Πέμπτη 17 Φεβρουαρίου 2011

Μενεξέδες...



Εκεί που η πλάση θαρρείς κι έχει αποκοιμηθεί και ψάχνεις έστω ένα τόσο δα λουλουδάκι να στολίσεις τη ματιά σου, εκεί που ο χειμώνας έχει για τα καλά στρογγυλοκαθίσει στο βουνό σου και το τοπίο σαν να έχει πέσει σε λήθαργο βαρύ, ξαφνικά, ένα πρωινό, διακρίνεις ανάμεσα στη μουντή πρασινάδα μικροσκοπικές μωβ πινελιές να αποδιώχνουν αμίλητα, αλλά σθεναρά, τη μονοτονία... Ποτέ δεν τους έχω πετύχει να προβάλλουνε χωρίς το δάκρυ της βροχής, ποτέ δεν τους θυμήθηκα χωρίς δυο πεταλάκια τους μουλιασμένα.. Πρωτοπόροι, θαρρείς βιαστικοί, αντιμέτωποι πάντα με το τσουχτερό κρύο, με τα τερτίπια του Φλεβάρη, που ανοίγει τις φλέβες του και ρίχνει ποταμούς βροχής, που τραμπαλίζεται κι αλλάζει και χαρίζει κι ενδιάμεσα κάτι απότομες εμβόλιμες λιακάδες που τους τσουρουφλάνε..

Σήμερα τους παρατήρησα, το πρωί.. σήμερα που πάλι κάποια ψυχή μας αποχαιρέτησε για την πέρα όχθη.. κι έτσι μου φάνηκαν πένθιμοι ντυμένοι στα μωβιά, σαν να βάλθηκαν να στολίζουν τη γειτονιά με τις μεγαλοβδομαδιάτικες μενεξεδιές κορδέλες τους... 


Ιον το εύοσμον.. κοινώς μενεξές.. Ιον εκ του "ίος=μόνος, καθώς φύεται μόνον" μας πληροφορεί η Άννα Τζιροπούλου ("Ο εν τη λέξει λόγος") ή "παρά το ανιέναι ταχέως" (ιών, ιούσα, ιόν, μετοχή του είμι= πορεύομαι...).

Με άλλα λόγια φυτρώνουν μόνοι.. γεννιούνται μόνοι.. Κι ύστερα μαζεύονται παρεούλες-παρεούλες, γειτονιές-γειτονιές... μέχρι και πάλι να σβήσουν.. μόνοι, όπως όλοι μας..


Μενεξές.. με πλήθος φαρμακευτικές ιδιότητες, γνωστές από την αρχαιότητα.. Ακόμα κι ο Ιπποκράτης τον συνιστούσε. Σήμερα, πάλι, παστωνόμαστε με χιλιάδες φάρμακα, όχι τίποτα άλλο, για να "φύγουμε" χαπακωμένοι.. μιας κι άλλο από αρρώστιες και θανατικά, δεν ακούω πλέον..




(Ομήρου Οδύσσεια, ε)


Καλό ταξίδι γειτόνισσα .......... 

Πέμπτη 10 Φεβρουαρίου 2011

εκεί, στον Άγιο Χαράλαμπο.. (2)

Έγραφα εδώ ("εκεί, στον Άγιο Χαράλαμπο...") τρία χρόνια πριν, τέτοια μέρα...


Φέτος, λοιπόν, ο ήλιος χαμογέλασε στο σπιτικό του Άη Χαραλάμπη! Φέτος, δε χωρούσε δικαιολογία! Ο καιρός σαν να γαλήνεψε, το ενοχλητικό τσουρόβροχο σταμάτησε, η ατμόσφαιρα γλύκανε.. Και το μικρό ξωκλήσι ετοιμάστηκε, επιτέλους, να υποδεχτεί τις λιγοστές ανθρώπινες ανασαμιές που το είχαν ακόμη στη θύμισή τους.. Φτωχικά, όπως πάντα, στο τέλος του χειμώνα, με λιγοστά ανθάκια, τσουρουφλισμένα απ'τον αγέρα, να στολίζουν την εικόνα του.. Αλλά η θύρα του ανοιχτή, το χαμηλό κατώφλι χαμογελαστό, τα κεράκια στριμωγμένα να στραφταλίζουν τις σχεδόν ενωμένες φλόγες τους.. Ο άρτος, το κρασί, το λάδι και το στάρι εκεί, να ευλογηθούν, να μοιραστούν στο κοινό "συμπόσιο" των λιγοστών...


Ο Άγιος Χαράλαμπος, λοιπόν, με το μαρτυρικό θάνατο και το λαμπερό όνομα, σχετίζεται με πλήθος εθίμων οι ρίζες των οποίων φτάνουν στην αρχαιότητα.. Είχα αναφέρει, τότε, πως θεωρείται ο προστάτης της πανώλης (αλλά και, γενικότερα, των επιδημιών), που θέριζε κόσμο και κοσμάκη κάποιες εποχές.. Κατέγραφε ο Γεώργιος Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας"):

" Κυρίως του αφιερώνουν, κάθε χρόνο ή κάθε 3 ή 4 χρόνια, μια ποδιά ή ένα πουκαμισάκι, που κατασκευάζεται, με ολότελα μαγικό τρόπο, από μονομερίτικο πανί. Γυναίκες και κορίτσια του χωριού μαζεύονται νύχτα σ'ένα σπίτι και εκεί ξεκουκκίζουν βαμβάκι, γνέθουν και υφαίνουν ' το πανί που με αυτόν τον τρόπο κατασκευάζεται μονόμερα, με πολλές μαγικές διατυπώσεις, έχει εξαιρετική μαγική δύναμη. Όπως φαίνεται, με μονομερίτικο πανί κατασκευάστηκε κάποτε, σε καιρό επιδημίας, πουκάμισο, από το οποίο θα πέρασαν όλοι οι κάτοικοι του χωριού, ύστερα το πέταξαν και μαζί πετάχτηκε και η ασθένεια και σώθηκε το χωριό. Από τότε θα παρέμεινε η συνήθεια ν'αφιερώνεται ένα τέτοιο πουκάμισο στον άγιο Χαράλαμπο, που θεωρείται διώκτης της Πανώλης."

Ο Νικόλαος Πολίτης, ο έτερος μεγάλος μας λαογράφος, αναφέρει σχετικά στα "Λαογραφικά Σύμμεικτα Γ'":



Και δε μπορώ, εδώ, να μην κάνω μια παρένθεση και να παραθέσω τούτη τη γλαφυρογραμμένη ναξιώτικη παράδοση που αναφέρεται στην παραπάνω υποσημείωση (Νικολάου Πολίτου, "Παραδόσεις") σχετικά με το μονομερήτικο πουκάμισο. Διαβάζεται σαν παραμύθι απ'τα παλιά...:




Κι επανερχόμαστε στον Άη Χαραλάμπη μας..

Ο Γεώργιος Μέγας αναφέρει ακόμη ότι ο άγιος τούτος "λατρεύεται από τους βοσκούς και γενικά τους κτηνοτρόφους" και πως στην Πυλία "τον άγιο Χαράλαμπο τον φυλάνε οι τσοπάνηδες για το φίδι", ενώ στο Κατσιδόνι της Κρήτης "τον λειτουργά όποιος τα ζώα του δεν επηγαίνουν καλά και τάσσεται να του τα θεραπεύσει".

Το πιο εντυπωσιακό, όμως, έθιμο που σχετίζεται με τον άγιο Χαράλαμπο κι έχει τις ρίζες του βαθιά στην αρχαιότητα, είναι το πανηγύρι με τη δημοτική θυσία ταύρου στην αγία Παρασκευή της Λέσβου, κοινώς "το κουρμπάνι".. Κουρμπάνια γίνονταν με αφορμή την εορτή αρκετών αγίων, ιδιαίτερα στην περιοχή της Θράκης, και η όλη διαδικασία δεν περιοριζόταν, σαφώς, στη σφαγή ενός ζώου, αλλά αποτελούσε θυσία την οποία ακολουθούσε κοινό συμπόσιο με συμμετοχή-κοινωνία όλης της κοινότητας. Το συγκεκριμένο έθιμο καταγράφει χαρακτηριστικά ο Γεώργιος Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας"):



Τέλος, ο Φίλιππος Βρετάκος ("Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των") μας πληροφορεί πως: "Οικογένειαι που είχον ανύπαντρα κορίτσια, επήγαιναν εις την Εκκλησίαν προσφοράς και ήναπτον "άσπρες λαμπάδες", δια να βοηθήση ο Άγιος να υπανδρευθούν εντός του έτους.".

Σάββατο 5 Φεβρουαρίου 2011

Κουτσοφλέβαρος: αστοχιάρης κι αποσπόρι του χειμώνα.. (λαογραφικά και αρχαιότερα)

Μια φορά και έναν καιρό ήταν μια γριά τσοπάνισσα.. Τούτη η γριά είχε απηυδήσει από το κρύο και την παγωνιά του χειμώνα, απ'τις λασπούρες και τις ασταμάτητες βροχές και, μόλις είδε πως επιτέλους ο Μάρτης ο γδάρτης κι ο παλουκοκάφτης έδινε τη θέση του στον ξανθό Απρίλη -μιλάμε για την τελευταία, δηλαδή, μέρα του Μαρτίου- και πως δεν είχε πλέον τίποτα να φοβηθεί από τη βαρυχειμωνιά, του φωνάζει περιχαρής "Πρίτσι, Μάρτη μου, τα ξεχείμασα τα προβατάκια μου!". Ο Μάρτης, λοιπόν, προσβλήθηκε βαρύτατα, (του έθιξε -ένα πράγμα- τον εγωισμό), οργίστηκε με την περιφρονητική της φράση κι έτσι δανείσθηκε μια μέρα από τον αδελφό του το Φεβρουάριο κι έριξε τόσο χιόνι κι έκανε τόση παγωνιά που "η γριά, αν και εκρύβη κάτω από το κακκάβι (καζάνι) της, δια να μην ξεπαγιάση, απελιθώθη, ως και το ποίμνιόν της"! Κι έτσι, μας απέμεινε ο Φλεβάρης κουτσός, με μια μέρα λιγότερη... (την ιστορία καταγράφει και ο Φίλιππος Βρετάκος στο βιβλίο του "Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των")



Τούτα λέει η λαϊκή παράδοση.. Όμως, η πραγματικότητα θεωρείται η εξής (διαλέγετε και παίρνετε!!):
Ο πρώτος βασιλιάς της Ρώμης, ο Ρωμύλος, καθόρισε το παλαιότατο ρωμαϊκό ημερολόγιο, το οποίο είχε δέκα μήνες και ξεκινούσε απ'τον Μάρτιο. Το ημερολόγιο ήταν σεληνιακό.
Ο διάδοχός του, ο Νουμάς, μαζί με άλλες μεταρρυθμίσεις, προσέθεσε στο τέλος του έτους τον Ιανουάριο και το Φλεβάρη.
Κατά κάποιες πηγές ο ίδιος ο Νουμάς, κατά άλλες οι άρχοντες της Ρώμης το 153π.Χ. μετέθεσαν τους δυό αυτούς μήνες στην αρχή του έτους κι έτσι ο Φεβρουάριος βρέθηκε δεύτερος μεταξύ Γενάρη και Μάρτη, αλλά το θρησκευτικό έτος εξακολουθούσε να ξεκινά την πρώτη Μαρτίου.
Το 46π.Χ. ο Ιούλιος Καίσαρ καθιέρωσε το λεγόμενο "ιουλιανό ημερολόγιο", έργο του Έλληνα αστρονόμου Σωσιγένη, που προσδιορίζει το ηλιακό έτος σε 365,25 ημέρες. Με το ημερολόγιο αυτό δημιουργήθηκε το δίσεκτο έτος των 366 ημερών. Τότε είναι που αφαιρέθηκε και μια μέρα απ'τον καημένο το Φλεβάρη για να την προσθέσουνε στον Αύγουστο, τιμής ένεκεν, προς χάρη του αυτοκράτορα Οκταβιανού που πήρε τον τίτλο του Αυγούστου και έδωσε και το όνομά του στο μήνα τούτο. (Μιας και δε γινόταν ο Ιούλιος, προς τιμήν του Ιουλίου Καίσαρα, να έχει 31 ημέρες και ο Αύγουστος, προς τιμήν του Οκταβιανού Αυγούστου, λιγότερες!).
Διαλέγετε και παίρνετε λοιπόν, κατά προτίμηση!.. Για τη γριά ή για τον Αυτοκράτορα! :)
Τώρα, δεν τού'φτανε του καημένου του Φλεβάρη πού'μεινε κουτσός, αρχίσανε να τον λένε και γκαντέμη.
"Το Φλεβάρη μη φυτέψεις, ούτε να στεφανωθείς!"
Θα μου πεις, δεν είχαν κι άδικο.. Όλοι οι υπόλοιποι μήνες νά'χουν από 30 μέρες κι οι πιο μάγκες νά'χουν αρπάξει και μια τριακοστή πρώτη, και τούτος ο κακόμοιρος να του λείπε όχι μόνο μια, αλλά και την εικοστή ενάτη του να τη χαίρεται μόνο κάθε τέσσερα χρόνια!
Δίσεκτος, λοιπόν, ο Κουτσοφλέβαρος και μονάχα κάθε τέσσερα χρόνια να κατορθώνει να χτυπήσει, έστω, το 29.. αλλά ο λαός, να μην τον αφήσει να χαρεί για αυτή τη μέρα! Όχι, ούτε γάμοι, ούτε χαρές τα δίσεκτα έτη.Κι όχι μόνο τούτο, κατέληξε δίσεκτος να σημαίνει "χρονική περίοδος δυστυχίας"!
"Κι αν έρθουν χρόνια δίσεκτα και μήνες οργισμένοι..." , λέει το δημοτικό μας άσμα..
Έχετε αναρωτηθεί γιατί άραγε δόθηκε η ονομασία "δίσεκτος" (δις+έξι); Μας εξηγεί ο Φίλιππος Βρετάκος ("Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των"):




Ο Φεβρουάριος ονομάστηκε έτσι από το λατινικό februo= εξιλεώνω, εξαγνίζω επειδή, όπως σημειώνει ο Δ.Λουκάτος, "ήταν ο τελευταίος του ρωμαϊκού έτους και επομένως "διαβατήριος" και αποκαθαρτικός" και, όπως καταγράφει ο Φίλιππος Βρετάκος, "ήτο αφιερωμένος εις τον εν τω Άδη θεόν των νεκρών Φέβρον, εγένετο μήνας πένθους (φέβερ) και εώρταζον κατ'αυτόν τα Febroualia, που ήσαν εξιλαστήριος θρησκευτική εορτή υπέρ των νεκρών και επέμποντο δεήσεις υπέρ των ασθενών. Κατά την εορτήν αυτήν, επειδή ο Φεβρουάριος ήτο τότε ο δωδέκατος μήνας του έτους εις το ρωμαϊκόν ημερολόγιον, συνηθίζετο να εξιλεώνονται αι αμαρτίαι των, δια να εισέλθουν καθαροί εις τον νέον έτος, που ήρχιζεν την 1ην Μαρτίου."
Η Άννα Τζιροπούλου ( "Έλλην Λόγος") αναφέρει ότι το λατινικό febris προέρχεται, με τη σειρά του, από το αρχαιοελληνικό θιβρός (=θερμός), καθώς "Ετελούντο εορταί και προσέφερον εις τους θεούς "θερμόν άλας": θιβρός (=θερμός)---> λατιν. febris με συνήθη εναλλαγή του θ εις φ."
Καθώς και στην αρχαία Ελλάδα την αντίστοιχη εποχή (αττικός μήνας Ανθεστηριών) γιόρταζαν τα Ανθεστήρια (πιθοίγια, χοές, χύτροι κι υδροφόρια), διονυσιακή εορτή με θυσίες στο Διόνυσο και τον Χθόνιο Ερμή, γιορτή των άνθεων και του οίνου, αλλά παράλληλα αφιερωμένη και στις ψυχές των νεκρών. (βλέπε και: Ψυχοσάββατα, Αποκριές και Χύτροι..και Καθώς μπαίνει το Τριώδιο... (λαογραφικά και άλλα..), καλόγεροι κι άλλα πανάρχαια έθιμα της αποκριάς..)
Όπως αναφέρει ο λαογράφος μας Γεώργιος Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας"):
"[...] όταν εμείς γιορτάζουμε την αποκριά με τα Ψυχοσάββατά της οι αρχαίοι Αθηναίοι γιόρταζαν τα Ανθεστήρια, γιορτή που είχε και αυτή διπλή όψη, ήταν δηλαδή απ'τη μια γιορτή των λουλουδιών, του κρασιού και της αχαλίνωτης χαράς κι απ'την άλλη γιορτή των νεκρών και των ψυχών [...]"
Ο Φλεβάρης, λοιπόν, κουτσός, ψιλογρουσούζης κι αφιερωμένος στις ψυχές των νεκρών... όμως, ουσιαστικά, και μήνας καθαρτήριος.. Ο λαός μας των παρετυμολόγησε (όχι τυχαία, όπως σημειώνει κι ο Δ.Λουκάτος) "από τις βροχές και τα πολλά νερά του κι είπαμε "λαϊκά" Φλεβάρης, επειδή ανοίγει τις φλέβες του και γεμίζει τον κόσμο νερά." ("Συμπληρωματικά του Χειμώνα και της Άνοιξης").




Με το έμπα του Φλεβάρη γιορτάζουμε τα "Σιμόγιορτα" (βλ. Ο `Αγιος Τρύφωνας των αμπελιών, Υπαπαντή, "Ο `Αγιος Συμιός σημειώνει" και νεότερα: Ο Άγιος Τρύφωνας των αμπελιών και των κηπευτικών!Της Παναγιάς της Μυλιαργούσας (λαογραφικά της Υπαπαντής)Ο Άγιος Συμεών, "σημειώνει"... (έθιμα και παραδόσεις)), τον Άγιο Βλάσιο (Ο `Αγιος Βλάσιος και τα τσακάλια..) και τον Άγιο Χαράλαμπο (βλ. εκεί, στον `Αγιο Χαράλαμπο.., εκεί, στον Άγιο Χαράλαμπο.. (2) και Ο Άγιος Χαράλαμπος που κυνηγούσε τον Χάρο...) και ο Φεβρουάριος είναι ο μήνας που ανοίγει το Τριώδιο (βλ. Καθώς μπαίνει το Τριώδιο... (λαογραφικά και άλλα..) και καλόγεροι κι άλλα πανάρχαια έθιμα της αποκριάς..).

Αυτός είναι, λοιπόν, ο Φεβρουάριος ή Φλεβάρης ή "Χλεβάρης" (Μάνη) ή "Στερεωτής" (Μάνη) (διότι ριζώνουν και στερεώνονται κατ'αυτόν τα σπαρτά) ή "Κλαδευτής" (λόγω του κλαδέματος), "Μικρός", "Κουτσός", "Κουτσοφλέβαρος", "Κούτσουρος", "Κούτσουλος" (Κύπρος), "Λειψομήνας","Μικρομήνας", "Λησμονιάρης" (διότι αν αρχίσει να βρέχει, αστοχάει να σταματήσει), "Μισερός", "Κούντουρος", "Μιτσός Μήνας", "Χορευτής" (λόγω της Αποκριάς), Μεθυσμένος (λόγω άστατου καιρού) ή "Φλεγάρης" (διότι ανοίγουν οι φλέγες (φλέβες) του νερού), ακόμα και "Αστοχιάρης κι αποσπόρι του Χειμώνα", όπως άκουσε ο Βασίλης Λαμνάτος ("Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας") από έναν γέρο ζευγά απ'τη Μάνδρα της Αιτωλίας, καθώς "Το "Αστοχιάρης βγαίνει απ'ότι αστοχάει να κρατήσει όταν βρέχει, το δε "αποσπόρι" επειδή είναι ο τελευταίος και μικρότερος σε μέρες μήνας του χειμώνα".

"Σού'πανε Φλεβάρη βρέξε κι αλησμόνησες να πάψεις!"
"Ο Φλεβάρης με νερό, κουτσός μπαίνει στο χορό!"
"Όξω Κουτσοφλέβαρε, νά'ρθει ο Μάρτης με χαρά και με πολλά λουλούδια!"
"Ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει, καλοκαίρι θα μυρίσει!
Κι αν του δώσει και καιώσει, μες στο χιόνι θα μας χώσει!"
και, "Ο Κουτσός έβαλε τη γρα στο χαράκωμα!", επειδή, όπως μας πληροφορεί ο Μιχάλης Γρηγοράκης ("Κρητικά Λαογραφικά για τους μήνες"),: "Υπάρχει σχετικός μύθος που μας λέει πως μια γριά για να αποφύγει τη γερή χιονιά του Φλεβάρη, κουκουλώθηκε με το τέτζερι, με αποτέλεσμα βέβαια να πεθάνει.". Ναι, ναι στην καημένη τη γριά που πήγε να ειρωνευτεί το Μάρτη αναφέρεται... (πάντως, με τη γριά ξεκινήσαμε, με τη γριά τελειώσαμε!...)

(σημ.: Οι ονομασίες κι οι παροιμίες, από τα: Φ.Βρετάκου "Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των", Μ.Γρηγοράκη "Κρητικά λαογραφικά για τους μήνες", Β.Λαμνάτου "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας".)

Δευτέρα 31 Ιανουαρίου 2011

σαν σήμερα, σαν αύριο, σαν χθες..

Σαν σήμερα σκοτώθηκαν τρία παλικάρια του πολεμικού μας ναυτικού, σαν λίγες μέρες πριν δυο Τούρκοι δημοσιογράφοι υπέστειλαν την ελληνική σημαία από τα Ίμια κι ύψωσαν την τουρκική... σαν σήμερα, σαν χθες, σαν αύριο.. και τα δεδομένα άλλαξαν..γκρίζες ζώνες πληγώσανε το γαλάζιο της λευτεριάς.. σαν χθες μια γουρουνοκεφαλή προσευχήθηκε στον αέρα, σαν σήμερα μας κυβερνά, σαν χθες η κυβέρνηση ευχαρίστησε το Αμέρικα, σαν σήμερα ξεπουλάμε σε τιμή ευκαιρίας.. σαν.. σαν.. σαν.. σαν σήμερα όλα τα ξεχάσαμε σαν αύριο δε θέλω να το σκέφτομαι...


Είναι κάτι λέξεις που, θαρρείς, κρύβουν δισεκατομμύρια άλλες στην αγκάλη τους, που θαρρείς κουβαλούν ιστορία αιώνων στη ράχη τους, που θαρρείς πως προσπαθούν να πουν όσα δε χωρούν να ειπωθούν σε μια εκατοστή σκληρόδετους τόμους, να περιγράψουν όσα δεν υπάρχουν λόγια για να εκφραστούν, να ζωγραφίζουν τόσες εικόνες όσες δε βρίσκονται στις πινακοθήκες του κόσμου όλου.. Είναι κάτι λέξεις-σύμβολα.. που δε μπορείς να περιγράψεις την έννοιά τους, μοναχά να τη νιώσεις. Αν δεν έχεις ξεχάσει ν'αφουγκράζεσαι...

Είναι κάτι λέξεις, που όσα λεξικά κι αν ανοίξεις, δε θα τις γνωρίσεις, δε θα μάθεις ποτέ τι σημαίνουν... Θα το μάθεις μονάχα από κείνους που τις χτίσανε με το αίμα τους, από κείνους που τις συντήρησαν με την ψυχή τους, από κείνους που, χωρίς αυτούς, δε θά'χαν τελικά ποτέ υπάρξει..

Τέτοιες λέξεις-σύμβολα, έχουν τη δύναμη ακόμη και να μεταμορφώσουνε ένα κομμάτι πανί, να χωρέσουν σ'αυτό όλη την ιστορία τους, να το ζωντανέψουν πλάθοντας στις ίνες του αθάνατο ιστό απ'όλες εκείνες τις αμέτρητες ψυχές που μόχθησαν για την ύπαρξή τους.. Αν τις ποδοπατήσεις είναι σαν να ποδοπατάς όλες τούτες τις ψυχές, σαν να ποδοπατάς το αέναο έργο τους και την αιώνια πνοή τους...

Ένα τέτοιο σύμβολο είναι κι η Σημαία μας..

Τετάρτη 26 Ιανουαρίου 2011

Μας φάγανε λάχανο!


Περί λαχάνων ο λόγος.. Ή να τα πω χόρτα;.. Γιατί εδώ, στο χωριό σε ρωτούν αν "έμασες λάχανα" κι όχι αν "μάζεψες χόρτα". Χόρτα είναι κάθε λογής χορτάρι.. τρώγεται, δεν τρώγεται, ακόμη και το γρασίδι.. λάχανα είναι τα φαγώσιμα. Και πώς τα διακρίνουν από το λάχανο του μανάβη ή του μπαξέ; Ε, αυτό είναι το καρπολάχανο.
Καιρός για λάχανα, λοιπόν, και μιας και τέτοια εποχή ευδοκιμούν "τα μάλα", στους κήπους και στα χωράφια (χμμ.. όχι φυσικά στα ψεκασμένα.. ευτυχώς υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που χρησιμοποιούν το χορτοκοπτικό, αντί να γεμίζουν τον τόπο δηλητήρια..), πήγαμε να μαζέψουμε. Χόρτα ή λάχανα που μας προσφέρει απλόχερα η μάνα γη και, προς το παρόν, τα βρίσκεις και τζάμπα. Οσονούπω που θα μας τα απαγορεύσουν όλα με τις νέες νομοθεσίες που έρχονται από Αμέρικα (βλέπε, εβραϊκές πολυεθνικές) και κώδικες Αλιμεντάριους και σχετικά, δεν ξέρω τι θα κάνουμε.. αλλά, προς το παρόν, που μας έχουν απαγορεύσει όλα τα υπόλοιπα εκτός από τα λάχανα, ας τα γνωρίσουμε καλύτερα! Γενεές γενεών μεγαλώσανε μ'αυτά, πριν την εποχή των φαστφουντάδικων και των γκουρμέ εστιατορίων, και επιβιώσανε. Τώρα, για το εάν θα επιβιώσουμε εμείς, μη με ρωτάτε...




Στο Αμέρικα, ήδη εφαρμόζεται ο νόμος για τα περίφημα "οικιακά αγροτικά προϊόντα".. σε απλά ελληνικά, απαγορεύεται να φυτεύεις μπαξέ στο κηπάκι σου. "Για το καλό μας", φυσικά, για να μας προστατεύσουν.. μην τυχόν και μας πιάσει κανένα κόψιμο, δεν το συζητώ... όχι για τα συμφέροντα της Monsanto και τον απόλυτο παγκόσμιο έλεγχο νερού και τροφίμων... Έρχεται και σε μας, δεν το γλιτώνουμε.. Όπως απαγορεύονται κι οι ντόπιες ποικιλίες, οι σπόροι των παππούδων μας.. Κι όχι μόνο.. σε λίγο θα μας απαγορεύουν να μαζεύουμε και χαμομήλι.. μη βιάζεστε, σιγά-σιγά.. Ήδη, στας Ευρώπας, από πρώτη του Απρίλη, και πάλι "για το καλό μας" απαγορεύεται να εμπορευόμαστε και να χρησιμοποιούμε όσα βότανα "δεν έχουν κατοχυρωθεί"... και που είσαι ακόμα!
(Σχετικά τα παρακάτω βιντεάκια, προς γνώση και ενημέρωση...)




Επανέρχομαι στα χορταράκια. Τόσα χρόνια, λοιπόν, μάζευα χορταράκια για βραστά, για τσιγαριστά, για ό,τι άλλο. Ομολογώ πως δεν γνώριζα πάρα πολλά, αλλά αρκετά για να φτιάχνω τα φαγάκια μου. Τώρα που έχω την ευκαιρία να γνωρίσω ακόμη περισσότερα, σκέφτηκα να τα γνωστοποιήσω κι εδώ, αφού τα φωτογράφησα. Αχρείαστα νά'ναι...δύσκολα χρόνια έρχονται και, δυστυχώς, οι περισσότεροι δεν ξέρουν πια να ξεχωρίσουν έναν ζωχό από ένα γαϊδουράγκαθο...
Μερικά από αυτά, λοιπόν:

χταποδάκι



σταράκι


ρικαϊνα


ραδίκι


πρασλήθρα


πετειναράκι


νεροπικραλήθρα


μελοζώχαρο


μελιόκολλα


μάραθο


λυκοπατησιά


λαναράκι


κοκοσάκι 1


κοκοσάκι 2


καυκαλήθρα


καρυανός


ζωχάρια


γουρουνάκι ή αγκαθάκι


βρούβα


βρακανίδα


χοντρομαριόλα


αγριολάπατα


αγριοκαυκαλήθρα


λαγομούστακα ή γαλατάκια

Κι έτσι, για να χαρεί κι η φίλη μου η Ξανθή , να βάλω και μια συνταγή με χόρτα, μια κλασική συνταγή της πηλιορείτικης κουζίνας.. όχι τίποτα πολύπλοκο ή ιδιαίτερο.. ένα από εκείνα τα απλά, καθημερινά, αλλά νοστιμότατα φαγητά του χωριού..

Χόρτα τσιγαριστά με αυγά!  Θέλουμε:
Χόρτα άγρια, με όσο τον δυνατόν μεγαλύτερη ποικιλία, μπόλικο μάραθο και πρασουλήθρες που κάνουν τη διαφορά. Τώρα.. στις πόλεις, κομματάκι δύσκολο το σκηνικό, αλλά στην ανάγκη, λίγο πράσο μπορεί να αντικαταστήσει τις πρασουλήθρες, λίγο μπαζί ή, έστω, σπανάκι για ποικιλία στα χόρτα...
Κρεμμυδάκια φρέσκα και ξερά.
Λίγο σκορδάκι.
Λίγο πελτέ ντομάτας.
Αλατοπίπερο.(φρεσκοτριμμένο το πιπεράκι..)
Αυγά (από φυσιολογικές κότες, κατά προτίμηση..)
Λίγο κρασάκι κόκκινο (αυτό είναι δική μου παρέμβαση..)
Ελαιόλαδο και μόνον ελαιόλαδο.
Η διαδικασία απλή. Καθαρίζουμε, πλένουμε καλά και κόβουμε τα χόρτα. Σε μια μεγάλη κατσαρόλα ρίχνουμε το λάδι, τσιγαρίζουμε το ψιλοκομμένο κρεμμύδι κι ύστερα ρίχνουμε τα χόρτα, ανακατέβοντας διαρκώς ώστε όλα να τσιγαριστούν και λιγουλάκι, προσθέτωντας κάθε τόσο λίγο ελαιόλαδο. Ρίχνουμε και το ψιλοκομμένο σκορδάκι και μπόλικο μάραθο. Προσθέτουμε αλατοπίπερο, λίγο κρασί, πελτέ κι ελάχιστο νεράκι και τα αφήνουμε να ψηθούν. Λίγο πριν τα βγάλουμε από τη φωτιά, σπάμε από πάνω όσα αυγά μάτια χωράνε στην επιφάνεια του φαγητού, καπακώνουμε και περιμένουμε να σφίξουν. Αυτό είναι όλο!




Τώρα, χόρτα τσιγαριστά μπορούν να γίνουν με πολλούς τρόπους.. Με κρέας, με σουπιές, με χταποδάκι.. Εγώ, τελευταίως, δοκίμασα να τα φτιάξω με καλαμαράκια, παρ'όλο που δε με ενθουσιάζει γευστικά ο συνδυασμός θαλασσινού και χόρτου. Τσιγάρισα χωριστά τα καλαμάρια με ελάχιστο σκορδάκι, τα έσβησα με κρασί και τα άφησα να σιγοψηθούν προσθέτωντας λίγο πελτέ και βασιλικό κι ύστερα τα πρόσθεσα στα τσιγαριστά χόρτα που σιγοβράζαν. Δεν ήταν καθόλου άσκημο.
Χόρτα, λοιπόν, εκ του "χους+ορτός"- "βγάζει η γη χορτάρι", όπως μας πληροφορεί η Άννα Τζιροπούλου ("Ο εν τη λέξει λόγος"), εξ ου και το ρήμα "χορταίνω", αφού "Προ της ευρέσεως των ημέρων τροφών, χόρτοις εκέχρηντο" και "Προς 'χορτασμόν' του ανθρώπου εξήρκει η γη, δια αυτοφυών ριζών και λαχανικών".
Χόρτα ή λάχανα... όπου τα λάχανα, "Τα εις εσκαμμένην γην καλλιεργούμενα λαχανικά, τα κηπευτικά ή αυτοφυή εδώδιμα χόρτα" ("Μέγα λεξικόν όλης της ελληνικής γλώσσης", Δημητράκου) εκ του ρήματος λαχαίνω= σκάβω, όπου λαχαίνω εκ του "λα+χαίνω=λίαν χαίνει η γη" ("Ο εν τη λέξει λόγος") και χαίνω=σχηματίζω χάσμα, είμαι ανοιχτός.
Δεν τα λένε όμως έτσι μοναχά οι ντόπιοι εδώ.. ακόμη κι ο Αριστοφάνης ("Θεσμοφοριάζουσαι"456) τα ονομάτιζε λάχανα:



..."γιατί άγρια μας χτύπησε κυράδες μου, όπως μες στ'άγρια χόρτα μεγάλωσε κι αυτός..." (ο γνωστός του υπαινιγμός για την καταγωγή του Ευριπίδη...).

Πέμπτη 13 Ιανουαρίου 2011

Ο Φουντούκος και τ'άλλα αρνάκια...

Μέχρι τώρα, μπορώ να πω ότι είχα παραστεί μονάχα σε γέννα γάτας.. Κι όχι μιας, αρκετών' όχι μονάχα των δικών μου, αλλά και της γειτονιάς πού'νιωθαν πως ασφαλέστερος χώρος απ'την αυλή ή την αποθήκη μου, δεν υπήρχε τριγύρω για να γεννήσουν. Ως και μπροστά στα σκαλοπάτια της εξώπορτας ήρθε μια ετοιμόγεννη να βγάλει στο φως τα μικρά της! Έτυχε μάλιστα να αναλάβω και το ρόλο της μαμής, κάποιες φορές, όπως μια φορά που το μικρό έβγαινε ανάποδα κι είχε σκαλώσει στην έξοδο, όσο κι αν σφάδαζε η μάνα του παλεύοντας να το φέρει στον κόσμο.

Τώρα, λοιπόν, που τα ζωντανά γύρω μου πληθύνανε, αυξήθηκαν και τα γεννητούρια! Και νά'σου τα νεογέννητα αρνάκια να στηλώνονται με πείσμα στα ποδαράκια τους και να αναζητάνε λαίμαργα τη ζωή σε μια φουσκωμένη ρώγα... Μού'κανε εντύπωση το πόσο γρήγορα -σε λίγα μοναχά λεπτά- από μικρά κουβαράκια τυλιγμένα στο σάκο της μάνας τους, σηκώνουν το κεφαλάκι τους, ορθώνουν τ'ανάστημα -σκοντάφτοντας, είναι η αλήθεια, μια-δυό, αλλά χωρίς να πτοούνται- και χώνουν ασυγκράτητα το μουτράκι τους, κάτω απ'το μάλλινο πέπλο της μάνας τους για να κερδίσουν τη μάχη για τη ζωή! Και μιλάμε για πρόβατα.. για μικρά πρόβατα.. Εμείς άραγε.. ορθοποδούμε;..


Ο πρώτος που είδα νά'χει μόλις γεννηθεί, ήταν ο Φουντούκος. Τον βρήκαμε ταϊσμένο και καθαρό να γυροφέρνει εξερευνώντας το στάβλο, έχοντάς τα χαμένα ανάμεσα στα τόσα μεγάλα πρόβατα που τον περιτριγύριζαν κι ενίοτε τον σβαρνίζανε κιόλας... Κι ύστερα, ήταν σαν να μου χαμογελούσε...


Καθένα με το χαρακτήρα του κι αυτά.. Κι ας είναι πρόβατα.. Κι ας πάνε κοπάδι λιγάκι σα χαζά.. πραφ από δω, πραφ από κει, γιούργια στα καναβούρια! Η Πραλίνα, πιο τσαχπίνα απ'όλα! Μα να μην έχει αφήσει προβατίνα χωρίς να της "κλέψει" δυο τζούρες γάλα! Παραμονεύει κι όταν μαζευτούνε να φάνε στο παχνί, χώνεται από κάτω να τις βυζάξει όλες. Αλλιώς δεν την αφήνουνε. Κάθε μια, θέλει μονάχα τα δικά της.


Είναι και μερικά πολύ μικρά, μισά από τα άλλα.. Συνήθως από γέννες τρίδυμες.. Σε τούτα, πολλές φορές δε φτάνει το γάλα της μάνας για να τραφούν, και θέλει να τα ταϊσεις με βυζογυάλι.. άλλες φορές, δε μπορούν κιόλας με το μικρό στοματάκι τους να αρπάξουν την φουσκωμένη θηλή και χρειάζονται βοήθεια... Κάποιοι τσοπάνηδες δεν τα θέλουν αυτά, τά'χουνε για μπελάδες, και ψάχνουν να τα χαρίσουνε ή... εγκαταλελειμμένα τα περιμένει ο μαύρος Χάρος, στημένος στη γωνιά... Ένα τέτοιο μικρό (αχ..δε θα περιγράψω την αγωνία που με έπνιγε μέχρι το αίσιο τέλος..) σώσαμε την περασμένη Κυριακή. Και τώρα, ολοζώντανο σα λιλιπούτειο θηριάκι, τρέχει και χοροπηδά, παρέα με τα συνομήλικά του...

Πρόβατο, λοιπόν, εκ του "προ+βαίνω". "Προβαίνει αναζητώντας την τροφή του: "προβαίνει τηι βοσκήι". Το σύνολο των προβάτων αποκαλείται ποίμνιον εκ της πόας ή ποίας =χλόης. (Ενώ αγέλη λεγεται επί βοών' η βους=η αγελάς). Το βέλασμα του προβάτου αποκαλείται βληχή, εξ ου και οι ποιμένες οι επονομασθέντες "Βλήχοι" ή Βλάχοι.", μας ενημερώνει η Άννα Τζιροπούλου ("Ο εν τη λέξει Λόγος")

Κριάρια λέγονται, φυσικά, τ'αρσενικά. Είναι υποκοριστικό του "κριός". Κριός είναι ο εξέχων του ποιμνίου (όπως μας αναφέρει και το "Ετυμολογικόν Μέγα" παρακάτω), με αρκετές ακόμα έννοιες, όπως τον πολιορκιτικό κριό, είδος πλοίου αλλά και ρεβυθιού (και μην ξεχνάμε τον Αστερισμό...). Κάποιοι τον ετυμολογούν από το κέρας, κέρατα (δηλ. κέρας- κεριός- κριός), ο Ηρωδιανός από το "κεκρίσθαι τας τρίχας", επειδή διαφέρουν οι τρίχες του από των άλλων...



Αμνός είναι το μικρό πρόβατο, το άνευ μένους, δύναμης. Σημειώνει η Άννα Τζιροπούλου: αμνός= μικρό πρόβατον άνευ μένους, με μαλακή τρίχα (καθώς μνούς, μνούδη=χνούδι και μνοιός=απαλός). Γράφει το "Ετυμολογικό Μέγα": "αμνοί, πρόβατα τα μικρά, παρά το μένος μετά του στερητικού α, άμενος και συγκοπή αμνός' οιονεί ο αδύναμος."

Ενώ η λέξη αρνί, προέρχεται από το αρήν, αρνός που ετυμολογείται εκ του αρά= ευχή, καθ'ότι εθυσιάζετο κατά τας αράς και τελετάς: "το επιτήδειον εις ευχήν πρόβατον".(Ε.Μ)

Παρασκευή 7 Ιανουαρίου 2011

Ο Άη-Γιάννης των κουμπάρων, οι Προδρομίτες κι οι Μπαμπόγεροι!

"Μια Κεφαλονίτικη παροιμία λέει:

"Όταν περνάς από του κουμπάρου σου το σπίτι, χαιρέτα κι ας μην είναι κανείς' στην πόρτα κάθεται ο Άι-Γιάννης."" 

μας πληροφορεί ο Δημήτρης Λουκάτος ("Συμπληρωματικά του Χειμώνα και της Άνοιξης"), μιλώντας για την ιδιαίτερη λαογραφική ιδιότητα του Αγίου Ιωάννου του βαπτιστή, ως προστάτη των βαφτισιών και της κουμπαριάς. Και συνεχίζει:

"Τον "καλό" κουμπάρο-ανάδοχο των παιδιών τους, οι οικογένειες τον διαλέγουν συνήθως να είναι σε κάποιο ανώτερο από το δικό τους πνευματικό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο, οπότε και τον κρατούν, να ξαναγίνει "κουμπάρος" και στα στεφανώματα. ("Όπου έβαλε το λάδι, να βάλει και το κλήμα.") [...]
Στη Θεσσαλία: Πάνε όλοι, το πρωί, στη λειτουργία για να τιμήσουν τον άι-Γιάννη, εκείνον δε που θ'αργοπορήσει, τον παίρνουν στο τέλος και τον βράχουν στη βρύση ή στο ποτάμι, για τιμωρία, παρ'όλο το κρύο (βαφτίσι κανονικό).
Στην Ανατολ.Θράκη: Βρέχονται αναμεταξύ τους οι χωρικοί όλη μέρα βουτώντας κλαδιά στο νερό (αναβλαστική βάφτιση) ή και ρίχνοντας ο ένας στον άλλον στο νερό, ιδιαίτερα τους νιόγαμπρους.
Οι νονοί έφερναν, πιο πολύ σήμερα, στους αναδεκτούς, τα δώρα της Πρωτοχρονιάς, ιδιαίτερα στα νήπια, που δεν περίμεναν παιγνίδια, αλλά ρουχαλάκια κι "ασημώματα". Εκκλησίες του αγίου Ιωάννου είναι συχνές, που για να ξεχωρίζουν λέγονται του "Προδρόμου". (Ιστορικά εθιμική φέρεται η εκκλησία του Προδρόμου στο παλιό Καταφύγιο του Ολύμπου, όπου ήδη από το 1888, μας περιγράφεται το έθιμο, να γυρίζουν οι εορταστές ("Προδρομίτες") στα σπίτια σαν καλαντιστές-κουμπάροι, και να εύχονται στην οικογένεια τα πιο δυνατά παινέματα. Το ίδιο συνεχίζουν σήμερα -για φιλανθρωπικούς ή κοινωφελείς σκοπούς- οι Καταφυγιώτες που ζουν στην Κατερίνη)."

 
Σχετικά, μάλιστα, με το έθιμο των "Προδρομιτών", μας πληροφορεί και στο διαδίκτυο η καθημερινή εφημερίδα της Πιερίας (http://www.eptanews.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=1095:----lr&catid=46:culture&Itemid=56):
"Το έθιμο των «Προδρομιτών», που προέρχεται από την ιδιαίτερη πατρίδα των Καταφυγιωτών που ζουν στην Κατερίνη και ανάγεται στην περίοδο της Τουρκοκρατίας, αναβίωσε το απόγευμα της περασμένης Πέμπτης, ανήμερα του εορτασμού του Αγίου Ιωάννη, η Μορφωτική Ένωση Καταφυγιωτών, σε συνεργασία με τον Πολιτιστικό Οργανισμό του Δήμου Κατερίνης.
Στα δύσκολα χρόνια της τουρκικής τυραννίας οι Έλληνες συνεχώς έψαχναν τρόπους οργάνωσης και αντίδρασης εναντίων τους, ένας από αυτούς ήταν και οι Προδρομίτες. Το όνομα «Προδρομίτες» δόθηκε στο έθιμο από την εορτάζουσα ημέρα του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, που έντεχνα ο λαός συμπλέκει την εορτή του Αγίου από χριστιανικής πλευράς και από εθνικής τα προδρόμια της Ελληνικής επανάστασης.
Την οργάνωσή τους την αναλάμβανε πάντα η εκκλησία για ασφάλεια και με το τέλος της Θείας Λειτουργίας οι ιερείς ευλογούσαν τους Προδρομίτες, τους χώριζαν σε τρεις ή τέσσερις ομάδες όσες και οι συνοικίες (μαχαλάδες) του χωριού και ξεκινούσαν αρχίζοντας γεμάτοι ζωντάνια τα προδρομίτικα τραγούδια σκορπίζοντας χαρά και κέφι σε όλο το χωριό.
Οι μικρότεροι σε ηλικία είχαν μαζί τους «τροβάδες» για τα διάφορα πεσκέσια όπως καρύδια, σταφίδες, λεφτοκάρια, στραγάλια (μπουμπουλάκια) και άλλα και την «γκιούμα» για το κρασί και το τσίπουρο που τους προσφερόταν. Σε κάθε σπίτι, αφού γίνονταν τα σχετικά κεράσματα, τελευταίο δίνονταν και το χρηματικό ποσό, ανάλογα βέβαια με τη δυνατότητα της κάθε νοικοκυράς. Τα χρήματα παραδίδονταν στην εκκλησιαστική επιτροπή όπου τα χώριζε σε τρία μέρη, το πρώτο δίδονταν στον ένοπλο εθνικό αγώνα, το δεύτερο για τις ανάγκες του κρυφού σχολειού και το τρίτο για διάφορα έργα κοινωνικής ωφέλειας.
Στο τέλος της ημέρας όλοι οι Προδρομίτες στην τοποθεσία «μπασαρά» άνοιγαν πρώτοι το μεγάλο χορό και ακολουθούσαν όλοι οι κάτοικοι πιασμένοι χέρι-χέρι τραγουδώντας. Το τσίπουρο και το κρασί που μάζευαν όλη μέρα το κερνούσαν σε όλους τους παρευρισκόμενους, που ήταν όλο το χωριό, θεωρούνταν δε ο χορός, ως πιο επίσημος καταφυγιώτικος.
Προς το τέλος του χορού, εμφανίζονταν στη μέση, η εκκλησιαστική επιτροπή κρατώντας αρμαθιές ξερών σύκων τις οποίες περνούσαν στο λαιμό του κάθε Προδρομίτη ως αμοιβή-έπαθλο. Η προτίμηση της χρήσης του σύκου είχε και αυτή το συμβολισμό της, το ξερό περίβλημα του συμβόλιζε την αιμοχαρή στυγνή Οθωμανική αυτοκρατορία, τα δε εκατοντάδες σπορίδια, τους σκλαβωμένους Έλληνες που μάχονταν από τα βαθιά σκοτάδια να αποτινάξουν τη σκληρή σκλαβιά τους."




Ενδιαφέροντα έθιμα για τη μέρα τούτη, καταγράφει κι ο μεγάλος λαογράφος μας Γεώργιος Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας"):

"Στη Θράκη οι χωρικοί από το πρωί τριγυρνούσαν κατά ομάδες στα χωριά τους κρατώντας δοχεία με νερό, όπου βύθιζαν κλωνάρια δέντρων και έβρεχαν ο ένας τον άλλον με αποτέλεσμα, πολλές φορές, να βρέχονται ολόκληροι. Το είχαν έθιμο "για το καλό του χρόνου". Στην Αγχίαλο:



Άλλα έθιμα έχουν ως βάση τους την αντίληψη για την τιμή την οποία αξιώθηκε ο Πρόδρομος, να βαπτίσει το Χριστό. Π.χ. στη Στενήμαχο "ο παπάς που πήγαινε να ευχηθεί στα σπίτια, όπου υπήρχε παιδί αγόρι, το σήκωνε με τα χέρια του και έλεγε: "άξιος! άξιος!" δηλαδή να γίνεις άξιος, όπως ο Βαπτιστής Ιωάννης, που αξιώθηκε να βαπτίσει το Χριστό. Αλλού το αξίωμα το κάμνουν παιδιά που γυρίζουν στα σπίτια μ'ένα σκαμνί."
Σε μερικούς τόπους για να τιμήσουν τον άγιο, κάνουν πανηγύρι, κατά τη διάρκεια του οποίου σφάζεται ένα βόδι και ακολουθεί συνεστίαση (Λήμνος). Αλλού υπάρχει η συνήθεια στο τέλος της λειτουργίας να κόβεται στο νάρθηκα της εκκλησίας μια πίτα και να μοιράζουν τα κομμάτια σε όλους τους χωριανούς;. Στα χωριά όμως της Ρόδου, έχουμε συμπόσιο και διασκέδαση παιδιών. Έτσι στο χωριό Κρεμαστή "του αγίου Ιωάννου του Βαφτιστή το βράδυ μαζεύονται σε διάφορα σπίτια χωριστά τ'αγόρια και χωριστά τα κορίτσια και κάμνουν το "ρουφενέ"' αγοράζουν με έρανο μεζέδες, κρασί και διασκεδάζουν όλη τη νύχτα εκείνη τρώγοντας και πίνοντας. Δεν επιτρέπεται να μπει κανένας μεγάλος σε όποιο σπίτι γίνεται ο ρουφενές."
 

Ως συνέχεια των αγερμών του δωδεκαημέρου πρέπει να θεωρηθεί το έθιμο των Λακκοβικίων της Ανατ.Μακεδονίας, όπου την ημέρα του αγίου Ιωάννη "ομάς ανδρών, οι λεγόμενοι Παμπόγεροι, ενδύεται παλιόρουχα, κρεμά κώδωνας και παν άλλον δυνάμενον να εμποιήση τρόμον εις τους λοιπούς ανθρώπους και περιέρχεται ανά τας οδούς και οικίας, οπόθεν λαμβάνει χρήματα.""

 Γράφει ο Γιώργος Ρούκαλης σχετικά στο "έθνος" (http://www.ethnos.gr/general2.asp?catid=13175&subid=20110&pubid=9600974):

"Μπαμπόγεροι, Μπουμπουσιάρια και Αράπηδες Την ημέρα της Σύναξης του Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου σε πολλά χωριά της Μακεδονίας (ιδιαίτερα στον Νομό Δράμας), παρατηρείται ένα έθιμο ανάλογο με τις τελετές του καρναβαλιού, οι οποίες αργότερα επικράτησαν και σε παράλιες πόλεις και στα νησιά του Αιγαίου.
Ομάδες ανδρών, ντυμένοι με παλιά ρούχα ή δέρματα γίδας και περιζωσμένοι με αλυσίδες κουδουνιών γυρίζουν στους δρόμους κάνοντας έναν τρομακτικό θόρυβο και επιβάλλοντας εκβιαστικά συλλογή χρημάτων ή ειδών. Αυτοί οι μασκαράδες ονομάζονται Μπαμπόγεροι.
[..]
Η Νικήσιανη είναι η έδρα του Δήμου Παγγαίου και βρίσκεται στον Νομό Καβάλας. Βρίσκεται σε υψόμετρο 350 μ. στις Βορειοανατολικές παρυφές του Παγγαίου. Μεταξύ των πολλών εθίμων και των εκδηλώσεων του «Πολιτιστικού Αυγούστου» είναι και το έθιμο των Αράπηδων (ο σύλλογος «Ο Αράπης» συμμετείχε στην τελετή λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας).
Το έθιμο των Αράπηδων είναι από τα πιο σημαντικά στον βαλκανικό χώρο. Γίνεται προς τιμήν του Αγίου Ιωάννη, ανήμερα της γιορτής του, στο τέλος του Δωδεκαημέρου των Χριστουγέννων. Αναπαριστά τη μάχη της ζωής με τον θάνατο.
Παλικάρια και παιδιά, ντυμένα με προβιές και ζωσμένα με βαριά κουδούνια, τα «τσάνια», βγαίνουν από τα σοκάκια του χωριού και με τον εκκωφαντικό θόρυβο των κουδουνιών ξορκίζουν το κακό και φέρνουν το αισιόδοξο μήνυμα της ζωής.
Η προέλευση του εθίμου χάνεται μέσα στους αιώνες, αφού το Παγγαίο ήταν η κατοικία του θεού Διόνυσου."

 

Χρόνια πολλά!