Κυριακή 28 Απριλίου 2013

Τα βάγια των νιόπαντρων στο Πήλιο!



Κυριακή των Βαϊων.. Σήμερα στις εκκλησιές ο παπάς μοιράζει βάγια στους πιστούς εις ανάμνηση της υποδοχής του Χριστού στα Ιεροσόλυμα. Βάγια από φοινικιά (που συνήθως τα πλέκουν σε σχήμα σταυρού ή άλλα περίτεχνα σχέδια) ή βάγια από δάφνη όπως εδώ στο Πήλιο, όπου βαγιές λέμε τις δάφνες, τα κάποτε ιερά φυτά του Απόλλωνα. Αδελφές εορτές, το Σάββατο του Λαζάρου (βλέπε: Σάββατο του Λαζάρου) και η Κυριακή των Βαϊων (βλέπε: των Βαγιών..), με πανέμορφα έθιμα που συχνά εμπλέκονται μεταξύ τους ("ήρθε ο Λάζαρος, ήρθαν τα βάγια...") κι εμφανίζονται σε πάμπολλες παραλλαγές ανά την Ελλάδα.



Η ιδιαιτερότητα του εθίμου στο Πήλιο, η οποία και αντανακλά όλη την ομορφιά του, είναι πως τα βάγια τα ετοιμάζουν τα νιόπαντρα ζευγάρια στολίζοντάς τα με λουλούδια της εποχής και καρφιτσώνοντας πάνω τα ονόματά τους. Έτσι, την παραμονή νωρίς το απόγευμα μαζεύονται στο σπίτι του ζευγαριού φίλες ή συγγένισσες της νύφης κι ανύπαντρα κορίτσια να δέσουν με κορδέλες μπουκετάκια βαγιάς και λουλουδιών, αλλά και να επιμεληθούν με προσοχή τα δυο ξεχωριστά, πλούσια και μεγάλα βάγια του ζευγαριού που τα δένει κάποιο πιτσιρίκι για το καλό -για να χαρίσει ο Θεός σύντομα ένα παιδί στους νιόπαντρους- κι ευλογεί ο παπάς, χώρια απ'τα υπόλοιπα βάγια που θα μοιραστούν στους πιστούς, μέσα στο ιερό. Τα βάγια τούτα, που είναι ενωμένα μεταξύ τους με κορδέλα, θα τα φυλάξει ύστερα το ζευγάρι για μια ζωή, μαζί με τα στέφανα, στο εικόνισμα.


Έτσι όποτε πλησιάζει η μέρα τούτη, αρχίζω πάντα ν'αναζητώ "ποιός παντρεύτηκε τούτη τη χρονιά;", γιατί αν γάμος απ'το χωριό δεν έχει γίνει, μπουκετάκια δε θά'χουμε!

Υ.Γ. Μεταφέρω εδώ κι ένα σχετικό απόσπασμα του λαογράφου μας Γεωργίου Μέγα ("Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας") που αναφέρεται κυρίως στη "γονιμοποιό δύναμη" της βαγιάς:





Σάββατο 27 Απριλίου 2013

Οι λαζαρίνες μας στο Πήλιο!



Σάββατο του Λαζάρου σήμερα κι από νωρίς το πρωί τα κοριτσάκια του Πηλίου ξεκίνησαν με τα ανθοστολισμένα καλαθάκια τους να τραγουδούν στα σπίτια του χωριού...

"Ήρθε ο Λάζαρος, ήρθαν τα βάγια,

ήρθ' η Κυριακή που τρων τα ψάρια.

Σήκω Λάζαρε και μην κοιμάσαι,

ήρθ' η μάνα σου από την Πόλη

σού'φερε χαρτί και κόμπολόι.

-Το χαρτάκι σου τί γράφει μέσα;

-Γράφει Θόδωρος, γράφει Δημήτρης,

γράφει λεμονιά και κυπαρίσσι.

Οι κοτίτσες σας αυγά γεννούνε,

οι φωλίτσες σας δεν τα χωρούνε,

δώστε μας κι εμάς να τα χαρούμε!

Και του χρόνου!"



Δε συνηθίζω να γράφω κάθε χρονιά για τα ίδια έθιμα, αλλά στην περίπτωση των "Λαζαρίνων" κάνω πάντα μια εξαίρεση. Ίσως γιατί από τούτο το έθιμο ξεκίνησε το ενδιαφέρον μου για τη λαογραφία, ακόμη επειδή με αφορμή τούτο το έθιμο γνώρισα τη γειτονιά του path έξι χρόνια πριν και σιγά-σιγά άνοιξα κι εγώ το σπιτικό μου εδώ κι επιπλέον, όσο νά'ναι, εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις ξεχωριστά αγαπημένες μου παραδόσεις του τόπου μου, που δεν έχει σβήσει με το πέρασμα του χρόνου, ούτε αναβιώνει "φολκλορικά" όπως αλλού, αλλά συνεχίζει σταθερά κι αδιάλειπτα να λαμβάνει χώρα με το πέρασμα των αιώνων, να γεμίζει λουλούδια κι ομορφιά την ημέρα τούτη και να μας αναγγέλει τον ερχομό της άνοιξης και της Ανάστασης.

Έθιμο παλαιότερα πανελλήνιο, με διάφορες παραλλαγές, ακόμη καλά κρατεί εδώ, όπως και στην ακριτική Νίσυρο, όπου παίρνει άλλη μορφή και πρωταγωνιστικό ρόλο κατέχει η περίφημη καλαντήρα. Αξίζει να δείτε το σχετικό περίφημο βιντεάκι του Νίκου (http://tera-amou.pblogs.gr/), όπου μαγνητοσκοπεί τα κάλαντα του Λαζάρου στο νησί του την περασμένη χρονιά:
http://youtu.be/-Vw0j75kzgw

Υ.Γ. Για περισσότερες πληροφορίες σε σχέση με τις Λαζαρίνες του Πηλίου και τ'άλλα έθιμα της ημέρας σε παλαιότερες εγγραφές μου:

Λαζαρίνες στο βουνό του Χείρωνα..
Λαζαρίνες του Πηλίου κι άλλα έθιμα λαζαρικά..
Λαζαρίνες, Λάζαροι και Λαζαράκια..
Λαζαρίνες του Πηλίου



Δευτέρα 22 Απριλίου 2013

στιγμές χαμογελαστές κι ανοιξιάτικες...

για τη Μάνια.........



Άνοιξη στο βουνό των Κενταύρων κι ο ήλιος μας χαμογελά! Αν κι ακόμη ο χειμώνας δεν τό'βαλε κάτω και μας κλείνει το μάτι με το που σουρουπώνει, την ώρα που ο καπνός ξαναρχίζει να γαργαλά ντροπαλά καμινάδες και μπουριά και να χάνεται στη σκοτεινιά της νύχτας... Όμως, η κυκλική τροχιά της ζωής ξαναστέλνει τον ήλιο κοντά μας με τη χαραυγή κι όλη πλάση θαρρείς γεννοβολά για να τον φτάσει, για να γευτεί ένα ζεστό άγγιγμά του... Μέσα σε λίγες μέρες όλα αλλάξαν μορφή. Ο τόπος γέμισε πρασινάδα, τα πουλιά τραγουδούν με κέφι κι αν χαρίσεις στην πάρτη σου δυο στιγμές -μόνο τόσες- κι επιτρέψεις στην ψυχή σου να γευτεί τ'αρώματα, να λευτερωθεί απ'τα δεσμά, είναι -έστω για τούτες τις στιγμές- σαν να κάνεις μακροβούτι σε μια θάλασσα από νέκταρ...

Μικρές στιγμές που σε κάνουν να χαμογελάς... με ή χωρίς αιτία σοβαρή... εξάλλου η σοβαρότητα είναι μια έννοια τα μάλα παρεξηγημένη!



Ο κούνελος τό'σκασε απ'τη μάνα του και τρύπωσε κάτω απ'το παχνί. Τ'αρνάκια τριγύρω τον κυττούν παραξενεμένα. Κι εσύ θες να γελάσεις με το ύφος τους, θες να τσακώσεις και με το φακό τη στιγμή, πρέπει να γραπώσεις όμως και τον συγχυσμένο κούνελο να τον επιστρέψεις στη φωλιά του. Και σαστισμένα γελάς, με τον κούνελο, με σένα, με τ'αρνάκια και με την άνοιξη που σου σφυρίζει κλέφτικα αναστατώνοντας αθόρυβα ψυχές ανθρώπων και ζώων...



Παραπέρα η Ελπινίκη, κοτζάμ γίδα πια (αν και παρέμεινε μικροκαμωμένη) με το καινούριο της.... αρνάκι! Καθώς η πρώτη γέννα της υπήρξε ατυχής, ανέλαβε το ρόλο της θετής μάνας σ'ένα ορφανό αρνάκι. Ε, μπορεί να το κυττούσε περίεργα στην αρχή, να τσινούσε και λίγο μόλις τη βάζαν να το θηλάσει, αλλά με τον καιρό -και τον καλό της χαρακτήρα, βεβαίως-βεβαίως- το δέχτηκε. Κι έτσι το αρνάκι βρήκε μια γίδα για μάνα. Είναι να μη χαμογελάς;



Ο "Καλορίζικος"μεγάλωσε -πότε πρόλαβε;!- και κάνει μαγκιές με τις φοράδες, τρελαμένος απ'το ανοιξιάτικο κάλεσμα, λεύτερος μες στα κτήματα με τα λιόδεντρα. Όχι πως καταφέρνει τίποτα -πιτσιρικάς ακόμη γαρ- αλλά καθώς μας βγήκε "πολλά" ερωτιάρης, θέλει κι αυτός να κάνει το κομμάτι του! Να φανεί.. να διαλαλήσει πως γίνεται αντράκι! Κι εγώ γελώ, κι ας φοβάμαι μην την φάει την κλωτσιά από καμιά θυμωμένη, έτσι που γκομενίζει ασύστολα κι απροκάλυπτα! Κι ο θυμός ζωγραφίζεται στο πρόσωπάκι του που αγριεύει, καθώς τίποτα δεν κατόρθωσε, κι άντε πάλι πρέπει να ξαναπαλεύει να δοκιμάσει, να προσπαθεί... χωρίς ούτε καλά-καλά να ξέρει τι θέλει να καταφέρει!

Η φύση μας χαμογελά...καμιά φορά μας περιπαίζει... μας τραμπαλίζει ψηλά... μας προσγειώνει ανώμαλα... κι άντε πάλι από την αρχή...



Οι ανεμώνες μας αποχαιρέτησαν για να δώσουν τη σκυτάλη στις πασχαλιές...



Τα χρώματα, όμως, δε χάθηκαν ' παρέμειναν για να θρέψουν καινούριες πινελιές....



Τρίτη 9 Απριλίου 2013

Ερμοδάκτυλος ο κονδυλώδης!

Όπως είχαν ξεμείνει δυο τζούρες καφέ στην κούπα μου, είπα ν'ανοίξω τον υπολογιστή και -τί μ'έπιασε;- να ψάχνω για αγριολούλουδα! Και τσουπ! πέφτω πάνω στο γνωστό μου βάσανο που συνήθως το ξετρυπώνω ανάμεσα στις φτέρες όταν μαζεύω τις πρώτες κορφάδες τους για μεζέ και ποτέ δε μου κάνει τη χάρη να ποζάρει στο φακό σενιαρισμένο! Χρόνια τό'βρισκα γερασμένο και κατσούφικο με τα πέταλά του ζαρωμένα -μες στην στραπάτσα ένα πράγμα- κι εκνευριζόμουν τόσο με τις κακομοιριασμένες πόζες του που μια χρονιά σκάλισα με μια πέτρα το χώμα, να κλέψω το βολβό του να τον μεταφυτέψω στον κήπο μου μπας και το πετύχω κάποτε φρεσκοανθισμένο! Τέλος πάντων, κάποτε τα κατάφερα -το πρόλαβα και στο βουνό ψάχνοντας για γαϊδαροουρές- αλλά, όπως και νά'χει, είναι τόση η χλωμάδα του και το πείσμα του να φυτρώνει κάτω από σκιές και άλλη τόση η τύχη μου να το συναντώ με τον ουρανό συννεφιασμένο και μουντό, που ακόμη δεν έχω πετύχει το επιθυμητό αποτέλεσμα! Δε μ'έχει βασανίσει άλλο αγριολούλουδο τόσο, λέμε! Δεν έχει φωτογένεια!


Πρωί-πρωί, λοιπόν, πέφτω πάνω του! Και διαβάζω: "Ερμοδάκτυλος ο κονδυλώδης"! Σώπα ρε! Κύττα να δεις και δεν του φαινότανε, έτσι ταπεινό κι αχρωμάτιστο νά'χει όνομα σκέτο μεγαλείο! Ερμοδάκτυλος! Εμ, το ίδιο είναι να σε λένε παπαρούνα, το ίδιο Ερμοδάκτυλο; Αφού δε μου βγαίνει να μην το γράψω με κεφαλαίο μπροστά! Και, φυσικά, αμέσως μ'έπιασε η περιέργεια! Και γιατί Ερμοδάκτυλος, λοιπόν; Κι έφαγα τον κόσμο να βρω μιαν εξήγηση! Αλλά δε βρήκα ικανοποιητική! Όλο προβλήματα μου προκαλεί τούτο το λέλουδο... άκρη δε βγάζω μαζί του. Έψαξα στο διαδίκτυο, άνοιξα μια στοίβα λεξικά και στο μόνο που κατέληξα είναι ότι "το όνομα του γένους τούτου οφείλεται εις το ριγωμα αυτού που έχει δήθεν το σχήμα του δακτύλου του Ερμού" ("Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου") και τίποτα παραπάνω! Απογοητεύτηκα... Περίμενα μύθους τρανούς να σχετίζουν το λουλούδι μου με το θεό Ερμή, κι αντ'αυτού ένα ξερό "έχει δήθεν το σχήμα" που επιβεβαιώνει κι ο Γεννάδιος ("Λεξικόν Φυτολογικόν") με το εξίσου λακωνικό κι αόριστο"βολβός ή ρίζα έχουσα δήθεν το σχήμα του δακτύλου του Ερμού".


Και σαν να μην έφτανε αυτό, δεν είναι και σίγουροι αν πρόκειται για το λουλούδι μου! Εγώ, πάλι είμαι, γιατί μου το φανερώνουν τα σημεία: πάντα σε μπελάδες με βάζει, αυτό θά'ναι. Για το μόνο που είναι σίγουροι είναι πως "εφημίζετο άλλοτε δια τας καθαρκτικάς της ιδιότητας"! Χαίρω πολύ! Αναφέρεται, λένε, το όνομα από τους αρχαίους και πιθανώς αντιστοιχεί στην Ίριδα την κονδυλόριζο ή στο Κολχικό το ποικιλόγραμμο (Γεννάδιος). Εμείς ψηφίζουμε, φυσικά, Ίριδα που είναι το δικό μου βάσανο! Και τώρα που το σκέφτομαι έτσι θά'ναι! Τί δουλειά έχει το Κολχικό, ανάμεσα στους δύο επίσημους αγγελιαφόρους των θεών, την Ίριδα και τον Ερμή; Αυτό ψηφίζει, εξάλλου, και το "ψαχτήρι".

Οπότε δε μου βγαίνει απ'το μυαλό, ότι το λέλουδό μου αυτό για κάποιον σημαντικό λόγο βαφτίστηκε έτσι και, δε μπορεί, κάποιες σημαντικές ιδιότητες ή μηνύματα κρύβει! Και ως είδος της Ίριδος και ως δάκτυλος του Ερμού, αφού ("Ομηρικό Λεξικό" Πανταζίδη), ο Ερμής "είναι μεν ο άγγελος των θεών, ως και η Ίρις, αλλ' αυτός αναφαίνεται μάλλον ως επιτετραμμένος, ως μεσολαβούν πρόσωπο, επομένως και ως προστάτης (Ω347).":

(Ομήρου Ιλιάς, απόδοση: Ι.Πολυλά)

Αγγελιαφόρος των θεών και προστάτης των ανθρώπων ο Ερμής οποίος και στη ραψωδία κ της "Οδύσσειας" δίνει "φάρμακον εσθλόν" στον Οδυσσέα για να τον προστατεύσει από τα "μάγια" της Κίρκης:

"μα ως το λαγκάδι το άγιο εδιάβηκα και κόντευα να φτάσω
στης Κίρκης πια το αρχοντοπάλατο της πολυφαρμακούσας,
εκεί μου απάντηξε ο χρυσόραβδος Ερμής [...]
Για πού τραβάς ξανά, βαριόμοιρε, στ΄ ακρόβουνα μονάχος [...]
Ωστόσο θέλω από τα βάσανα να σε γλιτώσω τούτα.
Να πάρε αυτό το καλοβότανο και κράτα το, στης Κίρκης
σα μπεις, να σκέπει το κεφάλι σου, κακηώρα να μη σέ ΄βρει."
(απόδοση: Καζαντζάκη-Κακριδή)

Ε, δε μπορεί ο Ερμοδάκτυλός μου (< Ερμής+δάκτυλος, όπου δάκτυλος "εκ της ρίζης "δικ-" ή "δεκ-", του δείκνυμι και δέχομαι" [Άννα Τζιροπούλου, "Ο εν τη λέξει λόγος"]), να μην έχει καμία, μα καμία σχέση με όλα αυτά! Σίγουρα κρύβει έναν καλό μύθο... έστω κι αφανέρωτο, έστω κι αν μοναχά με τη φαντασία μας μπορέσουμε να υποθέσουμε....

Σημείωσις 1η:
Αναφέρει το "Μεγάλο Ετυμολογικό":



Σημείωσις 2α:
Ψάχνοντας στο διαδίκτυο, βρήκα και το εξής σχετικό ενδιαφέρον κείμενο της Καλής Δοξιάδη (πηγή: http://www.bostanistas.gr/?i=bostanistas.el.article&id=779) :
"Στην Κέρκυρα τη λένε "κουκούγερο", που θα πει "μασκαράς" γιατί ανθίζει τιςαπόκριες. Όπως και σε διάφορα άλλα μέρη της Ελλάδας - τα νησιά του Αιγαίου, την Δυτική Κρήτη, και τόπους της Μεσσηνίας - κουκούγεροι λέγονται οι "κακοί" μασκαράδες, οι άσκημοι, με τα μουτζουρωμένα πρόσωπα, τα κέρατα και τις προβιές ... εκείνοι που διώχνονται για κάθαρση πριν τη Σαρακοστή.
Έτσι δεν μου φάνηκε καθόλου παράξενο όταν εδώ στο χωριό μου εξήγησαν ότι λέγεται έτσι η καημένη γιατί «είναι τόσο άσκημη». Όλοι συμφώνησαν ότι μεγάλο μέρος της ασκήμιας της είναι το μουντό, ουδέτερο της χρώμα που «δεν ταιριάζει σε λουλούδι». Τα λουλούδια, μου είπαν, πρέπει να έχουν γλυκά ή ζωηρά χρώματα. Οπότε δε θεώρησα απαραίτητο να παρατηρήσω ότι βρίσκω το διακριτικό βελούδινο καφετί του χρώμα πολύ chic και όχι μόνον ασυνήθιστο και ενδιαφέρον, αλλά όμορφο.
Μια άλλη εξήγηση για την τοπική ονομασία σίγουρα είναι το "μουτζουρωμένο" του πρόσωπο.
Η βοτανολογική ονομασία της ίριδας αυτής είναι Hermodactylus tuberosus. Έχει ύψος περίπου 20-25 εκατοστά και πολύ ελαφρύ γλυκό άρωμα. Είναι η δεύτερη άγρια ίρις που κάνει την εμφάνιση της στο τέλος του χειμώνα, δυο-τρεις εβδομάδες μετά την Iris unguicularis. Φυτρώνει σε σκιερές και υγρές γωνιές και λόγω του χρωματισμού της δύσκολα διακρίνεται... τόσο που όταν ξαφνικά την βλέπεις αισθάνεσαι ένα σκίρτημα ανακάλυψης.
Οι αρνητικοί συνειρμοί δεν περιορίζονται στη χώρα μας. Αγγλικά λέγεται "Widow Iris" ή 'Snake's Head Iris" [χήρα ή φιδοκέφαλη ίρις]. "


Δε μέλει να "ξεμπερδέψω", τελικά έτσι εύκολα με τούτο τον Ερμοδάκτυλο! Και, γιατί, παρακαλώ το λένε φιδοκέφαλη Ίριδα; "Τα λουλούδια του μοιάζουν ελαφρώς με ανοιχτά στόματα φιδιών", βρήκα σε μια αγγλική ιστοσελίδα. χμ... θα μπορούσε... Αν και πάλι η ονομασία τούτη θα μπορούσε να μας παραπέμψει στον Ερμή που κρατάει το γνωστό κηρύκειον, το οποίο αποτελείται από μια ράβδο γύρω από την οποία ελίσσονται προς τα πάνω δύο φίδια με τα κεφάλια αντικρυστά! Όσο για το"Χήρα Ίριδα" αναφέρεται ότι ονομάζεται έτσι για τις μαύρες πινελιές του, καθώς λέγεται και "Μαύρη Ίριδα". Ε, ρε μπελά που βρήκα πάλι μ'αυτό το λέλουδο! Ψάχνω, ψάχνω και δεν λέω να σταματήσω...............

Παρασκευή 5 Απριλίου 2013

Εις τα όρη χαίρει! (ρίγανη, αλλά και ριγανοκεφτέδες!)

Εις τα όρη χαίρει! Ποιός άλλος; Η γνωστή μας ρίγανη! Σύμφωνα με το "Μεγάλο Ετυμολογικόν" (Etymologicon Μagnum), η ρίγανη ή το ορίγανον εις την αρχαία ελληνική, έπρεπε να γράφεται με "ει", καθώς η ετυμολογία του προέρχεται από τη λέξη όρος (και συγκεκριμένα στη δοτική πληθυντικού "όρει", "τω όρει"= "εις τα όρη") και γάνος= "το σημαίνον την χαράν", δηλαδή "το γαρ ορίγανον εις τα όρη χαίρει", καθώς -αν μη τί άλλο- η ρίγανη βρίσκει τη χαρά της να εξαπλώνεται πανταχού στα όρη του τόπου μας! Υπάρχει, βέβαια, κι η έννοια γάνω= λαμπρύνω, οπότε σύμφωνα με αυτή την εκδοχή (που δεν επιβάλει τη γραφή με "ει"), το ορίγανον "λαμπρύνει τα όρη" μας.




Το Ε.Μ., όμως, δίνει μια ακόμη πιθανή ετυμολόγηση εκ του "οράν" (=βλέπω) και "γάνω", δηλαδή "λαμπρύνον την όρασιν", μιας και θεωρούνταν ότι η ρίγανη βελτίωνε την όραση.
Όλες τούτες τις ανοιξιάτικες μέρες, η πηλιορείτικη φύση δε μας έχει αφήσει παραπονεμένους. Τα δέντρα αρχίσαν να στολίζονται νυφούλες με μπουμπούκια λευκά και ρόδινα και τριανταφυλλιά, τα κτήματα και τα χωράφια πλημμύρισαν μ'αγριολούλουδα λογιώ-λογιώ χρωμάτων, τα λουλούδια στις αυλές αρχίσαν ν'ανασταίνονται και ν' ανθίζουν με το φεύγα του χειμώνα, ο τόπος μοσκοβόλησε κι επιπλέον ένα σωρό καλούδια, μεζέδες ιδιαίτεροι, εποχιακοί, μας χαρίζουν τη νοστιμιά τους αντάμα μ'ένα τσιπουράκι ή ένα μυρωδάτο κρασί! Μεταξύ άλλων (βλέπε: τσιτσίραβα, φτέρες, Άγρια σπαράγγια και βεργιά, γαϊδαροουρές και κούκοι) την τιμητική της έχει η ρίγανη! Όχι η ξερή που συνηθίζουμε σαν καρύκευμα στα φαγητά μας, αλλά η ολόφρεσκη που πρωτοβγαίνει τώρα και συλλέγεται για τους περίφημους ριγανοκεφτέδες!




"Μια απλωσιά, μια χούφτα ρίγανη για τέσσερις πατάτες. Κι αν τους θες νηστίσιμους και δε βάλεις αυγό, βάζεις και μια κουταλιά της σούπας ταραμά. Και λίγη φρυγανιά ή αλευράκι για να σφίξει, αφού δε θά'χεις το αυγό. Μαϊντανό, τριμμένο πιπεράκι, κι ένα μεγάλο κρεμμύδι. Αλατάκι λίγο, γιατί έχει κι ο ταραμάς." Ξεδιαλέγουμε μόνο τις φρέσκες κορφούλες και τα φυλλαράκια και τα βράζουμε με τις πατάτες (κομμένες σε κομμάτια μικρά) για να πάρουν κι αυτές νοστιμιά απ'το ζωμό. Τα στραγγίζουμε καλά, λιώνουμε μ'ένα πιρούνι και προσθέτουμε τα υπόλοιπα υλικά. Πλάθουμε τα κεφτεδάκια, τ'αλευρώνουμε και τηγανίζουμε σε καυτό ελαιόλαδο. Κι ύστερα... απολαμβάνουμε!




Πέραν, όμως, της απολαύσεως, από την αρχαιότητα κιόλας ήταν γνωστή η θεραπευτική αξία του φυτού τούτου. Καταγράφει, μεταξύ άλλων, ο Κώστας Μπαζαίος ("100 βότανα, 2000 θεραπείες"):
"Τονωτικό, ορεκτικό, διεγερτικό.
Καταπραϋντικό και σπασμολυτικό σε πόνους των μυών και σε νοσήματα των πνευμόνων.
Πολύτιμο για προβλήματα του στομαχιού..... Σταματάει την ευκοιλιότητα (το αφέψημα)...
Για αεροφαγία, τυμπανισμό, αέρια....
Αναλγητικό σε οξείς ή χρόνιους ρευματισμούς, σε πόνους μυών και αρθρώσεων (τρία φλιτζάνια με εγχύματα την ημέρα και ζεστά καταπλάσματα).
Σε πονόδοντο (με γαργάρες ή μασώντας ένα κλαράκι).
Αποχρεμπτικό (... σε χρόνια βρογχίτιδα και κοκίτη)
Αντισηπτικό των αναπνευστικών οδών σε άσθμα και φυματίωση των πνευμόνων.
Στυπτικό σε εντερικές διαταραχές και πόνους στην κοιλιά.
Εμμηναγωγό σε περιπτώσεις αμηνόρροιας.
Με εξωτερική χρήση είναι παρασιτοκτόνο (σε φθειρίαση) και επουλωτικό."

Και πόσες άλλες ακόμη ιδιότητες.... Πλούσια σε βιταμίνες και ιχνοστοιχεία, με ισχυρή αντιοξειδωτική δράση, αλλά και πλούσια σε φυτικές ίνες που μειώνουν τα επίπεδα χοληστερίνης και τριγλυκεριδίων. Ερευνάται, μάλιστα, και η πιθανή αντικαρκινική της δράση.

Από ορισμένους, λοιπόν, θεωρείται από τα ισχυρότερα "φάρμακα" της φύσης. Πόσο, μάλλον, αν συγκαταλέξουμε στο γένος της και το περίφημο κρητικό δίκταμνο ("Ορίγανον η Δίκταμνος"). Ίσως και για τη δύναμή της αυτή, εκτός της διαπεραστικής μυρωδιάς της, να χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Έλληνες την έκφραση:"ορίγανον βλέπω" = "δριμύ τι βλέπω" (λεξικόν Δ.Δημητράκου), όπως ο Αριστοφάνης στους "Βατράχους" (604) του:

"Κι όμως θενά δείξω, βρε παιδιά,
πόχω αντρεία καρδιά,
κι αψύ το ανάβλεμμα, σα ρίγανη."
(απόδοση:Α.Μελαχρινού) 

Αλλά και ο Όμηρος(;) στη "Βατραχομυιομαχία" (259):

"ο άξιος Οριγανίωνας, που προσομοίαζε τον ίδιο το θεό Άρη
και που μόνος ανάμεσα στο στρατό των βατράχων νικούσε..." 

δεν επέλεξε τυχαία το όνομα τούτο, καθώς, όπως σημειώνει κι ο Ι.Πανταζίδης ("Ομηρικό λεξικό"): 
"Ο πλάσας το κωμικόν τούτο όνομα είχε κατά νουν και την φράσιν "ορίγανον βλέπειν"= αγριοκυττάζειν' διότι ο Οριγανίων παραβαλλόμενος με τον Άρη πρέπει να ήνε αγριωπός."

Τρίτη 26 Μαρτίου 2013

Άγρια σπαράγγια και βεργιά!



Φάνηκε η άνοιξη κι αντάμα με τ'ανθίσματα των λουλουδιών του αγρού, άρχισαν να ξεβλασταρώνουν και διάφορα άλλα καλούδια της φύσης! Θαρρείς συνεννοημένη κι αυτή, με τα έθιμα τα δικά μας, τούτη την περίοδο της Σαρακοστής μας προσφέρει ένα σωρό νηστήσιμους μεζέδες, ταπεινούς αλλά γευστικότατους... Πρώτες ξεπετάχτηκαν οι φτέρες κι ακολούθησαν τα βεργιά και τ'άγρια σπαράγγια, οι γαϊδαροουρές του βουνού κι οι κούκοι, για να πάρουν όπου νά'ναι τη σκυτάλη τα φημισμένα πηλιορείτικα τσιτσίραβα! Είναι απίθανο το τί μπορεί να μαζέψει κανείς σε ενός τσιγάρου δρόμο ανάμεσα στα λιόδεντρα. Φτάνει νά'χει τα μάτια του ανοιχτά και να γνωρίζει... Χαλί οι τρυφερές κορφούλες απ'τις φτέρες φαίνονται με την πρώτη ματιά να φλερτάρουν με τις άγριες ανεμώνες και τα τοσοδούλικα και παραδίπλα προφυλαγμένα τα βλαστάρια απ'τις σπαραγγιές, ανάμεσα στα περσινά και τα προπέρσινα αγκάθια, τριγύρω από τους γέρικους κορμούς. Κι αν είναι ο τόπος υγρός κι είσαι και τυχερός θα ξετρυπώσεις και τα βεργιά που αναζητούν τον ουρανό, μοναχά ή αγκαλιασμένα μεταξύ τους ή ακόμη τυλιγμένα σε βάτα ακαθάριστα... Τέτοιες μέρες, όποιον δρόμο και να πάρω, το αυτοκίνητο είναι απαραιτήτως εφοδιασμένο μ'άδειες σακούλες για συγκομιδή!

σπαράγγι 

Έτσι και προχθές το μεσημέρι, καθώς κατηφορίζαμε για ένα τσιπουράκι παραλιακά, κάναμε μια μικρή παράκαμψη σ'ένα "φτερότοπο"! Στα ψηλά, δεν έχουν βλασταρώσει ακόμα... Κι όπως χωθήκαμε στο χωματόδρομο αντικρύσαμε και τα πρώτα σπαράγγια στη μια μεριά. Ο αγαπημένος μου, όμως, μεζές, είναι κείνα τα πικρούτσικα βεργιά που γλυκαίνουν αμέσως στο ντόπιο κρασόξυδο. Δεν έχω παράπονο. Περπατώντας στην πλαγιά, ξετρυπώσαμε μερικά, όσα πρέπει για μια βρασιά!

βεργί

Τα βεργιά αλλού τα λένε οβριές ή αβρωνιές. Η Vita έχει κάνει μια πολύ ενδιαφέρουσα εγγραφή για τις αβρωνιές της Κρήτης εδώ: Αβρωνιές (μια σπάνια συνταγή). Και στα δικά μας μέρη τα κάνουμε μαγειρευτά -αν και δε συνηθίζουμε τα μπαχαρικά, όπως το κύμινο- σκέτα ή και με κρέας, αλλά και σαλάτα -αφού τα ζεματίσουμε- με αρκετό ξυδάκι να φύγει η πολλή πίκρα κι ελαιόλαδο. Σημειώνει ο Π.Γ.Γεννάδιος στο "Φυτολογικόν Λεξικόν" του: "Εις το είδος τούτο αναφέρεται η παρ'αρχαίοις Βρυώνη ή Βρυωνίς και η κατ'εξοχήν Βρυωνία ή Άμπελος λευκή του Διοσκουρίδου, όστις λέγει ότι "ταύτης οι ασπάραγοι" κατά την πρώτην εκβλάστησιν εφθοί εσθίονται", ως δ.δ. εσθίονται ούτοι και σήμερον εν τε τη Ελλάδι και αλλαχού εξουδετερουμένης της τοξικής των ιδιότητος δια της ζέσεως."

βεργιά

Τ'άγρια σπαράγγια, πάλι, που τους μοιάζουν λιγάκι όταν είναι τρυφερά, αλλά διαφοροποιούνται πλήρως καθώς αναπτύσσονται και σκληραίνουν τ'αγκάθια τους, τρώγονται και σα σαλάτα, μετά από λίγο βράσιμο (ή και ψήσιμο στην ξυλόσομπα), καθώς και παντρεμένα μ'αυγά, δηλαδή σε ομελέτα. Για τα σπαράγγια κάνει μνεία κι ο Αθήναιος στους "Δειπνοσοφιστές" του (Β62, απόδοση: Στ.Αλεξιάδου) και μεταξύ άλλων αναφέρει: "Οι ασπάραγοι ονομάζονται έλειοι (του βάλτου) και ορεινοί, εξ ων οι κάλλιστοι δεν σπείρονται. Τους μεταχειρίζονται δε προς θεραπείαν όλων των εσωτερικών παθήσεων. Οι σπαρτοί εξ άλλου γίνονται καθ' υπερβολήν υπερμεγέθεις." Τα σπαράγγια είναι όντως πλούσια σε φυτικές ίνες, βιταμίνες, μέταλλα κι ιχνοστοιχεία, αλλά χρειάζεται προσοχή την κατανάλωσή τους από όσους δε μεταβολίζουν τις πουρίνες και πάσχουν από ουρική αρθρίτιδα. Όσο για την ετυμολογία της λέξης, σύμφωνα με την Άννα Τζιροπούλου ("Ο εν τη λέξει λόγος") είναι εκ του σπαργάω=είμαι πλήρης, ενώ το "Μεγάλο Ετυμολογικόν" αναφέρει: "Έστι δε τι και βοτάνης είδος ασφάραγος, προς τας καθάρσεις επιτήδειον. Ούτως μεν οι Αττικοί, δια του Φ' οι δε λοιποί, μη ακριβούντες, δια του Π λέγουσι. Και απλώς τα των λαχάνων όρμενα ασπαράγους καλούσιν." Ακόμη: "Ασπάραγος: Κυρίως επί του ελείου ή ορείου, ο μη σπειρόμενος."

σπαράγγια 

Μπαίνει η άνοιξη, λοιπόν, κι η φύση αρχίζει να γεννοβολάει και να μοιράζει απλόχερα τους πρώτους της καρπούς... τουλάχιστον εκεί που δεν την έχουμε ακόμη δηλητηριάσει... εκεί που σεβαστήκαμε τη ζωή...

Σάββατο 16 Μαρτίου 2013

Χάσκα και φωτιές!

Έχω σπάσει το κεφάλι μου να θυμηθώ που πρωτοδιάβασα για τη "χάσκα"! Αδυνατώ... Κι ας έχω ανοίξει γύρω μου ένα σωρό λαογραφικά βιβλία... Κάπου αλλού ήτανε.. Τό'χε πάρει το μάτι μου σαν αναφορά σ'ένα ξεχασμένο έθιμο κάπου βορειοελλαδίτικα.. Θυμάμαι πολύ καλά, όμως, πόση εντύπωση μού'κανε, δυο-τρία χρόνια πριν, όταν πήρε τ'αυτί μου σε μια κουβεντούλα "Θυμάσαι εκείνες τις απόκριες τί γέλιο κάναμε με τη χάσκα, όταν είχαμε μαζευτεί....". Πετάχτηκα πάνω! "Κάνετε χάσκα την αποκριά;!" "Κάνουμε!" "Ακόμη;!" "Ε,να, πέρσι δεν κάναμε...Πότε ήταν; Έχουμε λίγα χρόνια που δεν κάναμε.." "Φέτος θα κάνουμε;!" ρώτησα όλο αγωνία... "Να κάνουμε, γιατί να μην κάνουμε;" Το καταχάρηκα, λοιπόν, που βρήκα ζωντανό -έστω σε λίγους- το έθιμο τούτο το ξεχασμένο και, επιπλέον, όχι από μια "φολκλορική" αναβίωση, αλλά από φυσική συνέχεια και μάλιστα στα χωριά μας!


Το έθιμο τούτο συναντάται στον ελλαδικό χώρο με διάφορες παραλλαγές και λαμβάνει χώρα την Κυριακή της Τυρινής κατά το τελευταίο αρτύσιμο γεύμα της αποκριάς. Τον πρωταγωνιστικό ρόλο συνήθως κατέχει το αυγό (που μερικές φορές, όμως, δίνει τη θέση του στον νηστίσιμο χαλβά), καθώς είναι η τελευταία μέρα που μπορεί να καταναλωθεί πριν τη μεγάλη νηστεία της Σαρακοστής και μέχρι τη μέρα της Ανάστασης, όπου και πάλι θα ανακτήσει τον πρωταγωνιστικό του ρόλο στο χαρμόσυνο δείπνο που ακολουθεί! Με άλλα λόγια, με αυγό βουλώνουμε το στόμα μας καθώς κλείνει το Τριώδιο και ξεκινάει η Σαρακοστή, με αυγό το ξεβουλώνουμε μετά την Ανάσταση!


Ένα βρασμένο καλά και καθαρισμένο αυγό δένεται από μια κλωστή απ'το ταβάνι του σπιτιού, πάνω απ'το τραπέζι όπου έχει μαζευτεί η οικογένεια και κάποιος αναλαμβάνει να ταλαντώσει το σκοινί, ενώ όλοι οι παρευρισκόμενοι προσπαθούν να το γραπώσουν με το στόμα! Σε κάποιες παραλλαγές κρεμιέται κι από τον πλάστη με τον οποίο ζυμώνουν οι γυναίκες -ή κάποιο άλλο μακρύ ξύλο- που ένας αναλαμβάνει να το κρατάει και να το κουνά, σαν καλάμι του ψαρέματος, ενώ οι υπόλοιποι προσπαθούν με το στόμα να το πιάσουν.


"Τέλος οι μασκαράδες μαζεύονταν στα συγγενικά ή φιλικά τους σπίτια, γλεντούσαν κι έπαιζαν ένα παιχνίδι τη "Χάσκα". Κρεμούσαν με μια κλωστή, απ'το ταβάνι, ένα αυγό. Αυτό το γύριζαν γύρω-γύρω, και χωρίς τη βοήθεια των χεριών, προσπαθούσαν να πιάσουν με το στόμα τους το αυγό. Όποιος κατόρθωνε να το πιάσει ήταν ο κερδισμένος." ("Κοντά στις ρίζες μας", Λαογραφικά Μαγνησίας, Μαθητ.Κοινότ. Στ2 τάξης 11ου Δημοτικού Σχολείου Βόλου, 1984)

Σημειώνει ο λαογράφος μας Γεώργιος Μέγας στα "Ζητήματα ελληνικής λαογραφίας", τεύχος 3ον:





Την ίδια μέρα μάλιστα, το αυγό, πρωταγωνιστούσε και σε ένα είδος πυρομαντείας:



Η Κυριακή της Τυροφάγου αποτελεί στο τέλος της τρίτης βδομάδας των Απόκρεω, της μεταβατικής βδομάδας προς την νηστεία της Σαρακοστής όπου εθιμικά δεν καταναλώνεται πλέον κρέας, αλλά μονάχα τα προϊόντα των ζωικών οργανισμών, όπως το τυρί, το γάλα και το αυγό.

"Πάει ου κριάτους πέθανι
ψουχουμαχάει κι ου τύρους
κι παίρνει τη bεριφανιά
ου σκόρδους κι ου κρουμύδους!",

μας διασώζει το παλιό στιχάκι ο π.Κωνσταντίνος Καλλιανός στα λαογραφικά του Κλήματος Σκοπέλου ("Σεργιάνι σε ξεχασμένα μονοπάτια").

Τα έθιμα της ημέρας, πέρα από τις καθιερωμένες μασκαράτες, ήταν πάρα πολλά. Σημαντικό εξ αυτών οι συμβολικότατες "φωτιές", όπως και κατά την παραμονή της γεννήσεως του Άη-Γιαννιού, αλλά και κατά τις παραμονές των Χριστουγέννων. Βέβαια, ακόμα και σήμερα έχουμε την παραδοσιακή καύση του Καρνάβαλου. Αλλά ας δούμε και μερικά ακόμη σχετικά στοιχεία από τα "Ζητήματα ελληνικής λαογραφίας" του Μέγα:



Καλή Αποκριά!!!

Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2013

ο Κυπάρισσος και το κυπαρίσσι...

Παρ'όλο που ο χειμώνας δε φάνηκε ακόμα στο βουνό των Κενταύρων (όλες κι όλες κανα-δυό απόπειρες μονάχα έκανε να προβάλει κι αμέσως οπισθοχώρησε), τα ξυλαράκια μας μια χαρά λαμπαδιάζουν στη φωτιά και φυσικά χρειάστηκε να κουβαλήσουμε κι άλλα στην αποθηκούλα. Καθώς έφτιαχνα την τρακάδα, λοιπόν, με τα φρεκοκομμένα, κάθε τόσο σταματούσα ν'ανασάνω μιαν ευωδιά. Ήταν όταν τ'αλυσοπρίονο διάλεγε κανέναν κορμό κυπαρισσιού, ανάμεσα στα τόσα αράδια και τις οξιές, και μοσχοβολούσε όλη η ατμόσφαιρα καθώς σκόρπιζαν τα ροκανίδια! Κύττα μοσχοβολιά, το άτιμο! Τόσα, χρόνια, λοιπόν, δεν είχα να πω και κάτι το ιδιαίτερο για το ψιλόλιγνο κυπαρίσσι, μέχρι που γνώρισα το άρωμά του, και το αγάπησα... Τόσο, που με πιάνει και μια μικρή στεναχώρια, όποτε πετυχαίνω κομμάτι του κι ύστερα το βλέπω να καίγεται στην ξυλόσομπα.


"Ευώδης κυπάρισσος" ... μα πώς αλλιώς θα μπορούσε να τον χαρακτηρίσει ο Όμηρος (ε 64);

Που στόλισε με την ευωδιά του το νησί της Καλυψούς....

"Ξύλα περίσσια στη γωνιά, κέδροι και θυές σκισμένες, 
που μοσκοβόλαε το νησί παντού απ΄ τη μυρουδιά τους. 
Στον αργαλειό της ομπροστά γλυκοτραγούδαε εκείνη, 
και το πανί της έφαινε με τη χρυσή σαγίτα, 
Τριγύρω δάσια φουντωτά με σκλήθρες και με λεύκες, 
και μυρωδάτα ανάμεσα στεκόνταν κυπαρίσσια. 
Λογής πυκνόφτερα πουλιά κουρνιάζανε στα δέντρα, 
γκιώνηδες, και γεράκια, και φωναχτερές κουρούνες 
της θάλασσας, που χαίρουνται να ζούνε στα νερά της. 
και γύρω στις βαθιές σπηλιές της νύφης απλωνόταν

ήμερο κλήμα θαλερό σταφύλια φορτωμένο‡ 
αράδα βρύσες τέσσερες άσπρο νεράκι χύναν, 
κοντά κοντά, μα καθεμιά κι αλλού κατρακυλούσε. 
Πλάγι λιβάδια μαλακά με σέλινα και βιόλες, 
που αθάνατος κι αν ήρχουνταν σε τέτοιες πρασινάδες, 
με θαμασμό θα κοίταζε και θ΄ άνοιγε η καρδιά του."

(απόδοση: Α.Εφταλιώτη)

Αλλά κι ο παραστάτης που στήριζε την οροφή των ανακτόρων του Οδυσσέως ήταν κυπαρισσένιος (ρ 340)




Το ευωδιαστό κυπαρίσσι, όμως, εκτός απ'τη μοσχοβολιά του κρύβει και μια λυπητερή ιστορία....

Ήταν, λοιπόν, κάποτε ένα νέο παλικαράκι που το λέγαν Κυπάρισσο κι είχε αγαπημένο του σύντροφο ένα πανέμορφο ιερό ελάφι. Κάποια μέρα, όμως, μαύρη μέρα, ο Κυπάρισσος κάρφωσε κατά λάθος με το δόρυ του τον αγαπημένο του αυτό σύντροφο και τον σκότωσε. Η οδύνη του νέου για το χαμό του ελαφιού ήταν τόσο μεγάλη που θέλησε κι ο ίδιος να πεθάνει και παρακάλεσε τους θεούς να κυλούν τα δάκρυά του αιώνια, μέχρι που το κορμάκι του μεταμορφώθηκε σε δέντρο, στο δέντρο τούτο που κυττάζει τους ουρανούς και σιωπηλά πια θρηνεί....




("Οβιδίου Μεταμορφώσεις", απόδοση στη νεοελληνική: Θεοδώρου Τσοχαλή, εκδόσεις του ιδίου, από όπου και οι εικόνες)


Αναφέρει μάλιστα, ο Π.Γ.Γεννάδιος ("Λεξικόν φυτολογικόν") ότι έκτοτε (δηλ. μετά τη μεταμόρφωση του νέου) "το αειθαλές τούτον δένδρον, αφιερωθέν εις τον Πλούτωνα, κατέστη έμβλημα πένθους", για αυτό και αναρτούσαν κλάδο του από τις θύρες "της οικίας εις ην έκειτο νεκρός". "Κυπάρισσοι δ' εφυτεύοντο παρά τους τάφους και τους ναούς και εις τα ιερά άλση (βλ.Παυσανίας)", συνήθεια που διατηρείται μέχρι και σήμερα. Προσθέτει ότι το ξύλο του είναι "ευωδέστατον και ευέργαστον, ασαπές δε..." και εις τη "βαλσαμώδη οσμήν, τη μεγάλην διάρκειαν" και την αντοχή του ξύλου αυτού στις προσβολές των εντόμων πρέπει να αποδοθεί η "κατά προτίμησιν χρήσις αυτού παρ'αρχαίοις (Θουκυδίδης Β34) και ιδίως παρ' Αιγυπτίοις προς κατασκευή φερέτρων." Επιπλέον, οι αρχαίοι "την ρητίνην της κυπαρίσσου μετεχειρίζοντο εις την ταρίχευσιν των νεκρών, ως φάρμακα δε εχρησιμοποίουν τα φύλλα, τον φλοιόν και τους καρπούς". Κάποτε, αναφέρει, υπήρχε τόσο μεγάλη ζήτηση του ξύλου αυτού για την κατασκευή φερέτρων στην Αίγυπτο, που το κυπαρίσσι καλλιεργούνταν συστηματικά στην Κρήτη και η παραγωγή του ξύλου ήταν τόσο επικερδής, ώστε τα κυπαρίσσια δίνονταν ως προίκα στις θυγατέρες, για αυτό και ονομαζόταν "το δένδρον τούτον υπό των Ρωμαίων  "Προίξ θυγατρός""!


Μα, φυσικά, το κυπαρίσσι δε θα μπορούσε να μην τραγουδιέται μέχρι και σήμερα απ'τον λαό μας καθώς, οι θεοί άκουσαν την ευχή του και διατήρησαν αθάνατη την ανάμνηση της λύπης του...

"...Εκεί που θάψανε το νιο εβγήκε κυπαρίσσι 
και κει που θάψανε τη νια εβγήκε καλαμιώνα, 
λυγογυρίζει η καλαμιά, στρέφει το κυπαρίσσι 
κι ένα πουλί κελαήδησε και σ' άλλο το ξηγιόταν: 
-Για δες τα κακόμοιρα, τα πολυαγαπημένα 
σα δε φιλήθ'καν ζωντανά, φιλιόνται πεθαμένα."

"Βλέπεις σ΄εκείνο το βουνό δυο μαύρα κυπαρίσσια
και κάτωθέν τους κάτασπρην μιάν άλλην στενήν πλάκα;
Σύντας φυσύση άνεμος τες άκρες τους κολλούσι
και τα κλαδιά τους σμίγουσι κι' αρχίζουν και λαλούσι......"

"...Το κυπαρίσσι της σιωπής στο μαύρο κορφοβούνι..."

"... Τώρα η μηλιά μαράθηκε, το δέντρο ξεριζώθη 
κι η τέντα η κατακόκκινη και κείνη μαύρη εγίνη, 
το κυπαρίσσι το χρυσό έπεσε κι ετσακίστη, 
το ασημοκάντηλο έσβησε το σπίτι δε φωτάει."

αλλά και λόγω του επιβλητικού παρουσιαστικού του που σαν να θέλει να φτάσει στα ουράνια...
"...Ψηλό μου κυπαρίσσι γέρνει η κορφάδα σου, 
και ποιος θα την γλεντήσει την ομορφάδα σου...".

"Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά, έλα πάρε και τούτο, 
μικρό μικρό σου το'δωκα, μεγάλο φέρε μου το. 
Μεγάλο σαν ψηλό βουνό, ίσιο σαν κυπαρίσσι 
κι οι κλώνοι του ν' απλώνονται, σ' ανατολή και δύση."

Όσο για την ετυμολογία του, η Άννα Τζιροπούλου ("Ο εν τη λέξει λόγος") μας δίνει δύο πιθανές εκδοχές: Μία του Ευστάθιου: "κύει παρίσους η κυπάρισσος κλάδους" ("παρίσους κλάδους", παρίσος εκ του παρά + ίσος) Και μία δεύτερη: "Είναι μέγα και υψηλόν δένδρον, εξ ου η κατάληξις -ιττος, -ισσος. Η ρίζα κυπ-, κυβ- (πρβλ. κύβη, κύπελλον), επειδή τα άρρενα άνθη αποτελούν ωοειδείς κεφαλίδας, και το σπέρμα καλύπτεται από καρπικά λέπια."



Υ.Γ.1 Σύμφωνα με τη μυθολογία μας, Κυπάρισσος ήταν κι ο "υιός του Μινύαντος και αδελφός του Ορχομενού από του οποίου λέγεται ότι ωνομάσθη η εν Φωκίδι πόλις Κυπάρισσος, (Ευστάθιος)" (Λεξικό Νικολάου Λωρέντη)

Υ.Γ. 2 Ο Κώστας Μπαζαίος στο βιβλίο του για τα βοτάνια ("100 βότανα, 2000 θεραπείες") συγκαταλέγει και το κυπαρίσσι! Μας πληροφορεί ότι το αφέψημα από τα πράσινα κυπαρισσόμηλα, χρησιμοποιούμενο με ξύδι, σταματάει την τριχόπτωση και σκουραίνει τα μαλλιά, το βάμμα κυπαρισσιού (30-60 σταγόνες) πριν τα γεύματα είναι πολύτιμο για τις αιμορροϊδες και τους κιρσούς, αλλά και κατά τη δυσμηνόρροια, τη μητροραγία, την εμμηνόπαυση. Το αιθέριο λάδι του πάνω στις μαξιλαροθήκες είναι αντισπασμωδικό σε κοκίτη και βήχα, τα καβουρντιμένα σαν καφές κυπαρισσόμηλα είναι αντιδιαρροϊκά και το ξύλο του κυπαρισσιού αν το βράσουμε και πιούμε το ζουμί του όταν έχουμε γρίπη είναι εφιδρωτικό.

Αλλά, ως ευώδες, είναι κι αποσμητικό, όταν πλένουμε με έκχυμα κυπαρισσόμηλων δύσοσμα πόδια. Επιπλέον αν βράσουμε μια χούφτα ροκανίδια σ'ένα λίτρο νερό και πλύνουμε το πρόσωπό μας, θα καθαρίσει βαθιά και θα λάμψει, ενώ αν ρίξουμε στη μπανιέρα νερό όπου βράσαμε κυπαρισσόμηλα θα νιώσουμε ευεξία. Τέλος, τα κλωνάρια των κυπαρισσιών διώχνουν τις μύγες και τα κουνούπια, έτσι σε κάποια σπίτια τα κρεμούν από τις στέγες. Το αιθέριο λάδι, αν και βγαίνει με απόσταξη, μας ενημερώνει ότι μπορούμε να το φτιάξουμε και ως εξής: "Σ'ένα μπουκάλι με φαρδύ στόμιο βάζουμε ελαιόλαδο, τεμαχισμένα κυπαρισσόμηλα μαζί με φύλλα και τρυφερά βλαστάρια και το αφήνουμε 20 μέρες στον ήλιο. Ύστερα μπορούμε να το χρησιμοποιούμε σε επαλείψεις για αντινευραλγικό και αντιρρευματικό." 

Δευτέρα 31 Δεκεμβρίου 2012

Το ποδαρικό της αγελάδας κι άλλα έθιμα πρωτοχρονιάτικα!



("Χερσέ, βασιλόπιτες και άλλα", από το Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών", έρευνα επιλογή: Ελένη Σταματοπούλου, σχέδια: Μάρκος Καμπάνης, εκδόσεις του Φοίνικα)


"Το βράδυ τούτο, που όλος ο κόσμος περιμένει την αλλαγή και μαζί με την αλλαγή του χρόνου και την αλλαγή της τύχης του, δεν κοιμάται, αν δε βεβαιωθεί για "τα μέλλοντα συμβήναι άγνωστα τοις θνητοίς" και αν δε γνωρίσει το άγνωστο τμήμα της Μοίρας του. Γι'αυτό και παίζει, γι'αυτό και γλεντάει, γι'αυτό και κάνει διάφορα μαντέματα.
Στο Δρυμό της Μακεδονίας, σαν συγκεντρώνονταν όλη η οικογένεια στο σπίτι το βράδυ, ένα αγόρι κατέβαινε στο στάβλο και ψαχουλεύοντας τα παχνιά με τα χέρια του, μάζευε κάμποσα σπυριά στάρι, όπως έπεφτε απ'τ'άχυρο, και ο πατέρας ή η μάνα, ονοματίζοντας ένα σπειρί για τον καθένα, τόβαζε στη ζεστή πλάκα της "παρστιάς" του τζακιού και όλοι κοίταζαν προς τα πού θα πήγαινε, την ώρα που θάσκαζε με κρότο από τη ζέστη της πλάκας. Κι' αν σκάζοντας πετούσε προς τ'απάνω, τούτο ήταν σημάδι δύναμης, υγείας και γερωσύνης, για κείνον που το βάζανε. Αν όμως καιγόταν, χωρίς ν'αλλάξει θέση, τότε ήταν σημάδι αδυναμίας, αρρώστιας και δυστυχίας....[...]
....τα κορίτσια της παλιάς Αθήνας [...] κάθονταν στο παράθυρο μετά τα μεσάνυχτα που άλλαζε ο χρόνος και κοιτάζοντας σ'ένα καθρέφτη περίμεναν ν'ακούσουν κάποιο αντρικό όνομα απ'τους διαβάτες, που θα περνούσαν απ'έξω. Μόλις άκουγαν το πρώτο αντρικό όνομα, έκαναν τρεις φορές το σταυρό τους και λέγανε σιγανά, για να μην τους ακούσει κανείς:
Τ'όνομά που άκουσα, νά είναι τ'όνομά του!
Του χρόνου νάναι κύρης μου, κι εγώ νά'μαι κυρά του."

(Κώστας Καραπατάκης,"Το Δωδεκαήμερο", εκδόσεις Παπαδήμα)




("Χερσέ, βασιλόπιτες και άλλα", από το Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών", έρευνα επιλογή: Ελένη Σταματοπούλου, σχέδια: Μάρκος Καμπάνης, εκδόσεις του Φοίνικα)


"Για τον Κρητικό κάτοικο της υπαίθρου ο Άγιος Βασίλης ήταν ζευγολάτης που ξημεροβραδιαζόταν στα χωράφια για να προλάβει τη σπορά πριν προχωρήσει ο χειμώνας. Έσπερνε κριθάρι, σιτάρι, ταγή και ρόβι, όπως λένε τα κάλαντα, όπως έκανε και ο κάθε κρητικός αγρότης. [...]
Για να αποφευχθούν ανεπιθύμητες πρωτοχρονιάτικες επισκέψεις, οι άνθρωποι λάμβαναν τα μέτρα τους επιλέγοντας για το ποδαρικό της χρονιάς ένα παιδί "άκακο και προκομμένο". Ωστόσο, σε πολλές περιοχές δεν το διακινδυνεύανε. Αντί για άνθρωπο επέλεγαν ένα ζώο ή ένα εικόνισμα. Κατά γενικό κανόνα, οι οικογένειες που είχαν ως κύρια κατεύθυνσή τους την αγροτική παραγωγή, επέλεγαν μιαν αγελάδα για να τους κάνει το ποδαρικό. Κι αν είχαν ως προτεραιότητα την κτηνοτροφία, ένα πρόβατο. [...]
Το πρωί της Αρχιχρονιάς φρόντιζαν να βάλουν την αγελάδα στο σπίτι, να την κεράσουν με ψωμί ή γλυκίσματα και να την αφήσουν εκεί για κάμποση ώρα. Αλλού είχαν ζυμώσει ειδικά κουλουράκια τα οποία κρεμούσαν στα κέρατά της, ένα στο καθένα, και αλλού ειδική πίτα, τη βουιδόπιτα, πάνω στην οποία είχαν βάλει ένα κορδόνι με ζυμάρι και είχαν σχηματίσει το ζυγό, σύμβολο της επίπονης αλλά και της ευλογημένης και έντιμης εργασίας, όπως και της καλής σοδειάς. Θεωρούσαν πολύ καλό σημάδι το να "κατουρήσει μέσα στο σπίτι" η αγελάδα.[...]
Τα κουλούρια που κρεμούσαν στα κέρατα των βοδιών γίνονταν με το ζυμάρι των πρωτοχρονιάικων ψωμιών. Ήταν η "καλή χέρα" που έπαιρναν τα ζώα. [...]"


(Νίκος Ψιλάκης, "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη", εκδόσεις Καρμάνωρ)






("Χερσέ, βασιλόπιτες και άλλα", από το Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών", έρευνα επιλογή: Ελένη Σταματοπούλου, σχέδια: Μάρκος Καμπάνης, εκδόσεις του Φοίνικα)


"Σύνταχα την Πρωτοχρονια, πριν ακόμα καλοφέξει, πηγαίνουν κι απιθώνουν στις πετρόβρυσες, στις ξυλόβρυσες και στα κρεμάμενα λαγκαδίσια νερά, γλυκά κι άλλα ζαχαρωτά, για τις μοίρες της χρονιάς. Κι αυτές, αφού λούσουν και χτενίσουν τα μαλλιά τους, τρώνε τα γλυκά κι ύστερα σκορπίζουν μες στο θαμποσκόταδο, χορέυοντας και χαμηλοτραγουδώντας.
Οι τσοπαναραίοι πιστεύουν πως αυτό, δηλαδή το φάγωμα των καλουδιών απ'τις μοίρες, είναι καλό σημάδι για την καινούρια χρονιά. "Γλυκάθηκαν οι τύχες, γλύκανε κι ο χρόνος", τους ακούς να λένε..[...] Αν όμως τα πιάσει το πρωί τούτα τα ζαχαρωτά και δεν τα φάγουν οι ειμαρμένες, αυτό είναι κακό σημάδι για τους τσελιγκάδες. [...]
Το πρωί, πάλι, τις πόρτες απ'τα κατοικιά των ζωντανών τις πρωτοπιάνουν και τις πρωτανοίγουν μικρές βλαχούλες για να γεννιούνται τ'αρνοκάτσια θηλυκά....."


(Βασίλης Λαμνάτος, "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας", εκδόσεις Δωδώνη)




("Χερσέ, βασιλόπιτες και άλλα", από το Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών", έρευνα επιλογή: Ελένη Σταματοπούλου, σχέδια: Μάρκος Καμπάνης, εκδόσεις του Φοίνικα)


Αλλά κι εδώ στα χωριά μας στο Πήλιο, έτσι θυμούνται οι παλιοί: "Στην αλλαγή του χρόνου έβανε η μάνα μου ένα μεγάλο κουτσουμπάνι στη φωτιά να καίει όλη μέρα. Έσβηνε την παλιά φωτιά κι έβαζε καινούρια μ'αυτό." Και το πρωί, "πάαινε η μάνα μου, έπαιρνε μια πέτρα και την έβαζε πίσω απ'την πόρτα για νά'ναι το σπίτι γερό, χωρίς να μιλήσει καθόλου. Πάαινε το πρωί κι έπαιρνε με το κανάτ' νερό στη βρύση για νά'ναι αμίλητο και τό'φερνε να πιούμε στα ποτήρια."



(Νίκος Καζαντζάκης, "Αλέξης Ζορμπάς", εκδόσεις Δημητράκου)


"Στη Σούδα και σ'άλλα μέρη της Κρήτης την παραμονή του Αγίου Βασιλείου, τα παιδιά περνούσαν και σπάζαν μπροστά στις πόρτες των σπιτιών από μια "ασκελετούρα" λέγοντας "χρόνια πολλά!".
Στα χωριά της Πρέβεζας, κρεμούσαν κρεμμύδες στις πόρτες των σπιτιών ή τις βάζανε στα κεραμίδια, "για να διώχνουν τα κακά". [...]
Οι μπότσικες, οι κρεμμύδες, τα σφερδούκλια και οι ασκελετούρες είχαν τον ίδιο σκοπό και το ίδιο νόημα. Όλα τούτα είναι σύμβολα της μακροζωϊας και της ανανέωσης του ανθρώπινου οργανισμού, που τόσο τα ποθούσε ο άνθρωπος και τα δυο, γιατί τούτα τα φυτά, αντί να μαραθούν και να σαπίσουν, όταν τα ξεριζώνουν και τα χωρίζουν από τη μάνα γη, αυτά όχι μόνο δε μαραίνονται και δεν σαπίζουν, μα βγάζουν καινούρια φύλλα και νέα βλαστάρια από το σώμα τους...."


(Κώστας Καραπατάκης,"Το Δωδεκαήμερο", εκδόσεις Παπαδήμα)

("Χερσέ, βασιλόπιτες και άλλα", από το Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών", έρευνα επιλογή: Ελένη Σταματοπούλου, σχέδια: Μάρκος Καμπάνης, εκδόσεις του Φοίνικα)


Καλή Χρονιά!

Χρόνια πολλά, όμορφα και λεύτερα!

Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου 2012

Μαγειρέματα του Δωδεκαήμερου και "τα σπάργανα της Παναγιάς"..

Χριστουγεννιάτικες μοσχοβολιές ...

Καταγράφει ο πηλιορείτης λαογράφος μας, Κώστας Λιάπης ("Διατροφή και μαγειρέματα στο παλιό παραδοσιακό Πήλιο") για τα εδέσματα των ημερών:

"Τα Χριστούγεννα, λοιπόν, συνήθιζαν να τρώνε κότα σούπα και ψητό χοιρινό κρέας (το ψήσιμο γινόταν στη χόβολη του τζακιού). Υπήρχε, όμως, κι εποχή που τη μέρα αυτή έτρωγαν χοιρινό με πρασοσέλινο, ή όποιο άλλο κρέας με πιλάφι, μαγείρεμα που το έλεγαν μάλιστα "τ' Χριστού το φαϊ". Την Πρωτοχρονιά η συνήθεια ήταν και είναι να φτιάχνουν κότα (βλέπε: Η πηλιορείτικη κότα της Πρωτοχρονιάς) ή και "κούρκο" (γαλοπούλα), γεμιστή με κάστανα, καρύδια, σταφίδες, κιμά, κρομμύδι, πιπέρι και μαϊδανό, όλα καβουρδισμένα. Φυσικά υπάρχει πάντα η παραδοσιακή "Άι-Βασ'λόπ'τα" (ή σκέτα Βασ'λόπ'τα) που παλιότερα ήταν σκέτο ψωμί, μέσα στο οποίο η κάθε νοικοκυρά έβαζε, εκτός απ'τον καθιερωμένο "παρά" κι ένα τσακνάκι κλήμα, ένα κοτσανάκι ελιά, ένα άλλο από πουρνάρι, ένα ακόμα από σ'καμνιά, ένα άχυρο κι ένα κλαδάκι κρανιάς (σύμβολο υγείας) που φυσικά έφταναν στα κομμάτια των τυχερών της φαμελιάς, για να τους δώσουν συμβολικά κι αντανακλαστικά τη γνωστή αντίστοιχη εύνοια μέσα στον καινούριο χρόνο."

Όσο για τα γλυκά των ημερών, εδώ στο Πήλιο, πέρα απ'τα γνωστά φοινίκια ή μελομακάρονα και τους κουραμπιέδες, συνηθίζουν να φτιάχνουν τις φλογέρες και τα "χαμαλιά" (βλέπε: Πηλιορείτικα "χαμαλιά" και "φλογέρες"), με το χαρακτηριστικό τριγωνικό δίπλωμα που θυμίζει φασκιές, σπάργανα ("τα σπάργανα της Παναγιάς"). Γιατί τούτες τις μέρες των Χριστουγέννων, συνηθίζονταν σ'όλη την επικράτεια διάφορα εδέσματα που η μορφή τους συμβόλιζε τα σπάργανα του νεογέννητου Χριστού, από τους τυλιχτούς λαχανοντολμάδες (που κατά κύριο λόγο γίνοταν με γέμιση από κιμά χοιρινό, που προερχόταν απ'τα χοιροσφάγια), μέχρι τα διάφορα γλυκά, συνήθως νηστίσιμα, με τη μορφή δίπλας. Καταγράφει, ο Κώστας Καραπατάκης ("Το Δωδεκαήμερο"), σχετικά:

"Εκτός από το δυνάμωμα της φωτιάς του τζακιού με πολλά και χοντρά ξύλα, "για να μη κρυώσ' η Παναγιά", οι γυναίκες ταυτίζοντας τη λεχωνιά της Παναγιάς με τη λεχωνιά των άλλων γυναικών, που θέλανε καλή και μπόλικη τροφή "για να μη κοπεί το γάλα τους", φρόντιζαν όχι μόνο για τη ζεστασιά της, μα και για την καλυτέρεψη και την ενίσχυση της τροφής της. Κι' όπως σ'εκείνες πήγαιναν "λαγγίτες" και "μπογανίκια", έτσι έφτιαχναν και "λαγγίτες" για την Παναγιά, που ήταν λεχώνα.
Τις "λαγγίτες", που σ'άλλα μέρη τις λένε "λαλαγγίτες", "λαλαγγίδες", "λαλαντζίτες", "πιτλίδες", "πιτιλίτσες", "λαλάγγια" και τηγανίτες, τώρα τις λέγανε "σπάργανα της Παναγιάς".
Τις "λαλαγγίτες" στην Ήπειρο τις έψηναν στην καυτή πλάκα της φωτιάς του τζακιού, για νάναι απόλυτα νηστίσιμες, στα δε άλλα μέρη στο τηγάνι με καυτό λάδι. Στο Πωγώνι, για να ψήσουν τις "λαλαγγίτες", βάζανε πάνω στα αναμμένα κάρβουνα την "πυροστιά" και πάνω στην πυροστιά μια "πλάκα" ή μια λαμαρίνα. Πάνω στην πλάκα ή στη λαμαρίνα, αφού καιγόταν πρώτα καλά, έριχναν το νερουλό ζυμάρι και το άπλωναν, για να γίνει σαν φύλλο. Το φύλλο αυτό σαν ψηνόταν από τη μία μεριά, το γύριζαν και ψηνόταν κι'από την άλλη. Ύστερα βάζανε τα φύλλα το ένα πάνω στ'άλλο, σ'ένα χαλκωματένιο ταψί και αφού τα περίχύναν με μέλι ή σιρόπι, ανακατεμένο με κοπανισμένα καρύδια, για να γίνουν αφράτα και νόστιμα, τα τρώγανε. [...] Τα"σπάργανα της Παναγιάς" τα τρώγανε το ίδιο βράδυ με μέλι ή με ζάχαρη. Όσοι ήταν φτωχοί και δεν είχαν ζάχαρη ή μέλι, τα τρώγανε με καρύδια κοπανισμένα με σκόρδο και αλάτι, που τ'ανακάτευαν με ζεστό νερό και τάκαναν "καρυδοζούμι"."

Αλλά, ας δούμε και τ'αντίστοιχα "σπάργανα", σε μια μικρασιατική εκδοχή ("Χερσέ, βασιλόπιτες και άλλα", από το Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών", έρευνα επιλογή: Ελένη Σταματοπούλου, σχέδια Μάρκος Καμπάνης, εκδόσεις του Φοίνικα):

Πάντως, στις περισσότερες περιοχές, κυρίαρχο έδεσμα των ημερών, εκτός από την κότα ("Πρωτοχρονιά εσφάζανε κότα, όχι πετεινό, γιατί ελέγανε τον αρχηγό δεν τόνε σφάζουν"), ήταν το χοιρινό, σε διάφορες μορφές του, το προερχόμενο από τα "χοιροσφάγια" (βλέπε: Τα χοιροσφάγια των Χριστουγέννων), που τουλάχιστον εδώ στα χωριά μας γίνονταν παραμονές Χριστουγέννων, αλλά συχνά και παραμονές των Φώτων. Σημειώνει ο Κώστας Καραπατάκης:

"Τις μέρες των Χριστουγέννων δεν έπρεπε να μείνει κανείς χωρίς χοιρινό κρέας. Κι εκείνοι που δεν είχαν και δεν έσφαζαν δικό τους γουρούνι, έπρεπε να φάνε και να χαρούν κι αυτοί, όπως και οι άλλοι. Γι'αυτό και η αλληλεγγύη τους ήταν πολύ ανεβασμένη.
Αν ένας δεν είχε γουρούνι στο χωριό, όλοι οι άλλοι του στέλναν από ένα μεγάλο κομμάτι ψαχνό κρέας, μισής ή μιας οκάς και τον βοηθούσαν να χαρεί κι αυτός με την οικογένειά του τούτες τις μέρες, χωρίς να νιώσει τη στεναχώρια της ανέχειας."


Βέβαια, σε περιοχές που δε συνήθιζαν να εκθρέφουν χοίρους, το γιορταστικό τραπέζι αντί για χοιρινό κρέας μπορούσε να περιλαμβάνει αρνίσιο ή κατσικίσιο. Όσο για τη Βασιλόπιτα (βλέπε και: Βασιλόπιτα και έθιμα πρωτοχρονιάτικα), η οποία ανά περιοχές της Ελλάδας πλαθόταν από τελειώς διαφορετικά υλικά, στην ευρύτερη περιοχή της Μαγνησίας, συνήθως είχε μορφή άρτου με διάφορα μυρωδικά. Για τα έθιμα του Κλήματος Σκοπέλου, μας πληροφορεί ο π.Κωνσταντίνος Καλλιανός ("Σεργιάνι σε ξεχασμένα μονοπάτια"):

"Όταν τέλειωνε η εκκλησιά, θαμπά ακόμα, πήγαιναν στο σπίτι, όπου έτρωγαν τηγανίτες, "μαργαρίτις" τις αποκαλούσαν κι ύστερα μαζεύονταν στο γιορτινό τραπέζι, το οποίο ήταν όντως χαρμόσυνο, μετά από τόση περίοδο νηστείας και τρώγανε συνήθως σούπα από κότα ή κάποιο "πράμα" αρνί ή κατσίκι, από αυτά που ανάθρευαν για να το φάνε αυτές τις καλές ημέρες. Συνήθιζαν, μάλιστα, να κάνουν και "πατσί", το οποίο άφηναν να παγώσει και το τρώγανε κρύο' ήταν δηλαδή η γνωστή στη Σκόπελο πηχτή.
Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς ζύμωναν "τσ'κλούρις", τις οποίες "τσουγκράνιζαν", δηλ. κεντουσαν με προσοχή κάνοντας σχήματα μαργαρίτας χωρίς τον κορμό της ή απλώς σχεδιάζοντας το άνθος της. Η όλη διαδικασία γινόταν ως εξής' αφού ετοίμαζαν το ζυμάρι, στο οποίο είχαν προσθέσει ζάχαρη, κανέλα, μυρωδικά και καμμένο ελαιόλαδο, το άφηναν να "γίνει". Μετά το έβαζαν σε μεγάλο ταψί και σχεδίαζαν το άνθος με προσοχή' και παίρνοντας δυο σπιρτόξυλα, σήκωναν ελαφρά το ζυμάρι, ώστε να σχηματιστεί με "πτήδιο" και νοικοκυρεμένο τρόπο το λουλούδι επάνω στην επιφάνεια, που με το ψήσιμο φαινόταν σαν ανάγλυφο. Μάλιστα, για πιο φανταχτερό στόλισμα, τοποθετούσαν σε τρεις μεριές ολόκληρα καρύδια σπασμένα ή όχι και γύρω από αυτά βάζανε "κοκόσες" από ξεφλουδισμένο αμύγδαλο, τις οποίες κάρφωναν κάθετα στο ζυμάρι. [...] Το απόγευμα της παραμονής οι νύφες πήγαιναν στην πεθερά την κουλούρα τυλιγμένη σε καθαρό μαχραμά, ενώ στο καλαθάκι έβαζαν γλυκά και κάποιο καινούριο ρούχο για να το φορέσουν την επόμενη μέρα, την Πρωτοχρονιά για το καλό."


Ενώ, στο Φερτέκι, περιφέρεια Νίγδης ("Χερσέ, βασιλόπιτες και άλλα"):


Όσο για τους τσοπάνηδες, με τα πολλά κοπάδια, τα εδέσματα των ημερών, μετά από την πολυήμερη νηστεία, εμπεριείχαν και νοστιμιές πλούσιες σε γάλα. Γράφει σχετικά ο Βασίλης Λαμνάτος ("Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας"):

"Όλόγυρα και παρεκεί, πολύπειρες βλάχισσες κι ανήξερες βλαχούλες, ανασκουμπωμένες και βιαστικές, περίχαρες και γελαστές, με σιγοτράγουδα κι αχνόγελα στο στόμα, διπλοκαίνε τους φούρνους και τις γάστρες, για να ψήσουν τις καλόφτιαστες τις πίτες, στραγγίζουν τα μαζεμένα γάλατα και χτυπούν τους κρόκους των αυγών για να φτιάξουν τα χριστουγεννιάτικα φαγητά. Απ'΄ολα το πιο ξεχωριστό και νόστιμο είναι το κοκοφρίνι, που γίνεται μ'αυγά και μαζεμένο πρωτόγαλο.
Ανήμερα το πρωί θα φάνε κιόλας την καλόγευστη "κλάστρα" π'αρταίνει και νοστιμίζει το στόμα ύστερα από τόσες μέρες σαρακοστή. Γιατί οι τσοπαναραίοι συνηθίζουν να μην αρταίνονται το σαρανταήμερο. Κι αν τους ρωτήσεις γιατί το κάνουν αυτό, σ'απαντούν πως "παθαίνουν τα ζωντανά". "Αρρωσταίνουν και ψοφούν παράκαιρα". "Απορίχνουν οι έγκυες γιδοπροβατίνες". Άλλα ζωντανά χάνονται, άλλα τσακίζονται, άλλα τα τρων τα ζουλάπια κι άλλα "μασταριάζονται"."