημα είναι αλλού.. αλλά χρειάζεται μάτια αετού για να εστιάσεις κι όχι βατοκρυμμένου χαμελαίοντα που νομίζει πως αλλάζοντας χρώμα γίνεται και άνθρωπος...
Κι επανέρχομαι στο βεραντάκι... Όμορφη νύχτα απόψε, γλυκιά.. μετά από πολύ καιρό. Ζέστανε.. Και τα χαμόγελα ζεστά. Τί παραπάνω; Η δράκαινα και τα δρακάκια κρυμμένα στη δρακοσπηλιά τους και τριγύρω μόνο χαμόγελα ζεστά.. Βραδιά για βασιλόπουλα και βασιλοπούλες απόψε. Κι αν κάτι δεν πήγε καλά, θα πάει αύριο... (αχ, αν ήξερες..).. μη στεναχωριέσαι... εξάλλου, πώς αλλιώς θα συνεχίσει το παραμύθι;

Δευτέρα 17 Μαρτίου 2014

Ο Μάρτης, οι γριές, τα χελιδονίσματα κι ο "μαγικός" κύκλος!

"Μια φορά κι έναν καιρό αποφασίσανε οι δώδεκα μήνες να βαν'νε κρασί σ'ένα βαγένι, για να πίν'νε όποτε των έκαν' όρεξη. "Έτσι λοιπόν" είπεν ο Μάρτης, "εγώ θα ρίξω πρώτα στο βαγένι, και ύστερα ρίχνετε και σεις". "Καλά, συ ρίξε" είπαν οι άλλοι. Και έτσι έγινε. Έριξεν εκείνος στο βαγένι μούστο πρώτα και ύστερα οι άλλοι. Όταν λοιπόν εψήθη το κρασί, είπε πάλι ο Μάρτης: "Εγώ έριξα πρώτα, πρώτα θ'αρχίσω να πίνω". "Βέβαια" είπαν οι άλλοι. Έτσι λοιπόν ετρούπησε το βαγένι στο κάτω μέρος, και άρχισε και έπινε, ώσπου τό'πιε όλο και δεν άφησε στάλα.Κατόπιν ήρθε η σειρά του Απρίλη να πάει στο βαγένι να πιάσει κρασί. Παγαίνει, το βρίσκει άδειο. Θυμώνει, το λέει στους άλλους συντρόφους του. Τ'ακούνε κείνοι, θυμών'νε, σκέφτονται τί να κάν'νε. Τέλος, μένουν σύφωνοι μεταξύ τους να τον τιμωρήσει ο Γενάρης για την κατεργαριά που των έκανε. Τον πιάνει λοιπόν ο Γενάρης και του τραβάει ένα ξύλο, που είπε αμάν. Του παίρνει και το υπούργημα: άρχιζε δηλαδή πρώτα το νέο έτος από το Μάρτη, και τώρ' αρχίζει από το Γενάρη. Αυτό είναι το υπούργημα που του πήρε.Όταν λοιπόν θυμάται το παιχνίδι που των έφτιασε, που ήπιε το κρασί δηλαδή, γελάει, και ο καιρός ξαστερώνει. Όταν θυμάται πάλι το ξύλο πό'φαγε, κλαίει και βρέχει."(Κορινθία, Νικολάου Πολίτη "Παραδόσεις" Α991)
Έτσι, λοιπόν, εξηγεί η παράδοση του λαού μας πως έχασε ο Μάρτης την πρωτοκαθεδρία κι από πρώτος μήνας του έτους στο παλιό ρωμαϊκό ημερολόγιο, ως και πρώτος μήνας της άνοιξης, μετατέθηκε σε τρίτος με τις μεταρρυθμίσεις του Ιουλίου Καίσαρος. Παράλληλα δικαιολογεί και το κυκλοθυμικό του ταπεραμέντο, καθώς είναι απρόβλεπτος και μια φλερτάρει με το χειμώνα, μια με την άνοιξη και την καλοκαιρία. Δεν τού'χει βγει τζάμπα και τ'όνομα:
"Ο Μάρτης ο πεντάγνωμος, πέντε φορές εχιόνιζε και πάλι το μετάνιωσε πως δεν εξαναχιόνισε!"
Γι' αυτό και:
 "Ξύλα φύλαγε το Μάρτη, να μην κάψεις τα παλούκια!"
αφού:
 "Μάρτης γδάρτης και κακός παλουκοκάφτης!"
καθώς:
 "Ο Μάρτης και χάδια κάνει, πότε κλαίει και πότε γελάει."

Όμως, οι παραδόσεις του λαού μας είναι πολλές, κι άλλες δίνουν άλλη εξήγηση για τα τερτίπια του Μάρτη μας:
"Οι μήνες ηβουληθήκανε μια μέρα να βρει καθενείς τωνε από μια γυναίκα να την πάρει για να μην είναι έτσι έρημοι και σκοτεινοί, χωρίς καμιά παρηγοριά στο σπιτικό τους. Όλοι ηβάλανε προξενητάδες και ηβρήκε καθένας τη δικιά του. Ο Μάρτης όμως εγελάστηκε κι επήρε μια χανούμισσα. Είχε γρικητά πως οι Τουρκάλες είναι όμορφες, και γι' αυτό παντρεύτηκε ανεξέταστα.Ω μεγαλοδύναμέ μου, ίντα γίνηκε τη βραδιά που η γυναίκα του ήβγαλε το γιασεμάκι που ήκρυβγε τη μούρη της! Ο Μάρτης εμαλλιοτραβιούντανε από το καμό του, ήκλαιε σα μωρό παιδί. Η γυναίκα του ήταν άσκημη, γριά, κουτσοδόντα, στην κεφαλή της ούτε μία τρίχα δεν είχε από τα γεροντάματα. "Μωρή πανούκλα" της λέει θυμωμένος, "να μη γυρνάς να με θωρείς, γιατί θα σε ξαντερίσω!". Η γυναίκα του όμως δεν τον άκουσε, κι όποτε γυρνά και τον βλέπει, ο Μάρτης από το θυμό του ξαπολά τους αέρηδες και τις βροχές και φουσκώνει τις θάλασσες."(Σίφνος, Νικολάου Πολίτη "Παραδόσεις" Α998)

Αλλά δεν είναι μοναχά η γυναίκα του η γριά που ευθύνεται για το θυμό του, αλλά κι άλλη μια που του περηφανεύτηκε κι έτσι εκείνος, για να την τιμωρήσει, έκλεψε τρεις μέρες από το γείτονά του το Φλεβάρη και τον άφησε κουτσό!:
"Ήταν μια φορά μια γριά, κι είχε κάτι κατσικάκια. Ο Μάρτης τότες είχε 28 ημέρες κι ο Φλεβάρης 31. Ήρθε εκείνη την εποχή ο Μάρτης κι επέρασε χωρίς να κάμει χειμώνα. Και η γριά, από τη χαρά της που βγήκανε πέρα καλά τα κατσικάκια της, εγελάστη και είπε: "Στην πομπή σου, γερο-Μάρτη, τ'αρνοκατσικάκια μου καλά τα πέρασα." Καθώς τ'άκουσεν αυτά τα λόγια ο γερο-Μάρτης, εθύμωσε και στη στιγμή δανείζεται τρεις ημέρες από το Φλεβάρη, το γείτονά του, και αρχίζει ένα σορόκο, π'έκαμε τη γριά να χωθεί από κάτου από ένα κακάβι και να φωνάζει: "Κάτσι, κάτσι, κάτσι!" γιατί έλεγε ότ' εχόρευαν τα κατσικάκια επάνου στο κακάβι. Τα κατσικάκια της γριάς εψόφησαν απ'το σορόκο κι από τότε έχει ο Μάρτης 31 ημέρες και ο Φλεβάρης 28.Ένεκα γι' αυτό πό'παθε εκείνη η γριά, τις τρεις ύστερες ημέρες του Μάρτη τις λένε ημέρες των γριών. Και ονοματίζουνε κάθε μία από δαύτες και με τ'όνομα μιανής από τις πλιο ηλικιωμένες γριές του χωριού' κι αν τύχει καλή η ημέρα λεν πως και η γριά είναι καλή, κι αν γίνει κακοκαιρία, λεν πως απ'την κακία της έγινε."(Σοποτόν του Δήμου Αροανίας των Καλαβρύτων, Νικολάου Πολίτη "Παραδόσεις" Α301).
Οι παραδόσεις που συγκεντρώνει ο λαογράφος μας Νικόλαος Πολίτης για το μήνα τούτο είναι απολαυστικές και πλούσιες σε τοπικές παραλλαγές. Σημειώνει σχετικά κι ο Φίλιππος Βρετάκος ("Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των"):
"Χαρακτηριστικόν του κατά τον μήνα Μάρτιον ευμετάβλητου των καιρικών συνθηκών είναι και αι καλούμεναι "μέρες της γριάς", αι οποίαι, κατά την παράδοσιν, οφείλουν την ονομασίαν των εις το εξής γεγονός: Αι τρεις πρώται ημέραι του Μαρτίου θεωρούνται αποφράδες και καλούνται "Δρίμες", εις τινά δε μέρη θεωρούνται ως τοιαύται και οι τρεις μεσαίαι και αι τρεις τελευταίαι ημέραι του Μαρτίου, αλλαχού δε όλοαι αι Τετάρται και Παρασκευαί του, κατά τας οποίας "οι γριές" προφητεύουν δια τον καιρόν, θεωρούσαι μίαν εξ αυτών ως ιδικήν των, όταν ο καιρός της ημέρας αυτής ταυτίζεται προς τον χαρακτήρα της."


Μην ξεχνάμε, επίσης, ότι ο μήνας Μάρτιος οφείλει το όνομά του στον πολεμοχαρή θεό Άρη (Mars= Άρης) ["που ελατρεύετο ως θεός του πολέμου και της ευετηρίας (της καλής εσοδείας), επειδή προήγε την βλάστησιν των αγρών δια των ανέμων του"] στον οποίο και ήταν αφιερωμένος, οπότε δεν μπορεί να μην κληρονόμησε και κάποια από τα χούγια του!

Παρ'όλο που από 46π.Χ. με το νεό ημερολόγιο που όρισε ο Ιούλιος Καίσαρα (δια του Έλληνα αστρονόμου Σωσιγένους), ο Μάρτης έχασε την πρωτιά του και ορίστηκε η 1η Ιανουαρίου ως Πρωτοχρονιά, ο Ιωσήφ Βρυέννιος (ΙΕ' αιών) "βεβαιοί ότι ο πρώτος των 12 μηνών ήτο ο Μάρτιος ως και εκ του γεγονότος ότι ενιαχού η πρώτη Μαρτίου εθεωρείτο η πρώτη ημέρα του έτους, κατά την οποία εψάλλοντο Κάλανδα. Γνωστόν άλλως τε είναι ότι παρά βυζαντινοίς το μεν πολιτικόν έτος ήρχιζεν από της 1ης Μαρτίου, το δε θρησκευτικόν, και δη από του 313μ.Χ., από πρώτης Σεπτεμβρίου." (Φαιδ. Κουκουλέ, "Βυζαντινών βίος και πολιτισμός, τ.Β')

Πάντως ο ερχομός του Μάρτη και επομένως της Άνοιξης πανηγυριζόταν με άσματα από τα παιδιά από τα αρχαία χρόνια. Όπως σημειώνει κι ο Νικόλαος Πολίτης ("Λαογραφικά Σύμμεικτα, Α'", σελ.72):
"Η επάνοδος του έαρος, ήτις και κατά την αρχαιότητα παρέσχεν αφορμήν εις την διάπλασιν πολλών μύθων και την σύστασιν εορτών, επανηγυρίζετο όχι προ μακρού χρόνου πανταχού της Ελλάδος υπό των παίδων. Ούτοι κατά την πρώτην Μαρτίου περιήρχοντο τας οικίας άδοντες ασμάτια μικρόν αλλήλων παραλλάσσοντα, όπως τύχωσι παρά της οικοδεσποίνης κερματίου τινός ή αυγών ή άλλων φιλοδωρημάτων. Ο πρώτο δε του ομίλου εκράτει ενιαχού φαιροειδή στέφανον ανθέων, επί του οποίου περιεστρέφετο υποκινούμενον ξύλινον ομοίωμα χελιδόνος. Η συνήθεια αύτη είναι αρχαία' ο Αθήναιος και τινες άλλοι συγγραφείς αναφέρουσι ότι εν Ρόδω κατά τον Βοηδρομιώνα μήνα παιδία περιήρχοντο τας οικίας άδοντα ασμάτιον τι, το οποίον μας περιέσωσεν ο αυτός συγγραφεύς. [...] Η παιδική αύτη εορτή εκαλείτο χελιδονισμός ή χελιδόνια, και οι παίδες χελιδονισταί."


Ο Γεώργιος Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας") καταγράφει ένα τραγούδι από τα "χελιδονίσματα" στις Μέτρες της Θράκης όπου: 

"δύο παιδιά παίρνουν ένα καλάθι, το γεμίζουν φύλλα κισσού και περνούν μέσα από αυτό ένα ραβδί' στην άκρη του ραβδιού προσαρμόζουν τη χελιδόνα, ένα ξύλινο ομοίωμα πτηνού. Γύρω στον λαιμό της χελιδόνας υπάρχουν κουδουνάκια, που ηχούν, καθώς κινείται το ραβδί από το οποίο αυτή κρέμεται. Τα παιδιά με το καλάθι της χελιδόνας πηγαίνουν από σπίτι σε σπίτι και τραγουδούν:
Ήρθε, ήρθε χελιδόνα
ήρθε κι άλλη μελιηδόνα,
κάθισε και λάλησε,
και γλυκά κελάδησε:
Μάρτη, Μάρτη μου καλέ,
και Φλεβάρη φοβερέ,
κι αν φλεγίσεις κι αν τσικνίσεις,
καλοκαίρι θα μυρίσεις.
Κι αν χιονίσεις κι αν κακίσεις,
πάλιν άνοιξιν θ'ανθίσεις.
Θάλασσαν επέρασα
και στεριάν δεν ξέχασα,
κύματα κι αν έσχισα,
έσπειρα, 'κονόμησα.
Έφυγα κι αφήκα σύκα,
και σταυρόν και θημωνίτσα,
κι ήρθα τώρα κιηύρα φύτρα,
κι ηύρα χόρτα, σπάρτα, βλίτρα,
βλίτρα, βλίτρα, φύτρα, φύτρα.
Συ, καλή νοικοκυρά,
έμπα στο κελάρι σου,
φέρ' αυγά περδικωτά,
και πουλιά σαρακοστά,
δώσε και μιαν ορνιθίτσα,
φέρε και μια κουλουρίτσα...
Μέσα 'δω πού'ρθαμε τώρα,
μέσα γεια, μέσα χαρά,
στον αφέντη, στην κυρά,
στα παιδιά και στους γονείς
σ'όλους τους τους συγγενείς.
Μέσα Μάρτης, έξω ψύλλοι,
έξ' οχτροί, σας τρών' οι σκύλοι.
Μέσα φίλοι, μέσα φτήνεια,
και χαρές, χοροί, παιγνίδια.
Η νοικοκυρά παίρνει λίγα φύλλα κισσού από το καλάθι της χελιδόνας, τα τοποθετεί στο κοτέτσι, για να "γεννούν πολλά αυγά" οι κότες, και δίνει ένα ή δύο αυγά στα παιδιά που ξεκινούν για άλλο σπίτι. Όπως είναι γνωστό, ο βαθυπράσινος κισσός είναι σύμβολο της αειθαλούς βλαστήσεως και θεωρείται μέσο ικανό να μεταδώσει τη θαλερότητα και τη γονιμότητα στις όρνιθες και τα άλλα ζώα. Πρόκειται για έθιμο που κατάγεται από την αρχαιότητα, όπως αποδεικνύει το "χελιδόνισμα", δηλαδή το τραγούδι της χελιδόνας, που μας παρέδωσε ο Αθήναιος (Η, 60) γύρω στα 200μ.Χ., αλλά ανάγεται σε πολύ παλιότερα χρόνια. Το τραγουδούσαν στη Ρόδο, στην αρχή της άνοιξης, παιδιά που περιέφεραν τη χελιδόνα ζητώντας χαρίσματα. Η ομοιότητα του τραγουδιού με το σημερινό, ομοιότητα όχι μόνο εννοιολογική αλλά και εν μέρει λεκτική, είναι ολοφάνερη."


Πέρα από τα χελιδονίσματα, παλαιότερα με πλήθος ακόμη εθίμων ο λαός υποδεχόταν το Μάρτη και την Άνοιξη. Οι νοικοκυρές απαραιτήτως από την παραμονή καθαρίζαν το σπίτι, ρίχναν τα σκουπίδια έξω, σπάζοντας, μάλιστα κάποιο παλιό πήλινο αγγείο για να φύγει το κακό κι ο χειμώνας. Βέβαια, φόβος και τρόμος με τον ερχομό της άνοιξης αποτελούσαν (χμ... και συχνά συνεχίζουν ν'αποτελούν!) οι ψύλλοι και τα διάφορα συναφή ζωύφια για αυτό και το "όξω ψύλλοι και κοριοί" αποτελεί ένα σύνηθες στιχάκι που ενσωματώνεται σε διάφορα λαϊκά ευχετήρια άσματα της εποχής. Επιπλέον, όπως και σε άλλες παρεμφερείς εορτές, συνήθιζαν να "χτυπούν" ανθρώπους και ζώα με χλωρά κλαδιά, σκυλλοκρέμυδα ή ασφοδέλους ή και με κλήματα ώστε να μεταδοθεί η θαλερότητα κι η γονιμότητά τους. Και, καθώς σημειώνει ο Μέγας
"όπως κάθε αρχή στη ροή του χρόνου, έτσι και η πρώτη Μαρτίου θεωρείται ότι προσφέρεται και για μετεωρολογικές και μαντικές παρατηρήσεις. Οι παρατηρήσεις για τον καιρό, τα λεγόμενα μερομήνια, διοργανώνονται από τις γυναίκες."


Όμως ένα από τα γνωστότερα έθιμα της 1ης Μαρτίου που, εν μέρει, έχει επιβιώσει και στις μέρες μας είναι το βραχιολάκι με την κόκκινη και τη λευκή κλωστή που δένουμε στο χέρι για προστασία. Άκρως ενδιαφέροντα είναι όσα αναφέρει σχετικά ο Νίκος Ψιλάκης στη μελέτη που κάνει στο βιβλίο του "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη" (εκδόσεις Καρμάνωρ):

"[...] Δε γνωρίζουμε από ποιάν εποχή καθιερώθηκε το έθιμο να δένονται κλωστές στους καρπούς των χεριών κατά την πρώτη μέρα του Μάρτη. Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος ψέγει όσους χρησιμοποιούσαν φυλακτά και άλλα προστατευτικά μέσα για να αντιμετωπίσουν το κακό. Πίστευε ότι αρκούσε μόνον ο σταυρός. Ωστόσω, ανάμεσα στα προστατευτικά μαγικά μέσα συγκαταλέγει και τον "κόκκινο στήμονα", την κλωστή που δένουν στα χέρια τους οι άνθρωποι ως μέσον προστασίας. [...] Στα χρόνια του Ιωσήφ του Βρυεννίου, λόγιου μοναχού του 14ου αιώνα, φαίνεται πως ήταν συνηθισμένη πρακτική να φορούν "περιάμματα" (φυλακτά)". [...]
Μέχρι την περίοδο του Μεσοπολέμου σε πολλά χωριά της Κρήτης το πλέξιμο του "μάρτη" γινόταν με τρόπο σχεδόν τελετουργικό...[...] Οι γυναίκες λοιπόν, που αναλάμβαναν το πλέξιμο του "μάρτη" πρόσεχαν να δουλέψουν μόνο νύχτα, κρυφά, χωρίς να δει κανείς τί κάνουν, προστατευμένες από τον ήλιο και το φως της ημέρας. Μαζεύονταν την τελευταία νύχτα του Φλεβάρη, έπλεκαν τις κλωστές και στη συνέχεια τις "αστροφέγγιζαν", δηλαδή τις άφηναν έξω από το σπίτι για να εκτεθούν όλη τη νύχτα στο -ευεργετικό για την περίσταση- φως του φεγγαριού και των άστρων. [...]
Το πρωί της πρώτης μέρας του Μάρτη η κλωστή είχε αποκτήσει πλέον τις μυστικές ιδιότητες που απαιτούνταν ώστε να προστατευτεί επαρκώς εκείνος που θα τη φορούσε. [...] Συνηθώς κρεμούσαν τις κλωστές σε τριανταφυλλιές ή σε ροδιές. [...] Τα τριαντάφυλλα είχαν συνήθως κόκκινο χρώμα όπως και οι καρποί της ροδιάς, δηλαδή το επιθυμητό χρώμα του προσώπου, το χρώμα που δηλώνει υγεία και ευεξία. [...] Ειδικά για τα κορίτσια, η τριανταφυλλιά μπορούσε να μεταδώσει μέσω της κλωστής την ομορφιά των ρόδων της. [..] Για τους ίδιους ακριβώς λόγους συνήθιζαν σε πολλές ελληνικές περιοχές να βγάζουν τις κλωστές (μαρτάκια) μετά το τέλος του μήνα και να τις κρεμούν στις τριανταφυλλιές λέγοντας:
"Ρόδο μου, πάρ' το μάρτη μου και δώσ' μου τη θωριά σου" (Μαλεβίζι).[...]
Ο "μάρτης" μπορούσε να προστατέψει αποτελεσματικά από τον ήλιο του πρώτου μήνα της άνοιξης που, σύμφωνα με τη λαϊκή αντίληψη είναι καταστροφικός και μπορεί να προκαλέσει μαύρισμα του προσώπου, δηλαδή να "ασχημίσει" τις κοπελιές, δεδομένου ότι η λευκότητα συνάδει με τις παραδοσιακές περί ομορφιάς αντιλήψεις:
"Απού'χει κόρην ακριβή
του Μάρτη ήλιος μην τη δει
του Μάρτη και τ' Απρίλη
γιατί την ασκημίζει."
[...] Αν και η ερμηνεία του Ν.Πολίτη περί καταγωγής του εθίμου από τα Ελευσίνια μυστήρια είναι ενδιαφέρουσα, η αρχαία συνήθεια δε φαίνεται να έχει κάποιον άμεσο συσχετισμό με τα νεότερα έθιμα. Η "κρόκη" των αρχαίων μυστών τους καθιστούσε εμφανείς, τους έκανε να ξεχωρίζουν. Αν παρείχε προστασία στο μύστη αυτό γινόταν λόγω της ιερότητας που εξασφάλιζε η επαφή με τα ιερά και τα όσια. Η κλωστή είναι το μαγικό μέσον που η επαφή μαζί του εξασφαλίζει προστασία στον φέροντα. Ωστόσω, στην περίπτωση του "μάρτη" έχουμε μια κλωστή με δύο (ή και περισσότερα) χρώματα που ενώνονται στις άκρες (η αρχή συμπίπτει με το τέλος της) και σχηματίζει κύκλο. Σχηματίζει δηλαδή έναν προστατευτικό κλοιό γύρω από το μέλος (και, κατά γενίκευση, το όλον, το σώμα) του ανθρώπου που τον φορεί. [...] Ο κύκλος είναι το σχήμα εκείνο που έχει την ιδιότητα να δημιουργεί ένα ανεξάρτητο τμήμα μέσα στο χώρο, δηλαδή έναν καινούριο χώρο τον οποίο απομονώνει από τον υπόλοιπο.
Στη νεοελληνική εθιμολογία έχουν επιβιώσει πολλά παραδείγματα μαγικού κύκλου που σχηματίζεται γύρω από αντικείμενα, οικήματα ή οικισμούς. Επομένως, η κλωστή του Μάρτη περικλείει τον φέροντα και σχηματίζει γύρω του προστατευτικό κλοιό, δηλαδή απομονώνει το ζωτικό του χώρο από τον υπόλοιπο, ακόμα κι από τις επικίνδυνες μαρτιάτικες ακτίνες του ήλιου, αλλά και από κάθε ανεπιθύμητη μαγική επαφή που μπορεί να υπάρχει στο περιβάλλον. Παράλληλα ακόμα ο ίδιος κύκλος μπορεί να εμποδίσει την έξοδο από την περίμετρό του εσωτερικών δυνάμεων οι οποίες υπάρχουν στο ανθρώπινο σώμα. [...]
Η δίχρωμη κλωστή παρέμενε δεμένη στον καρπό του χεριού μέχρι το τέλος του μήνα, αν και σε μερικές περιπτώσεις τη διατηρούσαν μέχρι το βράδυ της Ανάστασης, μέχρι τη μέρα που θα έβλεπαν για πρώτη φορά χελιδόνια ή για επτά ή δώδεκα μέρες. Μετά τη φύλασσαν περιμένοντας το Μεγάλο Σάββατο για να την κάψουν στις αναστάσιμες φωτιές, στη "φουνάρα" ή τον "ορφανό", όπως λέγεται στην Κρήτη η φωτιά με την οποία καίνε το ομοίωμα του Ιούδα. Άλλοι συνήθιζαν να καίνε τον "μάρτη" με τη φωτιά της λαμπάδας που κρατούσαν την ώρα του "Χριστός Ανέστη", δηλαδή τον έκαιγαν με το καινούριο "αναστάσιμο" φως...Αλλού έκαιγαν το 'μάρτη" σε μια άλλη γιορτή μετάβασης, στις φωτιές Άι Γιάννη. Στο Αμάρι συνήθιζαν να κερμούν την κλωστή στα εικονίσματα του σπιτιού και να την ξαναβάζουν στο χέρι το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης. Και στην Κίσαμο την έβγαζαν από το χέρι όταν έβλεπαν το πρώτο χελιδόνι, στο οποίο και την πρόσφεραν "για να χτίσει τη φωλιά του". [...]"


Ο Μάρτιος είναι γνωστός με πλήθος λαϊκών ονομασιών, όπως "Ανοιξιάτης","Πεντάγνωμος" (ένεκα των συχνών καιρικών μεταβολών του),"Πασσαλοκάφτης" ή "Παλουκοκάφτης" (μιας και συχνά ο κόσμος έχοντας ξεμείνε από ξύλα, για να αντιμετωπίσει το δριμύ ψύχος του αναγκάζεται να κάψει παλούκια), "Ξεροκοφινάς", "Λωλομάρτης", "Δίμουρος", "Δίγαμος","Γδάρτης", "Πουλιαντέρης" (γιατί το μήνα τούτο οι όρνιθες εκκολάπτουν τα πουλιά τους), "Κλάψας" ή "Κλαψιάρης" ή "Κλαψομάρτης" (γιατί είναι μελαγχολικός και βροχερός), "Φυτευτής", "Βλαστάρης", "Σαρακοστιανός" (καθώς "Λείπει ο Μάρτης απ'τη Σαρακοστή;"), "Βαγγελιώτης" (λόγω της γιορτής του Ευαγγελισμού), ενώ πάμπολλες είναι και οι παροιμίες που τον αφορούν, όπως:
"Τα λόγια σου είναι ψεύτικα σαν του Μαρτιού το χιόνι,
οπού το ρίχνει αποβραδίς και το πρωί το λιώνει!"
"Τα παλιά παλούκια καίει και καινούρια πάει και φέρνει!"
"Ποιός έχει κόρη ακριβή, το Μάρτη ήλιος μην τη δει!"
"Κάλλιο Μάρτης στα δαυλιά, παρά στα προσηλιακά!"
"Μάρτης έβρεχε, θεριστής τραγούδαγε!"
"Ο Μάρτης το πρωί το ψόφησε κι ως το βράδυ το βρώμισε!"
"Ο Μάρτης βρέχει, ποτέ μην πάψει!"
"Απ'τον Μάρτη καλοκαίρι, κι απ'τον Αύγουστο χειμώνα!"
"Ο Μάρτης κι αν εχιόνισε, γρήγορα θα μαυρίσει!"
"Ο Μάρτης και σαν έβρεχε, πάλι θε να κρατήσει!"
"Τον Μάρτη κι αν τον αγαπάς, φίλο να μην τον κάνεις!"
"Ο Μάρτης βρέχει κι ο θεριστής χαίρεται!"
"Μη σε γελάσει ο Μάρτης την αυγή και χάσεις την ημέρα!"
"Ο καλός ο Μάρτης στα κάρβουνα κι ο κακός στον ήλιο!"
"Ο ήλιος του Μαρτιού τρυπάει το κέρατο του βουγιού!"
"Κάλλιο η μάνα σου να σε κλάψει, παρά ο ήλιος του Μάρτη να σε κάψει!"
"Το Μάρτη ξύλα φύλασσε κι άχερα τω βουγιώ σου,
μην κάψεις παρατσάφαρα τα τζένια τω σπιθιώ σου!"
"Του Μάρτη τ' απόι σίδερα κι ανθρώπους κόβγει!"
"Ο Μάρτης είναι δίμουρος για κείνο τον γαμπά σου!"
"Το Μάρτη ξύλα φύλασσε, το Μάη το κριθάρη,
και του Απρίλη τ'άχερα μην χάσεις το ζευγάρι!"
"Μάρτης είναι μια θα κλαίει, Μάρτης είναι μια θα γελά!"
"Σαν κάνει ο Μάρτης δυο νερά κι Απρίλης άλλο ένα,
χαράς σε κείνο το ζευγά πού'χει πολλά σπαρμένα!"
"Μαρθιού χιονιές, λαγού πορδές!"
"Του Μαρταπρίλη τα νερά πηλά και χώματά 'ναι!"

Νυχτερινό...

Ψαχούλευα με το χέρι μηχανικά, άφαντο το πακέτο... "Τ'άφησα στο αυτοκίνητο ή μπας και τό'καψα στη σόμπα νομίζοντάς το άδειο; Έτσι που ήμουν... Πώς τα θυμάμαι στην τσάντα μου;" Ήθελα να μη χάσω το τέλος της ταινίας, ήθελα και τη συντροφιά του τσιγάρου. Κι άντε να ντύνεσαι και να τρέχεις μες στα μαύρα σκοτάδια στην πλατεία μήπως τα βρεις στο αυτοκίνητο. Ούτε την ώρα δεν κοίταξα. Δεν είχα διάθεση να σιχτιρίσω ούτε το μυαλό μου το σκορπισμένο.
Ροζ πιτζαμούλα, ροζ αθλητικό -ποτέ μου να μην έχω φορέσει τόσα ροζ, ούτε παιδάκι!- κουκουλώθηκα στο παλτό και πήρα βιαστικά τον ανήφορο. Σαν ν'αγριεύτηκα λίγο- ώρες μικρές- αλλά μου πέρασε σε κλάσματα δευτερολέπτου. Μαθημένη... εγώ κι η σκιά μου.. χρόνια τώρα..Πολλά χρόνια είχε να μου φαντάξει η πλατεία έτσι μαγική. Από κείνο το φιλί; Ούτε τα σκυλιά δε γαυγίζαν. Μονάχα το νερό πού'τρεχε και τα βήματά μου συνομιλούσαν με το φεγγάρι. Ολόφωτο έστεκε, θαρρείς, ακριβώς πάνω μου. Άρπαξα το πακέτο με ανακούφιση. "Εδώ ήταν." Στάθηκα στη μέση της πλατείας μαγνητισμένη απ'την όμορφη νυχτιά. Έκανα πίσω, να κάτσω στο παγκάκι ν'ανάψω ένα τσιγάρο- κρίμα να μην το απολαύσω εδώ... "Ποιό παγκάκι;" αναρωτήθηκα αμέσως. Αφού ξυλώθηκε το παγκάκι όταν κόπηκε κι ο πλάτανος, ο παλιός. Κι όμως στο νου μου, για δευτερόλεπτα, φάνταζε η πλατεία των παιδικών χρόνων. "Κι εδώ δίπλα η βρύση...Μπροστά της χορεύαν στα πανηγύρια.."
Τώρα ένα σκασμένο πεζούλι στάθηκε το παγκάκι μου. Γύρω απ'τον πλάτανο κι αυτό, τον καινούριο. Ξεκολλήσαν οι πλάκες. Γιατί δεν τις κολλούν; Εκλογές έχουμε! Γιατί τίποτε καινούριο δεν κρατά; Όλα σαρίζονται; Οι παλιοί πώς τα φτιάχναν; Μα τί λέω! Κοίτα πως θέριεψε το πλατάνι.. προβάλλουν προς τα πάνω κι οι ρίζες του. Οι ρίζες του τινάζουν το πεζουλάκι.. δεν έχει νόημα να τις κολλήσουν. Άραγε οι παλιοί θα χτίζαν πεζουλάκι γύρω απ'τον πλάτανο, γεμισμένο με χώμα; Ή είχαν περισσότερο μυαλό; Περισσότερη επικοινωνία με τη φύση; Γι' αυτό είχαν βάλει το παγκάκι.. Μα τί σκέφτομαι! Είδες δύναμη οι ρίζες;! Οι ρίζες.. οι ρίζες μας... Στο νου μού'ρθε το σχολείο... οι ρίζες μας... οι βάσεις μας... Τί πήγε στραβά τελικά;
Κοίταξα μπροστά μου... Πόσα χρόνια σε τούτη την πλατεία.. Ένα όνειρο νά'χεις μια ζωή και να το βλέπεις να χάνεται. Όπως τα χρόνια. Πώς πέρασαν; Και τ'όνειρο έχει τόσο απομακρυνθεί. Να το προλαβαίνω ακόμη; Μοναχά που δεν είναι στο χέρι μου..Κι ο χρόνος τρέχει.. Ναι, ρε γαμώ το, αυτό με πονάει απ'όλα πιο πολύ..
Το τσιγάρο σώθηκε. Ένα σκυλί άρχισε να γαυγίζει μπάσα. Σηκώθηκα να φύγω. Αναλογιζόμενη τις ρίζες του πλατάνου. Γιατί άραγε; Τις ρίζες και το παγκάκι. Λες και το κλειδί είναι τρυπωμένο εκεί. Με τί θα επιλέξεις να περιβάλεις έναν πλάτανο. Τί θα διαλέξεις και τί θ'απομείνει ανάλογα με την επιλογή σου. Κάτι μου διαφεύγει πάλι... ξανά και ξανά..κι όμως το κλειδί είναι κάπου εκεί..

Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2014

Ο έρωτας της Αλκυόνης κι οι Αλκυονίδες μέρες...

Δεν χειμώνιασε ακόμη στο βουνό των Κενταύρων... σαν ν'ακολούθησε στα μουλωχτά η άνοιξη το φθινόπωρο και να παλεύει το χειμώνα να τον κάνει πέρα! Κι όσο κι αν κι εγώ δεν τον πολυσυμπαθώ, καλά θά'τανε η κυρα-Άνοιξη να περιμένει τη σειρά της, γιατί χωρίς τις αγρίλες του, τίποτα δε θα πάει καλά όταν καλοκαιριάσει! Άσε που αν μας εμφανιστεί σε λάθος σειρά, νευριασμένος για το παραγκώνισμά του, θα μας τα καταστρέψει όλα...


Όπως και νά'χει, τέτοιο καιρό, διανύουμε κι "Αλκυονίδες μέρες". Μέρες που, μέσα στην καρδιά του χειμώνα, ο ήλιος λάμπει, για να γεννήσει, κατά πως λέει η παράδοση, άφοβα τα αυγά της η βιαστική Αλκυόνη, που δεν προσμένει σαν τ'άλλα πουλιά να καλοκαιρέψει....


Γι'αυτό, γράφει κι ο Πλούταρχος πως ιδιαιτέρως την αγαπούν οι άνθρωποι μιας και χάρη σ'αυτήν επτά μέρες κι επτά νύκτες στην ακμή του χειμώνα καλοσυνεύει ο καιρός και πλέουν άφοβα...

Η Αλκυόνη (αλς=θάλασσα & κύω=κυοφορώ), λοιπόν, η κόρη του Αιόλου (αιόλος=ορμητικός) που ήταν ο θεός των ανέμων και της Αιγιάλης (αιγιαλός=παραλία) υπήρξε γυναίκα του Κήυκα, βασιλιά της Τραχινίας. Ήταν τόσο αγαπημένο ζευγάρι που, όταν κάποια στιγμή ο Κήυξ σκοτώθηκε από τη λύπη της έπεσε στη θάλασσα και η Ήρα τη μεταμόρφωσε στο ομώνυμο θαλάσσιο πτηνό.
"Ο Κήυξ και η Αλκυόνη μετεμορφώθησαν εις τας Αλκυόνας, όρνεα αχώριστα δια τον αμοιβαίο έρωτα, και σύμβολα του γαμηλίου έρωτος' επειδή είχον κι εκείνοι τοιούτον έρωτα προς αλλήλους." ( Αθανασίου Σταγειρίτη, "Ωγυγία ή Αρχαιολογία Α' " σελ. 219)
Αλκυόνη (Alcedo atthis) (φωτ.: Χρύσα Τόλη)
Έτσι τιμήθηκε από τους θεούς για τη φιλανδρία της και τη μεγάλη της αγάπη κι όταν ετοιμάζεται να γεννήσει, στα μέσα του χειμώνα, ο καιρός καλοσυνεύει:
"Είναι θαλάσσιον πτηνόν, ω Χαιρέφων, το οποίον ονομάζεται Αλκυών και το οποίον αιωνίως θρηνολογεί και κλαίει. Περί της Αλκυώνος υπάρχει παλαιός μύθος, κατά τον οποίον υπήρξέ ποτε γυνή, θυγάτηρ Αιόλου του Έλληνος, η οποία εθρήνει τον αποθανόντα πολυφίλητον και νεαρόν σύζυγον αυτής, Κήυκα τον Τραχίνιον υιόν Εωσφόρου του αστέρος, λαμπρού πατρός, λαμπρόν υιόν, έπειτα δε κατά τινα θείαν θέλησιν μεταμορφωθείσα εις πτηνόν περιϊπταται και πλανάται εις τας θαλάσσας ζητούσα εκείνον, τον οποίον δεν ηδυνήθη να εύρη πλανωμένη ανά την γην. [...] Δεν είνε μεγάλο, αλλά μεγάλως ετιμήθη δια την φιλανδρίαν της υπό των θεών' διότι όταν τα πτηνά αυτά γεννούν ο κόσμος διέρχεται τας Αλκυωνίδας λεγομένας ημέρας, αι οποίαι αν και συμπίπτουν με το μέσον του χειμώνος είνε εξαιρετικώς καλοκαιριναί.[...]" (Λουκιανού, "Αλκυών ή Περί μεταμορφώσεως"1 & 2, απόδοση: Ιωάννου Κονδυλάκη)

Όπως μας πληροφορεί κι ο Πλούταρχος και το ομώνυμο πτηνό, η μεταμορφωμένη Αλκυόνη, εξακολουθεί να ξεχωρίζει για τη φιλανδρία της, μένοντας πιστή στο σύντροφό της, τον οποίον δεν παραμελεί ούτε εγκαταλείπει όταν βαρύνει και γεράσει, αλλά τον μεταφέρει στους ώμους της και τον φροντίζει μέχρι τέλους.....


Βέβαια, ο Απολλόδωρος ("Βιβλιοθήκη Α'", 7,3) δίνει μια άλλη εκδοχή για τη μεταμόρφωση του ζευγαριού, πώς από τη μεγάλη αγάπη τους ξιπάστηκαν και καλούσε ο ένας τον άλλον με τα ονόματα Ζευς και Ήρα, κι έτσι ο Δίας τους μεταμόρφωσε σε πουλιά. Όπως και νά'χει η αγάπη τους παρέμεινε στην ιστορία και τούτες οι μέρες ηλιοφάνειας μες στο καταχείμωνο ακόμη και σήμερα λέγονται Αλκυονίδες προς τιμήν της...

"Κι οι Αλκυόνες να ηρεμούν στο νότο και στον εύρο
το κύμα που ως το βυθό τα φύκια αναταράζει,
οι αλκυόνες π'αγαπούν οι γαλανές Νηριίδες
πιότερο απ'όλα τ'άλλα τα πουλιά, όπως και οι ψαράδες."
(Θεοκρίτου "Ειδύλλια", Θαλύσια 57, απόδοση: Ν.Νικολάου)

Υπάρχει, όμως και έτερη Αλκυόνη, μία από τις Πλειάδες (οπότε και καταστερισμένη ως το άστρο "η Ταύρου", το λαμπρότερο των Πλειάδων), θυγατέρα του Άτλαντα και της Πλειόνης, την οποία αγάπησε ο Ποσειδώνας και γέννησε από αυτόν τρία παιδιά: την Αίθουσα, τον Υριέα και τον Υπερήνορα.

Ο Όμηρος χαρακτηρίζει με το "επώνυμο" Αλκυόνη την Κλεοπάτρα, θυγατέρα του Ίδου και της Μάρπησσας και γυναικός του Μελεάγρου (Ιλιάς Ι 563, απόδοση: Ι.Πολυλά):


Όπως διευκρυνίζει κι ο Πανταζίδης ("Ομηρικό λεξικό"): "Οι θρήνοι ούτοι του πτηνού αποτελούσι κάλλιστον όρον συγκρίσεως προς την θλίψιν και τους θρήνους της μητρός Μαρπήσσης δια την υπό του Απόλλωνος γενομένην αρπαγήν της θυγατρός Κλεοπάτρας, ήτις και δια τούτο επωνομάσθη υπό των γονέων αυτής Αλκυόνη."


"Η Αλκυών, το σπαθωτό και γρήγορο πουλί,
περνά κοντά στη θάλασσα, και, μόλις την εγγίζει,
πάλι σηκώνεται ψηλά και πάλι φτερουγίζει
και δεν ακούει τη θάλασσα που πάντα την καλεί,
η Αλκυών, το σπαθωτό και γρήγορο πουλί,
όπου περνά απ΄ τη θάλασσα και μόλις την εγγίζει.
Η Ευτυχία, το σπαθωτό και γρήγορο πουλί,
μέσ΄ στην καρδιά μας έρχεται, και μόλις την εγγίζει,
πάλι σηκώνεται ψηλά και πάλι φτερουγίζει
και δεν ακούει και την καρδιά που πάντα την καλεί,
Η Ευτυχία, το σπαθωτό και γρήγορο πουλί,
όπου περνάει απ΄ την καρδιά και μόλις την εγγίζει."
(Ιωάννου Πολέμη)

Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2014

Φόβος, αγάπη, κι άλλα ατάκτως ερριμένα...

"Έπειτα με τον Άρη που τις ασπίδες διατρυπά η Κυθέρεια (Αφροδίτη) γέννησε τον Φόβο και τον Δείμο, οι οποίοι κλονίζουν τις πυκνές φάλαγγες των ανδρών στον κρυερό πόλεμο μαζί με τον Άρη τον πορθητή των πόλεων, και την Αρμονία, που ο μεγαλόκαρδος Κάδμος την πήρε σύζυγό του." 
(Ησιόδου "Θεογονία 934", απόδοση: Α.Τζαφερόπουλου)

"Μας έπιασε ο φόβος για τον ερχόμενο καιρό
Για την τύχη που θ' αγνάντευαν οι χτεσινές μας πράξεις
Και αγαπήσαμε αγαπήσαμε τα δέντρα
Τα πράγματα που στέκονται απά στο έδαφος
Ενώ ο άνεμος εμάς μας διώχνει."
(Γιώργος Σαραντάρης)

"Και παραδεχόμεθα μεν ότι ορθαί κρίσεις είναι έμφυται εις τον άνθρωπον, διότι η φύσις εμπνέει εις αυτόν το αίσθημα παντός το οποίον είναι καλόν' αλλ' οι φιλόσοφοι διαφέρουν των κοινών ανθρώπων, διότι έχουν τας κρίσεις των σταθεράς και αμεταβλήτους κατά τας εναντιότητας της τύχης. [...] "Διότι ο φόβος, όπως λέγει ο Θουκυδίδης, όχι μόνον μας κάμνει να λησμονώμεν εκείνα τα οποία εμάθαμεν, αλλά μας αφαιρεί και πάσαν προαίρεσιν και φιλοτιμίαν και ενέργειαν, εάν η φιλοσοφία δεν μας έχη οχυρώσει με δεσμούς και με κανόνας της διαγωγής μας αμεταβλήτους".." 
(Πλουτάρχου, "Περί της Αλεξάνδρου τύχης ή Αρετής", απόδοση:Π.Ρώτας-Α.Κατσούρος)


"Κι όπως ο ανθρωποβόρος Άρης στον πόλεμο προχωρεί,
και μαζί του ο Φόβος προσφιλής γιος κρατερός κι ατρόμητος
έπεται, και φευγατίζει ("εφόβησε") ακόμα και καρτερόψυχο πολεμιστήν"
(Ομήρου Ιλιάς 298, απόδοση: Κ.Δούκα)



Η συνείδηση στέκει μόνη επάνω από τον φόβο. (Βίας)

"Ο Σωκράτης όταν τον ρώτησαν τί είναι δύναμη, είπε: "κίνηση της ψυχής μαζί με το σώμα". "
(Στοβαίου "Ανθολόγιον Β, ζ16, απόδοση Χρ.Θεοδωράτου)

"Αλλά είναι ωραίο να επιχειρεί κανείς τα ωραία, κι ό,τι του συμβεί να πάθει, να το πάθει."
(Πλάτωνος, Φαίδρος 274β)

Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2014

Ο Γενάρης, οι Μοίρες και το κυνηγητό της Τύχης...

"Ένας πατέρα κεφαλή,

δώδεκα γιοι ποδάρια
και κάθε γιος στη ράχη του
έχει τριάντα κόρες.
Καθε βραδύ πεθαίνει η μια
ταχιά γεννιέται η άλλη..."

Νέα χρονιά, νέος μήνας...

Γράφει ο Βασίλης Λαμνάτος ("Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας"): "Ο Γενάρης είναι ο πιο ψυχρός και πιο βροχερός μήνας του Χειμώνα. Με το έμπα του, ξεσκίζει τα πέλαγα και σωριάζει στα βουνά αμέτρητα χιόνια. Τα κρύα του κρυσταλλώνουν τις λιθαρόβρυσες κι οι αγέρηδές του μουγκρίζουν στις στέγες των σπιτιών, σα λαβωμένα θηρία. Κανένας άλλος μήνας δεν θυμώνει τόσο πολύ όσο ο Γενάρης. Λες κι έχει προηγούμενα με τους ανθρώπους και τα ζωντανά της φύσης.
Το παγερό του χνώτο σε φτάνει, όπου κι αν βρίσκεσαι, και σε περονιάζει ως το κόκαλο. Οι άνθρωποι ντύνονται σαν τα κρεμμύδια και τις μακρές του βραδιές κάθονται ανάγυρα στα παραγώνια και σοφίζονται ένα σωρό παραμύθια κι ιστορίες. Κουβεντιάζουν ολάκερες ώρες και παίρνουν σβάρνα όλες τις πτυχές της ζωής. Και τί δε λένε! Αρχίζουν απ'τον πέρα μαχαλά και φτάνουν ως τον δώθε. Πώς να μεσιάσουν τούτες οι νύχτες! Γι'αυτό από μερικές θ'ακούσεις να λένε πως: "Οι γεναριάτικες νύχτες, για να περάσουν, θέλουν συντροφιά και κουβέντα."


Τσαρούχης, "Γενάρης"
Την πρώτη μέρα του Γενάρη οι άνθρωποι γιορτάζουν την αλλαγή του χρόνου και τον Άη-Βασίλη. Τον κατάκοπο κι ασπρομάλλη Γέροντα, που φέρνει, από μακριά, τα δώρα στα αθώα παιδιά και σκορπάει καινούρια όνειρα και νιόφαντες ελπίδες στις σκέψεις και στις καρδιές των μεγάλων ανθρώπων. Η αρχιμέρα αυτή τούτο το μήνα, με τη διπλή γιορτή, πανηγυρίζεται, απ' άκρη σ' άκρη, με ιδιαίτερη χαρά και σπάνια ξεφαντώματα.
Ο λαός μας την πρώτη μέρα του Γενάρη τη θέλει συννεφιασμένη και κρυερή "για να μην μπορέσει να λιάσει η αρκούδα τ'αρκουδόπουλά της", γιατί τό'χει σε κακό. Οι ξώμαχοί μας πιστεύουν πως άμα τα λιάσει, η χρονιά δε θα πάει καλά. Θα φέρει πολλά ανάποδα.
Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς τα παιδιά γυρίζουν στα σπίτια και λένε τα κάλαντα με το θαμποχάραμα. [...]
Μόλις τελειώσουν το τραγούδισμα τα παιδιά, οι νοικοκυρές τα φιλεύουν νομίσματα και γλυκά κι εκείνα φεύγουν χαρούμενα γι' άλλα σπίτια και γι' άλλες γειτονιές.
Ιδιαίτερο χαρακτήρα γιορτασμού παίρνει η αλλαγή της χρονιάς, στα χειμαδιοκόνακα. Η Πρωτοχρονιά για τους τσελιγκάδες, γι' αυτούς τους ανθρώπους των βουνών μας, έχει μεγάλη σημασία και θεωρείται ξεχωριστή μέρα μέσα στο πέρασμα του χρόνου. Απ' την παραμονή, κιολας, της αρχιμηνιάς αρχίζουν οι προετοιμασίες και τ'αναστατώματα στα τσελιγκάτα. [...]
Σύνταχα της Πρωτοχρονιάς, πριν ακόμα καλοφέξει, πηγαίνουν κι απιθώνουν στις πετρόβρυσες, στις ξυλόβρυσες και στα κρεμάμενα λαγγαδίσια νερά γλυκά κι άλλα ζαχαρωτά για τις μοίρες της χρονιάς. Κι αυτές, αφού λούσουν και χτενίσουν τα μαλλιά τους, τρώνε τα γλυκά κι ύστερα σκορπίζουνε μέσα στο θαμποσκόταδο, χορεύοντας και χαμηλοτραγουδώντας.
Οι τσοπαναραίοι πιστεύουν πως αυτό, δηλαδή το φάγωμα των καλουδιών απ' τις μοίρες, είναι καλό σημάδι για την καινούρια χρονιά. "Γλυκάθηκαν οι τύχες, γλύκανε κι ο χρόνος", τους ακούς να λένε ' "θα μας πάει καλά η χρονιά και τα πράγματά μας θα προκόψουν".
Αν, όμως, τα πιάσει το πρωί τούτα τα ζαχαρωτά και δεν τα φάγουν οι ειμαρμένες, αυτό είναι κακό σημάδι για τους τσελιγκάδες. Πιστεύουν πως η χρονιά θά'ναι κακιά κι ανάποδη. Πως θα φέρει πολλά παιδέματα, κακοπάθειες και πεθαμούς.
Την αρχιχρονιά, αυτός που θά'ρθει στα κονάκια, εύχονται όλοι τους νά'χει καλό ποδαρικό. Πρωτομπαίνοντας δε μέσα στο καλύβι τους, πρεπει να πατήσει με το δεξί του πόδι, για το καλό του χρόνου. Το πρωί, πάλι, τις πόρτες απ'τα κατοικιά των ζωντανών τις πρωτοπιάνουν και τις πρωτανοίγουν, μικρές βλαχούλες για να γεννιούνται τ'αρνοκάτσια θηλυκά. "Θηλ'κά", θα τ'ακούσεις απ'τον τσοπάνη.
Για τον ίδιο σκοπό, πάλι, ταϊζουν τα γιδοπρόβατά τους και φακή την ημέρα αυτή. Μ'όλα αυτά οι τσοπάνηδες πιστεύουν πως φέρνουν γούρι στα μαντριά τους κι αυγατίζουν τα κοπάδια τους.
Την ημέρα της Πρωτοχρονιάς κι ο πιο ανάποδος μπιστικός μπαίνοντας στο μαντρί του, θα κάνει το σταυρό του και θα σιγοειπεί και μιαν ευχή: "Καλή χρονιά με το κοπάδι μου και μ'όλο το βιος μου". [...]"




Γράφει κι ο Δημήτρης Λουκάτος ("Χριστουγεννιάτικα και των Γιορτών") για "της τύχης το κυνηγητό":
""Ο λαός πλάθει μες στα όνειρά του κόσμους καλύτερους από τούτον τον πεζό, όπου ζει και βασανίζεται" (Γιάννης Βλαχογιάννης)
Πλάθει και ποθεί και κυνηγάει τους κόσμους αυτούς μ'όποιον τρόπο μπορέσει. Όσο κι αν βλέπει να περνούν τα χρόνια του "ίδια πάντα κι απαράλλαχτα", όσο κι αν αναγκάζεται να ομολογεί πως "κάθε πέρσι και καλύτερα", κρατάει πάντα τις ελπίδες του γερές για τα μελλοντικά και κυνηγάει το καλύτερο και περιμένει... [...]
Ο λαός -χρόνια τώρα με την παράδοση και τη λαχτάρα- έχει μάθει καλά τα τερτίπια του κυνηγητού της Τύχης, τα μυστικά για το κάλεσμα και τη φιλία της. Κι αν δεν το καταφέρει να τη φέρει κοντά του από μονάχη της, βάνει σ'ενέργεια άλλους τρόπους μαγικούς, που την κάνουν, λέει, θέλοντας και μη να του χαρίσει, έστω και για μια χρονιά, την ευτυχία. [...]

Πώς να περάσω Ανατολή, πώς να περάσω Δύση,
να πά' να βρω την Τύχη μου να με παρηγορήσει;
Σηκώνει τα παιδιά της απ'τα χαράματα η νοικοκυρά, τα πλένει, τα φρεσκαλλάζει, τα καμαρώνει παστρικά και ροδοκόκκινα' νά'ναι καλά, να ξυπνάνε έτσι χαρούμενα και γερά όλον τον χρόνο. Βάζει το γιο του ο πατέρας να δουλέψει από πρωί την τέχνη του, ν'ανοίξει ένα βιβλίο, να διαβάσει λίγο' να γίνει προκομμένος μέσα στη χρονιά, όχι τεμπέλης κι άπραγος δίχως γνώση. Ο κάθε νοικοκύρης σήμερα, έχει δεν έχει, θα βάλει όλα του τα δυνατά να τα βολέψει πλουσιοπάροχα, να φάνε τα παιδιά του και τα ζώα άφθονα κι αρχοντικά. Χαρούμενοι όλοι τους μπρος στα αγαθά τους, πρέπει να περάσουν τούτην την "χρονιάρα" μέρα ευχαριστημένοι. Δεν πρέπει να γκρινιάζουν, δεν πρέπει να πικραθούν, δεν πρέπει να πεινάσουν. Να μη μελετήσουν καν τις λέξεις τις κακές -φτώχεια, κρύο, φυλακή, ξυπολισιά, ψύλλοι, περονόσπορος, χτικιό, θανατικό- που όλον τον χρόνο τους βασανίζουν. Σήμερα, μελετάνε μόνο το καλό. Ποιός ξέρει! Μπορεί η Τύχη να ξεγελαστεί και να το πάρει απόφαση, πως μπήκε πια στο σπίτι τους η γειάκαι η καλοπέραση.[...]
-"Κι εσύ κορίτσι, που θέλεις να ονειρευτείς στον ύπνο σου αν θα πάρεις πλούσιον άντρα ή φτωχό, κρύψε κρυφά, χωρίς κανένας να σε δει, την πρώτη σου μπουκιά απ' τη βασιλόπιτα του τραπεζιού. Και σαν κλειστείς μονάχη σου στην κάμαρά σου, άλειψέ τηνε με μέλι και με βούτυρο, άνοιξε το παράθυρο που βλέπει κατά το Βοριά, και στάσου εκεί, την ώρα τα μεσάνυχτα, και πες:
Ω Γενάρη, καλαντάρη, και καλά καλαντισμένε,
εκεί στις Άκριες που θα πας, κι εκεί που θα γυρίσεις
εκεί 'ναι οι Μοίρες των Μοιρών και η δική μου Μοίρα'
αν είναι πλούσια και καλή, πες της να'ρθεί να μ'εύρει,
αν είναι και πεντάφτωχη, πάλι να'ρθεί να μ'εύρει.
Κοιμήσου ύστερα, με τη μπουκιά αφημένη στο παράθυρο, και θα δεις στον ύπνο σου αυτό που ευχήθηκες."
Ο Ιανουάριος, ο πρώτος μήνας του έτους, οφείλει το όνομά του στη θεότητα των Ρωμαίων Ιανό.

"Διπρόσωπος θεός της Ιταλίας. Είναι ο θεός κάθε αρχής, και στις
ρωμαϊκές προσευχές αναφερόταν πρώτος [...] Δεύτερη ιδιότητα του Ιανού ήταν του φρουρού και του προστάτη των δημόσιων εσόδων και εξόδων. Για αυτό και τα ιερά του βρίσκονταν κοντά στις πύλες και σ'όλες τις διασταυρώσεις. [...] Το περίεργο είναι πως ο Ιανουάριος ήταν αρχικά ο ενδέκατος μήνας του ρωμαϊκού έτους και μόνο αργότερα έγινε ο πρώτος." (από το "Λεξικό του αρχαίου κόσμου", Λάμψα)

Γράφει για το Γενάρη κι ο Φίλιππος Βρετάκος ("Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των"): "...όνομα που έδωσαν στον Ιανουάριο προς τιμήν του θεού Janus, που ήτο θεός της ειρήνης και του πολέμου." Ο βασιλιάς Νουμάς (715-672π.Χ.) "προς τιμήν του Ιανού ανήγειρεν είς την αγοράν της Ρώμης ναόν, ο οποίος εσυμβόλιζε την αρχήν και το τέλος της βλαστήσεως και είχε τας πύλας του εν καιρώ μεν πολέμου ανοικτάς, εν καιρώ δε ειρήνης κλειστάς. Επί του ναού ο Νουμάς ετοποθέτησε και άγαλμα του θεού Ιανού, όπου παρίστατο διπρόσωπος, και το μεν ένα πρόσωπον έβλεπε προς Ανατολάς, το δ'άλλο προς Δυσμάς." Όσο για την αντιστοιχία του με το Αττικό ημερολόγιο, ο Ιανουάριος, πάνω-κάτω, αντιστοιχούσε με τον αρχαίο μήνα "Γαμηλιών" κατά τον οποίο γίνονταν και οι περισσότεροι γάμοι. Κι όσο για τις δημώδεις ονομασίες του ο Βρετάκος μας πληροφορεί πως λέγεται "Γενάρης, αλλά και εσφαλμένα Γεννάρης εκ παρετυμολογίας προς το "γέννα", Μεσοχείμωνος, Κρυαρίτης (επειδή κατ'αυτόν δυναμώνει το κρύο), Κλαδευτής (διότι είναι κατάλληλος δια την κλάδευσιν μήνας), Καλαντάρης ή Καλεντέρης, Τρανός, Μέγας μήνας ή Μεγαλομηνάς(κατ'αντίθεσιν προς τον Φεβρουάριον που λέγεται Μικρός ή Κουτσός)."


Ο Μιχάλης Γρηγοράκης ("Κρητικά λαογραφικά για τους μήνες") μας δίνει κι άλλες λαϊκές ονομασίες του απ'την Κρήτη, όπως "Κατσουλομήνας, γιατί τότε οι γάτες οργιάζουν, Χειμωνιάρης, γιατί ο χειμώνας έχει μπει για τα καλά, Γεννολοήτης, γιατί τότε γεννοβολάνε τα κοπάδια". Σύμφωνα με τις ονομασίες αυτές, είναι κι οι περισσότερες παροιμίες που αφορούν το Γενάρη:
Γενάρη μήνα κλάδευγε, φεγγάρι μην ξετάζεις.
Το Γενάρη κόψε κλήμα και φεγγάρι μη γυρέψεις. 
Χιόνι πέφτει το Γενάρη, χαρές θά'ν' τον Αλωνάρη.
Χιόνιασ' έβρεξε ο Γενάρης, ούλοι οι μύλοι μας αλέθουν.
Χειμωνιάτικη η Γέννα, καλοκαιρινή χαρά.
Χαράς τα Γέννα τα στεγνά, τα Φώτα χιονισμένα, και τη Λαμπρή βρεχούμενη, τ'αμπάρια γεμισμένα. 
Το Γενάρη το ζευγάρι, διάβολος θε να το πάρει.
(επειδή κατά το Γενάρη η αροτρίωση είναι παράκαιρη κι ανώφελη) 
Ο Γενάρης κι αν γεννά του καλοκαιριού μηνά.
Ο Γενάρης κι αν γεννάται, του Καλοκαιριού θυμάται.
(αφορούν τις Αλκυωνίδες μέρες) 
Κόψε ξύλο το Γενάρη και μην καρτερείς φεγγάρι.
Γενάρη, Καλαντάρη, τα κορίτσια σου πού τά'χεις στα θολόσταχτα κρυμμένα;
Ο λαγός και το περδίκι κι ο κακός ο νοικοκύρης τον Γενάρη χαίρονται. 
Κότα, χήνα το Γενάρη και παπί τον Αλωνάρη.
(για τη διατροφή) 
Όποιος θε να βαμβακώσει, το Γενάρη θε να οργώσει.
(ειδικά για το βαμβάκι) 
Αδελφέ Μιχάλη, τώρα το Γενάρη, οι δυο ένας γίνονται κι ο μοναχός κουβάρι.
(επειδή το ψύχος είναι δριμύ.)
Στσοι δεκαεφτά του Γεναριού, είν' κερά τ' Αγιαντωνιού. Τοτεσές κερά μαντόνα, είν' η φούρια του χειμώνα

Καλό μήνα, καλή χρονιά!

Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2013

Η πηλιορείτικη κότα της Πρωτοχρονιάς!

Ένα από τα παραδοσιακά και δημοφιλή εδέσματα του Δωδεκάμερου, ιδιαιτέρως της Πρωτοχρονιάς αλλά συχνά και των Χριστουγέννων εδώ στο Πήλιο είναι η γεμιστή κότα. Φαγητό που συναντάμε και σε άλλες περιοχές της Ελλάδος τούτες τις γιορτινές μέρες.Κι αν και πλέον η παραλλαγές στη γέμιση ποικίλλουν με τους διάφορους νεωτερισμούς, βασικό συστατικό νοστιμιάς αποτελεί πάντα το πηλιορείτικο κάστανο. Αλλά ας δούμε πως τη φτιάχνει μια φίλη, ακολουθώντας τη συνταγή που έμαθε από τη "μανιά" (γιαγιά) της:

Καταρχάς, η γέμιση:


"Τσιγαρίζουμε σ'ελαιόλαδο τα συκωτάκια και το στομαχάκι ψιλοκομμένα με κρεμμυδάκι. Προσθέτουμε αλατοπίπερο, λίγο μαϊντανό και τα κάστανα (ωμά, ξεφλουδισμένα φυσικά) να τσιγαριστούν κι αυτά και τέλος ρίχνουμε κομματάκια τυρί (φέτα)."


Όσο για την κότα, αφού την καθαρίζουμε και την πλένουμε καλά, "ράβουμε πρώτα το "γκαργκαλιάνο" (λάρυγγα) και την τρυπούλα που αφήνει η "γάσγα" ("σακουλάκι")


και μετά γεμίζουμε και ράβουμε από πίσω".


Κι είναι έτοιμη για βράσιμο.


Σε νεράκι με λίγο αλάτι, πιπέρι και λαδάκι την καπακώνουμε και τη βράζουμε όλη νύχτα σε χαμηλή φωτιά.


"Τη βράζαμε νύχτα όταν έσβηνε το τζάκι με λίγη φωτιά για να μην ανοίξει η "γιόμιση". Ένα δαυλί έπρεπε νά'χει από κάτω." 'Ετσι, σιγά-σιγά και σκεπασμένη ροδίζει.

Κι ύστερα το πρωί:
"Την βγάζεις την κότα και φτιάχνεις το ζουμάκι σουπίτσα με ρυζάκι ή μανεστρούλα. Ανοίγεις την κότα και σε μια πιατελίτσα δίπλα βάζεις τη γέμιση."

Σημειώνει κι ο πηλιορείτης λαογράφος μας Κώστας Λιάπης ("Διατροφή και μαγειρέματα στο παλιό παραδοσιακό Πήλιο"):
"Τα Χριστούγεννα, λοιπόν, συνήθιζαν να τρώνε κότα σούπα και ψητό χοιρινό κρέας (το ψήσιμο γινόταν στη χόβολη του τζακιού). Υπήρχε, όμως, κι εποχή που τη μέρα αυτή έτρωγαν χοιρινό με πρασοσέλινο, ή όποιο άλλο κρέας με πιλάφι, μαγείρεμα που το έλεγαν μάλιστα "τ' Χριστού το φαϊ". Την Πρωτοχρονιά η συνήθεια ήταν και είναι να φτιάχνουν κότα ή και "κούρκο" (γαλοπούλα), γεμιστή με κάστανα, καρύδια, σταφίδες, κιμά, κρομμύδι, πιπέρι και μαϊδανό, όλα καβουρδισμένα."
Η κότα, όμως, τούτες τις μέρες πρωταγωνιστεί και αλλαχού. Άλλο αν ,πολλές φορές, εδώ και χρόνια, αντικαταστάθηκε με την ξενόφερτη γαλοπούλα. Παρατηρεί ο λαογράφος Δημήτρης Λουκάτος ("Χριστουγεννιάτικα και των γιορτών"):
"Ήταν φυσικό, το ξενικό και καλοθρεμμένο αυτό πουλερικό (η γαλοπούλα) ν'αποτελεί κι ένα καλό δώρο (πεσκέσι) για φίλους ή ισχυρούς άρχοντες τις μέρες των Χριστουγέννων, που από παλιά απαιτούσαν στο γεύμα τους όρνιθα ή πετεινό. Οι παλιές παροιμίες έλεγαν: "Κότα πίτα τον Γενάρη (που είναι παχιά τα πουλερικά) και παπί τον Αλωνάρη." Ή, στον Πόντο: "Του Χριστού, όλ'αναλλάζουνε' και τα πετεινάρια σφάζουνε". [...]
Από την Κέρκυρα έχουμε περιγραφή, σχετικά πρόσφατη (1934), για τον αρχοντομαγείρευτο γάλο, που τον παραγέμιζαν με σταφίδες, κανέλα, γαρούφαλο, κουκουνάρα, και που τον "βάφτιζαν" τελετουργικά στο ζεστό νερό την παραμονή των Χριστουγέννων, φωνάζοντας τη λέξη "Χρίστος" (για να μην πουν Χριστός), καθιστώντας τον έτσι ευλογητικό φαγητό. Ο πολύς λαός όμως παντού εσυνέχιζε να περνά τα Χριστούγεννα με βραστή όρνιθα ή πετεινό (καπόνι), που έδιναν την εποχή αυτή και καλό ζουμί, και μόνο σε περίπτωση αρραβώνας προσπαθούσε να στείλει γαλόπουλο στο σπίτι της αρραβωνιαστικιάς."

Ο Ι.Κρίκελλος ("Το Δωδεκαήμερο στη Χαλκιδική") σημειώνει: "Στη Βάλτα μολονότι το κρέας αφθονούσε μετά τη σφαγή του γουρουνιού, εντούτοις έσφαζαν κι ένα μικρό πετεινάρι «για να ματώσ' του σπίτ'». Κατάλοιπο, προφανώς, των αρχαίων θυσιών, για εξευμενισμό των δαιμόνων, προκειμένου να χαρίσουν καλοχρονιά στους σπιτικούς."

Όσο για τη γεμιστή πρωτοχρονιάτικη κότα, σίγουρα η γέμισή της, πέραν της νοστιμιάς, κρύβει και έναν συμβολισμό για την υποδοχή της νέας χρονιάς. Εξάλλου, στο πρωτοχρονιάτικο τραπέζι είθισται να παρατίθεται το πιο πλούσιο γεύμα, ώστε από τη χρονιά που θα ακολουθήσει να μη λείψει τίποτα. Μια κότα γεμιστή, θα μπορούσε να πει κανείς "εμπλουτισμένη", και μάλιστα με γέμιση που αποτελείται από καρπούς (κάστανα, καρύδια, κουκουνάρια, μύγδαλα, σταφίδες, κ.α., ανάλογα τον τόπο και την παραλλαγή) δε μπορεί να μην υποδηλώνει την ευχή της οικογένειας για ευκαρπία και την ελπίδα της ότι θα υποδεχτεί ένα νέον έτος πλούσιο σε κάθε λογής αγαθά.

Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2013

Ο Άγιος Στέφανος, τα στέφανα και τα κουρμπάνια.

Του Αγίου Στεφάνου σήμερα, προστάτου των στεφάνων και των νιόπαντρων ζευγαριών. 
Ο Δημήτριος Λουκάτος ("Συμπληρωματικά του χειμώνα και της άνοιξης") καταγράφει σχετικά:
"Η χριστιανική υμνογραφία έπαιξε λυρικά με το όνομα του αγίου αυτού, μιλώντας για στέφανο του μαρτυρίου του:
Λόγων στεφάνοις στέφω Στέφανον, ον προέστεψαν λίθοι!...
και: 
Δεύτε Στέφανον ενδόξως στεφανώσωμεν.
Αυτή η ένδοξη εναλλαγή στεφάνων και στεφανώματος, μαζί με τη νεανική ηλικία και μορφή του πρωτομάρτυρα, που κι οι ίδιοι οι δικαστές του τον αντίκρυσαν σε μια στιγμή να έχει "πρόσωπον αγγέλου" (κι αυτό μας το δίνουν επίσης οι μεγάλοι αγιογράφοι) έκαμε ώστε ο άγιος Στέφανος να θεωρείται και προστάτης των νιόπαντρων ζευγαριών, η να τον επικαλούνται, με προσκόμιση λουλουδιών, οι ανύπαντρες κοπέλες.



Νομίζω ότι δεν είναι άσχετη με τη νεανικότητα του αγίου και με τον μεταφυσικό συμβολισμό του στεφάνου του, η εντονότερη λατρεία του από τον γυναικείο κόσμο, κι η αφιέρωση γυναικείων Μοναστηριών στ' όνομά του (Μετέωρα, Χίος, Αττική, Θεσσαλονίκη)."

Λέγεται, ακόμη, πως πολλά νιόπαντρα ζευγάρια του αφιέρωναν τα στέφανά τους, ώστε "νά'χουν καλά στέφανα", καλό γάμο.

Στα Ψαχνά Ευβοίας, στο εκκλησάκι του Αγίου Στεφάνου, υπάρχει τό εξής έθιμο, που κράτησε κυρίως μέχρι τη δεκαετία του '70, "όποια κοπέλα ή άνδρας δε μπορούσε να βρει γαμπρό ή νύφη αντίστοιχα, πήγαινε στο εξωκκλήσι του Αγίου και άφηνε μπροστά στην Ωραία Πύλη δεμένο (κόμπος) μανδήλι με χρήματα μέσα. Όποιος πιστός το έβρισκε, το έλυνε, έπαιρνε τα χρήματα και ταυτόχρονα "ελευθερωνόταν" η τύχη αυτού που άφησε το μανδήλι." Επίσης, τη μέρα αυτή "οι παντρεμένες γυναίκες βγάζουν τα στέφανά τους στο φως της ημέρας για να τα καθαρίσουν και να τα θυμιατίσουν." (πηγή: http://psahnaevia.blogspot.gr/2012/12/2.html)

Η γιορτή του Αγίου Στεφάνου, όμως, συνδέεται και με τα χοιροσφάγια (βλ.καιΤα χοιροσφάγια των Χριστουγέννων), καθώς σε πολλά μέρη της Ελλάδος συνηθιζόταν τούτη τη μέρα να σφάζουν τα γουρούνια, αντί τις παραμονές των Χριστουγέννων, γι'αυτό και αρκετή την ονόμαζαν "γουρουνοστέφανο". Ιδιαιτέρως για την περιοχή της Χαλκιδικής ο Ιωακείμ Κρικέλικος ("Το Δωδεκαήμερο στη Χαλκιδική" - σε ηλεκτρονική μορφή εδώ: http://www.halkidikinews.gr/dodeka/) αναφέρει:
"Του Αγίου Στεφάνου: Μεγάλη μέρα για την Αρναία, που γιορτάζει τον πολιούχο της Άγιο σημαντική όμως μέρα και για τα πιο πολλά χωριά της Χαλκιδικής, αφού σήμερα σφάζουν τα γουρούνια, εις ανάμνηση, λένε, της σφαγής των δεκατεσσάρων χιλιάδων νηπίων από τον Ηρώδη ή του λιθοβολισμού του αγίου Στεφάνου.
Πιθανότατα το έθιμο της σφαγής του οικόσιτου χοίρου ανάγεται στους ρωμαϊκούς χρόνους, τότε που οι γεωργοί θυσίαζαν, κατά τα «Σατουρνάλια» (17-25 Δεκεμβρίου), προς τιμή του Κρόνου και της Δήμητρας, χοίρο για την ευφορία της γης.
Σίγουρα, πάντως, έσφαζαν το γουρούνι τα Χριστούγεννα οι Χαλκιδικιώτες, διότι και το κρύο επέτρεπε τη διατήρηση του χοιρινού κρέατος για πολύ καιρό και να φάνε δεν είχαν· και οι "αλείξουρις" αυτές ημέρες χρειάζονταν πολύ και καλό φαγητό· «φαγούσ'μου ήταν κι δ'λειές δεν είχαν».
Η σφαγή του γουρουνιού, από παρέα φίλων και γειτόνων, ήταν όντως τελετουργική: λίγο πριν τη σφαγή, το έβγαζαν από το «κουμάσι» για να περπατήσει, «να σκνίσ'» ελεύθερα και να «χαρεί», προτού θανατωθεί. Ευθύς μετά το σφάξιμο, η νοικοκυρά το θύμιαζε μ' ένα κεραμίδι "για να φύγουν τα μαϊκά" τα κάρβουνα από το αυτοσχέδιο θυμιατό τα έριχνε μετά στο λαιμό του χοίρου «για την ψυχή του ζώου αλλού, «έβαζαν στο στόμα του γουρουνιού κώνο («κουκ'νάρα») καλαμποκιού, για να μένει ανοιχτό (ίσως για να βγει πιο εύκολα η η ψυχή του!) σ' άλλα πάλι χωριά, τα κάρβουνα με το θυμίαμα τα έριχναν στα αυτιά του γουρουνιού, για να φύγουν οι Καλικάντζαροι αλλού, τέλος, θυμίαμα και κρεμμύδι έβαζαν στο στόμα του, για να έχει γλυκό και νόστιμο κρέας.
Η θυσία του ζώου γίνεται, σίγουρα, με προφύλαξη, αγνείες, καθαρμούς και εξιλαστικές πράξεις, που συναντούμε σε πανάρχαιες τοτεμικές τελετουργίες, όπως λ.χ. στα «Βουφόνια» των αρχαίων, έτσι ώστε οι θύτες να γλιτώνουν από το κρίμα.
Μετά το γδάρσιμο και τον τεμαχισμό, τα παιδιά έπαιρναν τη «φούσκα» του (ουροδόχο κύστη), αφού πρώτα «τα έδειχναν» (τα γεννητικά τους όργανα), την τρίβανε στη στάχτη για να μαλακώσει, τη φούσκωναν και έπαιζαν με τούτο το αυθεντικό και ανθεκτικό μπαλόνι.
Ακολουθούσε το θυσιαστικό συμπόσιο: τη μέρα αυτή έτρωγαν το μαύρο συκώτι, μαγειρεμένο με κρεμμύδια και κόκκινο πιπέρι. Το άσπρο το έτρωγαν την Πρωτοχρονιά.
Τις επόμενες μέρες οι νοικοκυρές έβγαζαν τη λίγδα (λίπος), έφτιαχναν τις «τσιγαρίδες» ή «πιτσουρούδις» (τσιγαρισμένα κομμάτια κρέατος και λίπους μαζί), γέμιζαν τα λουκάνικα καθάριζαν τις «ουματιές» ή "ματιές", αλάτιζαν τον παστό και έφτιαχναν από τηγανισμένα κομμάτια κρέατος, λίπους και λουκάνικων τον «πασπαλά» (καβουρμά), που τον φύλασσαν σε πήλινα δοχεία, τις «βουτνάρες», για το θέρο.
Και επειδή από "του γ'ρούν' τίπουτι δεν πιτχιέτι", στην Κασσάνδρα φτιάχνανε:
1) «μπάμπου», με το στομάχι του χοίρου που καθαριζόταν καλά, παραγεμιζόταν με «γιουμίδια» (γλυκό τραχανό, μυρωδικά, ψιλοκομμένο και ζεματιστό πνευμόνι) και τρωγόταν τη δεύτερη ή την τρίτη μέρα μετά το σφάξιμο,
2) τον «αϊτό», με τα «τραγανάδια» (χόνδρινα μέρη) του στήθους, που τεμαχίζονταν, βράζονταν με γλυκό τραχανό και γίνονταν πίτα, και
3) τον «πατσιά», με το κεφάλι και τα πόδια του γουρουνιού, που μαγειρευόταν την παραμονή της Πρωτοχρονιάς.
Οι νοικοκυραίοι, τέλος, το δέρμα του γουρουνιού το καθάριζαν, το τέντωναν και το άπλωναν να ξεραθεί. Απ' αυτό αργότερα έφτιαχναν τα «γρουνουτσάρ'χα»."


Ο Γεώργιος Αικατερινίδης, στο έργο του "Νεοελληνικές αιματηρές θυσίες", αναφέρεται, επίσης, σε θυσίες ζώων την ημέρα τούτη:


Αναφορά σε κουρμπάνι, δηλαδή σε "θυσία ζώου", αλλά και σε άλλες παραδόσεις κατά την ημέρα του Αγίου Στεφάνου κάνει και η Αργυρώ Μάμαλη-Κοπάνου στο βιβλίο της "Αντέτια Δωδεκαημέρου":
"Την τρίτη ημέρα μετά τα Χριστούγεννα, γιορταζόταν ο Άγιος Στέφανος, ιδιαίτερα στην Καππαδοκία. Στο Γκέλβερι, ήταν προστάτης των παντοπωλών και στα Φάρασα, ο "Ε-Στέφανος" λατρευόταν σε κάτζι (βράχο), όπου ήταν και η σπηλιά που αγίασε. Η συνοικία του Αγίου Στεφάνου ήταν ένα παραλιακό προάστιο της Κωνσταντινούπολης, στην Προποντίδα, που τιμούσε ιδιαίτερα τη μνήμη του Αγίου. Χαρακτηριστικό έθιμο του πανηγυριού ήταν τα τάματα που έφερναν Ρωμιοί, Τούρκοι κι Αρμένιοι, ζώα στολισμένα με χρυσές κλωστές που θυσίαζαν στον αυλόγυρο κι έπειτα άλειφαν χέρια και πρόσωπο με το αίμα της θυσίας "για το καλό", όπως πίστευαν. Ήταν ένα κουρμπάνι (θυσία ζώου) που γινόταν, όπως και άλλα, στη λατρεία των Αγίων, το οποίο όμως διατηρήθηκε μέχρι τα νεώτερα χρόνια.
Στον Πόντο, στο χωριό Χατσάβερα της Ροδόπολης, υπήρχε ναός του Αγίου μέσα σε σπηλιά. Στη γιορτή γινόταν τοπικό πανηγύρι και οι κάτοικοι έσφαζαν πρόβατα και δαμάλια για να φιλέψουν τους προσκυνητές. Ο Άγιος, πίστευαν, "από πέτρα γεννήθηκε κι από πέτρα πέθανε". Σύμφωνα με την παράδοση, την τρίτη μέρα των Χριστουγέννων, τρεις γυναίκες πήγαν για επίσκεψη στην Παναγία που ήταν λεχώνα. Οι δύο είχαν από ένα παιδί στην αγκαλιά και η τρίτη που δεν είχε, πήρε μια πέτρα από το δρόμο και τη φάσκιωσε. Η Παναγία ρώτησε ποιά ήταν τα ονόματα των παιδιών των γυναικών. Οι δύο πρώτες απάντησαν, η τρίτη όμως αποκρίθηκε δειλά: Στέφανος. "Το πιστεύω", είπε η Παναγία, "ας είναι Στέφανος τ'όνομά του". Λυπήθηκε την άτεκνη γυναίκα κι έκανε το θαύμα της. Έτσι έγινε ο Αϊ-Στέφανος, που από πέτρα γεννήθηκε και από πέτρα θανατώθηκε (με λιθοβολισμό)."

Ίσως, μάλιστα, με βάση αυτήν την τελευταία παράδοση, κάποιοι να τον θεωρούν και προστάτη "για την ευτοκία και ευτεκνία".
Τέλος, στον Άγιο Γεώργιο της Χίου (πηγή: http://www.alithia.gr/newspaper/2005/30122005/30122005,13619.html): "Ανήμερα του Αγίου Στεφάνου οι άντρες του χωριού κατέβαιναν στην πόλη κρατώντας έναν «τουρβά», έναν τρίχινο υφαντό σάκκο όπου συνήθως τοποθετούσαν τα ψώνια. Κατέβαιναν εκείνη τη μέρα στη χώρα, πουλούσαν τις ελιές τους, τις «τρούπες» και ψώνιζαν τα αναγκαία για το σπιτικό τους. Αυτός ο τουρβάς γέμιζε με καλούδια κάθε λογής. Kαρύδια, ακόμη και πατσά. Ο κάθε νοικοκύρης έκανε την κουμπανία του», θυμάται ένας κάτοικος του χωριού" .

Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2013

Μια γέρικη ελιά στη φάτνη του Χριστού...

Μια χριστουγεννιάτικη λαϊκή διήγηση της Κρήτης καταγεγραμμένη στο σπουδαίο βιβλίο του Νίκου Ψιλάκη "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη" των εκδόσεων Καρμάνωρ.....



"Έκανε πολύ κρύο τη βραδιά που γεννήθηκε ο Χριστός. Ο σπήλιος ήτανε παγωμένος και τα ζωντανά βαραναπνέανε για να ζεστάνουν με την αναπνιά τους το μωρό. Η Παναγία δεν εκάτεχε είντα να κάμει. Ήτανε κουκουλωμένη δίπλα στη ματζαδούρα και σκεφτόταν πώς θα καταφέρει να ξημερωθεί και να μην ξεπαγιάσει το μωρό. Απάνω στην ώρα ο Ιωσήφ σκέφτηκε ν'ανάψει φωτιά και να σπάσει λίγο την παγωνιά. Μα πού ξύλα;

Βγαίνει όξω από το σπήλιο, κάνει μια βόλτα, τίποτα. Ούτ' ένα ψιχάλι ξύλο δεν ηυρηκε. Μπαίνει πάλι μέσα μα την ώρα που δεν εκάτεχε ίντα να κάμει, θωρεί ένα σωρό άχερα, μεγάλους κοντύλους και άλλα που ήτανε πολυκαιρισμένα μέσα στη ματζαδούρα. Τσι κοντύλους δεν τσι τρώνε τα οζά κι είχανε παραπομείνει στη φάτνη. Μοναχά τους είχανε πάει τα άχερα ίσαμ' εκειά για να τους βάλουνε φωτιά και να ζεστάνουν το Χριστό. Ως τά'δε η Παναγία εδάκρυσε. Κι είπε:

- Νά'χουνε την ευκή μου κι ας είναι πάντα χρυσά, γιατί χρυσή 'ναι κι η ψυχή ντως.

Από τότε τα άχερα έχουνε χρυσό χρώμα. Κι είναι χρυσή η ψυχή ντως γιατί αυτά πομένουνε όντα λιχνίσομε το στάρι.

Μα τ'άχερα ανάψανε, εβγάλανε μια φλόγα κι εσβήσανε. Παγωνιά και πάλι στο σπήλιο. Ξαναβγαίνει όξω ο Ιωσήφ και τα πόδια του μπερδεύουν σ'ένα κλαδί. Δεντρολίβανο, αρισμαρί ήταν. Και με την ίδια τη φωνή του (εκειονά το βράδυ είχανε όλα, ζώα και δεντρά, φωνή) παρακάλεσε τον Ιωσήφ να το κόψει από τον πάτο και να το βάλει να καεί για να ζεσταθεί ο Χριστός. Έτσι κι έγινε. Ξαναδάκρυσε η Παναγιά και είπε:

- Νά'χει την ευκή μου και να μοσκομυρίζει, να το βάνουν στις εικόνες του γιου μου και να στολίζει τις εικόνες των αγίων.

Μα κι αυτό ήτανε λίγο, άναψε κι ώστε ν'ανάψει έσβησε κιόλας. Κι ο σπήλιος άρχισε και πάλι να παγώνει. Όσο περνούσε η ώρα αγρίευε ο καιρός. Περασμένα μεσάνυχτα ακούστηκε ένα τσαχάλισμα μέσα από το βουργιάλι του Ιωσήφ. Ήτανε μια χούφτα ελιές, που τις είχε φυλάξει μ'ένα ντάκο ψωμί για ώρα ανάγκης. "Πήγαινε Ιωσήφ στην πεζούλα πάνω από το σπήλιο. Εκειά 'ναι μια ελιά, η μάνα μας, γιατί δα ξεραθεί από το κακό της άμα μάθει πως εκινδύνεψε ο Χριστός και δεν της τό'παμε..."

Μια και δυο, πάει ο Ιωσήφ. Κι η γέρικη ελιά εχαμήλωσε τα κλωνάρια της, έσπασε τα ξερά κουτσούρια από τον κορμό της και τα τίναξε για να φτάξουν στη μπούκα του σπήλιου. Άναψαν φωτιά, έκαιγε όλη τη νύχτα, έσπασε η παγωνιά και εζεστάθηκε ο Χριστός. Κι όσο περνούσε η ώρα, τόσο κι έφταναν κι άλλα ξύλα στο σπήλιο. Μονάχα ντως! Το πρωί το δεντρό είχε 'πομείνει μόνο ένα κομμάτι κουτσούρι ρίζα, ελιά δεν υπήρχε.

Δάκρυσε η Παναγιά όταν την είδε. Έσκυψε, χάιδεψε το κουτσούρι, ούτ' ένα φύλλο δεν είχε 'πομείνει.

-Την ευκή μου νά'χεις, είπε. Και να μην ξεραίνεσαι ποτέ. Να βγάνεις βλαστούς από τη ρίζα, και να μη γερνάς ποτέ σου. Κι ο καρπός σου ευλογημένος νά'ναι, να τρέφει τους ανθρώπους, να τονε δίνεις να βγαίνει το λάδι, να φέγγουν τη νύχτα οι ανθρώποι και να ανάβει και το καντήλι του Χριστού.

Ειντά 'τονε να το πει. Ένας δροσερός βλαστός εβγήκε από την κουτσούρα τση ρίζας, από κειά απού'χε ακουμπισμένη τη χέρα τση η Παναγία, κι έφταξε ίσαμε ένα μπόι στο ύψος. Ίσαμε το βράδυ η ελιά ήτανε πάλι μεγάλη, όπως ήτανε πριν γεννηθεί ο Χριστός. Και δεν είχε ξεράδια. Είχε ξαναγενεί νέα γιατί είχε την ευκή τση Παναγίας.

Από τότε η ελιά δε γερνά. Ξεραίνεται, μα από την ξέρα τση ρίζας ξαναβγάνει βλαστούς και ξανανιώνει."

Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2013

Ο "Μουντζούρης" του Πηλίου..

Με αφορμή ένα μέιλ που έλαβα για να γνωστοποιήσω εδώ την κυκλοφορία του ημερολογίου του Πολιτιστικού Εξωραϊστικού Συλλόγου Αγίου Γεωργίου Νηλείας το οποίο για το 2014 είναι αφιερωμένο στο "Μουτζούρη", θεώρησα καλό να αναρτήσω μια εγγραφή που να αφορά γενικότερα το τραινάκι του Πηλίου μας, εμπλουτισμένη με λόγια και εικόνες που βαδίζουν στα χνάρια της τροχιάς του...


Καταρχάς, μια εισαγωγή για την "πορεία" του Μουντζούρη στο χρόνο, από την ιστοσελίδα http://milies.org.gr/, που αποτελεί πρωτοβουλία του Πολιτιστικού κι Εξωραϊστικού Συλλόγου Μηλεών :

"Ο ιστορικός σιδηρόδρομος Βόλου - Μηλεών, το τραινάκι του Πηλίου, όπως είναι πιο γνωστό, κατασκευάστηκε σε δύο στάδια. Η κατασκευή της γραμμής άρχισε το 1881, και το πρώτο κομμάτι - μέχρι τα Λεχώνια - παραδόθηκε το 1896. Το υπόλοιπο - μέχρι τις Μηλιές - κατασκευάστηκε στην συνέχεια, και παραδόθηκε το 1903.

Ο θρυλικός πλέον "Μουτζούρης" συνέδεσε το εμποροβιομηχανικό κέντρο του Βόλου με την εύφορη και πλούσια περιοχή του Δυτικού Πηλίου, στις πλαγιές και στους ελαιώνες του βουνού των Κενταύρων.
Μέχρι την κατάργησή του το 1971, το τραινάκι,με τις 5 βελγικές του ατμομηχανές - "Μηλέαι", "Ιάσων", "Πήλιον", "Βόλος", & "Τσαγκαράδα" τα ονόματά τους - τα ξύλινα και χωρίς ιδιαίτερες ανέσεις βαγόνια του - χειμερινά και ειδικού τύπου θερινά, για το καλοκαίρι -, υπήρξε σημείο αναφοράς για την ευρύτερη περιοχή. 


 

Η εικόνα του να ανηφορίζει τις πλαγιές του βουνού προς τις Μηλιές, διασχίζοντας πανέμορφα τοπία, σφυρίζοντας με τον χαρακτηριστικό ήχο της σφυρίχτρας του και ξεφυσώντας καπνό από το φουγάρο της μηχανής του, αποτέλεσε ιδιαίτερα χαρακτηριστική και φιλική εικόνα τόσο για τους κατοίκους της περιοχής - οι οποίοι κυριολεκτικά το λάτρεψαν - όσο και για τους επισκέπτες, για τους οποίους το ταξίδι μαζί του αποτέλεσε ευχάριστη εμπειρία. Αξίζει να σημειωθεί, ότι μέχρι την κατάργησή του, το 1971, ελάχιστες ήταν οι περιπτώσεις που το τραινάκι δεν έκανε το δρομολόγιό του προς τις Μηλιές. Ακόμα και στα δύσκολα χρόνια της κατοχής, ή ακόμα και στην πλέον δύσκολη βαρυχειμωνιά - όταν το χιόνι απέκλειε κάθε οδική πρόσβαση προς το χωριό -, το τραινάκι ήταν πάντα συνεπέστατο στις διαδρομές του. Παλαιότερα, τα δρομολόγια ήταν πυκνότερα, καθώς στην γραμμή κυκλοφορούσαν 2 τραίνα, με αντίθετη κατεύθυνση - ένα από Βόλο προς Μηλιές και ένα αντίστροφα από Μηλιές προς Βόλο - η διασταύρωση των συρμών γινόταν είτε στην Γατζέα είτε στα Λεχώνια. Χαρακτηριστική επίσης εικόνα αποτελεί η ανάμνηση του τραίνου κατάμεστου με παιδιά / μαθητές σχολείων του Βόλου, κρεμασμένων σαν σταφύλια στα θερινά - ανοιχτά, καθώς γύρω είχαν μόνο πραστατευτικά κάγκελα - βαγόνια του, να ανηφορίζει προς τις Μηλιές, την περίοδο των σχολικών εκδρομών, περνώντας μέσα από τους ολάνθιστους και κατάφυτους οπωρώνες των Λεχωνίων.


Μετά την κατάργηση του το 1971 έγιναν προσπάθειες για την επαναλειτουργία του σαν (μουσειακού) τουριστικού σιδηροδρόμου σε ένα περιβάλλον ιδιαίτερης φυσικής ομορφιάς. Μετά από σημαντικά έργα ανακατασκευής μέρους της υποδομής, μπήκε και πάλι σε λειτουργία το 1996, ενώ από το 1985 κηρύχτηκε ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο.
Η γραμμή του, έχει πλάτος 60 εκ., είναι η στενότερη σιδηροδρομική γραμμή στην Ελλάδα και μια από τις στενότερες στον κόσμο. Η διαδρομή Άνω Λεχωνίων - Μηλεών, μέσα σε καταπράσινες πλαγιές και με την πανέμορφη θέα του Παγασητικού, περνάει μέσα από γραφικές πέτρινες καμάρες πάνω από οκτώ λιθόκτιστες γέφυρες με πελεκητή μαρμαρόπετρα (δίτοξες, τρίτοξες και μια πεντάτοξη) καθώς και από μια μεταλλική γέφυρα όπου η καμπύλη γραμμή γράφεται μέσα σε ευθύγραμμο φορέα, σύμφωνα με τα σχέδια φημισμένων γεφυροποιών της εποχής. Την ευθύνη κατασκευής της γραμμής είχε ο φημισμένος Ιταλός μηχανικός Εβαρίστο ντε Κίρικο. Ήταν ο πατέρας του διάσημου υπερρεαλιστή ζωγράφου Τζιόρτζιο ντε Κίρικο, που αποτύπωσε την φιγούρα του μικρού τρένου σε μερικούς από τους διάσημους πλέον πίνακές του.


Ο Σταθμός στις Μηλιές χτίστηκε το 1902 και τα επίσημα εγκαίνια του τραίνου γιορτάστηκαν δύο χρόνια αργότερα, στο "Στάδιο" του χωριού, κάτω από τη Μηλιώτικη Σχολή, με την παρουσία όλων των κατοίκων και πολλών επισήμων, ενώ κυμάτιζαν η ελληνική και ιταλική σημαία.
Το τραινάκι που επαναδρομολογήθηκε το 1996 στη γραμμή Άνω Λεχώνια - Μηλιές, μήκους 15 χλμ., αναχωρεί στις 11.30 από το σταθμό Άνω Λεχωνίων και στις 16:30 από το σταθμό Μηλεών. Η διαδρομή διαρκεί 90 λεπτά , με 15λεπτη στάση στην Άνω Γατζέα και η μέγιστη ταχύτητά του είναι 20 χλμ. την ώρα."

[Οι φωτογραφίες από την ίδια ιστοσελίδα, 1η φωτ.: Κ.Ανδρουλιδάκη (λεύκωμα Ελληνικοί Σιδηρόδρομοι), 2η & 3η φωτ.: Θ. Γκαβαρδίνα, 4η φωτ.: Ν.Βαβανέλου]


Το τραινάκι μας δεν "ξέφυγε" ούτε από την πένα του λογοτέχνη μας Μενελάου Λουντέμη:


(από το "Βόλος, ένας αιώνας", Α' τόμος, Δημοτικό Κέντρο Ιστορίας και Τεκμηρίωσης Βόλου)

και η διαδρομή του δεν άφησε ασυγκίνητο ούτε τον έτερο συγγραφέα μας Ι.Μ.Παναγιωτόπουλο:


(από το "Βόλος, ένας αιώνας", Α' τόμος, Δημοτικό Κέντρο Ιστορίας και Τεκμηρίωσης Βόλου)

Οι αναμνήσεις της Μαρίας Γιαννιού ("Αναμνήσεις και εικόνες μιας ζωής") μας ταξιδεύουν, παρέα με το τραινάκι, με τρόπο μοναδικό σε μιαν άλλη εποχή, για αυτό και τις αναρτώ ξανά εδώ (βλ. και: Το τραινάκι του Πηλίου σ'ένα ταξίδι στο χρόνο.. ):

"Ένα γνωστό και αγαπημένο σφύριγμα ακούγεται' το τραινάκι μας, ύστερα από πολλά χρόνια, ξαναγύρισε στο χωριό μας. Πόσες αξέχαστες στιγμές, πόσες αναμνήσεις ξαναγύρισαν στο μυαλό μου. Ξαναθυμήθηκα τα παιδικά μου χρόνια, ξανάζησα τις καλές και τις κακές στιγμές που έζησα. Αυτό ήταν το μόνο μέσο συγκοινωνίας που εξυπηρετούσε όλο το Ανατολικό Πήλιο' ο μουντζούρης, ο καρβούνης, έτσι τον λέγαμε.
Με πόση χαρά περιμέναμε όλα τα παιδιά να μας πάρουν οι γονείς μας, να μας πάνε στο Βόλο. Σε όλη τη διαδρομή να είμαστε στα παράθυρα και να μη χορταίνουμε να κοιτάζουμε έξω και με κομμένη την ανάσα να περνάμε τη σιδερένια γέφυρα. Πιο πέρα προχωρώντας προς τη Γατζέα υπάρχει ένα τούνελ που περνάει μέσα το τραίνο. Περνώντας μέσα, η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει. Κρατούσα τη Μητέρα μου από το χέρι και αυτή γελούσε. "Μητέρα αργούμε;". "Μη φοβάσαι, μου έλεγε, πλησιάζουμε" και όταν έβλεπα να διαλύεται το σκοτάδι και να βγαίνουμε στο φως πηδούσα από τη χαρά μου και φώναζα. Όλα αυτά στο παιδικό μου μυαλό ήταν ωραία, ήταν φανταστικά και θα μου μείνουν αξέχαστα. Για μας τα παιδιά ήταν Ό,τι ωραιότερο περιμέναμε. Όταν θα πήγαινα στο Βόλο, όλη τη νύχτα έμενα άγρυπνη, ώσπου να φέξει για να βρεθώ στο σταθμό. Ας ξαναγύριζαν εκείνα τα χρόνια.
Με πόση χαρά χαρά περιμέναμε έναν δικό μας άνθρωπο να έρθει από το Βόλο, να μας φέρει ένα δωράκι, ένα σακουλάκι καραμέλες, που τόσο λαχταρούσαμε εκείνα τα χρόνια, που τις βλέπαμε στα μάτια μας μια φορά το χρόνο. Τρέχαμε στο Σταθμό να περιμένουμε το μουντζούρη, να μας φέρει τα δωράκια μας' με χιόνια, με βροχές δε σταματούσε ποτέ.
Όλα τα ανατολικά χωριά του Πηλίου για να πάνε στο Βόλο έπρεπε να έρθουν στις Μηλιές. Έπαιρναν τα ζώα του (άλογα, γαϊδουράκια), φόρτωναν τα δισάκια τους και έρχονταν στο σταθμό. Εκεί υπήρχε ξενοδοχείο φαγητού και ύπνου και ένας μεγάλος στάβλος το λεγόμενο χάνι. Βάζαν τα ζώα τους μέσα, παίρναν τα δισάκια τους και τραβούσαν για το Βόλο. Όταν γύριζαν, φόρτωναν τα πράγματά τους στα ζώα τους και επέστρεφαν στα χωριά τους, μέσα στο κρύο στα χιόνια. Άλλος τρόπος δεν υπήρχε να εξυπηρετηθούν.
Μα το 1932 έχασαν τη ζωή τους τρία άτομα. Ήταν Απρίλης και εβδομάδα των Βαϊων. Ο καιρός ήταν κακός. Αυτά τα άτομα δεν υπολόγισαν καλά τον καιρό, φόρτωσαν τα ζώα τους και ξεκίνησαν για τα πίσω χωριά. Είχε αρχίσει να χιονίζει. Βγαίνοντας απ'το χωριό μας τους έπιασε μια μεγάλη χιονοθύελλα. Δε μπόρεσαν να αντέξουν, τους σκέπασε το χιόνι στη θέση Κακό Ρέμα' εκεί άφησαν την τελευταία τους πνοή. Τους θάψαμε τη Μεγάλη Δευτέρα. Αυτό δεν το ξεχνώ, γιατί τότε παπάς του χωριού μας ήταν ο παππούς μου, ο παπα-Δουζένης. Ήταν γέρος και άρρωστος και δεν του επέτρεπαν να πάει στην κηδεία, μέσα στα χιόνια. Δεν άκουσε κανένα. "Εγώ, είπε, θα κάνω το χρέος μου κι ας πεθάνω". Πήγε στον τόπο που ξεψύχησαν να τους διαβάσει και τους συνόδεψε ως τον τάφο. Γυρίζοντας στο σπίτι έπεσε με υψηλό πυρετό. Σε τρεις ημέρες πέθανε' τον θάψαμε τη Μεγάλη Παρασκευή.
Ήρθε το '40, το μεγάλο ΟΧΙ. Ο πόλεμος στην Αλβανία, εκείνο δε θα το ξεχάσω. Όλη την ημέρα την περνούσαμε στο σταθμό. Το τραίνο αγκομαχώντας και σφυρίζοντας πηγαινοερχόταν μεταφέροντας τα φανταράκια μας στο μέτωπο από το Πήλιο. Ήταν στιγμές που δεν ξεχνιούνται. Φωνές, κλάματα και τραγούδια. Μανάδες να αγκαλιάζουν τα παιδιά τους και να κλαίνε. Γυναίκες κρατώντας τα μωρά στην αγκαλιά τους να αποχαιρετούν τους άντρες τους, να κουνούν τα μαντήλια και να φωνάζουν "Στο καλό και η Παναγιά μαζί σας". "Και με τη Νίκη". Οι νέοι στα παράθυρα να κουνούν τα μαντήλια τους και να τραγουδούν στις κοπέλες. "Έχετε γεια βρυσούλες κι εσείς Μηλιωτοπούλες..." και όταν ξεκινούσε το τραίνο, εκείνο το σφύριγμα σου έσφιγγε και σου πάγωνε την καρδιά. Τα κλάματα, οι φωνές και τα σφυρίγματα δεν έχουν σβήσει ακόμα από τα αυτιά μου. Στα φορτηγά βαγόνια βάζανε τα καλύτερα άλογα και τα τραβούσαν για το μέτωπο.
Τί να πρωτοθυμηθείς αγαπημένο μου τραινάκι! Τώρα έχουν άλλα μέσα να εξυπηρετηθούν, κούρσες, μεγάλα αυτοκίνητα και εσένα που τόσο μας εξυπηρέτησες σε έχουν ξεχάσει, σε έχουν παραμερίσει. Εσύ όμως σφύριζε όσο μπορείς, μη σταματάς, για μας τους γέρους που ζήσαμε μαζί και δε σε ξεχνάμε να σφυρίζεις μουντζούρη, να ξυπνάν μέσα μας όλες οι καλές και οι κακές στιγμές που ζήσαμε μαζί, καρβούνη μας.
Λένε οι παππούδες, όταν πρωτοήρθε το τραίνο στο χωριό, είχαν μαζευτεί όλοι και το περιμένανε να το δουν. Όταν το αντίκρισαν, όλοι κάναν το σταυρό τους "Δεν είναι καλό, Θεού έργο" λέγανε "είναι δαιμονικό" είχαν σαστίσει να βλέπουν να περπατάει στο δρόμο και να σφυρίζει, να φυσάει σαν δράκος "Θα μας χάσει ο Θεός" λέγανε."



Τέλος, παραθέτω το ενημερωτικό κείμενο από τον Πολιτιστικό και Εξωραϊστικό Σύλλογο Αγίου Γεωργίου Νηλείας για την έκδοση του ημερολογίου:

Το Ημερολόγιο του Μουντζούρη για το 2014:

Το πετυχημένο συναπάντημα του Μουντζούρη με τις εκδηλώσεις του 3ου Φεστιβάλ Αφήγησης «Παραμύθια και Μύθοι στου Κένταυρου τη ράχη» στον Άγιο Γεώργιο της Νηλείας και την ευρύτερη περιοχή του τον περασμένο Αύγουστο, ανέδειξε τη διαχρονική σημαντικότητα του τραίνου για το Πήλιο ως ξεχωριστής και αναγνωρίσιμης πολιτιστικής φιγούρας. Η συμμετοχή του ως τιμώμενο «πρόσωπο» για τα 110 χρόνια παρουσίας του στο βουνό των Κενταύρων, με τις αφηγήσεις στους σιδηροδρομικούς σταθμούς, δεν αποτέλεσε μια ευκαιριακή ένταξη στις κυρίαρχες επετειακές λογικές. Ιδιαίτερα στις μέρες μας που η ιδιοκτησιακή του ταυτότητα απειλείται από δρομολογήσεις πώλησης και εκχώρησης στα παζάρια των αγορών, η μνήμη μπορεί και πρέπει να αποτελέσει ισχυρό και αναγκαίο ανάχωμα ιστορικό, κοινωνικό και πολιτιστικό.
Οι συρμοί του Μουντζούρη συνομίλησαν με τους καημούς και τα όνειρα των παππούδων και των πατεράδων μας και κουβάλησαν πλήθος εμπορευμάτων, ανθρώπων μα και ιστοριών που μετέφεραν με τη σειρά τους σκέψεις, προσδοκίες και βιώματα. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια κινήθηκαν και οι πρωτοβουλίες ένταξης του τραίνου στο πρόγραμμα του φεστιβάλ από τον Πολιτιστικό-Εξωραϊστικό Σύλλογο Αγίου Γεωργίου Νηλείας «Ο Κένταυρος» αλλά και η έκδοση ενός καλαίσθητου ημερολογίου με 2014 ευχές-διαδρομές στου νέου χρόνου τα αταξίδευτα μα αναγγελμένα δρομολόγια.
Οι φωτογραφίες που κοσμούν τον κάθε μήνα αποτελούν αποτύπωση της διαδρομής που έγινε το καλοκαίρι του 2013, στη μέρα που φεστιβαλικά αφιερώθηκε ειδικά στον Μουντζούρη. Παραχωρήθηκαν ευγενικά από τους Ζήση Λυχναρά, Μαρία Καραθανάση-Λυχναρά και Γιώργο Τόπακα που αποθανάτισαν με τη φωτογραφική τους ευαισθησία και τη δημιουργική τους ματιά τη διαδρομή Άνω Λεχώνια-Μηλιές. Υπάρχουν επίσης παλιές ασπρόμαυρες και επιχρωματισμένες πινελιές του παρελθόντος για να μνημονευτούν τα 110 χρόνια συνύπαρξης του τραίνου-συντοπίτη μας με το πηλιορείτικο φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον υπονοώντας την αναζήτηση της συνέχειας σε αυτή τη μακρόχρονη σχέση κοινής πορείας, συμβίωσης και αλληλεπίδρασης.
Πληροφορίες-διάθεση: Δημήτρης Ραμματάς 6973215361 και Κώστας Κανταρτζής 6972307506.