Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2007

Το μπακαλικάκι του κυρ-Κώστα.


Χθες το απόγευμα, εδώ έπινα το καφεδάκι μου, πλάι στη θάλασσα, σ' αυτό το πανέμορφο χωριό που κάθε που το επισκέπτομαι έχω την αίσθηση πως βρίσκομαι σε νησί. Κι επειδή δεν το αγάπησα μονάχα εγώ, τα τελευταία χρόνια οι θαμώνες του έχουν πολλαπλασιαστεί κι όλο καινούρια μαγαζάκια, καφετέριες και τσιπουράδικα, ξεφυτρώνουν κατά μήκος της παραλίας. Θα ομολογήσω πως αυτό δεν είναι και κάτι που με ενθουσιάζει προσωπικά, αλλά τουλάχιστον είναι όλα αρκετά περιποιημένα και καταφέρνουν να δένουν κάπως αρμονικά με το περιβάλλον.
Όταν ήμουν πιτσιρίκα και πήγαινα ακόμη στις πρώτες τάξεις του δημοτικού, ερχόμουνα συχνά με τους γονιούς μου εδώ. Τότε υπήρχε το μπακαλικάκι του κυρ Κώστα, εκεί συχνάζαμε. Ένα μικρό μαγαζάκι, με πορτοπαράθυρα μπογιατισμένα γαλάζια, ξύλινα ράφια με κονσέρβες, ζάχαρη και χαρτικά, τσουβάλια με όσπρια και δημητριακά κι έναν μεγάλο πάγκο που στη μια του άκρη ήταν ακουμπισμένο το ντουλαπάκι με τη τζαμένια βιτρίνα που φύλαγε τα γαλακτοκομικά. Ένα μπακαλικάκι από κείνα που είχαν τότε όλα τα γύρω χωριά, όπου, ανάμεσα στα λιγοστά προϊόντα του, ο ντόπιος έβρισκε σχεδόν κάθε χρειαζούμενο. Ο κυρ Κώστας, όμως, πίσω από τον χοντρό ξύλινο πάγκο, έκρυβε κι ένα κουζινάκι με πετρογκάζ, όπου τηγάνιζε τα ολόφρεσκα ψαράκια για να μας τα φέρει για μεζέ με το τσίπουρο. Κι ο άτιμος, έφτιαχνε τα πιο νόστιμα ψάρια του ντουνιά! Κι ας ήταν από κείνα τα μικρά και περιφρονημένα, τα «φτηνιάρικα».
Το χειμώνα, άναβε τη στρογγυλή σα βαρέλι ξυλόσομπα που δέσποζε στο κέντρο του μαγαζιού. Το καλοκαίρι, είχε δυο τρία τραπεζάκια έξω, εκεί που έσκαζε το κύμα. Δυο τρία, όχι παραπάνω. Ίσα για κείνους τους μερακλήδες που τράβαγε η όρεξή τους ένα τσιπουράκι που παραδοσιακά σερβιρόταν με κανένα τουρσί ή σαρδέλα ξαρμυρισμένη. Για τους πιο πεινασμένους, τηγάνιζε και τα ψαράκια που λέγαμε.
Λίγα χρόνια μετά, η επιχείρηση επεκτάθηκε! Τα τραπεζάκια αυξήθηκαν και στεγάστηκαν κάτω από ένα ξύλινο κιόσκι, στην παραλία. Φτιάχτηκε και μια υποτυπώδης κουζίνα όπου πλέον, ψήνανε κι από καμιά μπριζόλα. Μη φανταστείτε πως τότε άλλαξαν και πολλά πράγματα. Αυτά τα λίγα και απλά και υπέροχα... αυτά τα ελάχιστα που νοστιμίζουν τη ζωή μας. Αλλά, δεν πέρασε πολύς καιρός και το μαγαζάκι του κυρ Κώστα έκλεισε. Κι αρχίσανε να ανοίγουνε άλλα, καινούρια, με περισσότερους μεζέδες για το τσίπουρο, ψαράκια α' κατηγορίας και μαγειρευτά. Εγώ, όμως, κάθε που περνώ, εκείνο το μικρό μπακάλικο αναπολώ και κάθε που κατεβάζω κανένα τσιπουράκι στα γύρω μέρη, εκείνους τους μεζέδες ονειρεύομαι...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου