Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2020

Της Παναγιάς της Μυλιαργούσας (λαογραφικά της Υπαπαντής)

"... ο Ιωσήφ και η Μαρία πήραν το μικρό Χριστό σαράντα μέρες μετά τη γέννησή του και τον πήγαν στον ναό στα Ιεροσόλυμα αφ'ενός για να τον αφιερώσουν στο Θεό κι αφ'ετέρου για να τελέσουν τη θυσία καθαρμού της λεχώνας. Εκεί συνάντησαν τον Συμεών, ένα γέροντα ο οποίος γνώριζε εξ αποκαλύψεως ότι δε θα πέθαινε πριν δουν τα μάτια του τον Μεσσία. Κι αυτή ήταν η μοναδική έγνοια και προσμονή του. Στο πρόσωπο του Ιησού αναγνώρισε τον Αναμενόμενο... Η φράση του "νυν απολύεις τον δούλον Σου, Δέσποτα" πέρασε από την εκκλησιαστική παράδοση στο λαϊκό λόγο και σκιαγράφησε το ανθρώπινο δέος μπροστά στις ενορατικές μαρτυρίες που επαληθεύονται. Η "υπάντηση" (συνάντηση) με τον Συμεών εορτάζεται από τον χριστιανικό κόσμο ως Υπαπαντή.[...] Η βρεφοκρατούσα Παναγιά, η αγιογραφική αποτύπωση της αιώνιας μάνας, εμπνέει το σεβασμό και το δέος, ιδιαίτερα των γυναικών που συχνά ταυτίζονται με το θεϊκό πρότυπό τους.", καταγράφει ο Νίκος Ψιλάκης στο εξαιρετικό πόνημά του "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη" (εκδόσεις Καρμάνωρ).


Ο Νίκος Ψιλάκης παρατηρεί, ανατρέχοντας στην αρχαιότητα: "Η εκροή αίματος, ακόμα και εκείνου της γέννας, δημιουργεί ένα πλαίσιο απομάκρυνσης από την έννοια του ιερού. Σύμφωνα με τις πανάρχαιες δοξασίες, κάθε μορφής επαφή με το χυμένο αίμα αποτελεί μίασμα που πρέπει να εξαλειφθεί μέσα από καθαρτήριες πρακτικές και τελετουργίες. Στον αρχαίο ελληνικό κόσμο είχε καθιερωθεί μια τελετή καθαρμού τόσο του βρέφους και της μητέρας όσο και όλων των υπολοίπων που είχαν έρθει σε επαφή με το αίμα της γέννας. Στην ουσία επρόκειτο για μια τελετουργία "περάσματος", μία μυητική διαδικασία που είχε ως αποτέλεσμα τη μετάβαση από ένα αρχικό στάδιο σε ένα άλλο. Τα ελληνικά "Αμφιδρόμια" αναδεικνύαν την ιερότητα και την καθαρτήρια δύναμη της πυράς' η μητέρα και το παιδί στην αγκαλιά της, αλλά και όλοι όσοι είχαν μιανθεί με το αίμα της γέννας, έτρεχαν γύρω από την εστία του σπιτικού. Σαράντα μέρες μετά τη γέννηση μαζεύονταν συγγενείς και φίλοι στο σπίτι που είχε αποκτήσει παιδί και η γιορτή αυτή (το "τεσσαρακοσταίον") σηματοδοτούσε την πλήρη κάθαρση της γυναίκας από τα απεκκρίματα του τοκετού. Εν ολίγοις ο ιερός αριθμός σαράντα αποτελούσε σταθμό στη ζωή της λεχώνας και της οικογένειας." Όσο για τον "εβραϊκό κόσμο": "Η λεχώνα έπρεπε να θυσιάσει ένα αρνί ή, αν δεν είχε τους πόρους, να προσφέρει "....ζεύγος τρυγόνων ή δύο νεοσσούς περιστερών". Επιπλέον, υπήρχε: "η υποχρέωση κάθε εβραϊκής οικογένειας να προσφέρει στο Θεό το πρωτότοκο αρσενικό παιδί της (με τη γέννηση του οποίου ανοιγόταν η μήτρα)." [...] "Η εικόνα της Θεοτόκου που παραδίδει το μικρό Χριστό στο γέροντα Συμεών δεν απέχει από την οικεία προς τους Έλληνες εικόνα της κουροτρόφου."


"Η δεσποτική αυτή γιορτή έχει πάρει, στη λαϊκή παράδοση, θέση θεομητορικής. Λένε συνήθως: "Της Παναγίας της Παπαντής".... ενώ πρόκειται για την υπαπαντή, δηλ. υποδοχή του μικρού Χριστού στον ναό. Είναι όμως και πρωταρχικός ο ρόλος της Παναγίας στη σκηνή αυτή της Υπαπαντής, αφού "σαραντίζει", ύστερα από τη λοχεία της.", σημειώνει ο λαογράφος μας Δημήτρης Λουκάτος ("Συμπληρωματικά της Άνοιξης και του Χειμώνα", εκδόσεις Φιλιππότη) και συνεχίζει: "Η γιορτή λέγεται λαϊκά: Παπαντή, Αποπαντή και Παπαντούλα. Στην Καππαδοκία την έλεγαν και "Αγκάλη Συμεών" από τα σχετικά τροπάρια."
Ο Γεώργιος Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας", εκδόσεις Οδυσσέας) συμπληρώνει: "Η Υπαπαντή... στη γλώσσα του λαού έγινε "Αποπαντή" και τέλος "Πακουή" ή "Πακού", δηλ. η αγία που ακούει, η Παναγία. Λέγεται και Παναγία η "Μυλιαργούσα", επειδή οι μύλοι αργούν' "και να τους βάλεις μπροστά, σταματούν και δεν αλέθουν" (Κρήτη). Οι γεωργοί τιμούν τη γιορτή: τη "φυλάνε για το χαλάζι" (Αιτωλία) και κάμνουν "προβλέψεις σχετικά με τον καιρό". Π.χ. Ό,τι καιρό κάνει της Υπαπαντής, θα κάνει σαράντα μέρες ύστερα (Αιτωλία) ή όλον τον Φεβρουάριο (Μάτραι Θράκης)..."
Ενώ ο Δημήτριος Λουκάτος αναφέρει σχετικά: "Εποχικά η ημέρα της Υπαπαντής ανήκει στις γεωργικές γιορτές, που τις προσέχουν και τις σέβονται οι αγρότες. Εύχονται την καλή βλάστηση και φοβούνται το χαλάζι, γι'αυτό και τηρούν την αργία της με αυστηρότητα: "Κι οι μύλοι αργούν κι οι δούλοι αργούν κι οι γαϊδάροι σχόλην έχουν". Απ'αυτό η Παναγία της ημέρας λέγεται και "Μυλιαργούσα".

Στην Κρήτη, όμως, η γιορτή της Υπαπαντής γιορτάζεται και με την παράξενη επωνυμία "Παναγιά η Αρκουδιώτισσα"! Ο Νίκος Ψιλάκης  ("Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη", εκδόσεις Καρμάνωρ) μας πληροφορεί σχετικά με τη "λαϊκή παράδοση, που έχει συνδέσει την ημέρα της Υπαπαντής με την αρκούδα":  "Στις δύο Φεβρουαρίου, λένε, οι αρκούδες βγαίνουν από τη φωλιά τους και, αν είναι καλή μέρα, αυτό αποτελεί προμήνυμα κακοκαιρίας ("Καλοκαιριά της Παπαντής, Μαρτιάτικος χειμώνας"). Τότε βγαίνουν κι από τη φωλιά τους τα αρκουδάκια για να λιαστούν. Στην Κύπρο σύμφωνα με παράδοση που κατέγραψε το 1938 ο Ξενοφών Φαρμακίδης, λένε πως "εις ταις δύο του Φεβράρη γίνεται το ήλιασμαν της αρκού(δ)ας". Στα χωριά των Χανίων λένε πως αυτή τη μέρα ήταν λιακάδα και καθόταν η Παναγιά στην πόρτα ενός σπηλαίου. Στα χέρια της κρατούσε το μικρό Χριστό. Πέρασε ο Άι Γιάννης και της είπε "Μέσα το αρκουδάκι σου", εννοώντας πως ο υπόλοιπος μήνας θα ήταν βροχερός. Στη Σητεία λένε πως η "αρκούδα λιάζεται στις δύο Φεβρουαρίου."."
Μεταξύ πολλών άλλων πολύτιμων πληροφοριών, αναφέρει ακόμη: "Οι μετεωρολογικές παρατηρήσεις αποτελούν ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της εορτής: "Όντον είναι καλή μέρα της Υπαπαντής έχει πολύ χειμώνα πίσω". [...] Στην Κουνουπίτσα Κισάμου: "Την ημέρα της Παναγιάς της Αρκουδιώτισσας λιάζαμε τα παπλώματα και τα άλλα χειμωνιάτικα ρούχα. [...] Η γιαγιά μου η Θεανώ κρεμούσε το μποξά της πάνω σε ένα αθάνατο. Μου έλεγε: Πάρε το μποξά μου να τον απλώσεις στον ήλιο να λιαστεί, να λιάσει κι η αρκούδα το αρκουδάκι της, να λιαστεί κι η Παναγιά. Εκείνη τη μέρα τρώγαμε πάντα μέλι. Η μάνα μου έκανε μυζηθρόπιτες με κουρουπιαστή μυζήθρα, εκείνη που την έκρυβε στο χώμα το καλοκαίρι και την άφηνε εκεί κρυμμένη μέχρι το χειμώνα...". Από την άλλη, "αν βρέχει της Υπαπαντής θα γίνουν καλύτερα τα σπαρτά: "Παπαντή καλοβρεμένη κι η κοφίνα γεμισμένη."."

Παραδόσεις για την Υπαπαντή, όμως, μας μεταφέρει κι ο Δημήτριος Λουκάτος στα "Λαογραφικά Σύμμεικτα Παξών" (Ακαδημία Αθηνών), όπου για την εικόνα της παραδίδεται ότι "σε έναν τράφο μέσα ήτανε λόγγος και εφύλαε γίδες κάποιος κι εβρεχόντανε το μούσι τση γίδας από νερό, που δίψαε κι αυτός ο βοσκός, και κοίταε να δει, γιατί βρέχεται η γίδα και την παρακολούθησε σε μία σγούρνα πό'πινε, κι εκεί έβρηκε την εικόνα τση Παπαντής. Την πήγανε στον Αγι'Αντρέα τση Λάκκας, μα η εικόνα έφυε και πήγε πάλι στη θέση της, εκεί που βρίσκεται τώρα." Επίσης, λέγεται ότι "για την καλή γέννα, φέρνουν από την Παπαντή γαρούφαλλο από το θρόνο της (το βάνουνε στο νερό κι αυτό ανοίγει)."

[* Οι εικόνες από το βιβλίο "Εκφρασις της Ορθοδόξου εικονογραφίας" υπό Φωτίου Κόντογλου]

Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2020

Ελιές και λιοπερίβολα στο βουνό των Κενταύρων...


Κοντά μεσάνυχτα... Κλείνεις κατάκοπη τα μάτια και πάλι τις βλέπεις μπροστά σου... ελιές, παντού σκορπισμένες ελιές και συ να πασχίζεις να τις μαζέψεις όσο πιο γρήγορα, να προχωρήσεις παρακάτω, προτού σαπίσει ο πεσμένος καρπός στα λασπωμένα χώματα, προτού ξεφορτώσουν κι άλλες τα δέντρα στη γη απ'το δριμύ αγέρα. Να τις προλάβουμε με τα πανιά... Μα όπου να γυρίσεις το βλέμμα σου πεσμένες ελιές, στρώμα πολύχρωμο καταγής. Κατά πού να κάνεις; "Απελπισία" μουρμουρίζει εκείνος.
Από δυο ευρώ ξεκίνησε το λάδι. Το πρώτο, το παρθένο, το ίσαμε 3-4 χαράκια. Απ'τις "γκρεμιστές", ακόμη πράσινες οι περισσότερες. Τώρα τα χαράκια έγιναν βαθμοί κι η "πεσιά" σωρός, τώρα η τιμή ζήτημα να ξεπερνά το ευρώ. Πόσες κλούβες μπορείς να συγκεντρώσεις απ'τα χώματα, απ'το πυκνό χορτάρι και τα φρέσκα αγκαθερά "βάτια" που ξεβλαστάρωσαν ξανά; Πού νά'ναι κι "αθάμνευτα"... Και τί θα πληρωθείς; Κι έχεις και τ'αγριογούρουνα κάθε βράδυ να γλεντοκοπάνε και να τις ανακατεύουν παντού αντάμα με πέτρες και κοπριές απ'τ'άλογα. Τί να ξεδιαλέξεις;
"Ο Πασχάλης τις παράτησε. Δε βγαίνει. Δουλεύει αλλού, μεροκάματο. Κι ο Αργύρης. Στρώνει από πάνω μοναχά και μαζώνει όσες κρατήθηκαν στα δέντρα. Εγώ τις λυπάμαι. Και σάμπως τί άλλο έχω να κάνω; Να τις παρατήσω έτσι;..." ξαναμουρμουρίζει. Κι έτσι απομένουμε μέχρι ο ήλιος ν'αποτραβηχτεί στα πέρα δώματα πολεμώντας να νικήσουμε το χρόνο που κανείς ποτέ του δεν νίκησε...
Κτήματα δυσπρόσιτα τα πιο πολλά, στο βουνό των Κενταύρων, να παλεύεις να σταθείς, να μην κατρακυλήσεις παρέα με τον κουβά, και να μην ξέρεις αν πιότερο αγωνιάς μην τσακιστείς ή μην ξανασκορπίσουν εκείνες και πρέπει σκυμμένη στα τέσσερα να τις ξαναμαζεύεις! Κρύο, παγωνιά, τα δάκτυλα να μουδιάζουν, η ραχοκοκκαλιά να πονά και τα γόνατα να μαγκώνουν απ'το πολύ ζόρι. Είχε πολύ "μαξούλι" φέτος, μπόλικη σοδειά, αλλά διαρκώς καινούριες αρρώστιες ξεφυτρώνουν. Σαν να μην έφτανε ο "δάκος", η μύγα που τις τρυπά, φάνηκε και το "γλοιοσπόριο" που τις έριξε όλες κάτω, προτού προλάβουν καν να μαυρίσουν. Και μέσα σ'όλα τούτα να κατρακυλά κι η τιμή του λαδιού απ'τους εμπόρους..
Είναι κτήματα πάνω στους δρόμους, μα είναι πολλά που δεν τα φτάνει το αυτοκίνητο ή σαν και τούτο το τελευταίο που πηγαίνουμε που θέλει πρώτα να κατεβείς παραλιακά κι από κει να παλέψεις ν'ανεβείς τον κακοτράχαλο μακρύ χωματόδρομο που πιάνει το "περιβόλι" απ'τη μια και την άλλη μεριά. Αλλά για να βγάλεις κλούβες και τσουβάλια απ'τις "σούρες" και τα "γκρεμίδια" εκειδά θες και κάποιο ζωντανό να σου τα κουβαλήσει.
"Θα κατεβάσεις τ'άλογο εσύ να πάρω σήμερα τ'αυτοκίνητο να τα φορτώσω;"



Μόλις πού'χε ξημερώσει και πήγα να πάρω τ'άλογο. Έχει μονοπάτι απ'το χωριό που βγάζει κάτω στα παραλιακά. Προς τα χαμηλά είναι και το κτήμα. Φασκιωμένη από πάνω μέχρι κάτω για την παγωνιά αποχαιρετούσα τα τελευταία σπίτια του χωριού, κρατώντας απ'την τριχιά το νυσταγμένο άλογο που βαριεστημένο και χαλαρό γλιστρούσε στον κατήφορο του "καλντεριμιού" κι αγνάντευα προς τα χαμηλά τα λιόδεντρα που ξεπρόβαλαν.  Μοναχά κάτι πουλιά ακούγονταν να τσουρτσουρίζουν στις φυλλωσιές και κανένας αετός να φωνάζει από ψηλά. Το σκυλί έτρεχε δώθε-κείθε, τάχα για να τα κυνηγήσει, γεμάτο ενθουσιασμό. Παραπέρα μικρές γουρνίτσες από νερό είχαν κρυσταλλώσει μες στην νύχτα και κριτσανούσαν καθώς τις πατούσαμε. Περάσαμε τη γέφυρα με το ποτάμι και προχωρήσαμε χωρίς ν'απαντήσουμε ψυχή. Μονάχα πιο χαμηλά ακούστηκε ένας μοναχικός που μόλις είχε στρώσει τα δίχτυα μες στο μονοπάτι κι ετοιμαζόταν να βαρέσει με το καλάμι. Παρκαρισμένα δυο άλογα λίγο πιο μπροστά. Άκουσε τα πατήματά μας, δίχως να μας δει. "Εεεεε Γιώργη! Περνάς;" ακούστηκε. Ύστερα γύρισε και είδε εμένα μ'έκλπηξη: "Εσύ είσαι Όλγα με τ'άλογο; Καλημέρα!" "Καλημέρα! Πήγε να πάρει τ'αυτοκίνητο να φορτώσει." "Περνάς;" "Πώς δεν περνώ; Περνώ."
Έφτασα στο σταυροδρόμι κι έψαχνα δέντρο χωρίς χαμηλά κλαριά να δέσω τ'άλογο να μην πάρει σβάρνα το σαμάρι. Εκείνο πάλι έψαχνε λαίμαργα που είχε το πιο πυκνό και νόστιμο χορτάρι να μασουλήσει. Πώς να του χαλάσεις το χατήρι; Όλα έπρεπε να ταχτοποιηθούν. Φώναξα το σκύλο να κατηφορήσουμε παρέα στο περιβόλι, παλεύοντας από τη μια να μη γλιστρίσω κι από την άλλη να μην πατήσω τις φρεσκοπεσμένες ελιές...
Άναψα ένα τσιγάρο, καθώς δε θ'ακουγα τη γκρίνια κανενός, να πάρω μια τζούρα κουράγιο για τις αμέτρητες ώρες ταλαιπωρίας που θ'ακολουθήσουν και να προσαρμοστώ στο σκηνικό.  Ο σκύλος, δίπλα μου, να με κοιτάζει παρακλητικά με τον νου του στον μόλις ανοιγμένο σάκο. Τον κέρασα ένα μεζέ και πετάχτηκα πάνω για να ξεκινήσω... Γέλασα μονάχη μου και σιωπηλά με τους λογισμούς μου:"Σκέτα λαογραφικά σύμμεικτα είσαι βρε κορίτσι! Τί κάθεσαι και ψάχνεις να καταγράφεις από δω κι από κει; Εσένανε θά'πρεπε να καταγράφεις!"  



Όση γαλήνη σε κυκλώνει στον κατήφορο, τόσος πόνος στην ανηφοριά! Σουρούπωνε, το κρύο ακόμη πιο τσουχτερό να σε διαπερνά παντού στα πονεμένα μέλη και το κορμί κατάκοπο. Κι όσο κοντοζυγώνεις στο χωριό, ο κοφτός μακρύς ανήφορος να σου σταματά την ανάσα. "Λίγο ακόμη και φτάσαμε... Πότε θα τελειώσουν οι ρημαδιασμένες;!" Κοκκαλωμένος απ'το "παταγούδι", από το ζόρι να ιδρωκοπάς...
Τ'άλογο στάθηκε στη γούρνα της πηγής να ξεδιψάσει. Πλατανόφυλλα την είχαν φράξει. Τά'κανα πέρα απαλά μην ανακατευτούν τα χώματα και γίνει σκέτη θολούρα. Ύστερα τό 'συρα κατά το στάβλο του, να το ξεσαμαρώσω, να του δώσω μια μπουκιά ψωμί που τού'χα φυλαγμένο και να συνεχίσω τον ανήφορο για το δικό μου σπιτικό...


Κατηφορίζαμε και πάλι το μονοπάτι. Οι ίδιες εικόνες των τελευταίων ημερών. Τριγύρω κτήματα, άλλα παρατημένα στο έλεος της άγριας φύσης, άλλα νοικοκυρεμένα να καθρεφτίζουν την επιμονή κι υπομονή του ανθρώπου που ακόμη στέκεται με ευλάβεια μπροστά στον καρπό που τον ανέθρεψε, άλλα φροντισμένα μεν, όμως με τον καρπό να κατρακυλά υφαίνοντας στρωσίδι πλουμιστό στη μάνα γη και την απελπισία να έχει πλέον κερδίσει τη μάχη. Θυμήθηκα κείνο το ζεύγος των παλιακών ηλικιωμένων, των εναπομείναντων, που καβάλα στα γαιδουράκια τους κανένα μήνα πριν, όταν ο καιρός δεν είχε αγριέψει τόσο, διαβαίναν από κει που μαζεύαμε. Άραγε πόσες να πρόλαβαν; Είμαστε "Οι τελευταίοι των Μοϊκανών"- ο τίτλος ξεπήδησε στον νου μου...


Κι ύστερα προχωρούσα κι αναρωτιόμουνα... Πόσοι θ'απομείνουν κι ως πότε να παλεύουν σε τούτα τα δύσκολα "περιβόλια"; Να τα "θαμνεύουν", να τα "ξεβατεύουν", να τα κλαδεύουνε και να καίνε σε μεγάλους σωρούς τα κλωνιά, να κόβουν τα χορτάρια του τόσο γόνιμου βουνού, ν'ανοίγουν γούρνες ποτιστικές και να παλεύουν με τ'αγριογούρουνα που "σαρίζουν" τις πεζούλες κι ανακατεύουν και κάνουν τις πλαγιές αδιάβατες; Να ψεκάζουν για κάθε καινούρια αρρώστια που φαίνεται, να "γκρεμίζουν" τον καρπό με τα γερά τους πονεμένα μπράτσα και τον αυχένα μαγκωμένο ολημερίς στα ψηλά, να μαζεύουν ώρες ατελείωτες σκυφτοί και διπλωμένοι στα δυο στα κατσάβραχα την "πεσιά", να φορτώνουν σακιά ασήκωτα τα σαμαρωμένα ζωντανά τους, να κουβαλάνε στα χέρια κλούβες ξέχειλες, να παλεύουν με την παγωνιά, τον άνεμο, την ξαφνική βροχή και το χιονιά να κουβαλούν δίχτυα και ραβδιά και μηχανήματα και βυτία και τόσα σύνεργα στις δυσπρόσιτες πλαγιές των Κενταύρων; Και πόσο μάλλον για να πάρουν μοναχά μια δραχμή που δεν επαρκεί για τ'αναγκαία... Πόσοι απομείναν; Πόσοι αντέχουν πια; Πόσοι μπορούν, στις μαλθακές μέρες μας, να ελέγχουν τόσο το κορμί τους; Και πόσοι θα απομείνουν για να συνεχίσουν;... Να ενώνουν τις ανασαιμιές τους με την ανάσα του βουνού... να παλεύουν να περισώσουν τον ευλογημένο καρπό απ'τη θλίψη της εγκατάλειψης και να νικήσουν τους πόνους του θνητού ευατού τους... να μπορούν ν'αφουγκράζονται τους ήχους της Πλάσης ανάμεσα στους λογισμούς τους και να δίνουν ακόμη ζωή στα μονοπάτια του Χείρωνα...;


Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2020

Τα κάλαντα

Ένα πρωτοχρονιάτικο διήγημα του Στρατή Τσίρκα:


 Ο ΜΕΓΑΛΟ τὸ ζή­τη­μα, κα­τα­λα­βαί­νεις, ἦ­ταν τὸ ταμ­ποῦρ­λο: Ἂν εἶ­χες ταμ­ποῦρ­λο, ἡ δου­λειὰ ἦ­ταν τε­λει­ω­μέ­νη. Σύν­τρο­φο ἔ­βρι­σκες ἀ­μέ­σως καὶ τὸ φα­νά­ρι δὲν κό­στι­ζε πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ ἕ­να γρό­σι. Ἐ­κεί­νη τὴ χρο­νιὰ ὁ πα­τέ­ρας ἔ­κα­νε ἕ­να με­γά­λο ἔ­ξο­δο. Τὸ με­ση­μέ­ρι τῆς πα­ρα­μο­νῆς τῆς Πρω­το­χρο­νιᾶς μοῦ ἔ­φε­ρε ἕ­να ταμ­ποῦρ­λο! Μι­κρού­τσι­κο, βέ­βαι­α, καὶ τε­νε­κε­δέ­νιο. — Ἔ­τσι δὲν θὰ τὸ σπά­σεις εὔ­κο­λα, μοῦ εἶ­πε. Μὰ ἐ­γὼ κα­τά­λα­βα πὼς ἦ­ταν ἀ­πὸ οἰ­κο­νο­μί­α. Τὰ πέ­τσι­να ταμ­ποῦρ­λα ἐ­κεῖ­να τὰ πρῶ­τα χρό­νια με­τὰ τὸν πό­λε­μο κό­στι­ζαν ἕ­ναν κό­σμο λε­φτά.
       Πῆ­γα καὶ βρῆ­κα ἀ­μέ­σως τὸ φί­λο μου τὸ Μι­χά­λη. Ἦ­ταν τὸ πα­λι­κά­ρι τῆς γει­το­νιᾶς κι ὁ κα­λύ­τε­ρος σύν­τρο­φος γιὰ τὰ κά­λαν­τα. Συ­χνὰ τύ­χαι­νε νὰ μᾶς ρι­χτοῦν τὰ ἀ­ρα­πά­κια στὶς γει­το­νι­ὲς καὶ νὰ μᾶς σκί­σουν τὸ φα­νά­ρι ἢ νὰ σπά­σουν τὸ ταμ­ποῦρ­λο. Ὁ Μι­χά­λης ἦ­ταν πο­λύ­τι­μος.
       — Τὸ ταμ­ποῦρ­λο τὸ ἔ­χου­με, τοῦ φώ­να­ξα. Βγαί­νου­με ἀ­πό­ψε;
       Ὁ Μι­χά­λης δέ­χτη­κε ἀ­μέ­σως. Εἶ­πε, ὅ­μως, πὼς ἔ­πρε­πε νὰ πά­ρου­με μα­ζί μας καὶ τὸν ἀ­δερ­φό του, τὸν Δη­μή­τρη. Ἦ­ταν καλ­λί­φω­νος, λέ­ει, καὶ θὰ βο­η­θοῦ­σε πο­λὺ στὴ δου­λειά. H ἀ­λή­θεια εἶ­ναι πὼς ὁ Δη­μή­τρης τρα­γου­δοῦ­σε σὰν ἄγ­γε­λος. Σοῦ ‘φτα­νε νὰ τὸν ἀ­κού­σεις νὰ ψάλ­λει μιὰ φο­ρὰ «Τῇ Ὑ­περ­μά­χῳ» ἢ νὰ δι­α­βά­ζει τὸν «Ἀ­πό­στο­λο» γιὰ νὰ προ­τι­μή­σεις ἀ­μέ­σως τὸν Ἅ­γιο Κων­σταν­τῖ­νο ὅ­που ἐ­κεῖ­νος ἔ­ψαλ­λε ἀ­πὸ τὸν Ἅ­ϊ Νι­κό­λα. Μὰ ἡ πρό­τα­ση τοῦ Μι­χά­λη εἶ­χε κά­ποι­α ὑ­στε­ρο­βου­λί­α: Τὰ λε­φτὰ ποὺ θὰ κερ­δί­ζα­με θὰ μοι­ρά­ζον­ταν στὰ τρί­α. Ἐ­κεῖ­να θὰ ἔ­παιρ­ναν τὰ πιὸ πολ­λὰ κι ἐ­γώ, μ΄ ὅ­λο το ταμ­ποῦρ­λο μου, τὰ πιὸ λί­γα.
       Κι ὅ­μως, χω­ρὶς κα­νέ­να δι­σταγ­μό, δέ­χτη­κα. Τό­ση ἦ­ταν ἡ ἀ­γά­πη ποὺ τοῦ εἶ­χα κι ὁ θαυ­μα­σμός μου!
       Ξε­κι­νή­σα­με βρα­δά­κι. Ὁ Μι­χά­λης φο­ροῦ­σε ἕ­να μαῦ­ρο μα­κρὺ παλ­τό, ποὺ φού­σκω­νε κω­μι­κὰ στὴν κοι­λιά του, σκε­πά­ζον­τας τὸ ταμ­ποῦρ­λο. Σ’ ἐ­μέ­να ξέ­πε­σε τὸ χάρ­τι­νο φα­να­ρά­κι κι ἡ φρον­τί­δα νὰ τὸ ἀ­να­βο­σβή­νω κά­θε τό­σο. Ὁ Δη­μή­τρης, σὰν πρίγ­κι­πας, μὲ τὰ ὄ­μορ­φα μά­τια του καὶ τὴ γλυ­κιὰ φω­νή του, εἶ­χε τὰ χέ­ρια του στὶς τσέ­πες καὶ πή­γαι­νε στὸ δρό­μο πό­τε πιὸ μπρο­στά, πό­τε πιὸ πί­σω μας, σάμ­πως νὰ μὴν μᾶς ἤ­ξε­ρε. Ὁ Μι­χά­λης τὸν πεί­ρα­ζε λέ­γον­τάς του πὼς ἔ­κα­νε τὸν κόν­τε γιὰ χα­τί­ρι τῆς Ρη­νού­λας. Μὰ πέ­ρα­σαν πολ­λὰ χρό­νια ἀ­πὸ τό­τε γιὰ νὰ κα­τα­λά­βω τὴ ση­μα­σί­α αὐ­τοῦ τοῦ πει­ράγ­μα­τος. Ἡ «πε­λα­τεί­α» τοῦ Μι­χά­λη καὶ τοῦ Δη­μή­τρη ἦ­ταν ἡ πε­ρισ­σό­τε­ρη ἀ­πὸ τὶς φτω­χο­γει­το­νι­ές. Ἀμπ­ντίν, Σού­μπρα, Κό­φτι­κο Πα­ζά­ρι. Οἱ εἰ­σπρά­ξεις μέ­τρι­ες. Λέ­γα­με κι «εὐ­χα­ρι­στῶ» ἂν τύ­χαι­νε νὰ μᾶς δώ­σουν κα­νέ­να γρο­σά­κι ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὰ φουν­τού­κια καὶ τὰ ἀ­μύ­γδα­λα. Τό­τες ἐ­γὼ τοὺς τρά­βη­ξα στὶς ἀ­ρι­στο­κρα­τι­κὲς γει­το­νι­ές. Αὐ­τὸ ἦ­ταν ἕ­να μυ­στι­κὸ δι­κό μου. Μέ­ρες τώ­ρα τὸ φύ­λα­γα. Στὸ κου­ρεῖ­ο τοῦ πα­τέ­ρα μου ἔρ­χον­ταν ὅ­λο για­τροὶ καὶ δι­κη­γό­ροι.
       Ἀ­πὸ μέ­ρες τώ­ρα μὲ ρω­τοῦ­σαν:
       — Ἔ, πι­τσι­ρί­κο, δὲ θὰ ‘ρθεῖς νὰ μᾶς τὰ πεῖς;
       Ἐ­γὼ ἀ­παν­τοῦ­σα ἀ­ό­ρι­στα. Ση­μεί­ω­να, ὅ­μως, τὸ ὄ­νο­μα καὶ φρόν­τι­ζα νὰ μά­θω τὴ δι­εύ­θυν­ση. Ἔ­τσι, στὴν πιὸ ἀ­πελ­πι­στι­κὴ στιγ­μὴ τῆς «ἐ­πι­χεί­ρη­σης» ξε­φούρ­νι­σα στοὺς φί­λους μου μιὰ λί­στα μὲ ἕ­ξι-ἑ­φτὰ ὀ­νό­μα­τα γεν­ναῖα.
       — Πᾶ­με, τοὺς εἶ­πα, παίρ­νον­τας ὕ­φος προ­στα­τευ­τι­κό.
       — Τί λές, μω­ρέ!
       Φώ­να­ξαν κι οἱ δυ­ό τους. Θὰ μᾶς δι­ώ­ξουν μὲ τὶς κλο­τσι­ές.
       — Ἔ­γνοι­α σας, εἶ­πα ἐ­γώ. Ξέ­ρω τὴ δου­λειά μου.
       Ἡ δου­λειά μου ἦ­ταν, μό­λις ἄ­νοι­γε ἡ πόρ­τα, νὰ εἰ­δο­ποι­ῶ πὼς ὁ Τά­κης ὁ γιὸς τοῦ Κὺρ Στέ­φα­νου, τοῦ μπαρ­μπέ­ρη, ἦρ­θε νὰ πεῖ τὰ κά­λαν­τα. Ἔ­τσι τὰ πή­γα­με θαυ­μά­σια. Τὰ σε­λι­νά­κια ἦρ­θαν νὰ σκε­πά­σουν τὰ γρο­σά­κια τῶν φτω­χο­γει­το­νι­ῶν.
       Μά, ἕ­να πράγ­μα δὲν μοῦ ἄ­ρε­σε: Στὰ σπί­τια αὐ­τὰ ποὺ πη­γαί­να­με, σὰν ἄ­κου­γαν ποι­ός εἶ­ναι ἔ­ξω, μὲ φώ­να­ζαν νὰ μπῶ μέ­σα, ἐ­νῶ τοὺς φί­λους μου τοὺς ἄ­φη­ναν στὴν πόρ­τα. Μὲ φί­λευ­αν ἰ­δι­αί­τε­ρα καὶ μοῦ ἔ­δι­ναν στὸ χέ­ρι, κρυ­φά, κα­νέ­να σε­λί­νι, λέ­γον­τάς μου πὼς αὐ­τὸ εἶ­ναι «δι­κό μου, μό­νο δι­κό μου».
       Θυ­μή­θη­κα τὸ κόλ­πο τοῦ Μι­χά­λη ποὺ μοῦ ἐ­πέ­βα­λε τὸ Δη­μή­τρη. Ὅ­μως, ἡ καρ­διά μου δὲν βά­στα­ξε καὶ τοὺς τὰ ὁ­μο­λό­γη­σα ὅ­λα ἀ­μέ­σως. Κι ἔ­τσι τὰ ἰ­δι­αί­τε­ρά μου μπῆ­καν στὸν κοι­νὸ κουμ­πα­ρά. Ὅ­λα θὰ τε­λεί­ω­ναν μιὰ χα­ρά, θὰ περ­νού­σα­με φί­να τὴν ἐ­παύ­ριο, μὲ κι­νη­μα­το­γρά­φο κ.λπ. κ.λπ., ἂν στὸ γυ­ρι­σμό, ἐ­κεῖ στὰ  μπα­ξε­δά­κια τοῦ Μα­ρου­φιοῦ, δὲ συ­ναν­τού­σα­με τὸ Στρα­βο­σπύ­ρο μὲ τὴν πα­ρέ­α του.
       Ὁ Στρα­βο­σπῦ­ρος ἦ­ταν ἕ­νας ἴ­σα­με κεῖ πά­νω, μόρ­της καὶ βλά­σφη­μος. Τὶς Κυ­ρια­κὲς στὸν Ἅ­γιο Κων­σταν­τῖ­νο που­λοῦ­σε κου­λού­ρια τῆς κα­νέ­λας. Μα­ζί του καὶ δυ­ὸ ἄλ­λοι —Πα­να­γιά μου φύ­λα­γε!— ποὺ κου­βα­λοῦ­σαν μιὰ λα­τέρ­να κι ἕ­να φα­νά­ρι τζά­μι­νο, στο­λι­σμέ­νο μὲ λο­γῆς-λο­γῆς κορ­δέ­λες καὶ χαρ­τιά. Τί ἤ­θε­λε ὁ Δη­μή­τρης σ’ ἐ­κεί­νη τὴ σκο­τει­νὴ γω­νιὰ νὰ πά­ει νὰ τοὺς παι­νευ­τεῖ γιὰ τὶς εἰ­σπρά­ξεις μας; Ὥ­σπου νὰ τὸ πά­ρου­με χαμ­πά­ρι, μᾶς εἶ­χαν βά­λει κά­τω, μᾶς πῆ­ραν τὰ λε­φτὰ καὶ μᾶς σπά­σαν καὶ τὸ ταμ­ποῦρ­λο. Τί μπο­ροῦ­σε νὰ τοῦ κά­νει κι ὁ Μι­χά­λης τὸ παι­δὶ μ’ αὐ­τοὺς τοὺς ντα­γλα­ρά­δες.
       Ἐ­γώ, κλαί­γον­τας καὶ βα­στών­τας πάν­τα τὸ χάρ­τι­νο σβη­σμέ­νο φα­να­ρά­κι μου, τρά­βη­ξα γιὰ τὸ σπί­τι. Ὁ Μι­χά­λης κι ὁ Δη­μή­τρης, ὅ­μως, πῆ­ραν στὸ κα­τό­πι τοὺς μόρ­τες, κα­λών­τας, ἄ­δι­κα, τοὺς τσα­ού­ση­δες νὰ τοὺς πιά­σουν. Δὲν ξέ­ρω πῶς τέ­λει­ω­σαν οἱ φί­λοι μου. Δὲ ρώ­τη­σα ἢ δὲ θυ­μᾶ­μαι πιά. Ἐ­κεῖ­νο ποὺ θυ­μᾶ­μαι πο­λὺ κα­λὰ εἶ­ναι πὼς πέ­ρα­σα τὶς γι­ορ­τὲς γε­μά­τες πί­κρα καὶ θλί­ψη ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τη. Τὸ παι­δι­κὸ μυα­λό μου δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ πα­ρα­δε­χτεῖ τό­τε πὼς ὑ­πῆρ­χαν κι ἄλ­λοι πιὸ δυ­στυ­χι­σμέ­νοι ἀ­πὸ μέ­να καὶ πὼς τὸ πε­ρι­στα­τι­κὸ μὲ τὸ Στρα­βο­σπῦ­ρο ἦ­ταν ἕ­να ἀ­πει­ρο­ε­λά­χι­στο πα­ρά­δειγ­μα τῆς ἀ­δι­κί­ας καὶ τῆς βί­ας ποὺ βα­σί­λευ­ε καὶ  βα­σι­λεύ­ει ἀ­κό­μα στὸν κό­σμο.


Πη­γή: ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κες Ἱ­στο­ρί­ες (ἐ­πι­λο­γὴ-ἐ­πι­μέ­λεια: Δη­μή­τρης Πο­σάν­τζης, ἐκδ. Κα­στα­νι­ώ­της, Ἀ­θή­να, 2009).


Διαδικτυακή πηγή: Ιστορίες Μπονζάι

Καλή κι ευλογημένη Χρονιά!!!

Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2019

Το μοιρασμένο φλουρί...

του Παύλου Νιρβάνα...

[Τὸ φλουρὶ τοῦ φτωχοῦ]

"Τὸ πρῶτο φλουρὶ τῆς βασιλόπιτας, ποὺ μοῦ ἔπεσε, βγῆκε μοιρασμένο. Ἦταν ἀληθινὸ φλουρί, γιατί ὁ πατέρας μου τὸν καιρὸ ἐκεῖνο συνήθιζε νὰ βάζει στὴ βασιλόπιτα τοῦ σπιτιοῦ μας μιὰ χρυσὴ ἀγγλικὴ λίρα.

Πῶς ἔρχονται τὰ πράματα καμιὰ φορά!

Ὁ πατέρας μου, ὄρθιος μπροστὰ στὸ ἁγιοβασιλιάτικο τραπέζι, ἔκοβε τὴν πίτα, ὀνοματίζοντας κάθε κομμάτι ξεχωριστά, πρὶν κατεβάσει τὸ μεγάλο μαχαίρι τοῦ ψωμιοῦ. Ἀφοῦ ἔκοψε τὸ κομμάτι τοῦ σπιτιοῦ, τῶν ἁγίων, τὸ δικό του καὶ τῆς μητέρας μου, πρὶν ἀρχίσει τὰ κομμάτια τῶν παιδιῶν, σταμάτησε σὰν νὰ θυμήθηκε κάτι.

- Ξεχάσαμε, εἶπε, τὸ κομμάτι τοῦ φτωχοῦ. Αὐτὸ ἔπρεπε νά ῾ρθει ὕστερα ἀπὸ τοὺς ἁγίους. Ἂς εἶναι ὅμως. θὰ τὸ κόψω τώρα κι ὕστερα θ᾿ ἀρχίσω τὰ κομμάτια τῶν παιδιῶν. Πρῶτα ὁ φτωχός. Κατέβασε τὸ μαχαίρι καὶ εἶπε:

- Τοῦ φτωχοῦ.

Ἔπειτα θὰ ἐρχόταν τὸ δικό μου κομμάτι, ποὺ ἤμουν ὁ μεγαλύτερος ἀπὸ τὰ παιδιά.

Καθὼς τραβοῦσε ὅμως τὸ κομμάτι τοῦ φτωχοῦ, γιὰ νὰ κόψει τὸ δικό μου, τὸ χρυσὸ φλουρὶ κύλησε στὸ τραπεζομάντιλο. Τὸ κόψιμο τῆς πίτας σταμάτησε. Κοιτάζαμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο κι ὁ πατέρας ὅλους μας.

-Ποιανοῦ εἶναι τώρα τὸ φλουρί; εἶπε ἡ μητέρα μου. Τοῦ φτωχοῦ ἢ τοῦ Πέτρου; Ἐγὼ λέω πῶς εἶναι τοῦ Πέτρου.

Ἡ καημένη ἡ μητέρα! Τὸ εἶχε καημὸ νὰ πέσει σ᾿ ἐμένα.

-Οὔτε τοῦ φτωχοῦ εἶναι, εἶπε ὁ πατέρας μου, οὔτε τοῦ Πέτρου. Τὸ σωστὸ σωστό. Τo φλουρὶ μοιράστηκε. Ἦταν ἀνάμεσα στὰ δυὸ κομμάτια. Καθὼς τὰ χώρισα μὲ τὸ μαχαῖρι, ἔπεσε κάτω. Τὸ μισὸ λοιπὸν εἶναι τοῦ φτωχοῦ, τὸ μισὸ τοῦ Πέτρου.

- Καὶ τί θὰ γίνει τώρα; ρώτησε στενοχωρημένη ἡ μητέρα μου.

- Τί θὰ γίνει;... Συλλογιζόμαστε κι ἐμεῖς.

- Μὴν πονοκεφαλᾶτε, εἶπε ὁ πατέρας. Ἄνοιξε τὸ πορτοφολάκι του, ἔβγαλε ἀπὸ μέσα δυὸ μισὲς χρυσὲς λίρες (τὸ χρυσάφι δὲν εἶχε κρυφτεῖ ἀκόμα) καὶ τὶς ἀκούμπησε στὸ τραπέζι.

- Νά, τί θὰ γίνει. Αὐτὴ φυλάξτε τη, νὰ τὴ δώσετε στον πρῶτο ζητιάνο, ποὺ θὰ χτυπήσει τὴν πόρτα μας. Εἶναι ἢ τύχη του. Ἡ ἄλλη μισὴ εἶναι τοῦ Πέτρου. Καὶ μοῦ τὴν ἔδωσε.

- Καλορίζικη! Καὶ τοῦ χρόνου, παιδί μου! Εἶσαι εὐχαριστημένος;

Ἤμουν καὶ μὲ τὸ παραπάνω. Ἡ ἰδέα μάλιστα πὼς είχα συντροφέψει μὲ τὸ φτωχὸ μὲ διασκέδαζε.

- Θὰ τοῦ τὴ δώσω ἐγὼ μὲ τὸ χέρι μου, εἶπα καὶ γελούσαμε ὅλοι μὲ τὴν παράξενη τύχη μου.

Τὰ ἄλλα παιδιὰ μὲ πείραζαν. Ὁ σύντροφος τοῦ φτωχοῦ. Μονάχα ὁ πατέρας μου δὲ γελοῦσε.

Ἐκεῖνος μὲ τράβηξε κοντά του, μὲ φίλησε καὶ μοῦ εἶπε:

- Μπράβο σου! Εἶσαι καλὸ παιδί.

Τὸ ἄλλο πρωί, μόλις ξυπνήσαμε, χτύπησε ἡ πόρτα. Κάτι μοῦ ἔλεγε πὼς ἦταν ζητιάνος, ποὺ ἔφτανε βιαστικὸς νὰ πάρει τὸ μερίδιό του. Ἔτρεξα στὴν πόρτα μὲ τὴ μισὴ λίρα. Ἦταν ἕνας γέρος φτωχός, μὲ κάτασπρη γενειάδα, γυρτὸς ἀπὸ τὰ χρόνια, καὶ τρέμοντας ἀπὸ τὸ κρύο μουρμούριζε εὐχές.

- Πάρε, παππού, τοῦ εἶπα. Ὁ γέρος, ποὺ δὲν ἔβλεπε καλὰ καὶ τοῦ εἶχε γυαλίσει, φαίνεται, παράξενα ἀπὸ τὰ χρονιὰ τὸ χρυσὸ νόμισμα, τὸ ἔφερε κοντὰ στὰ μάτια του, γιὰ νὰ τὸ κοιτάξει καλύτερα. Δὲν μποροῦσε νὰ πιστέψει πὼς κρατοῦσε χρυσάφι στὰ χέρια του, τὸν καιρὸ ἐκεῖνο, ποὺ ὅλοι ἔδιναν στοὺς φτωχοὺς δίλεπτα καὶ μονόλεπτα.

- Τί εἶναι αὐτό, παιδάκι μου; μὲ ρώτησε.

-Μισὴ λίρα εἶναι, παππού, τοῦ εἶπα. Πάρε την, δική σου εἶναι.

Ὁ καημένος δὲν ἤθελε νὰ τὸ πιστέψει. Μήπως ἔκαμες λάθος, παιδάκι μου; Γιὰ ρώτησε τοὺς γονεῖς σου.

Τοὺ ἐξήγησα μὲ τί τρόπο εἴχαμε μοιραστεῖ τὸ φλουρὶ τῆς βασιλόπιτας. Ὁ γέρος ἔτρεμε ἀπὸ τὴ χαρά του. Σήκωσε ψηλὰ τ᾿ ἀρρωστημένα του μάτια καὶ εἶπε:

-Ὁ Θεὸς εἶναι μεγάλος! Νὰ ζήσεις, παιδάκι μου, καὶ νὰ σὲ χαίρονται οἱ γονιοί σου. Καὶ ὁ Θεὸς νὰ σ᾿ ἀξιώσει νὰ ῾χεις πάντα ὅλα τὰ καλὰ καὶ νὰ τὰ μοιράζεις μὲ τοὺς φτωχοὺς καὶ τοὺς ἀδικημένους. Τὴν εὐχή μου νά ῾χεις!

Μοῦ ἔδωσε τὴν εὐχή του, σήκωσε πάλι ψηλὰ κατὰ τὸν οὐρανὸ τ᾿ ἀρρωστημένα του μάτια καὶ κατέβηκε μὲ τὸ ραβδί του τὴ σκάλα."


Καλή Πρωτοχρονιά!

Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2019

Χριστούγεννα....

Κι εκεί που έλεγα πως θά'βρισκα επιτέλους λίγο χρόνο να ξεσκονίσω το διαδικτυακό σπιτικό μου και να περιδιαβώ στη γειτονιά, ξεκινήσαν οι ελιές! Και μαζί με τις ελιές χίλια-δυο καινούρια ντράβαρα! Να γυρνάς ταλαίπωρος, με το κορμί πονεμένο και νά'χεις ν'αντιμετωπίσεις -πέραν των άλλων εργασιών που σε περιμένουν- την απόλυτη παράνοια της γραφειοκρατίας, των λογιστικών λαθών και του σογιού σου μέχρι τα μαύρα μεσάνυχτα! Κι αυτό κάθε μέρα, καθημερινή, γιορτή και σχόλη! Είναι που κωλύομαι να τα περιγράψω εδωδά.... αλλιώς είναι για να τραβά κανείς τα μαλλιά του! Αυτό που μονολογεί κανείς ακατάπαυστα "Τί ζω, Θεέ μου;!". Δε μπορεί, σε κάποια φάση, θα τό'χετε νιώσει...
Κι έφτασαν τα Χριστούγεννα, χωρίς να ξεμπερδέψουμε ούτε με τις ελιές, ούτε με τις γραφειοκρατίες, ούτε δυστυχώς με το τρελόσογο! Αντ'αυτού, μου κατσικώθηκε και μια σπαστική ίωση για κερασάκι στην τούρτα! Δεν τό'βαλα όμως κάτω, νύχτα παραμονής ξεθεωμένη, με όλους τους αγωγούς του κεφαλιού φρακαρισμένους στο απόλυτο -κι όταν δεν αναπνέω, τρελαίνομαι!- και την κούραση μηνών συσσωρευμένη, με απαράμιλλο πείσμα επέμενα να ζυμώσω το προζυμένιο Χριστόψωμο και, μάλιστα, να το ψήσω στην ξυλόσομπα! Η οποία καινούρια   ξυλόσομπα, με μεγαλύτερο πείσμα επέμενε να μην ανεβάζει θερμοκρασία στο φουρνάκι της πάνω από 100 βαθμούς (Τονίζω το "καινούρια", καθώς η προηγούμενη, σε αντίθεση με τούτη, είχε τη μανία να εκτινάσσει τη θερμοκρασία στα ύψη, οπότε ξεροστάλιαζες με την αγωνία εάν θα γίνει κάρκατσο ή όχι το όποιο περιεχόμενο έψηνες! Για αυτό το λόγο και φέτος την άλλαξα. Και τώρα εκείνη μ'εκδικείται!), με αποτέλεσμα να ξενυχτήσουμε παρέα, για να γίνει τελικά το δικό μου, με συνέπειες, φυσικά, εις βάρος μου, εφόσον κατέληξα αξημέρωτα ένα απολύτως όρθιο πτώμα, μηχανικά κινούμενο, να ετοιμάζομαι για την εκκλησία...


Τέλος πάντων, πέραν των λοιπών αντιξοοτήτων, οφείλω να ομολογήσω πως το χοιρινό το πρασοσέλινο σιγοψημένο στο πήλινο τσουκάλι πάνω στην πυροστιά του τζακιού όλη νύχτα μ'αποζημίωσε την επομένη για τους κόπους μου κι ότι, αφού το απολαύσαμε, αφέθηκα, επιτέλους, να πέσω σε κώμα! Ελπίζοντας πως θα συνέλθω... αμ δε!
[σημ. Μέσα σ'όλα τ'άλλα τα σπαστικά, εδώ και κάποιες μέρες, στο αγαπητό μου κινητό δεν ανοίγει με τίποτα η "προβολή έκδοσης ιστού" του ιστολογίου μου, με αποτέλεσμα, να μη μπορώ να δω τα της γειτονιάς μου και ν'αφήσω μια κουβέντα, ούτε να ψαχουλέψω τα του "σπιτικού" μου διάφορα. Γάνιασα να πάρω μπρος και να καταφέρω ν'αλλάξω την επιλογή σε "προβολή κινητού", που δε με βολεύει καθόλου, μιας και κουράγια για να εγκαταλείψω τον καναπέ και να σταθώ στο γραφείο περιμένοντας ν'ανοίξει ο αρχαιολογικής αξίας επιτραπέζιος υπολογιστής για να περιδιαβώ στο διαδίκτυο, δεν υπήρχαν! Γνωρίζει κανείς να μου πει γιατί συμβαίνει αυτό; Επιβεβαιωμένο κι από άλλους, με την επιλογή "προβολής έκδοσης ιστού" (που είχα τόσον καιρό) το φιρικάκι δεν εμφανίζεται, η σελίδα κολλάει, βγαίνει μισή και δε μπορείς να διαχειριστείς τίποτα! Αν έχει την καλοσύνη κανείς γνώστης να με διαφωτίσει...]
Επειδή, όμως, με όλα τούτα που αραδιάζω, ξέφυγα από το πνεύμα των Χριστουγέννων, όσο μαζεύω κουράγια για να βγω στην παγωνιά να καλύψω μ'αυτοσχέδιες κατασκευές τις λεμονοπορτοκαλιές μου και τα λοιπά ευαίσθητα, καθώς μας έρχεται, κατά πως λένε, χιονιάς, σας παραθέτω εδώ την πιο όμορφη διήγηση για την νύχτα των Χριστουγέννων, καταγεγραμμένη από τον Νίκο Ψιλάκη ("Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη", εκδόσεις Καρμάνωρ), κι ας την έχω ξαναδημοσιεύσει παλαιότερα:


"Έκανε πολύ κρύο τη βραδιά που γεννήθηκε ο Χριστός. Ο σπήλιος ήτανε παγωμένος και τα ζωντανά βαραναπνέανε για να ζεστάνουν με την αναπνιά τους το μωρό. Η Παναγία δεν εκάτεχε είντα να κάμει. Ήτανε κουκουλωμένη δίπλα στη ματζαδούρα και σκεφτόταν πώς θα καταφέρει να ξημερωθεί και να μην ξεπαγιάσει το μωρό. Απάνω στην ώρα ο Ιωσήφ σκέφτηκε ν'ανάψει φωτιά και να σπάσει λίγο την παγωνιά. Μα πού ξύλα;
Βγαίνει όξω από το σπήλιο, κάνει μια βόλτα, τίποτα. Ούτ' ένα ψιχάλι ξύλο δεν ηυρηκε. Μπαίνει πάλι μέσα μα την ώρα που δεν εκάτεχε ίντα να κάμει, θωρεί ένα σωρό άχερα, μεγάλους κοντύλους και άλλα που ήτανε πολυκαιρισμένα μέσα στη ματζαδούρα. Τσι κοντύλους δεν τσι τρώνε τα οζά κι είχανε παραπομείνει στη φάτνη. Μοναχά τους είχανε πάει τα άχερα ίσαμ' εκειά για να τους βάλουνε φωτιά και να ζεστάνουν το Χριστό. Ως τά'δε η Παναγία εδάκρυσε. Κι είπε:
- Νά'χουνε την ευκή μου κι ας είναι πάντα χρυσά, γιατί χρυσή 'ναι κι η ψυχή ντως.
Από τότε τα άχερα έχουνε χρυσό χρώμα. Κι είναι χρυσή η ψυχή ντως γιατί αυτά πομένουνε όντα λιχνίσομε το στάρι.
Μα τ'άχερα ανάψανε, εβγάλανε μια φλόγα κι εσβήσανε. Παγωνιά και πάλι στο σπήλιο. Ξαναβγαίνει όξω ο Ιωσήφ και τα πόδια του μπερδεύουν σ'ένα κλαδί. Δεντρολίβανο, αρισμαρί ήταν. Και με την ίδια τη φωνή του (εκειονά το βράδυ είχανε όλα, ζώα και δεντρά, φωνή) παρακάλεσε τον Ιωσήφ να το κόψει από τον πάτο και να το βάλει να καεί για να ζεσταθεί ο Χριστός. Έτσι κι έγινε. Ξαναδάκρυσε η Παναγιά και είπε:
- Νά'χει την ευκή μου και να μοσκομυρίζει, να το βάνουν στις εικόνες του γιου μου και να στολίζει τις εικόνες των αγίων.
Μα κι αυτό ήτανε λίγο, άναψε κι ώστε ν'ανάψει έσβησε κιόλας. Κι ο σπήλιος άρχισε και πάλι να παγώνει. Όσο περνούσε η ώρα αγρίευε ο καιρός. Περασμένα μεσάνυχτα ακούστηκε ένα τσαχάλισμα μέσα από το βουργιάλι του Ιωσήφ. Ήτανε μια χούφτα ελιές, που τις είχε φυλάξει μ'ένα ντάκο ψωμί για ώρα ανάγκης. "Πήγαινε Ιωσήφ στην πεζούλα πάνω από το σπήλιο. Εκειά 'ναι μια ελιά, η μάνα μας, γιατί δα ξεραθεί από το κακό της άμα μάθει πως εκινδύνεψε ο Χριστός και δεν της τό'παμε..."
Μια και δυο, πάει ο Ιωσήφ. Κι η γέρικη ελιά εχαμήλωσε τα κλωνάρια της, έσπασε τα ξερά κουτσούρια από τον κορμό της και τα τίναξε για να φτάξουν στη μπούκα του σπήλιου. Άναψαν φωτιά, έκαιγε όλη τη νύχτα, έσπασε η παγωνιά και εζεστάθηκε ο Χριστός. Κι όσο περνούσε η ώρα, τόσο κι έφταναν κι άλλα ξύλα στο σπήλιο. Μονάχα ντως! Το πρωί το δεντρό είχε 'πομείνει μόνο ένα κομμάτι κουτσούρι ρίζα, ελιά δεν υπήρχε.
Δάκρυσε η Παναγιά όταν την είδε. Έσκυψε, χάιδεψε το κουτσούρι, ούτ' ένα φύλλο δεν είχε 'πομείνει.
-Την ευκή μου νά'χεις, είπε. Και να μην ξεραίνεσαι ποτέ. Να βγάνεις βλαστούς από τη ρίζα, και να μη γερνάς ποτέ σου. Κι ο καρπός σου ευλογημένος νά'ναι, να τρέφει τους ανθρώπους, να τονε δίνεις να βγαίνει το λάδι, να φέγγουν τη νύχτα οι ανθρώποι και να ανάβει και το καντήλι του Χριστού.
Ειντά 'τονε να το πει. Ένας δροσερός βλαστός εβγήκε από την κουτσούρα τση ρίζας, από κειά απού'χε ακουμπισμένη τη χέρα τση η Παναγία, κι έφταξε ίσαμε ένα μπόι στο ύψος. Ίσαμε το βράδυ η ελιά ήτανε πάλι μεγάλη, όπως ήτανε πριν γεννηθεί ο Χριστός. Και δεν είχε ξεράδια. Είχε ξαναγενεί νέα γιατί είχε την ευκή τση Παναγίας.
Από τότε η ελιά δε γερνά. Ξεραίνεται, μα από την ξέρα τση ρίζας ξαναβγάνει βλαστούς και ξανανιώνει."

Κι ένα κερασματάκι, λόγω των ημερών:



Χρόνια πολλά κι ευλογημένα!!!

Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2019

Κρόκινα στρωσίδια και Ηώς κροκόπεπλος...

"...Αὐτά'πε ὁ Δίας κι ἔσυρε τσ'ἀγκάλες τὴν καλή του'
νιόβγαλτη χλόη ἡ θεία Γῆ ἀπό κάτω τους φυτρώνει,
καὶ μὲ τριφύλλι ὁλόδροσο, κρόκους καὶ κρίνα στρώνει
πυκνά πολύ καὶ μαλακά, σὰν στρῶμα ὅπως νὰ στρῶσαν,
μὴν κείτουνται ἔτσι κατὰ γῆς, καὶ πάνω ἐκεὶ ξαπλῶσαν.
Πανώριο σύννεφο χρυσό γυροῦ τους τοὺς σκεπάζει,
χρυσοσταλίδες λαμπερές ποὺ κάτω ἀργοσταλάζει..."
(Ομήρου Ιλιάς Ξ346-351
απόδοση: Γεωργίου Ψυχουντάκη, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης)


Κάποτε, ούτε θυμάμαι πόσα χρόνια πριν, κάποιος γνωστός της μάνας μου της έδωσε δυο-τρεις βολβούς από κρόκους. Η μάνα μου για να τους προστατεύσει από την τρελή βλάστηση του "εινοσίφυλλου" βουνού, για να μη μπερδευτούν με διάφορα ζιζάνια του κήπου και ξεπατωθούν αντάμα τους, τους παράχωσε σε μια κρυμμένη γωνιά, σε μιαν ακρίτσα χώματος ανάμεσα στις ξερολιθιές στο πίσω μέρος του σπιτιού. Μια γωνιά ξεχασμένη... Μια στις τόσες αναρωτιόμαστε τί τάχα απέγιναν εκείνοι οι βολβοί κι αν κάποτε ευδοκιμούσαν, αλλά όποτε ρίχναμε ματιές μόνο λιγοστά αγριόχορτα αντικρύζαμε στο σημείο. Ώσπου πέρσι αποφάσισε να σκαλίσει το χώμα να δει τί θα βρει. Και βρήκε μια φούχτα μικρούς βολβούς που ενθουσιασμένη μου τους έδωσε και τους φυτέψα σ'ένα σπασμένο πιθάρι στον κήπο, να τους έχουμε κατά νου, να δούμε αν κάνουν κέφι ν'ανθίζουνε στα μέρη μας! Σάμπως τους ταλαιπώρησε όμως η πρόσφατη μετακόμιση κι εκείνη τη χρονιά μοναχά τα λεπτά πράσινα φυλλαράκια τους ξεπρόβαλλαν. Φέτος όμως, λίγες μέρες πριν, την ακούω να με φωνάζει "Έλα να δεις! Έλα! Έλα!"


Κρόκος, ομηρικός, λοιπόν, που τον προτίμησε ο Δίας για στρωσίδι καθώς θα πλάγιαζε με τη θεά σύζυγό του, ξεπρόβαλλε σε μια γωνιά του κήπου μου... Σημειώνει ο Πανταζίδης στο περίφημο "Ομηρικό λεξικό" του: "...εννοείται βεβαίως παρ'Ομήρω ο κοινός, αγοραίος κρόκος, όστις είναι και ως ήδυσμα και ως βαφικόν μέσον χρώμα παρέχον ερυθροκίτρινον χρήσιμος, έχει δε πολύ μαλακά τα φύλλα και τον καρπόν, και ως τοιούτος αποτελεί ηδυπαθές στρώμα εις τους κοιμωμένους θείους συζύγους."
Αν ψάξει κανείς στο διαδίκτυο θ'ανακαλύψει ένα σωρό θεραπευτικές ιδιότητες που του προσδίδουν, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, και δη στον περίφημο γνωστό σε όλους μας κρόκο Κοζάνης, όπως ότι ενισχύει την εγκεφαλική λειτουργία και τη μνήμη, καταπολεμάει το άγχος, την κατάθλιψη, τις νευροεκφυλιστικές παθήσεις (π.χ. την άνοια), μειώνει τη χοληστερίνη και την αρτηριακή πίεση, καταπραϋνει τους σπασμούς, τους πόνους των νεφρών, τη γαστραλγία, διευκολύνει την πέψη, περιορίζει την ακμή, έχει από αφροδιασιακές έως αντιγηραντικές και αντικαρκινικές ιδιότητες...
Αλλά ας δούμε τί λέγαν κι οι παλαιότεροι. Αναφέρει ο Π.Γ.Γεννάδιος στο "Φυτολογικόν Λεξικόν" του που συνέταξε στις αρχές του περασμένου αιώνα: "...περί τα 70 είδη ιθαγενή της Ευρώπης και άλλων παραμ. χωρών... τινά φαρμακευτικά, βαφικά, αρτυματικά ή μυρεψικά. Είδη της ελληνικής χλωρίδος 14... Τούτων και τινών άλλων ειδών τα απεξηραμμένα στίγματα αποτελούσι τον κρόκον του εμπορίου, όστις κν ονομάζεται ζαφορά ή σαφράνι και χρησιμοποιείται ως ουσία φαρμακευτική (φρμ Stigmata Croci), βαφική, αρτυματική, ως και προς χρωμάτιση τυρών, γλυκών και ζυμαρικών (οίον το εν Γαλλία pain de Chatillion). Ο κρόκος ως βαφική και φαρμακευτική ουσία είναι γνωστός από της αρχαιότητος. "Κροκόπεπλος" επονομάζεται η Ηώς παρ'Ομήρω, περί κροκίνων δε και κροκοβαφών υφασμάτων συχνά γίνεται λόγος παρά τοις αρχαίοις συγγραφεύσι. Τας ιαματικάς δυνάμεις και τας ποιότητας του κρόκου περιγράφει ο Διοσκουρίδης. Τα άνθη του αναφέρει ο Αθηναίος ως στεφανωματικά, εξ αυτών δε ελαμβάνετο το "κρόκινον μύρον". "Η αρίστη κρόκος" εφύετο κατά τον Στράβωνα παρά το Κωρύκιον άντρον της Κιλικίας...."

"Ἡ κροκόπεπλη Ἡὼς ἀπὸ τοῦ Ὠκεανοῦ τὶς ροές
ὠρθώθηκε, ἵνα σὲ ἀθανάτους φῶς νὰ φέρη καὶ σὲ θνητούς..."
(Ομήρου Ιλιάς Τ1-2
απόδοση: Κώστα Δούκα)

Η κροκόπεπλη Ηώς, η Αυγούλα... τί όμορφη γλώσσα, πόσοι χρωματισμοί κι εικόνες...
Πόσο υπέροχη περιγραφή της Χαραυγής, της νέας μέρας που ξημερώνει, του πρωινού φωτός που απλώνει τα πέπλα του αποδιώχνοντας το σκοτάδι....



Εκτός από τον Ιπποκράτη και ο Διοσκουρίδης - ιατρός, φαρμακολόγος και βοτανολόγος της αρχαιότητας- έχει αφιερώσει αρκετούς στίχους του αναφερόμενος στον περίφημο κρόκο στο σύγγραμμά του "Περί ύλης ιατρικής" (1.26, 1.27, 1.54). Μεταξύ άλλων οι εξής: "Έχει πεπτικές, μαλακτικές, ελαφρώς στυπτικές και διουρητικές ιδιότητες, ενώ δίνει και καλό χρώμα και εμποδίζει το μεθύσι, όταν πίνεται με το γλυκό κρασί' όταν επαλειφθεί στα μάτια μαζί με γυναικείο γάλα αναστέλλει τις καταρροές των ματιών. Προστίθεται με ωφέλεια και στα ροφήματα για τα εσωτερικά όργανα, και στα βύσματα και στα καταπλάσματα που εισάγονται στη μήτρα και στον πρωκτό. Είναι και αφροδισιακός, καταπραϋνει τις φλεγμονές του ερυσιπέλατος, όταν επαλειφθεί, ενώ χρησιμεύει και στις παθήσεις των αυτιών. Λένε και ότι είναι θανατηφόρος όταν πίνεται μαζί με νερό σε ποσότητα τριών δραχμών. Για να μπορεί να τριφτεί εύκολα πρέπει να τον ξεράνουμε στον ήλιο μέσα σε θερμό καινούριο πήλινο αγγείο' και πρέπει γρήγορα να τον γυρίζουμε. Αλλά και η ρίζα του, όταν πίνεται με γλυκό κρασί, προκαλεί τα ούρα."
Ακόμη μιλάει για την παρασκευή του "κροκομάγματος" από "κρόκινο μύρο, όταν στυφτούν και ξαναζυμωθούν τα αρωματικά βότανα.[...]". Αυτό "έχει την ιδιότητα να καθαρίζει αυτά που σκοτεινιάζουν τις κόρες" αλλά και "διουρητική, μαλακτική, θερμαντική".
Όσο για την παρασκευή του "κρόκινου μύρου" επεξηγεί: "Όταν παρασκευάζεις το κρόκινο μύρο, θα προετοιμάσεις το λάδι κάνοντάς το πιο σφιχτό με στυπτικά, όπως στην περίπτωση του σούσινου μύρου, στην ίδια ποσότητα και αναλογία. Αφού πάρεις λοιπόν από το δεμένο με τις στυπτικές ουσίες για την παρασκευή σούσινου μύρου λάδι τρεισήμισι λίτρες, πρόσθεσε πενήντα δραχμές κρόκο και ανακάτευέ το πολλές φορές την ημέρα... για πέντε μέρες.Την έκτη μέρα στράγγισέ το καλά από τον κρόκο και στον ίδιο τον κρόκο ρίξε την ίδια ποσότητα λαδιού και ανακάτεψέ το για δέκα ημέρες, κι έπειτα, αφού το χύσεις αλλού, πρόσθεσε σαράντα δραχμές τριμμένη και κοσκινισμένη σμύρνα και ανακάτευέ τα ... σε γουδί, κι έπειτα φύλαξέ το. [...] Έχει ιδιότητες θερμαντικές και υπνωτικές, και γι'αυτό πολλές φορές ωφέλησε όσους έχουν φρενίτιδα είτε με εξωτερικές πλύσεις είτε εισπνεόμενο είτε με επάλειψη των ρουθουνιών. Προκαλεί την έκκριση πύου και καθαρίζει τα έλκη, και είναι κατάλληλο για τα σκληρώματα, τα κλεισίματα και τα κακοήθη έλκη της μήτρας μαζί με κερί, κρόκο, μυελό και διπλάσιο λάδι' γιατί χωνεύει, μαλακώνει, ανακουφίζει και υγραίνει. Κάνει καλό και στο γλαύκωμα αλειφόμενο στο κάτω μέρος των ματιών...." (απόδοση: Φιλολογική ομάδα Κάκτου)


Μα τί πανέμορφο λουλούδι! Και τούτα τα χρυσαφιά του στίγματα με τόσες πολύτιμες ιδότητες. Τούτο το χρώμα που ονομάτισε μέχρι και του αυγού τον κρόκο! 
"Κρόκου βαφάς"  αποκαλεί ο Αισχύλος το ιδιαίτερο βαφικό χρώμα που χάριζαν τούτα τα μικρά αποξηραμμένα στίγματα στο ρουχισμό των γυναικών:
"Κι ενώ έπεφτε στη γη ο κροκωτός χιτώνας της, 
σαϊτευε με ικετευτική ματιά καθέναν' απ'τους θυσιαστάς της 
κι' έμοιαζε σαν ζωγραφιά, που θέλει να μιλήση..." 
αποδίδει το απόσπασμα του Αισχύλου ("Αγαμέμνων" 239 κ.ε.) ο Β.Δημαράτος ("εκδόσεις Πάπυρος").
Τούτος ο μικροσκοπικός κρόκος, δεν περνά απαρατήρητος ούτε από τον μεγάλο τραγικό Σοφοκλή:
"Με την ουράνια τη δροσιά, 
την πάσα μέρα ανθίζει
ο νάρκισσος ο φουντωτός
κι ο χρυσωμένος κρόκος
που δυο μεγάλων θεαινών
αρχαίο είναι στολίδι..."
("Οιδίπους επί Κολωνώ" 681-5, απόδοση: Κ.Θρακιώτης, εκδ.Ζαχαρόπουλος)

Αλλά ούτε κι από τον κωμικό κι αθυρόστομο Αριστοφάνη!:
"Εζούσα πρώτα ξένοιαστα κι απλά χωρίς στολίδια
γεμάτος από μέλισσες και τσίπουρα και γίδια,
μα πήγα κι επαντρεύτηκα χωριατομαθημένος
ανεψιά του Μεγακλή, των Μεγακλήδων γένος,
μέσ’ από την πρωτεύουσα τρανή και κορδωμένη,
που σαν Κοισύρα φούσκωνε στολίδια φορτωμένη.
Και σαν γλυκοκοιμότανε την νύκτα στο κρεβάτι μ’ εμένα τον χωριάτη,
εγώ τρυγιές εμύριζα, σύκα, μαλλί, τραγίλα,και τόση βαρβατίλα,
κι εκείνη πάλι μύριζε κρόκους και μύρα τόσα,
παιχνίδια και φιλήματα, που κάνουν με την γλώσσα..."
("Νεφέλες" 43 κ.ε., απόδοση: Γ.Σουρή)

Κι αν τον κρόκο τον πρωτοβρίσκουμε στα Τρωικά του Ομήρου, τον συναπαντάμε όμως και στα μεταγενέστερα Αργοναυτικά του Απολλώνιου Ρόδιου, και, μάλιστα, παρομοιάζει το άνθος του με ένα από τα περίφημα βοτάνια της "μάγισσας" Μηδείας που χρησιμοποιούσε για να παρασκευάζει τα "φάρμακά" της:
"Τ'άνθος του ως ένα πήχυ πάνω από το στέλεχος
έφτανε, και με Κωρύκειο κρόκον ήταν όμοιο
σε διχαλωτό κοτσάνι κρεμασμένο' η ρίζα του
στη γη μέσα γαντζωμένη έμοιαζε με νιόκοπη
σάρκα. Το χυμό της, πού'ταν όμοιος με βουνοθρέφτης 
δρύας το μαύρο χυμό, τον μάζωξε η Μήδεια
στο καυκαλο ενός κοχλιού...."
("Αργοναυτικά" Γ'855, απόδοση: Π.Νικολαϊδης-Ασιλάνης, εκδ.Φύλλα)


Πάμπολλες οι αναφορές των αρχαίων ημών προγόνων στον πολύτιμο ανθό του κρόκου, όπως του Πλουτάρχου, για παράδειγμα, στα "Συμποσιακά" (647D: "Τα άνθη της κύπρου, ο κρόκος, η βάκκαρις ρίχνουν όσους έχουν πιει (κρασί) σε ύπνο ήρεμο, διότι έχουν απορροή απαλή κι ευχάριστη, που διαλύει σιγά σιγά τις ανωμαλίες και τις αναστατώσεις στο σώμα όσων πίνουν πολύ...."), αλλά και του Αθηναίου στους "Δειπνοσοφιστές", όπου συγκεντρώνει αρκετά χαμένα αποσπάσματα ποιητών και φιλοσόφων που τον μνημονεύουν, όπως του Αριστοτέλους, από το "χαμένο" έργο του "Περί μέθης": "Οι λεγόμενες ροδιακές χυτρίδες χρησιμοποιούνται στα μεθύσια και εξαιτίας της ευχαρίστησης που δίνουν και επειδή, όταν θερμαίνονται, κάνουν το κρασί να μας μεθά λιγότερο. [...] κατασκευάζονται από σμύρνα, σχοίνο, άνηθο, κρόκο, βάλσαμο, άμωμο και κιννάμωμο..." (ΙΑ.11) ή του Κρατίνου ("Μαλθακοί"): "Στεφανώνω το κεφάλι μου με κάθε λογής λουλούδια.... με έρπυλο, με κρόκους, με υακίνθους..." (ΙΕ.32- Απόδοση: Θ.Μαυρόπουλος, εκδ.Κάκτος) 

Αλλά ας επιστρέψουμε στις πανέμορφες ομηρικές εικόνες και πάλι, αυτή τη φορά από τον Ομηρικό Ύμνο στη Δήμητρα (στ.6), όπου η Περσεφόνη ξέγνοιαστη μαζεύει άνθη, λίγο πριν την αρπάξει με δόλωμα ο άρχοντας του Κάτω Κόσμου:
"με τις βαθύκολπες κόρες του Ωκεανού η κόρη
έπαιζε, άνθη μάζευε, ρόδα, κρόκους και ία
μες σε λιβάδι δροσερό, σπαθόχορτα, υακίνθους..."
(απόδοση: Θ.Μαυρόπουλου, εκδ.Ζήτρος)

Και από τον Ομηρικό Ύμνο στον Πάνα (στ.25), όπου ο Πάν:
"χορεύει συχνά....
και χαίρεται η ψυχή του με τα λυγερά τραγούδια
μέσα στο χλοερό λιβάδι, όπου ο κρόκος κι ο υάκινθος που θάλλει
ευωδιαστός ασταμάτητα ανακατώνεται με το χορτάρι..."
(απόδοση: Θ.Μαυρόπουλου, εκδ.Ζήτρος)



Ἠὼς μὲν κροκόπεπλος ἀπ᾽ Ὠκεανοῖο ῥοάων
ὄρνυθ᾽, ἵν᾽ ἀθανάτοισι φόως φέροι ἠδὲ βροτοῖσιν...

Πέμπτη 16 Μαΐου 2019

γεμάτη χώμα φρέσκο από χαμομήλι αμόλυντο...


[...] ὅρμινον τε, καί εἰρύσιμον, κύκλαμις τ’ ἰοειδής, 
στοιχάς, παιονίη τε πολύκνημόν τε κάτερνες· 
μανδραγόρης, πόλιόν τ', ἐπί δέ ψαφαρόν δίκταμνον· 
εὔοδμος τε κρόκος, τε και κάρδαμον· 
ἐν δ' ἄρα κῆμος, σμίλαξ, ἠδέ χαμαίμηλον, μήκων τε μέλαινα [...]
(Ορφέως "Άργοναυτικά" στίχοι: 920-4)



Περιγράφοντας ο Ορφέας το παλάτι του Αιήτη στην Κολχίδα... "Διότι εμπρός από τον οίκο του Αιήτου και του ερατεινού ποταμού υπήρχε περίφραγμα [...] Εκτός δε αυτού είναι τρεις υπερμεγέθεις πύλαι [...] πάνω εις τον προστάτη των πυλών στέκεται κάποια βασίλισσα ... η οποία ανάβει την φλόγα του πυρός και την οποία οι Κόλχοι εξιλεώνουν ως Άρτεμιν εμπύλιαν ... Αυτή είναι δια τους ανθρώπους φοβερά κατά την όψιν ... Ούτε κανείς εντόπιος εισεχώρησε περισσότερον εις το εσωτερικόν εκείνης της οδού ούτε και κανείς ξένος επέρασε από το κατώφλι .... Εις δε το έσχατον μέρος του μυχού του περιφράγματος υπάρχει άλσος, κατάσκιον από θάλλοντα δένδρα ... υπάρχουν επίσης χόρτα σκεπασμένα με χαμηλές ρίζες, δηλαδή ασφόδελος .... κυκλάμινον ... και ρίγανη ... Ακόμη φύονται εκεί και μανδραγόρας και πολιόν και δίκταμνον ... και κρόκος ευώδης και κάρδαμον .... σμιλακιά και χαμομήλι και παπαρούνα η μαύρη [...] Εις το μέσον ... απλώνεται ο πανύψηλος κορμός της φηγού (βελανιδιάς) .... επάνω εις ένα μακρόν κλάδον επεκρέματο εδώ κι εκεί το χρυσούν δέρας, το οποίο προφυλάττει ένας φοβερός όφις, καταστρεπτικό δια τους ανθρώπους τερατόμορφον θηρίον [...]"
(απόδοση: Ιωάννου Πασσά- "Τα Ορφικά")

Το χαμομήλι, λοιπόν, κάνει πολύ νωρίς την εμφάνισή του στα ελληνικά γράμματα. Κι αν ο Ιάσων, ξεκινώντας απ'τα λημέρια του Χείρωνα, το αντίκρυσε στο άλσος της Κολχίδας, ο Κώστας Βάρναλης το αντικρύζει στον τόπο των Κενταύρων:

"Σε θεμωνιές, πηγάδια ή σε κουφάλες
ελιών τρυπώστε, ω Θεσσαλές, που λάβρη
σκιρτά η καρδιά σας· όλοι αφρό και γαύροι
με τις στερνές κατηφοράνε στάλες

της βροχής, καταρράχτες, οι Κενταύροι
με πηδήματα οργιές, κραξές μεγάλες
απ’ των φαράγγων μέσα τις διχάλες
κάτασπροι, κατακόκκινοι και μαύροι.

Αλιφασκιά, θυμάρι, χαμομήλι
καπνίζοντας και στα ίδια τους καπούλια
καβάλα, μες στων σύγνεφων τα τούλια

ορθοί και ανάεροι στάθηκαν σαν ήλιοι
και με ρουθούνια πίνουν ματωμένα
τα μύρα των κορμιώ σας τ’ αναμμένα."

(Κώστα Βάρναλη, "Κένταυροι")



Χαμομήλι ή Χαμαίμηλον από το χαμαί (χάμω) και "δια την προς τα μήλα ομοιότητα τη οσμή", σύμφωνα με τον αρχαίο ιατρό Διοσκουρίδη. Ο Διοσκουρίδης, μάλιστα, το συγκαταλέγει στην ευρύτερη κατηγορία των "ανθεμιδών": 
"Ανθεμίδα: Άλλοι την αποκαλούν "λευκάνθεμο", άλλοι "ηράνθεμο", επειδή ανθίζει την άνοιξη (σημ. έαρ/ ηρ), άλλοι "χαμομήλι", επειδή μοιάζει στη μυρωδιά με τα μήλα, άλλοι "μηλάνθεμο", άλλοι "χρυσοκαλλία" και άλλοι "καλλία". Αυτής υπάρχουν τρία είδη τα οποία διαφέρουν μόνο στα άνθη' βλαστοί μιας σπιθαμής , με τη μορφή θάμνου, οι οποίοι έχουν πολλές διακλαδώσεις, μικρά φυλλαράκια, λεπτά και κεφάλια σφαιρικά τα οποία από μέσα έχουν μικρό λουλουδάκι λευκό και χρυσαφί, ενώ απ'έξω περιβάλλεται κυκλικά από λευκά ή κίτρινα ή πορφυρόχρωμα φυλλαράκια στο μέγεθος του απήγανου. Φυτρώνει σε πετρώδεις περιοχές και δίπλα στους δρόμους, ενώ μαζεύεται την άνοιξη. [...]" (Διοσκουρίδου, "Περί Ύλης Ιατρικής", Γ 136 - απόδοση: "Φιλολογική Ομάδα Κάκτου")

Σημειώνει ο Π.Γ.Γεννάδιος στο "Λεξικόν Φυτολογικόν": "Χαμαίμηλον (Matricaria)... περί τα 70 είδη... Το αξιολογώτερον είνε Χ. το κοινόν... Το μόνον είδος του προκειμένου γένους όπερ απαντά  έν Ελλάδι, ένθα είνε κοινότατον και κν. γνωστόν υπό τα ονόματα Χαμομήλι, Χαμόμηλο, Μαρτολούλουδο (Κοραής)' εν Αιγίνη Λουλούδι του Αγ.Γεωργίου, εν δε τη Κύπρο Μουγιόχορτο. Το φυτό τούτο είνε πιθανός το Χαμαίμηλον του Γαληνού, εις τούτο δε κατά τινάς αναφέρεται μία των Ανθεμίδων του Διοσκουρίδη. Τα άνθη του φαρμακευτικά' αλεθόμενα και μεταβαλλόμενα εις λεπτήν κόνιν δυνατόν ν'αντικαταστήσωσι το Πύρεθρον εν τη καταπολεμήσει πολλών εντόμων, αποσταζόμενα δε παρέχουσι κυανούν φαρμακευτικόν αιθέριον έλαιον πολύτιμον. [...]"











Η  αλήθεια είναι πως στο βουνό του Χείρωνα δυσκολεύομαι, πλέον, να βρω καθαρό χαμομήλι. Ίσως επειδή, καθώς γράφει κι ο Διοσκουρίδης "φύεται ... παρά τας οδούς" και, στις μέρες μας, δεν είναι και το ιδανικότερο να συλλέγεις βοτάνια από τέτοιες τοποθεσίες! Γιατί κι εδώ το πανέμορφο χαμομηλάκι θα το εντοπίσω συχνά σε ισόπεδες αλάνες που παρκάρουν αυτοκίνητα ή ανάμεσα σε πετρούλες καλντεριμιού που περιδιαβαίνουν γατιά, σκυλιά και άνθρωποι... Είναι και τόσο πλούσια η βλάστηση στο βουνό μας που, που να ξεχωρίσει το χαμηλό του ανάστημα ανάμεσα στην πνιγηρή άγρια πρασινάδα; Άσε που οι περισσότεροι σύγχρονοι το ξεπατώνουν από τη ρίζα βιαστικά (η εποχή της "κεκτημένης ταχύτητας", βλέπεις...), γιατί δεν έχουν την υπομονή να συλλέξουν όπως οι παλιοί, μ'ευλάβεια, μοναχά τ'ανθάκια του, αποσπώντας τα με το άνοιγμα των δαχτύλων τους ("καθώς η φούχτα άμα τρυγά πυκνό το χαμομήλι κι ανάμεσα στα δάχτυλα το δέχεται" -Άγγελος Σικελιανός). Κι επιπλέον, οι τόσοι ψεκασμοί με φονικά δηλητήρια για τα χορτάρια δυσχεράναν ακόμη περισσότερο την επιβίωσή του...
Πάντως, κουτσά-στραβά, τελικά τα καταφέρνω να μαζέψω τα εύοσμα ανθάκια του. Από τα ωραιότερα αρώματα της φύσης κατ'εμέ! Κι αν και δεν είμαι φίλος των ζεστών αφεψημάτων και "τσαγιών" (προτιμώ κάτι σε τσίπουρο ή κρασάκι!!), είναι από τα λίγα βότανα που το ρόφημά τους με δελεάζει. Κι ακόμη περισσότερο για τις τόσες φαρμακευτικές ιδιότητες που διαθέτει! Πολλές εκ των οποίων έχω τσεκάρει! Από φλεγμονή στο δόντι μέχρι δερματικά... Έτσι συγκαταλέγεται στα σπουδαιότερα βότανα του "της φύσης φαρμακείου μου", μαζί με το περίφημο βάλσαμο ή σπαθόχορτο.

Μας πληροφορεί ο Κώστας Μπαζαίος ("100 βότανα, 2000 θεραπείες"): 
"Το χαμομήλι είναι ένα βότανο με πολύπλευρη δράση. Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι το χρησιμοποιούσαν ως αντιπυρετικό και στους διαλείποντες πυρετούς (Γαληνός), ο Διοσκουρίδης το θεωρούσε εμμηναγωγό και ο Ιπποκράτης το συνιστούσε σε υστερικές κρίσεις και σε λευκόρροια. Συνίσταται σχεδόν για κάθε οργανική ανωμαλία, αν και η σπουδαιότερη ικανότητά του είναι να χαλαρώνει άτομα φορτισμένα από συναισθηματικά προβλήματα. Η δράση του είναι αντισπασμωδική. Και σπασμός είναι το αποτέλεσμα μιας εντάσεως, φυσικής ή πνευματικής. Πολλά πειράματα... έδειξαν ότι το χαμομήλι έχει την ικανότητα να θεραπεύει φλεγμονές του δέρματος, εκζέματα, αναφυλαξίες, κυστίτιδες, χρόνιες γαστρίτιδες και άλλες αρρώστιες."  Κατόπιν παρουσίαζει τις κυριότερες ιδιότητές του:
"- Σπασμολυτικό, ηρεμιστικό των νεύρων (ημικρανίες, νευραλγίες, ζαλάδες, αυπνίες, υστερία, παροξυσμός ασθματος)
- Επουλωτικό (εγκαύματα, σπυριά, λειχήνες, εκζέματα)
- Καταπραϋντικό, αναλγητικό, παυσίπονο, αντιφλογιστικό (οδυνηρή οδοντοφυϊα, διαταραχές εμμηνόπαυσης, κυστίτιδες, ρευματισμούς, βήχα, νευραλγία τριδύμου)
- Ανθελμινθικό
- Αντιαλλεργικό (αναφυλαξία, φαγούρα)
- Ορεκτικό, διεγερτικό
- Χωνευτικό, αντιφυσητικό, αντιδιαρροϊκό
- Ανακουφίζει φλογισμένες αιμορροϊδες, κράμπες, πόνους αυτιών
- Εφιδρωτικό, αντιπυρετικό
- Χολαγωγικό
- Βακτηριοκτόνο (πληγές στόματος, άφθες, δέρμα)
- Εμμηναγωγό (δυσμηνόρροια) [...]"



Εμπνεόμενη από τη διαδικασία παρασκευής του βαλσαμέλαιου, μια χρονιά δοκίμασα να παρασκευάσω και "χαμομηλέλαιο" με την ίδια λογική: Σ'ένα βάζο στριμωγμένα ανθάκια χαμομηλιού (πάντα θέλω "δυνατή" δόση από την πρώτη ύλη μου) περιλουσμένο με ελαιόλαδο (βιολογικό και άθερμο), τοποθετημένο για κανένα μήνα σε μέρος φωτισμένο μεν από τον ήλιο αλλά και σκιερό συνάμα κι έπειτα στράγγισμα. Τελικά, μου χρησίμευσε όσο δεν το περίμενα, οπότε και φέτος μπήκα στην ίδια διαδικασία...



Τετάρτη 1 Μαΐου 2019

Οι "Μάηδες" του Πηλίου!

Καλό μήνα Μάη!


Ανεξάντλητα τα πρωτομαγιάτικα λαογραφικά, άλλο αν στις μέρες μας μας έχει απομείνει, βασικά, το περίφημο μαγιάτικο στεφάνι, οι εξορμήσεις στην εξοχή κι άντε κι ένα καλό φαγοπότι. Τί κι αν έχω παρουσιάσει κάποια τις περασμένες χρονιές, όπως τα παρακάτω:
Μαγιάτικα και Πρωτομαγιάτικα..
Μαγιοστέφανα και κεφαλονίτικη πρωτομαγιά..
Πρωτομαγιάτικα...
Οι "Μάηδες" που χάθηκαν...
... πάντα, θα φανερωθεί και μια καινούρια πηγή!
Αυτή τη φορά οι "Μάηδες" από το βιβλίο του Βασίλη Πλάτανου "Ελληνικά Λαϊκά Πανηγύρια" με πανέμορφες ξυλογραφίες του Ράλλη Κοψίδη (εκδόσεις: Φιλιππότη):