Τρίτη 26 Μαρτίου 2013

Άγρια σπαράγγια και βεργιά!



Φάνηκε η άνοιξη κι αντάμα με τ'ανθίσματα των λουλουδιών του αγρού, άρχισαν να ξεβλασταρώνουν και διάφορα άλλα καλούδια της φύσης! Θαρρείς συνεννοημένη κι αυτή, με τα έθιμα τα δικά μας, τούτη την περίοδο της Σαρακοστής μας προσφέρει ένα σωρό νηστήσιμους μεζέδες, ταπεινούς αλλά γευστικότατους... Πρώτες ξεπετάχτηκαν οι φτέρες κι ακολούθησαν τα βεργιά και τ'άγρια σπαράγγια, οι γαϊδαροουρές του βουνού κι οι κούκοι, για να πάρουν όπου νά'ναι τη σκυτάλη τα φημισμένα πηλιορείτικα τσιτσίραβα! Είναι απίθανο το τί μπορεί να μαζέψει κανείς σε ενός τσιγάρου δρόμο ανάμεσα στα λιόδεντρα. Φτάνει νά'χει τα μάτια του ανοιχτά και να γνωρίζει... Χαλί οι τρυφερές κορφούλες απ'τις φτέρες φαίνονται με την πρώτη ματιά να φλερτάρουν με τις άγριες ανεμώνες και τα τοσοδούλικα και παραδίπλα προφυλαγμένα τα βλαστάρια απ'τις σπαραγγιές, ανάμεσα στα περσινά και τα προπέρσινα αγκάθια, τριγύρω από τους γέρικους κορμούς. Κι αν είναι ο τόπος υγρός κι είσαι και τυχερός θα ξετρυπώσεις και τα βεργιά που αναζητούν τον ουρανό, μοναχά ή αγκαλιασμένα μεταξύ τους ή ακόμη τυλιγμένα σε βάτα ακαθάριστα... Τέτοιες μέρες, όποιον δρόμο και να πάρω, το αυτοκίνητο είναι απαραιτήτως εφοδιασμένο μ'άδειες σακούλες για συγκομιδή!

σπαράγγι 

Έτσι και προχθές το μεσημέρι, καθώς κατηφορίζαμε για ένα τσιπουράκι παραλιακά, κάναμε μια μικρή παράκαμψη σ'ένα "φτερότοπο"! Στα ψηλά, δεν έχουν βλασταρώσει ακόμα... Κι όπως χωθήκαμε στο χωματόδρομο αντικρύσαμε και τα πρώτα σπαράγγια στη μια μεριά. Ο αγαπημένος μου, όμως, μεζές, είναι κείνα τα πικρούτσικα βεργιά που γλυκαίνουν αμέσως στο ντόπιο κρασόξυδο. Δεν έχω παράπονο. Περπατώντας στην πλαγιά, ξετρυπώσαμε μερικά, όσα πρέπει για μια βρασιά!

βεργί

Τα βεργιά αλλού τα λένε οβριές ή αβρωνιές. Η Vita έχει κάνει μια πολύ ενδιαφέρουσα εγγραφή για τις αβρωνιές της Κρήτης εδώ: Αβρωνιές (μια σπάνια συνταγή). Και στα δικά μας μέρη τα κάνουμε μαγειρευτά -αν και δε συνηθίζουμε τα μπαχαρικά, όπως το κύμινο- σκέτα ή και με κρέας, αλλά και σαλάτα -αφού τα ζεματίσουμε- με αρκετό ξυδάκι να φύγει η πολλή πίκρα κι ελαιόλαδο. Σημειώνει ο Π.Γ.Γεννάδιος στο "Φυτολογικόν Λεξικόν" του: "Εις το είδος τούτο αναφέρεται η παρ'αρχαίοις Βρυώνη ή Βρυωνίς και η κατ'εξοχήν Βρυωνία ή Άμπελος λευκή του Διοσκουρίδου, όστις λέγει ότι "ταύτης οι ασπάραγοι" κατά την πρώτην εκβλάστησιν εφθοί εσθίονται", ως δ.δ. εσθίονται ούτοι και σήμερον εν τε τη Ελλάδι και αλλαχού εξουδετερουμένης της τοξικής των ιδιότητος δια της ζέσεως."

βεργιά

Τ'άγρια σπαράγγια, πάλι, που τους μοιάζουν λιγάκι όταν είναι τρυφερά, αλλά διαφοροποιούνται πλήρως καθώς αναπτύσσονται και σκληραίνουν τ'αγκάθια τους, τρώγονται και σα σαλάτα, μετά από λίγο βράσιμο (ή και ψήσιμο στην ξυλόσομπα), καθώς και παντρεμένα μ'αυγά, δηλαδή σε ομελέτα. Για τα σπαράγγια κάνει μνεία κι ο Αθήναιος στους "Δειπνοσοφιστές" του (Β62, απόδοση: Στ.Αλεξιάδου) και μεταξύ άλλων αναφέρει: "Οι ασπάραγοι ονομάζονται έλειοι (του βάλτου) και ορεινοί, εξ ων οι κάλλιστοι δεν σπείρονται. Τους μεταχειρίζονται δε προς θεραπείαν όλων των εσωτερικών παθήσεων. Οι σπαρτοί εξ άλλου γίνονται καθ' υπερβολήν υπερμεγέθεις." Τα σπαράγγια είναι όντως πλούσια σε φυτικές ίνες, βιταμίνες, μέταλλα κι ιχνοστοιχεία, αλλά χρειάζεται προσοχή την κατανάλωσή τους από όσους δε μεταβολίζουν τις πουρίνες και πάσχουν από ουρική αρθρίτιδα. Όσο για την ετυμολογία της λέξης, σύμφωνα με την Άννα Τζιροπούλου ("Ο εν τη λέξει λόγος") είναι εκ του σπαργάω=είμαι πλήρης, ενώ το "Μεγάλο Ετυμολογικόν" αναφέρει: "Έστι δε τι και βοτάνης είδος ασφάραγος, προς τας καθάρσεις επιτήδειον. Ούτως μεν οι Αττικοί, δια του Φ' οι δε λοιποί, μη ακριβούντες, δια του Π λέγουσι. Και απλώς τα των λαχάνων όρμενα ασπαράγους καλούσιν." Ακόμη: "Ασπάραγος: Κυρίως επί του ελείου ή ορείου, ο μη σπειρόμενος."

σπαράγγια 

Μπαίνει η άνοιξη, λοιπόν, κι η φύση αρχίζει να γεννοβολάει και να μοιράζει απλόχερα τους πρώτους της καρπούς... τουλάχιστον εκεί που δεν την έχουμε ακόμη δηλητηριάσει... εκεί που σεβαστήκαμε τη ζωή...

Σάββατο 16 Μαρτίου 2013

Χάσκα και φωτιές!

Έχω σπάσει το κεφάλι μου να θυμηθώ που πρωτοδιάβασα για τη "χάσκα"! Αδυνατώ... Κι ας έχω ανοίξει γύρω μου ένα σωρό λαογραφικά βιβλία... Κάπου αλλού ήτανε.. Τό'χε πάρει το μάτι μου σαν αναφορά σ'ένα ξεχασμένο έθιμο κάπου βορειοελλαδίτικα.. Θυμάμαι πολύ καλά, όμως, πόση εντύπωση μού'κανε, δυο-τρία χρόνια πριν, όταν πήρε τ'αυτί μου σε μια κουβεντούλα "Θυμάσαι εκείνες τις απόκριες τί γέλιο κάναμε με τη χάσκα, όταν είχαμε μαζευτεί....". Πετάχτηκα πάνω! "Κάνετε χάσκα την αποκριά;!" "Κάνουμε!" "Ακόμη;!" "Ε,να, πέρσι δεν κάναμε...Πότε ήταν; Έχουμε λίγα χρόνια που δεν κάναμε.." "Φέτος θα κάνουμε;!" ρώτησα όλο αγωνία... "Να κάνουμε, γιατί να μην κάνουμε;" Το καταχάρηκα, λοιπόν, που βρήκα ζωντανό -έστω σε λίγους- το έθιμο τούτο το ξεχασμένο και, επιπλέον, όχι από μια "φολκλορική" αναβίωση, αλλά από φυσική συνέχεια και μάλιστα στα χωριά μας!


Το έθιμο τούτο συναντάται στον ελλαδικό χώρο με διάφορες παραλλαγές και λαμβάνει χώρα την Κυριακή της Τυρινής κατά το τελευταίο αρτύσιμο γεύμα της αποκριάς. Τον πρωταγωνιστικό ρόλο συνήθως κατέχει το αυγό (που μερικές φορές, όμως, δίνει τη θέση του στον νηστίσιμο χαλβά), καθώς είναι η τελευταία μέρα που μπορεί να καταναλωθεί πριν τη μεγάλη νηστεία της Σαρακοστής και μέχρι τη μέρα της Ανάστασης, όπου και πάλι θα ανακτήσει τον πρωταγωνιστικό του ρόλο στο χαρμόσυνο δείπνο που ακολουθεί! Με άλλα λόγια, με αυγό βουλώνουμε το στόμα μας καθώς κλείνει το Τριώδιο και ξεκινάει η Σαρακοστή, με αυγό το ξεβουλώνουμε μετά την Ανάσταση!


Ένα βρασμένο καλά και καθαρισμένο αυγό δένεται από μια κλωστή απ'το ταβάνι του σπιτιού, πάνω απ'το τραπέζι όπου έχει μαζευτεί η οικογένεια και κάποιος αναλαμβάνει να ταλαντώσει το σκοινί, ενώ όλοι οι παρευρισκόμενοι προσπαθούν να το γραπώσουν με το στόμα! Σε κάποιες παραλλαγές κρεμιέται κι από τον πλάστη με τον οποίο ζυμώνουν οι γυναίκες -ή κάποιο άλλο μακρύ ξύλο- που ένας αναλαμβάνει να το κρατάει και να το κουνά, σαν καλάμι του ψαρέματος, ενώ οι υπόλοιποι προσπαθούν με το στόμα να το πιάσουν.


"Τέλος οι μασκαράδες μαζεύονταν στα συγγενικά ή φιλικά τους σπίτια, γλεντούσαν κι έπαιζαν ένα παιχνίδι τη "Χάσκα". Κρεμούσαν με μια κλωστή, απ'το ταβάνι, ένα αυγό. Αυτό το γύριζαν γύρω-γύρω, και χωρίς τη βοήθεια των χεριών, προσπαθούσαν να πιάσουν με το στόμα τους το αυγό. Όποιος κατόρθωνε να το πιάσει ήταν ο κερδισμένος." ("Κοντά στις ρίζες μας", Λαογραφικά Μαγνησίας, Μαθητ.Κοινότ. Στ2 τάξης 11ου Δημοτικού Σχολείου Βόλου, 1984)

Σημειώνει ο λαογράφος μας Γεώργιος Μέγας στα "Ζητήματα ελληνικής λαογραφίας", τεύχος 3ον:





Την ίδια μέρα μάλιστα, το αυγό, πρωταγωνιστούσε και σε ένα είδος πυρομαντείας:



Η Κυριακή της Τυροφάγου αποτελεί στο τέλος της τρίτης βδομάδας των Απόκρεω, της μεταβατικής βδομάδας προς την νηστεία της Σαρακοστής όπου εθιμικά δεν καταναλώνεται πλέον κρέας, αλλά μονάχα τα προϊόντα των ζωικών οργανισμών, όπως το τυρί, το γάλα και το αυγό.

"Πάει ου κριάτους πέθανι
ψουχουμαχάει κι ου τύρους
κι παίρνει τη bεριφανιά
ου σκόρδους κι ου κρουμύδους!",

μας διασώζει το παλιό στιχάκι ο π.Κωνσταντίνος Καλλιανός στα λαογραφικά του Κλήματος Σκοπέλου ("Σεργιάνι σε ξεχασμένα μονοπάτια").

Τα έθιμα της ημέρας, πέρα από τις καθιερωμένες μασκαράτες, ήταν πάρα πολλά. Σημαντικό εξ αυτών οι συμβολικότατες "φωτιές", όπως και κατά την παραμονή της γεννήσεως του Άη-Γιαννιού, αλλά και κατά τις παραμονές των Χριστουγέννων. Βέβαια, ακόμα και σήμερα έχουμε την παραδοσιακή καύση του Καρνάβαλου. Αλλά ας δούμε και μερικά ακόμη σχετικά στοιχεία από τα "Ζητήματα ελληνικής λαογραφίας" του Μέγα:



Καλή Αποκριά!!!

Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2013

ο Κυπάρισσος και το κυπαρίσσι...

Παρ'όλο που ο χειμώνας δε φάνηκε ακόμα στο βουνό των Κενταύρων (όλες κι όλες κανα-δυό απόπειρες μονάχα έκανε να προβάλει κι αμέσως οπισθοχώρησε), τα ξυλαράκια μας μια χαρά λαμπαδιάζουν στη φωτιά και φυσικά χρειάστηκε να κουβαλήσουμε κι άλλα στην αποθηκούλα. Καθώς έφτιαχνα την τρακάδα, λοιπόν, με τα φρεκοκομμένα, κάθε τόσο σταματούσα ν'ανασάνω μιαν ευωδιά. Ήταν όταν τ'αλυσοπρίονο διάλεγε κανέναν κορμό κυπαρισσιού, ανάμεσα στα τόσα αράδια και τις οξιές, και μοσχοβολούσε όλη η ατμόσφαιρα καθώς σκόρπιζαν τα ροκανίδια! Κύττα μοσχοβολιά, το άτιμο! Τόσα, χρόνια, λοιπόν, δεν είχα να πω και κάτι το ιδιαίτερο για το ψιλόλιγνο κυπαρίσσι, μέχρι που γνώρισα το άρωμά του, και το αγάπησα... Τόσο, που με πιάνει και μια μικρή στεναχώρια, όποτε πετυχαίνω κομμάτι του κι ύστερα το βλέπω να καίγεται στην ξυλόσομπα.


"Ευώδης κυπάρισσος" ... μα πώς αλλιώς θα μπορούσε να τον χαρακτηρίσει ο Όμηρος (ε 64);

Που στόλισε με την ευωδιά του το νησί της Καλυψούς....

"Ξύλα περίσσια στη γωνιά, κέδροι και θυές σκισμένες, 
που μοσκοβόλαε το νησί παντού απ΄ τη μυρουδιά τους. 
Στον αργαλειό της ομπροστά γλυκοτραγούδαε εκείνη, 
και το πανί της έφαινε με τη χρυσή σαγίτα, 
Τριγύρω δάσια φουντωτά με σκλήθρες και με λεύκες, 
και μυρωδάτα ανάμεσα στεκόνταν κυπαρίσσια. 
Λογής πυκνόφτερα πουλιά κουρνιάζανε στα δέντρα, 
γκιώνηδες, και γεράκια, και φωναχτερές κουρούνες 
της θάλασσας, που χαίρουνται να ζούνε στα νερά της. 
και γύρω στις βαθιές σπηλιές της νύφης απλωνόταν

ήμερο κλήμα θαλερό σταφύλια φορτωμένο‡ 
αράδα βρύσες τέσσερες άσπρο νεράκι χύναν, 
κοντά κοντά, μα καθεμιά κι αλλού κατρακυλούσε. 
Πλάγι λιβάδια μαλακά με σέλινα και βιόλες, 
που αθάνατος κι αν ήρχουνταν σε τέτοιες πρασινάδες, 
με θαμασμό θα κοίταζε και θ΄ άνοιγε η καρδιά του."

(απόδοση: Α.Εφταλιώτη)

Αλλά κι ο παραστάτης που στήριζε την οροφή των ανακτόρων του Οδυσσέως ήταν κυπαρισσένιος (ρ 340)




Το ευωδιαστό κυπαρίσσι, όμως, εκτός απ'τη μοσχοβολιά του κρύβει και μια λυπητερή ιστορία....

Ήταν, λοιπόν, κάποτε ένα νέο παλικαράκι που το λέγαν Κυπάρισσο κι είχε αγαπημένο του σύντροφο ένα πανέμορφο ιερό ελάφι. Κάποια μέρα, όμως, μαύρη μέρα, ο Κυπάρισσος κάρφωσε κατά λάθος με το δόρυ του τον αγαπημένο του αυτό σύντροφο και τον σκότωσε. Η οδύνη του νέου για το χαμό του ελαφιού ήταν τόσο μεγάλη που θέλησε κι ο ίδιος να πεθάνει και παρακάλεσε τους θεούς να κυλούν τα δάκρυά του αιώνια, μέχρι που το κορμάκι του μεταμορφώθηκε σε δέντρο, στο δέντρο τούτο που κυττάζει τους ουρανούς και σιωπηλά πια θρηνεί....




("Οβιδίου Μεταμορφώσεις", απόδοση στη νεοελληνική: Θεοδώρου Τσοχαλή, εκδόσεις του ιδίου, από όπου και οι εικόνες)


Αναφέρει μάλιστα, ο Π.Γ.Γεννάδιος ("Λεξικόν φυτολογικόν") ότι έκτοτε (δηλ. μετά τη μεταμόρφωση του νέου) "το αειθαλές τούτον δένδρον, αφιερωθέν εις τον Πλούτωνα, κατέστη έμβλημα πένθους", για αυτό και αναρτούσαν κλάδο του από τις θύρες "της οικίας εις ην έκειτο νεκρός". "Κυπάρισσοι δ' εφυτεύοντο παρά τους τάφους και τους ναούς και εις τα ιερά άλση (βλ.Παυσανίας)", συνήθεια που διατηρείται μέχρι και σήμερα. Προσθέτει ότι το ξύλο του είναι "ευωδέστατον και ευέργαστον, ασαπές δε..." και εις τη "βαλσαμώδη οσμήν, τη μεγάλην διάρκειαν" και την αντοχή του ξύλου αυτού στις προσβολές των εντόμων πρέπει να αποδοθεί η "κατά προτίμησιν χρήσις αυτού παρ'αρχαίοις (Θουκυδίδης Β34) και ιδίως παρ' Αιγυπτίοις προς κατασκευή φερέτρων." Επιπλέον, οι αρχαίοι "την ρητίνην της κυπαρίσσου μετεχειρίζοντο εις την ταρίχευσιν των νεκρών, ως φάρμακα δε εχρησιμοποίουν τα φύλλα, τον φλοιόν και τους καρπούς". Κάποτε, αναφέρει, υπήρχε τόσο μεγάλη ζήτηση του ξύλου αυτού για την κατασκευή φερέτρων στην Αίγυπτο, που το κυπαρίσσι καλλιεργούνταν συστηματικά στην Κρήτη και η παραγωγή του ξύλου ήταν τόσο επικερδής, ώστε τα κυπαρίσσια δίνονταν ως προίκα στις θυγατέρες, για αυτό και ονομαζόταν "το δένδρον τούτον υπό των Ρωμαίων  "Προίξ θυγατρός""!


Μα, φυσικά, το κυπαρίσσι δε θα μπορούσε να μην τραγουδιέται μέχρι και σήμερα απ'τον λαό μας καθώς, οι θεοί άκουσαν την ευχή του και διατήρησαν αθάνατη την ανάμνηση της λύπης του...

"...Εκεί που θάψανε το νιο εβγήκε κυπαρίσσι 
και κει που θάψανε τη νια εβγήκε καλαμιώνα, 
λυγογυρίζει η καλαμιά, στρέφει το κυπαρίσσι 
κι ένα πουλί κελαήδησε και σ' άλλο το ξηγιόταν: 
-Για δες τα κακόμοιρα, τα πολυαγαπημένα 
σα δε φιλήθ'καν ζωντανά, φιλιόνται πεθαμένα."

"Βλέπεις σ΄εκείνο το βουνό δυο μαύρα κυπαρίσσια
και κάτωθέν τους κάτασπρην μιάν άλλην στενήν πλάκα;
Σύντας φυσύση άνεμος τες άκρες τους κολλούσι
και τα κλαδιά τους σμίγουσι κι' αρχίζουν και λαλούσι......"

"...Το κυπαρίσσι της σιωπής στο μαύρο κορφοβούνι..."

"... Τώρα η μηλιά μαράθηκε, το δέντρο ξεριζώθη 
κι η τέντα η κατακόκκινη και κείνη μαύρη εγίνη, 
το κυπαρίσσι το χρυσό έπεσε κι ετσακίστη, 
το ασημοκάντηλο έσβησε το σπίτι δε φωτάει."

αλλά και λόγω του επιβλητικού παρουσιαστικού του που σαν να θέλει να φτάσει στα ουράνια...
"...Ψηλό μου κυπαρίσσι γέρνει η κορφάδα σου, 
και ποιος θα την γλεντήσει την ομορφάδα σου...".

"Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά, έλα πάρε και τούτο, 
μικρό μικρό σου το'δωκα, μεγάλο φέρε μου το. 
Μεγάλο σαν ψηλό βουνό, ίσιο σαν κυπαρίσσι 
κι οι κλώνοι του ν' απλώνονται, σ' ανατολή και δύση."

Όσο για την ετυμολογία του, η Άννα Τζιροπούλου ("Ο εν τη λέξει λόγος") μας δίνει δύο πιθανές εκδοχές: Μία του Ευστάθιου: "κύει παρίσους η κυπάρισσος κλάδους" ("παρίσους κλάδους", παρίσος εκ του παρά + ίσος) Και μία δεύτερη: "Είναι μέγα και υψηλόν δένδρον, εξ ου η κατάληξις -ιττος, -ισσος. Η ρίζα κυπ-, κυβ- (πρβλ. κύβη, κύπελλον), επειδή τα άρρενα άνθη αποτελούν ωοειδείς κεφαλίδας, και το σπέρμα καλύπτεται από καρπικά λέπια."



Υ.Γ.1 Σύμφωνα με τη μυθολογία μας, Κυπάρισσος ήταν κι ο "υιός του Μινύαντος και αδελφός του Ορχομενού από του οποίου λέγεται ότι ωνομάσθη η εν Φωκίδι πόλις Κυπάρισσος, (Ευστάθιος)" (Λεξικό Νικολάου Λωρέντη)

Υ.Γ. 2 Ο Κώστας Μπαζαίος στο βιβλίο του για τα βοτάνια ("100 βότανα, 2000 θεραπείες") συγκαταλέγει και το κυπαρίσσι! Μας πληροφορεί ότι το αφέψημα από τα πράσινα κυπαρισσόμηλα, χρησιμοποιούμενο με ξύδι, σταματάει την τριχόπτωση και σκουραίνει τα μαλλιά, το βάμμα κυπαρισσιού (30-60 σταγόνες) πριν τα γεύματα είναι πολύτιμο για τις αιμορροϊδες και τους κιρσούς, αλλά και κατά τη δυσμηνόρροια, τη μητροραγία, την εμμηνόπαυση. Το αιθέριο λάδι του πάνω στις μαξιλαροθήκες είναι αντισπασμωδικό σε κοκίτη και βήχα, τα καβουρντιμένα σαν καφές κυπαρισσόμηλα είναι αντιδιαρροϊκά και το ξύλο του κυπαρισσιού αν το βράσουμε και πιούμε το ζουμί του όταν έχουμε γρίπη είναι εφιδρωτικό.

Αλλά, ως ευώδες, είναι κι αποσμητικό, όταν πλένουμε με έκχυμα κυπαρισσόμηλων δύσοσμα πόδια. Επιπλέον αν βράσουμε μια χούφτα ροκανίδια σ'ένα λίτρο νερό και πλύνουμε το πρόσωπό μας, θα καθαρίσει βαθιά και θα λάμψει, ενώ αν ρίξουμε στη μπανιέρα νερό όπου βράσαμε κυπαρισσόμηλα θα νιώσουμε ευεξία. Τέλος, τα κλωνάρια των κυπαρισσιών διώχνουν τις μύγες και τα κουνούπια, έτσι σε κάποια σπίτια τα κρεμούν από τις στέγες. Το αιθέριο λάδι, αν και βγαίνει με απόσταξη, μας ενημερώνει ότι μπορούμε να το φτιάξουμε και ως εξής: "Σ'ένα μπουκάλι με φαρδύ στόμιο βάζουμε ελαιόλαδο, τεμαχισμένα κυπαρισσόμηλα μαζί με φύλλα και τρυφερά βλαστάρια και το αφήνουμε 20 μέρες στον ήλιο. Ύστερα μπορούμε να το χρησιμοποιούμε σε επαλείψεις για αντινευραλγικό και αντιρρευματικό." 

Δευτέρα 31 Δεκεμβρίου 2012

Το ποδαρικό της αγελάδας κι άλλα έθιμα πρωτοχρονιάτικα!



("Χερσέ, βασιλόπιτες και άλλα", από το Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών", έρευνα επιλογή: Ελένη Σταματοπούλου, σχέδια: Μάρκος Καμπάνης, εκδόσεις του Φοίνικα)


"Το βράδυ τούτο, που όλος ο κόσμος περιμένει την αλλαγή και μαζί με την αλλαγή του χρόνου και την αλλαγή της τύχης του, δεν κοιμάται, αν δε βεβαιωθεί για "τα μέλλοντα συμβήναι άγνωστα τοις θνητοίς" και αν δε γνωρίσει το άγνωστο τμήμα της Μοίρας του. Γι'αυτό και παίζει, γι'αυτό και γλεντάει, γι'αυτό και κάνει διάφορα μαντέματα.
Στο Δρυμό της Μακεδονίας, σαν συγκεντρώνονταν όλη η οικογένεια στο σπίτι το βράδυ, ένα αγόρι κατέβαινε στο στάβλο και ψαχουλεύοντας τα παχνιά με τα χέρια του, μάζευε κάμποσα σπυριά στάρι, όπως έπεφτε απ'τ'άχυρο, και ο πατέρας ή η μάνα, ονοματίζοντας ένα σπειρί για τον καθένα, τόβαζε στη ζεστή πλάκα της "παρστιάς" του τζακιού και όλοι κοίταζαν προς τα πού θα πήγαινε, την ώρα που θάσκαζε με κρότο από τη ζέστη της πλάκας. Κι' αν σκάζοντας πετούσε προς τ'απάνω, τούτο ήταν σημάδι δύναμης, υγείας και γερωσύνης, για κείνον που το βάζανε. Αν όμως καιγόταν, χωρίς ν'αλλάξει θέση, τότε ήταν σημάδι αδυναμίας, αρρώστιας και δυστυχίας....[...]
....τα κορίτσια της παλιάς Αθήνας [...] κάθονταν στο παράθυρο μετά τα μεσάνυχτα που άλλαζε ο χρόνος και κοιτάζοντας σ'ένα καθρέφτη περίμεναν ν'ακούσουν κάποιο αντρικό όνομα απ'τους διαβάτες, που θα περνούσαν απ'έξω. Μόλις άκουγαν το πρώτο αντρικό όνομα, έκαναν τρεις φορές το σταυρό τους και λέγανε σιγανά, για να μην τους ακούσει κανείς:
Τ'όνομά που άκουσα, νά είναι τ'όνομά του!
Του χρόνου νάναι κύρης μου, κι εγώ νά'μαι κυρά του."

(Κώστας Καραπατάκης,"Το Δωδεκαήμερο", εκδόσεις Παπαδήμα)




("Χερσέ, βασιλόπιτες και άλλα", από το Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών", έρευνα επιλογή: Ελένη Σταματοπούλου, σχέδια: Μάρκος Καμπάνης, εκδόσεις του Φοίνικα)


"Για τον Κρητικό κάτοικο της υπαίθρου ο Άγιος Βασίλης ήταν ζευγολάτης που ξημεροβραδιαζόταν στα χωράφια για να προλάβει τη σπορά πριν προχωρήσει ο χειμώνας. Έσπερνε κριθάρι, σιτάρι, ταγή και ρόβι, όπως λένε τα κάλαντα, όπως έκανε και ο κάθε κρητικός αγρότης. [...]
Για να αποφευχθούν ανεπιθύμητες πρωτοχρονιάτικες επισκέψεις, οι άνθρωποι λάμβαναν τα μέτρα τους επιλέγοντας για το ποδαρικό της χρονιάς ένα παιδί "άκακο και προκομμένο". Ωστόσο, σε πολλές περιοχές δεν το διακινδυνεύανε. Αντί για άνθρωπο επέλεγαν ένα ζώο ή ένα εικόνισμα. Κατά γενικό κανόνα, οι οικογένειες που είχαν ως κύρια κατεύθυνσή τους την αγροτική παραγωγή, επέλεγαν μιαν αγελάδα για να τους κάνει το ποδαρικό. Κι αν είχαν ως προτεραιότητα την κτηνοτροφία, ένα πρόβατο. [...]
Το πρωί της Αρχιχρονιάς φρόντιζαν να βάλουν την αγελάδα στο σπίτι, να την κεράσουν με ψωμί ή γλυκίσματα και να την αφήσουν εκεί για κάμποση ώρα. Αλλού είχαν ζυμώσει ειδικά κουλουράκια τα οποία κρεμούσαν στα κέρατά της, ένα στο καθένα, και αλλού ειδική πίτα, τη βουιδόπιτα, πάνω στην οποία είχαν βάλει ένα κορδόνι με ζυμάρι και είχαν σχηματίσει το ζυγό, σύμβολο της επίπονης αλλά και της ευλογημένης και έντιμης εργασίας, όπως και της καλής σοδειάς. Θεωρούσαν πολύ καλό σημάδι το να "κατουρήσει μέσα στο σπίτι" η αγελάδα.[...]
Τα κουλούρια που κρεμούσαν στα κέρατα των βοδιών γίνονταν με το ζυμάρι των πρωτοχρονιάικων ψωμιών. Ήταν η "καλή χέρα" που έπαιρναν τα ζώα. [...]"


(Νίκος Ψιλάκης, "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη", εκδόσεις Καρμάνωρ)






("Χερσέ, βασιλόπιτες και άλλα", από το Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών", έρευνα επιλογή: Ελένη Σταματοπούλου, σχέδια: Μάρκος Καμπάνης, εκδόσεις του Φοίνικα)


"Σύνταχα την Πρωτοχρονια, πριν ακόμα καλοφέξει, πηγαίνουν κι απιθώνουν στις πετρόβρυσες, στις ξυλόβρυσες και στα κρεμάμενα λαγκαδίσια νερά, γλυκά κι άλλα ζαχαρωτά, για τις μοίρες της χρονιάς. Κι αυτές, αφού λούσουν και χτενίσουν τα μαλλιά τους, τρώνε τα γλυκά κι ύστερα σκορπίζουν μες στο θαμποσκόταδο, χορέυοντας και χαμηλοτραγουδώντας.
Οι τσοπαναραίοι πιστεύουν πως αυτό, δηλαδή το φάγωμα των καλουδιών απ'τις μοίρες, είναι καλό σημάδι για την καινούρια χρονιά. "Γλυκάθηκαν οι τύχες, γλύκανε κι ο χρόνος", τους ακούς να λένε..[...] Αν όμως τα πιάσει το πρωί τούτα τα ζαχαρωτά και δεν τα φάγουν οι ειμαρμένες, αυτό είναι κακό σημάδι για τους τσελιγκάδες. [...]
Το πρωί, πάλι, τις πόρτες απ'τα κατοικιά των ζωντανών τις πρωτοπιάνουν και τις πρωτανοίγουν μικρές βλαχούλες για να γεννιούνται τ'αρνοκάτσια θηλυκά....."


(Βασίλης Λαμνάτος, "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας", εκδόσεις Δωδώνη)




("Χερσέ, βασιλόπιτες και άλλα", από το Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών", έρευνα επιλογή: Ελένη Σταματοπούλου, σχέδια: Μάρκος Καμπάνης, εκδόσεις του Φοίνικα)


Αλλά κι εδώ στα χωριά μας στο Πήλιο, έτσι θυμούνται οι παλιοί: "Στην αλλαγή του χρόνου έβανε η μάνα μου ένα μεγάλο κουτσουμπάνι στη φωτιά να καίει όλη μέρα. Έσβηνε την παλιά φωτιά κι έβαζε καινούρια μ'αυτό." Και το πρωί, "πάαινε η μάνα μου, έπαιρνε μια πέτρα και την έβαζε πίσω απ'την πόρτα για νά'ναι το σπίτι γερό, χωρίς να μιλήσει καθόλου. Πάαινε το πρωί κι έπαιρνε με το κανάτ' νερό στη βρύση για νά'ναι αμίλητο και τό'φερνε να πιούμε στα ποτήρια."



(Νίκος Καζαντζάκης, "Αλέξης Ζορμπάς", εκδόσεις Δημητράκου)


"Στη Σούδα και σ'άλλα μέρη της Κρήτης την παραμονή του Αγίου Βασιλείου, τα παιδιά περνούσαν και σπάζαν μπροστά στις πόρτες των σπιτιών από μια "ασκελετούρα" λέγοντας "χρόνια πολλά!".
Στα χωριά της Πρέβεζας, κρεμούσαν κρεμμύδες στις πόρτες των σπιτιών ή τις βάζανε στα κεραμίδια, "για να διώχνουν τα κακά". [...]
Οι μπότσικες, οι κρεμμύδες, τα σφερδούκλια και οι ασκελετούρες είχαν τον ίδιο σκοπό και το ίδιο νόημα. Όλα τούτα είναι σύμβολα της μακροζωϊας και της ανανέωσης του ανθρώπινου οργανισμού, που τόσο τα ποθούσε ο άνθρωπος και τα δυο, γιατί τούτα τα φυτά, αντί να μαραθούν και να σαπίσουν, όταν τα ξεριζώνουν και τα χωρίζουν από τη μάνα γη, αυτά όχι μόνο δε μαραίνονται και δεν σαπίζουν, μα βγάζουν καινούρια φύλλα και νέα βλαστάρια από το σώμα τους...."


(Κώστας Καραπατάκης,"Το Δωδεκαήμερο", εκδόσεις Παπαδήμα)

("Χερσέ, βασιλόπιτες και άλλα", από το Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών", έρευνα επιλογή: Ελένη Σταματοπούλου, σχέδια: Μάρκος Καμπάνης, εκδόσεις του Φοίνικα)


Καλή Χρονιά!

Χρόνια πολλά, όμορφα και λεύτερα!

Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου 2012

Μαγειρέματα του Δωδεκαήμερου και "τα σπάργανα της Παναγιάς"..

Χριστουγεννιάτικες μοσχοβολιές ...

Καταγράφει ο πηλιορείτης λαογράφος μας, Κώστας Λιάπης ("Διατροφή και μαγειρέματα στο παλιό παραδοσιακό Πήλιο") για τα εδέσματα των ημερών:

"Τα Χριστούγεννα, λοιπόν, συνήθιζαν να τρώνε κότα σούπα και ψητό χοιρινό κρέας (το ψήσιμο γινόταν στη χόβολη του τζακιού). Υπήρχε, όμως, κι εποχή που τη μέρα αυτή έτρωγαν χοιρινό με πρασοσέλινο, ή όποιο άλλο κρέας με πιλάφι, μαγείρεμα που το έλεγαν μάλιστα "τ' Χριστού το φαϊ". Την Πρωτοχρονιά η συνήθεια ήταν και είναι να φτιάχνουν κότα (βλέπε: Η πηλιορείτικη κότα της Πρωτοχρονιάς) ή και "κούρκο" (γαλοπούλα), γεμιστή με κάστανα, καρύδια, σταφίδες, κιμά, κρομμύδι, πιπέρι και μαϊδανό, όλα καβουρδισμένα. Φυσικά υπάρχει πάντα η παραδοσιακή "Άι-Βασ'λόπ'τα" (ή σκέτα Βασ'λόπ'τα) που παλιότερα ήταν σκέτο ψωμί, μέσα στο οποίο η κάθε νοικοκυρά έβαζε, εκτός απ'τον καθιερωμένο "παρά" κι ένα τσακνάκι κλήμα, ένα κοτσανάκι ελιά, ένα άλλο από πουρνάρι, ένα ακόμα από σ'καμνιά, ένα άχυρο κι ένα κλαδάκι κρανιάς (σύμβολο υγείας) που φυσικά έφταναν στα κομμάτια των τυχερών της φαμελιάς, για να τους δώσουν συμβολικά κι αντανακλαστικά τη γνωστή αντίστοιχη εύνοια μέσα στον καινούριο χρόνο."

Όσο για τα γλυκά των ημερών, εδώ στο Πήλιο, πέρα απ'τα γνωστά φοινίκια ή μελομακάρονα και τους κουραμπιέδες, συνηθίζουν να φτιάχνουν τις φλογέρες και τα "χαμαλιά" (βλέπε: Πηλιορείτικα "χαμαλιά" και "φλογέρες"), με το χαρακτηριστικό τριγωνικό δίπλωμα που θυμίζει φασκιές, σπάργανα ("τα σπάργανα της Παναγιάς"). Γιατί τούτες τις μέρες των Χριστουγέννων, συνηθίζονταν σ'όλη την επικράτεια διάφορα εδέσματα που η μορφή τους συμβόλιζε τα σπάργανα του νεογέννητου Χριστού, από τους τυλιχτούς λαχανοντολμάδες (που κατά κύριο λόγο γίνοταν με γέμιση από κιμά χοιρινό, που προερχόταν απ'τα χοιροσφάγια), μέχρι τα διάφορα γλυκά, συνήθως νηστίσιμα, με τη μορφή δίπλας. Καταγράφει, ο Κώστας Καραπατάκης ("Το Δωδεκαήμερο"), σχετικά:

"Εκτός από το δυνάμωμα της φωτιάς του τζακιού με πολλά και χοντρά ξύλα, "για να μη κρυώσ' η Παναγιά", οι γυναίκες ταυτίζοντας τη λεχωνιά της Παναγιάς με τη λεχωνιά των άλλων γυναικών, που θέλανε καλή και μπόλικη τροφή "για να μη κοπεί το γάλα τους", φρόντιζαν όχι μόνο για τη ζεστασιά της, μα και για την καλυτέρεψη και την ενίσχυση της τροφής της. Κι' όπως σ'εκείνες πήγαιναν "λαγγίτες" και "μπογανίκια", έτσι έφτιαχναν και "λαγγίτες" για την Παναγιά, που ήταν λεχώνα.
Τις "λαγγίτες", που σ'άλλα μέρη τις λένε "λαλαγγίτες", "λαλαγγίδες", "λαλαντζίτες", "πιτλίδες", "πιτιλίτσες", "λαλάγγια" και τηγανίτες, τώρα τις λέγανε "σπάργανα της Παναγιάς".
Τις "λαλαγγίτες" στην Ήπειρο τις έψηναν στην καυτή πλάκα της φωτιάς του τζακιού, για νάναι απόλυτα νηστίσιμες, στα δε άλλα μέρη στο τηγάνι με καυτό λάδι. Στο Πωγώνι, για να ψήσουν τις "λαλαγγίτες", βάζανε πάνω στα αναμμένα κάρβουνα την "πυροστιά" και πάνω στην πυροστιά μια "πλάκα" ή μια λαμαρίνα. Πάνω στην πλάκα ή στη λαμαρίνα, αφού καιγόταν πρώτα καλά, έριχναν το νερουλό ζυμάρι και το άπλωναν, για να γίνει σαν φύλλο. Το φύλλο αυτό σαν ψηνόταν από τη μία μεριά, το γύριζαν και ψηνόταν κι'από την άλλη. Ύστερα βάζανε τα φύλλα το ένα πάνω στ'άλλο, σ'ένα χαλκωματένιο ταψί και αφού τα περίχύναν με μέλι ή σιρόπι, ανακατεμένο με κοπανισμένα καρύδια, για να γίνουν αφράτα και νόστιμα, τα τρώγανε. [...] Τα"σπάργανα της Παναγιάς" τα τρώγανε το ίδιο βράδυ με μέλι ή με ζάχαρη. Όσοι ήταν φτωχοί και δεν είχαν ζάχαρη ή μέλι, τα τρώγανε με καρύδια κοπανισμένα με σκόρδο και αλάτι, που τ'ανακάτευαν με ζεστό νερό και τάκαναν "καρυδοζούμι"."

Αλλά, ας δούμε και τ'αντίστοιχα "σπάργανα", σε μια μικρασιατική εκδοχή ("Χερσέ, βασιλόπιτες και άλλα", από το Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών", έρευνα επιλογή: Ελένη Σταματοπούλου, σχέδια Μάρκος Καμπάνης, εκδόσεις του Φοίνικα):

Πάντως, στις περισσότερες περιοχές, κυρίαρχο έδεσμα των ημερών, εκτός από την κότα ("Πρωτοχρονιά εσφάζανε κότα, όχι πετεινό, γιατί ελέγανε τον αρχηγό δεν τόνε σφάζουν"), ήταν το χοιρινό, σε διάφορες μορφές του, το προερχόμενο από τα "χοιροσφάγια" (βλέπε: Τα χοιροσφάγια των Χριστουγέννων), που τουλάχιστον εδώ στα χωριά μας γίνονταν παραμονές Χριστουγέννων, αλλά συχνά και παραμονές των Φώτων. Σημειώνει ο Κώστας Καραπατάκης:

"Τις μέρες των Χριστουγέννων δεν έπρεπε να μείνει κανείς χωρίς χοιρινό κρέας. Κι εκείνοι που δεν είχαν και δεν έσφαζαν δικό τους γουρούνι, έπρεπε να φάνε και να χαρούν κι αυτοί, όπως και οι άλλοι. Γι'αυτό και η αλληλεγγύη τους ήταν πολύ ανεβασμένη.
Αν ένας δεν είχε γουρούνι στο χωριό, όλοι οι άλλοι του στέλναν από ένα μεγάλο κομμάτι ψαχνό κρέας, μισής ή μιας οκάς και τον βοηθούσαν να χαρεί κι αυτός με την οικογένειά του τούτες τις μέρες, χωρίς να νιώσει τη στεναχώρια της ανέχειας."


Βέβαια, σε περιοχές που δε συνήθιζαν να εκθρέφουν χοίρους, το γιορταστικό τραπέζι αντί για χοιρινό κρέας μπορούσε να περιλαμβάνει αρνίσιο ή κατσικίσιο. Όσο για τη Βασιλόπιτα (βλέπε και: Βασιλόπιτα και έθιμα πρωτοχρονιάτικα), η οποία ανά περιοχές της Ελλάδας πλαθόταν από τελειώς διαφορετικά υλικά, στην ευρύτερη περιοχή της Μαγνησίας, συνήθως είχε μορφή άρτου με διάφορα μυρωδικά. Για τα έθιμα του Κλήματος Σκοπέλου, μας πληροφορεί ο π.Κωνσταντίνος Καλλιανός ("Σεργιάνι σε ξεχασμένα μονοπάτια"):

"Όταν τέλειωνε η εκκλησιά, θαμπά ακόμα, πήγαιναν στο σπίτι, όπου έτρωγαν τηγανίτες, "μαργαρίτις" τις αποκαλούσαν κι ύστερα μαζεύονταν στο γιορτινό τραπέζι, το οποίο ήταν όντως χαρμόσυνο, μετά από τόση περίοδο νηστείας και τρώγανε συνήθως σούπα από κότα ή κάποιο "πράμα" αρνί ή κατσίκι, από αυτά που ανάθρευαν για να το φάνε αυτές τις καλές ημέρες. Συνήθιζαν, μάλιστα, να κάνουν και "πατσί", το οποίο άφηναν να παγώσει και το τρώγανε κρύο' ήταν δηλαδή η γνωστή στη Σκόπελο πηχτή.
Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς ζύμωναν "τσ'κλούρις", τις οποίες "τσουγκράνιζαν", δηλ. κεντουσαν με προσοχή κάνοντας σχήματα μαργαρίτας χωρίς τον κορμό της ή απλώς σχεδιάζοντας το άνθος της. Η όλη διαδικασία γινόταν ως εξής' αφού ετοίμαζαν το ζυμάρι, στο οποίο είχαν προσθέσει ζάχαρη, κανέλα, μυρωδικά και καμμένο ελαιόλαδο, το άφηναν να "γίνει". Μετά το έβαζαν σε μεγάλο ταψί και σχεδίαζαν το άνθος με προσοχή' και παίρνοντας δυο σπιρτόξυλα, σήκωναν ελαφρά το ζυμάρι, ώστε να σχηματιστεί με "πτήδιο" και νοικοκυρεμένο τρόπο το λουλούδι επάνω στην επιφάνεια, που με το ψήσιμο φαινόταν σαν ανάγλυφο. Μάλιστα, για πιο φανταχτερό στόλισμα, τοποθετούσαν σε τρεις μεριές ολόκληρα καρύδια σπασμένα ή όχι και γύρω από αυτά βάζανε "κοκόσες" από ξεφλουδισμένο αμύγδαλο, τις οποίες κάρφωναν κάθετα στο ζυμάρι. [...] Το απόγευμα της παραμονής οι νύφες πήγαιναν στην πεθερά την κουλούρα τυλιγμένη σε καθαρό μαχραμά, ενώ στο καλαθάκι έβαζαν γλυκά και κάποιο καινούριο ρούχο για να το φορέσουν την επόμενη μέρα, την Πρωτοχρονιά για το καλό."


Ενώ, στο Φερτέκι, περιφέρεια Νίγδης ("Χερσέ, βασιλόπιτες και άλλα"):


Όσο για τους τσοπάνηδες, με τα πολλά κοπάδια, τα εδέσματα των ημερών, μετά από την πολυήμερη νηστεία, εμπεριείχαν και νοστιμιές πλούσιες σε γάλα. Γράφει σχετικά ο Βασίλης Λαμνάτος ("Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας"):

"Όλόγυρα και παρεκεί, πολύπειρες βλάχισσες κι ανήξερες βλαχούλες, ανασκουμπωμένες και βιαστικές, περίχαρες και γελαστές, με σιγοτράγουδα κι αχνόγελα στο στόμα, διπλοκαίνε τους φούρνους και τις γάστρες, για να ψήσουν τις καλόφτιαστες τις πίτες, στραγγίζουν τα μαζεμένα γάλατα και χτυπούν τους κρόκους των αυγών για να φτιάξουν τα χριστουγεννιάτικα φαγητά. Απ'΄ολα το πιο ξεχωριστό και νόστιμο είναι το κοκοφρίνι, που γίνεται μ'αυγά και μαζεμένο πρωτόγαλο.
Ανήμερα το πρωί θα φάνε κιόλας την καλόγευστη "κλάστρα" π'αρταίνει και νοστιμίζει το στόμα ύστερα από τόσες μέρες σαρακοστή. Γιατί οι τσοπαναραίοι συνηθίζουν να μην αρταίνονται το σαρανταήμερο. Κι αν τους ρωτήσεις γιατί το κάνουν αυτό, σ'απαντούν πως "παθαίνουν τα ζωντανά". "Αρρωσταίνουν και ψοφούν παράκαιρα". "Απορίχνουν οι έγκυες γιδοπροβατίνες". Άλλα ζωντανά χάνονται, άλλα τσακίζονται, άλλα τα τρων τα ζουλάπια κι άλλα "μασταριάζονται"."

Τρίτη 25 Δεκεμβρίου 2012

Χριστούγεννα... με ποιόν Χριστό;






(από την μηνιαία έκδοση της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος, "Πληροφόρηση"

εικόνα: "Η Γέννηση του Χριστού", του π.Σταματίου Σκλήρη

Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου 2012

Τα χοιροσφάγια των Χριστουγέννων

"Ξημερώνοντας η παραμονή των Χριστουγέννων, οι γυναίκες έπρεπε να είναι νεταρισμένες από τα ζυμώματα και τις χριστουγεννιάτικες κουλούρες. Σε λίγο θα έπρεπε να καταπιαστούν με τα γουρούνια που θα έσφαζαν οι άντρες, γιατί σ'αυτές θα έπεφτε όλο το βάρος και η φροντίδα για τα "χοιροσφάγια"." (Κώστας Καραπατάκης, "Το Δωδεκαήμερο")

Μέρες Χριστουγέννων πλησιάζουν, κι ακόμη και σήμερα, στα χωριά του Πηλίου, όσα σπιτικά συντηρούν χοίρους αναμένουν τον άνθρωπο που θ'αναλάβει να τα σφάξει, για το απαραίτητο χοιρινό, συνήθως μαγειρεμένο πρασοσέλινο, αλλά και ως τηγανιά, του γιορτινού τραπεζιού. Κι αν είναι και κανένας μερακλής, μπορεί να φτιάξει και λουκάνικο!

"Άλλο έθιμο των Χριστουγέννων είναι το σφάξιμο του γουρουνόπουλου. Το γουρουνόπουλο αυτό το τρέφουν από πολύ καιρό στα χωριά της δυτικής θεσσαλομαγνησίας και όταν έρθουν οι μέρες των Χριστουγέννων το σφάζουν για να το φάνε τούτες τις χρονιάρες μέρες. Το πιο πολύ όμως το κάνουν λουκάνικα. Σχετικό είναι και το έθιμο όταν σφάζουν το γουρούνι να ρίχνουν στο κεφάλι του μπόλικο λεμόνι και θυμίαμα μαζί. Γιατί έτσι πιστεύουν πως διώχνουν μακριά τους καλλικαντζάρους, που έχουν ιδιαίτερη προτίμηση στο κρέας." ("Κοντά στις ρίζες μας", Μαθητική Κοινότητα στ' τάξης 11ου Δημοτικού Σχολείου Βόλου)

Φωτ. Νίκου Ψιλάκη, από "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη", εκδ. Καρμάνωρ

Μας πληροφορεί κι ο Νίκος Ψιλάκης στο πολύτιμο βιβλίο του "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη" (εκδόσεις Καρμανωρ):

"Φωνές γροικώ στσι γειτονιές,
μουγκρές γροικώ στσι σταύλους
χαρούμενο συντάλαχο γροικώ στα καλντιρίμια.
Στσι γειτονιές ζυμώνουνε, στσι σταύλους μαχαιρώνου...
... και στα σιντεροτσίκαλα νερό στσ' αυλές τως βράζου,
τσι χοίρους τσι θροφάρηδες που σάξα να μαδήσου...

Οι στίχοι αυτοί του Κωστή Φραγκούλη (Δίφορα, βιβλίο Β) που αποκαλύπτουν όλη τη μαγεία της τελετουργίας των χοιροσφαγίων στον αγροτικό χώρο της Κρήτης θυμίζουν έντονα την αρχαία παροιμία "αι των χοίρων φωναί περί τας Καλάνδας". Ο Κρητικός ποιητής είναι πιο λυρικός και πιο περιγραφικός από την παροιμιώδη φράση' στην ουσία, όμως, και τα δύο αποσπάσματα λένε το ίδιο ακριβώς πράγμα κι ας τα χωρίζουν κάμποσοι αιώνες. Ίσως να μη χρειάζονταν καν για να καταδείξουν τη συνέχεια για ένα πανελλήνιο έθιμο που απηχεί παλαιότερες επιβιώσεις, το έθιμο της ρωμαϊκής χοιροθυσίας, τα χοιροσφάγια, όπως αναφέρονται μετά τον εκχριστιανισμό τους. Οι ρίζες του εθίμου πρέπει να αναζητηθούν στα πανάρχαια διαβατήρια έθιμα που έχουν ως στόχο να υποβοηθήσουν τη γονιμότητα ενεργοποιώντας, μέσω της θυσίας, τις ευνοϊκές για την περίσταση δυνάμεις. Εκτός απ'αυτή τη διάσταση, όμως, πρέπει να αναζητηθεί και η σχέση του ίδοου του χίρου με τη βλάστηση, μια σχέση που έχει επισημανθεί από σύγχρονους εθνολόγους, αλλά φαίνεται πως χρειάζεται να ερμηνευτεί περισσότερο. Ο Α. Ρουσουνίδης συνδέει το βλαστικό και γονιμικό χαρακτήρα του χοίρου με την ιδιότητα του αγριόχοιρου να καταστρέφει "περισσότερον εις τας πρωτογόνους εποχάς, την βλάστησιν, αγρίαν και ήμερον." (*)
Η αρχαία συνήθεια της θυσίας χοίρου κατά τις τελευταίες ημέρες του χρόνου καταφέρνει να επιβιώσει πολύ εύκολα στα βυζαντινά χρόνια και να παραμείνει μέχρι και το τρίτο τέταρτο του 20ου αιώνα ως κυρίαρχο στοιχείο του χριστουγεννιάτικου εθιμολογίου. Ο Ιωάννης Λαυρέντιος Λυδός, που στο "Περί Μηνών" έργο του διασώζει σημαντικές πληροφορίες για το ρωμαϊκό εορτολόγιο και τους θρύλους που συνδέονται με την τελετουργία, σημειώνει:


(*) "Ο χοίρος είναι πιθανότατα μία ενσάρκωση του βλαστικού και γονιμικού δαίμονα, είτε, επειδή με την αδηφαγία του καταστρέφει τη βλάστηση είτε και εξαιτίας της πολυτοκίας του." (http://www.kentrolaografias.gr/default.asp?V_DOC_ID=2326)

Ενώ ο Κώστας Καραπατάκης ,μεταξύ άλλων, καταγράφει:

"Με τα οικόσιτα αυτά γουρούνια, που τα λέγανε και "χοιράδια" και "χοιροσφάια", όλα τα γεωργικά σπίτια εξασφάλιζαν το κρέας για το χειμώνα και το λίπος για όλη τη χρονιά. Ύστερα, δεν ήταν και τόσο δύσκολο να διατηρεί το κάθε σπίτι και από ένα "χοιράδι", γιατί με τη γεωργία και την κτηνοτροφία που ασχολούνταν οι πιο πολλοί Έλληνες, και γεννήματα είχαν να τα δώσουν, και τυρόγαλο έβγαζαν, και αποφάγια εξασφάλιζαν, που όλα αυτά, αντί να τα πετάνε, τα δίναν στα γουρούνια τους.
[...] Για νάναι τα γουρούνια τους "φαγουδερά", πριν τ'αγοράσουν, κοίταζαν τ'αυτιά τους να είναι μεγάλα και κρεμασμένα προς τα κάτω, ο "ζουρνάς" τους μικρός, οι τρίχες τους κατσαρές και τα κορμιά τους "ξεπλεμένα". Όσο πιο πολύ έτρωγε ένα γουρούνι, τόσο πιο πολύ λίπος έβαζε και τόσο πιο πολλούς τενεκέδες "λίγδα" έβγαζε το σπίτι.
[...] Στην Αγιοπηγή της Καρδίτσας, καθώς και στ'άλλα τα γύρω χωριά, την ώρα που κόβανε το κεφάλι του γουρουνιού, έπαιρνε ένας το φτυάρι με το λιβάνι και θυμιάτιζε όλους, όσοι ήταν εκεί κι' ύστερα τα κάρβουνα, μαζί με το λιβάνι, τάριχνε στο κομμένο μέρος του λαιμού, λέγοντας:
"Μέλι, ζάχαρη και με γεια να ξοδευτεί!"
Μετά το σφάξιμο, η πρώτη τους δουλειά ήταν ν'ανοίξουν την κοιλιά και να βγάλουν τα σπλάχνα του. Τα "μέσα" του κάτι λέγανε για το τυχερό του σπιτιού, που έπρεπε να το ξέρουν όλοι και ιδαιίτερα ο νοικοκύρης του σπιτιού.
Αν η σπλήνα ήταν διπλωμένη, κάποιος θα παντρευόταν απ'το σπίτι και θα γινόταν διπλός. Αν η σπλήνα ήταν φαρδιά στο πίσω μέρος, τότε θα είχαν όψιμο χειμώνα. Αν ήταν στο μπροστινό, τότε ο χειμώνας θα ήταν πρώιμος. [...] Αν το συκώτι ήταν χωρισμένο σε περισσότερα κομμάτια από τα μέλη της οικογένειας, κάποιος θα παντρευόταν ή θα γεννιόταν στο σπίτι. Αν όμως ήταν λιγότερα, τότε ο χρησμοδότης σταματούσε να λαλεί.
Όλο αυτό το τελετουργικό, καθώς και η χρησμοδότηση και οι παρατηρήσεις των σπλάχνων, θυμίζανε λίγο τους βωμούς και τις θυσίες των αρχαίων.
Σαν τέλειωνε κι' αυτό, οι άντρες, τραβούσαν το γουρούνι μέσα στο σπίτι κι' η νοικοκυρά τηγάνιζε τα συκώτια και με δυνατή μεταβγαλμένη ρακή κερνούσε τους αυτοσχέδιους χασάπηδες, για να τους ευχαριστήσει."


Τέλος, ο λαογράφος μας Γεώργιος Αικατερινίδης, στη διδακτορική του διατριβή για τις "Νεοελληνικές αιματηρές θυσίες", μας δίνει πλούσια στοιχεία σχετικά με το έθιμο τούτο:

"Τους χοίρους όχι σπάνια πριν ή κατά ή μετά το σφάξιμο, που κάποτε γίνεται με ξεχωριστό μαχαίρι, τους θυμιατίζουν και τους σταυρώνουν. Στους Βλαχόφωνους π.χ. της Πίνδου πριν γδάρουν το χοίρο, χαράσσουν με μαχαιράκι στην κοιλιά του, κοντά στον ομφαλό, ένα σταυρό και επάνω βάζουν αναμμένα κάρβουνα και θυμίαμα' συγχρόνως ένα παιδί απαγγέλει το "Πάτερ ημών". Το κάνουν για να καθαρισθεί ο χοίρος, τον οποίον θεωρούν ζώο ακάθαρτο, τον τρώγουν όμως, γιατί πιστεύουν ότι έτσι διακρίνονται οι Χριστιανοί από τους Εβραίους και τους Οθωμανούς. (σημ. Ανέκδοτη Θεσσαλική παράδοση δικαιολογεί αλλιώς τα χοιροσφάγια: "Τα Χ'στούγιννα σφάζ'μι τα γ'ρούνια, γιατί τα Χ'στούγιννα πήγινι η Παναγιά μι τουν Ιουσήφ και πίσου τα γ'ρούνια χαλούσαν τα χνάρια κι γι'αυτό τα κάνουμ' gουρbάν', τά'χουμι για του καλύτιρου gουρbάν'")
Στην περιοχή της Καλαμπάκας όταν σφάζουν το γουρούνι, με το οικογενειακό μαχαίρι, χαράσσουν στην κοιλιά και κοντά στον αφαλό του ένα σταυρό, και επάνω του βάζουν αναμμένα κάρβουνα με θυμίαμα και φύλλα δάφνης (σημ. Προβάλλει εδώ η ιερότητα της δάφνης και η χρήση της για αποτρεπτικούς σκοπούς.), ενώ ένα παιδί και εδώ λέει το "Πάτερ ημών". [...] Στον Κρόκο Κοζάνης πίστευαν ότι θυμιατίζουν το γουρούνι, γιατί είναι κουρμπάνι, υπήρχε δηλαδή η συνείδηση της προσφοράς της θυσίας' τη συνείδηση αυτή βρίσκομε και στη Γρατινή Κομοτηνής και στους Σαρακατσάνους. Στα χωριά των Γρεβενών δεν έβαζαν το χοίρο στο σπίτι, αν πρώτα δεν τον διάβαζε ο παπάς.[...]
Από το αίμα τωτου ζώου σχηματίζουν σταυρό στο μέτωπο των μικρών παιδιών ή και των ζώων, ή κάνουν και άλλες παρεμφερείς χρήσεις για θεραπευτικούς, μαγικούς ή αποτρεπτικούς σκοπούς.[...]
Για μαγικούς-αποτρεπτικούς σκοπούς χρησιμοποε'ιται επίσης και το ρύγχος του χοίρου: το καρφώνουν στον τοίχο ή πάνω από την πόρτα, για να απομακρύνουν τους καλλικαντζάρους, ή το κρεμούν στο αχούρι για να μη ζυγώσει αρρώστια τα ζώα, ή το βάζουν πίσω στην πόρτα για να ξορκλίζουν τις αρρώστιες. Για μαγικοθεραπευτικούς και μαντικούς σκοπούς χρησιμοποιούνται ακόμα το λίπος ή άλλα όργανα του χοίρου: μέσα στην κύστη του χοίρου ρίχνουν τόσα ρεβύθια, όσα είναι τα ζώα που έχουν και την κρεμούν "στη σκέπο" (ταβάνι)' έτσι τα ζώα μένουν μαντρωμένα και δεν προκαλούν ζημιές. [...]

Ο καθαρά θυσιαστικός χαρακτήρας της χοιροσφαγίας δηλώνεται όχι μόνο από τις πολλαπλές χρήσεις του "καθαγιασμένου" αίματος, αλλά και από τα μαντεύματα που γίνονται τότε και από τις άλλες μαγικές ενέργειες, που είδαμε να συνδέονται με το σφάξιμο των γουρουνιών. Το χαρακτήρα αυτό τονίζει άριστα το κυπριακό έθιμο (περιοχή Μαραθάσας) να μοιράζουν τα Χριστούγεννα στην εκκλησία "χοίρειον κρέας προς κοινήν μετάληψιν, αντί ηυλογημένου άρτου"."

Δευτέρα 26 Νοεμβρίου 2012

Πήλιο... φθινοπωρινά αρώματα...


Το βουνό του Χείρωνα στολίστηκε στα πορτοκαλιά, ο ουρανός μελαγχόλησε και γκρίζαρε σα μεσόκοπος που πορεύεται προς το χειμώνα της ζήσης του, τ' άρωμα της βρεγμένης γης πότισε την ανάσα μας κι η πλάση, αέναος καλλιτέχνης, ανανέωσε για άλλη μια φορά τις αποχρώσεις στην παλέτα της για να τις συνταιριάξει με την εποχή...

Όσο κι αν λέω ότι αγαπώ την άνοιξη, το φθινόπωρο, όπως κι η κάθε εποχή, μπορεί να σε μαγέψει... Εδώ, γεννιέται στο κοκκίνισμα των μήλων και στις ευωδιές των σταφυλιών, ύστερα τρυπώνει στο άρωμα του φρεσκοκομμένου ξύλου και των πολύχρωμων μανιταριών του βουνού και καταλήγει στις απίθανες χρυσοκιτρινοπορτοκαλί ανταύγειες των δέντρων, στη θαλπωρή της ξυλόσομπας και της φωτιάς που αντιφεγγίζει στο δωμάτιο, στη γεύση του καινούριου κρασιού της κληματαριάς...

Με απλές πινελιές, η φύση μας ξεδιπλώνει την ομορφιά και μας την προσφέρει, μας προβάλει το πρότυπο του Δημιουργού για ακολουθήσουμε τα χνάρια του, ως λιλιπούτεια δημιουργήματα και ως λιλιπούτειοι, παράλληλα, δημιουργοί... αλλά δυστυχώς εμείς έχουμε ξεχάσει ν'αφουγκραζόμαστε την αρμονία, να βιώνουμε την απλότητα της ομορφιάς και ό,τι πλάθουμε συνήθως φαντάζει παράταιρο, άγαρμπα κι άκαιρα στολισμένο, άψυχο... Ευτυχώς όμως, κάπου-κάπου, μας χαμογελούν κι οι εξαιρέσεις...


... πίνακες ζωγραφικής της πλάσης, που το χέρι του ανθρώπου πρόσθεσε τα δικά του χνάρια με σεβασμό..


... πλάι στο ασημόγκριζο της ιερής ελιάς...


ή ανάμεσα στο μαυροπράσινο των κυπαρισσιών που πασχίζουν να φτάσουν τον ουρανό...


Το φθινόπωρο απλώθηκε στο βουνό των Κενταύρων... και ξεδιπλώθηκε μ'όλη του την ομορφιά σε μια στροφή, καθώς άφηνα το χωματόδρομο...


μού'κλεισε το μάτι κάτω από μια ομπρέλα, το πρωινό της Παναγιάς..


ξεχύθηκε σα χείμαρρος να μεταμορφώσει τις εικόνες μου...


...μου μαγνήτισε τη ματιά με τα έντονά του χρώματα..


...και με κέρασε ένα ποτήρι κρασί, μ'αγριοντόματα τηγανιτή -τελευταία συγκομιδή απ'τον κήπο του καλοκαιριού...


...τόσο απλά και τόσο όμορφα....