Παρασκευή 9 Μαρτίου 2012

Οι Σαράντα, ο γαμπρός, το γεφύρι και η αρμυρόκ'λουρα!

"Σαράντα φάε,
σαράντα πιές,
σαράντα δώσ' για την ψυχή σ'!"

"Τί δίναν λοιπόν τη μέρα εκείνη;" απόρησα. "Έδωναν φαγητό σε τρία πιάτα' τραχανά και μπουμπάρι, σε τρία σπίτια στη γειτονιά.", θυμήθηκε.
"Στη συνείδηση του λαού ο αριθμός 40 είναι ιερός." αναφέρει ο Γ.Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας") και συνεχίζει: "Όλες οι συνήθειες και οι προλήψεις της μέρας αυτής βάση έχουν τη θρησκευτική ή μαγική σημασία του αριθμού 40. Συνηθίζονται οι σαραντόπιτες, δηλαδή πίτες με 40 φύλλα, ή 40 τηγανίτες ή φαγητά από 40 ειδών χόρτα ή όσπρια που τα μοιράζουν για την ψυχή των ζωντανών."

Εμείς εδώ, στα χωριά του Πηλίου, είχαμε τα 40 κλαράκια με τα οποία φτιάχναν οι κοπέλες το μαγικό γεφύρι απ'όπου στ'όνειρό τους θα περάσει ο γαμπρός. Πάνω σ'ένα αυλάκι σε σταυροδρόμι. Πάντα στο σταυροδρόμι, στο σταυροδρόμι με τις ιδιαίτερες αυτές δυνάμεις (κι ύστερα μου λες για φενγκ σούι!) από την προχριστιανική αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Βάζανε, που λες, τούτα τα κλαράκια "ασκάλα", να φτιάξουν το γεφύρι πάνω στ'αυλάκι. Έχουμε τέτοια αυλάκια ποτιστικά παντού στα καλντερίμια μας. Κι ύστερα κάνανε μετάνοιες στα εικονίσματα του σπιτιού. Όλα τούτα την παραμονή. Και σαν ξημέρωνε των Αγίων Σαράντα, θά'βλεπαν στον ύπνο τους το γαμπρό πάνω στο γεφύρι. Στην καλύτερη μάλιστα, θα το διαβαίνανε και μαζί. (βλ. και: Τα νυχτέρια...)

Όμως οι αγωνιώδεις προσπάθειες τούτη τη μέρα για το μάντεμα του γαμπρού δε σταματούσαν εδώ. Φτιάχνανε και τις "αρμυρόκ'λουρες". Ας δώσω το λόγο στον τοπικό μας λαογράφο Κώστα Λιάπη ("Ώρες του Πηλίου"): "Το γλυκό βασανάκι του μαντέματος του γαμπρού έχει στο Πήλιο και τις ... αλμυρές προεκτάσεις του. Έτσι στα χωριά του Νοτίου Πηλίου τ'Άη Σαράντα (Αγίων Σαράντα) και στα "πίσω" χωριά του Ανατολικού Πηλίου στ' Άη Φανούρ' (Αγίου Φανουρίου) θα συναντήσουμε και το ... νόστιμο έθιμο της "αρμυροκουλούρας". Το απόγευμα λοιπόν της παραμονής τούτων των γιορτών τα κορίτσια της παντρειάς συνηθίζουν και σήμερα ακόμα -όχι βέβεια πια στην ίδια έκταση που συνήθιζαν παλιότερα- να παίρνουν από τρία "πρωτοστέφανα" από ένα "πλόχειρο" αλάτι. Τούτο τ'ανακατεύουν μ'αλεύρι που το ζυμώνουν και πλάθουν μ'αυτό μια μικρή "κ'λουρίτσα". Την "κ'λουρίτσα" αυτή, γνωστή σαν "αρμυροκουλούρα" την ψήνουν στη χόβολη και την τρώνε πριν πέσουν να κοιμηθούν δίχως βέβαια να ξεχάσουν να παρακαλέσουν τους Αγίους Σαράντα ή τον Άγιος Φανούριο, κατά την περίπτωση, να τους στείλει στον ύπνο τους το νερό που αποζητούν τα φλογισμένα σπλάχνα τους, με το παλικάρι φυσικά που τους πέφτει απ'την τύχη για μελλοντικός σύζυγός τους."

έργο του Θεόφιλου
Ο Μέγας μας πληροφορεί και για την Αθήνα: "έφτιαγναν πίτες με σαράντα φύλλα, άλλοι έφτιαχναν σαράντα κουταλίτες' αφού έτρωγαν και έπιναν καλά συγγενείς και φίλοι, έφερναν και τρεις βόλτες γύρω απ'το τραπέζι και έσερνε το χορό ο μεγαλύτερος της συντροφιάς τραγουδώντας: Ας χορέψουμε κι ας είναι, των αγιώ Σαράντων είναι. Ύστερα ευχότανε ο ένας στον άλλον χρόνια πολλά και καλά." Πάντως, καλύτερα από μας μου φαίνεται περνούσανε...
"Στο Μανιάκι", συνεχίζει, "καρφώνουν στα χωράφια λαλαγγίδες με ξυλάκι για τους διαβάτες. Όσα χωράφια έχουνε, τόσες καρφώνουνε." Και, ακόμη:

(Γεωργίου Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")

Είναι, λοιπόν, κι άγιοι της βλάστησης. "Σαράντα δέντρα φύτεψε.." συνεχίζει το τραγουδάκι μας εδώ. "Σαράντα σπείρε, σαράντα φύτεψε, σαράντα θέρισε" λέει άλλο στιχάκι. Γιατί πιστεύαν πως ό,τι κι αν φύτευες τούτη τη μέρα θα πρόκοβε πολύ.
Των Αγίων Σαράντα σήμερα κι ο "μαγικός" αριθμός 40... που τρυπώνει μέσα στη Σαρακοστή, στο σαράντισμα των νεογέννητων αλλά και στα σαρανταήμερα του θανάτου. Ακόμη και στα σαράντα παλικάρια...

Καταγράφει κι ο Νίκος Ψιλάκης στο εξαιρετικό βιβλίο του "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη": "Στην ιερότητα του αριθμού σαράντα φαίνεται να οφείλονται οι δοξασίες που είναι γνωστές στην ανατολική Κρήτη και σχετίζονται με τις μαγικές ιδιότητες των φυτών. Την ημέρα των Αγιων Σαράντα διάλεγαν οι "μύστες" των θεραπευτικών συνταγών για να πλουτίσουν το οπλοστάσιό τους [...] Πίστευαν πως τα θεραπευτικά βότανα που μπορούσαν να μαζέψουν τη μέρα αυτή ήταν πιο αποτελεσματικά για ορισμένες περιπτωσεις ασθενειών." Και προσθέτει παρακάτω:"Τα σαράντα κύματα που περνούσαν από τα πόδια όσων τηρούσαν κάποιες, αρχαιότερες κατά πως φαίνεται, συνήθειες, εξασφάλιζαν ισχυρή προστασία απέναντι σε νοσήματα, αλλά και προστασία από το φόβητρο του παλιού καιρού, το κακό μάτι. Μερικοί, μάλιστα, έπαιρναν νερό από σαράντα κύματα και το κρατούσαν σε μπουκάλι για σαράντα ημέρες προσκειμένου να βάζουν λίγο στο πρόσωπό τους για να μην τους "φταρμίζουν"".

Τετάρτη 29 Φεβρουαρίου 2012

Η κυρά Σαρακοστή, οι κούνιες κι άλλα έθιμα των ημερών...



Με στόμα ανύπαρκτο -λόγω της νηστείας- με τα χέρια σταυρωμένα -λόγω της προσευχής- και με ποδαράκια επτά -να συμβολίζουν τις επτά βδομάδες απ'τις Απόκριες μέχρι την Ανάσταση- η κυρά Σαρακοστή υπήρξε, τρόπον τινά, η "βασίλισσα" του νηστίσιμου Σαραντάμερου (ουσιαστικά πενηνταήμερου όμως) που ξεκινά την Καθαρά Δευτέρα. Επικράτησε η συμβολική ονομασία Σαρακοστή, σε αναλογία με το σαρανταήμερο που νήστεψε ο Χριστός στην έρημο μετά τη βάφτισή του, όμως, καθώς συμπεριλαμβάνεται σε αυτήν και η νηστεία της Μεγαλοβδομάδας, οι μέρες πλησιάζουν τις πενήντα.

Ο λαογράφος μας Γεώργιος Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας") καταγράφει πως κάποτε "τις τρεις πρώτες μέρες η νηστεία ήταν απόλυτη. Ούτε ψωμί ούτε νερό! Συνήθως γυναίκες, νέες και γριές, τηρούν το "τριήμερο" και αυτές τις τιμούν με το να τους παραθέτουν την Καθαρά Δευτέρα τραπέζι με ειδικά φαγητά (καρυδόπιτα, σούπα με φασόλια και πετιμέζι) και με την προσφορά δώρων (μαντίλια, μαξιλαρόπανα, κτλ)." Ο Φίλιππος Βρετάκος, όμως, ("Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των") παραθέτει και μια διευκρινιστική φράση του Δ.Καμπούρογλου ("Ιστορία των Αθηνών"), πως "μόνον σαν εβουτούσε ο ήλιος έτρωγαν λιγάκι ψωμάκι με νερό, όσα για ζωή".

Συνεχίζει ο Γεώργιος Μέγας, "άλλοτε, που έλειπαν τα ημερολόγια και ήθελαν να έχουν κάποια αντίληψη του χρόνου στη διάρκεια της Μεγάλης Σαρακοστής, οι άνθρωποι του λαού είχαν βρει ένα εύκολο μέσο' παρίσταναν τη Σαρακοστή εικονικά σαν Καλόγρια.


Έπαιρναν μια κόλλα χαρτί κι εσχεδίαζαν με το ψαλίδι μια γυναίκα. Η κυρά Σαρακοστή δεν έχει στόμα, γιατί είναι όλο νηστεία' τα χέρια της είναι σταυρωμένα για τις προσευχές. Έχει 7 πόδια, τις 7 εβδομάδες της Σαρακοστής. Κάθε Σάββατο κόβουμε κι ένα πόδι. Το τελευταίο πόδι το κόβουμε το Μεγάλο Σάββατο, το βάζουμε μέσα σ'ένα ξερό σύκο ή καρύδι κι όποιος το βρει του φέρνει γούρι! (Χίος)
Στον Πόντο:
παίρνουν μια πατάτα ψημένη ή ένα κρεμμύδι, μπήγουν επάνω ακτινοειδώς 7 φτερά κότας, το δένουν από το ταβάνι και κρέμεται όλη τη Σαρακοστή. Μια μια βδομάδα που περνάει, βγάζουν από ένα φτερό. Λέγεται "κουκουράς" και είναι το φόβητρο των μικρών."
Άλλοτε, πάλι, κι αλλού, την κυρά Σαρακοστή την πλάθαν με ζυμάρι, γι'αυτό και μας έχει διασωθεί το τραγουδάκι:
Την Κυρά Σαρακοστή
που είναι έθιμο παλιό
οι γιαγιάδες μας τη φτιάχναν
με αλεύρι και νερό!
Για στολίδι της φορούσαν
στο κεφάλι της σταυρό
και το στόμα της ξεχνούσαν
γιατί νήστευε καιρό!
Και μετρούσαν τις ημέρες
με τα πόδια της τα εφτά
κόβαν ένα τη βδομάδα,
μέχρι να ρθει η Πασχαλιά!

Αναφέρει ακόμη ο Μέγας: "Τη Σαρακοστή επικρατούν και διάφορες συνήθειεςκοινωνικής μάλλον μορφής, όπως η διανομή ειδικών φαγητών σε γείτονες και παιδιά, το τραγούδημα των ξένων, οι κούνιες, κτλ. Π.χ. στη Σινώπη συνηθίζεται το"ξινοφάι": ρεβίθια, φασόλια, κάστανα, σταφίδες, βράζονται πολύ, μαζί με πληγούρι ή κουρκούτι, ζάχαρη και πετιμέζι μελωμένο κι έπειτα τσιγαρίζονται με κρεμμύδι και λάδι. Το μοίραζαν τη Μεγάλη Σαρακοστή σ'όλη τη γειτονιά για ψυχκιό. ΣτηνΑμοργό, μόλις μπει η Σαρακοστή ζυμώνουν και κάνουν ανθρωπάκια με μύτη, με στόμα, με μάτια και τα δίνουν στα παιδιά' αυτοί είναι οι Λάζαροι."

Παρατηρούμε πως έθιμα, όπως τούτα τα λαζαράκια, αλλά και οι λαζαρίνες, που εξακολουθούν να επιζούν σήμερα σε πολλές περιοχές της Ελλάδας το Σάββατο του Λαζάρου, παλαιότερα λάμβαναν χώρα και καθ'όλη την περίοδο της Σαρακοστής. Ο Μέγας αναφέρει ακόμη: "Στα Βέντζια της Δ.Μακεδονίας από την Καθαρά Δευτέρα μέχρι του Λαζάρου τα κορίτσια τραγουδούν το Λάζαρο. Μόλις εμφανιστεί ξένος στο χωριό, όλα τα κορίτσια, μικρά και μεγάλα, τον επισκέπτονται στο σπίτι όπου κόνεψε και τον τραγουδούν (τραγούδια της ξενιτιάς, εγκωμιαστικά, κλπ). Στην Κάρπαθοόλες τις Κυριακές της Μεγάλης Σαρακοστής μέχρι των Βαϊων και τη γιορτή του Ευαγγελισμού
οι κόρες κάνουν κούνια σε κάποιο ευρύχωρο σπίτι και τραγουδούν τα "καλημεριστά", ήτοι δίστιχα εγκωμιαστικά των νέων, που ανεβαίνουν στην κούνια ή των ξενιτεμένων. Συγχρόνως οι προκαθήμενοι νέοι και νέαι παίζουν ένα παιγνίδι, το "στρόπο"' δηλαδή με μίαν χονδρήν μανδήλαν συνεστραμμένην ένας νέος κτυπά μίαν νέαν της αρεσκείας του όπου τύχη, έως ου αύτη στέρξη και ανοίξη το χέρι της και δεχθή εις την παλάμην τρία ισχυρά κτυπήματα. Η κόρη με την σειράν της κάμνει το ίδιον εις όποιον νέον θέλει, ιδία όποιον συμπαθεί. ("Σύμμεικτα Καρπάθου")
Συχνές είναι τη Μεγάλη Σαρακοστή οι ολονυχτίες, οι αγρυπνίες στις εκκλησίες. Για τις αγρυπνίες αυτές τα παλιότερα χρόνια οι κάτοικοι ξυπνούσαν από τον"Τουμπακάρη", που τριγύριζε στους δρόμους χτυπώντας τα τύμπανα. Ως ανταμοιβή έπαιρνε το Πάσχα κουλούρια, αυγά και τυρί. (Σκύρος)."

Μας πληροφορεί ο Βρετάκος: "Εκάστην Τετάρτη και Παρακευή της Μεγάλης Σαρακοστής γίνεται λειτουργία, η οποία λέγεται των "Προηγιασμένων" ή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, λέγεται δε ούτω διότι έχουν προηγιασθή τα δώρα από την λειτουργίαν του Σαββάτου ή της Κυριακής. Κατά τας ημέρας αυτάς των Προηγιασμένων, όσοι εκ των Χριστιανών επιθυμούν, δύναται να κοινωνήσουν."Σήμερα, σε μας τουλάχιστον τούτο γίνεται πλέον μια Τετάρτη ή Παρασκευή και όχι καθ'όλη τη διάρκεια της Σαρακοστής.
Όσο "ως προς το διατί επεβλήθη η νηστεία", ο Βρετάκος αναφέρει και την άποψη κάποιων που "υποστηρίζουν ότι επεβλήθη δια λόγους υγιεινής και όχι θρησκευτικούς προς αποτοξίνωσιν του ανθρωπίνου οργανισμού. Εις την επίρρωσιν της γνώμης των αυτής λέγουν: Η νηστεία ωρίσθη εις τοιούτον χρόνον εκάστης εποχής του έτους, ώστε τα φαγητά από τα οποία απέχει κατ'αυτήν ο άνθρωπος να δύναται να αντικαταστήση αυτά δι' άλλων τοιούτων της εποχής της νηστείας."
Ακόμη καταγράφει πως: "Ο λαός όταν θέλη να χαρακτηρίση μίαν γυναίκα ως υψηλήν και αδύνατην, λέγει περί αυτής: "είναι σαν μακρυά Σαρακοστή ή Σαρακοστιανή" (κατ'αντίθεσιν προς την Πασχαλινήν, που είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της). Είς την Μεσσηνίαν έχουν την παροιμίαν "Από μπρος Σαρακοστή κι από πίσω Πασχαλιά" όταν θέλουν να χαρακτηρίσουν μίαν γυναίκα ότι είναι άσχημη μεν, αλλά με πλούσια μαλλιά. Παρόμοιαν παροιμίαν είχον και οι Βυζαντινοί: "Από μπρος Τεσσαρακοστή και όπισθεν Πάσχα". "

Φυσικά, εκτός όλων τούτων, κατά τις πέντε πρώτες Παρασκευές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής ψάλλονται οι "Χαιρετισμοί της Παναγιάς" (την τελευταία δε, ολόκληρος ο "Ακάθιστος Ύμνος"), ενώ το πρώτο Σάββατο, των Αγίων Θεοδώρων, θεωρείται κι αυτό "Ψυχοσάββατο".

Καλή Σαρακοστή!

Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2012

Ο έρωτας κι η σουσουράδα!



Κι εκεί, ανάμεσα στους κομπογιάννους, νά'σου και μια σουσουράδα! Κουνιστή και λυγιστή, ναζιάρα, με τη λεπτή ουρίτσα της να πηγαίνει πέρα-δώθε, καθώς αναζητάει στον παγωμένο δρόμο και στο χιόνι, λίγο τροφή. Τούτη, με δυσκόλεψε περισσότερο. Πιο τσαπερδόνα, πιο επιφυλακτική, πέταξε ψηλά με το που τη σημάδεψα με το φακό! Αλλά περίμενα, και ξανάρθε. Και την επόμενη μέρα ξεθάρρεψε λίγο περισσότερο, καθώς πήρε πρέφα το στέκι με τα ψίχουλα.


Η σουσουράδα, λοιπόν - απ'το σεισ-ουράδα, σεισ-ούρα, καθώς σείει την ουρά της- που χάρισε τ'όνομά της σε κάθε "πεταχτή" γυναίκα! Επισημότερα και πιο καθαρευουσιάνικα λεγόταν -πώς αλλιώς;- σεισοπυγίς, από το σείω και το πυγή = γλουτοί, οπίσθια (εξ ου κι η γνωστότατη πυγο-λαμπίδα). Αλλά αναφέρεται και ως σεισ-ούρα και ως κωλο-σούσα! Είχε, δεν είχε, με το πολύ το κούνημα της έμεινε το παρατσούκλι! Και σαν να μην έφτανε αυτό, με τις τσαχπινιές της θεώρησαν πως έρρεπε προς τον έρωτα και την αφιερώσανε στην Αφροδίτη. Κι έτσι βρήκε μεγάλους μπελάδες από κάτι μάγισσες που ανακατεύονταν με ερωτικά μαντζούνια και από απελπισμένες γυναίκες που κυνηγούσαν τους άντρες τους! Αλλά ας τα πάρουμε απ'την αρχή:

Οι αρχαίοι ημών πρόγονοι την ονοματίζανε και "ίυγξ" (ίσως πριν καθιερωθεί επισήμως το παρατσούκλι της!), εκ του ιύζω= κραυγάζω, φωνάζω δυνατά. Ένας μύθος, λοιπόν, έλεγε ότι η Ίυγξ ήταν κορούλα του Πανός και της Ηχούς (ή κατ' άλλους της Πειθούς) και θεράπαινα (υπηρέτρια) της Ιούς, της κόρης του Ινάχου. Τούτη η Ίυγξ, λοιπόν, καθώς ήταν εμπειρότατη στα ερωτικά γιατροσόφια, χρησιμοποίησε τα μαγικά της για να προσελκύσει το Δία προς την Ιώ. Ε, μόλις το πήρε πρέφα η Ήρα, έξαλλη από τη ζήλια της, τη μεταμόρφωσε στο ομώνυμο πτηνό! Έτσι της καημένης της σουσουράδας, δεν της φτάνει που της έμεινε τ'όνομα απ'τα κουνήματά της, κληρονόμησε και τη φήμη της ερωτομάγισσας απ'την πρότερη ζωή της. Οπότε, αφορμή βρήκαν κάτι "φαρμακεύτρες" αργότερα να τη χρησιμοποιήσουνε στα κόλπα τους, δένοντάς την την κακομοίρα στο μαγικό τροχό που περιστρέφονταν καθώς λέγαν τα ξόρκια τους! Γι'αυτό καλά λένε, "κάλλιο να σου βγει το μάτι, παρά τ'όνομα"!

Επομένως, ίυγξ κατέληξε να σημαίνει μεταφορικά "θέλγητρον, πανδήποτέ τι εφελκυστικόν' ακατάσχετος επιθυμία, σφοδρά έφεσις", αλλά και ο ίδιος "ο μαγικός τροχός επί τον οποίον περιεστρέφετο δεδεμένη η ίυγξ" (Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης", Ανθίμου Γαζή).

Βεβαίως-βεβαίως, με τόσες ταλαιπωρίες, δε μπορούσε παρά να γίνει και διάσημη. Έτσι, ο Θεόκριτος (3ος αι.π.Χ.) στα περίφημα "Ειδύλλιά" του και, συγκεκριμένα, στις "Φαρμακεύτριες" την αναφέρει επανειλημμένως:


"Θέστυλι, πουν' οι δάφνες μου και που τα μαγικά μου; 
Με πρόβειο κόκκινο μαλλί στόλισε τη λεκάνη, 
αυτόν που με βαρέθηκε να τον μαγέψω πάλι. 
Δώδεκα 'μέρες πέρασαν, ούτ' ήρθε κι ούτ' εφάνη,

ούτε και ξέρει ο άκαρδος αν ζούμε ή αν δε ζούμε, 
ούτ' έκρουσε την πόρτα μου δώδεκα 'μέρες τώρα. 
Ώ! δίχως άλλο ο Έρωτας κι η πονηρή Αφροδίτη 
θα του σηκώσαν το μυαλό κι έπιασεν άλλη αγάπη. 
Ταχυά θα πάω να τόνε βρω μονάχη στην παλαίστρα 
και θα του παραπονεθώ για όσα κακά μου κάνει.

Τώρα μ' ευωδιαστούς καπνούς θε να του κάνω μάγια. 
Σελήνη, αθόρυβη θεά, φέγγε γλυκά και λάμπε· 
στα μάγια πρίν καταπιαστώ θα τραγουδήσω εσένα 
και την Εκάτη πούρχεται μεσ' απ' της γης τα σπλάχνα 
και τριγυρνά στα μνήματα και την φοβούνται οί σκύλλοι. 
Ώ! χαίρε, Εκάτη τρομερή, παρακαλώ σε, Εκάτη,

συντρόφεψε και βόηθα μας απ' την αρχή ως το τέλος 
και κάνε και τα μάγια μας όμοια μ' αυτά της Κίρκης, 
κατώτερα να μη γενούν απ' της Μηδείας τα μάγια 
μηδ' απ' τα μάγια της ξανθής εκείνης Περιμήδης.

Φέρε τον, σουσoυράδα μου, τον άντρα μου στο σπίτι!"

(απόδοση: Ι.Πολέμη)


Αλλά την σουσουράδα -καθώς ο πλούτος της γλώσσας μας είναι αστείρευτος- την αποκαλούσαν και "κίγκλο", ενώ κιγκλίζω σημαίνει "κινώ, σαλεύω τι εδώ κι εκεί δίκην κίγκλου, ως ο κίγκλος την ουρά του" ("Μέγα Λεξικόν όλης της Ελληνικής Γλώσσης", Δ.Δημητράκου). Και, μάλιστα, κυκλοφορούσε και σχετική παροιμία "κίγκλου πτωχότερος", για κάποιον ιδιαίτερα φτωχό γιατί θεωρούσαν ότι ο κίγκλος δεν είχε δική του φωλιά.

Υ.Γ. Βλέπε και: Η σουσουράδα κι ο Αργειφόντης!

Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2012

ο μικρός κομπογιάννος με τον κόκκινο λαιμό...



"Χειμώνιασε και φεύγουν τα πουλιά 
γοργά ο πελαργός τα πελαγώνει 
κι η φλύαρη χελιδονοφωλιά 
χορτάριασε παντέρημη και μόνη.

Του σπίνου χάθηκ` η γλυκιά λαλιά 
φοβήθηκε ο μελισσουργός το χιόνι 
κι η σουσουράδα στην ακρογιαλιά 
δεν τρέχει δεν πηδά δεν καμαρώνει.

Στης λυγαριάς τ` ολόξερο κλαδί 
του φθινοπώρου φτωχικό παιδί, 
ο καλογιάννος πρόσχαρος προβάλλει,

με λόγια ταπεινά και σιγανά. 
Μικρός προφήτης, φτερωτός μηνά 
την άνοιξη, που θα γυρίσει πάλι."

(Γεωργίου Δροσίνη) 


Χειμώνιασε για τα καλά στο βουνό του Χείρωνα. Το τοπίο ντύθηκε στ'άσπρα κι οι νιφάδες καλοθρεμμένες, αλλά αέρινες, χορεύουν σ'όλο τούτο το λευκό σκηνικό. Και ξάφνου ένα πορτοκαλοκόκκινο φτερούγισμα, σπάει τη χρωματική μονοτονία!

Απ'τα πιο όμορφα χιόνια (προς το παρόν... μη λέω και μεγάλες κουβέντες, γιατί το κύμα συνεχίζεται). Χωρίς τους τρελούς αγέρηδες, τ' ασφυκτικά ανεμοσούρια και τη μαύρη σκοτεινιά του ουρανού... Ένα χιόνι φωτεινό, στρωτό κι ήρεμο. Εκείνοι πού'χουν ζήσει τα χιόνια, καταλαβαίνουν τι λέω...

Ο κομπογιάννος μας, ο πηλιορείτης "ριλής", ο πανέμορφος κοκκινολαίμης, σαν πιστός εραστής του γερό-χειμώνα, φτερουγίζει εδώ κι εκεί αναζητώντας να χορτάσει την κοιλίτσα του. Μοναχικός, θαρραλέος, αν κι ιδιαίτερα επιφυλακτικός, πλησιάζει να δοκιμάσει το μεζέ και φτερουγίζει ανάλαφρα πιο πέρα. Δεν είχε άδικο ο Λαμνάτος όταν έγραφε για τον ασπρομάλλη γέροντα, το χειμώνα, που "ξαναφέρνει τον κοκκινολαίμη τραγουδιστή, τον καλόγιαννο, τον ψυχογιό του χειμώνα, τον μοναδικό φτερωτό σύντροφο των ξωμάχων μας". Ούτε ο Δροσίνης που τον τραγούδησε: "Μικρός προφήτης, φτερωτός μηνά την άνοιξη, που θα γυρίσει πάλι".


Είναι ο ερύθακος του Αριστοτέλη κι ο "πυρράκος" (εκ του πυρρός= κόκκινος) των αρχαίων Ελλήνων. Είναι ο καλογιάννης ή κομπογιάννος ή κοκκινολαίμης των νεοτέρων. Κι όπως μας πληροφορεί το "Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν του Ηλίου", "Ο ερύθακος είναι από τα πλέον φιλόστοργα πλάσματα της φύσεως και φροντίζει νυχθημερόν για την διατροφήν των νεοσσών του και δια την προστασία των. [...] Αν και μερικοί ερύθακοι, προερχόμενοι γενικώς από το κέντρον της Ευρώπης, καθυστερούν συχνά εις τα κλίματά μας μέχρι της ελεύσεως του χειμώνος και μάλιστα μένουν ενίοτε εκεί, εν τούτοις είναι πτηνά κατ' εξοχήν αποδημητικά, αλλά προικισμένα με πολλήν ενστικτώδη σοφίαν, διότι δεν περιμένουν συνήθως να αρχίσει ο χειμών δια να αρχίσουν την πορείαν των προς τα θερμότερα κλίματα." Κι έτσι, τους έχουμε πιστή συντροφιά, στολίδια του χειμώνα, να χρωματίζουν με τις πανέμορφες πινελιές των φτερούγων τους το κοιμισμένο τοπίο, να τραγουδούν χαρούμενα σαν χειμωνιάτικα αηδόνια και να μας πλησιάζουν περήφανα και διστακτικά για να μοιραστούμε ένα ψίχουλο κι ένα χαμόγελο μαζί τους...


Λένε, λοιπόν, πως όταν σταυρώθηκε ο Χριστός ένα καφετί πουλάκι μ'άσπρο λαιμό πέταξε πάνω απ'το κεφάλι του κι ένα λευκό λουλούδι άνθισε στη βάση του Σταυρού του. Το πουλάκι λυπήθηκε το μαρτύριο του Χριστού και θέλοντας ν'απαλύνει τον πόνο του τράβηξε με το ράμφος του ένα αγκάθι απ'το ακάνθινο στεφάνι που του είχαν φορεμένο στο κεφάλι του. Τότε, σταλαματιές από το αίμα του Χριστού πέσανε στο λαιμό του κι άλλες στα πέταλα του λουλουδιού που τ'άνοιξε όσο μπορούσε πιο πολύ για να τις δεχτεί. Έτσι, από τότε, ο λαιμός του μικρού καλόγιαννου και τα πέταλα της μικρής παπαρούνας βάφτηκαν κόκκινα. 

Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2012

Τα "βρεξούδια", τα "πλυντήρια" και τα "καλησπερίσματα"!

(αφιερωμένο...)

Των Θεοφανείων, αύριο, μεγαλογιορτή, μέρα καθαρμού και φώτισης. Τόσο σημαντική για τους πρώτους Χριστιανούς που τούτη τη μέρα γιορτάζανε και την Πρωτοχρονιά τους, μιας κι η βάπτιση του Χριστού συμβολίζει και την παλιγγενεσία του ανθρώπου. Ο καθαρμός, η φώτιση, η ελπίδα της αναγέννησης, έννοιες τόσο σπουδαίες για την ψυχή του λαού μας, δε μπορούσαν παρά να χαρακτηρίζουν το τελετουργικό της εκάστοτε θρησκείας του (από την αρχαιότητα μέχρι το Χριστιανισμό) και να γεννήσουν πλήθος εθίμων και παραδόσεων που χρωματίζουν έντονα τούτες τις μέρες τις εκδηλώσεις της λαϊκής λατρείας του.

Μέρα νηστείας η σημερινή, μέρα καθαρμού με κυρίαρχο στοιχείο των αγιασμό των υδάτων, των υδάτων που ανέκαθεν λειτουργούσαν ως καθαρτικό μέσο του ανθρώπου που θέλει να αναγεννηθεί και να φωτιστεί. Σήμερα γίνεται ο αγιασμός των νερών στην εκκλησία - "πρωτάγιαση" ή "φώτιση"- και στη συνέχεια ο παπάς με τούτη την "πρωτάγιαση", με το Σταυρό κι ένα κλωνί βασιλικό γυρίζει στα σπίτια να ραντίσει κάθε δωμάτιο, κάθε κτήμα, αλλά και κάθε ζωντανό, για να φύγει το κακό, το προσωποποιημένο ως "καλικάντζαροι" στην πλούσια φαντασία του λαού μας.

"Φεύγετε να φεύγουμε
γιατί έφτασε ο τουρλόπαπας
με την αγιαστούρα του
και με την βρεχτούρα του!"
είναι το σκωπτικό άσμα που αντικατοπτρίζει τον τρόμο των θρασύτατων και θρασύδειλων Καλλικατζάρων για το αγιασμένο τούτο νερό που τα μαζεύουν άρον-άρον κι εγκαταλείπουν τον "Πάνω Κόσμο" για να κρυφθούν στα υποχθόνια κελιά τους. Δεν ξέρω, βέβαια, αν, στο ότι χάσαμε την πίστη μας και διαγράψαμε απ'τη μνήμη μας όλα τούτα τα "αφελή;" εθιμικά στοιχεία, οφείλεται το πλήθος Καλικαντζάρων που σήμερα παραμένουν ισοβίως πάνω στη Γη και, μάλιστα, κατσικώνονται άγρια στο σβέρκο μας ροκανίζοντας απτόητοι όλα τα μπουμπούκια του δέντρου της ζωής... Έχει δοκιμάσει, άραγε, κάποιος ιερέας με βαθιά πίστη να τους πάρει στο κυνήγι με την "αγιαστούρα";




Τέλος πάντων.. Σήμερα, λοιπόν, ο πρώτος αγιασμός.. αύριο ο αγιασμός των υδάτων με το σταυρό... κάπου, κάποια παλικάρια θα βουτήξουν στο νερό να τον πιάσουν, να φωτιστούν...

"Τσοι δώδεκα αγιάζω, τσοι δεκατρείς φωτίζω"
διασώζει την παροιμία μας ο Νικόλαος Πολίτης ("Παροιμίες Δ'"). (*Εννοείται, δώδεκα και δεκατρείς μέρες απ'τη γέννηση του Χριστού.)

Ακόμα και αιώνες πριν την επικράτηση του Χριστιανισμού, το νερό αποτελούσε μέσο κάθαρσης, ενώ τα ποτάμια, τις λίμνες, τη θάλασσα οι αρχαίοι μας πρόγονοι τα θεωρούσαν ιερά. Ακόμη και κατά τα Ελευσίνια Μυστήρια (για τα οποία γνωρίζουμε τόσα λίγα), η συμμετοχή απαιτούσε κάθαρση στο νερό. Αναφέρει ο ιστορικός μας Σαράντος Καργάκος ("Ιστορία των Αρχαίων Αθηνών, τ.Α', σελ.84): "Η δεύτερη ημέρα (16 Βοηδρομιώνος) έφερε την ονομασία "άλαδε μύσται" (=στη θάλασσα, μύστες) ή "άλαδε έλασις", διότι οι κύρηκες καλούσαν τους μύστες να κατέλθουν στη θάλασσα για να λουσθούν κι έτσι να καθαρθούν. Η θάλασσα έχει τεράστια καθαρτική δύναμη και, όπως λέγει ο Ευριπίδης, "κλύζει (ξεπλένει) πάντα τ'ανθρώπων κακά (Ιφιγένεια εν Ταύροις, στ.1193)". " Όπως, φυσικά, υπήρχε υποχρεωτική νηστεία, την οποία διέκοπταν στις 21 του ιδίου μηνός για να πιούνε τον "κυκεώνα".

Πολύ ενδιαφέροντα είναι όσα σχετικά καταγράφει ο λαογράφος μας Γεώργιος Μέγας ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας"):
"Με την κατάδυση του Σταυρού η καθαρτική δύναμη που έχει, κατά τη λαϊκή πίστη, το νερό της θάλασσας, ενισχύεται περισσότερο. Γι' αυτό οι κάτοικοι παράλιων περιοχών της Ελλάδας κατεβάζουν, την ημέρα των Φώτων, τα γεωργικά τους εργαλεία και τις άγιες εικόνες απ'το εικονοστάσι τους στη θάλασσα και τα πλένουν εκεί με το θαλασσινό νερό. Γιατί είναι κοινή πίστη, ότι με το πέρασμα του χρόνου όλα τα πράγματα, ακόμη και τα πιο ιερά, μολύνονται, εξασθενούν και χάνουν την αρχική τους δύναμη και αξία. Όπως είναι γνωστό, οι αρχαίοι Έλληνες κατά τα "πλυντήρια"μεταφέρανε κάθε χρόνο με πομπή το άγαλμα της Αθηνάς στη θάλασσα του Φαλήρου και εκεί το έπλεναν με θαλασσινό νερό για να το καθαρίσουν από κάθε ρύπο, που είχε καθίσει σ'αυτό με την πάροδο του χρόνου.Αλλά οι σημερινές γυναίκες, ενώ πλένουν τις εικόνες στα αγιασμένα νερά της θάλασσας, όπως συνηθιζόταν και στα βυζαντινά χρόνια, δεν παραλείπουν πράξεις που ανάγονται σε παλαιά μαγεία. Έτσι στην Πλάκα της Λήμνου

[...] Υπάρχει και η συνήθεια", συνεχίζει ο Γεώργιος Μέγας, "να γίνεται τότε το άνοιγμα των κρασιών και ν'ασημώνουν, σε οικογενειακή συγκέντρωση, το βαρέλι για το καλό". Έτσι κι οι πρόγονοί μας, συνήθιζαν ν'ανοίγουν τα βαρέλια με το νιο κρασί, όχι μια οποιαδήποτε μέρα, αλλά μέρα μεγάλης γιορτής, η οποία είχε και εξ αυτού του γεγονότος τη χαρακτηριστική ονομασία "πιθοίγια".

Όμως τα έθιμα πού'χουν να κάνουν με τ'αγιασμένα ύδατα, δε σταματούν εδώ.

Μας πληροφορεί ο Κώστας Καραπατάκης ("Το Δωδεκαήμερο, παλιά χριστουγεννιάτικα ήθη και έθιμα") για την Κνίδη των Γρεβενών: "Σαν τελείωνε η βάφτιση και "χαιρετούσαν" όλοι με τη σειρά, ξεκινούσαν και πήγαιναν στην εκκλησιά όλοι μαζί, φωνάζοντας "κυργιαλέησον" σ'όλο το δρόμο. Μπροστά πήγαινε μια "γαλάρα", "πρωτοστέφανη", νιόπαντρη γυναίκα, που πρώτη φορά είχε γεννήσει, κρατώντας στο κεφάλι της το δοχείο του αγιασμού της εκκλησιάς και πίσω όλοι οι άλλοι.[...] χύνοντας κατά διαστήματα σ'όλο το δρόμο από λίγο αγιασμό "για να γεν' τα καλαμπόκια". Ο συμβολισμός [...] δεν ήταν άσχετος με την παραγωγή των καλαμποκιών κι' ούτε με τη λατρεία της "Μητέρας Θεάς" της Μινωικής εποχής."


Τα λεγόμενα "βρεξούδια", όπως μας αναφέρει ο Μέγας, αποτελούσαν μια παλλαϊκή πράξη που στη συνέχεια περιορίστηκε στους νεόνυμφους τους οποίους βρέχουν στον ποταμό ή τη βρύση αποσκοπώντας στη στερέωση της υγείας και της ευτυχίας τους. Και καταγράφει, επίσης: "Αξιοσημείωτη είναι και μια συνήθεια των χωρικών της Θράκης, που, αν και επιφανειακά παρωδεί τον ιερέα, έχει βαθύτερη σημασία, όπως φαίνεται από το σκοπό για τον οποίο γίνεται: για εξασφάλιση υγείας και ευφορίας των αγρών.":

Αλλά και στα Βέντζια:


Πλήθος τα έθιμα τούτων των δυο ημερών, στα διάφορα χωριά και περιοχές του τόπου μας. Τόσα που ουδέποτε θα μπορούσαν να περιοριστούν σε μια εγγραφή. Τουλάχιστον τότε, που οι άνθρωποι ήξεραν να χρωματίζουν την κάθε μέρα του χρόνου με τις δικές της πλούσιες χαρακτηριστικές πινελιές, να βιώνουν τη χαρά και τον πόνο, το θάνατο και την ανάσταση, τη σιωπή και το γλέντι. Θα προσθέσω ένα-δυο μόνο ακόμα που αφορούν τα χωριά μας. Ένα πού'σβησε κι ένα πού'χει παραμείνει... Θα αρχίσω με το ξεχασμένο, τότε που απ'τα περισσότερα χωριά τέτοια εποχή είχαν κατέβει στα λεγόμενα "ξεχειμωνιάσματα", παραμονές των Φώτων(που, παρεμπιπτόντως ήταν φυσικά μέρα πλυσίματος και λουσίματος για όλους), ζύμωναν οι νοικοκυρές τις "κουλούρες", ψωμιά κεντητά, για να τις φορτώσουν στο γαϊδουράκι του παπά, που θα περνούσε ανάμεσα απ'τα λιόφυτα κτήματα για να αγιάσει τα σπιτικά. Και θα κλείσω με τα πατροπαράδοτα "καλησπερίσματα" ή "νυχτοκάλαντα" που ακόμη και σήμερα εδώ στο Πήλιο οι άντρες εξακολουθούν να τραγουδούν, με διάφορες παραλλαγές και, συχνά συνοδεία ντόπιων μουσικών, τη νύχτα της παραμονής των Φώτων, γυρνώντας όλα τα σπίτια του χωριού για να ευχηθούν και να κεραστούν.

"Να τον καλησπερίσουμε και τούτον τον αφέντη...
Καλησπερίσ' αφέντη μου, καλησπερίσ' κυρά μου
Απόψε ήρθα στο σπίτι σου, ήρθα στ'αρχοντικό σου
Να μη σου κακοφάνηκε, να μη σου πέσει βάρος
έτσι τα φέρνει ο καιρός και τα γυρίζει ο χρόνος
Αφέντη, αφεντούτσικε, δέκα φορές αφέντη
Δέκα κρατούν το άλογο, δέκα το καλιγώνουν
και δέκα το παρακαλούν να καβαλ'κέψ' ο αφέντης
Κι ο αφέντης καβαλίκεψε στ'αστέρι τ'άλογό του
αστέρι έχει στη μύτη του, φεγγάρι στο λαιμό του
και πίσω στην κουβέρτα του τρεις φραγκοπούλες παίζουν
Η μια παίζει τον ταμπουρά, η άλλη το λαγούτο
κι η τρίτη η μικρότερη παίζει με τον αφέντη
Παίζοντας και χορεύοντας αποκοιμήθ' ο αφέντης
φέρτε νταούλια να βροντούν, ζουρνάδες να χουιάζουν
για να ξυπνήσει ο αφέντης μας να λύσει το μαντήλι
Λύσε το αφέντη μ', λύσε το, το αργυρομάντηλό σου
κι αν έχεις και χρυσά φλουριά, δώς τα, μην τα λυπάσαι
κι αν έχεις και γλυκό κρασί, κέρνα τα παλικάρια
Κέρνα τα αφέντη μ', κέρνα τα, να σε πολυχρονίσουν
να ζήσεις χρόνια εκατό κι απάνω απ'τα διακόσια
κι απά διακόσια σα μπροστά, ν'ασπρίσεις, να γεράσεις
να γένεις σαν τον Όλυμπο, σαν τ'άσπρο περιστέρι
σαν τ'αηδονάκι που λαλεί, χειμώνα καλοκαίρι
Πολλά'παμε τ'αφέντη μας, ας πούμ' για την κυρά μας
Κυρά μ' ψιλή, κυρά μ' λιγνή, κυρά μ' καγκελοφρύδου
κυρά μ' όταν στολίζεσαι να πας στον αγιασμό σου
βάνεις τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι αστήθη
και του κοράκου το φτερό βάνεις καγκελοφρύδι
Πολλά'παμε για την κυρά, ας πούμε για την κόρη
'Εχεις και κόρη έμορφη γραμματικό γυρεύει
κι εκείνος ο γραμματικός πολλά προικιά γυρεύει
Γυρεύει αμπέλια 'τρύγυτα, ψωράφια με τα στάχυα,
γυρεύει μύλους δώδεκα μ'όλους τους μυλωνάδες,
γυρεύει και τη θάλασσα με όλα τα καράβια,
γυρεύει και τον κυρ-βοριά να τα καλαρμενίζει
Προξενητάδες έρχονται μέσα από την Πόλη
κι όλοι ρωτούν, ξαναρωτούν πού νά'βρουν τέτοια κόρη
Πολλά'παμε της κόρης του, ας πούμε για το γιο του
Έχεις και γιο στα γράμματα, διαβάζει το ψαλτήρι,
να τ'αξιώσει ο Θεός να βάλει πετραχήλι
Στο σπίτ' που τραγουδήσαμε πέτρα να μη ραΐσει
κι ο νοικοκύρης του σπιτιού, χίλια χρόνια να ζήσει!"


Καλή φώτιση σε όλους μας!!!

Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2011

μωμόεροι και ρουγκατζιάρια (πανάρχαια δρώμενα του Δωδεκαήμερου)

"Στη Β.Ελλάδα, τον Πόντο και αλλού γίνονται την Πρωτοχρονιά, όπως και τα Χριστούγεννα και την ημέρα των Φώτων, και αγυρμοί ενηλίκων, οι οποίοι μεταμφιέζονται είτε σε ζώα (καμήλα, αρκούδα, λύκο, τράγο, κ.λ.π.) είτε σε διάφορα πρόσωπα (γαμπρό και νύφη, μπάμπω, αράπη, χαχάμη, γιατρό, καπετάνιο, αρκουδιάρη, κ.λ.π.).
Οι όμιλοι των μεταμφιεσμένων δίνουν στο ύπαιθρο και διάφορες παραστάσεις, που έχουν κάποτε δραματικό-θεατρικό χαρακτήρα. Αναφέρω όσα τελούν, απ'την Πρώτη του χρόνου μέχρι τα Θεοφάνεια στον Πόντο οι λεγόμενοι μωμόεροι. Ο πρωταγωνιστής, που ακούει στο όνομα Ουζεϊν-Αλής απάγει μία νέα και την μεταφέρει στο σπίτι ενός χωρικού. Ο πατέρας της νέας, που παρουσιάζεται "κωδωνοφόρος και με μεγάλο πρόσωπο", βρίσκει το κρησφύγετο, ορμά σ'αυτό και σκοτώνει τον Αλή. Η κόρη θρηνεί πάνω απ'τον άντρα που αγάπησε, γιατί της φέρθηκε με καλοσύνη, και ο πατέρας μετανοεί και προσκαλεί γιατρό, που μ'ένα μαγικό χόρτο ανασταίνει τον σκοτωμένο. Ακολουθεί γάμος αυτού με την κόρη και χορός με πρώτο τραγούδι "αρχή κάλαντα και αρχή χρόνου" κ.λ.π..
Τέτοιου είδους παραστάσεις, δηλαδή φόνος του γαμπρού και ανάστασή του, γάμος, γέννηση παιδιού και χοροί με βωμολοχίες και άσεμνες κινήσεις, γίνονται, όπως είδαμε στη Θράκη κατά την έναρξη της σποράς των δημητριακών και επαναλαμβάνονται την άνοιξη (Αποκριές και Πρωτομαγιά). Ανήκουν στις μιμικές πράξεις που αποβλέπουν, σύμφωνα με τη λεγόμενη συμπαθητική μαγεία, στην πρόκληση της γονιμοποιού ενέργειας της φύσης, στην προαγωγή της βλάστησης και στην καρποφορία."
(Γεωργίου Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας") [* βλέπε και: καλόγεροι κι άλλα πανάρχαια έθιμα της αποκριάς..].


Στην ιστοσελίδα "Άμαστρις" (http://amastris-piperdim.blogspot.com/2010/01/blog-post_05.html) παρατίθεται ένα σχετικό κείμενο του 1927, του Δημοσθένους Οικονομίδη από το "Ημερολόγιον της Μεγάλης Ελλάδος":

"Τη νύχτα της παραμονής του νέου χρόνου μετά το δείπνο, ενώ από την μία παιδιά από διάφορες συνοικίες των πόλεων, των κωμοπόλεων ή και από τα χωριά, γυρίζοντας με φανάρια επισκέπτονταν συγγενικές ή γνωστές οικογένειες και χτυπώντας τις πόρτες των σπιτιών ψάλλανε μπροστά στην πόρτα τα συνηθισμένα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα: «Αρχή κάλαντα κι αρχή του χρόνου κλπ.», από την άλλη νεαροί και άνδρες μεταμφιεσμένοι και με μάσκες στα πρόσωπά τους, έρχονταν κατά ομάδες στα σπίτια συγγενών, γειτόνων ή και στενών φίλων και εκεί προξενούσαν ευθυμία και ασυγκράτητα γέλια στους παρισταμένους με κάθε είδους κωμικές παραστάσεις, με φράσεις, με αστείους ή και κοροϊδευτικούς διαλόγους, με μιμητικές ή αλλόκοτες κινήσεις του σώματος. Ακόμα και με χορό που συνοδευόταν από το τραγούδι του Κιόρογλου και με λύρα και νταούλι ή ζουρνά. Και όταν έλειπαν τα μουσικά αυτά όργανα, με τον κρότο ξύλινων κουταλιών, τα οποία καθώς ακουμπούσαν μεταξύ τους από το κυρτό μέρος, κρατημένα όρθια από την λαβή τους με το αριστερό χέρι του παίκτη, έκαναν ρυθμικό κρότο, κάθε φορά που η λαβή του άλλου κουταλιού που κρατιόταν στο αριστερό χέρι κατέβαινε και ανέβαινε ανάμεσά τους, σύμφωνα με τον χρόνο του τραγουδιού..."



Επίσης, στα "Αντέτια Δωδεκαημέρου" η Αργυρώ Μάμαλη-Κοπάνου, μας πληροφορεί: "Στον Πόντο οι μεταμφιεσμένοι του Δωδεκαημέρου λέγονταν "Μωμοέρια" (Μωμό-γέροι). Τα "Μωμοέρια" αποτελούνταν από ομάδα κωμικών προσώπων (ο Βασιλέας, ο Καζάκον-υπασπιστής-, η νύφε, ο γιατρόν, ο διάβολον, ο γέρον, η γραία, ο άρκον, ο Αρναούτς με ευζωνικά) που έπαιζαν κωμικές σκηνές.
Στην Τραπεζούντα έπαιρναν χρώμα εθνικό με το σπαθοφόρο, φουστανελλοφόρο επικεφαλής κάθε ομάδας. Έκαναν περιοδείες, εορταστική επίδειξη με ερανισμούς αλλά και ποντιακή πάλη μεταξύ τους οι ομάδες με σκοπό τη μαγική συμπαράσταση στην αιώνια πάλη των φυσικών στοιχείων, ώσπου να δώσουν στον άνθρωπο τη σχετική ευημερία της χρονιάς. Επικράτηση των καλών πνευμάτων πάνω στη βλάστηση και στην προσεχή ετοιμασία της σοδειάς."

Οι μωμόγεροι, λοιπόν, έθιμο πανάρχαιο, με σαφείς ρίζες στη λατρεία του Διονύσου (κάπως έτσι, άλλωστε, δεν ξεκίνησε και το θέατρο, οι τραγ-ωδίες...;) αλλά και στο μύθο της Περσεφόνης που άρπαξε ο Πλούτωνας (καθώς ένα από τα κλασικά του δρώμενα αναπαριστά μια ανάλογη σκηνή όπως θα δούμε) θα μπορούσαν να συνδεθούν ετυμολογικά από τη μίμηση (μίμος) μέχρι και με το θεό Μώμο που, όπως αναφέρει το "Νεότερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν του Ηλίου" ήταν:
"Θεός των αρχαίων, υιός του Ύπνου και την Νυκτός, προσωποιών την χλεύην και την κατάκρισιν. Κατά την μυθολογίαν, έσκασε διότι δεν κατόρθωσε να εύρει κάποιαν ατέλειαν εις την Αφροδίτην. Παρίστατο φέρων ράβδον η οποία άνω κατέληγεν εις εικόνα γυναικός. Κατά τον μύθον κατέκρινε τον Ήφαιστον, ο οποίος έπλασε τον άνθρωπο, διότι δεν κατασκεύασε παράθυρα εις το στήθος ώστε να βλέπει ο κόσμος τί διανοείται και αν ψεύδεται ή λέγη την αλήθεια."
Χαρακτηριστικό είναι και το απόσπασμα του Λουκιανού, στο έργο του "Περί ορχήσεως" ,79, που μας μεταφέρει στον 2ο αιώνα π.Χ. και εστιάζει επίσης στην περιοχή του Πόντου:
"Και αυτή η βακχική όρχησις, η οποία συνηθίζεται και εκτιμάται προπάντων εις την Ιωνίαν και τον Πόντον, καίτοι είναι σατυρική, τόσον έχει υποδουλώσει τους εκεί ανθρώπους, ώστε κατά την ορισμένην εποχήν αφήνουν πάσαν άλλην ασχολίαν και επί ημέρας κάθηνται και βλέπουν τιτάνας και κορύβαντας, σατύρους και βουκόλους ορχούμενους. Εκτελούν δε τους χορούς τούτους οι ευγενέστατοι και οι πρωτεύοντες εις εκάστην των πόλεων, και όχι μόνον δεν εντρέπονται δια τούτο, αλλά και υπερηφανεύονται περισσότερον παρά δια τας ευγενείας, τα αξιώματα και τα προγονικά των κατορθώματα." (απόδοση Ιωάννου Κονδυλάκη).


Η ρίζα, λοιπόν, μπορεί νά'ναι διονυσιακή και πανάρχαιη, αλλά σαφώς επηρεάστηκε, όπως ήταν φυσικό, από την παρέλευση των τόσων ιστορικών γεγονότων. Έτσι, πολύ συχνά, ο αυτοσχέδιος θίασος εμπλουτίζεται με καινούρια πρόσωπα, με νέες μιμητικές αναπαραστάσεις, όπως, για παράδειγμα, αντλώντας στοιχεία από την περίοδο της Τουρκοκρατίας.

"Ειδικότερα στον Άγιο Μάρκο την πρώτη Ιανουαρίου, ο θίασος των Μωμόγερων, που αποτελείται από χορευτές, ηθοποιούς και οργανοπαίχτες, γυρίζει στο χωριό και δίνει παραστάσεις στους δρόμους. Την πομπή οδηγεί, συνήθως, ένα έφηβο αγόρι που κρατά έναν άντρα μεταμφιεσμένο σε τράγο, στο λαιμό του οποίου κρέμεται μια σακούλα με αίμα (απ'τη σφαγή του τράγου). Όλη η πομπή ραντίζεται με το αίμα του τράγου και ξεκινάει η παράσταση, όπου οι "τράγοι" παλεύουν μεταξύ τους υπό την συνοδεία μουσικής. Ακολουθεί η μονομαχία δύο αντρών για χάρη μιας γυναίκας. Συγκεκριμένα, ένας γέρος παντρεύεται μια νέα, την οποία διεκδικεί ένας νεότερος άντρας' ο τελευταίος σκοτώνει το γέρο και κερδίζει τη γυναίκα' εκείνη, όμως, τον ανασταίνει με τη γενετήσια πράξη. Άλλο κεντρικό πρόσωπο του εθίμου είναι ο Τούρκος τιμαριούχος ή Αλογάς (ντερέμπεης), ο οποίος επιθυμεί τις γυναίκες των άλλων και τους σκοτώνει για να τις αποχτήσει. Ακολουθούν εικονική δική, όπου κατηγορείται ο φονιάς και διακωμωδείται η απονομή δικαιοσύνης, ιατρική γνωμάτευση και αρπαγή της νύφης από τους θεατές. Το δρώμενο κορυφώνεται με τον παράξενο χορό των μωμόγερων υπό τους ήχους οργάνων. " (Νομός Κιλκίς, εκδόσεις Δομή).


Ανάλογης φιλοσοφίας, βέβαια, είναι και τα έθιμα της "Μπάμπως" ή των "Αράπηδων", ή τα "Λιουγκατζάρια" της Θεσσαλίας, τα "Ραγκουτσάρια", καθώς και άλλα πολλά που λαμβάνουν χώρα σε χωριά κυρίως της Βορείου Ελλάδος, την ημέρα του Άη Γιαννιού (βλέπε: Ο Άη-Γιάννης των κουμπάρων, οι Προδρομίτες κι οι Μπαμπόγεροι!), των Φώτων, στις 8 Ιανουαρίου ή ακόμη και κατά ολόκληρο το πρώτο οχταήμερο της νέας χρονιάς ή όλο το Δωδεκαήμερο, τα έθιμα της αποκριάς (καλόγεροι κι άλλα πανάρχαια έθιμα της αποκριάς..) -όπως και, γενικότερα οι μεταμφιέσεις που συνηθίζονται εκείνες τις ημέρες-, αλλά ακόμη και τα πιο ανοιξιάτικα έθιμα του Μάη (Οι "Μάηδες" που χάθηκαν...,Πρωτομαγιάτικα...).

Στη Φλώρινα, αντίστοιχο έθιμο με τους Μωμόερους είναι τα "Μπαμπάρια" που αναβιώνουν κάθε Πρωτοχρονιά: "Οι ρίζες του ανάγονται στην αρχαιότητα και συμβολίζει το ξύπνημα της γης και την καρποφορία. Πρόκειται για την αναπαράσταση ενός γάμου, στον οποίο η νύφη αποτελεί σύμβολο γονιμότητας και κινδυνεύει να απαχθεί. Τη φύλαξή της αναλαμβάνει μια ομάδα περίπου 15 ανδρών, οι οποίοι φορούν στολές και προσωπίδες από προβιές αρνιού και κουδούνια στη μέση τους. Η αμφίεσή τους είναι κωμική καθώς προκειμένου να "φοβερίσουν" τους "κακούς" φορούν φασόλια γίγαντες για δόντια. Άλλοι χαρακτήρες του δρώμενου είναι ο παππούς, η γριά Μπάμπω, ο παπάς με το θυμιατό, ο γιατρός και ο κουρελής ή καμπούρης. Η νύφη είναι ένας άντρας ντυμένος με τοπική νυφική ενδυμασία και κουδουνάκια αλόγου. Κάποια στιγμή ο γαμπρός πεθαίνει, αλλά σύντομα ανασταίνεται συμβολίζοντας το θάνατο της φύσης το χειμώνα και την ανάστασή της την άνοιξη. Όλη η πομπή, δηλαδή, τα Μπαμπάρια, μπαινοβγαίνουν στις αυλές των σπιτιών και οι νοικοκυράδες πρέπει να δώσουν το ένα δέκατο της σοδειάς τους σε κρασί, τσίπουρο και λουκάνικα." (Νομός Φλώρινας, εκδόσεις Δομή).

Ο Κώστας Καραπατάκης ("Το Δωδεκαήμερο, Παλιά Χριστουγεννιάτικα ήθη και έθιμα") μας ταξιδέυει στην παλιά Πρωτοχρονιά των Γρεβενών με τα παραπλήσια "ρουγκατσιάρια":
"Στα χωριά των Γρεβενών καθώς και στ'άλλα χωριά της Δυτικής Μακεδονίας, μετά το κόψιμο της βασιλόπιτας, που γινόταν το μεσημέρι, όλα τα μεγάλα κι' ανύπαντρα αγόρια του χωριού, καθώς και οι νιόπαντροι και πολλές φορές και οι μεγάλοι, που τόλεγε ακόμα η περδικούλα τους, συγκεντρώνοντας στο "κονάκι" ή σε κάποιο άλλο σπίτι του χωριού κι' εκεί έφτιαχναν τα "ρουγκατσιάρια", όπως συνήθιζαν κάθε χρόνο κι' όπως το βρήκαν απ'τους παππούδες τους. Ύστερα, χορεύοντας και τραγουδώντας, γύριζαν από σπίτι σε σπίτι και από μαχαλά σε μαχαλά, για να σιασκεδάσουν τον κόσμο με τις αστείες τους παραστάσεις και για να μαζέψουν και άλλα "ζαϊρέδια", για το ομαδικό τους γλέντι, που θάκαναν το βράδυ.
Παλιότερα, τα καρναβάλια της αποκριάς ήταν άγνωστα στα χωριά. Τα μασκαρέματα και οι τέτοιου είδους εκδηλώσεις γίνονταν μονάχα την Πρωτοχρονιά ή τις άλλες μεγαλογιορτές του Δωδεκάμερου των Χριστουγέννων.
Τούτα τα μασκαρέματα, που γιορτάζονταν την ίδια εποχή, που γιορτάζονταν και τα "Διονύσια κατ'αγρούς" ή "Μικρά Διονύσια" απ'τους αρχαίους προγόνους μας, έχουν τη συνέχειά τους απ'την αρχαιότητα και δεν είναι α΄σχετα μ'αυτά.
Οι αρχαίοι μας πρόγονοι γιορτάζανε τα "Κατ'αγρούς Διονύσια" τον έκτο μήνα των Αθηναίων, τον Ποσειδεώνα, που ισοδυναμεί με το δικό μας Δεκέμβρη, χωρίς ν'αλλάξουν οι χρονολογίες από τότε.
Τότε ακριβώς, και μέσα στο μεσοχείμωνα, που οι Μαινάδες γιορτάζανε κι' αυτές το θεό Διόνυσο και τόριχναν στα λεγόμενα "διονυσιακά όργια" μέσα στα δάση και στις λαγγαδιές, τότε και οι αρχαίοι Έλληνες ανοίγανε τα καινούρια τους κρασιά (βλέπε και: Καθώς μπαίνει το Τριώδιο... (λαογραφικά και άλλα..)) κι' ύστερα απ'τις θυσίες που έκαναν στο θεό Διόνυσο και στους άλλους Ολύμπιους θεούς τόριχναν στο γλέντι και στο φαγοπότι, για να καταλήξουν κι' αυτοί στο μεθύσι και στα διονυσιακά όργια.
Για να μη γνωρίζονται όμως απ'τους άλλους και για να μπορούν να λένε ό,τι θέλουν κι' ότι τους κατέβαινε στο κεφάλι, κρύβαν τα πρόσωπά τους με λογής-λογής μάσκες και κεφαλαριές ζώων με κέρατα και άρχιζαν τ' αστεία, τις ειρωνίες και τα πειράγματα, άλλοτε σατυρίζοντας διάφορα πρόσωπα και καταστάσεις και άλλοτε ξεσκεπάζοντας διάφορα απλυτα της κοινωνίας και πράξεις και ενέργειες των διαφόρων κυβερνήσεων.
Έτσι, από κει ξεκίνησε αργότερα η κωμωδία, η τραγωδία και το θέατρο. [...]



Στα χωριά της Καλαμπάκας τα ρουγκατζιάρια και λιουγκατζιάρια. Στα χωριά της Έδεσσας, ρουγκατσιάρους. Στη Χαλάστρα Θεσσαλονίκηςρογκάτσια, όπως και σε πολλά χωριά της Καρδίτσας, ενώ εκεί τα λένε και ρουγκατσιάρια. Στη Φυτιά της Βέροιας και σ'άλλα χωριά τα λένε ρουγκανάδες. Στην Καστοριά ρουγκατσιάρια. Στη Σιάτιστα, μπουμπουσιάρια. Ίσως απ'το μπούφος (σκιάχτρο-φόβητρο). Στα χωριά των Βεντζίων, σαν κλαίγανε τα μικρά και θέλανε να τα κάνουν να ησυχάσουν τα φοβερίζανε λέγοντας: "Μην κλαις, γιατί θα σε φάει ο Μπούμπος". Στο Βέλβενδο των Σερβίων, αράπδις. Στην Νικήσιανη της Καβάλας, αραπκούς. Στα χωριά της Χαλκιδικής, καραβασλάδες. Στο Κάντσικο της Κόνιτσας μπαμπαϊούρδις. Στο Λειβάδι του Ολύμπου, μπαμπαλιούρδες. Στα χωριά των Τρικάλων καλκάντζαρους. Στο Ξυνό Νερό της Φλώρινας εσκιάρους και τζβογκάρους, δηλαδή μασκαράδες και κουδουνάδες. Στη Θράκη τζαμάλες και στο Αιγίνιο Τζαμαλάδες.
Όπως θα δούμε και παρακάτω, όλα τα σημεία μας λένε, πως με τα ρουγκατσιάρια δε γίνονταν, παρά μια αναπαράσταση κι' ένας συμβολισμός του θανάτου και της ζωής, της ανάστασης και του ξυπνήματος της φύσης από τη χειμωνιάτικη νάρκη, το διώξιμο του χειμώνα απ'το καλοκαίρι και το διώξιμο του παλιού απ'τον καινούριο χρόνο. [...]
Ο φαλλός, καθώς και οι προσωπίδες με τις κεφαλαριές και τα κέρατα των ζώων, όπως και οι συμβολικές παραστάσεις που θα ιδούμε παρακάτω, μας δυναμώνουν πιο πολύ ακόμα την πεποίθηση, πως το έθιμο τούτο είναι κατάλοιπο διονυσιακό και δεν έχει καμιά σχέση με τα Ρωμαϊκά Σατουρνάλια.
Ο Διόνυσος δεν είναι μόνο ο θεός του κρασιού και προστάτης των αμπελιών στους Έλληνες, μα και θεός που πεθαίνει και ξαναγεννιέται κάθε χρόνο.
Είναι ο "Δαίμων ο Ενιαυτός", που γεννιέται την άνοιξη, μεγαλώνει γοργά, γνωρίζει έναν ιερό γάμο και πεθαίνει για να ξαναγεννηθεί του χρόνου.[...]



Ο θάνατος και η ανάσταση του Διόνυσου, δεν είναι, παρά ο συμβολισμός των δυο πρωταγωνιστών του Εποχικού δράματος.



Οι δυο αυτοί πρωταγωνιστές, όπως παρουσιάζονται στα ρουγκατσιάρια, είναι μασκαρεμένοι έτσι, που να δείχνουν την αντίθεσή τους στη δύναμη, στο κάλλος και στην ηλικία και να συναγωνίζονται στο ποιός θα παραμερίσει και θα εξαφανίσει τον άλλο. Άσχημος, καμπούρης, κουρελής και γερασμένος ο ένας..[...]...νέος, ωραίος, γεμάτος δύναμη και ζωτικότητα ο άλλος..[...]
Η Μπούλα-έτσι λέγανε την κοπέλα- σύμβολο της βλάστησης και της νέας ζωής, είναι το τρίτο πρόσωπο του διονυσιακού θιάσου, που όλο και ερωτοτροπεί με το νεαρό φουστανελλοφόρο κι όλο θέλει να ξεφύγει απ'την επιρροή και την επίβλεψη του ρουγκατσιάρη , μα δε μπορεί. [...]







Τότε τα παιδιά που κρατούσαν τις ντραγατσίκες και τους τρουβάδες, έπαιρναν το ζαϊρέ απ'το κανίσκι κι' όλοι μαζί τραγουδούσαν:
Σε τούτο σπίτι πούρθαμε, πέτρα να μη ραγίσει
κι' ο νοικοκύρης του σπιτιού χρόνια πολλά να ζήσει.
Να ζήσει σαν τον Έλυμπο, σαν τ'άγριο περιστέρι,
να ζήσει χρόνους ικατό και να τους απεράσει.
Στο τέλος τους αποχαιρετούσαν και πήγαιναν σ'άλλο σπίτι τραγουδώντας:
Έχετε γεια, έχετε γεια, και τώρα και του χρόνου!"

Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2011

Κόλιαντα (χριστουγεννιάτικα κάλαντα.. σαν παραμύθι απ'τα παλιά..)



(Αποσπάσματα από το πολύτιμο βιβλίο του Κώστα Καραπατάκη: "Το Δωδεκαήμερο. Παλιά Χριστουγεννιάτικα Ήθη και Έθιμα" ... Τότε που η ζωή -δύσκολη, ξεδύσκολη- ήταν και τραγούδι...) 

 
"Κάθε βράδυ, όλες τις μεγάλες κι' ατελείωτες νύχτες του χειμώνα, καθισμένοι γύρω, στο τζάκι, κοντά στη φωτιά, μαζί με τα παραμύθια τους και τα χωρατά τους, μάθαιναν και τα τραγούδια που θα λέγανε σ'όλες τις γιορτές του Δωδεκαμέρου.
Έτσι, οι πιο μεγάλοι, άντρες και γυναίκες, συνεχιστές της παράδοσης και της άγραφης ιστορίας των προγόνων τους, γίνονταν οι δάσκαλοι στα παιδιά τους, που με συγκεντρωμένη την προσοχή, όχι μόνο τα λόγια τους αρπάζανε, μα και τον ήχο τους και τα τσακίσματά τους ακόμα.
Σε κάθε σπίτι και το τραγούδι που ταίριαζε. Σε κάθε πρόσωπο και το κατάλληλο τραγούδι.
[...] Πολλές φορές, μόνα τους τα παιδιά, κλείνοντας τα σφαχτά τους στα μαντριά και ασφαλίζοντάς τα καλά από τους λύκους, συγκεντρώνονταν στην κεντρικότερη καλύβα της περιοχής και καθισμένα σταυροπόδι γύρω απ'τη φωτιά, έκαναν πρόβες, μαθαίνοντας τα τραγούδια, που θα λέγανε σε κάθε σπίτι.
Κι' όχι μονάχα τραγουδούσαν, μα κατάστρωναν και σχέδια και προγράμματα, για τις γιορτές και για τα σπίτια που θα περνούσαν. Το πρώτο τραγούδι που μάθαιναν όλοι, ήταν το τραγούδι της Μπάμπως, γιατί
αυτή θα ξαγρυπνούσε την ώρα που θα περνούσαν τα παιδιά, παλεύοντας να εξασφαλίσει το σπίτι από τους καλλικάντζαρους και τους "οξ από δω", κι' αυτήν θα φώναζαν τα παιδιά να τους ανοίξει.  

Κόλιαντα μπάμπω κόλιαντα
κι' εμένα μπάμπω κλούρα.

Στο μεταξύ κι' ώσπου να έρθουν τα κόλιαντα, τα παιδιά ετοίμαζαν τις"ματσούκες", γιατί χωρίς "ματσούκα" κανένα παιδι δεν μπορούσε να πάει στα "κόλιαντα", και στα "Σούρβα" ξαρμάτωτο.
Τις "ματσούκες", που σ'άλλα χωριά της ίδιας περιοχής, τις λέγαν "τζιομάκες", και σ'άλλα "τζιομπανίκες", στα χωριά των Βεντζίων και των Χασίων τις έφτιαχναν με χλωρά ξύλα, προτιμώντας πάντα το ξύλο της κρανιάς, που ήταν ίσιο και σκληρότερο απ' τ 'άλλα. [...]
Οι "ματσούκες", [...] έπρεπε να είναι από χλωρά ξύλα και με χοντρό κεφάλι στο τέλος, που άλλοι το λέγανε "ματσούκι" και άλλοι "τζιομάκι".
Τούτα τα ξύλα, δεν ήταν μόνο σύμβολα της γιορτής, που συμβολίζανε τα ραβδιά των ποιμένων της Βίβλου, μα και προστατευτικά τους μέσα, που θα τους προστάτευαν από τις επιθέσεις των σκυλιών και των παιδιών των άλλων χωριών, που θα επιχειρούσαν να περάσουν το σύνορο του χωριού τους με τη βία.

Μ'αυτές θα χτυπούσαν τις πόρτες των σπιτιών να τους ανοίξουν. Μ'αυτές θ'ανακάτευαν τη χόβολη της φωτιάς σε κάθε σπίτι, για να πούνε τις ευχές, που θάφερναν πλούτη, ζώα, γεια και "παράδες μίρμιρο", σαν τη στάχτη της φωτιάς.
Μ'αυτές θα χτυπούσαν τις νιόπαντρες, για να "παιδοκομήσουν" και μ'αυτές θα χτυπούσαν τ'αμπάρια με τα γεννήματα "για νάναι πάντα γεμάτα με μπερικέτια". Γι'αυτό και τις περιποιούνταν. Γι' αυτό και τις έφτιαχναν και δύο κύκλους στα πλάγια με μελάνη, που τους λέγανε "μάτια", αφού πρώτα τις πελεκούσαν με το σκεπάρνι και τις έκαναν στενές μπρος και πίσω και εξογκωμένες στα πλάγια.
Τα ξύλα τούτα τα "τοτεμικά", είχαν και μια ιδιότητα μέσα τους. Την ιδιότητα να μεταδίδουν τη δύναμή τους και τη γερωσύνη τους σ'όλα τα άψυχα και ζωντανά, που αγγίζανε. Γι'αυτό και χτυπούσαν τ'αμπάρια. Γι'αυτό και χτυπούσαν τις νύφες.

Έτσι, σαν μάθαιναν καλά τα τραγούδια τους κι' ετοίμαζαν και τις "ματσούκες" τους, έκαναν και την τελευταία πρόβα το βράδυ της παραμονής και περίμεναν με αγωνία πότε να φτάσουν τα μεσάνυχτα, για να ξεκινήσουν.
Πόσο μεγάλες και πόσο δύσκολα περνούσαν εκείνες οι τελευταίες ώρες! Πόσα όνειρα και πόσες ελπίδες δεν έκλειναν μέσα τους τότε τα παιδιά!
Οι τζιομπαναραίοι, που τα μαντριά τους ήταν μακριά και φοβόνταν μη δεν προφτάσουν να πάνε στο χωριό τη νύχτα, δεν κοιμόνταν καθόλου εκείνο το βράδυ. Η αγωνία δεν τους άφηνε να κοιμηθούν. Πόσο την περίμεναν τούτη τη βραδιά!
Όλο το χρόνο, σκορπισμένα στα κοπάδια και στους λόγγους, δεν είχαν κανέναν να μιλήσουν, παρά μονάχα τα σκυλιά και λίγους ανθρώπους που τυχόν θα συναντούσαν μέσα στο δάσος και στην ερημνιά.
Τώρα, πόσο χαίρονταν που θα ζούσαν μια μέρα στο χωριό με τους δικούς τους και ιδιαίτερα μ'όλα τα παιδιά του χωριού, που έκαναν καιρό ν'ανταμωθούν!
[...]

Στη Σαρακίνα νύχτα-νύχτα, σαν βλέπανε τα τζιομπανόπουλα την πούλια και τ'αλετροπόδια ν'ανεβαίνουν στον ουρανό και καταλάβαιναν πως πλησίαζαν τα μεσάνυχτα, άρπαζαν τις "ματσούκες", φορούσαν τα "γιακαλιά" ή τα "μαλλιότα" τους και με σηκωμένες τις "κατσιούλες" στο κεφάλι, για να μην κρυώνουν, ξεκινούσαν δυο-δυο, τρία-τρία μεσ' στο πυκνό σκοτάδι της νύχτας, χωρίς να λογαριάζουν λάσπες, χιόνια και παγωνιές. Κι' ώσπου να ξυπνήσουν τα άλλα, που έμεναν στο χωριό, εκείνα ανέβαιναν στο καμπαναριό και χτυπώντας την καμπάνα και το ξύλινο σήμαντρο, φώναζαν: Κόοοοοολιαντα! Κόοοοοολιαντα και Χριστός γεννιέται!!
Τα παιδιά που έμεναν στο χωριό και φιλοδοξούσαν αυτά πρώτα να χτυπήσουν την καμπάνα, σαν βλέπανε που τους προλάβαιναν οι "αγριοτζιομπαναραίοι", πετάγονταν πάνω, σαν αλαφιασμένα και γκρινιάζοντας τις "μπάμπες" τους, που δεν φρόντισαν να τα ξυπνήσουν πιο νωρίς, έριχναν λίγο νερό στα μάτια και με τις ματσούκες στο χέρι, φώναζαν τ'άλλα παιδιά της γειτονιάς και γρήγορα πήγαιναν στα "χαϊάτια" της εκκλησιάς, εκεί που συγκεντρώνονταν κάθε χρόνο.
[...] Έτσι, σαν βγάζανε και τον αρχηγό, ξεκινούσαν όλα μαζί για τα σπίτια του χωριού τραγουδώντας...
Πρώτα θα πήγαιναν στο σπίτι του παπά, ακολουθώντας κι' εδώ την αρχαία συνήθεια "πρώτον από Διός άρχεσθαι".
Ο παπάς, σαν αντιπρόσωπος του Θεού στο χωριό, θεωρούνταν το πιο σεβάσμιο και το πιο ιερό πρόσωπο. Η αρχή έπρεπε να γίνει απ'αυτόν, για να πάρουν την ευχή του και την ευλογία του.[...]




Η παπαδιά, ακούγοντας το τραγούδι και τα χτυπήματα της ξώπορτας, έβγαινε κι' άνοιγε τα παιδιά κρατώντας ένα αναμμένο δαδί στο χέρι κι' ο αρχηγός μπροστά και τ'άλλα κοντά, τραβούσε ίσια στο τζάκι και σκαλίζοντας τη φωτιά με τη ματσούκα του, έλεγε γρήγορα-γρήγορα και φωναχτά:
"Καλημέρα τ'ς αφεντιάς σας! Φέρου γεια, γεροσύνη χαρά! Αμπάρια μι τα στιάρια, βαένια μι κρασί, δερμάτια μι τυρί! Νύφις, γαμπρούς, φουράδις μι τα μπλάρια! Γιλάδις μι τα μ'σκάρια! Γίδις μι τα κατσίκια! Προυβατίνις μι τ'αρνιά! Μάνες μελίσσια! Γρόσια μι του διρμόν! Φλουριά μι του ταψί! Κλουσσαριές μι τα πλιά! Κύρκες, κυρκούλια, γκαβαμάρα στα τουρκούλια, αχώρια τουν Αλή! Προύκα τσιτσιτσί κι' κάτστι καταή!"
"Κάτστι, να κάτσ'ν οι κλουσσαριές", έλεγε τότε η παπαδιά και πήγαινε να φέρει τα "βλιάγματα".
Στο μεταξύ τα παιδιά, κάθονταν κάτω σταυροπόδι και τραγουδούσαν:




[...] Ο παπάς καθισμένος σταυροπόδι δίπλα στο τζάκι με τις πλάτες ακουμπησμένες στον οίχο, έλυνε τότε τη σακκούλα, που την είχε κραμασμένη μ'ένα σκοινί απ'το λαιμό, όπως συνηθίζαν εκείνα τα χρόνια και κερνούσε τον αρχηγό λέγοντας:
-Άϊντι κι τα χρουνάκια σας! Κι τ' χρόν' νάμαστε καλά!
-Κι τ' χρόοοοοοον'!!!
Φώναζαν τότε όλα μαζί τα παιδιά.
Η παπαδιά έφερνε τότε τα "βλιάγματα" σ'έναν δίσκο και τάριχνε στη ντραγατσίκα του αρχηγού ή τάριχνε κάτω στο πάτωμα και τα παιδιά σπρώχνοντας το ένα, το άλλο, τα μάζευαν από κάτω βελάζοντας. Άλλα βέλαζαν σαν αρνιά, άλλα σαν κατσίκια, άλλα μούγκριζαν σαν τα μοσκάρια, άλλα χλιμιντρούσαν σαν τ'άλογα και που και που ακουγόταν κανένα γκάρισμα, κανένα γαύγισμα και κανένα λάλημα πετεινού, για να συμπληρωθεί έτσι ο κύκλος των ζώων του σπιτιού. Γι'αυτό και τα κάστανα, τα καρύδια, τ'αμύγδαλα ή τα ξυλοκέρατα που έδιναν στα παιδιά, τα λέγανε "βλιάγματα" ή"βελαχτάρια" από το βέλεγμα που έκαναν.
Όλα αυτά, καθώς και οι κινήσεις που έκαναν τα παιδιά περπατώντας με τα τέσσερα στο πάτωμα, δεν ήταν, παρά συμβολισμός του πλούτου σε ζώα, κάθε λογίς, που μπορούσε να έχει ένα γεωκτηνοτροφικό σπίτι, όπως ήταν όλα τα σπίτια στα χωριά. [...]
Έτσι, σαν τελείωναν από το σπίτι του παπά και σηκώνονταν να φύγουν, τραγουδούσαν:




[...] Όπως στο σπίτι του παπά, έτσι έκαναν και στ'άλλα τα σπίτια, μόνο που στο κάθε σπίτι λέγαν το τραγούδι που ταίριαζε.

Αν το σπίτι που πήγαιναν ήταν τσελιγγόσπιτο, τότε τραγουδούσαν:
Σε τούτ' τα σπίτια τα ψηλά τα μαρμαροστρωμένα,
εδώχουν χίλια πρόβατα και δυο χιλιάδες γίδια.
Σαν το μελίσσι όντας περνούν, σαν το μελίσσι βάζουν
και σαν το ζερβομέλισσο βάζουνε τα κουδούνια [...]

[...] Αν σε κανένα σπίτι δεν τους άνοιγαν είτε από ιδιοτροπία είτε από τσιγκουνιά, τότε τα παιδιά του λούζανε για τα καλά με το τραγούδι:



Την ώρα που τα "τρανά τα παιδιά" σκορπούσαν για τα σπίτια τους, την ίδια ώρα ξεκινούσαν και τα μικρά, κάτω των 12 χρονών και πήγαιναν κι' αυτά παρέες-παρέες, με τις ματσούκες στο χέρι και τα σακκούλια κρεμασμένα στον ώμο, "για να κάνουν τα κόλιαντα" τραγουδώντας:
"Χριστούγεννα πρωτούγεννα, πρώτη γιορτή του χρόνου..."
[...] Οι νοικοκυρές μοιράζαν και σ'αυτά κάστανα, καρύδια κι' αμύγδαλα και κάτι μικρές "κλούρες", χωρίς τρύπα στη μέση. Τα παιδιά βελάζανε τότε, όπως και τα μεγάλα και τα "βλιάγματα" τα βάζανε στο σακκούλι. Αν οι "κλούρες" ήταν μεγαλύτερες με τρύπα στη μέση, τις λέγανε "κολιαντρίνες" και τις περνούσαν στον "κόλιαντρο", ένα ξυλαράκι ως 15 πόντους μακρύ δεμένο μ'ένα ασπροκόκκινο σκοινί από τη μέση, που τόδεναν από το μπροστινό μέρος του ζωναριού τους και τόριχναν πάνω από τον ώμο στις πλάτες. [...]
Τον "κόλιαντρο" τον ετοίμαζαν κι' αυτόν από νωρίς οι πατεράδες τους, όπως και τις ματσούκες και τον έφτιαχναν, σαν τετράπλευρο ορθογώνιο, που έμοιαζε με μικρό χάρακα. Στη μέση χάραζαν τότε μια "κόκκα" με το μαχαίρι και στις γωνίες έφτιαχναν κάτι μικρές κοκκίτσες, σαν δοντάκια.
Αν ανάμεσα στα μικρά ήταν και κανένα μεγαλύτερο κάπως αγόρι, που έπρεπε να είναι με τα μεγάλα, τότε οι γυναίκες τόπιαναν και το κρεμούσαν τον κόπανο -ένα χοντρό ξύλινο εργαλείο, που μ'αυτό χτυπούσαν τα μάλλινα ρούχα οι γυναίκες στο λάκκο (ρέμα) όταν έπλεναν- και του λέγανε:
- Τί κίντσεις κι συ μι τα μ'κρά; Ισύ ίσι για παντριά!
Αν πάλι, ανάμεσα στα μικρά, πήγαινε και κανένα μεγαλούτσικο κάπως κορίτσι και ανακατευόταν με τάγόρια, τότε οι γυναίκες, για να το μαλώσουν, το λέγανε:
- Τί κίντσεις κι συ μι τα παιδιά! Ή θέλ'ς να σι κατρανώσουμι!
Καμμιά φορά, τα κατράνωναν κιόλας, βάζοντας λίγη κατράνη στα νύχια και στις παλάμες των χεριών τους.
Το να κατρανώσουν ένα κορίτσι, ήταν μεγάλη προσβολή, γιατί ανακατευόταν με τ'αγόρια, πράγμα που απαγορευόταν, για λόγους τιμής. [...]
Στα Γρεβενά, τα κάλαντα τα λέγαν "κόλιντα" κι' έπαιρναν μέρος σ'αυτά παιδιά κάτω των 15 χρόνων, σχηματίζοντας μικρές παρέες κατά γειτονιές.





[...] Ευχαριστημένα ύστερα από τα φιλοδωρήματα που τους έδιναν, τραγουδούσαν:

Σε τούτ' το σπίτι πούρθαμε, πέτρα να μη ραγίσει
κι' ο νοικοκύρης του σπιτιού χρόνια πολλά να ζήσει.
Αν όμως σε κανένα σπίτι δεν τους άνοιγαν, τότε τραγουδούσαν:
Του κασσιδιάρη τ'άλογο στη βατσινιά δεμένο,
τα καλιακούδια το τσιμπούν κι' αυτό μον' καμαρώνει."

Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2011

Λήθη vs Μνημοσύνη


"Κι η στυγερή η Έριδα τον Πόνο εγέννησε που βασανίζει, γέννησε και τη Λήθη και τον Λιμό και τα Άλγη τα δακρυόεντα..." (Ησιόδου, Θεογονία 227)
"...αγάπησε την ομορφόμαλλη τη Μνημοσύνη, που απ'αυτήν γεννήθηκαν οι χρυσοστέφανες οι Μούσες οι εννιά, που τους αρέσουν οι γιορτές και η τέρψις του τραγουδιού.." (Ησιόδου Θεογονία 915) 
ΔΙΟΝΥΣΟΣ: Χαίρε, ω Χάρο, χαίρε, ω Χάρο, Χάρο μου χαίρε.
ΧΑΡΟΣ: Ποιός πάει ν'ανασάνει απ'τις φροντίδες κι από τα βάσανα; Ποιός πάει στο λιβάδι της Λήθης; Ποιός όπου κουρεύονται οι γάιδαροι, ποιός στον κόρακα;(Αριστοφάνη Βάτραχοι 186, απόδοση Α.Μελαχρινός)
"Αυτές .. με τον γιο του Κρόνου σμίγοντας εγέννησε στην Πιερία η Μνημοσύνη, δέσποινα στων Ελευθερών τις ακρορράχες- στα βάσανά μας λησμονιά κι ανάπαυσι απ'τις έγνοιες.." (Ησιόδου Θεογονία 54, απόδοση Π.Λεκατσά)
"...αλλά εσύ αυτά έχε στις φρένες σου, μήτε η λήθη να σου τα πάρει, όταν ο μελόγλυκος ύπνος σ'αφήσει..." (Ομήρου Ιλιάς Β33, απόδοση Κ.Δούκα)
"μνημοσύνη τις έπειτα πυρός δήϊο γενέσθω..." ("να θυμηθούμε τότε το καταστρεπτικό πυρ..") (Ομήρου Ιλιάς Θ181, απόδοση Κ.Δούκα)
" στους θνητούς παρέχει λήθη, βλάπτουσα το νου.." (Θέογνις 705)
"Σεις αι θυγατέραις της Μνημοσύνης και του βροντερού Διός, ω ένδοξες Πιερίδες Μούσαι με την Λαμπράν φήμην, σεις εις όσους ανθρώπους παρευρεθήτε είσθε περιπόθητες, πολύμορφες, επειδή γεννάτε την άμεμπτον αρετήν πάσης παιδείας' εσείς τρέφετε την ψυχήν και δίδετε την ορθήν κατεύθυνσιν εις την διανόησιν, και είσθε αι οδηγοί βασίλισσαι του δυνατού νου." (Ορφικοί Ύμνοι, Μουσών, απόδοση Ι.Πασσά) 

"[...] Και αφού όλες οι ψυχές διάλεξαν τους βίους των κατά τη σειρά που έδειχνε ο κλήρος τους, με την ίδια τάξη παρουσιάστηκαν μπροστά στη Λάχεση' εκείνη έδωκε συνοδό στον καθένα το δαίμονα που διάλεξε, για να του χρησιμεύει ως φύλακας στη νέα του ζωή και βοηθός στην εκπλήρωση του προορισμού της εκλογής του. Αυτός οδηγούσε πρώτα την ψυχή προς την Κλωθώ, για να επικυρώση εκείνη την μοίρα, που της έλαχε, με το χέρι της και με μια περιστροφή που έδινε στο περιδινούμενο αδράχτι' αφού ερχόταν σε επαφή με το αδράχτι, την έφερνε έπειτα στο γνέσιμο της Ατροπού κάνοντας έτσι ανέκκλητα όσα είχε κλώσει η Κλωθώ. Και από κει, χωρίς να επιτρέπεται πια να στρέψουν πίσω, πήγαιναν και περνούσαν κάτω από το θρόνο της Ανάγκης, από το ένα μέρος στο άλλο, και, αφού περνούσαν και οι άλλοι, άρχιζαν όλοι να πορεύωνται προς την πεδιάδα της Λήθης μέσ'από φοβερή και πνιγερή ζέστη, γιατί δεν υπήρχε εκεί ούτε δέντρο ούτε τίποτα'απ'όσα φυτρώνουν στη γη. Όταν τέλος βράδυαζε, κατασκήνωναν στις όχθες του ποταμού Αμέλητα, που το νερό του κανένα δοχείο δε μπορεί να το κρατήσει. Κάθε ψυχή ήταν υποχρεωμένη να πιη ωρισμένη ποσότητα απ'αυτό το νερό, μερικοί όμως δεν είχαν αρκετή φρόνηση να συγκρατηθούν και να πιουν περισσότερο' και τότε έχαναν για πάντα κάθε ανάμνηση των προηγουμένων.[...] Και έτσι Γλαύκων, σώθηκε ως εμάς ο μύθος αυτός και δεν εχάθηκε' μπορεί μάλιστα και να μας σώση, αν δώσουμε πίστη σ'αυτόν' και τότε και τον ποταμό της Λήθης θα περάσουμε καλά και την ψυχή μας θα διαφυλάξωμε καθαρή από κάθε μίασμα.[...]"  (Πλάτωνος Πολιτεία 621, απόδοση Ι.Γρυπάρη) 
"Την Μνημοσύνην προσκαλώ, την σύζυγον του Διός, την βασίλισσαν, η οποία εγέννησε τας ιεράς Μούσας, τας οσίας, τας λιγυροφώνους (με την λιγυρή φωνή) πού έχει πάντοτε την μνήμην της έξω από την κακίαν η οποία (κακία) βλάπτει τάς φρένας καί συγκρατεί κάθε νουν των βροτών σύνοικον με τας ψυχάς και αυξάνει τον δυνατόν και ισχυρόν λογισμόν των ανθρώπων είναι γλυκύτατη, αγαπά την αγρυπνίαν υπενθυμίζει τα πάντα περί των οποίων ο καθένας σχηματίζει πάντοτε γνώμιν (αποκτά μνήμην) ούτε παρεκτρέπεται καί διεγείρει εις όλους την σκέψιν.[...]"  (Ορφικοί Ύμνοι, Μνημοσύνης, απόδοση Ι.Πασσά)
"τοσούτον ύπνον και λήθην άπαντας έχειν.."  (Δημοσθένης 320)
"Γιατί τα γράμματα στις ψυχές εκείνων που θα τα μάθουν, θα φέρουν λήθη, μια κι αυτοί θα παραμελήσουν τη μνήμη τους, γιατί από εμπιστοσύνη στη γραφή θα φέρνουν τα πράγματα στη μνήμη τους απ'έξω με ξένα σημάδια, όχι από μέσα, από τον εαυτό τους τον ίδιο. Ώστε δεν ευρήκες το φάρμακο για τη μνήμη την ίδια, αλλά για το να ξαναφέρνης κάτι στη θύμηση.Κι από τη σοφία δίνεις στους μαθητές σου μια δόκηση, κι όχι την α-λήθεια' γιατί έχοντας πολλά ακούσει χωρίς να τα διδαχτούνε θά'χουν τη γνώμη πως ξέρουνε πολλά, ενώ είναι ανίδεοι στα πιο πολλά και φορτικοί στη συντροφιά τους, και θα έχουνε γίνει αντίς σοφοί δοκησίσοφοι."(Πλάτωνος Φαίδρος 275, απόδοση Ι.Θεοδωρακόπουλος)




Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2011

Περί γιγάντων ο λόγος..

(Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη Α 6,1)
 
Η ιστορία, λοιπόν, ξεκίνησε κάπως έτσι: Με τη Γη να τα παίρνει στο κρανίο για την μαύρη τύχη των υιών της Τιτάνων και να γεννοβολά τους φοβερούς και τρομερούς γίγαντες.
Ή, σύμφωνα με τον Ησίοδο ("Θεογονία 185"), από τις στάλες αίματος τ' Ουρανού που την ποτίσαν μιας και ο Κρόνος με το δρεπάνι τού'κοψε τα αιδοία, καθώς:
"Κι αυτά δεν φύγαν απ'το χέρι του έτσι στα χαμένα' γιατί όσες στάλες αίμα έπεσαν, όλες η Γη τις δέχτηκε και με καιρούς και χρόνια τις Ερινύες εγέννησε τις φοβερές και τους μεγάλους Γίγαντες..[...]" 
 
Πότε; Στο απώτατο κι απροσδιόριστο παρελθόν... Και μας έμεινε αμανάτι η λέξη, οι μύθοι και τα παραμύθια.. με άλλα λόγια, η ανάμνηση...

(Νικολάου Γ.Πολίτη, "Παραδόσεις")
 
Η περίφημη γιγαντομαχία, μάλιστα, ενέπνευσε πάμπολλους δημιουργούς των αρχαίων χρόνων.
Παρθενών. Ανατολικές μετόπες. Μάχη των Ολύμπιων θεών εναντίον των Γιγάντων.           (Γιγαντομαχία) *πηγή φωτογραφίας:http://www.eie.gr/archaeologia/gr/02_DELTIA        /Parthenon.aspx                                                                                                                  
 
Αναφέρει, μεταξύ άλλων, το "Νεώτερον εγκυκλοπαιδικόν λεξικόν του Ηλίου":
"Ιδίως η Αττική εις την λατρείαν της απέδιδε μεγάλην σημασίαν εις την γιγαντομαχίαν, ως εκ του ρόλου τον οποίον έπαιξε η Αθηνά. Αρκεί να λάβωμεν υπ'όψιν ότι ο περίφημος πέπλος, ο οποίος κατ'έτος προσεφέρετο από τας Ατθίδας παρθένους εις την θεάν, εστολίζετο με σκηνάς της γιγαντομαχίας. Ο Φειδίας είχεν απεικονίσει εις την εσωτερικήν πλευράν της ασπίδος της Αθηνάς εικόνας από την γιγαντομαχίαν. Εις το μουσείον της Ακροπόλεως φυλάσσεται τμήμα αετώματος, προφανώς ναού του 7ου αιώνος π.Χ., όπου παρίσταται η Αθηνά πολεμούσα κατά του Εγκελάδου, τον οποίον έχει ήδη εξαπλώσει προ των ποδών της."
πηγή φωτογραφίας: "Νεώτερον εγκυκλοπαιδικόν λεξικόν Ηλίου" 
 
Σύμφωνα με τον Απολλόδωρο, στους θεούς δόθηκε χρησμός που ανέφερε πως ο μόνος τρόπος για να νικήσουν τους τρομερούς γίγαντες ήταν να συμμαχήσουν με κάποιον θνητό (!). Έτσι κι έγινε. Με σύμμαχο, λοιπόν, τον Ηρακλή, κατόρθωσαν να τους κατατροπώσουν.
Γίγας, "Παρά το γω, το χωρώ, γίνεται γας' και κατά αναδιπλασιασμόν, γίγας' ή παρά το εκ της γης ιέναι" (Ετυμολογικόν Μέγα). Με άλλα λόγια, είτε επειδή προέρχονται από τη γη, τέκνα της γης, είτε από το γας, γω που σημαίνει χωρώ.
Όπως και νά'χει, οι Γίγαντες, δεν είχαν την καλύτερη φήμη. Ούτε κατά τη μυθολογία μας, ούτε στα σημερινά παραμύθια (με σπάνιες εξαιρέσεις!). Συμβόλιζαν τη δύναμη του κακού, του δυνάστη. Σήμερα γίγαντες μπορεί να μην υπάρχουν, με την παραδοσιακή τους μορφή (η απεικόνισή τους, εξάλλου, έδινε έμφαση στο έντονο "υλικό" στοιχείο τους, ό,τι κι αν μπορούσε να σημαίνει αυτό..), αλλά από κακό που γιγαντώνεται, από δυνάστες με "γιγάντιες" δυνάμεις, άλλο τίποτα. Κάτι ενδιαφέρον στο μύθο είναι πως για να κατατροπωθούν στάθηκε απαραίτητη η συμμαχία του θνητού με τους θεούς (ό,τι κι αν σημαίνει, και πάλι, αυτό...).
Παρ'όλο, λοιπόν, που η λέξη, καθώς πέρασαν οι αιώνες, χρησιμοποιείται κυρίως ως επίθετο για να προσδιορίσει την υπερβολική δύναμη ή το μεγάλο μέγεθος, ακόμη και για να χαρακτηρίσει έναν ήρωα (π.χ. το Διγενή Ακρίτα) κι όχι τα τερατώδη όντα του κακού κι έτσι οι σύγχρονοι Γίγαντες αναφέρονται ως, π.χ., "μεγαλοτραπεζίτες και σια", απομείναμε με μόνους γίγαντες τα συγκεκριμένα φασόλια (αν και θέλω να ευελπιστώ και για ήρωες μελλοντικά...).
Κι επειδή, ένεκα της περιβόητης κρίσης, καλό είναι να αναθεωρήσουμε και τις διατροφικές μας συνήθειες προς το πιο παραδοσιακόν και οικονομικόν, ας μιλήσουμε λιγάκι και για τους γίγαντες, που έθρεψαν γενεές γενεών σε τούτα εδώ τα χώματα.
 
Όταν ξεκίνησα να καλλιεργώ το μπαξέ μου πιο συστηματικά κι είχα την πρώτη μου επαφή με τους ντόπιους σπόρους, βρέθηκαν στα χέρια μου μια χούφτα μαύροι γίγαντες, προσφορά από έναν γείτονα. "Μαύροι;" απόρησα.."Υπάρχουν και μαύροι;". Συνηθισμένη από τα λιγοστά του εμπορίου, δεν είχα ακόμη συνειδητοποιήσει τι πλήθος ποικιλιών και χρωματισμών χαρακτηρίζει το κοινότατο φασόλι μας. Ένα πράγμα.. πώς να το πω; .. την εποχή του υποτιθέμενου "πλούτου", της πληθώρας, της περίφημης "ανόδου του βιοτικού επιπέδου"... σαν να φτώχαιναν τα γύρω μας.. συντροφιά και με το λεξιλόγιό μας. Έτσι, κάπως, σαν νά'χασαν και τα φασόλια την πολυχρωμία τους και να κατέληξαν όλα ολοσδιόλου λευκά, μικρά και μεγάλα. Ένας συστηματικός αποχρωματισμός των λεπτομερειών της ζωής, μέχρι να μας την καταντήσουν γκρίζα...
 
Μαύροι γίγαντες, λοιπόν, με ένα βαθύ πορτοκαλί λουλούδι ν'αγκαλιάζεται με το λευκό, στο πρώτο μου αυλάκι!
Κι επειδή οι γίγαντες δε θα μπορούσαν, ως γίγαντες, να μην διαφέρουν απ'τα κοινά φασόλια, έχουνε κι ένα άλλο γνώρισμα, που δεν τό'χω διαβάσει πουθενά, αλλά μου το μετέφερε εκείνος ο γείτονας καθώς μου τους παρέδωσε, "για επτά χρόνια στη σειρά, ξαναφυτρώνουν στον ίδιο τόπο, χωρίς να χρειαστεί να τους ξανασπείρεις" κι ας έχουν ξεραθεί ολοσχερώς με του χειμερινού βοριά τ'αγιάζι. Αρκεί να μη σκαλίσεις βαθιά και πετάξεις τις ρίζες τους και έτσι τους ξεπατώσεις... Κύττα, να δεις, επιμονή, της γης τα τέκνα!.....