Τρίτη 19 Μαΐου 2009

Πληθυντικός "ευγενείας"...



Σύμφωνα με την παράδοση, ιδρυτές της Ρώμης υπήρξαν τα αδέρφια Ρώμος και Ρωμύλος, τέκνα της ιέρειας Ρέας Σύλβιας και του θεού Άρη, εγγόνια του βασιλιά Νουμίτωρος. Όταν, λοιπόν, γεννήθηκαν τα δίδυμα αγοράκια, ο Αμούλιος, που σφετερίστηκε την εξουσία του αδερφού του Νουμίτωρος, θέλοντας να ξεφορτωθεί και τους νέους απογόνους του, διέταξε να χώσουν τα νεογέννητα σ'ένα λίκνο και να τα πετάξουν στον Τίβερη. Καθώς ξεχείλισε όμως ο Τίβερης,  το λίκνο με τα μωρά σκάλωσε στις όχθες του κι έτσι μπόρεσαν να επιβιώσουν τρεφόμενα από το γάλα μιας πρόθυμης λύκαινας που τα πήρε υπό την προστασία της. Εκεί τα ανακάλυψε αργότερα κάποιος βοσκός που τα πήρε σπίτι του και τα ανέθρεψε μέχρι που ενηλικιώθηκαν. Τότε, εκείνα ανέτρεψαν τον βασιλιά Αμούλιο κι επανέφεραν στο θρόνο τον παππού τους Νουμίτωρα. Θέλησαν, ύστερα, να ιδρύσουν και μια πόλη στις όχθες του Τίβερη προς ανάμνηση της σωτηρίας τους. Η ονομαστή Ρώμη ιδρύθηκε, όμως κατά την κτίση της επήλθε διαμάχη μεταξύ των δύο αδερφών, με αποτέλεσμα ο Ρώμος να σκοτωθεί και να παραμείνει βασιλιάς ο Ρωμύλος...

Ένεκα, όμως, των πολλών συμφορών που ακολούθησαν μετά το θάνατο του Ρώμου, ο Ρωμύλος σκέφτηκε να ζητήσει κάποιο χρησμό από το μαντείο για να αντιμετωπίσει την κατάσταση. Ο χρησμός δόθηκε κι ανέφερε, πάνω-κάτω, ότι αν δεν καθήσει πλάι του στο βασιλικό θρόνο ο αδερφός του, δεν πρόκειται να σταθεί η πόλη του, ούτε να ησυχάσει ο δήμος...


Είδε κι απόειδε ο Ρωμύλος, αποφάσισε πως η μόνη λύση είναι να κατασκευαστεί η εικόνα του νεκρού Ρώμου την οποία θα τοποθετούσε παραπλεύρως του θρόνου του! Κι αναφέρει η Άννα Τζιροπούλου- Ευσταθίου (στα "Μαθήματα αρχαίας ελληνικής γλώσσης Β'") σχετικά:


Κυριακή 17 Μαΐου 2009

Χελιδόνια...






Αχ! το θεόρατο βουνό γιατί δεν χαμηλώνει;
Χριστέ, μου αν ήταν βολετό
να δώσω μια και να διαβώ
σαν ένα χελιδόνι!

Ωραία της άνοιξης πουλιά
για πέρα μισεμένα,
δανείσατέ μου τα φτερά,
και νέα λαλήματα γλυκά
θα μάθετε από μένα.

Τι λέω! Τερπνότατη φωνή
σας έδωκε η φύση,
και με τα μάγια της αυτή
θα 'χει τη χάρη κάθε αυγή
το φως μου να ξυπνήσει.

Εγώ -και ας πλέκω τεχνικά
του τραγουδιού το στίχο- πέρα,
σε τούτη την ερμιά,
ξυπνάω τριγύρω μοναχά
της λαγκαδιάς τον ήχο.

(Γεράσιμος Μαρκοράς)

Τρίτη 5 Μαΐου 2009

Το χοντρό μπιζέλι...

..χορεύει τσιφτετέλι..!


Μπήκε ο Μάιος κι ο καιρός δε λέει να "στρώσει", τα μπουμπούκια διστάζουν να ξεπεταχτούν και τα κηπευτικά καθυστερούν να μεστώσουν... Ίσα που μάζεψα μια χούφτα μπιζέλια από τον κηπάκο, ενώ πέρσι τέτοια εποχή γέμιζα κατσαρόλες! Τούτα τα μπιζέλια είναι από τα λίγα ανθεκτικά ζαρζαβάτια, που παρέα με τα σκληροτράχηλα κουκιά, έχοντας αντιμετωπίσει έναν τσουχτερό χειμώνα εδώ στο βουνό, στολίζουνε τους μπαξέδες μας τους μήνες της άνοιξης...

Το λουλούδι τους πανέμορφο και ντελικάτο, στις αποχρώσεις του μενεξεδί, δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από τα υπέροχα άνθη των αγριολούλουδων..


Το μπιζέλι, λοιπόν, το παραμυθιού, (εκείνου ντε, με την πριγκίπισσα που ντυμένη φτωχικά και μουσκεμένη από τη βροχή βρέθηκε στο κατώφλι ενός πρίγκιπα κι η παμπόνηρη μέλλουσα πεθερά της για να διαπιστώσει αν όντως κρατάει από αρχοντική γενιά κι αξίζει για σύζυγος του γιόκα της, παράχωσε κάτω από είκοσι στρωσίδια της ένα βολάκι μπιζελιάς και, καθώς το επόμενο πρωινό η γαλαζοαίματη κοπελιά παραπονέθηκε πως δε μπόρεσε να κοιμηθεί γιατί κατιτίς την ενοχλούσε, πήρε επάξια τη θέση της νυφούλας!!!), οφείλει τη σημερινή ονομασία του στο αρχαιοελληνικό "πίσον" που μετονομάστηκε στα λατινικά σε "pisum" για να καταλήξει στο ιταλικό "pisello" και στο μεταγενέστερο ελληνικό "πιζέλιον" ή "μπιζέλιον"!

Αναφέρει ο Άνθιμος Γαζής (1758-1828) στο "Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης":

Πίσον, το ' και πίσος, πισός, πίσσος, ο. Είδος οσπρίου, εν τη συνηθεία, πισέλιον, και μπιζέλιον. (πιθαν. παρά το, πτίσσω)

όπου:

πτίσσω, ίσω: Ξεφλουδίζω τα γεννήματα ή τα όσπρια δια κοπανίσματος ή χειρομύλου. Και, κοπανίζω, συντρίβω, ποιώ τι λεπτόν....

Παρασκευή 1 Μαΐου 2009

Μαγιοστέφανα και κεφαλονίτικη πρωτομαγιά..


του λαογράφου μας Δημητρίου Λουκάτου:

"Η Πρωτομαγιά των ελληνικών λαϊκών παραδόσεων, όπως γιορτάζεται απ'τα παλιά ως τα νεότερα χρόνια, είναι ένα κράμα στοιχείων και επιδράσεων, που κρατούν από τα κάθε είδους Ανθεστήρια των αρχαίων Ελλήνων, των Ρωμαίων και των Βυζαντινών, και φτάνουν στις νεοελληνικές γιορτές της Άνοιξης, από την Πρωτομαρτιά ως το Μάη. Ο κεντρικός άξονας των στοιχείων αυτών είναι η ανθρώπινη χαρά για την άνοιξη, η αυθόρμητη λατρεία της Βλάστησης, η μαγικές ενέργειες για την τελείωσή της και η προσπάθεια "μετάληψης" από τις δυνάμεις της.[...]

Αρχίζουν από την ανθρώπινη παιδιάστικη χαρά, που γεννάει η θαυμαστή βλάστηση της γης κι η ωραία ανθοφορία της. [...]

Προχωρούν στη λατρεία της βλάστησης και της νέας παραγωγής, που την προσωποποιούν με τα διάφορα κλαδιά και τα "Μαγιόπουλα" (τα νεκραναστημένα παιδιά), ή με τους "Μάηδες" των χωριών μας, που την εκβιάζουν να φέρει την καλή σοδειά, φορτώνοντας με στάχια και με φρούτα τα κλαδιά αυτά, όπως έκαναν κι οι αρχαίοι Έλληνες με το κλαδί της "Ειρεσιώνης". Δείγμα τέτοιας λατρείας είναι κι η πομπική περιφορά που γίνεται, με τα κλαδιά και τα "Μαγιόπουλα" ή με τις "Νυφούλες του Μάη", από χωριό σε χωριό και από σπίτι σε σπίτι, συντροφευμένη μάλιστα με ευχές και με δώρα που θυμίζουν τα κάλαντα.

Γίνονται έπειτα ενέργειες μαγικές, που πάνε να δώσουν στους εορταστές τη νεανικότητα και τη μακροζωία της Φύσης. Τα κλαδιά και τα λουλούδια κόβονται από τους αγρούς και κουβαλιούνται στα σπίτια, για να κρεμαστούν στις αυλές και στις πόρτες ή στήνονται κάπου στη μέση του χωριού, για να μεταδώσουν στους ανθρώπους τη χλοερότητα, τη δροσιά και την άνθισή τους. [...]




Δε θα περιγράψω εδώ τα πολλά πρωτομαγιάτικα έθιμα, που έχουμε σ'όλη την Ελλάδα. Θα περιοριστώ σε κείνα που γίνονται στην ιδιαίτερη πατρίδα μου, την Κεφαλονιά, όπως τα γνώρισα μικρός ή όπως τα είδα να συνεχίζονται τα τελευταία χρόνια. [...]

Όπως λοιπόν γίνεται και στην Ελλάδα, η Πρωτομαγιά αρχίζει στην Κεφαλονιά από την παραμονή της. Η παραμονή είναι γενικά μια χαρούμενη προπαρασκευή, που τη ζούμε πιο έντονα από τη γιορτή, γιατί μας δίνει την προσδοκία και τη συμμετοχή, μέσα σε άνετα χρονικά περιθώρια. Έπειτα μας χρειάζεται η παραμονή της Πρωτομαγιάς, για να φτιάξουμε το μεγάλο στεφάνι, που θα βρεθεί κρεμασμένο το ξημέρωμα, να πάρει τη νυχτερινή δροσιά πριν το ζεστάνει ο ήλιος.

Βγαίνουν τ'απόγιομα τα κορίτσια στους κήπους, δανείζονται φιλικά τα ποικιλόχρωμα λουλούδια, και δίνει το ένα σπίτι στο άλλο ό,τι εκείνο δεν έχει, αρχίζοντας από την πρασινάδα και τον κισσό και φτάνοντας στο τριαντάφυλλο. Είναι τούτος ο δανεισμός των λουλουδιών μια συνεργασία του χωριού, στην κοινή μαγική πράξη του μαγιοστέφανου, που όσο κοινότερη γίνεται, τόσο πιο καλό αποτέλεσμα θα φέρει. Τα λουλούδια πάνε κι έρχονται μέσα στα κάνιστρα και στους δίσκους: Βιολέτες πολύχρωμες, τριαντάφυλλα, κρίνοι, γαρούφαλα και ροζαμάπες, μοσκιές και φίντες, αρμπαρόριζες, άσπρες μαργαρίτες και νεραντζάνθια, φρέζιες κι αγιοκλήματα... Στο μεταξύ θα γυρίσουν από τα χωράφια τους οι άντρες του σπιτιού (ή άλλα κορίτσια) και θα φέρουν μαζί τους την αγροτική ανθοδέσμη, σπάρτα ιδιαίτερα και μαργαρίτες κίτρινες ("τσουτσουμίδες" του κάμπου) και στάχυα από τα νέα σπαρτά, θα φέρουν και μια χοντρή αμπελίσια βέργα για το μεγάλο στεφάνι του Μάη, μια βέργα από εκείνες του κλαδέματος, που τις έχουν φυλαγμένες επίτηδες, όπως τις φυλάγαμε παλιότερα για τα στεφάνια του γάμου.

Το μαγιοστέφανο φτιάχνεται μπροστά στις πόρτες και στις λότζες των σπιτιών με κοινή συνεργασία της γειτονιάς, όπως γίνεται στις βεγγέρες. Το φτιάχνουν οι κοπέλες με τη βοήθεια των μικρών, ενώ οι μεγάλοι παραστέκουν και λένε τα αστεία τους. Οι γριές εξηγούνε από κοντά τη σημασία που μπορεί να έχει για τη ζωή και την τύχη του κοριτσιού το κάθε λουλούδι. Κι οι νοικοκυρές πάνε και φέρνουν από μέσα τους απαραίτητους "καρπούς", σκόρδο και κρεμμύδι, για το βάσκανο μάτι, κι έπειτα κανένα ρόγδι ή και πορτογάλι και μέσπολες, για να μπουν στο στεφάνι, απ'τη νέα σοδειά.

Έτοιμος ο "Μάης", θα δεθεί στον κόμπο της βέργας του με μια κόκκινη κορδέλα (το κόκκινο χρώμα φέρνει υγεία), και θα κρεμαστεί στην πόρτα ή το παράθυρο, πάνω στο ξύλινο θυρόφυλλό τους, να 'κουμπάει με ζεστασιά στο σπίτ και να του φέρνει, από την έξω ζωή, μαγεία και δύναμη, όσο μεγαλύτερο μέρος μπορεί. Τα στεφάνια είναι απαραίτητα εκεί που ζουν κορίτσια. Μπορεί να κρεμάσουν και περισσότερα στο σπίτι, αν το ζητήσουν. Όπου όμως είναι αγόρια, θα κρεμάσουν γι'αυτά ανθοδέσμες σκέτες ("φούντες" ή "μποκέδες"), με την ίδια ποικιλία λουλουδιών και με την κορδέλα την κόκκινη...

"Και του χρόνου! Καλό μας Μάη! Με το καλό ναν τον κάψουμε τ'Άι-Γιαννιού!". Είναι οι ευχές που ακούονται εκείνο το βράδυ, την ώρα που όλα ετελείωσαν, κι οι άντρες κερνιούνται στη γειτονιά με κανένα κρασί. Οι κοπέλες, πριν κοιμηθούν, μπορεί να πουν και τούτο το Μαγιάτικο τραγούδι:

Μάη μου, Μάη δροσερέ, κι Απρίλη με τα ρόδα,

όλον τον κόσμο γιόμισες με λουλούδια και μ'άνθια

κι εμένα με περίπλεξες στης λεμονιάς τα φύλλα!...

Ξημέρωσε. Σηκώνονται όλοι, μικροί και μεγάλοι, κορίτσια και νέοι, αντρόγυνα και παιδιά, να βγούνε πρωί στον κάμπο, να προφτάσουν τον ήλιο, να προφτάσουν τον κούκο και το γάιδαρο, να δούνε τα χρώματα της αυγής, να βρούνε τα λουλούδια και τα κλαδιά αξύπνητα με τη δροσιά τους και το κυριότερο, να βρέξουν τα χέρια, τα μαλλιά και το πρόσωπο με τη δροσιά αυτή, να πιουν απ'τη δρόσο των ασταχυών και να πάρουν δύναμη, φρεσκάδα και ξανάνιωμα... να γίνουν καλά για πάντα από τον πονοκέφαλο. Τα τραγούδια τους τώρα ανακατεύονται με τα πρωινά κελαηδήματα των πουλιών:

Ελάτε όλοι να μάσουμε, ω νιες και νιοι, το Μάη

τώρα που η Άνοιξη σε μας γλυκά χαμογελάει...

[...]

Ω, εκείνοι οι χοροί των γλεντιών, έξω στη φύση, πόσο είναι πάντα γραφικοί και ταιριασμένοι με την κίνηση των λουλουδιών και των κλαδιών και των σπαρμένων! Πόσο φυσικοί φαίνονται οι άνθρωποι στις κινήσεις τους, έτσι καθώς πιάνονται αλυσιδωτοί και ρυθμοπατούν αλαφροβήματοι στη μαλακιά γη! [...]"

(Δημήτριος Λουκάτος, "Πασχαλινά και της Άνοιξης")

(για περισσότερα, βλέπε:

Οι "Μάηδες" που χάθηκαν...
 και Πρωτομαγιάτικα... )

Δευτέρα 27 Απριλίου 2009

Το τραινάκι του Πηλίου σ'ένα ταξίδι στο χρόνο..



Το τραινάκι του Πηλίου, ο παλιός Μουντζούρης, που σήμερα, καθώς έχει επαναλειτουργήσει τα τελευταία χρόνια, τα Σαββατοκύριακα των καλοκαιρινών μηνών (συνήθως τα δρομολόγια ξεκινούν μετά το Πάσχα) προσφέρει στους επισκέπτες του βουνού των Κενταύρων την πανέμορφη εμπειρία της διαδρομής Λεχωνίων-Μηλεών, κάποτε, στις αρχές του περασμένου αιώνα, αποτελούσε το μοναδικό μεταφορικό μέσο που ένωνε τα χωριά του ανατολικού Πηλίου με την πρωτεύουσα του νομού. Κι αν αφεθούμε στις αναμνήσεις της γιαγιάς-Μαρίας, που ευτυχώς φρόντισε να μας τις αφήσει καταγεγραμμένες σαν πολύτιμο, παλιό φυλαχτό, νομίζω πως τούτο το τραινάκι μπορεί να μας χαρίσει ένα μοναδικό ταξίδι σε μιαν άλλη εποχή...:


"Ένα γνωστό και αγαπημένο σφύριγμα ακούγεται' το τραινάκι μας, ύστερα από πολλά χρόνια, ξαναγύρισε στο χωριό μας. Πόσες αξέχαστες στιγμές, πόσες αναμνήσεις ξαναγύρισαν στο μυαλό μου. Ξαναθυμήθηκα τα παιδικά μου χρόνια, ξανάζησα τις καλές και τις κακές στιγμές που έζησα. Αυτό ήταν το μόνο μέσο συγκοινωνίας που εξυπηρετούσε όλο το Ανατολικό Πήλιο' ο μουντζούρης, ο καρβούνης, έτσι τον λέγαμε.


Με πόση χαρά περιμέναμε όλα τα παιδιά να μας πάρουν οι γονείς μας, να μας πάνε στο Βόλο. Σε όλη τη διαδρομή να είμαστε στα παράθυρα και να μη χορταίνουμε να κοιτάζουμε έξω και με κομμένη την ανάσα να περνάμε τη σιδερένια γέφυρα. Πιο πέρα προχωρώντας προς τη Γατζέα υπάρχει ένα τούνελ που περνάει μέσα το τραίνο. Περνώντας μέσα, η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει. Κρατούσα τη Μητέρα μου από το χέρι και αυτή γελούσε. "Μητέρα αργούμε;". "Μη φοβάσαι, μου έλεγε, πλησιάζουμε" και όταν έβλεπα να διαλύεται το σκοτάδι και να βγαίνουμε στο φως πηδούσα από τη χαρά μου και φώναζα. Όλα αυτά στο παιδικό μου μυαλό ήταν ωραία, ήταν φανταστικά και θα μου μείνουν αξέχαστα. Για μας τα παιδιά ήταν Ό,τι ωραιότερο περιμέναμε. Όταν θα πήγαινα στο Βόλο, όλη τη νύχτα έμενα άγρυπνη, ώσπου να φέξει για να βρεθώ στο σταθμό. Ας ξαναγύριζαν εκείνα τα χρόνια.

Με πόση χαρά χαρά περιμέναμε έναν δικό μας άνθρωπο να έρθει από το Βόλο, να μας φέρει ένα δωράκι, ένα σακουλάκι καραμέλες, που τόσο λαχταρούσαμε εκείνα τα χρόνια, που τις βλέπαμε στα μάτια μας μια φορά το χρόνο. Τρέχαμε στο Σταθμό να περιμένουμε το μουντζούρη, να μας φέρει τα δωράκια μας' με χιόνια, με βροχές δε σταματούσε ποτέ.


Όλα τα ανατολικά χωριά του Πηλίου για να πάνε στο Βόλο έπρεπε να έρθουν στις Μηλιές. Έπαιρναν τα ζώα του (άλογα, γαϊδουράκια), φόρτωναν τα δισάκια τους και έρχονταν στο σταθμό. Εκεί υπήρχε ξενοδοχείο φαγητού και ύπνου και ένας μεγάλος στάβλος το λεγόμενο χάνι. Βάζαν τα ζώα τους μέσα, παίρναν τα δισάκια τους και τραβούσαν για το Βόλο. Όταν γύριζαν, φόρτωναν τα πράγματά τους στα ζώα τους και επέστρεφαν στα χωριά τους, μέσα στο κρύο στα χιόνια. Άλλος τρόπος δεν υπήρχε να εξυπηρετηθούν.

Μα το 1932 έχασαν τη ζωή τους τρία άτομα. Ήταν Απρίλης και εβδομάδα των Βαϊων. Ο καιρός ήταν κακός. Αυτά τα άτομα δεν υπολόγισαν καλά τον καιρό, φόρτωσαν τα ζώα τους και ξεκίνησαν για τα πίσω χωριά. Είχε αρχίσει να χιονίζει. Βγαίνοντας απ'το χωριό μας τους έπιασε μια μεγάλη χιονοθύελλα. Δε μπόρεσαν να αντέξουν, τους σκέπασε το χιόνι στη θέση Κακό Ρέμα' εκεί άφησαν την τελευταία τους πνοή. Τους θάψαμε τη Μεγάλη Δευτέρα. Αυτό δεν το ξεχνώ, γιατί τότε παπάς του χωριού μας ήταν ο παππούς μου, ο παπα-Δουζένης. Ήταν γέρος και άρρωστος και δεν του επέτρεπαν να πάει στην κηδεία, μέσα στα χιόνια. Δεν άκουσε κανένα. "Εγώ, είπε, θα κάνω το χρέος μου κι ας πεθάνω". Πήγε στον τόπο που ξεψύχησαν να τους διαβάσει και τους συνόδεψε ως τον τάφο. Γυρίζοντας στο σπίτι έπεσε με υψηλό πυρετό. Σε τρεις ημέρες πέθανε' τον θάψαμε τη Μεγάλη Παρασκευή.

Ήρθε το '40, το μεγάλο ΟΧΙ. Ο πόλεμος στην Αλβανία, εκείνο δε θα το ξεχάσω. Όλη την ημέρα την περνούσαμε στο σταθμό. Το τραίνο αγκομαχώντας και σφυρίζοντας πηγαινοερχόταν μεταφέροντας τα φανταράκια μας στο μέτωπο από το Πήλιο. Ήταν στιγμές που δεν ξεχνιούνται. Φωνές, κλάματα και τραγούδια. Μανάδες να αγκαλιάζουν τα παιδιά τους και να κλαίνε. Γυναίκες κρατώντας τα μωρά στην αγκαλιά τους να αποχαιρετούν τους άντρες τους, να κουνούν τα μαντήλια και να φωνάζουν "Στο καλό και η Παναγιά μαζί σας". "Και με τη Νίκη". Οι νέοι στα παράθυρα να κουνούν τα μαντήλια τους και να τραγουδούν στις κοπέλες. "Έχετε γεια βρυσούλες κι εσείς Μηλιωτοπούλες..." και όταν ξεκινούσε το τραίνο, εκείνο το σφύριγμα σου έσφιγγε και σου πάγωνε την καρδιά. Τα κλάματα, οι φωνές και τα σφυρίγματα δεν έχουν σβήσει ακόμα από τα αυτιά μου. Στα φορτηγά βαγόνια βάζανε τα καλύτερα άλογα και τα τραβούσαν για το μέτωπο.


Τί να πρωτοθυμηθείς αγαπημένο μου τραινάκι! Τώρα έχουν άλλα μέσα να εξυπηρετηθούν, κούρσες, μεγάλα αυτοκίνητα και εσένα που τόσο μας εξυπηρέτησες σε έχουν ξεχάσει, σε έχουν παραμερίσει. Εσύ όμως σφύριζε όσο μπορείς, μη σταματάς, για μας τους γέρους που ζήσαμε μαζί και δε σε ξεχνάμε να σφυρίζεις μουντζούρη, να ξυπνάν μέσα μας όλες οι καλές και οι κακές στιγμές που ζήσαμε μαζί, καρβούνη μας.

Λένε οι παππούδες, όταν πρωτοήρθε το τραίνο στο χωριό, είχαν μαζευτεί όλοι και το περιμένανε να το δουν. Όταν το αντίκρισαν, όλοι κάναν το σταυρό τους "Δεν είναι καλό, Θεού έργο" λέγανε "είναι δαιμονικό" είχαν σαστίσει να βλέπουν να περπατάει στο δρόμο και να σφυρίζει, να φυσάει σαν δράκος "Θα μας χάσει ο Θεός" λέγανε."

(Μαρία Γιαννιού, "Αναμνήσεις και εικόνες μιας ζωής")

(*** Οι τρεις παλιές φωτογραφίες είναι από το βιβλίο της Ελένης-Φαίης Σταμάτη, "Μηλιές, κώμη του Πηλίου όρους")

Σάββατο 25 Απριλίου 2009

Μάρκο, Μάρκο, μάρκωσέ τα!

Κι όπως έριχνα μια ματιά στα "λαογραφικά" μου και ξεφύλιζα το πολύτιμο βιβλίο του Γεωργίου Μέγα, αναρωτήθηκα αν κατά τις προσεχείς μέρες έχουμε καμιά ακόμη γιορτή με τα σχετικά έθιμά της. Και τσουπ, πέφτω πάνω στον "άγιο Μάρκο" που τον είχα ξεχασμένο. Του Αγίου Μάρκου, του Ευαγγελιστού, σήμερα, 25 Απριλίου -γιορτή κινητή κι αυτή, σαν του Αη-Γιώργη, αλλά ένεκα που το Πάσχα μας ήρθε νωρίς φέτος, έμεινε για μια φορά στη θέση της!- και καταγράφει ο Γ.Α.Μέγας στο "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας":

"Παρετυμολογικά το όνομα του αγίου σχετίστηκε με το ρήμα μαργώνω= ναρκώνω. Έτσι οι γεωργοί επικαλούνται τον άγιο Μάρκο για να "ναρκώσει" τα φίδια, χτυπώντας χαλκώματα και λέγοντας εξορκισμούς, όπως:
Μάρκο, Μάρκο, μάρκωσέ τα
κι άι-Γιώργη τύφλωσέ τα

ή
Μέσα γεια, μέσα χαρά,
όξω φίδια και γουστέρες.
Γι'αυτό η γιορτή του αγίου είναι κατεξοχήν γεωργική. Την ημέρα αυτή δε ζεύουν αλέτρι, δε βαρούν τσαπισιά σε χωράφι (Αιτωλία)."


Άντε, μια χαρά τη γλίτωσα και δε βγήκα στους κήπους σήμερα!!


Πέρα από τα του Μάρκου όμως, σήμερα είναι και το Σάββατο της "Διακαινησίμου" κι έχει ενδιαφέρον -μη βαράτε, για τους ελάχιστους που ενδιαφέρονται για αυτά εννοώ..- η αναφορά του άλλου σπουδαίου λαογράφου μας, Δημητρίου Λουκάτου, για το "Ασπροσάββατο". Σημειώνει, λοιπόν, στο βιβλίο του "Συμπληρωματικά του Χειμώνα και της Άνοιξης":
"Άλλη μια μέρα της "Διακαινησίμου", το Ασπροσάββατο, έχει τη συγκινητική Θρακική παράδοση, ότι "εκείνη την ημέρα, η Παναγία έπλυνε τα νεκρισιμιά ρούχα του Χριστού" (Ε.Σταμούλη-Σαραντή, Ανατ.Θράκη, Α', Αθ.1956 σ.162). Έτσι αποδεσμεύονται κι οι άνθρωποι, να πλυθούν και να πλύνουν, από τη μέρα αυτή."

Αυτά για σήμερα... Καλό Σαββατόβραδο!

Παρασκευή 24 Απριλίου 2009

της Ζωοδόχου Πηγής


"Τη Νιά-Παρασκευή (ή "Παρασκευή του Πάσχα"), πάλι γιορτή της Παναγιάς, της "Ζωοδόχου Πηγής".

Κέντρο της λατρείας αυτής είναι η Κωνσταντινούπολη, όπου από πολύ παλιά (5ος αιώνας) υπήρχε αγίασμα και εκκλησία. Ήταν το περίφημο ιστορικό αγίασμα του Βαλουκλή, που έδωσε τη γνωστή παράδοση για τα τηγανισμένα ψάρια του Μοναστηριού του που "πήδησαν στο νερό", όταν οι Τούρκοι πήραν την Πόλη, το 1453. (Βλ.Πολίτου, Παραδόσεις, αρ.31,32). Πάνω από τον ερειπωμένο χώρο του Αγιασματος, ξαναϊδρύθηκε, τον περασμένο αιώνα (1833) - με άδεια του Σουλτάνου Μαχμούτ Β'- μεγάλος ναός (και παρεκκλήσι στο αγίασμα) και καθιερώθηκε από τότε (Πατριάρχης Κωνστάντιος), η γιορτή της "Ζωοδόχου πηγής".

Εκκλησίες και μοναστήρια στην Ελλάδα, πολλά, με αξιοπρόσεχτες "λαϊκές" εικονογραφήσεις της "Παναγίας - Κρήνης", με παραστάσεις των εκάστοτε θαυμάτων της. [...] Τα ιερά αυτά δείχνουν μια συνέχεια λατρείας νερού στην Ελλάδα με τις γνωστές ιαματικές του περιπτώσεις, που η Παναγιά-Πηγή, ή "Χρυσοπηγή", έχει την πιο ελπιδοφόρα αρμοδιότητα να το προσφέρει. Τα σημερινά τροπάριά της ψάλλουν:

(Δημήτρη Λουκάτου, "Συμπληρωματικά του Χειμώνα και της Άνοιξης")


"Την Παρασκευή της Διακαινίσιμου γιορτάζεται η Παναγία ως Ζωοδόχος Πηγή. Τότε γίνεται προσκύνημα στα αγιάσματα κάθε τόπου, πανηγύρι και λιτανεία που τελειώνει με μεγάλο χορό. Είναι περίφημος ιδίως ο παραδοσιακός "χορός της τράτας" τον οποίον χορεύουν οι γυναίκες των Μεγάρων τη μέρα αυτή."

(Γ.Α.Μέγας, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")



Παρασκευή 17 Απριλίου 2009

Πέμπτη 16 Απριλίου 2009

Έθιμα Μεγάλης Πέμπτης..

Μεγάλη Πέμπτη πρωί.. και στα καλντερίμια του Πηλίου ξεχύνονται ομάδες μικρών αγοριών, του δημοτικού, ν'αναγγείλουν τα θλιβερά μαντάτα για το Χριστό που πρόκειται να σταυρωθεί..

"Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα

σήμερα ο κόσμος θλίβεται και τα βουνά λυπούνται

σήμερα βάλανε βουλή οι άνομοι Εβραίοι,

οι άνομοι και τα σκυλιά κι οι τρισκατάραμένοι,

για να σταυρώσουν το Χριστό τον πάντων βασιλέα.

Ο Κύριός ηθέλησε να βγει σε περιβόλι

να λάβει δείπνο μυστικόν, για να τον λάβουν όλοι.

Κι η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν μοναχή της,

την προσευχή της έκανε για το Μονόγενή της..."

Μεγάλη Πέμπτη βράδυ, "Σε πολλά μέρη γυναίκες και κορίτσια διανυκτερεύουν στην εκκλησία, "φυλάγουν και μοιρολογούν το Χριστό", όπως συνηθίζουν να κάνουν για κάθε αγαπητό τους λείψανο. Εκεί με κατάνυξη λέγουν τραγουδιστά τα Πάθη του Χριστού ή το Μοιρολόγι της Παναγιάς." (Γ.Α.Μέγας, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")

Στα μέρη μας, Μεγάλη Πέμπτη βράδυ, αφού διαβαστούν τα Δώδεκα Ευαγγέλια και γίνει η τελετή της Σταύρωσης του Χριστού, όσες πρόθυμες γυναίκες και τα κορίτσια ξενυχτούν για να στολίσουνε με τα πιο όμορφα λουλούδια της άνοιξης, τον Επιτάφιο...

Τετάρτη 15 Απριλίου 2009

Το προζύμι της Μεγάλης Τετάρτης

Από τον Γ.Α.Μέγα, ξεχασμένα πλέον έθιμα, για τη Μεγάλη Τετάρτη..:


"Το ευχέλαιο που γίνεται στις εκκλησίες σε μερικούς τόπους, όπως στον Πόντο, γινόταν και στο σπίτι' στα αντικείμενα που ευλογούνται στη διάρκεια αυτής της τελετής, αποδίδεται ξεχωριστή, θεία ιδιότητα και δύναμη. Π.χ. στα Κοτύωρα,
ο παπάς τη Μεγ.Τετάρτη γύριζε στα σπίτια για ευχέλαιο. Είχαν σε κάθε σπίτι έτοιμα αυγά ωμά, αλεύρι και αλάτι, τα ευχέλιαζε αυτά ο παπάς και τη Μεγ.Πέμπτη, αφού έβαφαν τ'αυγά, τα πήγαιναν μαζί με το ευχελιασμένο αλεύρι και τ'αλάτι στην εκκλησιά, στον Εσπερινό, μέσα σε καλαθάκια σκεπασμένα καλά με πανί.


Στη Σπάρτη,
απ'το αλεύρι, που άκουσε τις ευχές του ευχελαίου, τρώνε κάθε πρωί ένα κομματάκι.



Τότε παρασκευάζεται και η νέα ζύμη, το προζύμι της χρονιάς. Η ζύμη δηλαδή του ψωμιού είναι δυνατόν, από την πολυκαιρία και τη μακρόχρονη χρήση, να εξασθένησε, να έχασε την αρχική της καθαρότητα και δύναμη, όπως και η φωτιά και όλα τα πράγματα που μεταχειριζόμαστε έναν ολόκληρο  χρόνο. Γι'αυτό πρέπει και αυτή ν'ανανεωθεί, για ν'αποκτήσει νέα, πλήρη και τέλεια δύναμη. Έτσι στην Αθήνα,
τη Μεγ.Τετράδη η εκκλησάρισσα πήγαινε από σπίτι σε σπίτι και μάζωνε αλεύρι και το ζύμωνε χωρίς προζύμι. Ο παπάς ακουμπούσε απάνω τον Σταυρό με το Τίμιο Ξύλο και το ζυμάρι ανέβαινε. Αυτό θα ήταν το προζύμι της χρονιάς. Η εκκλησάρισσα το εμοίραζε κατόπιν εις τα σπίτια. Με αυτό ζυμώνουν και τις κουλούρες της Λαμπρής."


(Γ.Α.Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")